Έλσα Ν. Αναστασιάδη κ.α. ν. Νίκος Έλληνας, Αρ. Αγωγής: 5313/05, 26.06.2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:A177 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Δ. Ι. Κίτσιου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5313/05 Μεταξύ:
- Έλσα Ν. Αναστασιάδη, εκ Λεμεσού
- Θεανώ Ν. Αναστασιάδη, εκ Λεμεσού Εναγόντων και Νίκος Έλληνας, εκ Λεμεσού Εναγόμενων --------------------- Ημερομηνία: 26.06.2009 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσες: κα Αδαμίδου για Νίκος Αναστασιάδης & Σία Για Εναγόμενο: κ. Γ. Χριστοδούλου για Χρύσης Δημητριάδης & Σία (κα Ιωάννου κατά την έκδοση της απόφασης) Α Π Ο Φ Α Σ Η Εισαγωγή: Η απαίτηση των εναγουσών στην παρούσα αγωγή εναντίον του εναγόμενου στηρίζεται σε ισχυρισμό για παράνομη επέμβαση εκ μέρους του τελευταίου σε ακίνητα οικόπεδα τους τα οποία βρίσκονται στην περιοχή Μεσοβούνια στη Γερμασόγεια. Πιο συγκεκριμένα όπως διατυπώνεται στο τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα και έκθεση απαίτησης, περί τις αρχές του 2003 ο εναγόμενος και/ή εντολοδόχος του και/ή αντιπρόσωπος του χωρίς τη συγκατάθεση των εναγουσών προέβηκαν σε γενικές εκσκαφές και επιχωματώσεις επί του ακινήτου τους προκαλώντας την πλήρη αλλαγή των δεδομένων του υψομέτρου και/ή της σύνθεσης του εδάφους των δύο ακινήτων. Ως αποτέλεσμα είναι ότι αλλοιώθηκε και/ή επηρεάστηκε η φυσική στάθμη του εδάφους και/ή η θέα και/ή τα φυσικά πλεονεκτήματα των ακινήτων καθιστώντας αδύνατη και/ή ασύμφορη οικονομικά την οικοδόμηση σ΄ αυτά λόγω χρονοβόρας και/ή πολυέξοδης διαδικασίας αποκατάστασης των κλίσεων του εδάφους. Είναι περαιτέρω ο ισχυρισμός των εναγουσών ότι ο εναγόμενος αναγνώρισε την ευθύνη του σε σχέση με τις προαναφερόμενες επεμβάσεις, και ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει όλα τα έξοδα που θα υποστούν οι ενάγουσες, για να επαναφέρουν τα ακίνητα τους στην αρχική τους κατάσταση. Όταν όμως απαιτήθηκε το κόστος αποκατάστασης ο εναγόμενος αρνήθηκε να το καταβάλει. Συνακόλουθα των πιο πάνω οι ενάγουσες ζητούν Διατάγματα εναντίον του εναγόμενου τα οποία να διατάσσουν αυτόν και/ή αντιπροσώπους και/ή εντολοδόχους του όπως μετακινήσουν την ποσότητα χώματος την οποία τοποθέτησαν παράνομα και/ή αυθαίρετα στα ακίνητα τους, και όπως επαναφέρουν αυτά στην προτέρα της επέμβασης κατάστασης. Ζητούν ακόμη γενικές και ειδικές αποζημιώσεις ως επίσης τιμωρητικές και/ή παραδειγματικές αποζημιώσεις. Στην Υπεράσπιση του ο εναγόμενος αρνείται την εκδοχή των εναγουσών και ειδικότερα ότι επενέβηκε στα ακίνητα τους και περαιτέρω ισχυρίζεται τα ακόλουθα: α) Ο εναγόμενος και/ή ο εργολάβος του, όπως είναι σύνηθες στην Κύπρο, τοποθέτησε με την ανοχή των εναγουσών χώματα που προήλθαν από την εκσκαφή του δικού του οικοπέδου κατά το στάδιο της ανέγερσης επ΄ αυτού κατοικίας του. β) Ο εναγόμενος προέβη επίσης εντός των ακινήτων των εναγουσών σε εκσκαφή πλάτους 1 περίπου μέτρου κατά μήκος των κοινών συνόρων και/ή του ανεγειρόμενου τοίχου της κατοικίας του που ήταν απολύτως αναγκαία για τη στήριξη των καλουπιών της με την ανοχή και/ή χωρίς αρχικά οποιασδήποτε ένστασης ή διαμαρτυρίας εκ μέρους των εναγουσών. γ) Τα τοποθετηθέντα από τον εναγόμενο χώματα στα ακίνητα των εναγουσών μετακινήθησαν καθ΄ όλη την έκταση τους, πλην ενός μέρους στο νότιο τμήμα τους που αφέθησαν κατόπιν παράκλησης της μητέρας των εναγουσών γιατί η μη μετακίνηση τους εξυπηρετούσε τις ενάγουσες λόγω του ότι με αυτά εγέμιζε κάποιο βαθούλωμα. δ) Ο εναγόμενος αφαίρεσε επίσης τα καλούπια, μετά δε την αφαίρεση τους τα ακίνητα των εναγουσών επανήλθαν στην κανονική τους θέση και χωρίς καθ΄ οιονδήποτε τρόπο να επηρεάζονται. ε) Η μετακίνηση των χωμάτων που είχαν τοποθετηθεί στα ακίνητα των εναγουσών έγινε με μικρό τρακτέρ και κατά τρόπο που δεν επηρέασε το έδαφος και γενικά τα ακίνητα των εναγουσών. Μετά τη μετακίνηση τους φάνηκε και παρέμεινε στη θέση του το φυσικό χώμα και/ή οι θάμνοι που βρίσκονταν στα ακίνητα των εναγουσών οι οποίοι βρίσκονται εκεί μέχρι σήμερα. Τέλος ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι το κόστος μετακίνησης των χωμάτων ανήλθε στις ΛΚ6.000,00 και εν πάση περιπτώσει η εκσκαφή στην οποία προέβηκε αυτός ουδόλως μπορούσε να επιφέρει τα αποτελέσματα που ισχυρίζονται οι ενάγουσες. Προσαχθείσα μαρτυρία: Για την απόδειξη της απαίτησης τους οι ενάγουσες παρουσίασαν τρεις μάρτυρες ως επίσης και ο εναγόμενος παρουσίασε τρεις μάρτυρες προς Υπεράσπιση. Καθ΄ όλη τη διάρκεια της δίκης κατατέθηκαν τεκμήρια ως ακολούθως: Τεκμήριο 1(1-25):Δέσμη από 25 φωτογραφίες. Τεκμήριο 2: Αρνητικά φωτογραφιών. Τεκμήριο 3: Πιστοποιητικό εγγραφής ακίνητης ιδιοκτησίας με αρ. εγγραφής 025899 επ΄ ονόματι της ενάγουσας
- Τεκμήριο 4: Πιστοποιητικό εγγραφής ακίνητης ιδιοκτησίας με αρ. εγγραφής 025898 επ΄ ονόματι της ενάγουσας
- Τεκμήριο 5: Επιστολή εναγόμενου προς Άντρη Αναστασιάδου (ΜΕ1) ημερομηνίας 23.06.
- Τεκμήριο 6: Τοπογραφικός χάρτης υψομέτρων του Κτηματολογίου. Τεκμήριο 7: Μελέτη Παναγιώτη Καραγιάννη (ΜΕ2). Τεκμήριο 8: Σχέδιο (κάτοψη) διαχωρισμού οικοπέδων από Νικόλα Δημητρίου (ΜΥ3) με ημερομηνία του
- Τεκμήριο 9(α): Σχέδιο με αρ. Ν3001/038 που δείχνει την οριζοντιογραφική αποτύπωση και διαχωρισμό των οικοπέδων. Τεκμήριο 9(β): Σχέδιο με αρ. Ν3001/08 που δείχνει τις μηκοτομές όπου απεικονίζονται τα υφιστάμενα υψόμετρα των οικοπέδων και τα προτεινόμενα υψόμετρα του δικτύου οδοποιίας. Τεκμήριο 10(1-3):Τρία σχέδια που απεικονίζουν μηκοτομές των οικοπέδων όπως προέκυψαν από τη μελέτη του ΜΕ2 που διενεργήθηκε τον Ιούλιο του
- Τεκμήριο 11: Επίσημο κτηματικό σχέδιο περιοχής (χωρομετρικό). Τεκμήριο 12: Επιστολή Παναγιώτη Καραγιάννη (ΜΕ2) προς Άντρη Αναστασιάδη (ΜΕ1) ημερομηνίας 29.07.
- Τεκμήριο 13: Εκτίμηση Ανδρέα Πολυκάρπου (ΜΕ3) ημερομηνίας 19.04.
- Τεκμήριο 14: Μελέτη Νικόλα Δημητρίου (ΜΥ3) ημερομηνίας 11.02.
- Τεκμήριο Α προς αναγνώριση: Επιστολή ημερομηνίας 04.09.
- Τεκμήριο Β προς αναγνώριση: Επιστολή ημερομηνίας 13.10.
- ΜΕ1 κατέθεσε η Άντρη Αναστασιάδου, είναι η μητέρα των εναγουσών και κατόπιν εξουσιοδότησης τους χειρίστηκε από την αρχή την υπόθεση τους ως προς την επέμβαση στα ακίνητα των παιδιών της. Τα εν λόγω ακίνητα ως ανέφερε βρίσκονται στην περιοχή Μεσοβούνια στη Γερμασόγεια με πολύ καλή θέα προς τη θάλασσα και συνορεύουν στο βόρειο τους μέρος με το οικόπεδο του εναγόμενου στο οποίο έχει ανεγείρει μία κατοικία. Περί το έτος 2003 καθώς περνούσε από την περιοχή αντιλήφθηκε ότι υπήρχε επέμβαση στα οικόπεδα των εναγουσών, όταν ενδιαφέρθηκε για τον ιδιοκτήτη του οικοπέδου στο οποίο φαινόταν ότι συνδεόταν με την επέμβαση έμαθε ότι ήταν ο εναγόμενος και επικοινώνησε μαζί του. Αυτός αποδέχθηκε την επέμβαση και ότι αυτή ήταν από πράξεις και/ή ενέργειες του εργολάβου του. Ακολούθησαν κάποιες συναντήσεις μεταξύ τους, στην παρουσία τεχνικών για επίλυση του θέματος το οποίο όμως δεν λύθηκε, καθ΄ ότι, δεν έγινε η αποκατάσταση των οικοπέδων στην προτέρα τους κατάσταση. Ειδικότερα όσον αφορά την επέμβαση εξήγησε ότι αυτή συνίσταται σε πολύ μεγάλη εκσκαφή που έγινε και τούτο για να έχει ο εναγόμενος απρόσκοπτη θέα προς τη θάλασσα αφού τα οικόπεδα των εναγουσών είναι νοτιότερα, ως αποτέλεσμα ήταν να διαμορφωθεί η κατάσταση των οικοπέδων. Επειδή δεν υπήρχαν οποιεσδήποτε φωτογραφίες που να δείχνουν την αρχική και προ της επέμβασης κατάσταση των οικοπέδων των εναγουσών, παρουσίασε φωτογραφίες (τεκμήριο 1) που δείχνουν την κατάσταση διπλανού οικοπέδου αλλά και την κατάσταση των οικοπέδων μετά την επέμβαση που επιβεβαιώνουν τις επιχωματώσεις και εκσκαφές που έγιναν τότε. Κατόπιν της διαπίστωσης της επέμβασης η μάρτυρας αποτάθηκε αρχικά στο Τμήμα Πολεοδομίας Λεμεσού όπου και επιβεβαιώθηκε από το Τμήμα ο επηρεασμός των υψομέτρων, για το λόγο αυτό τη διαβεβαίωσαν ότι θα μπορούν οι ενάγουσες να κρατήσουν-χρησιμοποιήσουν τα αρχικά υψόμετρα των οικοπέδων τους. Στη συνέχεια δε έγιναν, κατόπιν οδηγιών της, μηκοτομές από τον τεχνικό Π. Καραγιάννη για να διαπιστωθεί το βάθος των εκσκαφών που ήταν σχεδόν σ΄ όλο το μήκος και πλάτος των οικοπέδων, καθώς επίσης ζητήθηκε εκτίμηση της ζημιάς που έγινε από τον εκτιμητή Α. Πολυκάρπου. Τέλος η μάρτυρας ανέφερε πως η επέμβαση ήταν τέτοιας φύσης που επηρεάστηκε εξ ολοκλήρου η μορφολογία του εδάφους των επιδίκων οικοπέδων, καταστράφηκε η χλωρίδα που υπήρχε και έκτοτε δεν ξαναβλάστησε οτιδήποτε. ΜΕ2 ήταν ο Παναγιώτης Καραγιάννης, είναι πολιτικός μηχανικός, ασκεί το επάγγελμα του από το
- Περί τον Ιούνιο του 2003 του ζητήθηκαν συμβουλευτικές υπηρεσίες για τα ακίνητα των εναγουσών με θέμα ενδεχόμενη επέμβαση και κυρίως ως προς το ζήτημα τυχόν υψομετρικής διαφοράς με προηγούμενη τους κατάσταση. Αφού μετέβηκε ο ίδιος προσωπικά δυο-τρεις φορές στα επίδικα ακίνητα και διαπίστωσε εμφανή επέμβαση επί των επίδικων ακινήτων, χωρίς βεβαίως αυτός να γνωρίζει από ποιον έγινε η επέμβαση, είδε ότι σε κάποια σημεία των οικοπέδων υπήρχαν τοποθετημένα χώματα και ότι σε κάποια άλλα έγινε εκσκαφή. Τα επίδικα ακίνητα έχει επισκεφθεί συνεργείο του το οποίο προέβηκε σε τοπογραφική αποτύπωση τους την οποία στη συνέχεια αυτός έχει επεξεργαστεί. Προκειμένου δε για την προτέρα κατάσταση των επιδίκων ακινήτων ανέτρεξε σε τοπογραφικό χάρτη του Κτηματολογίου (τεκμήριο 6) καθώς και σε στοιχεία που τηρούνται στο Δήμο Γερμασόγειας για στοιχεία προ του διαχωρισμού της περιοχής σε οικόπεδα. Ως εξήγησε η μελέτη για διαχωρισμό των οικοπέδων στην περιοχή έγινε το 1993 ενώ οι μελέτες του Κτηματολογίου από το
- Αφού προχώρησε σε δική του μελέτη, την αποτύπωσε στο τεκμήριο 7 το οποίο εξήγησε στο Δικαστήριο. Όταν δε το ετοίμασε περί τα τέλη Ιουλίου 2003 το απέστειλε στην ΜΕ
- Περαιτέρω και πιο συγκεκριμένα ως προς το αποτέλεσμα της μελέτης του ο ΜΕ2 εξήγησε ότι προέβηκε σε μηκοτομές σε τρία έγγραφα τα οποία δείχνουν την υφιστάμενη κατάσταση των οικοπέδων τόσο τον Ιούλιο του 2003, το 1993 που συμπίπτει να είναι η ίδια με το
- Αυτό αποδεικνύεται από τη μελέτη διαχωρισμού των οικοπέδων στην περιοχή, με βάση αυτή τη μελέτη την οποία ετοίμασε ο πολιτικός μηχανικός Νικόλας Δημητρίου κατασκευάστηκε το οδικό δίκτυο στην περιοχή. Το σχέδιο διαχωρισμού (τεκμήριο 8) το εξασφάλισε από το Δήμο Γερμασόγειας, και έχει επιθεωρήσει τα δύο σχέδια (τεκμήρια 9 (α)(β)) τα οποία δείχνουν, το πρώτο τις μηκοτομές που απεικονίζουν τα υφιστάμενα υψόμετρα αλλά και τα προτιθέμενα υψόμετρα οδοποιίας και το δεύτερο δείχνει την οριζοντιογραφική αποτύπωση. Με βάση δε το τεκμήριο 8 το υψόμετρο των επίδικων οικοπέδων φαίνεται να κυμαίνεται από 82 μ. έως 93, από τη στάθμη της θάλασσας δηλαδή από το νότιο τους μέρος μέχρι το βόρειο αντίστοιχα. Αυτό δε το υψόμετρο είναι με βάση το σύστημα αναφοράς που έδωσε ο Νικόλας Δημητρίου, ενώ με βάση το δικό του σύστημα αναφοράς, και είναι σύνηθες αλλά και αποδεκτό ο κάθε μηχανικός να χρησιμοποιεί δικό του σύστημα αναφοράς, το υψόμετρο των επιδίκων ακινήτων-οικοπέδων είναι 37-38 μ. στη νότια πλευρά και 44-45 μ. στη βόρεια πλευρά, δηλαδή αναλογικά είναι το ίδιο με ότι δείχνει το σχέδιο διαχωρισμού (τεκμήριο 8). Σύμφωνα όμως με το τεκμήριο 11 το οποίο αποτελεί χωρομετρικό του Κτηματολογίου για την περιοχή το πραγματικό υψόμετρο των επιδίκων οικοπέδων είναι 40 μ. στη νότια πλευρά με 51 μ. στη βόρεια πλευρά δηλαδή πάλι η ίδια αναλογία. Αναφερόμενος στο τεκμήριο 10 το οποίο αυτός έχει ετοιμάσει εξήγησε ότι στο τεκμήριο 10
(1)το γαλάζιο χρώμα δείχνει τις διαφορές του φυσικού εδάφους από το 1993 μέχρι το 2003, φαίνεται ότι υπήρξαν εκσκαφές από 0,50 εκατοστόμετρα (1/2 μ.) μέχρι 1.73 εκατοστόμετρα σε κάποια σημεία. Στο τρίτο δε σχέδιο τεκμήριο 10
(3)φαίνονται οι επιχωματώσεις επί των επιδίκων οικοπέδων που είναι από μηδέν μέχρι 1.89 εκατοστόμετρα. Έχοντας ως βάση το τεκμήριο 10
(1)υπολόγισε ότι αφαιρέθηκαν από τα δύο οικόπεδα 3700 κυβικά μέτρα χώματος κατά τις εκσκαφές και το ολικό επίχωμα που έγινε είναι περί τα 1800 κυβικά μέτρα (ως φαίνονται στο τεκμήριο 7). Από την πιο πάνω επέμβαση κατά τη γνώμη του τα επίδικα οικόπεδα έχουν επηρεαστεί σ΄ ότι αφορά την αξία τους σε δύο τομείς (α) στη νομική τους κατάσταση και δη ως προς τα υψόμετρα τους (υφιστάμενη στάθμη ακινήτων) και (β) ως προς τη στάθμη θεμελίωσης προτιθέμενων κατασκευών δηλαδή ως έχει σήμερα η κατάσταση των οικοπέδων δεν επιτρέπει να ανεγερθούν κατοικίες διότι κατά την έδραση οικοδομής η στάθμη θεμελίωσης θα πρέπει να είναι σε σταθερό έδαφος. Προκειμένου δε να αποφευχθούν καθιζήσεις αλλά και ρωγματώσεις στην οικοδομή σε περιπτώσεις σεισμού απαιτείται η αποκατάσταση τους. Τουλάχιστον στα σημεία όπου θα ανεγερθούν κατοικίες δεν μπορούν να παραμείνουν τα χώματα που έχουν τοποθετηθεί. Θα μπορούσαν όμως να παραμείνουν στα σημεία που θα χρησιμοποιούνταν για κήπο ή άλλο σκοπό πλην της ανέγερσης οικοδομής. Τέλος ο μάρτυρας ανέφερε ότι προς υλοποίηση της αποκατάστασης της πιο πάνω επέμβασης και άρσης των αδυναμιών που παρουσιάζουν σήμερα τα επίδικα ακίνητα απαιτείται ξεχωριστή μελέτη γι΄ αυτό έκανε συστάσεις στον εκτιμητή Α. Πολυκάρπου (ΜΕ3) ο οποίος προέβηκε σε εκτίμηση για αφαίρεση 2000 κυβικών μέτρων εδάφους διότι αυτό είναι τοποθετημένο χωρίς να συμπιεστεί με την ορθή διαδικασία ενώ στη συνέχεια θα πρέπει να τοποθετηθεί ποσότητα 4.000 κυβικών μέτρων χώματος για να επανέλθουν τα επίδικα οικόπεδα στην κατάσταση που απεικονίζεται στα σχέδια της μελέτης του. ΜΕ3 κατέθεσε ο Ανδρέας Πολυκάρπου, είναι εκτιμητής και επιμετρητής ποσοτήτων σε οικοδομικά έργα. Περί το 2005 του ζητήθηκε να κάνει εκτίμηση για σκοπούς αποκατάστασης ζημιών στα οικόπεδα των εναγουσών, ζήτησε να του δοθούν τα αρχικά υψόμετρα τα οποία θα έβρισκε κάποιος χωρομέτρης ή πολιτικός μηχανικός. Την περιοχή που βρίσκονται τα επίδικα οικόπεδα την γνώριζε από πριν διότι ήταν ο επιμετρητής κατά το διαχωρισμό που έγινε από τον ιδιοκτήτη τους. Λαμβάνοντας υπόψη τα σχέδια (δηλαδή το τεκμήριο 10) που ετοίμασε ο Πολιτικός Μηχανικός, και τα οποία έλεγξε επιφανειακά διαπίστωσε ότι οι ποσότητες ήταν ορθές οπότε ακολούθησε η δική του μελέτη. Ειδικότερα όσον αφορά τις ποσότητες των 4.000 κυβικών μέτρων επιχωμάτωσης προκύπτει από το σύνολο των δύο όγκων χώματος που φαίνονται στις μηκοτομές. Όπως εξήγησε υπάρχουν δύο μέθοδοι με τις οποίες καταλήγει στα ποσά των εκτιμήσεων του, (α) είτε με δικές του τιμές από την αρχή είτε (β) από τιμές που δίδονται μέσα από προσφορές. Στη συγκεκριμένη περίπτωση κατέληξε με βάση συγκριτικές τιμές για παρόμοιες εργασίες τα έτη 2003, το 2005 και 2008, προσφορές οι οποίες αφορούσαν άλλες εργασίες παρόμοιες με τις συγκεκριμένες για το επίδικο και έβγαλε το μέσο όρο. Διευκρίνισε πως εάν λάμβανε υπόψη του κάποια προσφορά από την αρχή, δηλαδή με κόστος εργασιών, μηχανημάτων και αγοράς χώματος η τιμή θα ήταν πολύ πιο ψηλή. Σύμφωνα δε με την εκτίμηση του το κόστος αποκατάστασης των οικοπέδων στην αρχική τους μορφολογία είναι (α) ΛΚ5.046,00 για εκσκαφή και απομάκρυνση ακατάλληλων χωμάτων που έχουν τοποθετηθεί και (β) ΛΚ24.000,00 για επιχωμάτωση και κυλίνδρισμα με εισαγόμενα κατάλληλα ξένα χώματα και συμπίεση, πλέον το ΦΠΑ οπότε το σύνολο είναι ΛΚ33.402,
- ΜΥ1, κατέθεσε ο Νίκος Έλληνας, εναγόμενος στην παρούσα αγωγή. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του αποδέχεται την ευθύνη για επέμβαση που έγινε στα οικόπεδα των εναγουσών όμως σε πολύ μικρό βαθμό, η επέμβαση συνίσταται στο νότιο μέρος του οικοπέδου του το οποίο συνορεύει με το βόρειο σύνορο των οικοπέδων των εναγουσών, υπήρξε δηλαδή εκσκαφή περί τα 25 μ. σ΄ όλο το μήκος των οικοπέδων και 2,50 μ. βάθος για να ανεγείρει το περιτοίχισμα, η εν λόγω εκσκαφή έγινε μόνο περί το 1 μ. εντός των οικοπέδων των εναγουσών. Τα χώματα όλης της εκσκαφής τοποθετήθηκαν στα οικόπεδα των εναγουσών, μέρος αυτών επαναφέρθηκε για να γεμίσει η εκσκαφή, το υπόλοιπο μέρος παρέμεινε στα οικόπεδα των εναγουσών παρά το ότι σκοπός ήταν η μετακίνηση τους διότι η ΜΕ1 δεν το επέτρεψε. Έγιναν τότε κάποιες συναντήσεις στην παρουσία ειδικών και του αρχιτέκτονα του οπότε αποφασίστηκε η απομάκρυνση τους όπως και έγινε με τρόπο που δεν επηρεάστηκε η επιφάνεια των οικοπέδων. Όσον αφορά τον ισχυρισμό και τη μαρτυρία για εκσκαφές σε άλλα σημεία των οικοπέδων των εναγουσών ανέφερε πως δεν έγινε κάτι τέτοιο. Αποδέχθηκε ωστόσο ότι κάποια χώματα υπάρχουν ακόμη μέχρι σήμερα αυτό όμως έγινε επειδή το ζήτησε η ΜΕ1 για να χρησιμοποιηθούν και να γεμίσει κάποιο βαθούλωμα το οποίο υπήρχε από πριν στα οικόπεδα. Τέλος όσον αφορά στο θέμα της θέας που ισχυρίζονται οι ενάγουσες ότι επηρεάστηκε ήταν η θέση του πως το οικόπεδο του είναι πολύ πιο ψηλά από τα οικόπεδα των εναγουσών, και δεν την επηρέασε με οποιοδήποτε τρόπο, έδωσε δε οδηγίες σε πολιτικό μηχανικό ο οποίος προέβηκε σε μελέτη που αποδεικνύει ότι δεν έγινε επέμβαση που να αλλοιώνει τα υψόμετρα των οικοπέδων των εναγουσών. ΜΥ2 ήταν ο Ανδρέας Πίττας, είναι αυτοεργοδοτούμενος και διατηρεί φορτωτήρα και εκσκαφέα από το
- Περί το 2001 ο εναγόμενος του ανέθεσε και έκανε μια εκσκαφή σε οικόπεδο του γιατί επρόκειτο να ανεγείρει σ΄ αυτό οικοδομή, στην περιοχή Μεσοβούνια. Έκανε την εν λόγω εκσκαφή, τη μισή ποσότητα από τα χώματα της εκσκαφής την τοποθέτησε σε διπλανά οικόπεδα και την άλλη την απομάκρυνε. Η εκσκαφή έγινε προκειμένου να μπορέσει ο καλουψιής που θα εργαζόταν στο σπίτι του εναγόμενου να τοποθετήσει καλούπια για το περιτοίχισμα. Η εν λόγω εκσκαφή έκλεισε με την τοποθέτηση μέρους των χωμάτων που είχε ήδη τοποθετήσει στα διπλανά οικόπεδα και ένα άλλο μέρος το μετακίνησε μακριά. Επίσης ανέφερε πως επειδή είχε παραμείνει στο μέσο των διπλανών οικοπέδων ποσότητα από χώματα ο εναγόμενος του έδωσε οδηγίες να τα σπρώξει για να πάνε σε μία χαράδρα που υπήρχε όπως και έπραξε. Εξέφρασε τη θέση πως επειδή το τρακτέρ του ήταν μεγάλο πιθανόν να έμειναν μερικά κυβικά μέτρα χώματος στα διπλανά οικόπεδα τα οποία όμως όπως του ανέφερε ο εναγόμενος τα απομάκρυνε με μικρό μηχάνημα. Ως ΜΥ3 κατέθεσε ο Νικόλας Δημητρίου, είναι πολιτικός μηχανικός από το 1991, περί το 2003 πληροφορήθηκε από τον εναγόμενο για κάποια διαφορά που είχε με τους ιδιοκτήτες των γειτονικών του οικοπέδων. Ως ανέφερε αυτός έχει ετοιμάσει τα σχέδια διαχωρισμού των οικοπέδων, περιλαμβανομένων των επιδίκων στην περιοχή Μεσοβούνια, στη Γερμασόγεια. Αναγνώρισε το τεκμήριο 8 ως μέρος των σχεδίων που αυτός ετοίμασε για τον πιο πάνω διαχωρισμό κατά το έτος
- Όταν πληροφορήθηκε για την επίδικη διαφορά προσπάθησε να δώσει κάποιες λύσεις ούτως ώστε να μην φθάσει η υπόθεση στο Δικαστήριο και έλαβε μέρος σε συναντήσεις που έγιναν για το σκοπό αυτό. Η γνώμη του την οποία είπε και στις δύο πλευρές ήταν πως για να διαπιστωθεί αν έγινε και σε ποιο βαθμό επέμβαση θα έπρεπε να γίνει μια γεωλογική έρευνα των οικοπέδων η οποία θα μπορούσε να αποδείξει τι έγινε στην περιοχή εν όψει του ότι υπάρχουν ακόμη στοιχεία στο έδαφος τα οποία βοηθούν προς τούτο. Ο πιο εύκολος και οικονομικός τρόπος ως εξήγησε ήταν να γίνουν αυλάκια με ντίκερ στο χώρο των μπάζων μέχρι να βρεθεί σκληρό παρθένο έδαφος. Εάν γίνονταν τέσσερα τουλάχιστον αυλάκια θα έδιναν με ακρίβεια στην στρωματογραφία και θα ήταν εύκολο να εντοπισθεί η θέση του αρχικού εδάφους δηλαδή όπου θα έπρεπε να εμφανισθεί το φυσικό έδαφος ή φυσική γη των πρώτων 20 εκατοστών, εάν δεν φανεί το φυσικό έδαφος σημαίνει ότι έγιναν εκσκαφές και όπου εμφανίζεται σημαίνει πως δεν έγιναν. Εναλλακτικά προς τα πιο πάνω θα μπορούσε να γίνει η ίδια γεωλογική έρευνα με άνοιγμα γεωτρήσεων με καταγραφή της θέσης τους και της στρωματογραφίας από έμπειρο γεωλόγο και τα αποτελέσματα να τύχουν επεξεργασίας, αυτό όμως προϋποθέτει πολύ μεγάλο κόστος και αχρείαστο. Όσον αφορά στην έρευνα που έκανε ο ΜΕ2, Καραγιάννης, συνιστά ένα «πάντρεμα» των δύο πιο πάνω μεθόδων, δηλαδή ανοίχθηκαν σε 4-5 σημεία λάκκοι, τους οποίους πήγε και είδε. Σε δύο από αυτούς, που ήταν σχετικά ξέβαθοι, και βρίσκονταν στο νότιο μέρος των οικοπέδων μπόρεσε και κατέβηκε μέσα και είχε αναγνωρίσει την αναμενόμενη στρωματογραφία, δηλαδή βρήκε το στρώμα της φυσικής γης καταπλακωμένο από μπάζα. Σύμφωνα όμως με όλα τα στοιχεία που υπήρχαν εκεί εισηγήθηκε ότι θα έπρεπε να ανοιχθούν περισσότεροι λάκκοι στα οικόπεδα και να κληθεί κάποιος γεωλόγος με την ελπίδα να λυνόταν η διαφορά πριν το Δικαστήριο. Μετά τα πιο πάνω και επειδή δεν κατέστηκε δυνατό να εξευρεθεί λύση τον Φεβρουάριο του 2008 και αφού του ζητήθηκε από τον εναγόμενο, ετοίμασε δική του μελέτη (τεκμήριο 14) την οποία ανέλυσε και έδωσε πλήρεις εξηγήσεις προς υποστήριξη των αποτελεσμάτων αυτής. Μεταξύ άλλων το αποτέλεσμα της μελέτης του δείχνει ότι τα οικόπεδα δεν βρίσκονται σήμερα όπως ήταν πριν 20 χρόνια δηλαδή έγινε εκσκαφή σε κάποια σημεία ενώ σε άλλα σημεία τοποθετήθηκαν μπάζα χώματος πάνω από το έδαφος. Πιο συγκεκριμένα βόρεια των οικοπέδων των εναγουσών έγινε μια εκσκαφή η οποία έχει κάποιο βάθος, στο μέσο δε των οικοπέδων υπάρχει μια αλλοίωση από εκσκαφή με πιθανότητα να υπάρχει και επιχωμάτωση που δεν μπορεί να προσδιορίσει το βάθος της, ως επίσης στο νότιο μέρος των οικοπέδων υπάρχει επιχωμάτωση καθαρά με τοποθέτηση χώματος. Τα πιο πάνω στοιχεία επέμβασης επέφεραν και την καταστροφή της αρχικής χλωρίδας στα ανάλογα σημεία. Κατά τη μελέτη του χρησιμοποίησε το μοντέλο εδάφους και όχι ευθεία γραμμή ως έπραξε ο ΜΕ2, και συνολικά έγιναν έντεκα τομές. Όσον αφορά τα υψόμετρα σ΄ όλες τις τομές υπάρχει ταύτιση τους με τα αρχικά και προς τη νότια πλευρά των οικοπέδων το αρχικό υψόμετρο ήταν πιο χαμηλό απ΄ ότι είναι σήμερα, προφανώς λόγω της επιχωμάτωσης. Μετά το πέρας της παρουσίασης της μαρτυρίας μέσα από τις αγορεύσεις και οι δύο πλευρές υποστήριξαν τις εκατέρωθεν δικογραφημένες θέσεις τους με επιχειρήματα και τοποθετήσεις στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας που η κάθε πλευρά παρουσίασε. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του εναγόμενου εισηγήθηκε κατ΄ αρχήν ότι η ΜΕ1 κατά τη μαρτυρία της, προέβηκε σε υπερβολές προκειμένου να υποστηρίξει τη θέση των εναγουσών, θυγατέρων της, όπως εκφράζεται στα δικόγραφα. Ο δε ΜΕ2 Καραγιάννης δεν πρέπει να γίνει αποδεκτός αφού η μελέτη του υστερεί κατά πολύ της μελέτης που ετοίμασε ο ΜΥ3 Νικόλας Δημητρίου ο οποίος είχε ετοιμάσει και τα αρχικά σχέδια διαχωρισμού της περιοχής σε οικόπεδα. Συνακόλουθα της αδύνατης μαρτυρίας του ΜΕ2 τίθεται πλέον ως άνευ αντικειμένου και η μαρτυρία του ΜΕ3 Α. Πολυκάρπου ο οποίος βασίστηκε στη μαρτυρία και σχέδια του ΜΕ2 για τον υπολογισμό που έκανε ως προς την αποκατάσταση αναφορικά με τις ισχυριζόμενες επεμβάσεις. Αντίθετα, ήταν η θέση πως η πλευρά του εναγόμενου παρουσίασε αξιόπιστη μαρτυρία. Μέσα δε από τη μαρτυρία των εναγουσών δεν δικαιολογείται οποιαδήποτε απόφαση προς όφελος τους και ως εκ τούτου ζήτησε την απόρριψη της αγωγής με έξοδα. Από την πλευρά των εναγουσών η ευπαίδευτη συνήγορος τους εισηγήθηκε πως δόθηκε αξιόπιστη και ικανοποιητική μαρτυρία για την απαίτηση των εναγουσών αφού αποδείχθηκε ότι έγιναν τόσο επιχωματώσεις όσο και εκσκαφές στα οικόπεδα τους, σε αντίθεση δε με τον εναγόμενο ο οποίος αποδέχθηκε μόνο την εκσκαφή στο βόρειο μέρος και ισχυριζόταν ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε αλλοίωση στα επίδικα ακίνητα κάτι όμως που διαψεύδεται από τη μελέτη (τεκμήριο 14) που ετοίμασε ο δικός του πολιτικός μηχανικός. Συνεπώς η μαρτυρία του εναγόμενου δεν θα πρέπει να γίνει αποδεκτή. Γενικότερα η εισήγηση είναι πως η εκδοχή του εναγόμενου όπως παρουσιάστηκε εμφανίζει αδυναμία σ΄ ότι αφορά τις ποσότητες που αποδέχεται ο ΜΥ3 ότι έγιναν εκσκαφές ή επιχωματώσεις ωστόσο τέτοια μαρτυρία υπάρχει εκ μέρους του ΜΕ2 Π. Καραγιάννη. Ακόμη τονίστηκε πως ο ΜΥ3 κατά τη δίκη αποδέχτηκε ότι ο υπολογισμός της αρχικής στάθμης του εδάφους, όπως έγινε με το τεκμήριο 8, και τα αποτελέσματα που προέκυψαν από την επεξεργασία των μετρήσεων του κατά το 1994 θα κατέληγαν στο ίδιο αποτέλεσμα συνεπώς υπάρχει συμφωνία ουσιαστικά των δύο εμπειρογνωμόνων. Συνακόλουθα των πιο πάνω ζητήθηκε η έκδοση απόφασης ως η μαρτυρία των ΜΕ2 και ΜΕ3 προς όφελος των εναγουσών και εναντίον του εναγόμενου, ούτως ώστε να επέλθει αποκατάσταση στα ακίνητα τους, πλέον παραδειγματικές αποζημιώσεις και τα έξοδα της δίκης. Αξιολόγηση μαρτυρίας: Κατά την ακροαματική διαδικασία το Δικαστήριο είχε την ευχέρεια και παρακολούθησε με κάθε δυνατή προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του. Με κριτήρια την όλη στάση και συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα, κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, καθώς και το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, σε συνυφασμό με το περιεχόμενο των τεκμηρίων που έχουν κατατεθεί το Δικαστήριο προβαίνει στην πιο κάτω αξιολόγηση τους. ΜΕ1 ήταν η μητέρα των εναγουσών. Η μαρτυρία της υπήρξε θετική και περιγραφική για όλα τα θέματα για τα οποία κατέθεσε. Ως διαφαίνεται επί της ουσίας η μαρτυρία της που αφορά στην επέμβαση και αλλοιώσεις επί του εδάφους των δύο επιδίκων οικοπέδων υποστηρίζεται πλήρως από το περιεχόμενο των φωτογραφιών που παρουσίασε, σημειώνεται πως σε κανένα στάδιο της δίκης αμφισβητήθηκε είτε η λήψη ή εκτύπωση των φωτογραφιών ή το περιεχόμενο τους ή ακόμη να υποβλήθηκε οτιδήποτε για την αντίκρουση των όσων εμφανώς αυτές παρουσιάζουν. Περαιτέρω η μαρτυρία της και κατά το στάδιο της αντεξέτασης υπήρξε συνεπής και σταθερή με την κύρια εξέταση της, δεν παρατηρήθηκε οποιαδήποτε αντίφαση ή προσπάθεια αποφυγής να δώσει απαντήσεις οι οποίες ήταν αυθόρμητες, ευθείας φύσεως και χωρίς περιστροφές. Εν όψει των πιο πάνω κρίνεται πως το Δικαστήριο νομιμοποιείται να δεχθεί την εν λόγω μάρτυρα ως αξιόπιστη και συνεπώς αποδέχεται τη μαρτυρία της. Θα πρέπει σ΄ αυτό το στάδιο να σημειωθεί ότι δεν έχει παραγνωρισθεί η θέση της υπεράσπισης πως η μαρτυρία της ΜΕ1 ήταν υπερβολική διότι προέβαλε στοιχεία ότι επηρεάστηκε η οικοδομική αξία των επιδίκων οικοπέδων ενώ αυτό δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Είναι γεγονός ότι η ΜΕ1 έκανε αναφορά σε τέτοια θέματα όμως ξεκαθάρισε πως δεν υπάρχει απαίτηση για επηρεασμό της θέας των οικοπέδων. Βεβαίως εδώ θα πρέπει να σημειωθεί πως η οικοδομική αξία των επίδικων οικοπέδων δεν σχετίζεται με τη θέα μόνο αλλά και με την ποιότητα και στρωματογραφία του εδάφους για την οποία κατέθεσαν οι ειδικοί ΜΕ2 και ΜΥ3 που ως θα διαφανεί υπάρχει κάποια σχέση μ΄ αυτά που ανέφερε η ΜΕ1, συνεπώς δεν υπάρχουν τέτοια στοιχεία που να δικαιολογούν το Δικαστήριο να μην δεχθεί ως αξιόπιστη τη ΜΕ
- Συνακόλουθα η εν λόγω θέση της υπεράσπισης απορρίπτεται. ΜΕ2 ήταν ο Π. Καραγιάννης, πολιτικός μηχανικός, κλήθηκε ως ειδικός, εμπειρογνώμονας εκ μέρους των εναγουσών ως έχει άλλωστε κληθεί και ο ΜΥ3 εκ μέρους του εναγόμενου. Η μαρτυρία των δύο εν λόγω μαρτύρων αφού αξιολογηθεί στη βάση των κριτηρίων και στοιχείων που αναφέρθηκαν πιο πάνω είναι δικαιολογημένο να αξιολογηθεί και στη βάση των ειδικών κριτηρίων τα οποία θα νομιμοποιούν την αποδοχή του αποτελέσματος ή όχι της μελέτης τους. Το Δικαστήριο έχει διέλθει με κάθε δυνατή προσοχή τη μαρτυρία τους και διαπιστώνει πως και οι δύο κατ΄ αρχήν ήταν θετικοί και επεξηγηματικοί. Παρουσίασαν το αποτέλεσμα της μελέτης τους με στοιχεία τέτοια που έπεισαν το Δικαστήριο πως αυτή αποτελεί προϊόν μιας ειλικρινούς προσπάθειας και εργασίας όχι όμως για όλα τα στοιχεία της έρευνας του ΜΕ2, και θα γίνει αναφορά πιο κάτω. Η μαρτυρία και των δύο έχει βοηθήσει το Δικαστήριο για να αντιληφθεί καλύτερα τη διαφορά των διαδίκων στο βαθμό που απαιτεί η φύση της επέμβασης που επικαλούνται οι ενάγουσες, αφού δεν πρόκειται περί απλής φύσης επέμβασης. Ακόμη προκύπτει πως και στο θέμα των υψομέτρων των επιδίκων οικοπέδων ως έχουν σήμερα δεν υπάρχει διαφωνία. Εν πάση περιπτώσει δεν υπάρχει απαίτηση για αποζημίωση λόγω στέρησης ή μείωσης του υψομέτρου των επιδίκων οικοπέδων. Οι δύο εν λόγω μάρτυρες άφησαν πολύ καλή εντύπωση στο Δικαστήριο ωστόσο για τους λόγους που θα εξηγηθούν στη συνέχεια το Δικαστήριο αποδέχεται το αποτέλεσμα της μελέτης του ΜΥ3 ως αξιόπιστο και εμπεριστατωμένο ενώ δεν αποδέχεται το αποτέλεσμα της μελέτης και τους υπολογισμούς στους οποίους προέβηκε ο ΜΕ2 Π. Καραγιάννης. Ειδικότερα: (α) Ο ΜΕ2 ως εξήγησε το αποτέλεσμα της μελέτης του ήταν προϊόν επεξεργασίας των στοιχείων που πήρε το συνεργείο του επιτόπου και όχι ο ίδιος, άρα ως προς αυτά τα στοιχεία κατ΄ αρχήν η μαρτυρία είναι εξ ακοής, κατά δεύτερο λόγο αυτή η εξ ακοής μαρτυρία είναι τέτοιας φύσεως και ποιότητας που δεν επιτρέπει στο Δικαστήριο να τη δεχθεί αλλά και κατ΄ επέκταση δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό το αποτέλεσμα της μελέτης του ΜΕ
- Πιο συγκεκριμένα ο ΜΕ2 έχει πει ότι ο συνεργάτης του Σάββας Κυπριανίδης άνοιξε τέσσερις λάκκους εντός των επίδικων οικοπέδων, ωστόσο όμως δεν υπάρχει μαρτυρία για τις διαστάσεις, το βάθος και τα στοιχεία που προέκυψαν από αυτούς τους λάκκους ούτως ώστε να επιτρέπουν στο Δικαστήριο να επιβεβαιώσει τους υπολογισμούς που έχει κάνει ο ΜΕ
- Περαιτέρω ο ΜΕ2 δεν ήταν σε θέση να πει ή να δώσει στοιχεία σε ποια σημεία ανοίχθηκαν οι λάκκοι, συνεπώς πάλι δεν μπορεί το Δικαστήριο να ελέγξει αν αυτοί οι λάκκοι και οποιαδήποτε στοιχεία αντλήθηκαν από αυτούς αντιστοιχούν στα σημεία και στις ποσότητες που παρουσιάζονται οι εκσκαφές και οι επιχωματώσεις που φαίνονται στα σχέδια τεκμήρια 7 και 10 που έχει ετοιμάσει ο ΜΕ
- Οι πιο πάνω αδυναμίες πιθανόν να μπορούσαν να καλυφθούν από την παρουσίαση ως μάρτυρα του Σάββα Κυριακίδη, όμως δεν έγινε κάτι τέτοιο με αποτέλεσμα να μην δικαιολογείται η αποδοχή της μελέτης του ΜΕ2 αφού ελλείπουν τα απαραίτητα στοιχεία που την στηρίζουν. Καμία εξήγηση δόθηκε γιατί δεν κατέθεσε το εν λόγω πρόσωπο. Σχετική προβάλλει η υπόθεση Ηρακλή Γεωργίου ν. Ερμιόνης Σταύρου, Πολιτική Έφεση αρ. 319/2006, ημερομηνίας 22.01.2009 όπου το εφετείο αναφέρεται στις προϋποθέσεις του άρθρου 27 του Κεφ. 9 ως προς την αξιολόγηση της εξ ακοής μαρτυρίας. (β) Πέραν των πιο πάνω, τα οποία περισσότερο αφορούν στις εκσκαφές δεν υπάρχει το υπόβαθρο πως μετρήθηκαν οι όγκοι χώματος που αφορούν στις επιχωματώσεις, παρά μόνο εξάχθηκαν υπολογισμοί με βάση τις ισουψείς καμπύλες και τα υψόμετρα, όμως κάτι τέτοιο δεν πληρεί την ασφάλεια έκδοσης ευρημάτων για τις ακριβείς ποσότητες αφού οι ισουψείς καμπύλες απεικονίζουν σημεία με απόσταση 4 μέτρων μεταξύ τους. Ο ίδιος ο ΜΕ2 αποδέκτηκε πως είναι δυνατό να υπάρχει παρέκκλιση στους υπολογισμούς του, η οποία όμως κατά το Δικαστήριο θα έχει άμεση διαφοροποίηση στις ποσότητες χώματος είτε αυτές αφορούν εκσκαφές είτε επιχωματώσεις. (γ) Τέλος τόσο ο ίδιος ο ΜΕ2 σε συνέχεια με τα πιο πάνω σημεία, αλλά και ο ΜΥ3 συμφώνησαν πως η πιο ασφαλής μέθοδος για τον υπολογισμό θα ήταν να γίνει γεωλογική μελέτη για να φανεί ο πραγματικός όγκος χώματος τόσο για την εκσκαφή όσο και για τις επιχωματώσεις. Συνακόλουθα και οι δύο πιο πάνω μάρτυρες κρίνονται αξιόπιστοι και η μαρτυρία τους αποδεκτή πλην των όσων έχουν αναφερθεί πιο πάνω για τη μη αποδοχή μέρους της μαρτυρίας του ΜΕ2 και που αφορούν στους υπολογισμούς και ποσότητες χώματος είτε για τις εκσκαφές είτε και για τις επιχωματώσεις. ΜΕ3 κατέθεσε ο Ανδρέας Πολυκάρπου, επίσης ως ειδικός, επιμετρητής ποσοτήτων σε οικοδομικές εργασίες. Τα πιο πάνω θετικά στοιχεία που έχουν αναφερθεί για τους ΜΕ2 και ΜΥ3 συντρέχουν και στην περίπτωση του, επίσης η μαρτυρία του, ήταν θετική. Ως διαφάνηκε πρόκειται για άτομο το οποίο διαθέτει μεγάλη εμπειρία στο αντικείμενο του, αφού από το 1964 διατηρεί δικό του γραφείο και διεξάγει ρόλο οικονομικού διαχειριστή σε οικοδομικά συμβόλαια. Σημειώνεται πως η αντεξέταση του ήταν περισσότερο διευκρινιστικού χαρακτήρα παρά αμφισβήτησης, και ειδικότερα ως προς τους υπολογισμούς του οι οποίοι βεβαίως στηρίζονται στις μετρήσεις του χωρομέτρη Π. Καραγιάννη αλλά και ως προς την αξία της εργασίας που έχει κοστολογήσει, δεν έχει υποβληθεί σε οποιαδήποτε αντεξέταση ως εκ τούτου η εν λόγω μαρτυρία του έχει παραμείνει αναντίλεκτη. Χωρίς οποιοδήποτε ενδοιασμό η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο. ΜΥ1 κατέθεσε ο εναγόμενος, υπήρξε μεν συνεπής στη μαρτυρία του η οποία συνάδει και συμφωνεί σε αρκετά σημεία με τη μαρτυρία των εναγουσών ωστόσο η ουσία της εκδοχής του όπως την παρουσίασε ενώπιον του Δικαστηρίου δεν δύναται να γίνει αποδεκτή στα πιο κάτω βασικά της στοιχεία για τους λόγους που εξηγούνται: (α) Ενώ αποδέχεται ότι έγινε εκσκαφή και επέμβαση στο βόρειο μέρος των επίδικων οικοπέδων αρνείται ότι υπήρξαν εκσκαφές σε οποιαδήποτε άλλα σημεία επί των οικοπέδων των εναγουσών. Η θέση του όμως αυτή δεν υποστηρίχθηκε από κάποια άμεση μαρτυρία αφού ως είναι αποδεκτό είναι ο εργολάβος του που προχώρησε στις επεμβάσεις και συνεπώς δεν γνωρίζει τι ακριβώς έγινε και το οποίο μπορεί να διαπιστωθεί μόνο από ειδικούς τεχνικούς. Επιπρόσθετα ως διαφάνηκε τόσο από την αποδεκτή μαρτυρία του ΜΕ2, ως ειδικού αλλά και του ΜΥ3 τον οποίο αυτός παρουσίασε στο Δικαστήριο αποδείχθηκε ότι υπήρξε εκσκαφή και σε άλλα σημεία των επίδικων οικοπέδων πέραν του βορείου μέρους αυτών. (β) Ακόμη ενώ αποδέχεται ότι έγινε επέμβαση με επιχωματώσεις ανέφερε πως ο ίδιος μετακίνησε όλα τα χώματα που τοποθετήθηκαν χρησιμοποιώντας δε και μικρό τρακτέρ για να μην υπάρξει ζημιά στην στρωματογραφία του εδάφους, πληρώνοντας το ποσό των €6.000,
- Η θέση αυτή δεν γίνεται αποδεκτή, πέραν του ότι στην Υπεράσπιση του ομιλεί περί ΛΚ6.000,00 αντί περί Ευρώ, λογικά αναμενόμενο ήταν για το Δικαστήριο, εφόσον η απαίτηση εναντίον του αφορά σε τοποθέτηση χωμάτων ενώ αυτός επιμένει ότι τα μετακίνησε, να παρουσίαζε κάποια απόδειξη πληρωμής για τέτοιο ποσό ή το πρόσωπο το οποίο τα μετακίνησε χρησιμοποιώντας το μικρό τρακτέρ που ανέφερε, οπότε θα ήταν πιο πειστικός. Επιπρόσθετα η θέση του πως δεν υπήρχαν επιχωματώσεις καταρρίπτεται από το αποτέλεσμα της έρευνας (τεκμήριο 14) που ετοίμασε ο ΜΥ
- Συνακόλουθα η μαρτυρία του εναγόμενου στα πιο πάνω σημεία δεν γίνεται αποδεκτή. Τέλος ως ΜΥ2 ήταν ο Ανδρέας Πίττας ο οποίος προέβηκε στις χωματουργικές εργασίες στο οικόπεδο του εναγόμενου, η εντύπωση που άφησε στο Δικαστήριο είναι πως σκοπό είχε την υποβοήθηση της εκδοχής του εναγόμενου και δη ότι έκανε μια εκσκαφή μόνο επί των επίδικων οικοπέδων στο βόρειο σύνορο τους και πουθενά αλλού. Ωστόσο η θέση αυτή προσκρούει στην έρευνα που ο ΜΥ3 έκανε ως ειδικός για τα θέματα που παρουσίασε τη μελέτη του και ήδη η μαρτυρία του έγινε αποδεκτή. Επιπλέον ως αρνητικό στοιχείο στην εικόνα που άφησε ο ΜΥ2 είναι και η αναφορά του πως απομάκρυνε όλα τα χώματα που τοποθέτησε στα οικόπεδα των εναγουσών σπεύδοντας δε να ενισχύσει τη μαρτυρία του εναγόμενου ανέφερε πως ο τελευταίος του είπε ότι χρησιμοποιώντας μικρό τρακτέρ και όχι μεγάλο ως ήταν το δικό του, απομάκρυνε όλα τα χώματα που υπήρχαν. Συνακόλουθα των πιο πάνω η μαρτυρία του δεν γίνεται αποδεκτή στο βαθμό που εξυπηρετούσε τον πιο πάνω σκοπό και απορρίπτεται. Ευρήματα Δικαστηρίου: Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση διαπιστώνεται πως τα ουσιώδη πραγματικά γεγονότα που διέπουν την παρούσα υπόθεση έχουν ως ακολούθως: Οι ενάγουσες 1 και 2 είναι εγγεγραμμένες ιδιοκτήτριες των οικοπέδων με αριθμούς εγγραφής τεμάχιο 1382
(101)εκτάσεως 955 τ.μ. και 1383 εκτάσεως 1004 τ.μ. Φ/Σχ LIV 44 αντίστοιχα τα οποία βρίσκονται στην περιοχή «Μεσοβούνια» στη Γερμασόγεια της επαρχίας Λεμεσού, το ένα δίπλα στο άλλο. Ο εναγόμενος είναι εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του οικοπέδου με αριθμό εγγραφής 25895 Φ/Σχ. LIV 44 τεμάχιο 1379 στην περιοχή Μεσοβούνια το νότιο σύνορο του οποίου γειτνιάζει με τα βόρεια σύνορα των οικοπέδων των εναγουσών. Ο εναγόμενος περί το έτος 2002-2003 και κατά την ανέγερση κατοικίας εντός του οικοπέδου του επενέβηκε στα ακίνητα οικόπεδα των εναγουσών. Η επέμβαση συνίσταται σε εκσκαφή κατά μήκος του βορείου συνόρου των οικοπέδων των εναγουσών. Επίσης σύμφωνα με την αποδεκτή μαρτυρία του ΜΥ3 υπάρχει αλλοίωση του εδάφους με εκσκαφή και κάποια επιχωμάτωση χωρίς όμως τα στοιχεία που προέκυψαν από την έρευνα του ΜΥ3 να επιτρέπουν στο Δικαστήριο να εξαγάγει ασφαλή ευρήματα ως προς τις διαστάσεις και κατ΄ επέκταση ως προς τον όγκο χώματος που επηρεάστηκε από αυτές. Οι εν λόγω επιχωμάτωση (δηλαδή τοποθετήσεις όγκων χώματος) και εκσκαφή είναι στο νότιο μέρος των οικοπέδων των εναγουσών. Περαιτέρω στηριζόμενο το Δικαστήριο στην αποδεκτή μαρτυρία του ΜΥ3 δεν διαπιστώνει σε γενικές γραμμές οποιοδήποτε επηρεασμό στα υψόμετρα των οικοπέδων των εναγουσών, πλην βεβαίως των επιμέρους σημείων στα οποία έγινε επέμβαση και είναι αναμενόμενο να υπάρχει κάποια έστω μικρή αλλοίωση η οποία όμως δεν επηρεάζει το υψόμετρο και την περαιτέρω οικοδομική τους ανάπτυξη, άλλωστε δεν ζητείται τέτοια αξίωση. Ο εναγόμενος κατά το έτος 2003 και όταν ήρθε σε επικοινωνία μαζί του η ΜΕ1, μητέρα των εναγουσών η οποία κατ΄ εξουσιοδότηση τους χειρίστηκε την υπόθεση τους αποδέκτηκε την ευθύνη για την επέμβαση εφόσον είναι ο εργολάβος του που προέβηκε στις ενέργειες που συνιστούν την επέμβαση και χωρίς οποιαδήποτε συγκατάθεση από τις ενάγουσες. Στα πλαίσια προσπάθειας για διευθέτηση της διαφοράς και παραπόνου το οποίο τέθηκε από τη ΜΕ1, ο εναγόμενος συμμετείχε σε συναντήσεις παρουσία τεχνικών. Στη συνέχεια έγινε απομάκρυνση όγκων χώματος με πρωτοβουλία του εναγόμενου ωστόσο δεν υπήρξε συμφωνία ως προς το τι αποτελούσε αποκατάσταση και στο κόστος της ζημιάς που ισχυρίστηκαν οι ενάγουσες ότι υπέστηκαν, οπότε παρέμειναν όγκοι χώματος ακόμη μέχρι σήμερα κυρίως στο νότιο μέρος των οικοπέδων των εναγουσών. Είναι τέλος εύρημα του Δικαστηρίου πως για να διαπιστωθεί η πραγματική ποσότητα χώματος που έχει επηρεασθεί από τις εκσκαφές καθώς και η πραγματική ποσότητα χώματος που έχει τοποθετηθεί υπό τύπο επιχωμάτωσης και όμως δεν αφαιρέθηκε ακόμη από τον εναγόμενο, είναι αναγκαίο όπως διεξαχθεί είτε γεωλογική μελέτη όπως την περίγραψε ο ΜΥ3 είτε επίσης ως εισηγήθηκε ο ΜΥ3 να ανοιχθούν αυλάκια στα επίδικα οικόπεδα και να γίνει έρευνα και επεξεργασία των αποτελεσμάτων που θα δείξουν τα αυλάκια από γεωλόγο οπότε θα είναι επιτρεπτό να υπολογισθούν οι ακριβείς ποσότητες που έχουν επηρεαστεί και/ή έχουν προκαλέσει αλλοίωση της στρωματογραφίας του εδάφους σε σχέση με την προτέρα κατάσταση. Επειδή υπήρξε η πιο πάνω επέμβαση οι ενάγουσες ζήτησαν τη συμβουλή ειδικών οι οποίοι προέβηκαν σε μελέτη για την εξακρίβωση της ζημιάς ωστόσο επειδή δεν τέθηκε μαρτυρία κατά τη δίκη ποια χρηματικά ποσά καταβλήθηκαν στους ΜΕ2 και ΜΕ3 για τη μελέτη και εκτίμηση τους δεν υπάρχει το αναγκαίο υπόβαθρο για να προβεί το Δικαστήριο σε εύρημα ως προς τα χρήματα που πληρώθηκαν για αυτό το σκοπό από τις ενάγουσες. Νομική πτυχή: Όπως προκύπτει από τα δικόγραφα των διαδίκων και είναι πλέον ξεκάθαρο η απαίτηση στηρίζεται στην παράνομη επέμβαση. Αναφορικά με το αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης το άρθρο 43 του Κεφ. 148 προβλέπει τα πιο κάτω: "43.-
(1)Παράνομη επέμβαση σε ακίνητη ιδιοκτησία συνίσταται σε παράνομη είσοδο ή σε παράνομη πρόκληση ζημιάς ή σε παράνομη παρέμβαση στην ιδιοκτησία αυτή από οποιονδήποτε πρόσωπο.
(2)Αν η πράξη για την οποία εγείρεται η αγωγή είναι επιτρεπτή κατά τοπικό έθιμο, αυτό αφού αποδειχθεί συνιστά υπεράσπιση αλλά σε αγωγή που εγείρεται για παράνομη επέμβαση σε ακίνητη ιδιοκτησία το βάρος της απόδειξης ότι η πράξη για την οποία εγείρεται η αγωγή δεν ήταν παράνομη φέρει ο Εναγόμενος". Στην υπόθεση Adrian Holdings Ltd v. Κυπριακή Δημοκρατία διά του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(1998)1 Α.Α.Δ. 1836, λέχθηκαν τα ακόλουθα στη σελίδα 1843: "Το αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης σε ακίνητη ιδιοκτησία είναι αγώγιμο per se. Όπου όμως δεν αποδεικνύεται η ύπαρξη ζημιάς, μπορεί να επιδικαστούν μόνο ονομαστικές αποζημιώσεις και να μη δοθούν έξοδα ή ακόμη και να διαταχθεί ο Ενάγων να καταβάλει έξοδα στον Εναγόμενο. (Παπακόκκινου κ.ά. ν. Θεοδοσίου
(1991)1 Α.Α.Δ. 379, Kakoullou and another v. Kakoulli
(1985)1 C.L.R. 355, Ttanis v. Hadjimichael and Another
(1982)1 C.L.R. 301 και Ευθυβούλου κ.ά. ν. Συμβούλιο Βελτιώσεως Κισσόνεργας κ.ά., Πολιτική Έφεση 9712, ημερομηνίας 21.05.98). Όπου αποδεικνύεται παράνομη κατοχή ακινήτου το μέτρο αποζημιώσεων είναι η αγοραία ενοικιαστική αξία του ακινήτου και όχι το όφελος που προσπορίζεται ο παράνομος κάτοχος από την επέμβαση". Περαιτέρω στην υπόθεση Βερεγγάριας Παπακόκκινου διαχειρίστριας κ.α. ν. Δήμου Πάφου, Πολιτική Έφεση 9103, ημερομηνίας 9.4.98, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα από τον Δικαστή κ. Γαβριηλίδη στις σελίδες 17 και 18: "Είναι καθιερωμένη αρχή ότι το ζήτημα των εξόδων της δίκης εμπίπτει στη διακριτική εξουσία του εκδικάσαντος Δικαστηρίου. Ο γενικός κανόνας είναι ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα. Απόκλιση από τον κανόνα δικαιολογείται μόνο εφόσον συντρέχουν ικανοί λόγοι που ανάγονται στη γενεσιουργό αιτία της πρόκλησης του συνόλου ή μέρους των εξόδων της δίκης (βλ. π.χ. Θρασυβούλου ν. Arto Estates Ltd
(1993)1 Α.Α.Δ. 12, Αρέστη ν. Λαδόκοννου, Πολιτική Έφεση 8870, ημερομηνίας 11.6.96). Στην παρούσα υπόθεση, όπως ορθά παρατήρησε η πρωτόδικη δικαστής, αιτιολογώντας την απόφαση της να στερήσει από τις Ενάγουσες τα έξοδα τους, αλλά, ταυτόχρονα, να μην επιδικάσει έξοδα σε βάρος τους, οι Ενάγουσες πέτυχαν μεν στη βασική τους απαίτηση, που ήταν η παράνομη επέμβαση, απέτυχαν, όμως, να αποδείξουν την ισχυριζόμενη ή άλλη ζημιά εξαιτίας της επέμβασης. Βρίσκουμε ότι, εν όψει του αποτελέσματος της δίκης, η απόφαση της πρωτόδικης Δικαστού να μην εκδώσει διάταγμα για τα έξοδα ήταν εύλογα δικαιολογημένη. Η έφεση απορρίπτεται με έξοδα σε βάρος των εφεσειουσών". Όσον αφορά δε το βάρος της απόδειξης της ισχυριζόμενης επέμβασης είναι προφανές ότι το φέρει ο Ενάγοντας, ωστόσο μετατίθεται στον Εναγόμενο το βάρος να αποδείξει ότι η επέμβαση δεν είναι παράνομη και αυτό προκύπτει από το άρθρο 43§2 του Κεφ. 148 και όπως έχει ερμηνευθεί στην υπόθεση Β. Παπακόκκινου ν. Σμυρλή
(2001)1 Α.Α.Δ. 1653. Επιπρόσθετα έχει καθιερωθεί μέσα από τη νομολογία, βλέπε υπόθεση Αγγελίδης ν. Φιλίππου και Κολοκασίδης Estates Ltd
(1991)1 Α.Α.Δ. σελ. 327, ότι σε περίπτωση απόδειξης παράνομης επέμβασης δικαιωματικά εκδίδεται διάταγμα για άρση της επέμβασης προκειμένου να τερματιστεί η παρανομία ή απαγόρευση για το μέλλον. Περαιτέρω έχει καθιερωθεί νομολογιακά (Andrian Holdings ανωτέρω) πως όπου αποδεικνύεται παράνομη κατοχή ακινήτου το μέτρο αποζημιώσεων είναι η αγοραία ενοικιαστική αξία του ακινήτου και όχι το όφελος που προσπορίζεται ο παράνομος κάτοχος από τη χρήση της γης ή η ακριβής απώλεια του ιδιοκτήτη. Το κριτήριο είναι αντικειμενικά αλληλένδετο με την ενοικιαστική αξία της περιουσίας (Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. Αρχής Λιμένων
(1992)1 Α.Α.Δ. 882). Η καταβολή αποζημιώσεων με βάση τις πιο πάνω αρχές επιβάλλεται έστω και αν ο ιδιοκτήτης δεν θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει ο ίδιος την περιουσία ή να την ενοικιάσει (βλέπε υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Bahchecioglou και άλλος, Πολιτική Έφεση 9562, ημερομηνίας 27.2.98 όπου γίνεται αναφορά σχετικά με το θέμα στην Strand Electric and Engineering Co. Ltd v. Brisford Ltd
(1952)1 All E.R. 796). Γενικά θα μπορούσε να ειπωθεί πως η επέμβαση συνίσταται στην παράνομη πράξη ή ενέργεια με την οποία τίθεται υπό αμφισβήτηση η κυριότητα ή η νόμιμη κατοχή περιουσίας από κάποιο πρόσωπο και προκαλείται ενόχληση χωρίς βέβαια τη συγκατάθεση του. Συμπέρασμα Δικαστηρίου: Με αναφορά τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης το Δικαστήριο κρίνει πως οι ενάγουσες έχουν αποδείξει την επέμβαση στα ακίνητα τους η οποία συνίσταται σε επιχωματώσεις αλλά και εκσκαφές όπως έχουν συγκεκριμενοποιηθεί στα ευρήματα, η εν λόγω επέμβαση ήταν χωρίς τη συγκατάθεση τους (και είναι παραδεκτή σε κάποιο βαθμό από τον εναγόμενο), συνεπώς πρόκειται για παράνομη επέμβαση σύμφωνα με το άρθρο 43
(1)του Κεφ.
- Περαιτέρω διαπιστώνεται πως ουδεμία υπεράσπιση προβλήθηκε ή προωθήθηκε από τον εναγόμενο η οποία να άρει το χαρακτήρα της παράνομης επέμβασης. Όπως έχει προκύψει μέσα από την ακροαματική διαδικασία η κύρια αμφισβήτηση του εναγόμενου είναι στην ύπαρξη ζημιάς και απόδειξης αυτής από τις ενάγουσες όπως την έχουν προσδιορίσει μέσα από την προσκομισθείσα μαρτυρία του ΜΕ3 ήτοι το ποσό των ΛΚ33.402,90 (περιλαμβανομένου ΦΠΑ). Το θέμα της ζημιάς θα εξετασθεί από το Δικαστήριο στη συνέχεια. Κρίνεται ορθό σ΄ αυτό το στάδιο να αναφερθεί πως στην κατάληξη του το Δικαστήριο για το θέμα της ζημιάς άντλησε καθοδήγηση από όσα παρατίθενται στο σύγγραμμα Clerk & Lindsell on Torts, 16η έκδοση (Sweet & Maxwell) στις σελίδες 1337, 1338 και από το απόσπασμα με τίτλο Physical damage to the Land. Οι συγγραφείς του εν λόγω συγγράμματος αφού αναπτύσσουν τα κριτήρια και προϋποθέσεις για τη χορήγηση της κατάλληλης θεραπείας για κάθε περίπτωση καταλήγουν με το εξής απόσπασμα: «.Whether diminution in value or replacement costs are chosen depends on the overriding principle of putting the plaintiff in that state he had prior to the infliction of harm". Με αναφορά στο πιο πάνω απόσπασμα αλλά και στις αρχές που διέπουν την απόδειξη ειδικής ζημιάς ως είναι η απαίτηση των εναγουσών κρίνεται πως δεν έχει αποδειχθεί ότι το ποσό των ΛΚ33.402,90 είναι αναγκαίο, απαραίτητο και δικαιολογημένο ως προς το ύψος του για να τεθούν οι ενάγουσες στη θέση εκείνη την οποία βρίσκονταν πριν την επέμβαση για τους πιο κάτω λόγους:
- Σύμφωνα με την προσαχθείσα μαρτυρία του ΜΕ2 δεν αποδείχθηκαν οι ακριβείς ποσότητες χώματος που τοποθετήθηκαν στα οικόπεδα των εναγουσών (επιχωματώσεις) για δε την περίπτωση των εκσκαφών δεν αποδείχθηκε η ακριβής ποσότητα που απαιτείται να αφαιρεθεί ως ακατάλληλη και ακολούθως η τοποθέτηση ξένων χωμάτων και συμπίεση τους.
- Ως διαφάνηκε από την προσαχθείσα μαρτυρία (ΜΕ2) εκ μέρους των εναγουσών η απαίτηση και η ανάγκη για την αποκατάσταση στη ζημιά συναρτάται αποκλειστικά και μόνο με τον επηρεασμό του εδάφους σε περίπτωση που θα ανεγερθούν κατοικίες εντός των οικοπέδων και μόνο στα σημεία όπου θα ανεγερθεί οικοδομή. Δεν έχει τεθεί όμως η απαραίτητη εκείνη μαρτυρία πως τα σημεία που έχουν επηρεαστεί από την επέμβαση είναι σημεία που θα καλυφθούν οπωσδήποτε από τις ανεγειρόμενες οικοδομές αφού ως έχει ήδη αναφερθεί από τον ΜΕ2 σε σημεία που δεν θα ανεγερθεί κατοικία όπως κήποι ή άλλα σημεία δεν θα επηρεάζονται από την επέμβαση. Επί της ίδιας λογικής το Δικαστήριο επισημαίνει πως ένα μεγάλο μέρος των εκσκαφών έχει γίνει κατά μήκος των βορείων συνόρων των επιδίκων οικοπέδων και συνεπώς τουλάχιστον με τα μέχρι σήμερα κρατούντα στο μέρος αυτό και εφόσον τα οικόπεδα των εναγουσών συνορεύουν με το ακίνητο του εναγόμενου δεν είναι δυνατό να επιτραπεί η τοποθέτηση κατοικιών αφού θα πρέπει να υπάρχει απόσταση τριών μέτρων ή τα γνωστά πόδια από την άκρια των οικοπέδων του εναγόμενου, συνακόλουθα δεν δικαιολογείται η αφαίρεση χώματος και επανατοποθέτηση χαβάρας και στρωμάτωσης ως εισηγείται ο ΜΕ3 και κάτι τέτοιο προβάλλει ως αχρείαστη αξίωση και όχι ζημιά όπως την συνδέουν οι ενάγουσες. Στο σημείο αυτό προβάλλει ως αναγκαία η παρατήρηση πως θα ήταν ορθότερο επειδή οι ενάγουσες είναι εξ ολοκλήρου ανεξάρτητες ιδιοκτήτριες των δύο οικοπέδων και όχι εξ αδιαιρέτου και για τα δύο, να γινόταν διαχωρισμός της επ΄ ακριβούς ζημιάς για το κάθε οικόπεδο ξεχωριστά ώστε να μπορούσε το Δικαστήριο να καθορίσει τη ζημιά της κάθε ενάγουσας, ωστόσο το θέμα αυτό είναι άνευ σημασίας αφού δεν αποδείχθηκε οποιοδήποτε ύψος από την απαιτούμενη ζημιά. Με βάση τα πιο πάνω και επειδή ούτε μαρτυρία για την αμοιβή ή χρέωση των εκτιμήσεων και μελέτης των ΜΕ2 και ΜΕ3 αντίστοιχα έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου κρίνεται ότι δεν αποδείχθηκε οποιαδήποτε ειδική ζημιά, συνεπώς οι ενάγουσες δικαιούνται μόνο σε ονομαστικές αποζημιώσεις. Παρά το γεγονός πως οι ενάγουσες απέτυχαν για τους λόγους που έχουν εξηγηθεί να αποδείξουν το ποσό που ζητούν, το θέμα της επέμβασης στα οικόπεδα τους παραμένει γεγονός και ως εξηγήθηκε και είναι ξεκάθαρο ενώπιον του Δικαστηρίου τα χώματα που έχουν παραμείνει θα πρέπει να απομακρυνθούν αφού δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως ακατάλληλα που είναι στην περίπτωση ανέγερσης κατοικιών. Η απομάκρυνση τους σαφώς προϋποθέτει κόστος για τις ενάγουσες το οποίο όμως δεν μπορεί να προσδιοριστεί για τους λόγους που έχουν ήδη εξηγηθεί, συνεπώς δικαιολογείται όπως το Δικαστήριο τους αποδώσει θεραπεία για αποκατάσταση και άρση της επέμβασης μέσω διατάγματος προς τον εναγόμενο μόνο όμως για τις επιχωματώσεις. Οι λόγοι που δεν δικαιολογείται διάταγμα ως προς τις εκσκαφές είναι οι ακόλουθοι: (α) Για την εκσκαφή που είναι στο βόρειο σύνορο των οικοπέδων των εναγουσών ως διαπιστώθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου αυτή έχει κλείσει άρα αφού δεν αποδείχθηκε η αναγκαιότητα αφαίρεσης και τοποθέτησης άλλης ποιότητας χώματος και ακολούθως στρωμάτωσης του θα ήταν άνευ αντικειμένου η οποιαδήποτε αφαίρεση χώματος από αυτήν. (β) Τόσο για την πιο πάνω εκσκαφή όσο και για την εκσκαφή που υπήρξε στο νότιο μέρος δεν υπάρχουν οι ακριβείς ποσότητες με βάση τις οποίες θα διέταζε το Δικαστήριο για να αφαιρεθούν και να τοποθετηθούν οι ανάλογες και κατάλληλες αργότερα, συνεπώς δεν θα εκδιδόταν ένα συγκεκριμένο Διάταγμα ως επιβάλλουν οι αρχές διατύπωσης Δικαστικών Διαταγμάτων. Όσον αφορά την απαίτηση των εναγουσών για τιμωρητικές αποζημιώσεις πέραν του ότι δεν έχει αποδειχθεί το επ΄ ακριβές ποσό της ζημιάς που θα ήταν ένα στοιχείο το οποίο θα λαμβανόταν υπόψη στον καθορισμό τέτοιων αποζημιώσεων, έχοντας κατά νου τις αρχές της νομολογίας (Papakokkinou and others v. Kanther
(1982)1 C.L.R. 65) και τις προϋποθέσεις για να επιδικασθούν τιμωρητικές αποζημιώσεις, κρίνεται πως η συμπεριφορά του εναγόμενου όπως έχει αποδειχθεί στη δίκη δεν είναι τέτοια που να δικαιολογεί απόφαση για τιμωρητικές αποζημιώσεις. Προς τούτο λήφθηκε υπόψη ότι από την πρώτη στιγμή ανέλαβε την ευθύνη για την επέμβαση που έχει διενεργήσει ο εργολάβος του, και περαιτέρω συμμετείχε σε συναντήσεις και προσπάθειες για διευθέτηση, στοιχεία τα οποία δεν νομιμοποιούν το Δικαστήριο να κρίνει πως υπήρξε αλαζονεία εκ μέρους του έναντι των εναγουσών. Γίνεται επίσης παραπομπή στο περιεχόμενο του τεκμηρίου 5 μέσα από το οποίο απολογείται για την επέμβαση. Συνακόλουθα η αξίωση για τιμωρητικές αποζημιώσεις απορρίπτεται. Εν όψει όλων των πιο πάνω εκδίδεται απόφαση προς όφελος των εναγουσών και εναντίον του εναγόμενου για το ποσό των €100,00 ως ονομαστικές αποζημιώσεις. Περαιτέρω εκδίδεται Διάταγμα με το οποίο ο εναγόμενος διατάσσεται όπως απομακρύνει όλα τα χώματα που έχει τοποθετήσει επί των οικοπέδων των εναγουσών δηλαδή να άρει την επέμβαση που έχει προβεί με επιχωμάτωση και υπάρχει ακόμη στο νότιο μέρος των οικοπέδων των εναγουσών εντός 60 ημερών από την επίδοση του Διατάγματος ούτως ώστε να αποκατασταθούν αυτά στην πρότερα τους κατάσταση. Περαιτέρω ο εναγόμενος διατάσσεται να καταβάλει τα έξοδα της δίκης ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η επιδίκαση των εξόδων σε βάρος του εναγόμενου στηρίχθηκε στο ότι αποδείχθηκε ότι υπάρχει ζημιά η οποία πρέπει να αποκατασταθεί αν και δεν έχει αποδειχθεί το ύψος της, γι΄ αυτό κρίθηκε αναγκαίο το πιο πάνω Διάταγμα. Περαιτέρω λήφθηκε υπόψη ότι ουσιαστικά όπως διαφάνηκε, έγινε καθολική χρήση των οικοπέδων των εναγουσών αφού καθ΄ όλη τη διάρκεια που ανήγειρε την κατοικία του ο εναγόμενος τοποθετήθηκαν πολύ μεγαλύτερες ποσότητες χώματος οι οποίες απομακρύνθηκαν αργότερα χωρίς να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι επρόκειτο για ξένη περιουσία και έγινε τέτοια χρήση ωσάν να επρόκειτο για δικά του οικόπεδα. (Υπ.) .. ............ Δ. Ι. Κίτσιος, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής /ΤΑ Subject: Civil/Other Actions/Final Αναφορά: Ποινικό αδίκημα - Επέμβαση με εκσκαφές και επιχωματώσεις - Απόδειξη ειδικής ζημιάς - Αποκατάσταση - Διάταγμα. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο