← Κύπρος

Γιώτας Παύλου ν. Ρένου Μιχαήλ κ.α., Αρ. Αγωγής : 2069/06, 11 Ιουνίου 2009

Γιώτας Παύλου ν. Ρένου Μιχαήλ κ.α., Αρ. Αγωγής : 2069/06, 11 Ιουνίου 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:A161 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Καπετάνιου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής : 2069/06 Μεταξύ: Γιώτας Παύλου Ενάγουσας και

  1. Ρένου Μιχαήλ
  2. Σόνιας Γεωργίου
  3. Μαρίνου Γεωργίου Εναγομένων ------------------ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 11 Ιουνίου 2009 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγοντες: κ. Καραμανίδης για κα Περικλέους. Για Εναγόμενη 2 : κ.Νικολάου με κα Λαμάρη. ΑΠΟΦΑΣΗ Η ενάγουσα με το ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα το οποίο καταχωρήθηκε στις 9.5.2006 απαιτεί από τον εναγόμενο 1 το ποσό των ΛΚ 18.150 το οποίο η ίδια κατέβαλε στην Alpha Bank Ltd ως εγγυήτρια του με βάση γραπτή συμφωνία εγγύησης και βάση απόφασης του Δικαστηρίου ημερομηνίας 11.6.2002, και από τους εναγομένους 2 και 3 το ποσό των ΛΚ 6.050, από τον κάθε ένα ξεχωριστά, το οποίο αντιπροσωπεύει την αναλογία τους σε ίσα μέρη στη συνεισφορά τους ως συνεγγυητές λόγω του ότι η ενάγουσα κατέβαλε ολόκληρο το ποσό της οφειλής του εναγομένου 1 προς τους πιστωτές του με βάση γραπτή σύμβαση εγγύησης και με βάση απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 11.6.
  4. Για τον εναγόμενο 1 στις 18.10.2007 εκδόθηκε απόφαση για το ποσό των ΛΚ18.150 πλέον 8% τόκο ετησίως από 9.5.2006 μέχρι πλήρους εξόφλησης. Για τον εναγόμενο 3 δεν κατέστη δυνατή η επίδοση του κλητήριου εντάλματος και αυτό έπαυσε να βρίσκεται σε ισχύ. Στις 5.5.2009 οι δικηγόροι των διαδίκων συμφώνησαν και κατέθεσαν τα πιο κάτω παραδεκτά γεγονότα: Στις 17.4.2000 η ενάγουσα με έγγραφη συμφωνία εγγύησης εγγυήθηκε τον εναγόμενο 1 στην παρούσα, μαζί με την εναγομένη 2 ως συνεγγυήτρια για την παραχώρηση δανείου προς τον εναγόμενο
  5. Στις 11.6.2002 το Επαρχιακό Δικαστηρίου Λεμεσού εξέδωσε απόφαση στην αγωγή με αριθμό 3258/02 εναντίον της ενάγουσας για το ποσό των ΛΚ 11.420 πλέον τόκους και έξοδα. Στις 7.11.2002 το Επαρχιακό Δικαστηρίου Λεμεσού εξέδωσε απόφαση στην αγωγή με αριθμό 3258/02 εναντίον της εναγομένης 2 στην παρούσα για το ποσό των ΛΚ 11.420 πλέον τόκους και έξοδα. Στις 21.11.2002 το Επαρχιακό Δικαστηρίου Λεμεσού εξέδωσε απόφαση στην αγωγή με αριθμό 3258/02 εναντίον του εναγομένου 1 στην παρούσα για το ποσό των ΛΚ 11.420 πλέον τόκους και έξοδα. Στις 23.3.2006 η ενάγουσα πλήρωσε ολόκληρο το ποσό της απόφασης περιλαμβανομένων των τόκων και των εξόδων στην αγωγή 3258/02, δηλαδή κατέβαλε στην Alpha Bank Ltd το συνολικό ποσό των ΛΚ 18.150, η οποία της εξέδωσε εξοφλητική απόδειξη. Η ενάγουσα απαίτησε από τον εναγόμενο 1 στην παρούσα ως πρωτοφειλέτη και τους εναγομένους 2 και 3 ως συνεγγυητές τη συνεισφορά τους στην πληρωμή του πιο πάνω ποσού. Ακολούθως οι δικηγόροι των διαδίκων κατέθεσαν από κοινού και για την αλήθεια του περιεχομένου τους τα πιο κάτω έγγραφα: Έγγραφη συμφωνία δανείου ημερομηνίας 17.4.2000, Τεκμήριο
  6. Έγγραφη συμφωνία εγγύησης μεταξύ της ενάγουσας, του εναγομένου 1 και της εναγομένης 2 με την Alpha Bank Ltd, ως Τεκμήριο
  7. Απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού ημερομηνίας 11.6.2002 στην Αγωγή αρ. 3258/02 εναντίον της ενάγουσας, ως Τεκμήριο
  8. Απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού ημερομηνίας 7.11.2002 στην Αγωγή αρ. 3258/02 εναντίον της εναγομένης 2, ως Τεκμήριο
  9. Απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού ημερομηνίας 20.11.2002 στην Αγωγή αρ. 3258/02 εναντίον του εναγομένου 1, ως Τεκμήριο
  10. Έντυπο κατάθεσης του ποσού των ΛΚ 18.150 από την ενάγουσα στην Alpha Bank Ltd , ως Τεκμήριο
  11. Επιστολή της Alpha Bank Ltd προς τους δικηγόρους της ενάγουσας ημερομηνίας 9.10.2007, ως Τεκμήριο
  12. Ακολούθως μετά την κατάθεση των πιο πάνω παραδεκτών γεγονότων και εγγράφων οι δικηγόροι των δύο πλευρών επέλεξαν να μην προσκομίσουν οποιαδήποτε προφορική μαρτυρία και περιορίστηκαν σε αγορεύσεις. Αγορεύσεις Η κα Περικλέους στην αγόρευση της με αναφορά στο άρθρο 104 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.149 όπως επίσης και στα συγγράμματα Pollock & Mulla, Indian Contract του 1972(σελ. 647), Chitty on Contracts, 23η έκδοση( σελ.801), υποστηρίζει ότι η ενάγουσα δικαιούται το ποσό που απαιτεί από την εναγομένη 2 το οποίο ανέρχεται σε €10.337,04, το οποίο αντιπροσωπεύει την αναλογία της σε ίσο μερίδιο στη συνεισφορά της ως συνεγγυήτρια προς την ενάγουσα η οποία και κατέβαλε ολόκληρο το ποσό της οφειλής προς τον πιστωτή στα πλαίσια της Αγωγής με αριθμό 3258/
  13. Η ενάγουσα ως εγγυήτρια έχει καταβάλει το ποσό των ΛΚ 18.150 προς εξόφληση του δανείου του εναγομένου 1 πρωτοφειλέτη, το οποίο ποσό είναι μεγαλύτερο από την αναλογία της ίδιας ως εγγυήτριας, και με τον τρόπο αυτό υποκαταστάθηκε στα δικαιώματα του πιστωτή και για αυτό απαιτεί από την εναγομένη 2 τη συνεισφορά της ως συνεγγυήτρια. Είναι περαιτέρω η θέση της κα Περικλέους ότι το δικαίωμα της ενάγουσας δεν στηρίζεται σε σύμβαση, αλλά είναι δικαίωμα που προκύπτει από την αντίληψη ότι ο εγγυητής παρέχοντας μια εγγύηση και αναλαμβάνοντας ένα κίνδυνο πρέπει το βάρος που αναλαμβάνει να ισοσκελίζεται με το όφελος που θα έχει, με την έννοια να μην υποστεί ζημιά σαν αποτέλεσμα του βάρους που αναλαμβάνει. Η ενάγουσα είναι η θέση της κας Περικλεούς αναγκάστηκε να πληρώσει ολόκληρο το ποσό της απόφασης προς τον πιστωτή λόγω του ότι ο τελευταίος είχε κινηθεί με μέτρα εκτέλεσης εναντίον της και η εκδοθείσα απόφαση ήταν εναντίον της ίδιας, του πρωτοφειλέτη και των λοιπών εγγυητών αλληλέγγυα και ή κεχωρισμένα. Έτσι, υποστηρίζει η κα Περικλέους, τίθονται σε εφαρμογή και οι πρόνοιες του άρθρου 98 του Κεφ.
  14. Από την άλλη με τη γραπτή αγόρευση της η κα Λαμάρη με αναφορά στα παραδεκτά γεγονότα και έγγραφα και στη βάση του ότι το όλο θέμα διέπεται από τον περί Συμβάσεων Νόμο, Κεφ.149, αναφέρει ότι η ενάγουσα με την πληρωμή προς τον πιστωτή του ποσού των ΛΚ 18.150 αποκαταστάθηκε στα δικαιώματα του πιστωτή εναντίον του πρωτοφειλέτη μόνο και όχι των συνεγγυητών. Στο άρθρο 98 του Κεφ.149 είναι η θέση της κας Λαμάρη ότι γίνεται αναφορά στην περίπτωση όπου εγγυητής εκπληρώσει τις υποχρεώσεις για τις οποίες ευθύνεται ο πρωτοφειλέτης και τότε αυτός υποκαθίσταται σε όλα τα δικαιώματα του πιστωτή εναντίον του πρωτοφειλέτη. Σύμφωνα με το άρθρο 104 του Κεφ.149 οι συνεγγυητές εάν δεν υπάρχει όρος για το αντίθετο, ευθύνονται μεταξύ τους εξίσου για την καταβολή ολόκληρου του οφειλόμενου χρέους ή του μέρους αυτού που δεν καταβλήθηκε ακόμη από τον πιστωτή. Στο άρθρο 103 του πιο πάνω Νόμου γίνεται αναφορά ότι σε κάθε σύμβαση εγγύησης περιέχεται σιωπηρή υπόσχεση του πρωτοφειλέτη για κάλυψη του εγγυητή, και ο εγγυητής δικαιούται να αναζητήσει από τον πρωτοφειλέτη κάθε ποσό καλώς καταβληθέν από αυτόν δυνάμει της εγγύησης και όχι να αναζητήσει ποσό κακώς καταβληθέν. Στην παρούσα υπόθεση, είναι η θέση της κα Λαμάρη, ότι δεν παρουσιάστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία που να διευκρινίζει ή να επιτρέπει στο Δικαστήριο να προβεί σε εύρημα για το εάν το ποσό το οποίο η ενάγουσα κατέβαλε έχει καταβληθεί καλώς. Είναι η εισήγηση της πλευρά της εναγομένης 2 ότι δεν παρέχεται από το Νόμο το δικαίωμα στον εγγυητή να στραφεί εναντίον συνεγγυητή αλλά μόνο εναντίον του πρωτοφειλέτη. Αλλά και σε περιπτώσεις όπου αυτό επιτράπηκε έγινε κάτω από ειδικές περιστάσεις και προϋποθέσεις οι οποίες δεν παρουσιάζονται στην παρούσα περίπτωση. Στην παρούσα υπόθεση δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε ειδοποίηση της ενάγουσας προς τον πιστωτή ενημερώνοντας τον για το ότι προτίθετο να εξοφλήσει το οφειλόμενο ποσό του πρωτοφειλέτη και στην συνέχεια ότι θα στρέφετο εναντίον του πρωτοφειλέτη αξιώνοντας την είσπραξη του, γεγονός που όφειλε να κάνει δυνάμει του όρου 4 της σύμβασης εγγύησης που υπέγραψε με τον πιστωτή. Είναι η θέση της κα Λαμάρη ότι, η πράξη αυτή της ενάγουσας απάλλαξε την εναγομένη 2 και τους άλλους εγγυητές από την εγγύηση που υπέγραψαν εφόσον η ενάγουσα ως εγγυητής παρέλειψε να ειδοποιήσει γραπτώς την τράπεζα για την πρόθεση της να στραφεί εναντίον του πρωτοφειλέτη με αποτέλεσμα οι υπόλοιποι εγγυητές να μην λάβουν γνώση για την πρόθεση της ενάγουσας, η οποία προέβηκε οικιοθελώς στην εξόφληση του χρέους του πρωτοφειλέτη. Επιπλέον είναι η θέση της κας Λαμάρη ότι ο πιστωτής αποδεχόμενος την πληρωμή του ποσού από την ενάγουσα για λογαριασμό του πρωτοφειλέτη προέβηκε σε πράξη ασυμβίβαστη με τα δικαιώματα του εγγυητή με αποτέλεσμα να απαλλάσσει τους υπόλοιπους εγγυητές. Εάν η ενάγουσα είχε αποστείλει γραπτή ειδοποίηση στην τράπεζα ως όφειλε για το γεγονός ότι θα στρέφετο εναντίον του πρωτοφειλέτη για την είσπραξη των χρημάτων που κατέβαλε για λογαριασμό του τότε οι υπόλοιποι εγγυητές θα είχαν το δικαίωμα να τερματίσουν τη σύμβαση εγγύησης τους ειδικότερα στην προκείμενη περίπτωση που θα πραγματοποιείτο εξόφληση του χρέους. Πέραν τούτου οι συνεγγυητές είχαν το δικαίωμα να αμφισβητήσουν το υπόλοιπο που αξίωνε η τράπεζα αλλά η καταβολή του οφειλόμενου ποσού από την ενάγουσα το κατέστησε αποδεκτό από όλους του εναγομένους περιλαμβανομένου και του πρωτοφειλέτη. Η κα Λαμάρη επίσης αναφέρει ότι η ενάγουσα δεν αναγκάστηκε να καταβάλει το χρέος του πρωτοφειλέτη αφού κανένα μέτρο εκτέλεσης δεν προωθήθηκε εναντίον της και καμία σχετική μαρτυρία δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου που να το αποδεικνύει. Οπότε η πράξη της να καταβάλει το οφειλόμενο ποσό προς όφελος του πρωτοφειλέτη και να μην ειδοποιήσει γραπτώς τον πιστωτή για τις προθέσεις της να στραφεί εναντίον του πρωτοφειλέτη απαλλάσσει τους συνεγγυητές από την οποιαδήποτε ευθύνη. Εάν και εφόσον η πρόθεση του νομοθέτη ήταν να παραχωρήσει δικαίωμα στον εγγυητή να στραφεί εναντίον των συνεγγυητών του θα το ανέφερνε ρητά στη σχετική νομοθεσία όπως ρητά αναφέρει τα δικαιώματα του εγγυητή εναντίον του πρωτοφειλέτη. Με παραπομπή στο σύγραμμα Chitty on Contracts όπου αναφέρεται ότι συνεγγυητής έχει το δικαίωμα να στραφεί εναντίον του συνεγγυητή του ώστε να διασφαλιστεί το γεγονός ότι δεν θα υποστεί ζημιά περισσότερη από το βάρος και ή την ευθύνη που ανέλαβε απέναντι στον πιστωτή και να διεκδικήσει οτιδήποτε κατέβαλε και είναι περισσότερο από το μερίδιο συνεισφοράς του, η πλευρά της εναγομένης 2 εμμένει στη θέση της ότι δεν οφείλει να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό και η ενάγουσα δεν νομιμοποιείται να στρέφεται εναντίον της. Η ενάγουσα είναι η θέση της κας Λαμάρη δεν υποχρεώθηκε από κανένα να καταβάλει ολόκληρο το ποσό που όφειλε ο πρωτοφειλέτης στον πιστωτή και εν πάση περιπτώσει δεν είχε αναλάβει ευθύνη έναντι του πιστωτή για το 1/3 των οφειλών του πρωτοφειλέτη εφόσον υπήρχαν τρεις εγγυητές, αλλά ανέλαβε ευθύνη για όλες τις υποχρεώσεις του πρωτοφειλέτη έναντι του πιστωτή. Το άρθρο 86 του Κεφ.149 είναι η θέση της κας Λαμάρη αναφέρει ότι αν δεν προνοείται διαφορετικά ο εγγυητής ευθύνεται στην έκταση που ευθύνεται και ο πρωτοφειλέτης. Πέραν των πιο πάνω είναι η θέση της πλευράς της εναγομένης 2 ότι η ενάγουσα απέτυχε να αποδείξει ότι ο εναγόμενος 1, πρωτοφειλέτης , δεν είναι αξιόχρεος οπότε σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να προωθεί την παρούσα υπόθεση εναντίον της εναγομένης
  15. Ευρήματα Το Δικαστήριο αφού έλαβε υπόψη τα δικόγραφα των μερών, τα παραδεκτά γεγονότα όπως επίσης και τα κατατεθειμένα τεκμήρια προβαίνει στα πιο κάτω ευρήματα. Στις 17.4.2003 η Alpha Bank Ltd δυνάμει γραπτής συμφωνίας (Τεκμήριο 1) συμφώνησε να παρέχει και ή να συνεχίσει να παρέχει δάνεια και ή άλλες πιστωτικές και ή τραπεζικές διευκολύνσεις στο Ρένο Μιχαήλ, εναγόμενο 1 στην παρούσα αγωγή. Η Alpha Bank Ltd δυνάμει της πιο πάνω συμφωνίας παρείχε δάνειο στον εναγόμενο
  16. Η ενάγουσα και η εναγόμενη 2 δυνάμει γραπτής σύμβασης εγγύησης ημερομηνίας 17.4.2000 (Τεκμήριο 2), εγγυήθηκαν όλες τις υποχρεώσεις του εναγόμενου 1, είτε αυτές ήταν παρούσες ή μελλοντικές είτε αυτές είχαν καταστεί ή που πιθανό να καθίσταντο απαιτητές, είτε αυτές ήταν προσωπικές ή κοινές με οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ή πρόσωπα και είτε αυτές ήταν άμεσες ή έμμεσες, αναλαμβάνοντας να πληρώσουν μόλις τους το ζητήσουν οποιοδήποτε ποσό χρημάτων ήθελε καταστεί πληρωτέο σε αυτές σε σχέση με τις ρηθείσες υποχρεώσεις του Πρωτοφειλέτη ή οποιασδήποτε από αυτές, συμπεριλαμβανομένων τόκων, τραπεζικών δικαιωμάτων, δικηγορικών και άλλων εξόδων. Η εγγύηση που υπεγράφη ήταν κατά την κρίση μου μία συνεχής εγγύηση εντός της έννοιας του άρθρου 87 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.149 για το ποσό που είχε αναληφθεί ευθύνη, και η ευθύνη της ενάγουσας και της εναγομένης 2 δυνάμει της πιο πάνω σύμβασης εγγύησης ήταν αλληλέγγυα και προσωπική (βλ. όροι 1,2 και 20 του Τεκμηρίου 2). Η Alpha Bank Ltd στην αγωγή με αριθμό 3258/2002 που καταχώρησε εναντίον της ενάγουσας και των εναγομένων 1, 2 και 3 στην παρούσα επέτυχε απόφαση εναντίον τους σε διαφορετικές ημερομηνίες ως ακολούθως: α) Στις 11.6.2002 εκδόθηκε απόφαση υπέρ της Alpha Bank Ltd και εναντίον της ενάγουσας στη παρούσα, στην απουσία της, για το ποσό των ΛΚ11.420 με 8,5% τόκο ετησίως από την 1.1.2001 μέχρι 19.3.2002 πλέον 9% τόκο από 20.3.2002 μέχρι εξοφλήσεως πλέον έξοδα της αγωγής και της απόφασης. β) Στις 7.11.2002 εκδόθηκε απόφαση υπέρ της Alpha Bank Ltd και εναντίον της εναγομένης 2 στην παρούσα, στην απουσία της, για το ποσό των ΛΚ11.420 με 8,5% τόκο ετησίως από την 1.1.2001 μέχρι 19.3.2002 πλέον 9% τόκο από 20.3.2002 μέχρι εξοφλήσεως πλέον έξοδα της αγωγής και της απόφασης. γ) Στις 20.11.2002 εκδόθηκε απόφαση υπέρ της Alpha Bank Ltd και εναντίον του εναγομένου 1 στη παρούσα και πρωτοφειλέτη για το ποσό των ΛΚ11.420 με 8,5% τόκο ετησίως από την 1.1.2001 μέχρι 19.3.2002 πλέον 9% τόκο από 20.3.2002 μέχρι εξοφλήσεως με αναστολή εκτέλεσης για περίοδο τριών μηνών από τότε, πλέον τα έξοδα της αγωγής και της απόφασης. Στις 23.3.2006 η ενάγουσα κατέβαλε προς την Alpha Bank Ltd το συνολικό ποσό των ΛΚ18.150 προς πλήρη εξόφληση του λογαριασμού που διατηρούσε ο εναγόμενος 1 στην Alpha Bank Ltd (Τεκμήριο 7). Η Alpha Bank Ltd εξέδωσε σχετική εξοφλητική απόδειξη (Τεκμήριο 6). Σύμφωνα με τα παραδεκτά γεγονότα το ποσό αυτό πληρώθηκε προς εξόφληση της εκδοθείσας απόφασης στην Αγωγή 3258/2002 περιλαμβανομένων των τόκων και των εξόδων κάτι το οποίο αποτελεί και εύρημα του Δικαστηρίου. Η ενάγουσα σε άγνωστο χρόνο στο παρών Δικαστήριο απαίτησε από τον εναγόμενο 1 ως πρωτοφειλέτη και τους εναγομένους 2 και 3 στη παρούσα ως εγγυητές τη συνεισφορά τους στη πληρωμή του πιο πάνω αναφερόμενου ποσού. Παρόλο που δεν υπάρχει μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου όσον αφορά τον εναγόμενο 3 από το πιο πάνω παραδεκτό γεγονός όπως επίσης και από το περιεχόμενο των δικογράφων των μερών καταλήγω ότι ο εναγόμενος 3 προφανώς με διαφορετική σύμβαση εγγύησης εγγυήθηκε αλληλέγγυα και κεχωρισμένα με την ενάγουσα και την εναγομένη 2 το δάνειο το οποίο η Alpha Bank Ltd παραχώρησε στον εναγόμενο
  17. Σημειώνω εδώ ότι τα διάφορα τεκμήρια και το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων των εναγόντων τα οποία είναι καταχωρημένα στο φάκελο του Δικαστηρίου δεν αποτελούν μαρτυρία στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. Στις 18.10.2007 η ενάγουσα στη παρούσα πέτυχε απόφαση εναντίον του εναγόμενου 1 (πρωτοφειλέτη) στην απουσία του για το ποσό των ΛΚ18.150 με νόμιμο τόκο από 9.5.2006 μέχρι εξόφλησης πλέον τα έξοδα της αγωγής. Από το φάκελο του Δικαστηρίου φαίνεται ότι η ενάγουσα στις 27.11.2007 προχώρησε με την καταχώρηση εντάλματος για κατάσχεση της κινητής περιουσίας του εναγομένου 1 το οποίο επιστράφηκε ανεκτέλεστο λόγω του ότι ο εναγόμενος 1 ήταν άγνωστος στη δοθείσα διεύθυνση. Ακολούθως στις 9.9.2008 η ενάγουσα προχώρησε με αίτηση έρευνας εναντίον του εναγόμενου 1 η οποία απεσύρθη άνευ βλάβης των δικαιωμάτων της στις 7.4.2009 λόγω του ότι δεν κατέστη δυνατή η επίδοση της στον εναγόμενο
  18. Πέραν των πιο πάνω αποτελεί εύρημα μου η παραδοχή της εναγομένης 2 στην υπεράσπιση της ότι δεν κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό έναντι της εκδοθείσας απόφασης. Τέλος από το σύνολο των παραδεκτών γεγονότων όπως επίσης και από τα δικόγραφα των μερών καταλήγω στο ότι κανένα ποσό πληρώθηκε έναντι του ποσού των ΛΚ 18.150 που κατέβαλε η ενάγουσα προς εξόφληση της οφειλής του πρωτοφειλέτη. Νομική Βάση Με την απαίτηση της η ενάγουσα ζητά από την εναγομένη 2 ως συνεγγυήτρια την καταβολή του ποσού των ΛΚ 6.050 ποσό το οποίο αντιπροσωπεύει το 1/3 του μεριδίου της ως συνεισφορά σε σχέση με το ποσό το οποίο η ίδια η ενάγουσα κατέβαλε στους πιστωτές του πρωτοφειλέτη προς εξόφληση δικαστικής απόφασης η οποία εξεδόθηκε εναντίον του πρωτοφειλέτη της ιδίας και της εναγομένης
  19. Προτού προχωρήσω στην εξέταση της ουσίας της υπόθεσης κρίνω ορθό να αναφερθώ στις πιο κάτω διατάξεις του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.149 στις οποίες αναφέρθηκαν και οι δύο πλευρές προς υποστήριξη των θέσεων τους. Το άρθρο 96 προνοεί ότι : «όταν υπάρχουν συνεγγυητές, απαλλαγή του ενός από τον πιστωτή δεν συνεπάγεται απαλλαγή των υπολοίπων, ούτε ελευθερώνει αυτόν που απαλλάχτηκε από την ευθύνη του έναντι των υπόλοιπων εγγυητών» Σύμφωνα με το άρθρο 98: «Αν το χρέος, για το οποίο δόθηκε η εγγύηση, καταστεί απαιτητό ή ο πρωτοφειλέτης παραλείψει να εκπληρώσει υποχρέωση που καλύπτεται από την εγγύηση, ο εγγυητής, με την καταβολή ή την εκπλήρωση όλων για τα οποία ευθύνεται, υποκαθίσταται σε όλα τα δικαιώματα του πιστωτή έναντι του πρωτοφειλέτη.» Στο άρθρο 103 προνείται ότι: «Σε κάθε σύμβαση εγγύησης περιέχεται σιωπηρή υπόσχεση του πρωτοφειλέτη για κάλυψη του εγγυητή, και ο εγγυητής δικαιούται να αναζητήσει από τον πρωτοφειλέτη κάθε ποσό καλώς καταβληθέν από αυτόν δυνάμει της εγγύησης, αλλά δεν δύναται να αναζητήσει ποσό κακώς καταβληθέν». Σύμφωνα με το άρθρο 104 : «Όταν δύο ή περισσότερα πρόσωπα είναι συνεγγυητές για το ίδιο χρέος ή υποχρέωση, είτε από κοινού είτε χωριστά, και είτε δυνάμει ίδιας είτε δυνάμει διαφόρων συμβάσεων, και είτε εν γνώσει των υπολοίπων είτε όχι, οι συνεγγυητές, αν δεν υπάρχει συμβατικός όρος για το αντίθετο, ευθύνονται μεταξύ τους, εξίσου για την καταβολή ολόκληρου του οφειλόμενου χρέους ή του μέρους αυτού που δεν καταβλήθηκε ακόμη από τον πρωτοφειλέτη.» Σύμφωνα με το άρθρο 105: «Συνεγγυητές οι οποίοι ευθύνονται για διαφορετικό ποσό, υποχρεούνται να καταβάλουν το οφειλόμενο εξίσου, εντός των ορίων των αντίστοιχων τους υποχρεώσεων.» Στο Ινδικό Δίκαιο των συμβάσεων το οποίο προσομοιάζει με το δίκαιο των συμβάσεων στην Κύπρο υπάρχει πανομοιότυπο άρθρο με το άρθρο 104 του Κεφ.149, το άρθρο
  20. Στην επεξήγηση και ανάλυση του πιο πάνω άρθρου στη σελίδα 648 του συγγράμματος Indian Contract Specific Relief Acts, 9η έκδοση του 1972, Pollock & Mulla, κάτω από τον τίτλο "συνεισφορά από συνεγγυητές" μεταξύ άλλων αναφέρονται τα ακόλουθα: « It must be observed that a "surety has no claim against his co-sureties until he has paid more than his share of the debt to the principal creditor", for only then does it become certain that there is ultimately any case for contribution at all. But a judgment against the surety at the suit of the creditor for the full amount of the guarantee (or an equivalent process, such as the allowance of a claim for the sum in the administration of the surety's estate) will have the same effect as payment for this purpose, and entitle the surety or his representatives to a declaration of the right to contribution; It seems that this is a matter of purely equitable jurisdiction. The like principles apply to contribution among co-trustees.» Στο σύγγραμμα Halsburys Laws of England, 3η έκδοση, στη σελίδα 484 αναφέρεται: « A surety who has paid more than his share of the common liability is entitled to compel contribution from his sureties, whether they are bound jointly and severally or severally, and by the same or different instruments, and whether the surety claiming contribution did or did not know when he became bound as such, that he was co-surety with others. The right to contribution is not founded on contract, but is the result of a general equity arising at the inception of the contract of guarantee on the ground of equality of burden and benefit. In determining whether a relationship is that of principal and surety, giving rise to contribution amongst co-sureties, the mere form of the instrument creating it may be disregarded. » Στο σύγγραμμα Chitty on contract - Specific Contract, 23η έκδοση αναφέρεται στην παράγραφο 1706 : « At common law, the amount of contribution to which a co-surety was entitled depended on the number of sureties originally liable. So that if there were three sureties and one of them paid the whole debt, he could not recover more than a third from a second surety even though the third surety was insolvent. But in equity the amount of contribution depends on the number of solvent sureties at the time when contribution is sought, so that in the above case contribution of half the debt could be ordered, and the equitable rule now prevails. » Στο σύγγραμμα Bullen & Leake & Jacobs, Precedents of Pleadings, 12η έκδοση στις σελίδες 461 και 462 κάτω από τον τίτλο «δικαίωμα αγωγής από εγγυητή» σε ελεύθερη μετάφραση αναφέρεται ότι: « εγγυητής ο οποίος προέβηκε σε πληρωμές κάτω από σύμβαση εγγύησης έχει κατά κανόνα δικαίωμα να εισπράξει από τον πρωτοφειλέτη το ποσό που έχει πληρώσει. Το ίδιο επίσης ένας εγγυητής, ο οποίος ευθύνεται ως εγγυητής από κοινού (ή από κοινού ή ξεχωριστά) με άλλους, εάν πληρώσει την οφειλή που εγγυήθηκε, έχει δικαίωμα να εισπράξει από τους συνεγγυητές του το μερίδιο τους σε σχέση με την συγκεκριμένη οφειλή και κάθε ένας από τους εγγυητές μπορεί να εισπράξει την συνεισφορά από τους συνεγγυητές σε σχέση με κάθε πληρωμή που έχει κάνει η οποία είναι περισσότερο από το δικό του μερίδιο. (βλ. επίσης και τις σελίδες 466 και 467 του ίδιου συγγράμματος στην παράγραφο 242 «Claim by a surety against co - sureties » και « Right of action») Με βάση όλα τα πιο πάνω καταλήγω ότι η ενάγουσα νομιμοποιείται να εγείρει αγωγή και εναντίον των συνεγγυητών της και να ζητά τη συνεισφορά της εναγομένης 2 ως συνεγγυήτριας και στην ουσία το δικαίωμα της αυτό εδράζεται πέραν των άρθρων 98, 104 και 105 του Κεφ. 149 και στους κανόνες της επιείκειας, οι οποίοι έχουν εφαρμογή στη Κύπρο δυνάμει του άρθρου 29 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60, όπως επίσης και στο Κοινοδίκαιο. Στην υπόθεση Γεωργιάδη ν Γεωργιάδη

(1988)1 (Α) Α.Α.Δ. 1883, επικυρώθηκε απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου το οποίο διέταξε τη συνεγγυήτρια να καταβάλει συνεισφορά κατ' ίσο μερίδιο προς την συνεγγυήτρια η οποία είχε προηγουμένως εξοφλήσει το χρέος προς την τράπεζα. Το ερώτημα που παραμένει να αποφασιστεί στην παρούσα αγωγή είναι κατά πόσο η ενάγουσα δικαιούται την έκδοση απόφασης εναντίον της εναγομένης
  1. Η ενάγουσα είναι παραδεκτό γεγονός και αποτελεί και εύρημα του Δικαστηρίου ότι έχει εξοφλήσει το οφειλόμενο ποσό στην Alpha Bank Ltd δυνάμει της εκδοθείσας απόφασης στην αγωγή 3852/
  2. Με αυτό το δεδομένο άρχεται και το δικαίωμα της να κινηθεί δικαστικά εναντίον τόσο του πρωτοφειλέτη για ολόκληρο το ποσό που κατέβαλε όσο και των υπόλοιπων εγγυητών για την καταβολή του μεριδίου τους εφόσον είναι παραδεκτό ότι η ευθύνη τους με βάση την εγγύηση που υπέγραψαν προς όφελος του πρωτοφειλέτη ήταν αλληλέγγυα και ή κεχωρισμένη. Η ενάγουσα ουδέποτε εισέπραξε από οποιονδήποτε οποιοδήποτε ποσό έναντι της πιο πάνω πληρωμής γεγονός το οποίο εν πάση περιπτώσει δεν αμφισβητείται. Η θέση της κας Λαμάρη ότι η ενάγουσα δεν υποχρεώθηκε από την τράπεζα να πληρώσει, άρα οικειοθελώς εξόφλησε την οφειλή του πρωτοφειλέτη και την απόφαση οπότε η πράξη της αυτή απαλλάσσει τους εγγυητές δεν με βρίσκει σύμφωνη. Πρώτον το άρθρο 98 του Κεφ.149 το οποίο αφορά τα δικαιώματα του εγγυητή εναντίον του πρωτοφειλέτη προνοεί διαζευκτικά: «Αν το χρέος, για το οποίο δόθηκε η εγγύηση, καταστεί απαιτητό ή ο πρωτοφειλέτης παραλείψει να εκπληρώσει υποχρέωση που καλύπτεται από την εγγύηση, ο εγγυητής, με την καταβολή ή την εκπλήρωση όλων για τα οποία ευθύνεται, υποκαθίσταται σε όλα τα δικαιώματα του πιστωτή έναντι του πρωτοφειλέτη.» Δεύτερο στη σελίδα 487 παρ. 896 του συγγράμματος Halsburys Laws of England, 3η έκδοση, αναφέρεται ότι: « The payment made by a surety under his guarantee is not treated as a payment made by him voluntarily, and he need not, in order to be entitled to recover contribution, show that he abstained from paying the creditor until compelled by the latter to pay.» Με βάση τις πιο πάνω αρχές σε συνάρτηση με τα ευρήματα του Δικαστηρίου κρίνω ότι η ενάγουσα δεν έχει την υποχρέωση να αποδείξει στα πλαίσια της παρούσας αγωγής ότι υποχρεώθηκε με οποιονδήποτε τρόπο από την τράπεζα να πληρώσει στη βάση της συμφωνίας εγγύησης της και στην συγκεκριμένη περίπτωση μετά την έκδοση της απόφασης εναντίον της. Η ενάγουσα με την καταχώρηση της αγωγής εναντίον της στην ουσία κλήθηκε από τον πιστωτή να πληρώσει την οφειλή και ή το μέρος της οφειλής του πρωτοφειλέτη και σχετικά εκδόθηκε εναντίον της η απόφαση ημερομηνίας 11.6.
  3. Προφανώς εφόσον ο πρωτοφειλέτης δεν εκπλήρωσε τις υποχρεώσεις του η ενάγουσα σχεδόν τέσσερα χρόνια μετά την έκδοση της απόφασης εναντίον της και περί τις 23.3.2006 εξόφλησε την εκδοθείσα απόφαση στην αγωγή 3258/
  4. Το γεγονός και μόνο της πληρωμής της οφειλής του πρωτοφειλέτη η οποία μετά την έκδοση της απόφασης είχε καταστεί εξακριβωμένη, όπως ανέφερα και πιο πάνω, ενεργοποιεί το δικαίωμα της να απαιτεί συνεισφορά από τους συνεγγυητές. Πέραν τούτου η ενάγουσα είναι παραδεκτό ότι απαίτησε από τον πρωτοφειλέτη και από τους συνεγγυητές της τη συνεισφορά τους στην πληρωμή του πιο πάνω ποσού. Στην υπόθεση In Re Snowdon ; ex parte Snowdon, Law Journal 1881, Vol.50, Ch.D. αποφασίστηκε ότι ο εγγυητής εκτός και εάν πληρώσει ολόκληρο το χρέος του πρωτοφειλέτη, ή μέρος αυτού ή περισσότερο από το δικό του μερίδιο, δεν δικαιούται να κινηθεί με αγωγή εναντίον των συνεγγυητών του για συνεισφορά. Στην απόφαση του ο James L.J. στη σελ.541 αναφέρει μεταξύ άλλων ότι : « The proper course when a surety is called upon to pay the whole debt, for which he is liable with his co-surety, is to call upon his co-surety for contribution and to indemnify him against paying the whole; and the only mode in which in equity you can compel a co-surety to pay his proportion of the debt is to show that you have paid your proportion, or more than your proportion of the debt, and are liable for the residue. Therefore, until a surety has paid the whole debt, or so much of it that it is clear he has paid more than his share, there can be no ascertained debt which will give him the right to sue his co-surety for contribution.» Στην ίδια απόφαση ο Brett L.J στη σελ.542 αναφέρει μεταξύ άλλων: « When the amount of debt between the original creditor and debtor is ascertained, the amount may be the sum which the sureties are jointly liable to pay in the whole; but as between the sureties themselves, if one has paid the whole amount, then the claim for contribution arises. The claim against the co-surety does nor arise when one has paid only his own half of the limit for which he signed the deed originally, but when he has paid on behalf of his co-surety some proportion of the co-surety's part of the whole debt. That is the doctrine which was laid down in Davies v Humphreys, which was a doctrine taken from the courts of equity and adopted by the courts of law.». Η θέση επίσης της κας Λαμάρη ότι με βάση το άρθρο 92 του Κεφ.149 ο εγγυητής απαλλάσσεται από κάθε ευθύνη με τη σύναψη σύμβασης μεταξύ πιστωτή και πρωτοφειλέτη, με την οποία απαλλάσσεται ο πρωτοφειλέτης, ή με πράξη ή παράλειψη του πιστωτή η οποία επιφέρει κατά νόμο απαλλαγή του πρωτοφειλέτη, δεν έχει εφαρμογή στη παρούσα υπόθεση. Καμία μαρτυρία δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου για οποιαδήποτε σύμβαση μεταξύ πρωτοφειλέτη και πιστωτή δηλαδή της Alpha Bank Ltd η οποία δυνατό να απάλλασσε τους εγγυητές, ισχυρισμός ο οποίος εν πάση περιπτώσει θα έπρεπε να αποδεικνύονταν από την εναγομένη
  5. Ο ισχυρισμός επίσης της εναγόμενης 2 ότι η ενάγουσα δεν απέστειλε γραπτή ειδοποίηση στη τράπεζα προτού προχωρήσει με την λήψη μέτρων είσπραξης προς τον εναγόμενο 1 - πρωτοφειλέτη, εναντίον του οποίου εκδόθηκε απόφαση στην παρούσα υπόθεση στην απουσία του, πάλι κρίση μου είναι ότι δεν αφορά την εναγόμενη 2 και σε καμία περίπτωση δεν επηρεάζει την ευθύνη της ως συνεγγυήτριας. Προς τούτο παραπέμπω στον όρο 5 του Τεκμηρίου 2 στο οποίο μεταξύ άλλων προνοείτε ότι: « Συμφωνώ ότι η τράπεζα θα έχει εξουσία κατά την απόλυτη κρίση της, χωρίς άλλη συγκατάθεση από μένα και χωρίς να επηρεάζεται με οποιοδήποτε τρόπο η ευθύνη μου βάση της παρούσας εγγύησης: (α).................................................................................................................................................................................................................. (ε) να προβαίνει σε συμβιβασμός με τον πρωτοφειλέτη ή με οποιονδήποτε άλλο πρόσωπο ή εγγυητή........». Όσον αφορά το δικαίωμα της ενάγουσας να εγείρει την παρούσα αγωγή εναντίον της εναγομένης 2 υιοθετώ τα όσα ανέφερα πιο πάνω. Πέραν τούτου η θέση της εναγόμενης 2 ότι εάν και εφόσον η ενάγουσα απέστελλε γραπτή ειδοποίηση σύμφωνα με τον όρο 4 του Τεκμηρίου 2 θα τερμάτιζε την εγγύηση δεν βρίσκει έρεισμα στην λογική εφόσον εναντίον της εναγομένης 2 όπως επίσης και των λοιπών εγγυητών εξεδόθηκε απόφαση σε διαφορετικές ημερομηνίες μεταξύ Ιουνίου και Νοεμβρίου του 2002 και η εξόφληση της απόφασης από την ενάγουσα έγινε στις 23 Μαρτίου του
  6. Περαιτέρω ο ισχυρισμός της κας Λαμάρη για αμφισβήτηση του υπόλοιπου από τους εγγυητές πάλιν δεν βρίσκει έρεισμα στη λογική εφόσον είναι παραδεκτό ότι με το ποσό των ΛΚ18.150 εξοφλήθηκε η απόφαση του Δικαστηρίου που εκδόθηκε στην αγωγή 3258/2002 η οποία είναι τελεσίδικη και για την οποία δεν έχω μαρτυρία εάν παραμερίστηκε ή ακυρώθηκε. Η θέση της εναγομένης 2 πάλιν ότι η ενάγουσα δεν υποχρεώθηκε από κανένα να καταβάλει όλο το ποσό και η ενάγουσα δεν ανέλαβε ευθύνη έναντι του πιστωτή για το 1/3 της οφειλής εφόσον υπήρχαν τρεις εγγυητές αλλά ανέλαβε ευθύνη για όλες τις υποχρεώσεις του πρωτοφειλέτη έναντι του Πιστωτή, δεν με βρίσκει σύμφωνη. Από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 2 και ειδικότερα από τον όρο 20 αυτού είναι φανερό ότι η ενάγουσα και η εναγόμενη 2 ανέλαβαν αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα ευθύνη έναντι της οφειλής του πρωτοφειλέτη και σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 104 του Κεφ.149: «Όταν δύο ή περισσότερα πρόσωπα είναι συνεγγυητές για το ίδιο χρέος ή υποχρέωση, είτε από κοινού είτε χωριστά, και είτε δυνάμει ίδιας είτε δυνάμει διαφόρων συμβάσεων, και είτε εν γνώσει των υπολοίπων είτε όχι, οι συνεγγυητές, αν δεν υπάρχει συμβατικός όρος για το αντίθετο, ευθύνονται μεταξύ τους, εξίσου για την καταβολή ολόκληρου του οφειλόμενου χρέους ή του μέρους αυτού που δεν καταβλήθηκε ακόμη από τον πρωτοφειλέτη.» Πέραν τούτου δεν αμφισβητείται ότι και ο εναγόμενος 3 εγγυήθηκε αλληλέγγυα με την ενάγουσα και την εναγομένη 2 την οφειλή του πρωτοφειλέτη. Όσον αφορά τον ισχυρισμό της εναγομένης 2 ότι η αγωγή της ενάγουσας θα πρέπει να αποτύχει λόγω ότι δεν απέδειξε ότι ο πρωτοφειλέτης είναι αφερέγγυος πάλι απορρίπτεται. Η παρούσα αγωγή κινήθηκε και εναντίον του πρωτοφειλέτη για τον οποίο η ενάγουσα πέτυχε απόφαση για ολόκληρο το ποσό των ΛΚ 18.
  7. Ο πρωτοφειλέτης είναι διάδικος στην παρούσα αγωγή. Η θέση της πλευρά της εναγομένης 2 θα ήταν ορθή εάν και εφόσον η ενάγουσα παρέλειπε να τον συνενώσει ως διάδικο και ακολούθως παρέλειπε να αποδείξει ότι αυτός είναι πτωχεύσας ή και αφερέγγυος «insolvent» (βλ. Hay v Carter, Law Journal 1935, Vol,104, Ch,D., Dering v Earl of Winchelsea (1775-1802) All E.R. 140 και Halsbury's Laws Of England, 3η έκδοση παρ.900). Με τα πιο πάνω δεδομένα κρίνω ότι η ενάγουσα έχει αποδείξει την υπόθεση της στο βαθμό που απαιτείται εναντίον της εναγομένης 2 και ως εκ τούτου εκδίδεται απόφαση εναντίον της για το ποσό των €10.337,03 (ΛΚ6.050) πλέον νόμιμο τόκο από τις 9.5.2006 ημερομηνία καταχώρησης της παρούσας αγωγής. Νοείται ότι η απόφαση αυτή εκδίδεται αλληλέγγυα και ή κεχωρισμένα με τους εναγομένους για τους οποίους έχει ήδη εκδοθεί απόφαση. Τα έξοδα δεν βρίσκω να συντρέχει λόγος να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα και συνεπώς τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της ενάγουσας και σε βάρος της εναγομένης 2 στην ανάλογη κλίμακα όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............... Φ. Καπετάνιου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/ Other Actions/Final Αναφορά: Δικαίωμα Συνεγγυητή/Εγγύηση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.