SNBC ΜΕDICAL BEAUTY CENTER LIMITED ν. ΙΩΑΝΝΑ ΛΑΖΑΡΙΔΟΥ, Αρ. Αγωγής 1067/06, 11.6.2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:A160 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 1067/06 S.N.B.C ΜΕDICAL BEAUTY CENTER LIMITED Εναγόντων και ΙΩΑΝΝΑ ΛΑΖΑΡΙΔΟΥ Εναγόμενης Αίτηση τροποποίησης ημερ. 19.3.2009 Ημερομηνία: 11.6.2009 Για Εναγόμενη - Αιτήτρια: κα Σαρρή Για Ενάγοντες - Καθ' ων η αίτηση: κ. Στυλιανού ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι ενάγοντες αξιώνουν με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, η οποία καταχωρήθηκε στις 2.3.06, το ποσό των Λ.Κ.360 ως οφειλόμενο κυρίως από προσφορά και/ή παροχή στη θυγατέρα της εναγόμενης μαθημάτων μόντελιγκ, πλέον νόμιμους τόκους. Στις 10.4.06 η εναγόμενη καταχώρησε έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτησης. Μετά δε από αίτηση των εναγόντων ημερομηνίας 23.6.06 εκδόθηκε εκ συμφώνου στις 26.10.06 διάταγμα τροποποίησης της έκθεσης απαίτησης. Στις 10.11.06 η εναγόμενη καταχώρησε έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτησης στην τροποποιηθείσα έκθεση απαίτησης και στις 30.11.06 οι ενάγοντες καταχώρησαν απάντηση στην υπεράσπιση και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση της εναγόμενης. Στις 20.3.09 η εναγόμενη (στο εξής η αιτήτρια) καταχώρησε την υπό εξέταση αίτηση δια της οποίας εξαιτείται τροποποίηση της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης της ως ακολούθως: (Α) Δια της προσθήκης της παραγράφου 2 ως ακολούθως:
- «Η Εναγομένη αρνείται τη παράγραφο 1 της Έκθεσης Απαίτησης και ειδικότερα τον ισχυρισμό των Εναγόντων ότι διατηρούν ινστιτούτο και/ή σχολή στη Λεμεσό όπου διεξάγουν μαθήματα μόντελιγκ και/ή των συναφών με το μόντελιγκ μαθημάτων και καλούν τους Ενάγοντες σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών τους. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι το ισχυριζόμενο ινστιτούτο και/ή σχολή είναι παράνομη και/ή μη αναγνωρισμένη και/ή λειτουργεί άνευ εξασφαλίσεως άδειας από την αρμόδια αρχή»
- Την αντικατάσταση του αριθμού «1-3» που αναφέρεται στη παράγραφο 4 της τροποποιημένης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης κάτω από τον τίτλο Ανταπαίτηση της Εναγομένης εναντίον των Εναγόντων με τους αριθμούς «1-4». (Β) Με την αναρίθμηση των παραγράφων της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης της εναγομένης στην τροποποιημένη έκθεση απαίτησης των εναγόντων ως ακολούθως: παράγραφος 2 σε 3 παράγραφος 3 σε 4 παράγραφος 4 σε 5 παράγραφος 5 σε 6 παράγραφος 6 σε 7 (Γ) Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να δίνονται οδηγίες όπως η τροποποιημένη έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτησης καταχωρηθεί εντός 10 ημερών από την ημερομηνία σύνταξης του διατάγματος τροποποίησης. Η αίτηση βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.25 Θ. 1, 2, 3, 4, 5, Δ.48 Θ. 1, 2
(1),
