← Κύπρος

Afifa Dinawi ν. Αντώνη Π. Μιχαήλ ή Αντώνη Μιχαήλ Γιαπά ή Μουσταφά Μιχαήλ, Αρ. Αγωγής: 1963/04, 29 Ιουνίου, 2009

Afifa Dinawi ν. Αντώνη Π. Μιχαήλ ή Αντώνη Μιχαήλ Γιαπά ή Μουσταφά Μιχαήλ, Αρ. Αγωγής: 1963/04, 29 Ιουνίου, 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:A178 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Φ. Καπετάνιου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1963/04 Μεταξύ Afifa Dinawi Ενάγουσας και Αντώνη Π. Μιχαήλ ή Αντώνη Μιχαήλ Γιαπά ή Μουσταφά Μιχαήλ Εναγόμενου Και ως ετροποποιήθη δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου ημερομηνίας 22.6.2005 Μεταξύ Afifa Dinawi Ενάγουσας και Παναγιώτας Χριστοφίδου, υπό την ιδιότητα της ως διαχειρίστριας της περιουσίας του Αντώνη Παναγή Γιαπά Εναγόμενου Και ως ετροποποιήθη δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου ημερομηνίας 22.10.2008 Μεταξύ Afifa Dinawi Ενάγουσας και Παναγιώτας Χριστοφορίδου, υπό την ιδιότητα της ως διαχειρίστριας της περιουσίας του Αντώνη Παναγή Γιαπά Εναγόμενου Αίτηση για έκδοση απόφασης ημερομηνίας 27.3.2009 Ημερομηνία: 29 Ιουνίου, 2009 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Ενάγουσα: κ. Αριστείδου και για να ακούσει απόφαση κ. Α. Δημητρίου Για τον Εναγομένη: Καμία εμφάνιση Α Π Ο Φ Α Σ Η Στις 23.3.2004 η ενάγουσα καταχώρησε ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο εναντίον του Αντώνη Π. Μιχαήλ ή Αντώνη Μιχαήλ Γιαπά ή Μουσταφά Μιχαήλ, του οποίου ο τίτλος και το περιεχόμενο τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου ημερομηνίας 22.6.05 λόγω του ότι ο μέχρι τότε εναγόμενος απεβίωσε. Με το τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα το οποίο καταχωρήθηκε στις 7.7.05 η ενάγουσα ζητά από τη διαχειρίστρια του αποβιώσαντα κα Παναγιώτα Χριστοφίδου τα ακόλουθα: Α. Δήλωση και/ή απόφαση του Δικαστηρίου ότι είναι ιδιοκτήτρια και/ή είναι δικαιούχος δυνάμει των αρχών της επιείκειας και/ή έχει δικαίωμα να εγγραφεί ως ιδιοκτήτρια της ακίνητης περιουσίας που βρίσκεται επ΄ ονόματι του αποβιώσαντα Αντώνη Παναγή Γιαπά που αποκτήθηκε από αυτόν κατά την διάρκεια της συμβίωσης τους, δηλώνοντας και/ή αποφασίζοντας ότι κατέχεται από αυτόν δυνάμει καταπιστεύματος (trust), ρητού ή σιωπηρού (express or implied) καταληκτικού (resulting) και εξ΄ επαγωγής και/ή εξ΄ ερμηνείας καταπιστεύματος (constructive). Β. Δήλωση και/ή απόφαση του Δικαστηρίου ότι είναι ιδιοκτήτρια και/ή είναι δικαιούχος δυνάμει των αρχών της επιείκειας και/ή έχει δικαίωμα να εγγραφεί ως ιδιοκτήτρια του ½ μεριδίου επί των ακινήτων υπ΄ αριθμό εγγραφής 61301 Φ/Σχ. 58.4.1 Τεμάχιο 357, τοποθεσία Καθολική στη Λεμεσό το οποιο νομικά και/ή τυπικά είναι ιδιοκτησία του αποβιώσαντα Αντώνη Παναγή Γιαπά, δυνάμει καταπιστεύματος (trust) ρητού ή σιωπηρού (express or implied) καταληκτικού (resulting) και εξ΄ επαγωγής και/ή εξ΄ ερμηνείας καταπιστεύματος . Γ. Δήλωση και/ή απόφαση του Δικαστηρίου ότι είναι ιδιοκτήτρια και/ή είναι δικαιούχος δυνάμει των αρχών της επιείκειας του ½ μεριδίου της κινητής περιουσίας η οποία αποκτήθηκε από τον αποβιώσαντα Αντώνη Παναγή Γιαπά κατά την διάρκεια της συμβίωσης του με την Ενάγουσα και που ευρίσκεται σήμερα στο όνομα του αποβιώσαντα Αντώνη Παναγή Γιαπά και/ή στην κατοχή και/ή υπό την χρήση του και/ή έχουν και/ή ο ένας από αυτούς έχει δικαιώματα επί αυτής, και που κατέχεται από τον αποβιώσαντα Αντώνη Παναγή Γιαπά δυνάμει καταπιστεύματος (trust) ρητού ή σιωπηρού (express or implied) καταληκτικού (resulting) και εξ΄ επαγωγής και/ή εξ΄ ερμηνείας καταπιστεύματος (constructive). Δ. Διάταγμα και/ή απόφαση του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάζει τον Εναγόμενο να εγγράψει και/ή να μεταβιβάσει στο όνομα της Ενάγουσας το ½ μερίδιο της ακίνητης ιδιοκτησίας που περιγράφεται στα στοιχεία Α και Β ανωτέρω. Ε. Διάταγμα και/ή απόφαση του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάζει τον Εναγόμενο να εγγράψει και/ή να μεταβιβάσει στο όνομα της Ενάγουσας το ½ μερίδιο της κινητής περιουσίας που περιγράφεται στο στοιχείο Γ ανωτέρω. Στ. Περαιτέρω και/ή διαζευκτικά Γενικές και/ή Ειδικές αποζημιώσεις της αξίας της πιο πάνω περιουσίας η οποία νομικά και/ή τυπικά είναι εγγεγραμμένη στο όνομα του αποβιώσαντα Αντώνη Παναγή Γιαπά δυνάμει καταπιστεύματος (trust) ρητού ή σιωπηρού (express or implied) καταληκτικού (resulting) και εξ΄ επαγωγής και/ή εξ΄ ερμηνείας καταπιστεύματος (constructive). Ζ. Περαιτέρω και/ή διαζευκτικά αποζημιώσεις για ποσό πέραν των £45.000 ποσού οφειλόμενου δυνάμει των αρχών περί αδικαιολόγητου πλουτισμού και/ή δικαίου της επιείκειας και/ή δικαίου της αποκατάστασης, πλέον τόκο και έξοδα. Μετά από αρκετές εμφανίσεις και αναβολές ακροάσεων ο μέχρι τότε δικηγόρος της διαχειρίστριας της περιουσίας του αποβιώσαντα αποσύρθηκε κατόπιν σχετικής άδειας του Δικαστηρίου. Η ενάγουσα κατόπιν τούτου, προχώρησε σε νέα τροποποίηση του τίτλου του κλητηρίου εντάλματος, ενόψει του ότι στο κλητήριο ένταλμα, το οποίο είχε καταχωρηθεί στις 7.7.2005 δυνάμει του διατάγματος τροποποίησης ημερομηνίας 22.6.2005, το όνομα της διαχειρίστριας είχε αναγραφεί λανθασμένα χωρίς να συνάδει με το τότε εκδοθέν διάταγμα. Η διαχειρίστρια κα Παναγιώτα Χριστοφορίδου παρόλο που της επιδόθηκε δεόντως η αίτηση για τροποποίηση του τίτλου της αγωγής όπως επίσης αργότερα και το εκ νέου τροποποιημένο κλητήριο το οποίο καταχωρήθηκε στις 3.11.2008, παρέλειψε να εμφανισθεί και η υπόθεση προχώρησε σε απόδειξη. Η ενάγουσα προς απόδειξη της υπόθεσης της, πέραν της προφορικής της μαρτυρίας, κατέθεσε δική της ένορκη δήλωση (Τεκμήριο 1) στην οποία υιοθετεί και επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς της που περιέχονται στην έκθεση απαίτησης της. Η ενάγουσα αναφέρει ότι με τον αποβιώσαντα ήταν μαζί από το 1981 και τέλεσαν πολιτικό γάμο στη Συρία στις 26.2.1987, αφού αυτός είχε ασπασθεί από προηγουμένως την Ισλαμική θρησκεία και μετονομάστηκε σε Μουσταφά Μιχαήλ (Τεκμήρια Α και Γ της ένορκης δήλωσης ημερ. 29.5.2009). Η ενάγουσα μετά τη τέλεση του γάμου της με τον αποβιώσαντα εγκαταστάθηκε μόνιμα την Κύπρο και είναι σήμερα κάτοχος κυπριακής ταυτότητας (Τεκμήριο Δ). Από την αρχή της έγγαμης σχέσης τους μέχρι και το 1992 είναι η θέση της ενάγουσας ότι κατόπιν παρότρυνσης του αποβιώσαντος εργαζόταν στην εταιρεία Yiappa Ltd - Cooling Rooms Industry, στην οποία ο ίδιος ήταν διευθυντής και μέτοχος, βοηθώντας τον χωρίς να λαμβάνει οποιονδήποτε μισθό. Από το 1992 πάλι κατόπιν παρότρυνσης του αποβιώσαντος σταμάτησε την εργασία της και παρέμεινε στο σπίτι όπου και ασχολείτο αποκλειστικά με το νοικοκυριό και την περιποίηση του ιδίου. Η ενάγουσα ουδέποτε ζήτησε οποιανδήποτε αμοιβή για τις υπηρεσίες που πρόσφερε βασιζόμενη ότι τις έδιδε προς το σύζυγο της. Ως αποτέλεσμα της βοήθειας που του παρείχε και της συνεισφοράς της, είναι η θέση της ενάγουσας ότι η προϋπάρχουσα περιουσία του αποβιώσαντα αυξήθηκε και επιπλέον απέκτησε και περαιτέρω περιουσία κατά τη διάρκεια της συμβίωσης τους. Κατά το χρόνο του θανάτου του στις 13.12.2004 ο αποβιώσαντας ήταν ιδιοκτήτης ενός καταστήματος, το οποίο προϋπήρχε της τέλεσης του γάμου ή και της έναρξης της συμβίωσης τους, και δύο διαμερισμάτων, τα οποία είχαν ανεγερθεί εντός του τεμαχίου 357, αρ. εγγραφής 61501, Φ/Σχ. 58.4.1, στη Λεμεσό και τα οποία είχαν αγοραστεί και ή ανεγερθεί μεταξύ των ετών 1987 και

  1. Απ' ότι η ίδια γνωρίζει, η αξία των διαμερισμάτων αυτών ανέρχεται στα €200.
  2. Η πιο πάνω ακίνητη περιουσία του αποβιώσαντα που αποκτήθηκε και ή που προϋπήρχε και η αξία της οποίας αυξήθηκε κατά τη διάρκεια της συμβίωσης τους, αγοράστηκε και ή αυξήθηκε με τη δική της συνδρομή. Η ίδια εργάστηκε για πέντε και πλέον χρόνια στην εταιρεία του αποβιώσαντα χωρίς να λαμβάνει μισθό, στηριζόμενη στο ότι όλα τα κέρδη της εταιρείας θα διατίθεντο για την αύξηση και ή απόκτηση κοινής περιουσίας. Πέραν των πιο πάνω, η ενάγουσα αναφέρει ότι το 1990 μετά την απαίτηση και ή ενθάρρυνση του αποβιώσαντα, του διέθεσε $7.900, δώρο από τον αδελφό της, για την ανέγερση ενός εκ των δύο πιο πάνω αναφερόμενων διαμερισμάτων. Η ενάγουσα κατέθεσε ως Τεκμήριο 2 πιστοποιητικό έρευνας ακίνητης περιουσίας όσον αφορά, όπως είπε, το σπίτι που έμενε με το σύζυγο της. Είναι η θέση της ενάγουσας ότι αν και τα δύο διαμερίσματα ενεγράφησαν στο όνομα του αποβιώσαντος, ο ίδιος επανειλημμένα της έλεγε ότι είναι κοινή περιουσία και τους άνηκαν εξ ημισείας. Ο ίδιος της υποσχόταν ότι θα της μεταβίβαζε το μισό μερίδιο και ή ότι αυτή το εδικαιούτο ως η νόμιμη σύζυγος του και συμβία και ή λόγω της συνεισφοράς της στην απόκτηση τους. Η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι από την τέλεση του γάμου τους στις 26.2.1987 μέχρι και το 2001 που επήλθε η διάσταση τους, ζούσε με τον αποβιώσαντα ως ανδρόγυνο και είχαν κοινή ζωή. Είναι η θέση της ότι πάντοτε υπήρχε μεταξύ τους η πρόθεση και ή συμφωνία και ή διευθέτηση και ή συναντίληψη ότι το διαμέρισμα που έμεναν όπως επίσης και το δεύτερο διαμέρισμα, ανήκαν και στους δύο. Η ενάγουσα στα πλαίσια αίτησης που είχε καταχωρήσει στο Οικογενειακό Δικαστήριο Λεμεσού για επίλυση των περιουσιακών διαφορών με τον αποβιώσαντα ανακάλυψε ότι ο γάμος που είχαν τελέσει στη Συρία ήταν άκυρος εφόσον αυτός ήταν παντρεμένος από τις 26.10.1958 με άλλο πρόσωπο και ουδέποτε ο γάμος του είχε λυθεί ή ακυρωθεί. Μέχρι τότε είναι η θέση της ότι τόσο ο αποβιώσαντας όσο και η οικογένεια του της απέκρυπταν το γεγονός αυτό. Η ενάγουσα αναφέρει ότι η όλη συμπεριφορά της κατά τη διάρκεια της συμβίωσης της με τον αποβιώσαντα δηλώνει αβίαστα ότι μοναδικό σκοπό είχε να συνεισφέρει και ή να συνδράμει τόσο στην αύξηση της περιουσίας του που είχε πριν τη συμβίωση τους όσο και στην απόκτηση νέας περουσίας. Η όλη συμπεριφορά της ισχυρίζεται η ενάγουσα δεικνύει ότι ενήργησε προς τη δική της ζημιά και μετέβαλε σημαντικά τη θέση της βασιζόμενη στη μεταξύ τους συμφωνία και ή συναντίληψη και ή διευθέτηση. Ακολούθησε η εμπεριστατωμένη αγόρευση του δικηγόρου της ενάγουσας στην οποία γίνεται λεπτομερής και εκτενής αναφορά και ανάλυση στη σχετική νομολογία σε συνάρτηση με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη την ενώπιον του μαρτυρία, η οποία στην ουσία παρέμεινε αναντίλεκτη όπως επίσης και τα κατατεθειμένα τεκμήρια καταλήγει στα πιο κάτω ευρήματα. Η ενάγουσα συζούσε με τον αποβιώσαντα από το
  3. Στις 26.2.1987 σύνηψαν γάμο στη Συρία, ο οποίος εκ των υστέρων κρίθηκε άκυρος αφού ο αποβιώσαντας ήταν από τις 26.10.1958 παντρεμένος με άλλο πρόσωπο με το οποίο απέκτησε και οικογένεια. Ο γάμος του με το άλλο πρόσωπο ουδέποτε ακυρώθηκε και/ή διαλύθηκε και υφίστατο μέχρι και το θάνατο του στις 13.12.
  4. Η συμβίωση της ενάγουσας με τον αποβιώσαντα τερματίστηκε στις 29.6.2001 εξ υπαιτιότητας του ιδίου. Η ενάγουσα μετά την τέλεση του «γάμου της» με τον αποβιώσαντα ήλθε στην Κύπρο όπου και εγκαταστάθηκαν μόνιμα. Από το 1987 μέχρι και το 1992 η ενάγουσα κατόπιν παρότρυνσης του αποβιώσαντα, εργαζόταν στην εταιρεία Yiappa Ltd - Cooling Rooms Industry, στην οποία αυτός ήταν διευθυντής και μέτοχος, χωρίς να λαμβάνει οποιοδήποτε μηνιαίο εισόδημα στηριζόμενη στο ότι τα κέρδη της εταιρείας θα διατίθεντο για την αύξηση και ή απόκτηση κοινής περιουσίας. Από το 1992 μέχρι και τη διάσταση τους η ενάγουσα πάλι κατόπιν παρότρυνσης του αποβιώσαντα σταμάτησε να εργάζεται και ασχολείτο με το νοικοκυριό και την περιποίηση του. Μεταξύ των χρόνων 1987 και 1992 ανέγειραν ή και απέκτησαν δύο διαμερίσματα εντός του τεμαχίου 357, αρ. εγγραφής 61501, Φ/Σχ. 58.4.1, τα οποία ανήκαν στον αποβιώσαντα κατά το θάνατο του στις 13.12.2004 όπως επίσης και ένα κατάστημα το οποίο προϋπήρχε της συμβίωσης τους. Για την ανέγερση του ενός διαμερίσματος είχε διαθέσει η ενάγουσα $7.900 κατόπιν απαίτησης και ενθάρρυνσης, όπως η ίδια αναφέρει, του αποβιώσαντα. Δεν έχω λόγο να αμφισβητήσω την ύπαρξη των δύο διαμερισμάτων στα οποία αναφέρεται η ενάγουσα αλλά δεν μπορώ να καταλήξω σε εύρημα ότι τα δύο αυτά διαμερίσματα ήταν εγγεγραμμένα στ΄ όνομα του αποβιώσαντα. Η μόνη σχετική μαρτυρία που έχω ενώπιον μου πέραν της μαρτυρίας της ενάγουσας είναι το Τεκμήριο 2, το οποίο απλά αναφέρεται σε ένα οικόπεδο στο οποίο ενδεχομένως, χωρίς όμως να μπορώ να καταλήξω με ασφάλεια, ανεγέρθηκαν τα δύο διαμερίσματα περιλαμβανομένου και του ενός στο οποίο διέμενε η ενάγουσα με τον αποβιώσαντα μέχρι το
  5. Το οικόπεδο αυτό αποτελεί επίσης εύρημα μου ότι έχει μεταβιβαστεί και εγγράφει περί τα έτη 2005 και 2006 δυνάμει κληρονομιάς στους Γιαπά Αντώνη Γιαννούλα, Χριστοφορίδου Ανδρέα Παναγιώτα, και Γιαπά Αντώνη Ανδρέα οι οποίοι, σύμφωνα πάντοτε με το συγκεκριμένο πιστοποιητικό αναφέρονται ως δικαιούχοι/κληρονόμοι του αποβιώσαντα. Το επίδικο θέμα στην παρούσα υπόθεση στην απουσία οποιασδήποτε γραπτής συμφωνίας των μερών είναι κατά πόσο η ενάγουσα δικαιούται τις θεραπείες που ζητά με τις παραγράφους Α-Ζ πιο πάνω, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 29

(1)(γ) του περί Δικαστηρίων Νόμου, εφαρμόζοντας τις αρχές της επιείκειας που αφορούν τα καταπιστεύματα. Στην υπόθεση Πενταύκας v. Πενταύκα
(1991)1 ΑΑΔ 547, η οποία αποφασίστηκε πριν την εφαρμογή του Νόμου περί Ρύθμισης Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων (Ν. 232/91), το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι για τη δημιουργία καταπιστεύματος πρέπει να προσκομιστεί η μαρτυρία ότι πριν ή κατ' εξαίρεση μετά την απόκτηση της περιουσίας, υπήρξε μεταξύ των συζύγων κάποια συμφωνία διευθέτησης ή συναντίληψη ότι θα είναι συνιδιοκτήτες και ότι το πρόσωπο που προβάλλει την απαίτηση αφού βασίστηκε σ' αυτή, ενήργησε με τέτοιο τρόπο προς ζημιά του ή σε βαθμό που έχει μεταβάλει σημαντικά τη θέση του. Στην Ορφανίδης v. Ορφανίδη
(1998)1 ΑΑΔ 179, επισημάνθηκε ότι: «Τα Αγγλικά Δικαστήρια αναγνώρισαν μετά το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις, δικαίωμα στο σύζυγο σε μερίδιο στην οικογενειακή κατοικία η οποία ήταν εγγεγραμμένη στον έτερο των συζύγων. Εφόσον συνέτρεχαν οι απαραίτητες προϋποθέσεις, ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης καθίστατο εμπιστευματοδόχος, του μεριδίου του μη εγγεγραμμένου συζύγου, με αντίστοιχη υποχρέωση να μεταβιβάσει, το αναλογούν σ' αυτό μερίδιο. Το Δικαστήριο επιστράτευσε μια αρχή και ένα θεσμό του Δικαίου της Επιείκειας για τη λύση οικογενειακών περιουσιακών διαφορών, αυτής της φύσης. Την αρχή του δικαιϊκού κωλύματος (equitable estoppel), που έχει ως λόγο τον αποκλεισμό επονείδιστης συμπεριφοράς στις συναλλαγές και το θεσμό των εμπιστευμάτων (καταπιστευμάτων - trusts) που παρέχει ευχέρεια για τη δέσμευση του κατά νόμο ιδιοκτήτη περιουσίας, να αποδώσει το σύνολο ή μέρος της σε τρίτον, εφόσον δεσμεύτηκε κατά συνείδηση να το πράξει. Οι αρχές αυτές αποτέλεσαν τη βάση για τη διεκδίκηση περιουσιακών δικαιωμάτων σε δύο κυρίως τομείς, στην οικογενειακή κατοικία και σε τραπεζικούς λογαριασμούς. Οι ίδιες αρχές τυγχάνουν εφαρμογής και μεταξύ προσώπων τα οποία συμβιώνουν ως ανδρόγυνο». Στην υπόθεση Χρ. Κληρίδης ως εκτελεστής της διαθήκης της αποβιωσάσης Πετρούλλας Ρούσου v. Ηρ. Σταυρινίδη ως διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντος Ανδρέα Φωτιάδη
(1998)1 ΑΑΔ 521, αναφέρθηκε ότι: «Τα καταπιστεύματα (ή εμπιστεύματα) διαιρούνται σε εκείνα που δημιουργούνται από τα ίδια τα μέρη (trusts arising by acts of the parties) που είναι τα Δεδηλωμένα (Express) και Εξ υπακουόμενα (Implied) και σε εκείνα που δημιουργούνται με την εφαρμογή του Νόμου (trusts arising by operation of the Law) που είναι τα Εξ επαγωγής (Constructive) και Καταληκτικά (Resulting). (Ίδε Cheshire's "Modern Law of Real Property", 11th Edition, 351). Το εξ επαγωγής (ή εξ ερμηνείας) καταπίστευμα (constructive trust) πηγάζει από την ερμηνεία των κανόνων της Επιείκειας (Equity) και δημιουργείται ανεξάρτητα από την πρόθεση του ιδιοκτήτη της περιουσίας, σε περιπτώσεις που θα αποτελούσε κατάχρηση εμπιστοσύνης εκ μέρους του να κατακρατεί περιουσία για δικό του όφελος, όπως π.χ. ενώ στην προηγούμενη σύμβαση ενεργούσε ως καταπιστευματοδόχος κατορθώνει να επιτύχει την ανανέωση μιας έγγραφης μίσθωσης στο δικό του όνομα. (Snell "Principles of Equity", 15th Edition, 94). Όπως έχει καθορίσει το εξ επαγωγής καταπίστευμα ο Λόρδος Diplock στην υπόθεση Gissing v. Gissing
(1971)AC 886: «A resulting, implied or constructive trust - and it is unnecessary for present purposes to distinguish between these three classes of trust - is created by the transaction between the trustee and the cestui que trust in connection with the acquisition by the trustee of a legal estate in land, whenever the trustee has so conducted himself that it would be inequitable to allow him to deny to the cestui que trust a beneficial interest in the land acquired. And he will be held so to have conducted himself if by his words or conduct he has induced the cestui que trust to act to his own detriment in the reasonable belief that by so acting he was acquiring a beneficial interest in the land». Όπως έχω ήδη αναφέρει στην παρούσα υπόθεση υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου, ελλείψει γραπτής δήλωσης ή και συμφωνίας των μερών, η αναντίλεκτη μαρτυρία της ενάγουσας όσον αφορά την κοινή πρόθεση και τη συναντίληψη των μερών κατά το χρόνο ανέγερσης των δύο διαμερισμάτων και μετέπειτα ότι αυτά θα τους ανήκαν εξ ημισείας. Η ενάγουσα μάλιστα κατέθεσε και πιστοποιητικό έρευνας που έλαβε από το Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού κατόπιν έρευνας της για εγγεγραμμένα κτήματα στο όνομα του αποβιώσαντος. Όπως έχω ήδη αναφέρει πιο πάνω και αποτελεί και εύρημα του Δικαστηρίου, η μόνη ακίνητη περιουσία που φαίνεται να είχε ο αποβιώσαντας στο όνομα του κατά το χρόνο του θανάτου του ήταν ένα οικόπεδο. Η μαρτυρία της ενάγουσας είναι φανερό ότι περιστρέφεται γύρω από τα δύο διαμερίσματα τα οποία ανεγέρθηκαν στο οικόπεδο αυτό (Τεμάχιο 357, αρ. εγγραφής 61301, Καθολική, Λεμεσός) και για τα οποία είναι ανύπαρκτη η οποιαδήποτε ύπαρξη ξεχωριστού τίτλου στ΄ όνομα του αποβιώσαντα. Το Δικαστήριο, πέραν του ότι το συγκεκριμένο οικόπεδο έχει μεταβιβαστεί σε τρίτα πρόσωπα, θέμα στο οποίο θα επανέλθω αργότερα, δεν έχει μαρτυρία για «τα ακίνητα» με αρ. εγγραφής 61301, τεμ. 357, τα οποία η ενάγουσα ζητά με την απαίτηση της εννοώντας προφανώς τα δύο διαμερίσματα. Σε κανένα σημείο της μαρτυρίας της η ενάγουσα δεν αναφέρει το πώς και το πότε αποκτήθηκε το αναφερόμενο οικόπεδο αλλά αυτή περιορίζεται στη ανέγερση των δύο διαμερισμάτων επί αυτού για τα οποία δεν έχω οποιαδήποτε σχετική μαρτυρία για την τιτλοποίηση τους πέραν της δικής της γενικής αναφοράς η οποία όχι μόνο δεν είναι αρκετή αλλά και δεν υποστηρίζεται από το πιστοποιητικό έρευνας (Τεκμήριο 2) που κατέθεσε στο Δικαστήριο. Στο σημείο αυτό κρίνω απαραίτητο ν' αναφέρω ότι η απαίτηση της ενάγουσας είτε αφορούσε το μερίδιο της στο οικόπεδο με αρ. εγγραφής 61501, είτε στα δύο διαμερίσματα που ανεγέρθηκαν σ' αυτό, δεν αποδεικνύεται. Ο πρώτος λόγος είναι ότι από το περιεχόμενο του πιστοποιητικού έρευνας που η ίδια κατέθεσε ως Τεκμήριο 2, δεικνύει ότι το οικόπεδο με αρ. εγγραφής 61301 δεν είναι πλέον εγγεγραμμένο στον αποβιώσαντα αλλά έχει μεταβιβαστεί δυνάμει κληρονομιάς, και ελλείψει οποιασδήποτε άλλης μαρτυρίας, νόμιμα και κανονικά στους δικαιούχους και ή κληρονόμους του. Ο άλλος λόγος είναι η απουσία οποιασδήποτε ενισχυτικής μαρτυρίας η οποία σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 7 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9 επιβάλλεται όπου υπάρχει απαίτηση εναντίον περιουσίας προσώπου που έχει πεθάνει, άρθρο το οποίο εφαρμόζεται και στην υπό εξέταση υπόθεση. Το άρθρο 7 του Κεφ. 9 προνοεί ότι : « Αξίωσις επί κληρονομιάς, εδραζόμενη επί ισχυρισμού χρέους ή δωρεάς δεν γίνεται δεκτή από τη βάσει μη ενισχυμένης μαρτυρίας του αξιούντος, εκτός ένα εμφαίνωνται ή αποδεικνύωνται περιστατικά καθιστώντα την αξίωσιν εκ των προτέρων πιθανήν, ή μετατέθοντα το βάρος της αναιρέσεως ταύτης εις τους εκπροσώπους του αποβιώσαντος.» Στην υπόθεση Ιακωβίδου ν Σχίζα
(1967)1 CLR 323 όπου η απαίτηση της συζύγου του αποβιώσαντα ότι ο τελευταίος επιθυμούσε όπως ο κοινός τραπεζικός λογαριασμός τους περιέλθει σ΄ αυτή μετά το θάνατο του, αποφασίστηκε ότι τα περιστατικά της υπόθεσης ήταν τέτοια που καθιστούσαν την απαίτηση «εκ των προτέρων πιθανή» καθιστώντας την συγκεκριμένη υπόθεση στις περιπτώσεις που δεν χρειαζόταν άλλη ενισχυτική μαρτυρία. Από τα περιστατικά της υπόθεσης διαφαίνετο ότι η πρόθεση του αποβιώσαντα ήταν να εξασφαλίσει τη σύζυγο του. Η ίδια ήταν η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Χ΄ Φιλίππου και Αχιλλέα ν Weinstock
(1990)1 AΑΔ 203. Και στις δύο πιο πάνω υποθέσεις υπήρχε μαρτυρία από μέρους της ενάγουσας η οποία ενίσχυε την θέση της. Στην υπόθεση Μηλιώτης ν Εμφιετζιής
(1974)5 JCS 645 ο Δικαστής κ. Πικής σε σχέση με την ανάγκη ενισχυτικής μαρτυρίας ανέφερε ότι: «Ανεξάρτητα από την ενίσχυση που απαιτείται από την νομοθετική διάταξη για την απόδειξη απαιτήσεων εναντίον περιουσίας αποβιώσαντος, σύμφωνα με το Κοινοδίκαιο, η μαρτυρία που προσφέρεται προς υποστήριξη μιας απαίτησης εναντίον της περιουσίας κάποιου αποθανόντος πρέπει ως θέμα αναγκαίας προφύλαξης, να υπόκειται σε εξονυχιστικό έλεγχο και να εξετάζεται με ύποπτο μάτι. Θα μπορούσε να πει κανείς, ότι ο σκοπός του νόμου είναι σωτήριος και αποσκοπεί στην αποθάρρυνση πλασματικών απαιτήσεων εναντίον περιουσίας αποβιώσαντος που εγείρονται με την ελπίδα της εκμετάλλευσης της μόνιμης απουσίας του αποθανόντος και με αυτό τον τρόπο για να δοθεί η ευκαιρία σε κάποιον να απαιτήσει περιουσία πάνω στην οποία δεν έχει κανένα δικαίωμα.» (Βλ. στο σύγγραμμα «Το Δίκαιο της Απόδειξης», Τ. Ηλιάδη, σελ. 174 και 175). Με βάση τα πιο πάνω, η περαιτέρω εξέταση του θέματος κατά πόσο έχει δημιουργηθεί εξ΄ επαγωγής ή και οποιασδήποτε άλλης μορφής καταπίστευμα προς όφελος της ενάγουσας, κρίση μου είναι ότι καθίσταται άνευ αντικειμένου. Η ενώπιον μου μαρτυρία περί ανυπαρξίας περιουσίας στο όνομα του αποβιώσαντος εφόσον αυτή που υπήρχε έχει αποξενωθεί σε καμία περίπτωση δεν συνάδει, δεν υποστηρίζει και δεν αποδεικνύει τις αξιώσεις της ενάγουσας στην αγωγή της. Οι θεραπείες οι οποίες ζητά η ενάγουσα δεν μπορεί να της αποδοθούν έστω και εάν τις εδικαιούτο, κάτι το οποίο θα εξετάσω εν πάση περιπτώσει, εφόσον προφανώς για τα δύο διαμερίσματα στα οποία ζητά να εγγραφεί ως ιδιοκτήτρια κατά το ½ δεν υπάρχει τίτλος ή και σχετική ενώπιον μου μαρτυρία, πλην του δικού της ισχυρισμού, και καμία αναφορά δεν γίνεται από την ενάγουσα για το οικόπεδο εντός του οποίου είχαν ανεγερθεί τα δύο αυτά διαμερίσματα το οποίο έχει ήδη μεταβιβαστεί, ελλείψει άλλης μαρτυρίας, νόμιμα στους κληρονόμους του αποβιώσαντα (βλ. Τεκμήριο 2). Η ενάγουσα με την απαίτηση της δεν εγείρει και ούτε ισχυρίζεται δόλο και/ή απάτη εκ μέρους τρίτων όσον αφορά τη μεταβίβαση της περιουσίας του αποβιώσαντα οπότε κάτι τέτοιο δεν θα με απασχολήσει. Πέραν των πιο πάνω κρίνω ότι η μαρτυρία της ενάγουσας και μόνο δεν καθιστά την απαίτηση της «εκ των προτέρων πιθανή». Η μαρτυρία της ενάγουσας από μόνη της δεν αποδεικνύει την πρόθεση του αποβιώσαντα να της μεταβιβάσει το ½ μερίδιο των δύο διαμερισμάτων και ή να την εξασφαλίσει. Παρά την πιο πάνω κατάληξη μου, αναφέρω ότι η ενάγουσα πέραν μιας γενικής αναφοράς, δεν προσκόμισε μαρτυρία που να αποδεικνύει ότι με την αφιλοκερδή και ή καλύτερα χωρίς αμοιβή εργασία και συνεισφορά της στην επιχείρηση του αποβιώσαντα δημιουργήθηκαν οποιαδήποτε κέρδη σ΄ αυτήν τα οποία εάν υπήρξαν ενδεχομένως να επενδύθηκαν σε απόκτηση περιουσίας ή και αύξηση της. Επιπλέον η ενάγουσα καμία μαρτυρία δεν προσκόμισε για το είδος της εργασίας που έκανε όπως επίσης ούτε για το ύψος της αμοιβής που θα εδικαιούτο για την εργασία που πρόσφερε στην εταιρεία. Πέραν τούτου καμία μαρτυρία δεν έχω από την πλευρά της ενάγουσας για την συνεισφορά της στην κατ΄ ισχυρισμό αύξηση της περιουσίας του αποβιώσαντα. Δεν υπάρχει ενώπιον μου μαρτυρία για την αρχική αξία της περιουσίας του αποβιώσαντα όπως επίσης ούτε για την αύξηση της. Επιπλέον δεν έχω ενώπιον μου μαρτυρία για τη συνεισφορά της ενάγουσας στην ανέγερση των δύο διαμερισμάτων, πλην του ποσού των $7.900 και της γενικής προσφοράς της στο νοικοκυριό του σπιτιού. Έστω και εάν η πλευρά του εναγομένου προτίμησε να μην εμφανιστεί, η ενάγουσα έχει το βάρος να αποδείξει την απαίτηση της στον απαιτούμενο βαθμό κάτι το οποίο απέτυχε να πράξει. Η ενάγουσα με την μαρτυρία που προσέφερε, ανεξάρτητα της πιο πάνω κατάληξης μου για την απαίτηση της, απέτυχε ν΄ αποδείξει το βαθμό της συνεισφοράς της έστω και στην ανέγερση των δύο διαμερισμάτων (βλ. Κωνσταντίνου ν Δημοσθένους
(1992)1 (Α) ΑΑΔ 612 και Μιλτιάδους ν Μιλτιάδη
(1982)1 CLR 797, Crestar (Overseas) Ltd v Τ. Βισσοτσκάγια (Πολ. 53/2005 ημερ. 17.9.2008). Στο στάδιο αυτό θα αναφερθώ επίσης και στην απαίτηση της ενάγουσας για αποζημιώσεις πέραν του ποσού των ΛΚ 45.000 δυνάμει των αρχών περί αδικαιολόγητου πλουτισμού και ή του δικαίου της επιείκιας, παρόλο που κρίση μου είναι ότι η σχετική απαίτηση τελικά δεν προωθήθηκε. Ο αδικαιολόγητος πλουτισμός όπως έχει νομολογηθεί δεν αποτελεί αυτόνομη αιτία αγωγής, (βλ. Minerva and Finance Investment Ltd v. Γεωργιάδης
(1998)1(Δ) Α.Α.Δ. 2173 εντάσσεται όμως στις θεραπείες που δημιουργήθηκαν από το δίκαιο της επιείκειας. Παρέχεται δε, κάτω από το γενικότερο πλαίσιο της αποκατάστασης ειδικής θεραπείας σε συγκεκριμένες περιπτώσεις στις οποίες το Δικαστήριο θεωρεί ότι είναι δίκαιο να διατάξει την επιστροφή χρημάτων ή άλλης περιουσίας (βλ. Παναγιώτη Κίτση, Γ. Εισαγγελέα,
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1077). Όπως ερμηνεύτηκε το άρθρο 70 του Περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149 στην απόφαση Ismini Kyriacou Hjiloizi & others v. Irini Ioan
(1963)2 C.L.R. 11 απαιτείται η απόδειξη τεσσάρων προϋποθέσεων για θεμελίωση του δικαιώματος αυτού δηλαδή η πράξη πρέπει να γίνει νόμιμα, για άλλο πρόσωπο, να γίνει από άτομο που δεν έχει πρόθεση να πράξει χαριστικά και, το άτομο προς όφελος του οποίου έγινε η πράξη πρέπει να αποκομιστεί όφελος από αυτήν. Χωρίς να υπεισέλθω με λεπτομέρεια στην περαιτέρω εξέταση του θέματος ενδεικτικά αναφέρω ότι η ενάγουσα πλην του ποσού των $7.900 που έδωσε στον αποβιώσαντα σε σχέση με το ένα διαμέρισμα τίποτε άλλο δεν απέδειξε. Το ποσό αυτό σύμφωνα με τη μαρτυρία της δόθηκε κατόπιν ενθάρρυνσης του αποβιώσαντα χαριστικά και το όφελος του αποβιώσαντα σε σχέση με τα διαμερίσματα δεν έχει αποδειχθεί. Ενόψει της κρίσης μου πιο πάνω όσον αφορά την αποδεικτική αξία της μαρτυρίας της ενάγουσας δεν βρίσκω λόγο για περαιτέρω εξέταση των προυποθέσεων του άρθρου 69 του Κεφ. 149 (βλ. επίσης Άρθρο 7 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9 (πιο πάνω) και Χ΄ Φιλίππου κα Αχιλλέα ν Weinstock (πιο πάνω) ). Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω καταλήγω ότι η ενάγουσα με την προσκομισθείσα μαρτυρία απέτυχε να αποδείξει την απαίτηση της η οποία με την ενώπιον μου μαρτυρία καθίσταται άνευ αντικειμένου (βλ. Αναφορικά με την Αίτηση της Τράπεζας Κύπρου Λτδ Αίτ. Αρ. 202/2004 ημερ. 1.2.2005). Με δεδομένη την πιο πάνω κατάληξη μου κρίνω ορθό όπως μην εκδώσω οποιαδήποτε διαταγή ως προς τα έξοδα. Ως εκ τούτου η αίτηση της ενάγουσας ημερομηνίας 27.3.2009 απορρίπτεται. Καμία διαταγή ως προς τα έξοδα. (Υπ.) ............ Φ. Καπετάνιου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Αναφορά: Πολικές Υποθέσεις/Καταπίστευμα/Αρ.7,Κεφ.9 Subject:Civil/Other Actions/Final cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.