Θεράποντα Αναστασίου ν. Κώστα Κυριάκου, Αρ. Αγωγής: 1401/08, 05.06.2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:A154 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Πρ. Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1401/08 Μεταξύ: Θεράποντα Αναστασίου, από τη Λεμεσό Ενάγοντας και Κώστα Κυριάκου, από τη Λεμεσό Εναγομένου Αίτηση ημερομηνίας 30.01.2009 Ημερομηνία: 05.06.2009 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα: κυρία Ν. Δημητρίου για κ.κ. Δημόκριτο Αριστείδου & Σία Για Εναγόμενο: κυρία Χ' Λοΐζου για κ. Χρ. Χ' Λοΐζου ΑΠΟΦΑΣΗ Με αίτηση του ημερομηνίας 30.01.2009 ο Ενάγοντας αιτείται την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον του Εναγομένου για το αξιούμενο στην έκθεση απαίτησης ποσό, ήτοι €18.367,46 (αντίστοιχο σε £10.750,00) πλέον τόκο προς 8,5% ετησίως από 11.11.96 μέχρι εξόφλησης πλέον έξοδα, στη βάση ισχυριζομένου γραμματίου και/ή συναλλαγματικής και/ή γραπτής αναγνώρισης χρέους. Η αίτηση εδράζεται στη Διάταξη 18 Κανονισμοί 1 και 2, στη Διάταξη 48 Κανονισμοί 1, 2, και 4, στην πρακτική και γενικές εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα δε γεγονότα πάνω στα οποία στηρίζεται η αίτηση αυτή περιέχονται σε ένορκο δήλωση του Ενάγοντα που συνοδεύει την εν λόγω αίτηση και στην οποίαν δηλώνεται, πέραν από το ύψος του διεκδικούμενου ποσού, ότι το κλητήριο ένταλμα επιδόθηκε στον Εναγόμενο στις 05.06.2009 ενώ ο Εναγόμενος καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης δια δικηγόρου στις 12.06.
- Περαιτέρω, στην ίδια ένορκο δήλωση ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι ο Εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην παρούσα αγωγή ενώ ταυτόχρονα αναφέρει ότι καταχωρήθηκε εμφάνιση μόνο για σκοπούς καθυστέρησης της παρούσας διαδικασίας και αποστερήσεως του δικαιώματος του να διεκδικήσει και εισπράξει το αξιούμενο στην έκθεση απαίτησης ποσό. Προς υποστήριξη των θέσεων του, ο ενόρκως δηλών επισύναψε ως τεκμήριο έγγραφο γραμματίου ημερομηνίας 11.11.
- Στις 30.04.2009 ο Εναγόμενος καταχώρησε ένσταση για τους ακόλουθους λόγους: (α) Υπάρχει καλόπιστη και βάσιμη υπεράσπιση από μέρους του Εναγομένου (β) Υπάρχουν πολλοί νομικοί και πραγματικοί λόγοι για τους οποίους καθίσταται αμφίβολο το δικαίωμα του Ενάγοντα-Αιτητή σε απόφαση στην αγωγή (γ) Υπάρχουν πολλά εγειρόμενα νομικά σημεία, τα οποία πρέπει να εξεταστούν μετά που θα δοθεί η απαιτούμενη μαρτυρία και τα οποία αν αποδειχθούν βάσιμα καθιστούν παράνομη και/ή ανεφάρμοστη νομικά την επίδικη αξίωση του Ενάγοντα-Αιτητή (δ) Η παρούσα αίτηση γίνεται κακόπιστα και καταχρηστικά και με μόνο σκοπό να αποστερήσει από τον Εναγόμενο-Καθ' ου η αίτηση να υπερασπίσει την υπόθεση του σε κανονική δίκη (ε) Δεν πληρούνται σε καμία περίπτωση οι νόμιμες προϋποθέσεις για την έκδοση συνοπτικής απόφασης όπως έχουν καθοριστεί από τη σχετική νομολογία επί του θέματος (στ) Η αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη. Η ένσταση εδράζεται στη Διάταξη 48 Κανονισμοί 1, 2, και 4, στη Διάταξη 18 Κανονισμοί 1-6, στην εν γένει εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου και υποστηρίζεται από ένορκο δήλωση του Εναγομένου στην οποίαν ο ίδιος αρνείται το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του Ενάγοντα-Αιτητή και ταυτόχρονα επαναλαμβάνει τους λόγους για τους οποίους ενίσταται και που εξέθεσε στο σώμα της ένστασης του. Παράλληλα, ισχυρίζεται ότι έχει καλή, καλόπιστη, βάσιμη, ουσιαστική και γνήσια υπεράσπιση και επικαλείται γι' αυτό:
- Προφορική και/ή γραπτή συμφωνία που έγινε κατά ή περί το έτος 1997 μεταξύ του Ενάγοντα-Αιτητή και Εναγομένου-Καθ' ου η αίτηση δυνάμει της οποίας ισχυρίζεται ότι ενοικίασε στον Ενάγοντα δικό του περιβόλι για το ετήσιο ποσό των €3.417,20 περίπου, ποσό το οποίο, σύμφωνα με τον Εναγόμενο, θα αφαιρείτο από το χρέος του προς τον Ενάγοντα.
- Τον ισχυρισμό ότι ο Ενάγοντας κατείχε και εκμεταλλεύετο το εν λόγω περιβόλι μέχρι και συμπεριλαμβανομένου του έτους
- Τον ισχυρισμό ότι τα λεφτά τα οποία του είχε δανείσει ο Ενάγοντας έχουν πληρωθεί και συνεπώς δεν του οφείλει οποιοδήποτε ποσό.
- Τον ισχυρισμό ότι η απαίτηση του Ενάγοντα εγέρθηκε καθυστερημένα και συγκεκριμένα 10 χρόνια από τη λήξη του επίδικου χρέους κάτι που, κατά τον Εναγόμενο, δηλώνει συμπεριφορά εγκατάλειψης οποιασδήποτε απαίτησης από μέρους του Ενάγοντα και ταυτόχρονα δημιουργεί υπεράσπιση λόγω παρόδου μεγάλου χρονικού διαστήματος (defence of laches).