(2)και Δ.64, στη νομολογία, στην πρακτική και στις εξουσίες του Δικαστηρίου. Υποστηρίζεται δε από ένορκη δήλωση του κ. Νίκου Δημητρίου δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο το οποίο εκπροσωπεί την εναγόµενη και είναι εξουσιοδοτηµένος από την εναγόμενη να προβεί στην ένορκη αυτή δήλωση. Στην ένορκη αυτή δήλωση αναφέρονται βασικά μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: Εκ παραδρομής και/ή λάθους και/ή αβλεψίας στην έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτησης η εναγόμενη απορρίπτει κατά τρόπο γενικό τους ισχυρισμούς των εναγόντων που περιέχονται στην έκθεση απαίτησης και ειδικότερα της παραγράφου 1 αυτής. Οι οδηγίες που δόθηκαν από την εναγομένη για καταχώρηση της υπεράσπισης και ανταπαίτησης της ήταν η απόρριψη των ισχυρισμών που περιέχονται στη παράγραφο 1 της έκθεσης απαίτησης κατά τρόπο ειδικό και κατηγορηματικό και ειδικότερα του ισχυρισμού περί διατήρησης ινστιτούτου και/ή σχολής διεξαγωγής μαθημάτων μόντελιγκ καθότι τέτοιο ινστιτούτο ή σχολή δεν υφίσταται και το φερόμενο ως τέτοιο είναι παράνομο, μη αναγνωρισμένο στερούμενο κάθε νομιμότητας και το πρόσωπο ή πρόσωπα που στελεχώνουν το καλούμενο ινστιτούτο ή σχολή στερούνται παντός προσόντος για διεξαγωγή των ισχυριζόμενων μαθημάτων. Η διαπίστωση ότι στην υπεράσπιση και ανταπαίτηση δεν απερρίφθησαν οι ισχυρισμοί των εναγόντων που περιέχονται στην παράγραφο 1 της έκθεσης Απαίτησης κατά τρόπο ειδικό αλλά γενικό και αόριστο διαπιστώθηκε κατά την μελέτη και προετοιμασία της ακρόασης της πιο πάνω αγωγής η οποία ήταν ορισμένη στις 27.3.09. Το αιτούμενο διάταγμα για τροποποίηση θα πρέπει να δοθεί καθότι σε αντίθετη περίπτωση η εναγόμενη θα υποστεί βλάβη στα δικαιώματα της χωρίς να ευθύνεται γι΄ αυτό και το Δικαστήριο δεν θα μπορέσει να έχει ενώπιον του όλα τα πραγματικά γεγονότα για να μπορέσει να απονέμει ορθά δικαιοσύνη. Δια ταύτα και προς το συμφέρον της δίκαιης και πλήρους απονομής της δικαιοσύνης η αιτούμενη τροποποίηση πρέπει να επιτραπεί. Οι ενάγοντες (στο εξής οι καθ' ων η αίτηση) καταχώρησαν στις 22.5.09 ένσταση στην υπό εξέταση αίτηση, η οποία βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.25 Θ.1-5, Δ.48 Θ.1, 2, 3 και 4, Δ.64 Θ.1, 2, στο άρθρο 30
(3)(β) του Συντάγματος και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Οι λόγοι της έντασης είναι οι ακόλουθοι:
- Η αίτηση είναι νομικά και πραγματικά αβάσιμη, αδικαιολόγητη και ελαττωματική και αντικανονική και δεν καθορίζει τη φύση της ζητούμενης θεραπείας ή και τη ζητούμενη θεραπεία.
- Η αίτηση υποβάλλεται πολύ καθυστερημένα και σε πολύ προχωρημένο στάδιο της υπόθεσης.
- Η πολύ μεγάλη καθυστέρηση στην υποβολή της πιο πάνω αίτησης δεν επεξηγείται ούτε δικαιολογείται ή και δεν δικαιολογείται επαρκώς και βάσιμα.
- Η αιτήτρια γνώριζε ή εάν αυτή επιδείκνυε τη δέουσα επιμέλεια και ενδιαφέρον, εύλογα μπορούσε, να γνωρίζει τα ισχυριζόμενα γεγονότα που θέλει να εισάξει στην υπεράσπιση της έγκαιρα ή και πριν τη καταχώρηση της.
- Η ζητούμενη τροποποίηση είναι ουσιαστική και συνεπάγεται επαναπροσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και με αυτή η αιτήτρια προσπαθεί να εισαγάγει νέα υπόθεση ή και εγείρει πλήρως νέους λόγους ή και βάση υπεράσπισης και ανταπαίτησης.
- Η αίτηση δεν είναι λογικά αναγκαία, δεν έχει γίνει καλόπιστα και θα προκαλέσει αδικαιολόγητη καθυστέρηση ή και θα βλάψει ή και επηρεάσει δυσμενώς την υπόθεση ή και θέση ή και συμφέροντα των καθ' ων η αίτηση - εναγόντων ή και αυτοί θα τεθούν σε μειονεκτική θέση.
- Η πιο πάνω βλάβη ή και επηρεασμός των δικαιωμάτων των καθ' ων η αίτηση - εναγόντων δεν μπορεί να καλυφθεί αποτελεσματικά με την επιδίκαση εξόδων.
- Η μη παραχώρηση στην αιτήτρια της ζητούμενης τροποποίησης δεν επηρεάζει ούτε αποστερεί σ΄ αυτήν το δικαίωμα της να ακουστεί ή και υπερασπισθεί ή και να προβάλει τους ισχυρισμούς της, τους οποίους αυτή έκρινε ορθούς και αναγκαίους για την υπόθεση της. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της διευθύντριας των καθ' ων η αίτηση - εναγόντων, η οποία γνωρίζει καλά τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και είναι σχετικά εξουσιοδοτημένη από τους ενάγοντες. Στην ένορκη αυτή δήλωση αναφέρονται μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: Η αίτηση είναι ελαττωματική, παράτυπη και αντικανονική, καθότι αυτή συνοδεύεται και υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση που έγινε από δικηγόρο και από πρόσωπο που δεν είναι κατάλληλο να προβεί σ΄ αυτή ή να αποδείξει κάποιο γεγονός και ο οποίος ουσιαστικά δεν αναφέρεται σε κανένα γεγονός. Η αιτήτρια έλαβε γνώση των γεγονότων και επιδίκων θεμάτων της παρούσας αγωγής από τον Μάρτιο 2006 και από τότε μπορούσε να γνωρίζει και να εγείρει στην υπεράσπιση της όλους τους ισχυρισμούς καθώς και αυτούς που επιζητεί να εισαγάγει με την αμφισβητούμενη αίτηση, πλην όμως αυτή εν γνώσει της, εκούσια και λόγω της ανυπαρξίας των αναφερόμενων ισχυρισμών ή και γεγονότων δεν ήγειρε αυτά στην υπεράσπιση της. Περαιτέρω η αιτήτρια, γνώριζε αρκετά καλά την υπόθεση της κι εάν οι ζητούμενοι όπως προστεθούν ισχυρισμοί ή και γεγονότα υπήρχαν πριν τη καταχώρηση της υπεράσπισης της αυτή μπορούσε εύκολα και με λογική επιμέλεια να λάμβανε γνώση αυτών. Η αιτήτρια δεν επεξηγεί και δεν δικαιολογεί την τόσο μεγάλη καθυστέρηση στην υποβολή της αμφισβητούμενης αίτησης της. Παρά το ότι γνώριζε τα ισχυριζόμενα γεγονότα δεν τα έθεσε στην υπεράσπιση της και προσπαθεί μετά από τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα να τροποποιήσει αυτήν. Ο ισχυρισμός του ενόρκως δηλούντος ότι κατά τη μελέτη και προετοιμασία της ακρόασης της αγωγής διαπιστώθηκε η γενικότητα του ισχυρισμού της εναγομένης, δεν είναι βάσιμος και δικαιολογημένος καθότι η αγωγή ήταν ορισμένη για πρώτη φορά για ακρόαση την 2.11.07 και όχι πρόσφατα. Η αίτηση δεν έγινε καλόπιστα και δεν είναι λογικά αναγκαία και η προσπάθεια για εισαγωγή νέων ισχυρισμών γίνεται κακόπιστα και εκ του πονηρού. Η αίτηση και θεραπεία η οποία ζητείται προκαλούν και θα προκαλέσουν στους ενάγοντες αδικαιολόγητη καθυστέρηση και θα επηρεάσουν δυσμενώς τόσο τα συνταγματικά τους δικαιώματα για εκδίκαση της υπόθεση τους σε εύλογο χρόνο καθώς και θα επηρεάσει δυσμενώς τη θέση και υπόθεση τους και θα θέσει αυτούς σε μειονεκτικότερη θέση, γεγονός το οποίο δεν μπορεί να αποκατασταθεί με την επιδίκαση εξόδων προς όφελος τους. Η αίτηση είναι κακόπιστη, αβάσιμη, αδικαιολόγητη, ελαττωματική και αντικανονική, έγινε αδικαιολόγητα και πολύ καθυστερημένα και πρέπει να απορριφθεί με έξοδα. Κατά την ακρόαση της αίτησης οι συνήγοροι των διαδίκων περιορίσθηκαν σε αγορεύσεις, χωρίς δηλαδή την αντεξέταση οποιουδήποτε από τους ενόρκως δηλούντες. Ουσιαστικά επανέλαβαν τις πιο πάνω θέσεις τους, όπως προβάλλονται από την αίτηση και την ένσταση αντίστοιχα, παραπέμποντας στη σχετική νομολογία. Εξετάζοντας τη νομική πτυχή της υπό εξέταση αίτησης σημειώνονται τα ακόλουθα: Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου σε σχέση με την προσέγγιση θεμάτων τροποποίησης δικογράφων είναι πλούσια. Η τροποποίηση, ως γενική τοποθέτηση, είναι επιτρεπτή και μάλιστα σε οποιοδήποτε στάδιο, όταν και εφόσον οι ανάγκες της υπόθεσης το απαιτούν ώστε να προσδιοριστεί η ουσία της διαφοράς (βλ. Δ.25 Θ.1 και Συμβούλιο Βελτιώσεως Αγλαντζιάς ν. Χαρικλείδη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1608). Η τροποποίηση επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η οποία ασκείται με γνώμονα το σύνολο των περιστατικών και όχι μόνο το ανεπανόρθωτο των συνεπειών της τροποποίησης (βλ. Ταξί Κυριάκος ν. Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560). Κυρίαρχο στοιχείο στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου είναι η παροχή δυνατότητας σε κάθε διάδικο να θέσει ενώπιον του το σύνολο των πραγματικών διαφορών των διαδίκων (βλ. Geto v. Vaslyayer
(1993)1 Α.Α.Δ. 714). Άρνηση στην άσκηση της δυνατότητας τροποποίησης μπορεί να προβληθεί όταν προκαλείται βλάβη στην αντίδικη πλευρά ή όπου η κακή πίστη είναι εμφανής (βλ. Περικτιόνη v. Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704 και Λάμπρου ν. Λάμπρου
(2002)1 Α.Α.Δ. 1092). Δεν μπορούν να προδιαγράφουν άκαμπτοι κανόνες γενικής εφαρμογής, σε σχέση με την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Αναγνωρίζονται σχετικοί παράγοντες με ποικίλουσα βαρύτητα ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης όπως πχ. η καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης σαν λογική απόρροια των διατάξεων του ΄Αρθρου 30
(2)του Συντάγματος, ο χρόνος υποβολής της και ο σκοπός για τον οποίο υποβλήθηκε (βλ. Βασιλειάδης v. Πετρολίνα
(1994)1 Α.Α.Δ. 16 και Στυλιανού ν. Λαϊκή
(2002)1 Α.Α.Δ. 746). Στην υπόθεση Φοινιώτης v. Greenmar Navigation Ltd. κ.α
(1989)1Ε Α.Α.Δ. 33 συνοψίσθηκαν οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας σε αιτήσεις τροποποίησης ως ακολούθως:
- Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
- Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στη συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διάδικου.
- Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. ΄Οσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
- Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Θα προχωρήσω στη συνέχεια να εξετάσω την παρούσα αίτηση. Είναι η θέση των καθ' ων η αίτηση ότι η αίτηση είναι παράτυπη, αντικανονική και ελαττωματική και δεν πρέπει να ληφθεί υπόψη καθότι δεν συνοδεύεται από νομότυπη και καλή ένορκη δήλωση εφόσον έγινε από δικηγόρο, δεν περιέχει τα αναγκαία στοιχεία και δεν γίνεται αναφορά σε γεγονότα αλλά σε συμπεράσματα του ενόρκως δηλούντα. Όσον αφορά το ότι η ένορκη δήλωση έγινε από δικηγόρο είναι γνωστή η θέση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ότι είναι ανεπιθύμητο οι δικηγόροι να προβαίνουν σε ένορκες δηλώσεις προς υποστήριξη θέσεων πελατών τους. Η θέση όμως αυτή του Ανωτάτου Δικαστηρίου αναφέρεται ειδικότερα στις περιπτώσεις που ο δικηγόρος ο οποίος χειρίζεται προσωπικά την υπόθεση του πελάτη του καθίσταται και μάρτυρας στα πλαίσια της υπόθεσης αυτής (βλ. Ahapittas v. Roc-Chik Ltd
(1968)1 C.L.R. 1 και Re Efthymiou
(1987)1 C.L.R. 329). Στην Χριστοδούλου ν. Αγαθοκλέους
(1996)1 Α.Α.Δ. 1203 με αναφορά και στη Περέλλα Τζεννάρο (Αρ.1)
(1995)1 Α.Α.Δ. 356 λέχθηκε ότι «δεν υπάρχει τίποτε που να αποκλείει πρόσωπο που γνωρίζει γεγονότα σχετικά προς επίδικο ζήτημα να καταθέτει ως μάρτυρας επειδή είναι δικηγόρος. Το ασυμβίβαστο όπου υπάρχει, αφορά στην ταυτόχρονη ανάληψη της ιδιότητας του δικηγόρου στην ίδια υπόθεση». Στην παρούσα περίπτωση φαίνεται ότι ο κ. Νεοφύτου προβαίνει στην ένορκη δήλωση για να αναφέρει γεγονότα προς υποστήριξη της αίτησης και δεν μπορεί υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης να λεχθεί ότι αυτό συνιστά ταυτόχρονη ανάληψη της ιδιότητας δικηγόρου και μάρτυρα στην ίδια υπόθεση. Ως εκ των άνω κρίνω ότι το γεγονός ότι η ένορκη δήλωση γίνεται από δικηγόρο δεν την καθιστά μη νομότυπη ως είναι η θέση των καθ' ων η αίτηση. Ο δε ισχυρισμός των καθ' ων η αίτηση ότι η ένορκη δήλωση δεν περιέχει τα αναγκαία στοιχεία και δεν γίνεται αναφορά σε γεγονότα αλλά σε συμπεράσματα του ενόρκως δηλούντα δεν με βρίσκει σύμφωνο. Είναι εμφανές από την ένορκη δήλωση ότι δίδονται στοιχεία προς υποστήριξη τόσο της αναγκαιότητας της αιτούμενης τροποποίησης όσο και του λόγου που η αίτηση γίνεται στο παρόν στάδιο με αναφορά σε γεγονότα και όχι σε συμπεράσματα του ενόρκως δηλούντα. Ο δε ενόρκως δηλών αναφέρει ποια είναι η πηγή της γνώσης του ως προς τα γεγονότα καθώς και ότι είναι πλήρως εξουσιοδοτημένος από την αιτήτρια να προβεί στην ένορκη δήλωση. Ως εκ των άνω κρίνω ότι η υπό αναφορά ένορκη δήλωση συμμορφώνεται με τις πρόνοιες της Δ.39 Θ.1 και 2. Άλλη θέση των καθ' ων η αίτηση είναι ότι με την αίτηση της η αιτήτρια ζητά την προσθήκη νέας παραγράφου με την οποία προσπαθεί να εισάγει νέους λόγους και/ή βάση υπεράσπιση με νέους ισχυρισμούς και ειδικότερα ότι το ινστιτούτο και/ή σχολή των εναγόντων είναι παράνομη και μη αναγνωρίσιμη κα/ή λειτουργεί χωρίς εξασφάλιση άδειας από την αρμόδια αρχή. Σε σχέση με το θέμα αυτό πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Είναι εμφανές τόσο στην αρχική έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτησης (ημερ. 10.4.06) όσο και στην υπεράσπιση στην τροποποιηθείσα έκθεση απαίτησης των εναγόντων (ημερ. 10.11.06) ότι πράγματι δεν γίνεται ειδική άρνηση αλλά ούτε και οποιαδήποτε άλλη ειδική αναφορά σε σχέση με τους ισχυρισμούς που θέτουν οι ενάγοντες στην παράγραφο 1 της έκθεσης απαίτησης τους όσον αφορά την νομική τους οντότητα αλλά και τις εργασίες και τη μορφή υπό την οποία τις διεξάγουν και οι οποίες αποτελούν τη βάση της αξίωσης τους εναντίον της εναγόμενης στην παρούσα αγωγή. Προβάλλεται δε για την παράλειψη αυτή λάθος ή αβλεψία των δικηγόρων της εναγόμενης παρά τις οδηγίες αυτής για απόρριψη των ισχυρισμών που περιέχονται στη παράγραφο 1 της έκθεσης απαίτησης κατά τρόπο ειδικό και κατηγορηματικό και ειδικότερα του ισχυρισμού περί διατήρησης ινστιτούτου και/ή σχολής διεξαγωγής μαθημάτων μόντελιγκ. Περαιτέρω τίθεται ο ισχυρισμός ότι το ισχυριζόμενο από τους ενάγοντες ινστιτούτο και/ή σχολή είναι παράνομη και/ή μη αναγνωρισμένη και/ή λειτουργεί χωρίς εξασφάλιση άδειας από την αρμόδια αρχή. Τα όσα λοιπόν επιχειρεί να θέσει στην υπεράσπισης της με την αιτούμενη τροποποίηση η αιτήτρια αφορούν την ίδια θέση της σε σχέση με την ύπαρξη και λειτουργία του ισχυριζόμενου από τους ενάγοντες ινστιτούτου και/ή σχολής. Από τα πιο πάνω λοιπόν κρίνω ότι με την αιτούμενη τροποποίηση δεν επιχειρείται η εισαγωγή νέων λόγων ή βάσης υπεράσπισης αλλά στην ουσία πρόκειται για απάντηση σε ισχυρισμό που έθεσαν οι ενάγοντες στην έκθεση απαίτησης τους ο οποίος εκ λάθους δεν τέθηκε μέχρι τώρα στην έκθεση υπεράσπισης της εναγόμενης. Όσον αφορά το θέμα της κακοπιστίας είναι γνωστό ότι ο διάδικος που ισχυρίζεται κάτι τέτοιο έχει και το βάρος απόδειξης του. Αναφορικά προς το ειδικό αυτό στοιχείο, όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Annual Practice 1958, σελ. 624, παρά το ότι γενικά τροποποιήσεις εγκρίνονται µε σχετική ευκολία, εγείρεται δυσχέρεια εκεί όπου υπάρχει βάσιμη πεποίθηση ότι η αίτηση δεν διαπνέεται από καλή πίστη. Στην παρούσα κρίνω ότι από τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου και με βάση τα όσα έχουν λεχθεί ανωτέρω δεν έχει καταδειχθεί βάσιμη πεποίθηση για κακοπιστία της αιτήτριας. Είναι επίσης η θέση των καθ' ων η αίτηση ότι η αίτηση υποβάλλεται πολύ καθυστερημένα αφού έχουν περάσει τρία χρόνια από την καταχώρηση της υπεράσπισης και δεν δίδεται οποιαδήποτε δικαιολογία για την καθυστέρηση. Αναφέρουν δε σχετικά ότι τα γεγονότα τα οποία επιδιώκει να εισάγει με την τροποποίηση η εναγόμενη τα ήξερε κατά το χρόνο καταχώρησης της υπεράσπισης ενώ και αν ακόμη δεν τα ήξερε εύλογα μπορούσε να τα γνωρίζει και να τα θέσει στην υπεράσπιση της αν επιδείκνυε τη δέουσα επιμέλεια και ενδιαφέρον. Σύμφωνα με τη νομολογία ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός αλλά δεν είναι εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας (βλ. Astor Manufacturing & Exporting Co. κ.ά. v. A. & G. Leventis κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726). Το όλο ζήτημα παραμένει στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Στην Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλας
(1999)1 Α.Α.Δ. 44 αναφέρθηκε ότι η σημασία του θέματος της δικαιολόγησης της καθυστέρησης ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και σχετίζεται με τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Στην Associated Leisure Ltd. and other v. Associated Newspapers Ltd.
(1970)2 All E.R. 754 λέχθηκε ότι η αρχή σε τέτοιου είδους αιτήσεις είναι ότι η τροποποίηση πρέπει να επιτρέπεται, έστω και αν η αίτηση υποβάλλεται καθυστερημένα, εάν τέτοια τροποποίηση είναι αναγκαία για την απονομή της δικαιοσύνης μεταξύ των διαδίκων, νοουμένου ότι οποιαδήποτε δυσχέρεια που προκαλείται στον αντίδικο, μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα. Στην Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934 αναφέρθηκε ότι η σύγχρονη τάση, όπως συνάγεται από τη σχετική νομολογία, είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις έστω και αν η αναγκαιότητα τροποποίησης είναι αποτέλεσµα αµέλειας ή καθυστέρησης νοουµένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζηµιωθεί µε χρήµα. Ο λόγος που δίδεται από την αιτήτρια στην παρούσα ως προς την αιτιολόγηση της καθυστέρησης είναι στην ουσία ότι εκ παραδρομής, λάθους ή αβλεψίας οι δικηγόροι της παρά τις σαφείς οδηγίες αυτής για απόρριψη των ισχυρισμών που περιέχονται στη παράγραφο 1 της έκθεσης απαίτησης κατά τρόπο ειδικό και κατηγορηματικό και ειδικότερα του ισχυρισμού περί διατήρησης ινστιτούτου και/ή σχολής διεξαγωγής μαθημάτων μόντελιγκ δεν το έπραξαν αυτό. Αυτό δε διαπιστώθηκε κατά την μελέτη και προετοιμασία της ακρόασης της πιο πάνω αγωγής η οποία ήταν ορισμένη στις 27.3.09. Στο σημείο αυτό πρέπει να λεχθεί ότι η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση για τέταρτη φορά. Αυτό όμως δεν μεταβάλλει τη δικαιολογία που δίδεται ως προς την καθυστέρηση, η οποία οφειλόταν στην ουσία σε παραδρομή στην ολοκληρωμένη και πλήρη δικογράφηση των θέσεων της εναγόμενης από τους δικηγόρους της. Στην υπόθεση SABA & Co. (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426 λέχθηκε ότι καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης δεν θα πρέπει να απορριφθεί επειδή, ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή. Στην παρούσα ως έχει αναφερθεί ανωτέρω δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου καμία ένδειξη ότι η υπό εξέταση αίτηση υποβλήθηκε κακόπιστα και τέτοια κακοπιστία δεν μπορεί να αποδειχθεί απλά και μόνο λόγω της ύπαρξης καθυστέρησης. Έχει αντίθετα καταδειχθεί ότι η τροποποίηση γίνεται με σκοπό να τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και να καταστεί δυνατή η παρουσίαση του συνόλου των πραγματικών ισχυρισμών της εναγόμενης στην υπόθεση. Συνεπώς λαμβάνοντας υπόψη ότι δεν τίθεται θέμα κακοπιστίας και ότι η τροποποίηση γίνεται προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης, η καθυστέρηση που πράγματι υπήρξε στην υποβολή της αίτησης έστω και αν οφείλεται σε παραδρομή, δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί από μόνη της ως αποφασιστικής σημασίας. Είναι επίσης η θέση των καθ' ων η αίτηση ότι αν επιτραπεί η τροποποίηση θα προκληθεί αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης και θα επηρεάσει δυσμενώς την υπόθεση και τα συμφέροντα των εναγόντων και θα τους θέσει σε μειονεκτική θέση, γεγονός το οποίο δεν μπορεί να καλυφθεί αποτελεσματικά με την επιδίκαση εξόδων. Με το θέμα αυτό συνδέεται και η θέση των καθ' ων η αίτηση ότι αν επιτραπεί η τροποποίηση η υπόθεση αλλάζει πορεία και δημιουργούνται νέα επίδικα θέματα γεγονός που θα δημιουργήσει νέα καθυστέρηση. Σε σχέση με το κατά πόσο εγείρεται νέα βάση υπεράσπισης καθώς και για την αναγκαιότητα της αιτούμενης τροποποίησης έχει ήδη γίνει αναφορά ανωτέρω. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψην το περιεχόμενο της αιτούμενης τροποποίησης κρίνω ότι πέραν της λογικής καθυστέρησης, που εκ της φύσης της τροποποίησης θα προκληθεί με τους ισχυρισμούς που ζητείται να τεθούν, δεν προκαλείται πολυπλοκότητα στη διαδικασία αλλά ούτε και η μεγάλη καθυστέρηση που υποστηρίζουν οι καθ' ων η αίτηση. Όσον δε αφορά τη θέση των καθ' ων η αίτηση ότι η αιτούμενη τροποποίηση θα επηρεάσει δυσμενώς την υπόθεση και τα συμφέροντα των εναγόντων και θα τους θέσει σε μειονεκτική θέση πράγμα το οποίο δεν μπορεί να καλυφθεί αποτελεσματικά με την επιδίκαση εξόδων, πρέπει να λεχθεί ότι τέτοιος επηρεασμός δεν μπορεί να συναχθεί από τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου. Ως φαίνεται με την αιτούμενη τροποποίηση θα τεθούν ολοκληρωμένοι και πλήρεις, με περισσότερες λεπτομέρειες, οι ισχυρισμοί της εναγόμενης στην υπόθεση, γεγονός που θα παρέχει την ευκαιρία στους ενάγοντες γνωρίζοντας πλήρως τις θέσεις της εναγόμενης να απαντήσουν και να προβάλουν ανάλογα με καλύτερο τρόπο την υπόθεση τους λαμβάνοντας υπόψην και το ότι δεν έχει αρχίσει ακόμη η ακροαματική διαδικασία της ουσίας της υπόθεσης. Λαμβάνοντας συνεπώς υπόψη το γεγονός ότι δεν έχουν τεθεί τέτοια στοιχεία που να ικανοποιούν το Δικαστήριο ότι η εναγόμενη καταχώρησε την επίδικη αίτηση µε κακή πίστη, ούτε ότι με την αιτούμενη τροποποίηση θα προκληθεί δυσμενής επηρεασμός στους καθ' ων η αίτηση εκτός από το θέμα των εξόδων για το οποίο μπορούν να αποζημιωθούν καθώς και το γεγονός ότι η ακροαµατική διαδικασία δεν έχει αρχίσει και το ότι η αιτούμενη τροποποίηση είναι αναγκαία ούτως ώστε να τεθούν και να εκδικαστούν στα πλαίσια της αγωγής όλα τα θέµατα μεταξύ των διαδίκων, κάτι το οποίο είναι προς όφελος της αποτελεσματικής απονομής της δικαιοσύνης στην αγωγή, κρίνω ότι η διακριτική μου ευχέρεια μπορεί και πρέπει να ασκηθεί υπέρ της έγκρισης του αιτήματος για τροποποίηση. Ως αποτέλεσμα εκδίδεται διάταγμα τροποποίησης της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης της εναγόμενης στην τροποποιηθείσα έκθεση απαίτησης των εναγόντων, ως οι παράγραφοι (Α) και (Β) της αίτησης. Τροποποιημένη έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτησης να καταχωρηθεί εντός 10 ημερών από τη σύνταξη του διατάγματος και αντίγραφο αυτής να παραδοθεί την ίδια μέρα στο δικηγόρο των καθ' ων η αίτηση - εναγόντων. Στη συνέχεια απάντηση στην τροποποιημένη έκθεση υπεράσπισης και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση να καταχωρηθεί εντός 10 ημερών από την καταχώρηση και παράδοση στο δικηγόρο των καθ' ων η αίτηση της τροποποιημένης έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης. Τα έξοδα της αίτησης και όλα τα έξοδα που θα απολεσθούν συνεπεία της τροποποίησης να είναι σε βάρος της εναγόμενης - αιτήτριας και υπέρ των εναγόντων - καθ' ων η αίτηση, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή, θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα καταβληθούν στο τέλος της δίκης. (Υπ.) ............. Φ. Τιμοθέου, Ε. Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Civil/Other Action/Interim Judgment Αναφορά: Αίτηση τροποποίησης. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο