ΘΕΟΧΑΡΗΣ Γ. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ ν. ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ, Αρ. Αγωγής 1267/05, 12.6.2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:A165 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 1267/05 ΘΕΟΧΑΡΗΣ Γ. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ Ενάγοντας και ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ Εναγόμενος Ημερομηνία: 12.6.2009 Για Ενάγοντα: κ. Αποστολίδης Για Εναγόμενο: κ. Αραούζος ΑΠΟΦΑΣΗ Ο ενάγων διεκδικεί με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή Λ.Κ.6,200 ως ποσό και/ή υπόλοιπο ποσό αμοιβής για την εκπόνηση, για λογαριασμό του εναγόμενου, αρχιτεκτονικών σχεδίων για την ανέγερση κατοικίας. Συγκεκριμένα ο ενάγων υποστηρίζει ότι ο εναγόμενος του έδωσε εντολή για την ετοιμασία αρχιτεκτονικών σχεδίων μιας κατοικίας εμβαδού 300 τ.μ. και συμφώνησαν για τις υπηρεσίες που θα παρείχε ο ενάγοντας ως αμοιβή το ποσό των Λ.Κ.30 άνα τ.μ. Έτσι το ποσό της αμοιβής ανήλθε σε Λ.Κ.9,000 συμπεριλαμβανομένου του ποσού των Λ.Κ.1,800 της επίβλεψης. Ο εναγόμενος απεδέχθη το ποσό αυτό και κατέβαλε ως προκαταβολή και/ή έναντι το ποσό των Λ.Κ.1,
- Μετά την ετοιμασία σειράς προσχεδιών τα οποία ο εναγόμενος βρήκε της αρεσκείας του, έδωσε εντολή στον ενάγοντα να ετοιμάσει τα τελικά αρχιτεκτονικά σχέδια. Ο ενάγων ετοίμασε τα τελικά σχέδια και κάλεσε τον εναγόμενο να τα παραλάβει και να τακτοποιήσει το λογαριασμό του όμως ο εναγόμενος τον πληροφόρησε ότι δεν θα προέβαινε στην έναρξη εργασιών της οικοδομής και/ή δεν θα χρησιμοποιούσε τα σχέδια. Ο ενάγων αξίωσε από τον εναγόμενο το ποσό της αμοιβής για τις υπηρεσίες που του προσέφερε κα/ή τα σχέδια που του ετοίμασε, αφαιρουμένης της αξίας της επίβλεψης, πλην όμως ο εναγόμενος απέρριψε την αξίωση του ενάγοντα προσφέροντας μικρότερο ποσό των Λ.Κ.6,
- Στην υπεράσπιση του, ως αυτή έχει τροποποιηθεί δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου, ο εναγόμενος αρνείται την απαίτηση του ενάγοντα. Υποστηρίζει ότι έδωσε οδηγίες στον ενάγοντα να του εκπονήσει σχέδια για ανέγερση κατοικίας 200 τ.μ. πλέον 40 τ.μ. για διπλό γκαράζ και ότι το ποσό που συμφώνησαν να καταβάλει στον ενάγοντα ήταν Λ.Κ.7,200 το οποίο θα καταβάλλετο ως εξής: Λ.Κ.1,000 ως προκαταβολή, Λ.Κ.1,000 με τη συμπλήρωση προσχεδίων, Λ.Κ.2,000 με την έκδοση πολεοδομικής άδειας, Λ.Κ.2,000 με την έκδοση άδειας οικοδομής και Λ.Κ.1,200 κατά την επίβλεψη του έργου. Μετά που αρχικά ο εναγόµενος συµφώνησε µε τον ενάγοντα να καταβάλει το πιο πάνω ποσό των Λ.Κ.7,200, επειδή, µε βάση τα σχέδια που ο ενάγοντας στη συνέχεια ετοίµασε, το εµβαδόν της οικίας του εναγόµενου θ' ανερχόταν σε περίπου 300 τ.µ. αντί 240 τ.µ., η αµοιβή του ενάγοντα αναπροσαρµόστηκε στο συνολικό ποσό των Λ.Κ.9,000, περιλαµβανοµένης και της επίβλεψης των Λ.Κ.1.800, δηλαδή 300 τ.µ. προς Λ.Κ.30 άνα τ.μ. Ο εναγόµενος ήταν πάντοτε µε την εντύπωση ότι και η πιο πάνω αµοιβή των Λ.Κ.9.000 θα πληρωνόταν τμηματικά κατά αναλoγία των όσων είχαν συµφωνηθεί αρχικά και τα οποία αναφέρονται πιο πάνω. Περαιτέρω ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι ουδέποτε συμπληρώθηκαν τα αρχιτεκτονικά σχέδια. Ακόμη και όταν ζήτησε από τον ενάγοντα να μην προχωρήσει στη συμπλήρωση των σχεδίων ούτε και τα προσχέδια ήταν συμπληρωμένα. Αρνείται ότι τα προσχέδια ήταν της απόλυτης αρεσκείας του και ότι έδωσε οδηγίες να οριστικοποιηθούν και ισχυρίζεται ότι μόνο ένα προσχέδιο ετοίμασε ο ενάγων και ότι ο ίδιος ζήτησε από τον ενάγοντα να μην προχωρήσει στα τελικά σχέδια. Αρνείται την ύπαρξη τελικών σχεδίων και υποστηρίζει ότι αν υπάρχουν δεν έδωσε οδηγίες να ετοιμαστούν, ουδέποτε τα είδε και/ή έγκρινε. Ανέφερε στον ενάγοντα ότι δεν θα προχωρούσε τελικά στην ανέγερση της οικοδομής και υποστηρίζει ότι αρνήθηκε να πληρώσει τον ενάγοντα γιατί του είχε δώσει οδηγίες να μην προχωρήσει στο επόμενο στάδιο και προσφέρθηκε να τον πληρώσει για την εργασία που είχε συμπληρωθεί μέχρι τότε. Σε καμία περίπτωση ο ενάγοντας ζήτησε προς συμμόρφωση προς τον Κανονισµό 4
(2)των Περί Δεοντολογίας των Μελών του Επιστηµονικού Τεχνικού Επιµελητηρίου Κύπρου (Ε.Τ.Ε.Κ.) Κανονισµών του 1996, Κ.Δ.Π.327/96, τον οποίο γνώριζε ως αρχιτέκτονας που ήταν και όφειλε να πληροφορήσει και τον εναγόµενο, να υπογραφεί η σχετική Έγγραφη Εξουσιοδότηση. Ως εκ τούτου η ανάθεση του έργου συντελέστηκε χωρίς τέτοια Έγγραφη Εξουσιοδότηση πράγµα το οποίο καθιστά την ισχυριζόµενη συµφωνία, µε βάση την οποία ο ενάγων προβάλλει την αξίωση του, παράνοµη, άκυρη και άνευ αποτελέσµατος. Στην απάντηση του στην υπεράσπιση ο ενάγων ισχυρίζεται ότι εναγόµενος συνεχώς προέβαινε σε τροποποιήσεις των απαιτήσεων του γιατί δεν ήξερε τι ακριβώς επιθυµούσε. Μετά το τελικό προσχέδιο έδωσε ρητές εντολές στον ενάγοντα να ετοιµαστούν τα τελικά σχέδια. Μετά την ετοιµασία των τελικών σχεδίων και την πρόσκληση του εναγοµένου κατά ή περί την 22.2.05 όπως περάσει να τα παραλάβει και καταβάλει το αντίτιµο της αξίας τους, ο τελευταίος ουδέποτε προσήλθε, αποφεύγοντας να εκπληρώσει τις οικονοµικές υποχρεώσεις του προς τον ενάγοντα, προφασιζόµενος τώρα περί ανυπαρξίας των σχεδίων. Ο ενάγων παραδέχεται ότι ο εναγόµενος ουδέποτε είχε δει τα τελικά αρχιτεκτονικά σχέδια καθ' ότι ουδέποτε είχε συµµορφωθεί µε την πρόσκληση του ενάγοντα να περάσει από το γραφείο του να τα παραλάβει και να τακτοποιήσει το χρεωστικό λογαριασµό του. Οι υπηρεσίες τις οποίες έχει εκτελέσει προς όφελος του εναγοµένου, πάντοτε κατ' εντολή και σύµφωνα µε τις οδηγίες του τελευταίου. Αρνείται και απορρίπτει τον ισχυρισμό του εναγόμενου περί καταβολής της αµοιβής µε δόσεις και αναφέρει ότι ο ισχυρισµός αυτός είναι εκ δευτέρας σκέψεως. Αντίθετα ο εναγόµενος θα κατέβαλλε το ποσό της αµοιβής µε την παραλαβή των τελικών σχεδίων και το µόνο ποσό που θα παρέµενε θα ήτο η αµοιβή του ενάγοντα δια την επικείµενη επίβλεψη του έργου. Η συµφωνία αυτή για την καταβολή της αμοιβής ήταν ξεκάθαρη και την αποδέκτηκε πλήρως ο εναγόµενος. Η αναφορά του εναγόμενου ότι είχε εντύπωση για τµηµατική εξόφληση είναι εκ δευτέρας σκέψεως και /ή λανθασµένη. Τέλος αναφέρει ότι η πρόνοια του κανονισµού 4
(2)των Κανονισµών περί Δεοντολογίας των Μελών του Επιστηµονικού Τεχνικού Επιµελητηρίου Κύπρου του 1996 Κ.Δ.Π. 327, είναι εσωτερικό δίκαιο του Ε.Τ.Ε.Κ. µε τα µέλη του και δεν είναι εφαρµόσιµο πέραν των µελών του, καθ' ότι προσκρούει σε θέµατα συνταγµατικά όπως το «συµβάλλεσθαι ελευθέρως» του άρθρου 26 του Συντάγµατος. Διαζευκτικά ισχυρίζεται ότι η πρόνοια αυτή δεν επηρεάζει την ανάθεση εντολής και/ή έργου σε µέλη του. Η έγερση από µέρους του εναγοµένου του θέµατος της υπό αναφορά πρόνοιας είναι άσχετη ως προς τη σχέση που υφίσταται µεταξύ του ενάγοντα και εναγοµένου και δεν καθιστά την συµφωνία των διαδίκων άκυρη ή παράνοµη. Περαιτέρω η πρόνοια αυτή παραβιάζει τα σχετικά άρθρα του Κεφ. 149 του περί των Συµβάσεων Νόµου, όπου οι συµβάσεις δύνανται να καταρτίζονται εγγράφως ή δια ζώσης, ή εν µέρει εγγράφως και εν µέρει δια ζώσης ή δύνανται ακόµη να συνάγονται εκ της συµπεριφοράς των µερών. Για την απόδειξη της υπόθεσης του ενάγοντα κατέθεσε ο ίδιος ο ενάγοντας χωρίς να καλέσει οποιοδήποτε άλλο μάρτυρα. Το ίδιο έπραξε προς υποστήριξη της υπόθεσης του και ο εναγόμενος. Περαιτέρω κατά την ακροαματική διαδικασία κατατέθηκαν συνολικά 10 τεκμήρια. Το περιεχόμενο της μαρτυρίας τόσο του ενάγοντα όσο και του εναγόμενου βρίσκεται καταγραμμένο στα πρακτικά του Δικαστηρίου και μαζί με το περιεχόμενο των τεκμηρίων έχουν μελετηθεί και λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους. Δεν θα παραθέσω στο σημείο αυτό περίληψη της μαρτυρίας, αλλά θα το κάνω εκεί όπου και στο βαθμό που είναι αναγκαίο για σκοπούς αξιολόγησης. Ο ενάγοντας μου έκανε καλή εντύπωση. Καθ' όλη τη διάρκεια της μαρτυρίας του απαντούσε στις ερωτήσεις που του τέθηκαν με ευθύτητα, αμεσότητα και σαφήνεια και οι θέσεις του ήταν σταθερές, συνεπείς και λογικές και δεν κλονίστηκαν παρά τη μακρά αντεξέταση του. Ήταν μια εκ των θέσεων του εναγόμενου ότι ο ενάγων του ανέφερε ότι όλες τις λεπτομέρειες της συνεργασίας τους τις κατέγραφε σε σημειωματάριο το οποίο αν παρουσίαζε θα φαινόταν ότι είχαν καθορίσει συνάντηση τον Ιανουάριο του 2005 για να συζητήσουν τα σχέδια επί των προσχεδίων Γ1-Γ4 του τεκμηρίου 7, γεγονός που θα έδειχνε ότι ο εναγόμενος δεν είχε δώσει την τελική έγκριση των προσχεδίων για να προχωρήσει ο ενάγων με τελικά σχέδια. Όσον αφορά το θέμα αυτό πρέπει να αναφερθεί ότι ο ενάγων κατά την αντεξέταση του όταν ρωτήθηκε να πει που θα είχε σημειώσει αν γινόταν ή καθοριζόταν τέτοια συνάντηση απάντησε ότι θα ήταν σε κάποιο σημειωματάριο ή σε ένα κομμάτι χαρτί ή σε κάποιο σχέδιο. Στη συνέχεια όταν του ζητήθηκε να παρουσιάσει το σημειωματάριο απάντησε ότι δεν μπορεί να το πράξει γιατί έχουν περάσει πολλά χρόνια και δεν κράτησε οτιδήποτε άλλο πλην των όσων κατέθεσε στο Δικαστήριο. Το ότι λοιπόν ο ενάγων δεν ήταν σε θέση να προσκομίσει οποιοδήποτε σημειωματάριο για το λόγο που εξήγησε δεν πλήττει την αξιοπιστία του επί του θέματος και δεν επηρεάζει τη συνολική εντύπωση που άφησε στο Δικαστήριο. Ως εκ των άνω και λαμβάνοντας πάντα υπόψη το σύνολο της μαρτυρίας κρίνω ότι ο ενάγων ήταν ειλικρινής και η μαρτυρία του γίνεται δεκτή. Αντίθετα ο εναγόμενος δεν μου έκανε καλή εντύπωση. Κατά τη μαρτυρία του ήταν εμφανώς υπερβολική η προσπάθεια του να διαψεύσει τις θέσεις του ενάγοντα και να πείσει για τη δική του εκδοχή του ως προς τα γεγονότα και ιδιαίτερα για τα όσα ο ίδιος ισχυρίζεται ότι συμφωνήθηκαν και έγιναν κατά τη συναλλαγή του με τον ενάγοντα, υποστηρίζοντας στην ουσία, με μη πειστικό όμως τρόπο, ότι αυτά είχαν συμφωνηθεί εφόσον έτσι γινόταν και στην πρακτική που ισχύει στην αγορά κατά την ανάθεση έργων σε αρχιτέκτονες αλλά και ότι αυτά προβλέπονται σε συγκεκριμένο δείγμα-πρόταση συμβολαίου που αφορά ανάθεση τέτοιων έργων. Πέραν αυτού η εκδοχή του σε κάποια κύρια της σημεία δεν βρίσκει έρεισμα στη λογική ενώ κάποιες θέσεις του φαίνεται ότι αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις του. Συγκεκριμένα: Τόσο στην κυρίως εξέταση του όσο και στην αντεξέταση του ήταν η θέση του ότι έδωσε εξ αρχής οδηγίες στον ενάγοντα για την ετοιμασία όλων των αρχιτεκτονικών σχεδίων και άλλης εργασίας και πιο συγκεκριμένα για όλες τις αρχιτεκτονικές εργασίες που απαιτούνταν για την ολοκλήρωση μίας κατοικίας πλην της στατικής μελέτης. Περαιτέρω στη γραπτή του δήλωση αναφέρει χαρακτηριστικά ότι ο ίδιος ήταν με την εντύπωση πάντοτε και έτσι συμφώνησε με τον ενάγοντα ότι όλη η αμοιβή του θα κάλυπτε όλα τα ανωτέρω. Παρόλα αυτά στην έκθεση υπεράσπισης του αναφέρει απλά και μόνο ότι έδωσε εντολή στον ενάγοντα για την εκπόνηση σχεδίων για την ανέγερση κατοικίας και καμία αναφορά κάνει σε άλλη εργασία ούτε και σε συμφωνία ότι η αμοιβή θα περιλάμβανε τέτοια. Περαιτέρω ενώ από τη μια εξέφραζε με βεβαιότητα τη θέση ότι υπήρχε ρητή αναφορά τόσο για τις εργασίες που σύμφωνα με τον ίδιο θα έκανε για λογαριασμό του ο ενάγοντας όσο και για το ότι η αμοιβή του θα περιλάμβανε όλες αυτές τις εργασίες από την άλλη αναφέρθηκε και σε εντύπωση που είχε περί τούτου ενώ προς περαιτέρω ενίσχυση της θέσης του ανέφερε ότι αυτές είναι και οι συνήθεις εργασίες που αναλαμβάνει ένας αρχιτέκτονας χωρίς να εξηγήσει όμως πως το γνώριζε αυτό και ιδίως κατά τον επίδικο χρόνο. Ήταν επίσης η θέση του ότι τα σχέδια (τεκμήριο 3) τα οποία σύμφωνα με τον ενάγοντα ήταν τα τελικά αρχιτεκτονικά σχέδια, τα οποία θα υποβάλλονταν προς εξασφάλιση άδειας οικοδομής από την αρμόδια αρχή, δεν μπορούσαν να θεωρηθούν τελικά γιατί δεν περιείχαν κατασκευαστικά σχέδια, λεπτομερειακά σχέδια και τεχνικές προδιαγραφές. Το κατά πόσο όμως τα σχέδια αυτά ήταν συμπληρωμένα ως φαίνεται από τα όσα ο ίδιος είπε δεν μπορούσε να το γνωρίζει γιατί αν και κατ' επανάληψη τον κάλεσε ο ενάγοντας δεν πήγε να τα παραλάβει γιατί δήθεν ως θέμα αρχής δεν θα έπρεπε να πάει να παραλάβει κάτι το οποίο δεν είχε ζητήσει και αφού ο ίδιος θεωρούσε ότι ήταν ακόμα στο στάδιο των προσχεδίων για τα οποία δεν είχε δώσει την τελική του έγκριση και τα είδε για πρώτη φορά στο Δικαστήριο όπου κατατέθηκαν ως τεκμήριο. Ακόμη όμως και τότε δεν ενδιαφέρθηκε να τα δει με προσοχή λέγοντας ότι δεν τα μελέτησε αλλά τα κοίταξε κατά την αντεξέταση του ενάγοντα συμπληρώνοντας μάλιστα ότι εφόσον δεν ενδιαφέρθηκε για αυτά το 2004 θα ενδιαφερόταν τώρα; Όταν δε στην αντεξέταση του ζητήθηκε να δει όλα τα σχέδια του τεκμηρίου 3 και να πει τι περιείχαν αυτά αντίθετο προς τις οδηγίες που έδωσε στον ενάγοντα υπεκφεύγοντας και χωρίς να τα δει απάντησε ότι η τελευταία εκδοχή προσχεδίων που πήρε από τον ενάγοντα ήταν τα σχέδια Γ1-Γ4 του τεκμηρίου 7 για τα οποία είχε να κάμει σχόλια στον ενάγοντα και για τα οποία δεν έγινε η συνάντηση για να του δώσει τις τελευταίες εντολές και άρα δεν αναμένει τα σχετικά με τα σχόλια του να είναι μέσα στα σχέδια. Πέραν του πιο πάνω ενώ κατά τη μαρτυρία του ήταν επίσης σχετικά η θέση του ότι συμφώνησαν ο ενάγων να κάνει και κατασκευαστικά και λεπτομερειακά σχέδια καθώς και τις τεχνικές προδιαγραφές και ενώ κάθε φορά που του έδιδε ο ενάγων κάποια σχέδια αυτός του έλεγε τα σχόλια του, εντούτοις δεν φαίνεται από τα όσα ανέφερε να μίλησε ή να συζήτησε σε οποιοδήποτε στάδιο στις συναντήσεις του με τον ενάγοντα κατά την ετοιμασία των προσχεδίων, για τα σχέδια αυτά ή έστω να ρώτησε πότε αυτά θα ετοιμάζονταν εφόσον δεν έβλεπε να γίνονται. Επίσης στην κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι δεν συμφωνεί με τον ισχυρισμό του ενάγοντα ότι δεν χρειάζονται πάντοτε κατασκευαστικά σχέδια για σκοπούς ανέγερσης μιας κατοικίας γιατί σύμφωνα με τον ίδιο τα σχέδια αυτά είναι απαραίτητα για την αποπεράτωση της. Εδώ πρέπει να λεχθεί ότι η θέση του ενάγοντα επ' αυτού ήταν ότι τέτοια σχέδια δεν είναι απαραίτητα για την εξασφάλιση άδειας οικοδομής και όχι ότι δεν γίνονται καθόλου. Προς υποστήριξη της θέσης του αυτής ο εναγόμενος ανέφερε ότι το πιο πάνω καταγράφεται ως μέρος της εργασίας που αναλαμβάνει ένας αρχιτέκτονας σύμφωνα με το «Μέρος ΙΙ» του τεκμηρίου 6 ενώ επικαλέστηκε και τη συνήθη πρακτική που επικρατεί στην αγορά. Όσον όμως αφορά τη συνήθη πρακτική στην αγορά δεν ανέφερε πως αυτός τη γνωρίζει ή τη γνώριζε τότε. Το ότι ως ανέφερε σπούδασε μηχανολογία και κατά τη διάρκεια των σπουδών του αυτών παρακολούθησε και μαθήματα πολιτικής, μηχανολογικής και ηλεκτρολογικής μηχανικής κάτι που του επιτρέπει να γνωρίζει θέματα πολιτικής μηχανικής, όχι όμως τις διαδικασίες σε λεπτομέρειες, και να αντιλαμβάνεται ένα σχέδιο ανέγερσης κατοικίας, δεν τον καθιστά γνώστη της πρακτικής στην αγορά σε σχέση με θέματα ανάθεσης εργασιών σε αρχιτέκτονες εφόσον ως ο ίδιος ανέφερε δεν ενδιαφέρθηκε καν να εγγραφεί στο Ε.Τ.Ε.Κ. σαν μηχανολόγος και δεν δούλεψε ούτε καν ως πολιτικός μηχανικός. Η δε αναφορά του στο περιεχόμενο του τεκμηρίου 6, το οποίο είναι δείγμα-πρόταση «Συμβόλαιου Ανάθεσης Εργασίας του Συλλόγου Αρχιτεκτόνων Κύπρου», με δεδομένο ότι, ως ο ίδιος ανέφερε, δεν το υπόγραψαν με τον ενάγοντα και άρα οι όροι του δεν ήταν δεσμευτικοί αλλά ούτε και γνώριζε την ύπαρξη του κατά τον επίδικο χρόνο, εφόσον δεν έμαθε για αυτό παρά μόνο μετά την καταχώρηση της αγωγής, δείχνει καθαρά την προσπάθεια του να πείσει για τις θέσεις του όχι όμως με βάση το τι πράγματι συμφωνήθηκε και έγινε κατά τη συναλλαγή με τον ενάγοντα αλλά με βάση το τι θα έπρεπε ίσως να ισχύει βάση των πιο πάνω. Από τα πιο πάνω φαίνεται λοιπόν ότι τα όσα ανέφερε σχετικά ο εναγόμενος δεν αποτελούν παρά μόνο εκ των υστέρων σκέψεις του τις οποίες προέβαλε για να στηρίξει τη θέση του ότι πέραν του ότι δεν έδωσε οδηγίες στον ενάγοντα για την ετοιμασία τελικών σχεδίων, το ποσό των Λ.Κ.7,200 (αφαιρουμένου δηλ. από τις Λ.Κ.9,000 του ποσού των Λ.Κ.1,800 που θα πληρωνόταν για επίβλεψη των εργασιών κατά την ανέγερση της κατοικίας) που συμφώνησαν με τον ενάγοντα ως αμοιβή αυτού δεν περιοριζόταν μέχρι την ετοιμασία των τελικών αρχιτεκτονικών σχεδίων τα οποία θα υποβάλλονταν για σκοπούς εξασφάλισης άδειας οικοδομής, ως ήταν η θέση του ενάγοντα, καθώς και της θέσης του ότι στην ουσία τα σχέδια τεκμήριο 3 τα οποία κατέθεσε ο ενάγοντας ως τα τελικά αρχιτεκτονικά σχέδια δεν μπορούσαν να θεωρηθούν τελικά. Ακόμη ήταν η θέση του εναγόμενου ότι εκτός του ότι ποτέ δε συμφωνήθηκε ότι το ποσό των Λ.Κ.7,200 θα αφορούσε την εργασία μόνο μέχρι το στάδιο της υποβολής των αιτήσεων θα ήταν αφελές ο εναγόμενος να έχει συμφωνήσει με τον ενάγοντα ότι θα έπρεπε να αναθέσει όλη την υπόλοιπη εργασία που χρειαζόταν για αποπεράτωση της κατοικίας σε άλλο αρχιτέκτονα και μετά ο ενάγοντας να συνεχίσει με την επίβλεψη μέχρι τέλους. Η θέση του όμως αυτή θα είχε ίσως κάποια σημασία αν τα γεγονότα είχαν ως τα εισηγείται. Ο ενάγοντας όμως κατά τη μαρτυρία του δεν ανέφερε ότι τα πιο πάνω θα τα αναλάμβανε στην περίπτωση τους άλλος αρχιτέκτονας και μετά ο ενάγων θα συνέχιζε με την επίβλεψη αλλά ότι αυτά δεν ήταν απαραίτητα για την υποβολή των σχεδίων προς έκδοση άδειας οικοδομής καθώς και ότι δεν συμφωνήθηκε να γίνουν τέτοια σχέδια. Ο εναγόμενος, είπε, ζήτησε μόνο την εκπόνηση σχεδίων για υποβολή άδειας οικοδομής. Από τα πιο πάνω φαίνεται ότι και επί αυτού του θέματος η θέση του ενάγοντα είναι λογική με βάση τις περιστάσεις της υπόθεσης σε αντίθεση με τη θέση του εναγομένου η οποία αποτελεί επιχειρηματολογία που δεν στηρίζεται στα γεγονότα. Όσον αφορά τη θέση του εναγόμενου για συμφωνία πληρωμής της αμοιβής του ενάγοντα με δόσεις κατά τη μαρτυρία του ο εναγόμενος ανέφερε ότι ενόψει της αύξησης του εμβαδού της κατοικίας συμφώνησαν ότι η αμοιβή του ενάγοντα θα αυξανόταν ανάλογα σε Λ.Κ.9,000 και έτσι θα αυξάνονταν και κατ' αναλογία οι δόσεις, οι οποίες πάλι θα πληρώνονταν κατά στάδια όπως και κατά την προηγούμενη συμφωνία. Στην υπεράσπιση του όμως δεν αναφέρει αυτό αλλά ότι αυτός ήταν πάντοτε µε την εντύπωση ότι και η πιο πάνω αµοιβή των Λ.Κ.9,000 θα πληρωνόταν τμηματικά κατ' αναλογία των όσων είχαν συµφωνηθεί αρχικά. Πέραν των πιο πάνω δεν εξήγησε πως θα γινόταν αυτό αναλογικά, ενώ δεν βρίσκει έρεισμα στη λογική η θέση του ότι από τη μια ο ενάγοντας καθόρισε τον πιο πάνω τρόπο πληρωμής και με ακρίβεια μάλιστα αλλά από την άλλη μετά την αύξηση της αμοιβής στις Λ.Κ.9,000 δεν αναπροσάρμοσε ακριβώς τα ποσά των δόσεων αλλά όρισε ότι αυτό θα γινόταν γενικά και αόριστα «κατ' αναλογία» και θα πληρώνονταν κατά στάδια όπως είχαν συμφωνήσει. Τέλος πρέπει να σημειωθεί ότι η θέση αυτή της υπεράσπισης για κατ' αναλογία αύξηση και πληρωμή των δόσεων δεν τέθηκε στον ενάγοντα για να τοποθετηθεί επί αυτής και να μπορέσει το Δικαστήριο να την αξιολογήσει. Περαιτέρω προς ενίσχυση της θέσης του για συμφωνία πληρωμής με δόσεις ο εναγόμενος κατέθεσε το τεκμήριο 10. Το έγγραφο αυτό περιέχει σύμφωνα με τον εναγόμενο χειρόγραφες σημειώσεις που αυτός έλαβε με μολύβι κατά την πρώτη του συνάντηση με τον ενάγοντα και σε αυτό σύμφωνα με την ίδια θέση φαίνονται τα ποσά και ο συγκεκριμένος τρόπος πληρωμής. Επίσης σε αυτό περιέχονται και σημειώσεις με στυλό τις οποίες έκανε αργότερα ο εναγόμενος. Είναι εμφανές όμως από τα όσα είπε ο εναγόμενος για αυτό αλλά και από το περιεχόμενο του τεκμηρίου 10 ότι αυτό αποτελεί μαρτυρία αυτοενισχυτική της μαρτυρίας του εναγόμενου και συνεπώς η αποδεικτική αξία του είναι μηδαμινή και δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη (βλ. Μούρτζινος ν. Του πλοίου "GALAXIAS" κ.α.
(1992)1 Α.Α.Δ. 612, Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1 Α.Α.Δ. 454 και ANTWERP DIAMOND POLISHER LTD κ.α. ν. ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ ΛΤΔ
(2005)1 Α.Α.Δ. 533). Ακόμη όμως και αν το περιεχόμενο του τεκμηρίου 10 γινόταν δεκτό σε αυτό δεν αναφέρονται λεπτομέρειες αλλά συνοπτικές σημειώσεις με ποσά ενώ πρέπει να σημειωθεί και ότι στα ποσά που είναι γραμμένα με μολύβι δεν αναφέρεται το ποσό των Λ.Κ.1,200 που σύμφωνα με τον εναγόμενο συμφωνήθηκε εξ αρχής για την επίβλεψη ως μέρος του συνολικού ποσού της αμοιβής που θα πληρωνόταν με καθορισμένες δόσεις. Στο κάτω μέρος μόνο του εγγράφου αυτού τίθεται με στυλό, όμως αυτή τη φορά, σε μια μαθηματική πράξη πρόσθεσης ο αριθμός 1,200, κάτι που όμως σύμφωνα με τον εναγόμενο το σημείωσε αργότερα. Στην αντεξέταση δε του εναγόμενου σε υποβολή ότι δεν συμφώνησαν ποτέ να καταβληθεί η αμοιβή του ενάγοντα με δόσεις απάντησε ότι όχι μόνο συμφώνησαν αλλά ο ίδιος δεν άκουσε ποτέ να μην είναι με δόσεις παραπέμποντας και πάλι στη συνήθη πρακτική στην αγορά και προσθέτοντας ότι μάλιστα συνηθίζεται οι δόσεις να είναι μετά το πέρας των προσχεδίων, μετά την πολεοδομική άδεια και μετά την άδεια οικοδομής γιατί αυτοί οι χρόνοι καθορίζονται με ευκολία. Στήριξε δε περαιτέρω τη θέση του αυτή πάλι και στο τεκμήριο 6 για το οποίο έγινε αναφορά ανωτέρω. Επιπλέον ανέφερε ότι θα ήταν αφελές να πληρώσει κάποιος χωρίς τη συμπλήρωση των εργασιών και την εξασφάλιση των απαιτούμενων αδειών. Όλα τα πιο πάνω δείχνουν όμως ότι και αυτή του η θέση περί συμφωνίας καταβολής της αμοιβής του ενάγοντα με δόσεις αποτελεί εκ των υστέρων σκέψεις του. Όσον αφορά το θέμα των αιτήσεων για εξασφάλιση αδειών για την ανέγερση της κατοικίας ο εναγόμενος στην κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι ο ενάγοντας ουδέποτε του ανέφερε ότι θα υποβαλλόταν μία αίτηση για εξασφάλιση και των δύο αδειών (πολεοδομικής και οικοδομής) και ήταν πάντα με την εντύπωση όπως ήταν παλαιότερα η καθιερωμένη πρακτική ότι η διαδικασία θα ήταν σε δύο στάδια, δηλαδή σ' αυτό της εξασφάλισης πρώτα πολεοδομικής άδειας και μετά της άδειας οικοδομής. Γι' αυτό και ο καθορισμός των δόσεων της αμοιβής, είπε, ως φαίνεται και στο τεκμήριο 10, συμφωνήθηκε πάνω σε αυτή τη βάση. Στην αντεξέταση του όμως χωρίς πλέον να κάνει λόγο για εντύπωση που είχε, ανέφερε με βεβαιότητα ότι μιλούσαν με τον ενάγοντα για δύο αιτήσεις όπως ήταν η παλαιότερη πρακτική. Τώρα, ανέφερε, λόγω αλλαγής γίνεται μόνο μία αίτηση. Αυτά τα ξέρει, είπε, γιατί ενημερώθηκε αφού μελέτησε σχετικά πρόσφατα για σκοπούς της δίκης. Είναι εμφανές ότι και για αυτό το θέμα ο εναγόμενος προσπάθησε να πείσει για τη θέση του με αναφορά σε εντύπωση που είχε με βάση και πάλι την πρακτική. Κατά τη μαρτυρία του δε και μετά που άκουσε τη θέση του ενάγοντα ότι εκείνη την περίοδο μετά από αλλαγή της νομοθεσίας για την περίπτωση της κατοικίας του θα υποβαλλόταν μια και μόνο αίτηση στο Δήμο Αγ. Αθανασίου για εξασφάλιση άδειας οικοδομής και δεν χρειαζόταν και αίτηση για εξασφάλιση πολεοδομικής άδειας, μελέτησε τη νομοθεσία και επικαλούμενος τα όσα του είπαν συνάδελφοι του στην Ελεγκτική Υπηρεσία που ασχολούνταν με κατασκευαστικά έργα, αν και δέχτηκε ότι η νομοθεσία έδιδε αυτή τη δυνατότητα, ανέφερε ότι αυτό δεν μπορούσε να εφαρμοσθεί από την αρχή γιατί κάποιες αρμόδιες αρχές δεν είχαν τη δυνατότητα να το εφαρμόσουν και άρα χρειαζόταν η υποβολή δύο αιτήσεων. Ανέφερε μάλιστα ότι αυτό μπορεί να επιβεβαιωθεί από την αρμόδια αρχή. Παρόλα αυτά δεν προσκόμισε οποιαδήποτε μαρτυρία από την αρμόδια, στην παρούσα περίπτωση αρχή, ήτοι το Δήμο Αγ. Αθανασίου για να επιβεβαιώσει τη θέση του. Για δε την αποδεικτική αξία του τεκμηρίου 10 που επίσης επικαλέστηκε για υποστήριξη και αυτής του της θέσης έχει ήδη γίνει αναφορά. Ήταν επίσης η θέση του εναγόμενου ότι τα μόνα σχέδια που του παρέδωσε ο ενάγοντας καθ' όλη τη διάρκεια της σχέσης τους ήταν αυτά του τεκμηρίου 7 καθώς και ότι ο ισχυρισμός του ενάγοντα ότι στις 22.12.04 ο εναγόμενος του έδωσε την έγκριση του για να προχωρήσει με την ετοιμασία των τελικών σχεδίων δεν ευσταθεί γιατί τα σχέδια που αφορούσαν στο υπόγειο και ισόγειο και τα οποία είναι τα Γ2 και Γ3 του τεκμηρίου 7 δόθηκαν στον εναγόμενο, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του ενάγοντα στη μαρτυρία του, στις 24.12.04 και άρα δεν ήταν δυνατό ο εναγόμενος να δώσει την έγκριση του στις 22.12.04 όταν δεν είχε όλα τα σχετικά σχέδια με τις τροποποιήσεις που επιθυμούσε. Όμως ο ενάγοντας στη μαρτυρία του δεν ανέφερε ότι έδωσε στον εναγόμενο στις 24.12.04 τα σχέδια Γ1-Γ4 του τεκμηρίου 7 και συνεπώς η πιο πάνω θέση του εναγόμενου δεν μπορεί να ευσταθήσει. Ήταν αντίθετα λογική η θέση του ενάγοντα ότι στις 15.12.04 έστειλε με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο στον εναγόμενο την τελευταία αλλαγή όσον αφορούσε την ολοκλήρωση των τελικών προσχεδίων και στις 22.12.04 ο εναγόμενος του έδωσε εντολή να προχωρήσει με τα τελικά αρχιτεκτονικά σχέδια ενώ στις 24.12.04 ο εναγόμενος παρέλαβε ένα σετ των τελικών προσχεδίων ήτοι το τεκμήριο 2 για να το έχει ολοκληρωμένο και όχι για να τα εγκρίνει εφόσον είχε όλα τα σχέδια που έγιναν πριν φτάσουν στα τελικά του τεκμηρίου 2 και δεν χρειαζόταν να τα δει στις 24.12.04 για να τα εγκρίνει. Περαιτέρω στην παράγραφο 6 της υπεράσπισης του ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι τα προσχέδια δεν ήταν της απόλυτης αρεσκείας του και το ανέφερε αυτό ρητά στον ενάγοντα επιφυλασσόμενος να του δώσει παρατηρήσεις και για αυτό του είπε να μην προχωρήσει με τα τελικά σχέδια. Εδώ όμως εύλογα δημιουργείται ως προς την εκδοχή αυτή του εναγόμενου το ερώτημα πως ενώ ούτε τα προσχέδια δεν είχαν ακόμη οριστικοποιηθεί τέθηκε και από ποιόν στο στάδιο εκείνο θέμα τελικών σχεδίων, με αποτέλεσμα ο εναγόμενος να πει στον ενάγοντα να μην προχωρήσει σε τέτοια. Ως έχει ήδη αναφερθεί ήταν επίσης η θέση του εναγόμενου ότι δεν έδωσε οδηγίες στον ενάγοντα να προχωρήσει με την ετοιμασία των τελικών αρχιτεκτονικών σχεδίων. Ανέφερε συγκεκριμένα ότι μετά τις 15.12.04 πέρασε από το σπίτι του ενάγοντα και παρέλαβε τα προσχέδια τα οποία ο ίδιος αρίθμησε ως Γ1-Γ4 στο τεκμήριο
- Όταν τα μελέτησε τηλεφώνησε στον ενάγοντα ότι είχε ορισμένα σχόλια επ' αυτών που ήθελε να του εξηγήσει και όρισαν συνάντηση σε συγκεκριμένη ημερομηνία μέσα στον Ιανουάριο του
- Η συνάντηση όμως αυτή δεν έγινε γιατί ο εναγόμενος στις 10.1.05 ερχόμενος από τη Λευκωσία, όπου είχε μεταβεί για συνέντευξη στη Δημόσια Υπηρεσία με σκοπό την πρόσληψη του στην Ελεγκτική Υπηρεσία, την ακύρωσε λόγω του ότι ως ανέφερε και στον ενάγοντα είχε ορισμένες εκκρεμότητες αναφορικά με την εργασία του και θα καθόριζε νέα συνάντηση σε μεταγενέστερη ημερομηνία. Μετά από αυτό μίλησαν τηλεφωνικώς στις 22.2.05 και ανέφερε στον ενάγοντα ότι δεν θα προχωρούσε με την ανέγερση της κατοικίας του δεδομένου ότι θα άλλαζε τόπο εργασίας και θα μετακόμιζε στη Λευκωσία. Τότε ο ενάγοντας του είπε να πάει για να παραλάβει τα σχέδια που του έκανε. Στην αντεξέταση του ο εναγόμενος ανέφερε, όταν ερωτήθηκε πότε ακριβώς έμαθε για την πρόσληψη του, ότι δεν θυμόταν αλλά στις 22.2.05 είχε ήδη πάρει την προσφορά της θέσης και ανέλαβε υπηρεσία την 1.3.05 ενώ την απόφαση του να μην προχωρήσει με την κατοικία του την πήρε όταν πήρε την προσφορά και αποφάσισε να τη δεχτεί. Περαιτέρω η θέση του ενάγοντα ότι ήταν αυτός που τηλεφώνησε στον εναγόμενο στις 22.2.05 οπόταν και τον ενημέρωσε για τα πιο πάνω ο εναγόμενος δεν αμφισβητήθηκε. Από τα πιο πάνω λοιπόν προκύπτει σε σχέση με την εκδοχή του ενάγοντα εύλογα το ερώτημα γιατί μετά τις 10.1.05 που ως αυτός ισχυρίζεται είχε για τελευταία φορά επικοινωνία με τον ενάγοντα κατά την οποία ανάβαλε τη συνάντηση που είχαν για τα σχόλια του επί των τελευταίων σχεδίων που είχε πάρει, δεν επικοινώνησε ξανά με τον ενάγοντα για να τον πληροφορήσει, όταν πήρε προφανώς πριν την 22.2.05 την απόφαση να μην προχωρήσει στην ανέγερση της οικίας του και ανάμενε να του τηλεφωνήσει ο ενάγων, μια εβδομάδα στην ουσία πριν την ανάληψη εργασίας στη νέα του θέση; Περαιτέρω ο εναγόμενος δεν εξήγησε για ποιον λόγο του τηλεφώνησε ο ενάγων την ημέρα εκείνη, ενάμιση περίπου μήνα μετά την τελευταία τους επικοινωνία κατά την οποία ο εναγόμενος μάλιστα του είπε ότι θα επικοινωνούσε εκείνος μαζί του, αν όχι για να τον ενημερώσει ότι τα τελικά σχέδια είχαν ετοιμασθεί αλλά και γιατί ο ενάγων να προχωρήσει παρά τα πιο πάνω στην ετοιμασία τέτοιων σχεδίων αντίθετα με τις ρητές οδηγίες του εναγόμενου. Όλα τα πιο πάνω δείχνουν ότι η θέση του εναγόμενου για ετοιμασία των τελικών σχεδίων από τον ενάγοντα χωρίς τις οδηγίες του δεν αντέχει στη βάσανο της λογικής. Τέλος ήταν η θέση του εναγόμενου ότι μετά τη τηλεφωνική επικοινωνία τους στις 22.2.04 και αφού συμβουλεύτηκε πολιτικό μηχανικό για να βεβαιωθεί τι θα έπρεπε να καταβάλει στον ενάγοντα για τη μέχρι τότε εργασία του, επικοινώνησε και πάλι με τον ενάγοντα και του πρόσφερε επιπλέον Λ.Κ.800 δηλαδή Λ.Κ.1,800 συνολικά με την προκαταβολή που είναι το 20% της αμοιβής των Λ.Κ.9,
- Ανέφερε και πάλι ότι αυτό είναι το ποσοστό που αφορά το στάδιο της προμελέτης σύμφωνα με την παράγραφο 5.2 του τεκμηρίου
- Περαιτέρω ενώ ανέφερε ότι προέβηκε σε υπολογισμό του χρόνου που κατανάλωσε ο ενάγοντας για την ετοιμασία της εργασίας που έκαμε, για να υπολογίσει τη συνολική αμοιβή που κατά τον εναγόμενο δικαιούται, δεν μπορούσε να πει ποια ημερομηνία είχε την πρώτη συνάντηση με τον εναγόμενο. Ενόψει των ανωτέρω κρίνω ότι ο εναγόμενος δεν ήταν ειλικρινής και η μαρτυρία του δεν μπορεί να γίνει δεκτή και απορρίπτεται. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψην το σύνολο της μαρτυρίας η οποία έχει τεθεί ενώπιον μου και έχει γίνει δεκτή μετά από την αξιολόγηση της, σε συνδυασμό με τα όσα αποτελούν κοινά αποδεκτά γεγονότα μεταξύ των διαδίκων, ως αυτά προκύπτουν από τα δικόγραφα τους, καταλήγω στα ακόλουθα: Περί το 2004 ο εναγόμενος ανέθεσε στον ενάγοντα, ο οποίος ήταν τότε και εξακολουθεί να είναι αρχιτέκτονας εγγεγραμμένος στο Ε.Τ.Ε.Κ, την εκπόνηση αρχιτεκτονικών σχεδίων για την ανέγερση κατοικίας του σε οικόπεδο του στον Άγιο Αθανάσιο της Επαρχίας Λεμεσού. Συμφώνησαν ότι για τις υπηρεσίες που θα παρείχε ο ενάγοντας θα λάμβανε ως αμοιβή το ποσό των Λ.Κ.30 άνα τ.μ. Το ποσό αυτό θα περιλάμβανε την ετοιμασία προσχεδίων και στη συνέχεια τελικών αρχιτεκτονικών σχεδίων για εξασφάλιση άδειας οικοδομής από την αρμόδια αρχή καθώς και την επίβλεψη κατά την ανέγερση της οικοδομής. Αρχικά το εμβαδόν της κατοικίας θα ήταν 240 τ.μ. αλλά στη συνέχεια καθορίστηκε σε 300 τ.μ. και έτσι το συνολικό ποσό της αμοιβής του ενάγοντα καθορίστηκε σε Λ.Κ.9,000, συμπεριλαμβανομένου του ποσού των Λ.Κ.1,800 για την επίβλεψη. Ο εναγόμενος κατέβαλε στις 8.9.04 ως προκαταβολή για την αμοιβή του στον ενάγοντα το ποσό των Λ.Κ.1,
- Μετά από συνεντεύξεις με τον εναγόμενο ο ενάγοντας ετοίμασε σειρά τελικών προσχεδίων τα οποία ο εναγόμενος βρήκε της αρεσκείας τους. Έτσι στις 22.12.04 ο εναγόμενος έδωσε εντολή στον ενάγοντα να ετοιμάσει τα τελικά αρχιτεκτονικά σχέδια τα οποία θα υποβάλλονταν για την εξασφάλιση της άδειας οικοδομής. Ο ενάγων ετοίμασε τα τελικά αρχιτεκτονικά σχέδια και στις 22.2.05 κάλεσε τον εναγόμενο να τα παραλάβει και να τακτοποιήσει το λογαριασμό του όμως ο εναγόμενος τον πληροφόρησε ότι τελικά δεν θα προέβαινε στην ανέγερση της κατοικίας και δεν πήγε να παραλάβει τα σχέδια και να καταβάλει στον ενάγοντα το υπόλοιπο της αμοιβής του, το οποίο ανερχόταν, αφαιρουμένου του ποσού των Λ.Κ.1,800 το οποίο ήταν για την επίβλεψη, σε Λ.Κ.6,
- Ο ενάγων αξίωσε από τον εναγόμενο το πιο πάνω ποσό πλην όμως ο εναγόμενος απέρριψε την αξίωση του προσφέροντας μικρότερο ποσό. Το ποσό των Λ.Κ.6,200 εξακολουθεί μέχρι σήμερα να μην έχει καταβληθεί στον ενάγοντα. Όταν ο εναγόμενος ανέθεσε στον ενάγοντα το υπό αναφορά έργο ο τελευταίος δεν του ζήτησε να υπογράψει την έγγραφη εξουσιοδότηση που προβλέπει ο Κανονισμός 4
(2)των περί Δεοντολογίας των Μελών του Επιστημονικού Τεχνικού Επιμελητηρίου Κύπρου Κανονισμών του 1996 (Κ.Δ.Π.327/96). Σε σχέση με αυτό ο εναγόμενος προέβη σε καταγγελία του ενάγοντα στο Ε.Τ.Ε.Κ. Μετά τα πιο πάνω ευρήματα μου απομένει να εξετασθεί η θέση του εναγόμενου ότι η σύμβαση μεταξύ του και του ενάγοντα ήταν παράνομη λόγω της μη έγγραφης εξουσιοδότησης που προβλέπει ο Κανονισμός 4
(2)των περί Δεοντολογίας των Μελών του Επιστημονικού Τεχνικού Επιμελητηρίου Κύπρου Κανονισμών του 1996 (Κ.Δ.Π.327/96) και κατ' επέκταση ως άκυρη και άνευ αποτελέσματος δεν παρέχει δικαίωμα στον ενάγοντα να εγείρει την υπό εκδίκαση αξίωση του για αμοιβή. Σε σχέση λοιπόν με το θέμα αυτό πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Όσον αφορά το θέμα της παρανομίας σε σύμβαση και τις συνέπειες αυτής καθοδήγηση μπορεί να αντληθεί από την Αγαθοκλέους κ.α. ν. Λάππα
(1998)1 Α.Α.Δ.
- Το βασικό ερώτημα στο οποίο κλήθηκε το Ανώτατο Δικαστήριο να απαντήσει στην υπόθεση αυτή ήταν το κατά πόσο η σχετική σύμβαση, που φαίνεται ότι καταστρατηγούσε τις πρόνοιες του άρθρου 12(Α) του περί Αρχιτεκτόνων και Πολιτικών Μηχανικών Νόμου 41/62, ήταν παράνομη κατά παράβαση των προνοιών του άρθρου 23 του Κεφ.
- Τα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση αυτή με αναφορά τόσο στην αγγλική και κυπριακή νομολογία όσο και σε αγγλικά συγγράμματα μπορεί να συνοψισθούν στα ακόλουθα:
- Η παρανομία που μπορεί να εντοπιστεί στις συμβάσεις είναι ένα αρκετά δύσκολο θέμα και οι επιπτώσεις της δεν μπορούν να καθοριστούν με ευκολία. Αυτό γιατί η έκταση και η σοβαρότητα της παρανομίας διαφέρει από περίπτωση σε περίπτωση. Οι παράνομοι σκοποί μπορεί να συμπεριλαμβάνουν περιπτώσεις όπου διαφαίνεται μεγάλη φαυλότητα ή διαφθορά (π.χ. φόνου) ή περιπτώσεις όπου η παραβίαση μιας νομοθετικής πρόνοιας είναι τυπική (π.χ. η παράλειψη να παρουσιάσει ένας πωλητής αγαθών τη σχετική άδεια πώλησης).
- Σύμφωνα με τη σχετική με το άρθρο 23 του Κεφ. 149 νομολογία η διαπίστωση της ύπαρξης παρανομίας σε μια σύμβαση καθιστά ολόκληρη τη σύμβαση άκυρη. Η παρανομία σε μια σύμβαση παρατηρείται στη συνομολόγηση της ή στην εκτέλεση της. Αν η παρανομία επισημαίνεται στη συνομολόγηση της με απώτερο σκοπό τη διάπραξη ενός αδικήματος, η σύμβαση είναι ανεφάρμοστη. Αν η παρανομία προέρχεται και από τους δύο διαδίκους η πρόθεση κατά τη διάρκεια της συνομολόγησης είναι ουσιώδης και τούτο γιατί αν η πρόθεση είναι αμοιβαία η σύμβαση δεν μπορεί να εκτελεστεί. Αν όμως η παρανομία προέρχεται από ένα συμβαλλόμενο, η σύμβαση δεν μπορεί να εκτελεστεί από το συμβαλλόμενο που είχε την παράνομη πρόθεση.
- Υπάρχουν δύο γενικές αρχές. Σύμφωνα με την πρώτη μια σύμβαση που συνάπτεται με σκοπό τη διάπραξη παράνομης πράξης είναι ανεφάρμοστη. Σύμφωνα με τη δεύτερη το Δικαστήριο δεν εφαρμόζει μια σύμβαση η οποία ρητά ή εξυπακουόμενα απαγορεύεται από το Νόμο: I. Όταν μια σύμβαση απαγορεύεται ρητά από μια συγκεκριμένη νομοθετική πρόνοια, ο παράνομος χαρακτήρας της σύμβασης δεν μπορεί να τεθεί σε αμφισβήτηση. Η σύμβαση είναι εμποτισμένη με την παρανομία και δεν μπορεί να εκτελεσθεί. II. Όταν όμως ένα νομοθέτημα δεν περιέχει οποιαδήποτε απαγορευτική διάταξη για πρόσβαση στα Δικαστήρια για διεκδίκηση αποζημιώσεων και υποβάλλεται εισήγηση ότι η απαγόρευση είναι εξυπακουομένη, η απάντηση βασίζεται πάνω στην ερμηνεία του σχετικού νόμου. Σε μια τέτοια περίπτωση μπορεί να εφαρμοσθούν διαφορετικά κριτήρια. Αν ο μόνος σκοπός του νομοθετήματος είναι η αύξηση των εσωτερικών προσόδων, όπως π.χ. όταν ο Νόμος απαιτεί τη χορήγηση μιας άδειας σε ένα επιχειρηματία για τη διεξαγωγή συγκεκριμένων εργασιών, η σύμβαση δεν μπορεί να θεωρηθεί ως παράνομη. Όμως τα περισσότερα νομοθετήματα σκοπεύουν στην προστασία του κοινού ή στην υλοποίηση ενός σκοπού γενικής πολιτικής. Στην περίπτωση που ο Νόμος στοχεύει στην προστασία του κοινού, όπως π.χ. με την απαγόρευση εξάσκησης ενός επαγγέλματος από πρόσωπα που δεν είναι προσοντούχα, τότε η σύμβαση που συνάπτει ένα τέτοιο μη προσοντούχο πρόσωπο είναι παράνομη και δεν μπορεί να εφαρμοστεί. Όταν ένα πρόσωπο κατά τη διάρκεια της εκτέλεσης μιας σύμβασης ενεργεί με τρόπο που παραβιάζει μια νομοθετική πρόνοια, η συμπεριφορά του αυτή δεν μπορεί να του αποστερήσει ταυτόχρονα και το δικαίωμα να προσφύγει στα Δικαστήρια. Μια αυστηρή ερμηνεία των νομοθετικών προνοιών που έχει σαν αποτέλεσμα την, σε περίπτωση διάπραξης οποιασδήποτε παράνομης πράξης κατά την εκτέλεση μιας σύμβασης, δίχως άλλο αποστέρηση από τον αδικοπραγούντα όλων των θεραπειών που έχει με βάση τη σύμβαση και κατ' επέκταση την αποστέρηση προσφυγής του στα Δικαστήρια, μπορεί να οδηγήσει σε παράλογα αποτελέσματα. Με βάση τα πιο πάνω το Ανώτατο Δικαστήριο κατέληξε στα ακόλουθα: «Στην παρούσα περίπτωση η εφεσίβλητη ήταν προσοντούχος αρχιτέκτονας και είχε εγγραφεί στο σχετικό μητρώο των αρχιτεκτόνων του Συνδέσμου Πολιτικών Μηχανικών και Αρχιτεκτόνων Κύπρου. Κατά τον ουσιώδη χρόνο που είχε αναλάβει την εκπόνηση των σχεδίων των εφεσειόντων δεν ήταν κάτοχος της ενιαυσίας άδειας όπως προνοεί το άρθρο 12(Α) του περί Αρχιτεκτόνων και Πολιτικών Μηχανικών Νόμου Αρ. 41/62, την οποία όμως απέκτησε εκ των υστέρων. Μια προσεκτική εξέταση των προνοιών του πιο πάνω άρθρου δείχνει ότι ο μη κάτοχος της ενιαυσίας άδειας δεν εμποδίζεται ούτε ρητά ούτε με εξυπακουόμενο τρόπο να διεκδικήσει την αμοιβή του. Η ερμηνεία αυτή ενισχύεται με την αντιπαράθεση του άρθρου 10 του ιδίου Νόμου, το οποίο τιμωρεί ρητά και απαγορεύει ρητά την είσπραξη αμοιβής από αρχιτέκτονες ή πολιτικούς μηχανικούς κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις. Αν η πρόθεση του νομοθέτη ήταν η απαγόρευση της είσπραξης αμοιβής από αρχιτέκτονες ή πολιτικούς μηχανικούς που δεν είναι κάτοχοι ενιαυσίας άδειας, τότε αναμφίβολα θα συμπεριλάμβανε μια ανάλογη προς το άρθρο 10 του Νόμου πρόνοια. Χαρακτηριστικά είναι τα επακόλουθα της παραβίασης των πιο πάνω άρθρων. Καταστρατήγηση του άρθρου 10 επιφέρει επιβολή ποινής φυλάκισης μέχρι τρεις μήνες και/ή επιβολή προστίμου μέχρι £100, ενώ καταστρατήγηση του άρθρου 12(Α) μπορεί να επιφέρει μόνο ποινή προστίμου μέχρι £
- Η πιο πάνω διαφορά δεν μπορεί παρά να ενισχύσει την άποψη ότι οι πρόνοιες του άρθρου 12(Α) είναι διαδικαστικής φύσης και δεν μπορεί να προσδώσουν παράνομο χαρακτήρα σε μια σύμβαση που δεν θα επέτρεπε την προσφυγή στα Δικαστήρια. Δεν πιστεύουμε ότι η πρόθεση του νομοθέτη ήταν η αποστέρηση του δικαιώματος ενός αρχιτέκτονα ή πολιτικού μηχανικού να απαιτήσει την αμοιβή του, επειδή αυτός παρέλειψε να ανανεώσει την εγγραφή του στο σχετικό μητρώο για να του εκδοθεί η ενιαυσία άδεια του. Μια τέτοια ερμηνεία θα ήταν παράλογη και θα επέφερε μια μεγάλη αδικία. Αν πρόθεση του νομοθέτη ήταν η αποστέρηση του δικαιώματος διεκδίκησης της αμοιβής θα το έκαμνε με ρητή νομοθετική πρόνοια, όπως και στην περίπτωση των περί Δικηγόρων Νόμων, όπου το άρθρο 11
(4)(α) των πιο πάνω Νόμων προνοεί ότι το πρόσωπο που ασκεί την δικηγορίαν χωρίς να είναι κάτοχος ετήσιας άδειας, κωλύεται να εγείρει ή συνεχίσει αγωγή για είσπραξη δικαιώματος αμοιβής». Στην ΕΥΧΡΙΣΩ ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. Θεμιστοκλέους, Πολιτική Έφεση 313/2006, ημερ. 17.4.2008 οι εφεσείοντες, ως εργολάβοι οικοδομών, συμφώνησαν προφορικά με τον εφεσίβλητο για την ανέγερση της κατοικίας του. Η αμοιβή τους θα προέκυπτε στη βάση συμφωνημένων τιμών μονάδος και κατά τον ισχυρισμό τους ανερχόταν στις Λ.Κ.96,046.46 και αξίωσαν ως υπόλοιπο το ποσό των Λ.Κ.14,046. Στην υπόθεση αυτή έγινε αναφορά στο άρθρο 38
(1)του περί Εγγραφής και Ελέγχου Εργοληπτών Οικοδομικών και Τεχνικών Έργων Νόμου 29(Ι)/2001 το οποίο προβλέπει ρητά ότι κάθε σύμβαση βάση της οποίας εγγεγραμμένος εργολήπτης αναλαμβάνει από μόνος του ή μαζί με άλλους να εκτελέσει οικοδομικό ή τεχνικό έργο αξίας μεγαλύτερης των δέκα χιλιάδων λιρών Κύπρου δε θα είναι έγκυρη και νομικά εκτελεστή εναντίον του αντισυμβαλλομένου για λογαριασμό του οποίου θα εκτελεστεί το έργο εκτός αν η σύμβαση είναι γραπτή. Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε σχετικά τα ακόλουθα: «Το άρθρο 38 δεν περιορίζεται στο να καταστήσει άκυρη και μη νομικά εκτελεστή την προφορική συμφωνία. Με την παράγραφο 4 η παράβαση της παραγράφου 1 καθίσταται ποινικό αδίκημα τιμωρούμενο με φυλάκιση ή και με χρηματική ποινή. .................................................................................................................. Οι εφεσείοντες αναφέρθηκαν, βεβαίως, στην παράγραφο 4. Με την εισήγηση, όμως, πως δεν προκύπτει από αυτή πως ήταν σκοπός του νομοθέτη να καταστήσει παράνομη τη συμφωνία εργολαβίας που δεν γίνεται γραπτώς. Σκοπός του ήταν, όπως εισηγούνται με αναφορά και στις παραγράφους 2 και 3, «να καθιερώσει ένα είδος ελέγχου από το Συμβούλιο, προς τα μέλη του ..». Με την πρόσθετη εισήγηση πως, αν ο Νόμος ήθελε να απαγορεύσει την είσπραξη αμοιβής, θα το έκαμνε ρητά, όπως έγινε με άλλους νόμους. Παραπέμπουν σ' αυτό το πλαίσιο στην Αγαθοκλέους κ.α. ν. Λάππα
(1998)1 Α.Α.Δ. 2202, και στην Shaw v. Groom [1970] 1 All ER 702 και σε αγγλική βιβλιογραφία που αναφέρεται σ' αυτή, όπως και σε σειρά άλλων πάνω στις ίδιες γραμμές. (βλ. Πισιάρας κ.α. ν. Μιχαηλίδη κα
(2000)1(Β) ΑΑΔ 817, Σκουτέλας ν. Αγαπίου
(2003)1(Α) Α.Α.Δ. 338). Αυτές, όμως οι υποθέσεις είναι άλλης φύσης ζήτημα που εξετάζουν. Ειδικά, το κατά πόσο πρόνοια σε νόμο που καθιστά ορισμένη ενέργεια παράνομη, έχει επίπτωση και στο κύρος της συναφούς σύμβασης. Τέτοιο θέμα δεν υφίσταται εδώ. Ρητά ο Νόμος καθιστά άκυρη και μη νομικά εκτελεστή τη σύμβαση. Ενώ, η παράβαση των παραγράφων 2 και 3 που επίσης καθίσταται ποινικό αδίκημα, όπως επίσης ρητά προβλέπεται με την παράγραφο 5, δεν επηρεάζει την εγκυρότητα των συμβάσεων. Εν προκειμένω, λοιπόν, έχουμε και τα δυο. Η προφορική σύμβαση ρητά καθίσταται παράνομη αφού η σύναψή της συνιστά ποινικό αδίκημα και, περαιτέρω, είναι άκυρη και μη νομικά εκτελεστή». Τέλος πρέπει να σημειωθεί ότι το ίδιο με την παρούσα θέμα εξετάστηκε και κρίθηκε στην υπόθεση Perdikis and others v. Lofitis
(1986)1 JSCC 13 σε σχέση με την πρόνοια του Κανονισμού 4(vii) (B)(b) του «The Etiquette of Architects and Civil Engineers Regulation of 1978», η οποία ήταν ακριβώς η ίδια με την πρόνοια του υπό εξέταση Κανονισμού 4
(2). Λαμβάνοντας υπόψην τα ανωτέρω θα προχωρήσω να εξετάσω το θέμα ως εγείρεται στην παρούσα. Οι Κανονισμοί στους οποίους στηρίζει τη θέση της η υπεράσπισης εκδόθηκαν από το Επιμελητήριο δυνάμει του άρθρου 32
(2)(δ) του περί Επιστημονικού Τεχνικού Επιμελητηρίου Κύπρου Νόμου 224/90, το οποίο άρθρο παρέχει εξουσία στο Επιμελητήριο να εκδίδει Κανονισμούς οι οποίοι «να ρυθμίζουν την επαγγελματική δεοντολογία των μελών του και να καθορίζουν την έννοια της επονείδιστης, δόλιας ή ασυμβίβαστης προς το επάγγελμα διαγωγής». Αναφέρονται δε στο προοίμιο τους ως οι περί Δεοντολογίας των Μελών του Επιστημονικού Τεχνικού Επιμελητηρίου Κύπρου Κανονισμοί του 1996. Από το περιεχόμενο των Κανονισμών είναι εμφανές ότι αυτοί ρυθμίζουν τη δεοντολογία των μελών του Επιμελητηρίου κατά την άσκηση του επαγγέλματος τους τόσο γενικά όσο και σε σχέση με τους πελάτες τους και με τα άλλα μέλη (Κανονισμοί 3-9) καθώς και τη πειθαρχική διαδικασία σε όλα τα στάδια της και τις ποινές που μπορεί να επιβληθούν σε περίπτωση που κάποιο μέλος κριθεί ένοχος πειθαρχικού παραπτώματος (Κανονισμοί 10-18). Ο Κανονισμός 4 των υπό αναφορά Κανονισμών, ο οποίος φέρει ως πλαγιότιτλο «Σχέσεις με τους εντολείς», προβλέπει στην παράγραφο 2 αυτού τα ακόλουθα: «Η ανάθεση έργου συντελείται μόνο με την έγγραφη εξουσιοδότηση από τον εντολέα, στην οποία αναφέρεται απαραίτητα και η αμοιβή». Παράβαση του Κανονισμού 4
(2)ενδεχόμενα αποτελεί, ως φαίνεται από τους υπό αναφορά Κανονισμούς, πειθαρχικό παράπτωμα και σε περίπτωση καταδίκης προσώπου με βάση αυτό μπορεί να του επιβληθεί σύμφωνα με τον Κανονισμό 18 κάποια από τις πειθαρχικές ποινές που προβλέπει το άρθρο 23 του Νόμου 224/90. Πέραν όμως αυτού ούτε οι υπό αναφορά Κανονισμοί αλλά ούτε και ο Νόμος 224/90, δυνάμει του οποίου αυτοί εκδόθηκαν, προβλέπουν ότι η συμφωνία είναι άκυρη ή μη εκτελεστή αλλά ούτε και εμποδίζουν είτε ρητά είτε εξυπακουόμενα το μέλος το οποίο ανέλαβε και εκτέλεσε εργασία για κάποιο εντολέα να διεκδικήσει την αμοιβή του σε περίπτωση που δεν γίνει η έγγραφη εξουσιοδότηση από τον εντολέα. Η ερμηνεία αυτή ενισχύεται σε αντιπαράθεση με το άρθρο 25 του Νόμου 224/90 το οποίο όχι μόνο καθιστά ποινικό αδίκημα και τιμωρεί ρητά την άσκηση του επαγγέλματος σε οποιοδήποτε κλάδο μηχανικής επιστήμης από πρόσωπο το οποίο δεν είναι εγγεγραμμένος δυνάμει του Νόμου ή του επιβλήθηκε ποινή αναστολής της άδειας άσκησης επαγγέλματος (βλ. παράγραφο 4) αλλά και απαγορεύει ρητά στα πρόσωπα αυτά την είσπραξη οποιασδήποτε αμοιβής για υπηρεσίες που προσέφεραν υπό την ιδιότητα τους ως επιστήμονες μηχανικοί (βλ. παράγραφο 5). Εάν λοιπόν η πρόθεση του Νομοθέτη με τις πρόνοιες του Κανονισμού 4
(2)ήταν η απαγόρευση είσπραξης αμοιβής και κατ' επέκταση η απαγόρευση προσφυγής στο Δικαστήριο για το σκοπό αυτό, τότε θα το έκανε ρητά όπως έπραξε στην περίπτωση του άρθρου 25 που αναφέρθηκε ανωτέρω ή θα έδιδε ρητά σχετική εξουσία στο Επιμελητήριο να το προβλέψει σε Κανονισμό, κάτι το οποίο όμως δεν έπραξε. Περαιτέρω από τα όσα λέχθηκαν ανωτέρω σε σχέση με τους υπό εξέταση Κανονισμούς όσον αφορά τη νομοθετική εξουσιοδότηση βάση της οποίας εκδόθηκαν και το περιεχόμενο τους, συνάγεται ότι αυτοί θεσπίστηκαν με μοναδικό σκοπό τη ρύθμιση και τον έλεγχο της τήρησης της δεοντολογίας των μελών του Επιμελητηρίου κατά την άσκηση του επαγγέλματος τους και τις σχετικές σε περίπτωση παράβασης της, πειθαρχικής φύσεως, διαδικασίες και κυρώσεις. Δεν φαίνεται πουθενά στο Νόμο 224/90 συμπεριλαμβανομένης της εξουσίας που παρέχει στο Επιμελητήριο να εκδίδει Κανονισμούς, να υπήρξε πρόθεση του Νομοθέτη να επιβάλει συγκεκριμένο τύπο σε συμφωνίες των μελών του Ε.Τ.Ε.Κ. με τους πελάτες τους. Εάν η πρόθεση του νομοθέτη ήταν αυτή θα το έκανε με ρητή νομοθετική πρόνοια, όπως και στην περίπτωση του άρθρου 38
(1)του περί Εγγραφής και Ελέγχου Εργοληπτών Οικοδομικών και Τεχνικών Έργων Νόμου 29(Ι)/2001. Από όλα τα πιο πάνω κρίνω ότι δεν συνάγεται πρόθεση του Νομοθέτη στη περίπτωση που δεν γίνει η έγγραφη εξουσιοδότηση που προβλέπει ο Κανονισμός 4
(2)να αποστερήσει από τα μέλη του Ε.Τ.Ε.Κ. το δικαίωμα τους να απαιτήσουν την αμοιβή τους και κατ' επέκταση να προσφύγουν στο Δικαστήριο για υπηρεσίες που πρόσφεραν σε πελάτες τους. Αντίθετη ερμηνεία θα ήταν υπό τις περιστάσεις παράλογη και θα επέφερε μεγάλη αδικία. Ενόψει όλων των ανωτέρω κρίνω ότι η μη παροχή της έγγραφης εξουσιοδότησης που προβλέπεται στον Κανονισμό 4
(2)των υπό αναφορά Κανονισμών στην παρούσα δεν καθιστά τη συμφωνία μεταξύ του ενάγοντα και του εναγόμενου παράνομη και άρα άκυρη και άνευ αποτελέσματος. Συνεπώς η συμφωνία αυτή είναι εκτελεστή μεταξύ των μερών. Εν κατακλείδι κρίνω ότι ο ενάγοντας έχει αποδείξει στο βαθμό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων την απαίτηση του εναντίον του εναγόμενου. Ως εκ τούτου εκδίδεται απόφαση υπέρ του ενάγοντα και εναντίον του εναγόμενου για το ποσό των €10,593.33 ισάξιο των Λ.Κ.6,200 με νόμιμο τόκο μέχρι εξοφλήσεως. Περαιτέρω τα έξοδα ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ του ενάγοντα και εναντίον του εναγόμενου. (Υπ.) ............ Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Civil/Other Actions/Final (Αναφορά: Αστικό/Τελική Απόφαση/Οφειλή) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο