GZF Poly Oil Ltd. ν. Vladimir A Katic Long Beach California USA κ.α., Γεν. Αίτηση 349/07, 23 Ιουνίου, 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:A173 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Μιχαηλίδου, Π.Ε.Δ. Γεν. Αίτηση 349/07 Μεταξύ: GZF Poly Oil Ltd., από τη Λεμεσό κ.α. Εναγόντων και
- Vladimir A. Katic, Long Beach California, USA
- Derren Katic, Long Beach California, USA
- Miroslav Vukovic, Germany
- Petar Vukovic, Germany
- Martina Vukovic, Germany
- Slavenko Badjura, Kazakhastan
- Pacific Energy Resources Ltd., California, U.S.A.
- Vuko GMBH Ltd Inc., Germany
- Vuko Tradind Company Ltd., Germany
- Kapital Partners, από το Kazakhastan
- CanadianTriton International Ltd., Canada
- Menlo Park Investment Inc., British Virgin Islands Εναγομένων ----------------------------- Αίτηση ημερ. 8.10.2008 για παραμερισμό διατάγματος 23 Ιουνίου, 2009 Για τους αιτητές: κ. Α. Μαρκίδης Για τους καθ' ων η αίτηση: κ. Κ. Μελάς ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στα πλαίσια της πιο πάνω Γενικής Αίτησης οι αναφερόμενοι ως εναγόμενοι 1 - 9 καταχωρίζουν αίτηση επιζητώντας ακύρωση και παραμερισμό του διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ. 3.12.2007 με το οποίο δόθηκε άδεια: (α) σφράγισης του ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος της αγωγής. (β) σφράγισης της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος και της επίδοσης του εκτός δικαιοδοσίας στους εναγόμενους 1 -
- Οι αιτητές προβάλλουν σειρά λόγων που παρέχουν τη νομική βάση στην αίτηση: «α) Το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να εκδικάσει την αγωγή. β) Τα Κυπριακά Δικαστήρια δεν είναι το κατάλληλο forum (Forum Conveniens) για εκδίκαση της εν λόγω αγωγής. γ) Οι Ένορκες Δηλώσεις που καταχωρίστηκαν προς υποστήριξη της Αιτήσεως ήσαν παραπλανητικές. δ) Δεν αποκαλύφθηκαν ή/και δεν επεσύρθη η προσοχή του Δικαστηρίου με τον τρόπο που απαιτεί η νομολογία σε όλα τα ουσιώδη γεγονότα. ε) Το Δικαστήριο δεν μπορούσε ταυτόχρονα να επιληφθεί θέματος Άδειας σφραγίσεως Κλητηρίου Εντάλματος και θέματος Άδειας επιδόσεως της περί αυτού Ειδοποιήσεως εκτός δικαιοδοσίας. στ) Η αγωγή αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου.» Ταυτοχρόνως με την πιο πάνω αίτηση παραμερισμού καταχωρίζεται εκ μέρους των ιδίων εναγομένων αίτηση μέσα στα πλαίσια της αγωγής με αρ. 6417/07, που στοχεύει ανάμεσα σ' άλλα στην ακύρωση του διατάγματος σε σχέση με την άδεια επίδοσης της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος εκτός δικαιοδοσίας. Οι δυο αιτήσεις που συνοδεύονται από ένορκη δήλωση του Μιχάλη Σιδερά, με τη συγκατάθεση των δικηγόρων των ενδιαφερομένων μερών, εκδικάστηκαν διαδοχικώς την ίδια ημέρα και οι αγορεύσεις και επιχειρηματολογία που ακολουθήθηκε κατά την ακροαματική διαδικασία, που σημειώνω ότι περιορίστηκε στις εκατέρωθεν ένορκες δηλώσεις, ήταν στο μεγαλύτερο της βαθμό κοινή ώστε να καλύπτει και τις δυο αιτήσεις, με κάποιες διαφοροποιήσεις εκεί όπου κρίθηκε αναγκαίο, και ως συνέπεια της φύσης και δομής της κάθε μιας από αυτές. Η άλλη πλευρά αντικρούοντας τις θέσεις των εναγομένων υποστηρίζει ανάμεσα σ' άλλα τη δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων ως αρμοδίων να εκδικάσουν την αγωγή «λαμβανομένων υπόψη των γεγονότων, δεδομένων και περιστάσεων της υπόθεσης» και ότι η αίτηση γίνεται καθυστερημένα με σκοπό την κωλυσιεργία της εκδίκασης της ουσίας της υπόθεσης. Πριν προχωρήσω στην εξέταση της ουσίας της αίτησης θα ήθελα να ξεκαθαρίσω το πλαίσιο μέσα στο οποίο εξετάζονται αιτήσεις αυτής της φύσης. Το Δικαστήριο σε αιτήσεις αυτού του είδους δεν αποφασίζει κατά πόσο ο ενάγων θα πετύγχαινε στην αγωγή του, αλλά ουσιαστικά περιορίζεται στη διαπίστωση μιας εκ πρώτης όψεως υπόθεσης στηριζόμενο πάντοτε στα γεγονότα όπως αυτά τίθενται ενώπιον του υπό μορφή ενόρκου ή ενόρκων δηλώσεων. Η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου προσδιορίζεται και καθορίζεται μόνο στη βάση των γεγονότων που συνθέτουν την απαίτηση. GCC Computers Ltd v. Penril Datacom Ltd
(2000)1 A.A.Δ.
- Θα πρέπει επίσης εξ υπαρχής να σημειωθεί πως οι αιτητές υποστηρίζουν τόσο την έλλειψη δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου όσο και ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια δεν είναι το κατάλληλο forum για να εκδικάσει την αγωγή. Ζήτημα που κατά την κρίση μου είναι αντιφατικό και συγκρουόμενο για τους λόγους που θα εξηγήσω με λεπτομέρεια πιο κάτω, το προτάσσω όμως για να δώσω κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο την εικόνα που αντικρίζει το Δικαστήριο. Το Δικαστήριο υποστηρίζουν οι αιτητές δεν έχει δικαιοδοσία: - Οι εναγόμενοι διέμεναν κατά τον ουσιώδη χρόνο ή έχουν την έδρα τους στο εξωτερικό. - Οι μεταξύ των μερών Σύμβαση, Τεκμ. 3, της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την αίτηση και η οποία αποτέλεσε συμβιβασμό των οποιωνδήποτε διαφορών ή διενέξεων των μερών σε σχέση με τις συμβάσεις, Τεκμ.1, 1Α και 2, συνομολογήθηκε στο Βέλγιο και διέπεται από το Βελγικό Δίκαιο. - Οι θεραπείες Β - Ε στο Γενικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο αφορούν αιτίες αγωγής σε σχέση με τις οποίες δεν μπορούσε να δοθεί άδεια επιδόσεως εκτός δικαιοδοσίας. - Οι θεραπείες υπό στοιχείο Θ και Ι αφορούν σε αστικά αδικήματα που δεν έλαβαν χώρα εντός της δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων. - Οι συμβαλλόμενοι στις πιο πάνω συμβάσεις δεν συνδέονται με οποιοδήποτε τρόπο ή συμπίπτουν με τους εδώ εναγόμενους. - Οι αιτητές παρέλειψαν να επισύρουν την προσοχή του Δικαστηρίου στη ρήτρα διαιτησίας η οποία ενσωματώνεται στις πιο πάνω συμβάσεις. Ιδιαιτέρως επισημαίνεται ότι η αγωγή 2535/06 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού η οποία διευθετήθηκε μεταξύ των εκεί διαδίκων στις 4.5.07, περιείχε ρήτρα διαιτησίας στο εξωτερικό. Είναι γεγονός πως η αίτηση για άδεια σφράγισης της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος, στηρίχθηκε σε τρεις ένορκες δηλώσεις, μια κύρια και δύο συμπληρωματικές, που καταχωρίστηκαν ύστερα από σχετική άδεια του Δικαστηρίου, γεγονός που εκ πρώτης όψεως, φαίνεται να περιπλέκει τα πράγματα. Κρίνεται λοιπόν αναγκαίο να γίνει αναφορά έστω και περιληπτικά στη προϊστορία της διαφοράς. Η αξίωση των εναγόντων εναντίον των εναγομένων πηγάζει από τις συμφωνίες που καταρτίστηκαν μεταξύ τους τα έτη 1994 και
- Στις 15.12.94 οι εναγόμενοι 1 και 2, ιδιοκτήτες και/ή μέτοχοι των εναγομένων 11, συνήψαν με τους ενάγοντες δύο συμφωνίες Τεκμήρια 1-1Α όπου μεταξύ άλλων προνοούσαν πως: Οι ενάγοντες μέσω των επαφών και διασυνδέσεων τους θα βοηθούσαν τους εναγόμενους στην εξασφάλιση συμφωνιών παραγωγής και συνεκμετάλλευσης πετρελαίου. Στη συνέχεια θα καταρτιζόταν μεταξύ των μερών κοινοπραξία με ποσοστά 50% ο κάθε ένας και τα κέρδη θα μοιράζονταν μεταξύ τους. Δεν θα αποδέχονταν ή επιδίωκαν να αναλάβουν οποιαδήποτε επιχείρηση που θα προερχόταν από νέες πηγές ή συνεργάτες του αντισυμβαλλόμενου μέρους, σε οποιοδήποτε χρόνο και με οποιοδήποτε τρόπο χωρίς ρητή γραπτή άδεια. Δεν θα παράκαμπταν ούτε θα επιχειρούσαν να παρακάμψουν ο ένας τον άλλο ή οποιοδήποτε άλλο μέρος που σχετίζεται με οποιαδήποτε συναλλαγή την οποία τα μέρη επιθυμούσαν να συμμετάσχουν. Στις 6.11.94 με νέα συμφωνία μεταξύ των εναγόντων και εναγομένων 3, 4, 5 και 6 (ιδιοκτήτες, μέτοχοι ή άλλοι αξιωματούχοι των εναγομένων 7-9 και 12), συνομολογήθηκε ότι οι ενάγοντες μέσω των επαφών και διασυνδέσεων τους, θα βοηθούσαν τους εναγόμενους στην κατάρτιση μεταξύ των μερών Κοινοπραξίας με ποσοστά 50% ο καθένας. Τα κέρδη θα διαμοιράζονταν εξίσου μεταξύ των μερών 50% - 50%. Στις 7.2.98 με την υπογραφή μιας ακόμη συμφωνίας μεταξύ των εναγόντων και των εναγομένων 1-5, 8, 9 και 11 συμφωνήθηκε η διευθέτηση των επιχειρηματικών θεμάτων μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών, όπως ορίζονται στις συμφωνίες, η μεταβίβαση στο όνομα του ενάγοντα 2, 250.000 μετοχών της «TRITON-VUKO ENERGY GROUP LTD", και ότι τα μέρη θα συνεργάζονταν με καλή πίστη με σκοπό να εκπληρώσουν τις διαδικασίες μεταβίβασης. Οι εναγόμενοι πάντοτε σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των εναγόντων, παραβίασαν ουσιώδεις όρους των συμφωνιών ενεργώντας κακόπιστα και δόλια. Λεπτομέρειες δίδονται στις παραγράφους 11 και 12 της πρώτης ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση. Αποτέλεσμα των παρανόμων και αντισυμβατικών ενεργειών των εναγομένων ήταν η αποξένωση μέρους ή ολόκληρων των περιουσιακών στοιχειών της κοινοπραξίας και η μεταβίβαση των περιουσιακών στοιχείων της τελευταίας και μετοχών της σε άλλες εταιρείες ή εταιρεία και ή στις εναγόμενες εταιρείες 7-
- Αποδίδουν οι ενάγοντες-αιτητές στους εναγόμενους σειρά άλλων ενεργειών οι οποίες οδήγησαν στη δημιουργία των εναγομένων εταιρειών 7-12 έτσι ώστε τα συμφέροντα των εναγόντων να πληγούν ανεπανόρθωτα. Σημαντικά ποσά και αριθμός μετοχών αποξενώθηκαν και μεταβιβάστηκαν δολίως ή διοχετεύθηκαν σε διάφορους τραπεζικούς λογαριασμούς και εταιρείες που ελέγχονται από τις εναγόμενες εταιρείες 7-
- Σύμφωνα με τους ενάγοντες το πρώτο στοιχείο που συνηγορεί υπέρ της δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων είναι πως οι συμφωνίες, Τεκμ.1, 1Α και 2, προετοιμάστηκαν, συζητήθηκαν και υπογράφηκαν στην Κύπρο. Το δεύτερο και σημαντικότερο είναι πως τα συμβαλλόμενα μέρη έχουν αποδεχθεί με τις μέχρι σήμερα ενέργειες τους και έχουν παραμερίσει το ζήτημα της διαιτησίας που προνοείται στις ρήτρες των επιδίκων συμφωνιών. Οι ενάγοντες αντλούν επιχειρήματα υπέρ της δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων επικουρικά και από την αγωγή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού 2535/06, η οποία συμβιβάστηκε: με το συμβιβασμό ουσιαστικά οι εκεί ενάγοντες, πίσω από τους οποίους κατά τους ισχυρισμούς των εδώ εναγόντων κρύβονται οι εναγόμενοι 1 - 6 απεμπόλησαν τη ρήτρα διαιτησίας και απεδέχθησαν να υπαχθούν στη δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων. Eίναι ξεκάθαρα νομολογημένο ότι οποιαδήποτε ένσταση αναφορικά με τη δικαιοδοσία των Δικαστηρίων πρέπει να εξετάζεται κατά προτεραιότητα. Στην υπόθεση G.J. Magdon Ltd v. A.L. Metal Trading Ltd,
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 2064, εξετάστηκε η πρόνοια της Δ.16, θ.9, με την οποία προβλέπεται πως ένας εναγόμενος δικαιούται, χωρίς προηγουμένως να λάβει διαταγή του Δικαστηρίου που να του επιτρέπει να καταχωρίσει εμφάνιση υπό αίρεση, να υποβάλει αίτηση για παραμερισμό της επίδοσης του κλητηρίου. Εκεί εξετάστηκαν οι υποθέσεις Γεωργιάδης ν. Χάσικου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1136 και Παπακόκκινου ν. Landroke P/C
(1995)1 A.A.Δ.
- Το εφετείο συμφώνησε με την κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου πως η εφεσείουσα είχε δεχθεί και υπαχθεί στη δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων, εφόσον όχι μόνο δεν πήρε την προηγούμενη άδεια του Δικαστηρίου για να καταχωρίσει εμφάνιση υπό αίρεση, αλλά ούτε και προώθησε αίτηση παραμερισμού του Κλητηρίου ταυτοχρόνως με την καταχώριση υπό αίρεση εμφάνισης, έστω και χωρίς την άδεια του Δικαστηρίου. Απέρριψε επίσης τη θέση του δικηγόρου της εφεσειούσης πως εφόσον η τελευταία δεν προέβη σε οποιοδήποτε νέο διάβημα στη διαδικασία, μπορούσε, μετά την καταχώριση της υπό αίρεση εμφάνισης, να προχωρήσει με την επίδικη αίτηση ακύρωσης του κλητηρίου. Το εφετείο δεν συμφώνησε με την πιο πάνω εισήγηση, χαρακτηρίζοντας την πρακτική αυτή ως απολήγουσα κατ' ουσίαν «σε απεριόριστο δικαίωμα του εναγόμενου να ενεργεί κατά το δοκούν, ενώ εκκρεμεί εναντίον του καταχωρηθείσα αγωγή». Το εφετείο επεσήμανε ότι η νομολογία αποσκοπεί «στην άμεση και κατά προτεραιότητα εξέταση πιθανής ένστασης στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Τέτοιο ζήτημα δεν μπορεί να παραμένει στην ελεύθερη επιλογή χρόνου από τον εναγόμενο. Στην παρούσα περίπτωση οι εναγόμενοι 3, 4, 5 και 6 καταχώρισαν εμφάνιση υπό διαμαρτυρία στις 25.1.2008 και οι εναγόμενοι 1, 2, 7, 8 και 9 στις 7.2.2008 αντιστοίχως. Στις 3.6.2008 καταχωρίστηκε η έκθεση απαιτήσεως και στις 7.10.2008, εκ μέρους των εναγόντων, αίτηση για έκδοση απόφασης εναντίον των εναγομένων 1 - 9 λόγω παράλειψης καταχώρισης υπεράσπισης. Στις 3.11.2008 όταν η πιο πάνω αίτηση ήταν ορισμένη γι' ακρόαση ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγομένων εμφανίστηκε ζητώντας όπως η αίτηση οριστεί για μνεία την ίδια ημερομηνία που είναι ορισμένη η αίτηση για παραμερισμό, δεσμευόμενος, όπως δήλωσε, να καταχωρίσει την υπεράσπιση εντός 10 ημερών σε περίπτωση απόρριψης της υπό εξέταση αίτησης παραμερισμού. Οι υπό κρίση αιτήσεις μετά την καταχώριση των σχετικών ενστάσεων ορίστηκαν για ακρόαση 19.1.2009, ακρόαση η οποία έμελλε να αναβληθεί κατόπιν αιτήματος του δικηγόρου των εναγομένων η οποία και εγκρίθηκε με τη σύμφωνη γνώμη της άλλης πλευράς. Ολοκληρώθηκε η ακροαματική διαδικασία στις 2.4.
- Από τα πιο πάνω καθίσταται σαφές και σε συνάρτηση με την υπόθεση G.N. Ellinas Imports-Exports Ltd,
(2005)1 A.A.Δ. 1327, πως οι εναγόμενοι-αιτητές χωρίς προηγουμένως να λάβουν διαταγή του Δικαστηρίου που να τους επιτρέπει να καταχωρίσουν εμφάνιση υπό αίρεση, την καταχώρισαν και στη συνέχεια μετά από πάροδο μεγάλου κατά τη γνώμη μου χρονικού διαστήματος 9 και 8 μήνες αντιστοίχως, αποτείνονται για παραμερισμό του κλητηρίου. Σημειώνεται δε ιδιαιτέρως ο χρόνος που επιλέγουν οι εναγόμενοι να κινηθούν, μια μόνο ημέρα από την ημερομηνία καταχώρισης της αίτησης για έκδοση απόφασης εναντίον τους λόγω παράλειψης καταχώρισης υπεράσπισης. Τα διατάγματα του Δικαστηρίου και οι όροι που τίθενται σ' αυτό για την εμφάνιση ενός διαδίκου καθορίζουν το δικονομικό πλαίσιο μέσα στο οποίο όφειλαν να κινηθούν οι εναγόμενοι. Maxana Oil Limited v. Poltava Petroleum Company
(2002)1(Β) 834. Και εδώ όπως έχω παρατηρήσει οι εναγόμενοι παραλείπουν είτε να πάρουν προκαταρκτικά την άδεια του Δικαστηρίου για καταχώριση εμφάνισης υπό όρους ή διαμαρτυρία, είτε να προχωρήσουν πάραυτα με καταχώριση αίτησης αναστολής της διαδικασίας. Η υποχρέωση ενός διαδίκου να αποταθεί για αναστολή γίνεται πάντοτε με την πρώτη δυνατή ευκαιρία. Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Space Video Games Ltd v. Πλοίου "Silver Paloma"
(1996)1 A.A.Δ. 119, «η Αίτηση αυτής της φύσεως δεν αποτελεί εφεδρικό βέλος στη δικονομική φαρέτρα του διαδίκου, στην περίπτωση που δεν τελεσφορούν προς όφελος του άλλα διαβήματα που έλαβε, όπως στην προκείμενη περίπτωση, θίχτηκε ανεπιτυχώς θέμα δικαιοδοσίας ή προωθήθηκε διαδικασία τροποποίησης δικογραφήματος .» Βέβαια εάν οι αιτητές ενεργούσαν ευθύς αμέσως μετά την καταχώριση της αγωγής και επίδοσης προς αυτούς του κλητηρίου επιδιώκοντας την αναστολή της αγωγής στηριζόμενοι στην ρήτρα διαιτησίας θα έβλεπα ότι δεν αποδέχθηκαν ούτε και υπήχθησαν με την ενέργεια τους αυτή στη δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων. Αρχή που συνάδει με τον Κανονισμό 24 του Κοινοτικού Κανονισμού 44/01, ο οποίος προνοεί πως η εμφάνιση ενώπιον Δικαστηρίου Κράτους Μέλους με αποκλειστικό σκοπό την αμφισβήτηση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου δεν συνεπάγεται αποδοχή της δικαιοδοσίας του. Κοινοπραξία και/ή Συνδικάτο Ασφαλιστών v. G.N. Ellinas Imports-Exports Ltd,
(2005)1 A.A.Δ.
- Adrian Briggs and Peter Rees: Civil Jurisdiction and Judgments}, 4η Εκδ., σελ.
- Είναι η κατάληξη μου πως η πιο πάνω συμπεριφορά, και εδώ θα συμφωνήσω με τον ευπαίδευτο συνήγορο των εναγόντων συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου. Γι' αυτό και μόνο το λόγο η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Παρά ταύτα και για σκοπούς πληρότητας της απόφασης μου σε περίπτωση που ανατραπεί κατ' έφεση θα προχωρήσω να εξετάσω τους λοιπούς ουσιαστικούς, κατά την κρίση μου, λόγους. Μια μονομερής αίτηση είναι υψίστης πίστεως και παράλειψη παρουσίασης ουσιαστικών γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου, δυνατόν να οδηγήσει στην ακύρωση της διαταγής που δόθηκε στη βάση της αίτησης. Το Δικαστήριο κρίνει αν το γεγονός που παραλήφθηκε είναι ουσιαστικό, αν δεν ήταν γνωστό στον αιτητή και δεν μπορούσε εύλογα να γίνει γνωστό. Οι πιο πάνω αρχές έχουν κυρίως διαμορφωθεί σε υποθέσεις μονομερών αιτήσεων για εξασφάλιση προσωρινών διαταγμάτων ή για εξασφάλιση επίδοσης του Κλητηρίου Εντάλματος εκτός δικαιοδοσίας, όπως η περίπτωση μας (Larissa (Aρ. 2)
(1997)1 Α.Α.Δ. 1333, Demstar Limited v. Zim Israel Navigation Co. Ltd κ.ά., Αίτηση για Αναθεώρηση στην Αγ. Ναυτοδικείου 157/90, ημερομηνίας 30.5.96, R. V. Kensington Commissioners, ex. P. Polignac
(1917)1 K.B. 486, R. v. Barnes, ex p. Vernon
(1910)102 L.T. 860. Aυτό που εξετάζεται με την αίτηση επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας είναι κατά πόσο ο αιτητής είχε δείξει εκ πρώτης όψεως (prima facie) καλή αιτία αγωγής, ώστε να συντρέχουν οι προϋποθέσεις που τάσσει η Δ.6 θ.1 για να επιτραπεί η επίδοση της ειδοποίησης του κλητηρίου στο εξωτερικό. Το Δικαστήριο κατά την εξάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, εξετάζει, σ' εκείνο το στάδιο, αν αποκαλύπτεται αιτία αγωγής. Για να καταλήξει βασίζεται αποκλειστικά στα γεγονότα, όπως περιέχονται στην ένορκη δήλωση και σε αντικειμενική θεώρηση των γεγονότων αυτών. Όχι βέβαια στην αξιολόγηση της ουσιαστικής αξίας τους. Sekavin S.A. v. The Ship "Platon" Ch.
(1987)1 C.L.R. 297 και Nozaki & Co Ltd κ.ά. ν. Σιουκιούρογλου & Υιοί Λτδ
(1997)1 Α.Α.Δ. 1689. Είναι σημαντικό λοιπόν να αποφασιστεί πρώτα το θέμα της απόκρυψης και αν η οποιαδήποτε απόκρυψη επενεργεί καταλυτικά για την τύχη της Αίτησης. Στην υπόθεση Zachariades Liveras and others
(1989)1 C.L.R. 437, κρίθηκε ότι η μη αποκάλυψη όρου συμφωνίας για την παραπομπή διαφορών σε δικαστήριο ξένης χώρας συνιστά εκτροπή από της αρχή της πλήρους αποκάλυψης των ουσιωδών γεγονότων και στην ακύρωση του διατάγματος. Στην Demstar (πιο πάνω), εξετάστηκε και πάλι το ίδιο θέμα, μη αποκάλυψη ρήτρας αποκλειστικής δικαιοδοσίας. Εκεί ακυρώθηκε διάταγμα επίδοσης στο εξωτερικό, παρόλο που οι αιτητές στη μονομερή τους αίτηση επισύναπταν το σχετικό έγγραφο με την ένορκη δήλωση, χωρίς όμως να γίνεται ρητή αναφορά στην τελευταία. Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι η επισύναψη του εγγράφου δεν ήταν αρκετή και ότι δεν είχε σκοπό να επισύρει την προσοχή του Δικαστηρίου στην ύπαρξη της εν λόγω ρήτρας καθιστώντας την έτσι ως ουσιώδες γεγονός, κατά τρόπο που ισοδυναμούσε με παρασιώπηση της. Σχετικές με το θέμα είναι και οι υποθέσεις Ηani Moussa E.-Sayegh v. Credit Suisse
(1996)1 A.A.Δ. 836, καθώς και οι Δήμος Πάφου ν. Σοφοκλή Βοσκού
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1168, Interpartemental Concer "Uralmetrom" Besuno Ltd,
(2004)1 Α.Α.Δ. 557, Flensburger Sparkasse v. του Πλοίου Naime S (Ex Uranus I) (Αρ.2),
(2004)1(Β) Α.Α.Δ. 900 και United Perlite Industries Ltd v. Sayakhat Air Company,
(2002)1(Β) C.L.R. 938. Πλήρης λοιπόν και ειλικρινής αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων τα οποία γνωρίζει ο αιτητής, είναι απαραίτητη προϋπόθεση σε μια μονομερή Αίτηση. Είναι δε άσχετο αν η παράλειψη τέτοιας αποκάλυψης ήταν εσκεμμένη ή όχι. Εξετάζοντας το ζήτημα της μη αποκάλυψης ή παραπλάνησης του Δικαστηρίου θέλω να ξεκαθαρίσω από την αρχή πως η τελική κρίση του Δικαστηρίου και η έκδοση του σχετικού διατάγματος για άδεια σφράγισης του κλητηρίου της αγωγής εξασκήθηκε στο σύνολο και των τριών ενόρκων δηλώσεων. Δεν είναι, βρίσκω, νοητό αποσπασματικά να παραπέμπει ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγομένων-αιτητών σε κάθε μια ξεχωριστά από τις ενόρκους δηλώσεις για να θεμελιώσει απόκρυψη. Όπως άλλωστε και ο ίδιος παρατηρεί στην γραπτή του αγόρευση, αναφερόμενος στην τρίτη ένορκη δήλωση, η ρήτρα δικαιοδοσίας δεν αποκαλύφθηκε «αυθόρμητα» αλλά «προφανώς γιατί το θέμα ήγειρε το Δικαστήριο». Το Δικαστήριο όμως ικανοποιήθηκε σε τελική ανάλυση εφόσον καταχωρίστηκαν οι δυο επόμενες συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις, πράγμα που κατά την κρίση μου δεν είναι μεμπτό. Το γεγονός, της μη «άμεσης» αποκάλυψης όπως ισχυρίζεται η άλλη πλευρά και της «εκ των υστέρων κάλυψης» του ζητήματος με τις άλλες συμπληρωματικές ενόρκους δηλώσεις οι οποίες κατατέθηκαν κατόπιν αδείας του Δικαστηρίου, δεν οδηγεί σε συμπέρασμα μη αποκάλυψης ή παραπλάνησης του Δικαστηρίου. Ο,τι ώφειλαν να αποκαλύψουν οι αιτητές το απεκάλυψαν με το σύνολο των ενόρκων δηλώσεων που κατατέθηκαν κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου. Η ρήτρα δικαιοδοσίας καθορίζει τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου στο οποίο εγείρεται η διαφορά σε συνάρτηση πάντοτε με τη σύμφωνη γνώμη των διαδίκων μερών να εναποθέσουν στο συγκεκριμένο Δικαστήριο δικαιοδοσία. Το δικαστήριο κατά κανόνα εφαρμόζει τη συμφωνία των διαδίκων έχοντας κατά νουν εκείνο το οποίο οι ίδιοι οι διάδικοι καθόρισαν ως το πλέον ορθό και πλέον πρόσφορο για την επίλυση της διαφοράς με προσφυγή στο δικαστήριο συγκεκριμένης χώρας. Διαφορετικά επιδρά η ύπαρξη αναφοράς στο εφαρμοστέο Δίκαιο όπως καθορίζεται μέσα από τη Σύμβαση: Είναι δυνατό η διαφορά να οδηγείται προς επίλυση στο Δικαστήριο μιας συγκεκριμένης χώρας, αλλά το Δικαστήριο θα πρέπει να εφαρμόσει όσα προβλέπονται από τη συμφωνία και το Δίκαιο που καθορίζεται σε αυτή. Επομένως σε κάθε περίπτωση το ζητούμενο είναι κατά πόσο το Δικαστήριο θα εφαρμόσει τη συμφωνία των μερών ή θα επιτρέψει να εκδικαστεί από τα Κυπριακά Δικαστήρια η υπόθεση. Eίναι πλέον πάγια νομολογιακή αρχή ότι το Δικαστήριο εφαρμόζει κατά κανόνα τη συμφωνία των διαδίκων για παραπομπή της διαφοράς σε διαιτησία ή σε ξένο Δικαστήριο, εκτός εκεί όπου εισάγονται ισχυροί λόγοι που να δικαιολογούν την αντίθετη πορεία. Το βάρος απόδειξης και η στοιχειοθέτηση των πιο πάνω βαρύνει το διάδικο, ο οποίος επικαλείται τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, αποκλειστική ή άλλη, παρά την ύπαρξη αλλοδαπής ρήτρας διαιτησίας ή ρήτρας εκδίκασης της υπόθεσης σε αλλοδαπό Δικαστήριο. Halsbury´s Laws of England, 3η Έκδ., Τόμος 2, σελ. 24-28, Τhe Eleftheria
(1969)2 All E.R. 641, Balkancarimpex Fto v. Leasco Ltd
(1994)1 A.A.Δ. 815, Zeelan Navigation Co. Ltd v. Banque Worms
(2001)1 A.A.Δ., Mitsui & Co v. Rockwell Marine
(1989)1 A.A.Δ. 112 και P. T. Asuransi Tokio Marine Indonesia v. Seascope Navigation Ltd κ.α.
(2000)1 Α.Α.Δ. 1142. Από την άλλη ο επικαλούμενος την αναστολή: ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια δεν αποτελούν το κατάλληλο forum φέρει το βάρος απόδειξης ώστε να πείσει το Δικαστήριο για τα πιο πάνω, ιδιαιτέρως εκεί όπου επικαλείται και τη σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου. Cyprus Trading Corporation Ltd v. Zim Israel Navigation Co Ltd
(1999)1 A.A.Δ. 1168, The Eleftheria, πιο πάνω, και Λοίζος Λουκά & Υιοί Λτδ ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε.
(1999)Α.Α.Δ. 1316. Εκ των πραγμάτων τίθεται το ερώτημα κατά πόσο οι αιτητές έχουν τη δυνατότητα να κινούνται διαζευκτικώς γύρω από δυο αιτήματα: στην έλλειψη δικαιοδοσίας του δικαστηρίου, ρήτρα διαιτησίας και το forum non conveniens, επιδιώκοντας αναστολή της διαδικασίας, και την ρήτρα διαιτησίας. Από τη στιγμή που υφίσταται όρος στη συμφωνία που καθορίζει την παραπομπή της διαφοράς σε διαιτησία τίθεται εν αμφιβόλω η δυνατότητα έγερσης του ζητήματος του forum non conveniens στη γενικότερη του μορφή. Το ζήτημα του πλέον αρμοδίου Δικαστηρίου όπως έχει νομολογιακά πλαισιωθεί συσχετίζεται με την αντίκρυση της πραγματικής και ουσιαστικής σύνδεσης της κάθε υπόθεσης με μια συγκεκριμένη διαδικασία και συμπεριλαμβάνει και άλλους παράγοντες, όπως τη δημιουργία εξόδων, την ευκολία ή δυσκολία στην παρουσίαση των μαρτύρων και του άλλου μαρτυρικού υλικού, το δίκαιο που διέπει τη συναλλαγή, τη χώρα κατοικίας ή έδρας των επιχειρήσεων καθώς και άλλα συναφή πρακτικά κατά το πλείστο θέματα. Κωνσταντοπούλου ν. Μ/V Mediterranean
(1990)1 A.A.Δ. 782 και Zeeland Navigation Co Ltd , πιο πάνω. Ο αιτητής «Πρέπει πρόσθετα να δείξει όχι μόνο ότι η Κύπρος δεν είναι το κατάλληλο forum, αλλά ότι το άλλο forum καθαρά ή ευδιάκριτα είναι κατάλληλο». Εκείνο που θα πρέπει να τονιστεί ιδιαιτέρως είναι πως οι εδώ αιτητές δεν επιζητούν αναστολή της διαδικασίας λόγω της ύπαρξης ρήτρας διαιτησίας, έστω και αν την επικαλούνται για άλλους λόγους: απόκρυψη της ρήτρας από τους καθ' ων η αίτηση, γεγονός που ενισχύει την θέση της άλλης πλευράς ότι οι εναγόμενοι δεν επιμένουν πλέον στην τήρηση της. Είναι, βρίσκω, το γεγονός αυτό καταλυτικό για την τύχη της αίτησης: Δεν είναι νοητό οι αιτητές να μην επιζητούν την παραπομπή της διαφοράς σε διαιτησία και την αναστολή της διαδικασίας για το σκοπό αυτό αλλά να προωθούν το ζήτημα του πλέον αρμόδιου δικαιοδοτικού forum για την εκδίκαση της αγωγής. Βασική προϋπόθεση για κάτι τέτοιο είναι η ύπαρξη δυνατότητας επιλογής μεταξύ Δικαστηρίων δυο τουλάχιστον χωρών στο καθένα από τα οποία είναι δυνατή η καταχώριση και η εκδίκαση της αγωγής. Ως προς τη διαφορά μεταξύ των αρχών που εφαρμόζονται στις περιπτώσεις όπου επιζητείται η αναστολή της διαδικασίας ή η συνέχιση της διαδικασίας στα ξένα Δικαστήρια, και σ' αυτές που εφαρμόζονται σε περίπτωση αναστολής της διαδικασίας σε περίπτωση συμβολαίων που ενσωματώνουν ρήτρα αποκλειστικής δικαιοδοσίας, σχετική είναι η Phassouri Plantations v. Adriatica
(1985)1 C.L.R. 290. Αναστολή μπορεί να παραχωρηθεί μόνο εκεί όπου το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι υπάρχει κάποιο άλλο διαθέσιμο forum, αρμόδιο και κατάλληλο να εκδικάσει την αγωγή και στο οποίο η υπόθεση μπορεί να εκδικαστεί πλέον πρόσφορα για το συμφέρον όλων των μερών, Spiliada Maritime Corporation v. Cansulex Ltd
(1986)3 All E.R. 843, αλλά και ότι η αναστολή δεν πρέπει να αποστερήσει τον ενάγοντα από ένα προσωπικό ή διαδικαστικό πλεονέκτημα. Dolphin Shipping Co Ltd. V. Cartieri
(1984)1 C.L.R. 853). Πριν σχηματίσει κρίση για το κατάλληλο forum, τονίστηκε στη Zeeland, το Δικαστήριο έχει να σταθμίσει μια σειρά από πολλά στοιχεία με σημαντικό το εφαρμοστέο δίκαιο. Αλλά και άλλους παράγοντες: τους μάρτυρες, την ευχερέστερη διεξαγωγή της δίκης ή τις δαπάνες που συνεπάγεται. Όποια όμως και αν είναι τα στοιχεία αυτά, πρέπει «να δακτυλοδείχνουν το δικαστήριο» με το οποίο η αγωγή έχει το στενότερο και ρεαλιστικότερο σύνδεσμο. The Abidin Daver
(1984)1 All E.R. 470. Στη Spiliada απαριθμούνται μερικοί παράγοντες που πρέπει να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο και οι οποίοι δεν είναι εξαντλητικοί. Σχετική με το θέμα είναι επίσης και η Αίτηση για Αναθεώρηση αρ. 132/97 Lexicon Shipping Co Ltd v. Remontowa Gdansk Shiprepair Yard,
(2000)1(Β) Α.Α.Δ. 1317, όπου εκεί γίνεται εκτενής αναφορά στη νομολογία και τη Λοίζος Λουκά & Υιός Λτδ ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε.
(1999)1 Α.Α.Δ.
- Στην παρούσα περίπτωση δεν έχει τεθεί ίχνος ισχυρισμού ή οποιοδήποτε μαρτυρικό υλικό που να υποστηρίζει οποιοδήποτε από τα κριτήρια που θέτει η νομολογία για τη διαπίστωση του πλέον κατάλληλου Δικαστηρίου ή οποιοσδήποτε δυσμενής επηρεασμός των εναγομένων εάν υπαχθούν στη δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων. Οι εναγόμενοι προέρχονται από διάφορες χώρες, Ηνωμένες Πολιτείες, Γερμανία, Καζακστάν και τίποτε δεν υποστηρίζει πως ευχερέστερα θα εκδικαστούν στο Βέλγιο ή στη Γαλλία π.χ., παρά στην Κύπρο. Είναι διαπίστωση μου πως οι εναγόμενοι-αιτητές απέτυχαν να αποσείσουν το αποδεικτικό βάρος που φέρουν. Τίποτε δεν έχει προσφερθεί εκ μέρους των αιτητών που να υποστηρίζει ότι η Κυπριακή Δημοκρατία δεν είναι το κατάλληλο forum ή ότι το Δικαστήριο ή Δικαστήρια άλλης χώρας είναι το καταλληλότερο. Τίποτα δεν έχει τεθεί υπό μορφή ενόρκου δηλώσεως ή άλλων στοιχείων γύρω από τη χώρα στην οποία βρίσκεται ή είναι διαθέσιμη η μαρτυρία, για τα έξοδα που θα υποστούν οι διάδικοι, καθώς και άλλα κριτήρια τα οποία θέτει η νομολογία. P. T. Asuransi Tokio Marine Indonesia v. Seascope Navigation Ltd κ.α. (πιο πάνω). Η λύση λοιπών των ζητημάτων που εγείρονται θα πρέπει να εξεταστεί σε αποκλειστική αναφορά με το οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα και από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, πηγή διάγνωσης του αγώγιμου δικαιώματος/δικαιωμάτων των εναγόντων. Από τις ενόρκους δηλώσεις που υποστήριζουν την αίτηση (κυρίως ένορκη δήλωση και δυο συμπληρωματικές) προκύπτουν σε αδρές γραμμές: - Παράβαση και/ή ειδική εκτέλεση των συμφωνιών, Τεκ.1,1(α) και 3 και διαζευκτικά αποζημιώσεις. - Αστικά Αδικήματα συνομωσίας, παράβασης καθήκοντος εμπιστοσύνης εναντίον των εναγομένων οι οποίοι συντονισμένα ενήργησαν για να βλάψουν τους ενάγοντες κατά παράβαση της συμφωνίας ή των συμφωνιών εξ ου και επιδιώκονται τιμωρητικές αποζημιώσεις για τις ενέργειες των εναγομένων. - Σειρά διαταγμάτων αποκάλυψης εγγράφων και/ή διατάγματα «tracing» και άλλα. Ο ευπαίδευτος δικηγόρος των αιτητών κ. Μαρκίδης παραπέμποντας στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση καλεί το Δικαστήριο να παραμερίσει το διάταγμα εφόσον, εισηγείται οι ενάγοντες απέτυχαν να προδιαγράψουν οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα εναντίον των πελατών του: Ούτε η συμφωνία, Τεκ.1, joint venture agreement, ούτε η συμφωνία Τεκ.1(α), αλλά ούτε και η συμφωνία Τεκ.2, έχουν σχέση με τους εναγόμενους 1 - 7 και
- Θα διαφωνήσω με την εισήγηση του ευπαιδεύτου δικηγόρου των αιητών. Εκ πρώτης όψεως πάντοτε και μέσα στα πλαίσια άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, το Δικαστήριο είχε ενώπιον του το Τεκ.1, Συμφωνία για τη δημιουργία Κοινοπραξίας, καθώς και ως γεγονός ότι οι συμφωνίες, Τεκ.1, 1(α) και 2 ετοιμάστηκαν, συζητήθηκαν και υπογράφηκαν στην Κύπρο, το Τεκ.Α τη συμφωνία με την οποία διευθετήθηκε η αγωγή 2536/06 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού όπου εκεί υπόβαθρο της αγωγής ήταν η εγκυρότητα, εκτέλεση και τα αντίστοιχα απορρέοντα δικαιώματα και υποχρεώσεις των μερών από τις επίδικες συμφωνίες. Σύμφωνα με όσα είχε το Δικαστήριο ενώπιον του κατά τον ουσιαστικό χρόνο οι εναγόμενοι 1 - 6 ήσαν τα φυσικά πρόσωπα τα οποία, χρησιμοποιώντας τα κέρδη από τις συμφωνίες, αγόρασαν το μετοχικό κεφάλαιο της εναγομένης 7 εταιρείας μέσω της οποίας συνεχίζουν οι εναγόμενοι 1 - 6 να δραστηριοποιούνται επιχειρηματικά, έτσι ώστε να αποτελούν τα πρόσωπα που στην πραγματικότητα είναι οι πραγματικοί ιδιοκτήτες όλου και ή σημαντικού μέρους των αγωγών της ενάγουσας 2 στην αγωγή 2535/06 και/ή ότι η εταιρεία αυτή ελέγχεται μέσω των ανατεθειμένων εμπιστευματοδόχων εταιρειών και/ή φυσικών προσώπων. Είναι ισχυρισμός των εναγόντων πως η ίδρυση της εταιρείας βοήθησε στην μεταφορά ποσών και/ή μετοχών που ανήκαν στους εναγόμενους ώστε να αποτρέψουν τους ενάγοντες από οποιαδήποτε αξίωση εναντίον τους βάσει των επίδικων συμφωνιών. Τα πιο πάνω σε συνδυασμό με τους ισχυρισμούς των εναγόντων που παραπέμπουν στην αγωγή 2535/06 και η διαπλοκή των εναγομένων 1 - 6 με την αγωγή αυτή σχηματίζουν ένα τέτοιο πλέγμα γεγονότων που με ασφάλεια το Δικαστήριο μπορεί να στηριχθεί για να διαγνώσει δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων. Η βάση της Αγωγής θεωρείται ότι έχει προκύψει εντός της δικαιοδοσίας εάν η σύμβαση έχει συναφθεί εκεί ή αν σ' αυτήν έχει επέλθει η διάρρηξη της συμφωνίας, αναλόγως της περίπτωσης C & K Kyriakou & Αφοί Λτδ ν. Ιωάννου
(1990)1 Α.Α.Δ. 479. Το πρωτόδικο Δικαστήριο θα εξετάσει το θέμα της δικαιοδοσίας, και μόνο αν κρίνει ότι έχει δικαιοδοσία προχωρεί να επιληφθεί της ουσίας της υπόθεσης. Kolokoudias v. Varnavidou
(1988)1 A.A.Δ. 566. Όμως, για να το πράξει θα πρέπει να έχει όλα τα γεγονότα ενώπιον του ως αδιαμφισβήτητα ή παραδεκτά. Θεοχάρους ν. Παστελλή
(1993)1 Α.Α.Δ. 240. Το δε πλαίσιο της διαφοράς προσδιορίζεται από τα γεγονότα που συνθέτουν την απαίτηση. Sevegep Ltd v. Uinited SeaTransport
(1989)1(E) A.A.Δ. 729, Mourtzinos Cruises Ltd
(1992)1 A.A.Δ. 1160. Το θέμα της δικαιοδοσίας, ως θέμα δημόσιας πολιτικής μπορεί να εγερθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, ακόμη και αυτεπαγγέλτως. Το άρθρο 21 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 καθορίζει την κατά τόπο αρμοδιότητα του Δικαστηρίου. «21(Ι) Το Επαρχιακόν Δικαστήριον, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 19, θα έχη πρωτόδικον δικαιοδοσίαν ίνα ακούη και αποφασίζη οιανδήποτε αγωγήν συμφώνως προς τας διατάξεις του άρθρου 22 οσάκις - (α) Η βάσις της αγωγής έχη προκύψει είτε καθ' ολοκληρίαν είτε εν μέρει εντός των ορίων της επαρχίας δι' ην το Δικαστήριον καθιδρύθη. (β) Ο εναγόμενος ή οιοσδήποτε των εναγομένων, κατά τον χρόνον της εγέρσεως της αγωγής, διαμένη ή διεξάγη επάγγελμα εντός της επαρχίας δι' ην το Δικαστήριον καθιδρύθη. (γ) πάντων των διαδίκων όντων Κυπρίων είτε η βάσις της αγωγής προέκυψε, εν όλω ή εν μέρει, εντός των Κυριάρχων Περιοχών των Βάσεων ή ο εναγόμενος ή οιοσδήποτε των εναγομένων διαμένη ή διεξάγη επάγγελμα εντός αυτών. .................................» Σχετικό με το θέμα της δικαιοδοσίας είναι επίσης το ερμηνευτικό άρθρο 2 του ιδίου Νόμου, το οποίο δίδεται ο εξής ορισμός στη φράση «βάσις της αγωγής»: άρθρο 21(α) και (γ): «βάσις της αγωγής περιλαμβάνει το σύνολον των γεγονότων των θεμελιούντων το αγώγιμο δικαίωμα, περί ου η αγωγή, αλλά εις αγωγάς εκ συμβάσεως δεν σημαίνει κατ' ανάγκην ολόκληρον την βάσιν της αγωγής. Βάσις της αγωγής θα θεωρήται ότι έχει προκύψει εντός της δικαιοδοσίας εάν η σύμβασις συνήφθη εντός αυτής, καίτοι η διάρρηξις δυνατόν να επήλθεν αλλαχού, και επίσης εάν η διάρρηξις επήλθεν εντός της δικαιοδοσίας, καίτοι η σύμβασις δυνατόν να συνήφθη αλλαχού». Στην υπόθεση Ραδιοφωνικό Ίδρυμα Κύπρου κ.α. ν. Άνδρου Νικολαίδη
(1993)1 Α.Α.Δ. 364: «Η ουσία της αγωγής ταυτίζεται με τη βάση της αγωγής, όπως αυτή καθορίζεται στο άρθρο 2 του Ν.14/60 και περιλαμβάνει το σύνολο των γεγονότων «των θεμελιούντων το αγώγιμο δικαίωμα ........................ Η αγωγή μπορεί να έχει μονομερή ή πολυμερή βάση. ............. Η Δ.13 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας καθιστά δυνατή τη στοιχειοθέτηση δύο ή περισσοτέρων βάσεων αγωγής ......Όπου συνενώνονται δύο ή περισσότερες βάσεις αγωγής στο ίδιο ένδικο μέσο η ουσία της αγωγής σύγκειται από το άθροισμα των βάσεων της αγωγής.» Με βάση το πιο πάνω και με τα γεγονότα όπως τέθηκαν υπό μορφή ενόρκων δηλώσεων κρίνω ότι το Δικαστήριο ενήργησε μέσα στα πλαίσια που τάσσει η νομολογία ούτως ώστε να εκδώσει το ανάλογο διάταγμα. Το Δικαστήριο στο στάδιο έκδοσης του διατάγματος για σφράγιση του κλητηρίου βασίζεται αποκλειστικά στα γεγονότα και σε αντικειμενική θεώρηση των γεγονότων αυτών τα οποία και θεμελιώνουν το αγώγιμο δικαίωμα χωρίς να προχωρεί σε αξιολόγηση της ουσιαστικής αξίας τους. Ως εκ τούτου τα όσα τίθενται με την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση στη φύση των συμφωνιών ή στο συμβιβασμό των διαφορών σε σχέση με τις συμφωνίες, Τεκ.1, 1(α) και 2 ή στις σχέσεις και ενέργειες των μερών δεν μπορούν να κριθούν στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. Δεν είναι νοητό σ' αυτό το στάδιο να εξεταστούν αντικρουόμενοι ισχυρισμοί, ούτε και να δοθεί ερμηνεία των όρων και της δεσμευτικότητας του συμβιβασμού για κάθε ένα από τους εναγόμενους, σε όποια έκταση τους αφορά, και αν όντως τους διαπλέκει στο τελικό στάδιο. Λαμβανομένων υπόψη όλων των δεδομένων και των γεγονότων που υποστήριζαν την αίτηση κρίνω υπό τας περιστάσεις ότι οι ενάγοντες απέσεισαν το βάρος απόδειξης που φέρουν σε κάθε περίπτωση για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας. Το γεγονός ότι από τη διευθέτηση στην πιο πάνω αγωγή εξαιρέθηκαν οι προτεινόμενοι κύριοι εναγόμενοι-καθ' ων η αίτηση στην παρούσα διαδικασία δεν διαφοροποιεί κατά την κρίση μου το ζήτημα, ιδιαιτέρως αν αναλογιστούμε τον τρόπο υποστήριξης του αγώγιμου δικαιώματος των εναγόντων εναντίον τους και την αποδιδόμενη σε αυτούς διαπλοκή. Έχοντας υπόψη κατά τ' άλλα τις πιο πάνω αρχές, και όλα τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον μου, καταλήγω ότι οι εναγόμενοι απέτυχαν να ικανοποιήσουν το Δικαστήριο ότι η Κύπρος δεν είναι το φυσικό ή κατάλληλο forum ή να υποδείξει ότι κάποιο άλλο βήμα είναι πιο κατάλληλο. Αυτό βέβαια ως απλός σχολιασμός στο αίτημα των εναγομένων και με τις πιο πάνω διαπιστώσεις και καταλήξεις να παραμένουν: είτε υπάρχει δικαιοδοσία, αποκλειστική ή συντρέχουσα, οπότε τυγχάνει εφαρμογής το "forum conveniens" ή όχι. Απέτυχαν ουσιαστικά να ορίσουν τόπο που να συγκεντρώνει χαρακτηριστικά του φυσικού forum, οπότε το αίτημα αναστολής δεν μπορεί να ικανοποιηθεί. Εuropean Asian Bank A.G. v. Punjab and Sinolbank
(1982)2 Lloyd's Rep. 356). Mε βάση τα πιο πάνω, κρίνω αχρείαστο και ακαδημαϊκό να προχωρήσω να εξετάσω άλλους παράγοντες, π.χ. θέμα εφαρμοστέου δικαίου και βάρους απόδειξης. Στην περίπτωση που δεν έχει δοθεί μαρτυρία, όπως εδώ, το αλλοδαπό δίκαιο τεκμαίρεται ίδιο με το Κυπριακό Δίκαιο, Bank of Scotland v. Geordill Ltd κ.α.
(1993)1 Α.Α.Δ. 753). Οι εναγόμενοι δεν έχουν καταδείξει ότι συνέχιση της αγωγής θα οδηγήσει σε αδικία εις βάρος τους ως καταπιεστικής ή ενοχλητικής, κάτι στο οποίο δεν θα υποβαλλόταν αν η υπόθεσή του αναγόταν σε κάποιο άλλο Δικαστήριο στο οποίο έχουν πρόσβαση. «Μaharanee of Boroda" v. Wildenstein
(1972)2 All E.R.
- Tα διάδικα μέρη, όπως και στην υπόθεση πιο πάνω, θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν «citizens of the world». Οι ενάγοντες έχουν την έδρα τους στην Κύπρο, ενώ οι εναγόμενοι, απ' όσα διαπιστώνω, την έδρα ή την κατοικία σε διάφορα μέρη της υφηλίου, με εμπορικές ή επιχειρηματικές δραστηριότητες στην Ευρώπη ή Ασία. Στο μόνο το οποίο θα συμφωνήσω με τον ευπαίδευτο συνήγορο των εναγομένων είναι πως δεν παρείχετο στο Δικαστήριο η δικονομική ευχέρεια μέσα στα πλαίσια της Γενικής Αίτησης να εκδώσει διάταγμα επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος. Ως εκ τούτου η αίτηση επιτυγχάνει μερικώς: Εκδίδεται διάταγμα παραμερισμού του διατάγματος με το οποίο επιτράπηκε η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος εκτός δικαιοδοσίας στους εναγόμενους 1 -
- Οι υπόλοιπες θεραπείες απορρίπτονται. Τα ¾ των εξόδων σε βάρος των αιτητών όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, να καταβληθούν όμως με την περάτωση της Αγωγής 6417/
- (Υπ.) .............. Δ. Μιχαηλίδου, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /ΞΠ Subject / Civil / Other Actions / Interim Αναφορά: Αίτηση για παραμερισμό διατάγματος cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο