← Κύπρος

Οργανισμού Χρημ. Τραπέζης Κύπρου Λτδ ν. Στέφανη Αττεσλή κ.α., Αρ.Αγωγής: 5979/04, 10 Ιουνίου 2009

Οργανισμού Χρημ. Τραπέζης Κύπρου Λτδ ν. Στέφανη Αττεσλή κ.α., Αρ.Αγωγής: 5979/04, 10 Ιουνίου 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:A159 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Λ. Καλογήρου, Α.Ε.Δ. Αρ.Αγωγής: 5979/04 Μεταξύ: Οργανισμού Χρημ. Τραπέζης Κύπρου Λτδ Εναγόντων Και

  1. Στέφανη Αττεσλή
  2. Λουκή Αττεσλή
  3. Ολυμπία Αττεσλή Εναγομένων -------------------------------------------- Αίτηση ημερ. 26.5.09 για προσαγωγή αντικρουστικής μαρτυρίας --------------------------------------- Ημερομηνία: 10 Ιουνίου 2009 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους ενάγοντες/αιτητές: κα. Θ. Καουτζάνη Για τις εναγόμενες 1 και 3/καθ' ων: κ. Φρ. Χ'Χάννας ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η υπόθεση αφορά αξίωση των εναγόντων για υπόλοιπο προερχόμενο από συμφωνία ενοικιαγοράς, ημερομηνίας 13.12.
  4. Η εναγόμενη 1, ενάγεται με την ιδιότητα του ενοικιαστή και η εναγόμενη 3, του εγγυητή. Εγγυητής στο συμβόλαιο ήταν και ο πρώην εναγόμενος 2 - πατέρας της εναγόμενης 1 και σύζυγος της εναγόμενης 3 - ο οποίος είχε διαδραματίσει το ρόλο του εμπόρου στην επίδικη συναλλαγή. Οι εναγόμενες προβάλλουν εικονικότητα και παρανομία της συναλλαγής. Υποστήριξαν, μέσω της μαρτυρίας του Λουκή Αττεσλή, πρώην εναγόμενου 2, πως είχε ζητηθεί από τον ίδιο δάνειο για επενδύσεις στο χρηματιστήριο, μέσω των εταιρειών του, αλλά οι ενάγοντες του εισηγήθηκαν και απεδέχθη τη σύναψη της επίδικης και άλλων τριών εικονικών συμφωνιών ενοικιαγοράς, για το συνολικό ποσό των ΛΚ. 500,000, που είχε ζητήσει να δανειοδοτηθεί. Με βάση κοινή δήλωση των συνηγόρων των δύο πλευρών, για τις άλλες τρεις συμφωνίες ενοικιαγοράς, που είναι παραδεκτό ότι έγιναν την ίδια ημέρα, καταχωρήθηκαν αγωγές (Τεκμήρια 10 (α), (β) και (γ)) και εκδόθηκαν αποφάσεις, αντίγραφα των οποίων κατατέθηκαν από κοινού ως τεκμήρια. Είναι τα τεκμήρια 10(α)1, 10(β)1 και 10(γ)1, αντίστοιχα. Διάσταση στις θέσεις των διαδίκων, σε σχέση με το ζήτημα αυτό, παρουσιάζει η απόφαση που εκδόθηκε στην αγωγή αρ. 415/04 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, Τεκμήριο 10(γ)
  5. Στο δακτυλογραφημένο κείμενο της απόφασης αναγράφεται πως η απόφαση εκδόθηκε στην απουσία των εναγομένων. Στη συνέχεια όμως γίνεται πρόνοια για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης για περίοδο 6 μηνών. Είναι η θέση των εναγόντων πως οι εναγόμενοι σ' εκείνη την υπόθεση εκπροσωπήθηκαν από δικηγόρο στη δικαστική διαδικασία και εκδόθηκε εκ συμφώνου απόφαση, στη παρουσία και μετά από σχετική δήλωση και συμφωνία του δικηγόρου τους. Οι εναγόμενες υποστήριξαν, μέσω του μοναδικού μάρτυρα υπεράσπισης Λ. Αττεσλή, πως δεν είχαν αναθέσει σε δικηγόρο να τους εκπροσωπήσει σ' εκείνη ή στις άλλες δύο αγωγές. Το αίτημα των εναγόντων να καταθέσουν στο στάδιο αντεξέτασης του ΜΥ1, διορθωμένη απόφαση στην οποία, όπως υποστηρίζουν, αποτυπώνεται το ορθό πρακτικό που τηρήθηκε από το Δικαστήριο, συνάντησε την ένσταση των εναγομένων και απορρίφθηκε από το Δικαστήριο, για τους λόγους που αναφέρονται στην ενδιάμεση απόφαση που δόθηκε. Αφού ακούστηκε επιχειρηματολογία από τις δύο πλευρές, κρίθηκε πως δεν μπορούσαν οι ενάγοντες να καταθέσουν «διορθωμένο» πρακτικό της απόφασης, Τεκμήριο 10(γ)1, στο στάδιο αντεξέτασης του ΜΥ1 και χωρίς να υπάρχει υπόβαθρο γεγονότων για τυχόν διαβήματα και για τις εν γένει συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε η διόρθωση της απόφασης από το Δικαστήριο που είχε εκδώσει την απόφαση. Με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας του ΜΥ1 Λ. Αττεσλή, οι εναγόμενες έκλεισαν την υπόθεση τους και η υπόθεση προγραμματίστηκε για τελικές αγορεύσεις. Οι ενάγοντες επιφυλάχθηκαν να υποβάλουν, στο μεταξύ, γραπτή αίτηση για να τους επιτραπεί να παρουσιάσουν αντικρουστική μαρτυρία ως προς το ζήτημα αυτό, όπως και έπραξαν. Με την εξεταζόμενη αίτηση, οι ενάγοντες ζητούν να τους επιτραπεί να παρουσιάσουν αντικρουστική μαρτυρία για να θέσουν, όπως διατείνονται, το ορθό πλαίσιο γεγονότων που περιβάλλει το πιο πάνω ζήτημα. Να παρουσιάσουν δηλαδή τα πρακτικά και τη διορθωμένη απόφαση που εκδόθηκε στις 18.10.07 στην αναφερθείσα αγωγή αρ. 415/
  6. Καταλήφθηκαν, όπως υποστηρίζουν, εξ΄ απίνης και παραπλανήθηκαν από την άρνηση των εναγομένων ότι η απόφαση εκδόθηκε εκ συμφώνου, επειδή θεωρούσαν δεδομένο ότι είχαν εκπροσωπηθεί, τόσο από το λεκτικό της ίδιας της απόφασης όσο και από το γεγονός ότι για πρώτη φορά υποστηρίχθηκε η αντίθετη εκδοχή από τον ΜΥ1, κατά την ένορκη μαρτυρία του. Τα ορθά γεγονότα, σύμφωνα με την ένορκη δήλωση της Δ. Ευαγγέλου που υποστηρίζει την αίτηση είναι, σε συντομία, τα ακόλουθα: Οι εναγόμενοι στην υπόθεση 415/04 (που ήταν ο Λ. Αττεσλής, η σύζυγος του - εναγόμενη 3 στην παρούσα - και μια εταιρεία του ομίλου «Αττεσλής») είχαν εκπροσωπηθεί από δικηγόρο και εκδόθηκε εκ συμφώνου απόφαση, η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 10(γ)
  7. Στο δακτυλογραφημένο κείμενο της απόφασης, από λάθος δεν αναγράφεται ότι οι εναγόμενοι είχαν νομική εκπροσώπηση. Ο ΜΥ1 υποστήριξε στη μαρτυρία του ενώπιον του Δικαστηρίου πως δεν είχε δώσει οδηγίες σε δικηγόρο να δεχθεί απόφαση. Στην επιμονή του ΜΥ1, οι ενάγοντες αποτάθηκαν με επιστολή στο Πρωτοκολλητή και εξασφάλισαν διορθωμένο κείμενο της απόφασης καθώς και το πρακτικό του Δικαστηρίου που τηρήθηκε την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης (Τεκμήρια Α, Β και Γ). Εφόσον, καταλήγει, η ενόρκως δηλούσα δεν επιτράπηκε η κατάθεση της διορθωμένης απόφασης που εφοδιάστηκαν από τον Πρωτοκολλητή στο στάδιο αντεξέτασης του Μ.Υ.1, όταν είχε διαπιστωθεί το λάθος, είναι ορθό και δίκαιο να επιτραπεί στους ενάγοντες, να προσκομίσουν αντικρουστική μαρτυρία για να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου τα ορθά γεγονότα σε σχέση με το ζήτημα αυτό. Οι εναγόμενες ενίστανται στο αίτημα, υποστηρίζοντας πως δεν είναι κατάλληλη περίπτωση για να επιτραπεί στους ενάγοντες να προσκομίσουν αντικρουστική μαρτυρία. Στη γραπτή ένσταση που καταχώρισαν προβάλλουν τέσσερις λόγους για απόρριψη της αίτησης. Ο πρώτος αφορά ισχυριζόμενη παρατυπία της αίτησης και κατάχρηση της διαδικασίας. Με το δεύτερο και τέταρτο λόγο, εισηγούνται πως δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για επανάνοιγμα της υπόθεσης με βάση τη Δ.33 θ.7(ii)(β) και με τον τρίτο λόγο υποστηρίζουν πως αποδοχή του αιτήματος θα ισοδυναμούσε με ανάκληση παραδεκτού γεγονότος, που θα επέφερε αδικία στις εναγόμενες. Η Δ.33 θ.7(ii)(β) των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, παρέχει στο Δικαστήριο την εξουσία να δεχθεί, κατ' εξαίρεση, αντικρουστική μαρτυρία (rebutting evidence) από διάδικο που έχει κλείσει την υπόθεση του. Όπως έχει νομολογηθεί, η διακριτική αυτή ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ και περιορίζεται στις περιπτώσεις εκείνες όπου ο διάδικος ο οποίος ζητά την προσαγωγή τέτοιας μαρτυρίας έχει παραπλανηθεί ή έχει καταληφθεί εξ απροόπτου. Υποδείχθηκε ακόμη πως η αντικρουστική μαρτυρία πρέπει να περιορίζεται αυστηρά στο να αντικρούει την υπόθεση του εναγόμενου και δεν πρέπει να επεκτείνεται σε επιβεβαίωση της υπόθεσης του ενάγοντα (βλ. Τsiartas and others v. Taliotis

(1989)1 C.L.R. 216, Ματθαίου ν. Νικολάου κ.ά.
(1999)1 Α.Α.Δ. 2080). Στην εξεταζόμενη υπόθεση, οι εναγόμενες επικαλέστηκαν παρανομία της συναλλαγής, διασυνδέοντας την επίδικη ενοικιαγορά με άλλες τρεις συμφωνίες οι οποίες είχαν συνομολογηθεί την ίδια ημέρα. Με βάση τη μαρτυρία του μοναδικού μάρτυρα των εναγομένων Λ. Αττεσλή (Μ.Υ.1), είχε ζητηθεί από τον ίδιο δάνειο ύψους ΛΚ500.000 από την ενάγουσα τράπεζα αλλά του προτάθηκε η συνομολόγηση τεσσάρων εικονικών συμφωνιών ενοικιαγοράς για σκοπούς ταχύτερης και ευχερέστερης χρηματοδότησης. Είχε, όπως υποστήριξε, συναλλαγές εκατομμυρίων με τους ενάγοντες και κινήθηκαν πάρα πολλές αγωγές εναντίον του ιδίου και εταιρειών του ομίλου «Αττεσλής». Είχε συχνές επαφές, πρόσθεσε, με τους ενάγοντες και προέβηκε σε διευθετήσεις των άλλων υποθέσεων, αλλά δεν αποδέχθηκε τις οφειλές που πηγάζουν από την επίδικη και τις άλλες τρεις συμφωνίες ενοικιαγοράς, γιατί θεωρεί παράνομες τις χρηματοδοτήσεις. Γι΄αυτό, κατέληξε, δεν αποδέχθηκε αποφάσεις, ούτε ανέθεσε σε δικηγόρο να δεχθεί απόφαση για λογαριασμό του ιδίου ή των εταιρειών του στις υποθέσεις αυτές. Οι μάρτυρες των εναγόντων είχαν υποστηρίξει την εκδοχή της τράπεζας, αναφέροντας πως επρόκειτο για μια συνηθισμένη νόμιμη και έγκυρη ενοικιαγορά. Σε σχέση με τη θέση του Μ.Υ.1 πως δεν διαπραγματεύθηκε τη διευθέτηση του επίδικου χρέους και των οφειλών που σχετίζονται με τις άλλες τρεις συμφωνίες ενοικιαγοράς, οι Μ.Ε.3, 4, και 5 υποστήριξαν πως υπήρξαν συζητήσεις με τον Μ.Υ.1 και ουδέποτε αμφισβητήθηκαν οι οφειλές αυτές. Αξιοσημείωτο είναι και το γεγονός ότι κατά την αντεξέταση του Μ.Ε.4, του υποβλήθηκε πως οι εναγόμενες και ο Μ.Υ.1 αποδέχθηκαν όλα τα άλλα χρέη τους προς την τράπεζα, εκτός από την επίδικη συναλλαγή. Υπό αυτή την έννοια, έχουν δίκαιο οι ενάγοντες να υποστηρίζουν ότι παραπλανήθηκαν από τη στάση που τήρησαν οι εναγόμενες, αντεξετάζοντας τους μάρτυρες τους. Ανεξάρτητα όμως από το γεγονός αυτό, βρίσκω δικαιολογημένο το αίτημα των εναγόντων. Εκτιμώ πως είναι κατάλληλη περίπτωση για να ασκήσει το Δικαστήριο τη διακριτική του ευχέρεια, παρέχοντας τη δυνατότητα στους ενάγοντες να προσκομίσουν αντικρουστική μαρτυρία ως προς το ζήτημα που έχει εγερθεί. Η μαρτυρία που ζητείται να προσαχθεί είναι σχετική με τα επίδικα θέματα και ειδικότερα με την υπεράσπιση που προώθησαν οι εναγόμενες σε σχέση με την εγκυρότητα της επίδικης συναλλαγής. Οι Ενάγοντες είχαν φροντίσει να προσκομίσουν μαρτυρία ως προς την τύχη των άλλων τριών συμφωνιών, εφόσον είχε τεθεί σχετικός ισχυρισμός για εικονικότητα όλων των συναλλαγών, στην υπεράσπιση των εναγομένων. Κατέθεσαν, μεταξύ άλλων, αντίγραφα των αποφάσεων που είχαν εξασφαλίσει στις άλλες τρεις υποθέσεις. Με την αίτηση τους ζητούν να τους επιτραπεί να διευκρινιστούν τα γεγονότα που αφορούν την έκδοση της απόφασης στην αγωγή 415/04 που έχει κατατεθεί ως Τεκμήριο 10(γ)
(1), γιατί φαίνεται να υπάρχει κάποια ανακολουθία στο κείμενο της απόφασης. Υποστηρίζουν, όπως έχει αναφερθεί νωρίτερα, πως οι εναγόμενοι, σ' εκείνη την αγωγή είχαν εκπροσωπηθεί από δικηγόρο και είχε εκδοθεί εκ συμφώνου απόφαση, ενώ από λάθος, αναφέρεται στο συνταγμένο κείμενο της, ότι η απόφαση εκδόθηκε στην απουσία τους και χωρίς να εκπρωσοπούνται. Υπό τις περιστάσεις αυτές θεωρώ ορθό και δίκαιο όπως επιτραπεί στους ενάγοντες να προσκομίσουν απαντητική μαρτυρία για να διαφανούν τα ορθά γεγονότα που περιβάλλουν το ζήτημα. Για τους πιο πάνω λόγους, θεωρώ δικαιολογημένο το αίτημα. Οι λόγοι που πρόβαλαν οι εναγόμενες για μη αποδοχή του αιτήματος δεν είναι βάσιμοι. Δεν εγείρεται ζήτημα παρατυπίας, ούτε τροποποίησης της αξίωσης των εναγόντων, όπως εισηγήθηκε ο ευπαίδευτος συνήγορος τους. Ανεδαφικός είναι και ο λόγος περί προσπάθειας των εναγόντων να ανακαλέσουν παραδεκτό γεγονός. Δεν υπήρξε παραδεκτό γεγονός ότι η απόφαση λήφθηκε ερήμην των εναγομένων. Κατατέθηκε η απόφαση, στο κείμενο της οποίας παρουσιάζεται, ομολογουμένως, κάποια ανακολουθία. Ενώ, αρχικά, αναγράφεται πως η απόφαση εκδόθηκε στην απουσία των εναγομένων, στη συνέχεια γίνεται πρόνοια για αναστολή της απόφασης, γεγονός που δίνει έρεισμα στη θέση των εναγόντων ότι χρειάζεται να διασαφηνιστεί το γεγονός. Όσον αφορά τη θέση των εναγομένων ότι η αίτηση στοχεύει να πληγεί η αξιοπιστία του μάρτυρα τους, εκτιμώ πως η θέση αυτή δεν ανταποκρίνεται στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Υπό τις περιστάσεις, η αίτηση εγκρίνεται. Τα έξοδα της αίτησης όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή, θα βαρύνουν τις εναγόμενες και θα καταβληθούν στο τέλος. (Υπ.) .............. Λ. Καλογήρου, Α.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΔΔ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.