- Τον ισχυρισμό ότι ο Ενάγοντας οδήγησε τον Εναγόμενο σε κατάσταση από την οποίαν αξιώνει τις θεραπείες που περιγράφονται στην έκθεση απαίτησης του, κάτι που σύμφωνα με τον Εναγόμενο, είναι άδικο και ανεπιεικές. Προς υποστήριξη των θέσεων του, ο Εναγόμενος επισύναψε τα εξής τεκμήρια: (α) Τεκμήριο 'Α' - Πιστοποιητικό εγγραφής ακίνητης ιδιοκτησίας αναφορικά με το ακίνητο υπ' αριθμό εγγραφής 1703, τεμάχιο 335, φύλλο/σχέδιο LVIII/15 στην τοποθεσία 'Τσιφλικούδια' στο Τραχώνι της επαρχίας Λεμεσού (β) Τεκμήριο 'Β' - Πιστοποιητικό εγγραφής ακίνητης ιδιοκτησίας αναφορικά με το ακίνητο υπ' αριθμό εγγραφής 1705, τεμάχιο 333, φύλλο/σχέδιο LVIII/15 στην τοποθεσία 'Τσιφλικούδια' στο Τραχώνι της επαρχίας Λεμεσού (γ) Τεκμήριο 'Γ' - Αντίγραφο ενοικιαστηρίου εγγράφου ημερομηνίας 04.04.2003 σχετικά με την ενοικίαση από τον Ενάγοντα του ακινήτου με αριθμό τεμαχίου 133/136 στο Τραχώνι της επαρχίας Λεμεσού, ιδιοκτησίας του Εναγομένου, έναντι ετησίου ενοικίου όπως αυτό καθορίζεται και περιγράφεται στις παραγράφους 3, 4 και 5 του εγγράφου αυτού (δ) Τεκμήριο 'Δ' - Γραπτή εξουσιοδότηση ημερομηνίας 29.09.2006 από τον Εναγόμενο προς τον Ενάγοντα σχετικά με την εκμετάλλευση του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 1703, τεμάχιο 335, φύλλο/σχέδιο LVIII/15 (ε) Τεκμήριο 'Ε' - Γραπτή εξουσιοδότηση ημερομηνίας 29.09.2006 από τον Εναγόμενο προς τον Ενάγοντα σχετικά με την εκμετάλλευση του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 1705, τεμάχιο 333, φύλλο/σχέδιο LVIII/15 Κατά την ακρόαση της υπό κρίσης αίτησης οι ευπαίδευτοι συνήγοροι περιορίστηκαν σε αγορεύσεις προς υποστήριξη των θέσεων τους και παρέπεμψαν το Δικαστήριο σε διάφορες δικαστικές αποφάσεις. Συγκεκριμένα, η ευπαίδευτη συνήγορος του Ενάγοντα-Αιτητή αφού αναφέρθηκε σε προϋποθέσεις που η Διάταξη 18 θέτει, τόνισε ότι αυτές πληρούνται και ως εκ τούτου το βάρος απόδειξης μεταφέρεται στους ώμους του Εναγομένου-Καθ' ου η αίτηση για να πείσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση επί της ουσίας. Κατά την άποψη της ευπαιδεύτου συνηγόρου του Ενάγοντα-Αιτητή, οι ισχυρισμοί του Εναγομένου-Καθ' ου η αίτηση που περιέχονται στη σχετική ένορκο δήλωση του είναι αόριστοι, γενικοί και ατεκμηρίωτοι και επομένως δεν συνάδουν με την ύπαρξη καλόπιστης ή εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης από μέρους του. Στη συνέχεια, η κυρία Δημητρίου τόνισε ότι η βάση αγωγής του Ενάγοντα-Αιτητή αφορά γραμμάτιο συνήθους τύπου, του οποίου η υπογραφή, σύμφωνα με τη δικηγόρο του Ενάγοντα-Αιτητή, δεν αμφισβητείται καθώς επίσης λέει ότι δεν αμφισβητείται ότι ο Εναγόμενος χρωστούσε το ποσό που σημειώνεται στο εν λόγω γραμμάτιο στον Ενάγοντα, πλην τον ισχυρισμό ότι το οφειλόμενο ποσό έχει πληρωθεί, χωρίς, κατά την άποψη της, ο ισχυρισμός αυτός να τεκμηριώνεται με οποιαδήποτε απόδειξη πληρωμής. Η ευπαίδευτος συνήγορος του Ενάγοντα-Αιτητή παρέπεμψε το Δικαστήριο στα άρθρα 78-81 του Περί Συμβάσεως Νόμου Κεφ.149 για να αναφέρει ότι σύμφωνα με αυτά το γραμμάτιο συνήθους τύπου αποτελεί αμάχητη απόδειξη γεγονότων που απαιτεί αυστηρή εφαρμογή των προνοιών του νόμου περί γραμματίου. Είναι η θέση της εν λόγω συνηγόρου ότι είναι συγκεκριμένες οι υπερασπίσεις που μπορούν να εγερθούν στην περίπτωση γραμματίου και καμία από αυτές, λέει, δεν προβάλλεται στην ένσταση της υπό κρίσης αίτησης, κάτι που κατά την άποψη της σημαίνει ότι ο Εναγόμενος-Καθ' ου η αίτηση απέτυχε να αποσείσει το βάρος που είχε για προβολή καλής υπεράσπισης. Όσον αφορά τον ισχυρισμό του Εναγομένου-Καθ' ου η αίτηση ότι δεν έχει επισυναφθεί το γραμμάτιο ως τεκμήριο στην αίτηση και ένορκο δήλωση που έχει επιδοθεί, η θέση της ευπαιδεύτου συνηγόρου του Ενάγοντα-Αιτητή είναι ότι εάν όντως ισχύει κάτι τέτοιο τότε είναι παρατυπία η οποία θεραπεύεται και σε καμία περίπτωση ακυρώνει τη διαδικασία. Καταλήγοντας η κυρία Δημητρίου ανάφερε ότι α ξίωση του Ενάγοντα-Αιτητή δεν έχει παραγραφεί και παράλληλα τόνισε ότι εάν ο Εναγόμενος-Καθ' ου η αίτηση θεωρεί ότι ο Ενάγοντας-Αιτητής του οφείλει οποιαδήποτε χρήματα τότε έχει τη δυνατότητα να καταχωρήσει άλλη αγωγή και να τα διεκδικήσει. Αντίθετη ήταν η θέση της ευπαιδεύτου συνηγόρου του Εναγομένου-Καθ' ου η αίτηση, η οποία υποστήριξε ότι υπάρχει γνήσια και καλόπιστη υπεράσπιση από μέρους του πελάτη της. Ως λόγους καλόπιστης υπεράσπισης προβάλλει αυτούς που περιέχονται στην παράγραφο 11 της ένστασης του στην οποίαν παρέπεμψε και το Δικαστήριο. Οι λόγοι αυτοί έχουν ήδη αναφερθεί πιο πάνω και έτσι δεν σκοπεύω να τους επαναλάβω. Επίσης κατά την αγόρευση της η κυρία Χ' Λοΐζου ισχυρίστηκε ότι εγείρονται πολλά νομικά και ουσιαστικά θέματα που θα πρέπει να εξεταστούν σε ακρόαση και ότι στο παρόν στάδιο ο Εναγόμενος-Καθ' ου η αίτηση δεν είναι υποχρεωμένος να δώσει λεπτομέρειες και στοιχεία που να τεκμηριώνουν τον εν λόγω ισχυρισμό του. Επιπλέον, η ευπαίδευτη συνήγορος ισχυρίστηκε ότι δεν της έχει δοθεί αντίγραφο του τεκμηρίου που αναφέρετε στην ένορκο δήλωση της αίτησης του Ενάγοντα-Αιτητή αλλά διευκρίνισε ότι της έχει επιδοθεί η σχετική αίτηση μαζί με την ένορκο δήλωση που τη συνοδεύει ενώ ταυτόχρονα παραδέκτηκε ότι ενώ πρόσεξε ότι γινόταν αναφορά για ύπαρξη τεκμηρίου στην ένορκο δήλωση της αίτησης ουδέποτε αξίωσε από την άλλη πλευρά να της προσκομίσει κάτι τέτοιο. Παρόλα αυτά, η εν λόγω συνήγορος ισχυρίστηκε ότι η παράλειψη αυτή αποτελεί ουσιώδης παρατυπία, η οποία, κατά την άποψη της, δεν θεραπεύεται. Οι αρχές που διέπουν την άσκηση διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου σε αιτήσεις για συνοπτική απόφαση έχουν κατ' επανάληψη διατυπωθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο. Στο Annual Practice 1958 στη σελίδα 24 αναφέρεται ότι δεν εκδίδεται συνοπτική απόφαση όπου προκύπτει σοβαρή διαφωνία ως προς τα γεγονότα και το νόμο. Κανένας Εναγόμενος δεν πρέπει να αποκλείεται από του να προβάλει υπεράσπιση εκτός αν πράγματι είναι πολύ καθαρό ότι δεν έχει υπόθεση στην υπό συζήτηση αγωγή. Σύμφωνα με τη νομολογία η έκδοση συνοπτικής απόφασης αποτελεί εξαίρεση στο βασικό κανόνα ότι το Δικαστήριο ακούει και τις δύο πλευρές προτού καταλήξει στην ετυμηγορία του. Η ιδιαίτερη φύση της αίτησης για συνοπτική απόφαση τονίστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Trans Middle East Trading Ltd v Abdul Aziz Tlais
(1991)1 Α.Α.Δ. 239 όπου, μεταξύ άλλων, αναφέρονται και τα ακόλουθα: "Η βασική αρχή που προκύπτει τόσο από τις κυπριακές όσο και από τις αγγλικές αποφάσεις είναι ότι η συνοπτική απόφαση πρέπει να εκδίδεται μόνο όπου είναι αναμφίβολο, ότι ο Εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Όπου όμως δίδει στην ένορκο δήλωση του αρκετές λεπτομέρειες που να δείχνουν την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης ή να εγείρουν θέμα σε απάντηση της απαιτήσεως που θα πρέπει να εκδικάζεται ή όπου ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει καλή και ουσιαστική υπεράσπιση ή αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα που μπορούν να κριθούν ως αρκετά για να του δώσουν το δικαίωμα να προβάλει την υπεράσπιση του, τότε πρέπει να δίδεται τέτοιο δικαίωμα για υπεράσπιση (Cyems Co Ltd v The Central Co-Operative Co Ltd
(1982)1 Α.Α.Δ. 879). Έτσι είναι μόνο σε καθαρές περιπτώσεις που μπορεί το Δικαστήριο να στερήσει διάδικο από του να προβάλει την υπεράσπιση του ενώπιον του Δικαστηρίου, γιατί σε διαφορετική περίπτωση τέτοια ενέργεια θα αποτελούσε άρνηση της δικαιοσύνης προς τον επηρεαζόμενο διάδικο." Στη δε υπόθεση Λαζάρου κ.α. v Μακεδόνα
(1999)1 (Β) Α.Α.Δ. 817 επεξηγείται ακόμα ότι: "Έχει λεχθεί δικαστικά ότι όπου η υπεράσπιση μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή, θα πρέπει να να δίδεται άδεια για υπεράσπιση." Η δυνατότητα για έκδοση συνοπτικής απόφασης πρέπει να αντικρίζεται και κάτω από το πρίσμα των προνοιών του άρθρου 30 του Συντάγματος όπου ορίζεται ότι κάθε διάδικος έχει δικαίωμα να προσφύγει στο Δικαστήριο και να προβάλει τις θέσεις και τα επιχειρήματα του στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας, των κανόνων φυσικής δικαιοσύνης καθώς και των διατάξεων της Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Η συνοπτική διαδικασία που προβλέπεται στη Διάταξη 18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας πρέπει να περιορίζεται στις περιπτώσεις όπου έκδηλα καταδεικνύεται πως ο Εναγόμενος δεν έχει καμία υπεράσπιση στην ενατίον του αγωγή (βλέπε Παναγιώτης Ζερβός v Euroinvestment & Fimance Ltd
(2003)1 (Γ) 1968, Γιώργος Καΐμης v Euroinvestment & Fimance Ltd, Π.Ε. 11695, ημερομηνίας 30.11.2004). Η Διάταξη 18 προνοεί μια ειδική διαδικασία καθορισμού δικαιωμάτων χωρίς την πλήρη διεξαγωγή δίκης και κατά τρόπο που αποκλείει τον Εναγόμενο να αντικρούσει εκτενέστερα τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα. Σύμφωνα με την υπόθεση Μαρκή Νικολάου Λτδ v Adamco Constructions Ltd Π.Ε. 11963 ημερομηνίας 03.03.2005 "ο αποκλεισμός προβολής υπεράσπισης από τον Εναγόμενο κατά παράκαμψη της συνηθισμένης διαδικασίας που προβλέπεται στους Θεσμούς καθιστά επιτακτική την ανάγκη όπως η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου για έκδοση συνοπτικής απόφασης γίνεται με πολλή φειδώ και με βάση τα καθορισμένα κριτήρια." Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω λόγων, η υποχρέωση του Ενάγοντα να ικανοποιήσει σωρευτικά τις προϋποθέσεις που τίθενται από τη Διάταξη 18 Θεσμός 1(α) πρέπει να εξετάζεται προσεκτικά, με αυστηρότητα και απόλυτη σχολαστικότητα. Οι προϋποθέσεις αυτές είναι οι εξής: (α) Το κλητήριο ένταλμα να είναι ειδικά οπισθογραφημένο. (β) Ο Εναγόμενος να έχει καταχωρήσει εμφάνιση. (γ) Να έχει καταχωρηθεί από τον Ενάγοντα ή για τον Ενάγοντα, ένορκος δήλωση με βάση τον καθορισμένο τύπο. (βλέπε Hermes Insurances v Theodorides
(1983)1 Α.Α.Δ. 333, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος v Νέστωρα Χ'Νέστωρος
(1989)1 Α.Α.Δ. 204, Trans Middle East Trading Ltd v Abdul Aziz Tlais
(1991)1 Α.Α.Δ. 239, Spyros Stavrinides v Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 C.L.R. 130, Αθηνούλα Δημητρίου v Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 782, The Chain Gulf Traders Ltd κ.α. v Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 1168 και Νεάρχου κ.α. v Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2005)1(Β) Α.Α.Δ. 818) Εφόσον οι πιο πάνω προϋποθέσεις ικανοποιηθούν, τότε το βάρος μετατίθεται στον Εναγόμενο, να αποδείξει ότι έχει υπεράσπιση επί της ουσίας (defence on the merits) και έχει αποκαλύψει τέτοια λεπτομερή γεγονότα (disclose such facts) ώστε θα πρέπει να του δοθεί η δυνατότητα να προβάλει την υπεράσπιση του (βλέπε Hermes Insurances v Theodorides
(1983)1 Α.Α.Δ. 333, Subotic v Στυλιανίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 22, Ζ. Χρίστου v ΕΤΕΚ
(1998)1 Α.Α.Δ. 1847, Kyprianides v Ioannou
(1966)1 C.L.R. 265 και Αυγουστή κ.α. v Πίριλλου
(1997)1 (Α) Α.Α.Δ. 5). Στην παρούσα υπόθεση, η απαίτηση του Ενάγοντα εδράζεται σε ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, το οποίο καταχωρήθηκε στις 12.05.2008. Στις 12.06.2008 ο Εναγόμενος καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης δια δικηγόρου. Περαιτέρω, στην ένορκο δήλωση που προέβηκε ο ίδιος ο Ενάγοντας και που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση σημειώνεται, ανάνεσα σ' άλλα, ότι ο Εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην παρούσα αγωγή και ότι καταχωρήθηκε εμφάνιση μόνο για σκοπούς καθυστέρησης της παρούσας διαδικασίας και αποστερήσεως του δικαιώματος του να διεκδικήσει και εισπράξει το αξιούμενο στην έκθεση απαίτησης ποσό. Επίσης στην εν λόγω ένορκο δήλωση του, ο Ενάγοντας αναφέρει τη βάση της αγωγής του που στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι, σύμφωνα με τον ίδιο, γραμμάτιο και/ή συναλλαγματική και/ή γραπτή αναγνώριση χρέους καθώς επίσης αναφέρει το ύψος του ποσού που αξιώνει μέσα από την εν λόγω αγωγή. Με γνώμονα τα πιο πάνω και έχοντας εξετάσει την αίτηση και το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που τη συνοδεύει βρίσκω ότι πληρούνται οι πιο πάνω προϋποθέσεις που τίθενται από τη Διάταξη 18 Θεσμός 1(α) των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Συνεπώς από το σημείο αυτό, το βάρος μετατίθεται πλέον στον Εναγόμενο να αποδείξει ότι έχει ουσιαστική υπεράσπιση και να αποκαλύψει τέτοια λεπτομερή γεγονότα ώστε να πρέπει να του δοθεί η δυνατότητα να προβάλει την υπεράσπιση του. Στην υπόθεση Εμπορική Εταιρεία Λούκος Λτδ και άλλων v Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε. (Αρ.1)
(2001)1 Α.Α.Δ. 418 τονίστηκε ότι "δεν εκδίδεται συνοπτική απόφαση όπου προβάλλονται σχετικοί με το θέμα ισχυρισμοί που θα μπορούσαν, όσο απομακρυσμένη και αν φαίνεται η πιθανότητα επιτυχίας, να δικαιολογήσουν τη διεξαγωγή κανονικής δίκης. Εφόσον προκύπτει μεταξύ των διαδίκων διαφορά που χρήζει επίλυσης, ο Εναγόμενος δεν στερείται της δυνατότητας υπεράσπισης και προβολής σχετικής επί του θέματος ανταπαίτησης, με εκ των υστέρων υπολογισμούς αναφορικά με τις πιθανότητες επιτυχίας και με ευρήματα έξω από το πλαίσιο δίκης στην αγωγή. Συνοπτική απόφαση εκδίδεται μόνο όπου το Δικαστήριο διαπιστώνει πως δεν υπάρχει στην πραγματικότητα διαφορά ώστε να δικαιολογείται δίκη. Τέτοια διαπίστωση γίνεται όταν το πράγμα είναι προφανές και όχι ως εγχείρημα αξιολόγησης και στάθμισης. Αυτή είναι η φιλοσοφία της Διαταγής 18. Υπάρχει δε πλούσια νομολογία..." Περαιτέρω, στην υπόθεση Κυπριανίδης v Ιωάννου
(1966)1 Α.Α.Δ. 269 αναφέρθηκε ότι πρέπει να δίνονται επαρκή γεγονότα και λεπτομέρειες για να καταδειχθεί ότι υπάρχει καλόπιστη υπεράσπιση. Απλή γενική άρνηση ότι ο Εναγόμενος δεν είναι οφειλέτης δεν είναι αρκετή (βλέπε Wallingford v Mutual Society
(1880)5 App. Cas. 704). Η ένορκη δήλωση του Εναγομένου πρέπει να δίνει λεπτομέρειες και πρέπει, όσο είναι δυνατό, ν' αναφέρεται ειδικά στην αξίωση και στην ένορκο δήλωση του Ενάγοντα και ν' αναφέρει καθαρά και σύντομα ποια είναι η υπεράσπιση και ποια είναι τα γεγονότα που την υποστηρίζουν. Προτού αποφασιστεί το ζήτημα του κατά πόσο ο Εναγόμενος έχει ή όχι, δια της ενόρκου δηλώσεως του, αποδείξει ότι έχει ουσιαστική υπεράσπιση και αποκαλύψει τέτοια λεπτομερή γεγονότα ώστε να πρέπει να του δοθεί η δυνατότητα να προβάλει την υπεράσπιση του, εξετάζω εάν τυχόν παράλειψη επισύναψης του γραμματίου στην αίτηση και ένορκο δήλωση που επιδόθηκε στον Εναγόμενο αποτελεί ουσιώδης παρατυπία που δεν θεραπεύεται, παρόλο που κάτι τέτοιο δεν προβάλλεται ευθέως ως λόγος ένστασης. Κατ' αρχήν εδώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο Εναγόμενος αποδέχεται την ύπαρξη του γραμματίου ως εγγράφου. Αυτό τουλάχιστο προκύπτει μέσα από την αγόρευση της ευπαιδεύτου συνηγόρου του Εναγομένου αλλά και από το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως του Εναγομένου και ειδικότερα μέσα από τα σημεία (β) και (γ) της παραγράφου 11 όπου ο Εναγόμενος παραδέχεται ότι ο Ενάγοντας του είχε δανείσει χρήματα, πλην όμως ισχυρίζεται ότι τον έχει ήδη εξοφλήσει και ως εκ τούτου δεν του οφείλει οποιοδήποτε ποσό. Αρνείται λοιπόν ότι σήμερα εξακολουθεί να υφίσταται το αξιούμενο από τον Ενάγοντα χρέος προβάλλοντας ως λόγους τον ισχυρισμό ότι το αξιούμενο ποσό έχει συμψηφιστεί από ενοίκια που λέει ότι έχει να λαμβάνει από τον Εναγόμενο δυνάμει συμφωνίας ενοικίασης ακινήτου που συνομολόγησε μαζί του κατά ή περί τις 04.04.2003 καθώς επίσης λόγω εκδήλωσης συμπεριφοράς του Ενάγοντα που, κατά την άποψη του Εναγομένου, συνιστά εγκατάλειψη της απαίτησης του αφού η αξίωση του εγέρθηκε πέραν των 10 χρόνων από τη λήξη του γραμματίου, κάτι που κατά τον Εναγόμενο δημιουργεί υπεράσπιση λόγω ολιγωρίας (defence of laches). Πέραν του πιο πάνω, διαπιστώνω ότι στο τέλος της παραγράφου 2 της ενόρκου δηλώσεως του Ενάγοντα που συνοδεύει την αίτηση του ρητά αναφέρεται ότι το γραμμάτιο επισυνάπτεται ως τεκμήριο 1. Από το φάκελλο του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η υπό κρίση αίτηση και ένορκος δήλωση του Ενάγοντα επιδόθηκε στο δικηγόρο του Εναγομένου στις 03.02.2009, εξ' ου και οι εμφανίσεις των συνηγόρων για αγορεύσεις κατά την ακρόαση της εν λόγω αίτησης. Η ευπαίδευτος συνήγορος του Εναγομένου στην αγόρευση της παραδέκτηκε ότι ενώ πρόσεξε ότι η ένορκος δήλωση του Ενάγοντα ανάφερνε την επισύναψη του γραμματίου ως τεκμήριο 1 παρέλειψε να ζητήσει από τη συνάδελφο της αντίγραφο του εγγράφου αυτού όταν εντόπισε ότι δεν ήταν επισυνημμένο ως τεκμήριο σύμφωνα με την ένορκο δήλωση που της επιδόθηκε. Ως εκ τούτου, ο Εναγόμενος υπό τις περιστάσεις εμποδίζεται από του να προβάλει το ζήτημα αυτό ως λόγο απόρριψης της παρούσας αίτησης, αφού όπως προκύπτει, η εκ παραδρομής παράλειψη επισύναψης του τεκμηρίου σε πιστό αντίγραφο της αίτησης που καταχωρήθηκε, γεγονός που από την αρχή ήταν εις γνώση του Εναγομένου, σε καμία περίπτωση έχει μολύνει το χαρακτήρα και τη βάση της υπό κρίσης αίτησης. Εν πάσει περιπτώσει, το εν λόγω έγγραφο είναι επισυνημμένο ως τεκμήριο στην πρωτότυπη ένορκο δήλωση του Ενάγοντα που συνοδεύει την πρωτότυπο αίτηση του και βρίσκονται καταχωρημένα στο φάκελλο του Δικαστηρίου και συνεπώς το Δικαστήριο τον εξετάζει ως μέρος του μαρτυρικού υλικού που τέθηκε ενώπιον του στα πλαίσια εξέτασης της υπό κρίσης αίτησης. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, διαπιστώνω ότι καμία αδικία έχει προκληθεί εναντίον του Εναγομένου ένεκα της μη επισύναψης του γραμματίου ως τεκμηρίου στο αντίγραφο της ενόρκου δηλώσεως του Ενάγοντα που επιδόθηκε στο δικηγόρο του Εναγομένου, η ύπαρξη και το περιεχόμενο του οποίου καθώς και η προαναφερόμενη παράλειψη επισύναψης του ως τεκμηρίου στην ένορκο δήλωση του Ενάγοντα που επιδόθηκε στον Εναγόμενο ήταν από την αρχή σε γνώση του. Επίσης, κρίνω ότι κανένα δικαίωμα του Εναγομένου επηρεάζεται αρνητικά από την εν λόγω πιο πάνω παράλειψη. Κατά συνέπεια, κρίνω ότι η παρατυπία αυτή είναι μη ουσιώδης και έτσι σε καμία περίπτωση έχει μολύνει το χαρακτήρα και τη βάση της υπό κρίσης αίτησης καθώς επίσης δεν επηρεάζει αρνητικά και/ή ακυρώνει την παρούσα διαδικασία. Όπως έχω προαναφέρει, η αξίωση του Ενάγοντα για οφειλόμενο ποσό πραγματοποιείται στη βάση γραμματίου συνήθους τύπου. Δυνάμει του άρθρου 80 στο Μέρος Χ υπό τον τίτλο "Γραμμάτια Συνήθους Τύπου" του Περί Συμβάσεως Νόμου, Κεφ.149 μετά των συναφών τροποποιήσεων, οι υπερασπίσεις που δύναται κάποιος να επικαλεστεί περιορίζονται σε δύο: α) Ότι η υπογραφή του οφειλέτη χρέους ή άλλου που υπέγραψε το γραμμάτιο δεν είναι στην πραγματικότητα η υπογραφή του, ή β) Ότι η έκδοση του γραμματίου επιτεύχθηκε συνεπεία εξαναγκασμού ή απάτης ή υπό περιστάσεις που ανάγονται σε εξαναγκασμό ή απάτη. Στην προκειμένη περίπτωση ο Εναγόμενος κατ' αρχήν δεν αμφισβητεί ότι πρόκειται για γραμμάτιο συνήθους τύπου. Ούτε και προβάλλει οποιαδήποτε από τις πιο πάνω υπερασπίσεις. Συγκεκριμένα, μέσα από το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως του ο Εναγόμενος δεν αμφισβητεί είτε την υπογραφή του είτε την υπογραφή οποιουδήποτε άλλου που φέρεται να υπογράφει στο γραμμάτιο όπως ούτε αμφισβητεί ότι το εν λόγω γραμμάτιο συνήθους τύπου εκδόθηκε ως αποτέλεσμα εξαναγκασμού ή απάτης ή ότι το έγγραφο αυτό εκδόθηκε κάτω από περιστάσεις που οδηγούν σε εξαναγκασμό ή απάτη. Αντίθετα, ο Εναγόμενος αναγνωρίζει ότι στο παρελθόν υπήρχε χρέος από μέρους του προς τον Ενάγοντα, πλην όμως ισχυρίζεται ότι αυτό εξοφλήθηκε κατόπιν συμψηφισμού από οφειλόμενα ενοίκια που ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι δικαιούται δυνάμει συμφωνίας ενοικίασης ακινήτου. Κατά συνέπεια, διαπιστώνεται ότι ο Εναγόμενος απέτυχε να προβάλλει οποιαδήποτε από τις νομοθετημένες υπερασπίσεις που υπάρχουν για αξίωση επί γραμματίου συνήθους τύπου. Στην υπόθεση Εύρου Χριστοφόρου κ.α v Paneuropean Insurance Co Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. 1644 τονίστηκε ότι ισχύουν μόνο οι υπερασπίσεις που προβλέπονται από την επιφύλαξη του άρθρου 80 του Περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149 μετά των συναφών τροποποιήσεων (βλέπε επίσης Raif v. Dervish
(1971)C.L.R. 158). Στην περίπτωση εκείνη οι υπερασπίσεις που είχαν προβληθεί από τους εφεσείοντες δεν ενέμπιπταν εντός της εμβέλειας της πιο πάνω επιφύλαξης και ως εκ τούτου απορρίφτηκαν. Το ίδιο ισχύει και στην δική μας περίπτωση. Επιπλέον στην ίδια υπόθεση υπογραμμίστηκε ότι το περιεχόμενο του γραμματίου συνήθους τύπου συνιστά αμάχητη απόδειξη των γεγονότων που εκτίθενται σ' αυτό, κάτι που ισχύει και στην προκειμένη περίπτωση ελλείψει προβολής των προαναφερομένων νομοθετημένων υπερασπίσεων (βλέπε άρθρο 80 του Περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149 μετά των συναφών τροποποιήσεων). Είναι η θέση του Εναγομένου ότι έχει εξοφλήσει το ποσό που οφείλει στον Εναγόμενο δυνάμει προφορικής και/ή γραπτής συμφωνίας που συνομολόγησαν οι διάδικοι κατά ή περί το έτος 1997 σύμφωνα με την οποία ισχυρίζεται ότι ενοικίασε στον Ενάγοντα δικό του περιβόλι για το ετήσιο ποσό των €3.417,20 περίπου, ποσό το οποίο, σύμφωνα με τον Εναγόμενο, θα αφαιρείτο από το χρέος του προς τον Ενάγοντα. Η ένορκη δήλωση του όμως δεν αποκαλύπτει τέτοια λεπτομερή γεγονότα ώστε να υποστηρίξει τον ισχυρισμό του αυτό και κατ' επέκταση να αποδείξει ότι διαθέτει υπεράσπιση επί της ουσίας σχετικά με τον προβαλλόμενο αυτό λόγο. Αντίθετα, μέσα από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 'Γ' της ενόρκου δηλώσεως του Εναγομένου, το οποίο φαίνεται ν'αφορά γραπτή συμφωνία ενοικίασης ακινήτου ημερομηνίας 04.04.2003 μεταξύ των διαδίκων, δεν σημειώνεται και/ή δεν προκύπτει θέμα συμψηφισμού ή αφαίρεσης χρέους του Ενάγοντα προς τον Εναγομένου ως αποτέλεσμα της συμφωνίας αυτής από το χρέος του Εναγομένου προς τον Ενάγοντα δυνάμει του γραμματίου. Ούτε και φαίνεται να υπάρχει ή να δημιουργείται καθ' οιονδήποτε τρόπο θέμα διασύνδεσης των 2 χρεών. Ούτε και τα Τεκμήρια 'Α', 'Β', 'Δ' και 'Ε' που επισυνάπτονται στην ένορκο δήλωση του Εναγομένου, προσθέτουν οτιδήποτε καινούργιο ή διαφοροποιούν την πιο πάνω διαπίστωση. Το δικαίωμα χρήσης συμψηφισμού ως είδος υπεράσπισης ή άλλως πως δημιουργείται στη βάση συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων και η πλευρά που το επικαλείται έχει το βάρος ν' αποδείξει ότι όντως εφαρμόζεται στην περίπτωση της. Παράλληλα έχει νομολογιακά τονιστεί ότι δεν είναι δυνατό στο κυπριακό δίκαιο ο συμψηφισμός ποσών που απορρέουν από αμοιβαίες αλλά ανεξάρτητες υποχρεώσεις (βλέπε Heatron Co Ltd v Πολύκαρπου Νικολάου
(1999)1 Α.Α.Δ. 577). Στην προκειμένη περίπτωση ο εν λόγω ισχυρισμός του Εναγομένου όχι μόνο δεν υποστηρίζεται από σχετικές λεπτομέρειες αλλά αντίθετα καταρρίπτεται από το Τεκμήριο 'Γ' της ενόρκου δηλώσεως της ένστασης το οποίο δεν προνοεί θέμα συμψηφισμού ή αφαίρεση ενός χρέους από άλλο ή διασύνδεση χρέους του Ενάγοντα με χρέος του Εναγομένου. Ακόμη και εάν όμως υπήρχε θέμα συμψηφισμού θα επρόκειτο για κατ' ισχυρισμό χρέη που απορρέουν από ανεξάρτητες υποχρεώσεις των διαδίκων σε διαφορετικές περιπτώσεις, κάτι που υπό τις περιστάσεις δεν βρίσκει έρεισμα στο κυπριακό δίκαιο. Εν πάσει περιπτώσει, εάν ο Εναγόμενος πιστεύει ότι ο Ενάγοντας του οφείλει οποιοδήποτε ποσό τότε διατηρεί το δικαίωμα να καταχωρήσει άλλη αγωγή εναντίον του Ενάγοντα και να αξιώνει το ποσό που θεωρεί ότι του οφείλει είτε δυνάμει των κατ' ισχυριζόμενων συμφωνιών είτε δυνάμει άλλης βάσης αγωγής καθώς επίσης και οποιανδήποτε άλλη θεραπεία που τυχόν θεωρεί ορθή, λογική, δίκαιη, βολική και κατάλληλη. Συνεπώς, κανένα δικαίωμα του Εναγομένου επηρεάζεται δυσμενώς όπως και καμία αδικία προκαλείται εις βάρος του. Ως πρώτο λόγο ένστασης, ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι έχει καλόπιστη και βάσιμη υπεράσπιση. Απλή γενική άρνηση ότι ο Εναγόμενος δεν είναι οφειλέτης δεν είναι αρκετή (βλέπε Wallingford v Mutual Society
(1880)5 App. Cas. 704). Στην ένορκο δήλωση του επαναλαμβάνει τον εν λόγω ισχυρισμό του κατά τρόπο γενικό χωρίς να παρέχει οποιεσδήποτε λεπτομέρειες και τέτοια γεγονότα που να υποστηρίζουν την προβαλλόμενη υπεράσπιση επί της ουσίας της. Περαιτέρω, ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι τα λεφτά που του είχε δανείσει ο Ενάγοντας έχουν πληρωθεί αλλά παραλείπει να εξειδικεύσει λεπτομέρειες και γεγονότα που να οδηγούν στο συμπέρασμα που ισχυρίζεται. Ταυτόχρονα ο Εναγόμενος παραλείπει να επισυνάψει οποιαδήποτε απόδειξη πληρωμής χρημάτων ή οποιοδήποτε άλλο έγγραφο ως τεκμήριο στην ένορκο δήλωση του που να σχετίζεται με την ουσία του προβαλλόμενου ισχυρισμού του ως υπεράσπιση. Για περισσότερες εξηγήσεις παραπέμπω στις προηγούμενες παραγράφους που ήδη έχουν αναλύσει λεπτομερώς το ζήτημα αυτό. Σύμφωνα με την υπόθεση Ανδρέας Σωκράτους v Παναγιώτη Ανδρέου και άλλου
(1997)1 Α.Α.Δ. 40 η ύπαρξη εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης διαδραματίζει αποφασιστικό ρόλο για την παραχώρηση άδειας για καταχώρηση έκθεση υπεράσπισης. Στην προκειμένη περίπτωση δεν έχουν παρασχεθεί επαρκή γεγονότα και λεπτομέρειες για να καταδειχθεί ότι υπάρχει καλόπιστη υπεράσπιση επί της ουσίας της από μέρους του Εναγομένου (βλέπε Κυπριανίδης v Ιωάννου
(1966)1 Α.Α.Δ. 269). Ούτε και αποκαλύπτονται τέτοιες λεπτομέρειες και γεγονότα από πλευράς του Εναγομένου που να υποστηρίζουν την εγειρόμενη υπεράσπιση επί της συγκεκριμένης αξίωσης του Ενάγοντα. Ως εκ τούτου, ο λόγος αυτός ένστασης απορρίπτεται. Ο Εναγόμενος με τον δεύτερο λόγο ένστασης του ισχυρίζεται ότι υπάρχουν πολλοί νομικοί και πραγματικοί λόγοι για τους οποίους καθίσταται αμφίβολο το δικαίωμα του Ενάγοντα-Αιτητή σε απόφαση στην αγωγή. Πρόκειται για ένα γενικό, αόριστο και ασαφή ισχυρισμό του Εναγομένου που παρέμεινε μετέωρος. Ο Εναγόμενος παρέλειψε να αναφέρει και να εξειδικεύσει ποιοι είναι αυτοί οι νομικοί και πραγματικοί λόγοι που του επιτρέπουν να προβάλει την υπεράσπιση του. Εάν υπάρχει διαφωνία με τα γεγονότα και το νόμο αναφορικά με τη βάση της αγωγής τότε αυτά πρέπει να τίθονται δια της ενόρκου δηλώσεως του ενώπιον του Δικαστηρίου έτσι ώστε να αποσείσει το βάρος που μετατίθεται στον Εναγόμενο, μετά την σωρευτική εκπλήρωση από τον Ενάγοντα των προϋποθέσεων που θέτει η Διάταξη 18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, για να αποδείξει ότι έχει υπεράσπιση επί της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση τα πιο πάνω δεν έχουν εφαρμοστεί από τον Εναγόμενο. Κατά συνέπεια, ο λόγος αυτός ένστασης επίσης απορρίπτεται. Αναφορικά με τον τρίτο λόγο ένστασης του, ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι υπάρχουν πολλά εγειρόμενα νομικά σημεία, τα οποία πρέπει να εξεταστούν μετά που θα δοθεί η απαιτούμενη μαρτυρία και τα οποία αν αποδειχθούν βάσιμα καθιστούν παράνομη και/ή ανεφάρμοστη νομικά την επίδικη αξίωση του Ενάγοντα-Αιτητή. Και πάλι εδώ ισχύουν τα όσα έχω επισημάνει πιο πάνω. Καμία αναφορά δεν παρέχεται ως προς τα ποια ακριβώς νομικά σημεία είναι αυτά που θα εγερθούν σε περίπτωση που δοθεί δικαίωμα στον Εναγόμενο να καταχωρήσει υπεράσπιση, ιδιαίτερα όταν αυτά, κατά τη γνώμη του Εναγομένου, είναι ικανά να καταστήσουν παράνομη και/ή νομικά ανεφάρμοστη την απαίτηση του Ενάγοντα. Συνεπώς, ο λόγος αυτός ένστασης επίσης απορρίπτεται. Σχετικά με τον τέταρτο λόγο ένστασης του, ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι η παρούσα αίτηση γίνεται κακόπιστα και καταχρηστικά και με μόνο σκοπό να αποστερήσει από τον Εναγόμενο-Καθ' ου η αίτηση να υπερασπίσει την υπόθεση του σε κανονική δίκη. Έχω μελετήσει προσεκτικά όλο το υλικό που τέθηκε ενώπιον μου στα πλαίσια εξέτασης της υπό κρίσης αίτησης, τόσο από μέρους του Ενάγοντα όσο και από πλευράς του Εναγομένου και δεν διαπιστώνω να υφίσταται τέτοιο θέμα. Κρίνω ότι δεν υπάρχει οτιδήποτε που θα μπορούσε να με οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε κακόπιστα και καταχρηστικά και με σκοπό αυτά που ισχυρίζεται ο Εναγόμενος. Συνεπώς, ο λόγος αυτός ένστασης επίσης απορρίπτεται. Όσον αφορά τον πέμπτο λόγο ένστασης, ήτοι ότι δεν πληρούνται οι νόμιμες προϋποθέσεις για την έκδοση συνοπτικής απόφασης όπως έχουν καθοριστεί από τη σχετική νομολογία επί του θέματος, κρίνω ότι κάτι τέτοιο δεν ευσταθεί και κατ' επέκταση απορρίπτεται. Έχω ήδη εξηγήσει με πάσα λεπτομέρεια ότι πληρούνται σωρευτικά οι προϋποθέσεις που θέτονται από τη Διάταξη 18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και για περισσότερες εξηγήσεις παραπέμπω στις πιο πάνω σχετικές παραγράφους. Αναφορικά με τον έκτο λόγο ένστασης του, ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι η αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη. Ο ισχυρισμός όμως αυτός του Εναγομένου παρέμεινε γενικός, ασαφής και αόριστος, χωρίς να συνοδεύεται από σχετικές λεπτομέρειες. Πέραν αυτών που σημειώνονται στην αίτηση και ένορκο δήλωση του Εναγομένου, τα οποία και έχουν εξεταστεί και ληφθεί υπόψη στα πλαίσια της απόφασης αυτής, δεν προσφέρθηκε οτιδήποτε από μέρους του Εναγομένου περιλαμβανομένου και κατά την αγόρευση της ευπαιδεύτου συνηγόρου του που ουσιαστικά να προωθεί τον ισχυρισμό αυτό. Κατά συνέπεια, ο λόγος αυτός ένστασης επίσης απορρίπτεται. Ο δε ισχυρισμός του Εναγομένου ότι η απαίτηση του Ενάγοντα εγέρθηκε καθυστερημένα κάτι που, κατά τον Εναγόμενο, δηλώνει συμπεριφορά εγκατάλειψης οποιασδήποτε απαίτησης από μέρους του Ενάγοντα και ταυτόχρονα δημιουργεί υπεράσπιση λόγω παρόδου μεγάλου χρονικού διαστήματος, δεν με βρίσκει σύμφωνο. Από τη στιγμή που η συγκεκριμένη βάση αγωγής επί της οποίας ο Ενάγοντας αξιώνει την απαίτηση του δεν έχει παραγραφεί δυνάμει εν ισχύ νόμου, ο Ενάγοντας δικαιούται να καταχωρήσει αγωγή και να διεκδικήσει το ποσό που θεωρεί ότι του οφείλει, όπως και έπραξε. Αξίζει επίσης ν' αναφερθεί ότι δεν υπάρχει ισχυρισμός από τον Εναγόμενο περί παραγραφής του επίδικου χρέους. Η απεμπόληση δικαιώματος μπορεί να τεκμηριωθεί από τη συμπεριφορά του δικαιούχου εφόσον όμως αυτή είναι τέτοια που υποδηλώνει αναμφισβήτητα εγκατάλειψη του δικαιώματος (βλέπε Πελεκάνου κ.α. v Πελεκάνου
(2001)1 Α.Α.Δ. 1768). Στην προκειμένη περίπτωση δεν έχω διαπιστώσει οποιαδήποτε συμπεριφορά ή ενέργεια από μέρους του Ενάγοντα που να με οδηγεί στο συμπέρασμα ότι αναμφισβήτητα εγκατέλειψε το δικαίωμα του και τη συγκεκριμένη απαίτηση του. Ούτε και ο Εναγόμενος στην ένορκο δήλωση του περιγράφει οποιαδήποτε συγκεκριμένη πράξη ή παράσταση του Ενάγοντα επί της οποίας ο ίδιος εβασίστηκε και από την οποίαν μπορεί να εξαχθεί με ασφάλεια το συμπέρασμα ότι ο Ενάγοντας απεμπόλησε το δικαίωμα του να αξιώσει το οφειλόμενο από τον Εναγόμενο ποσό. Από μόνη της η καθυστέρηση στην έγερση αγωγής στην οποίαν δεν υπάρχει θέμα παραγραφής αγώγιμου δικαιώματος αλλά ούτε και υφίσταται θέμα εφαρμογής αρχών επιείκιας, όπως συμβαίνει με την προκειμένη περίπτωση, δεν οδηγεί αυτόματα σε εγκατάλειψη τέτοιου δικαιώματος. Η αρχή της ολιγωρίας (laches) μπορεί να εγερθεί ως υπεράσπιση σε αγωγή σε περιπτώσεις όπου ο ενάγοντας ζητά θεραπεία με βάση το δίκαιο της επιείκιας (βλέπε 1. Γιάννης Σαββιτζιήκκης-Καρπασίτης 2. Ευδοκία Σαββιτζιήκκη v Γεώργιου Α. Σιόκουρου
(2002)1 Α.Α.Δ. 472). Στην παρούσα περίπτωση η αξίωση του Ενάγοντα δεν στηρίζεται πάνω σε αρχές επιείκιας αλλά έχει ως βάση αγωγής αξιούμενη οικονομική οφειλή δυνάμει γραμματίου συνήθους τύπου. Κατά συνέπεια, η ολιγωρία ως υπεράσπιση δεν βρίσκει οποιοδήποτε έρεισμα στην υπόθεση αυτή. Ακόμη και ένα όμως η υπεράσπιση αυτή μπορούσε να εφαρμοστεί στην παρούσα περίπτωση, αυτή δεν συνοδεύεται από επαρκή γεγονότα και λεπτομέρειες και ως εκ τούτου ο ισχυρισμός αυτός, μεταξύ άλλων, παρέμεινε γενικός, ασαφής και αόριστος. Όσον αφορά τον ισχυρισμό του Εναγομένου ότι ο Ενάγοντας οδήγησε τον Εναγόμενο σε κατάσταση από την οποίαν αξιώνει τις θεραπείες που περιγράφονται στην έκθεση απαίτησης του, κάτι που σύμφωνα με τον Εναγόμενο, είναι άδικο και ανεπιεικές, επίσης δεν με βρίσκει σύμφωνο. Πέραν του γεγονότος ότι οι αρχές επιείκιας δεν εφαρμόζονται στην παρούσα υπόθεση, καμία συγκεκριμένη λεπτομέρεια έχει παρασχεθεί που θα μπορούσε να υποστηρίξει τον εν λόγω ισχυρισμό. Ούτε και περιγράφονται ποιες είναι αυτές οι αρνητικές συνέπειες και επιζήμιες καταστάσεις στις οποίες έχει οδηγηθεί ο Εναγόμενος ως αποτέλεσμα συμπεριφοράς και πράξεων του Ενάγοντα που καθιστούν, κατά τον ισχυρισμό του Εναγομένου, την παροχή της αιτούμενης θεραπείας άδικη και ανεπιεική γι' αυτόν (βλέπε 1. Ρένα Αριστοτέλους Λτδ 2. A.L. Prochoice Financial Services Ltd 3. Expresstock Financial Services Ltd v 1. Benfleet Enterprises Ltd 2. Ομόρρυθμος Εταιρεία Grant Thornton
(2006)1 Α.Α.Δ. 280). Ως εκ τούτου, στα πλαίσια εξέτασης της παρούσας αίτησης, ο εν λόγω ισχυρισμός του Εναγομένου δεν έχει ουσιαστικά προωθηθεί και υποστηρικτεί με τις δέουσες λεπτομέρειες και γεγονότα και επομένως απορρίπτεται. Για όλους τους πιο πάνω λόγους και έχοντας υπόψη τη νομολογία επί του θέματος αυτού αλλά και κατόπιν αξιολόγησης όλου του υλικού που τέθηκε ενώπιον μου, ήτοι της αίτησης και ενόρκου δηλώσεως του Ενάγοντα με το επισυνημμένο τεκμήριο καθώς και της ένστασης και ενόρκου δηλώσεως του Εναγομένου με τα επισυνημμένα τεκμήρια, ως και μετά από αξιολόγηση της επιχειρηματολογίας των ευπαιδεύτων συνηγόρων των διαδίκων, διαπιστώνω ότι ο Εναγόμενος απέτυχε ν' αποσείσει το βάρος απόδειξης που είχε για να δείξει ενώπιον του Δικαστηρίου ότι υπάρχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση επί της ουσίας της και κατ' επέκταση απέτυχε ν' αποκαλύψει τέτοια λεπτομερή και σχετικά γεγονότα (disclose such facts) ώστε να πρέπει να του δοθεί η δυνατότητα να προβάλει την υπεράσπιση του. Ως εκ τούτου, εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντα κι εναντίον του Εναγομένου για το ποσό των €18.367,46 (αντίστοιχο σε £10.750,00) πλέον τόκο προς 8,5% ετησίως από 11.11.96 μέχρι εξόφλησης πλέον έξοδα περιλαμβανομένου των εξόδων της παρούσας αίτησης και της μέχρι τώρα διαδικασίας, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............................................. Γ. Κ. Βλάμης, Πρ. Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Action Αναφορά: Πολιτική Δικονομία/Αίτηση για Συνοπτική Απόφαση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο