← Κύπρος

Σπύρου Παπά ν. Ελευθέριου Προυντζίδη κ.α., Αρ. Αγωγής: 557/08, 29 Ιουνίου 2009

Σπύρου Παπά ν. Ελευθέριου Προυντζίδη κ.α., Αρ. Αγωγής: 557/08, 29 Ιουνίου 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:A179 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Καπετάνιου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 557/08 Μεταξύ: Σπύρου Παπά Ενάγοντα και

  1. Ελευθέριου Προυντζίδη
  2. Ebanoidze Michail Εναγομένων ----------- Αίτηση ημερομηνίας 4.12.2008 για εκδίκαση προδικαστικού σημείου Ημερομηνία: 29 Ιουνίου 2009 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα - Καθ' ου η αίτηση: κα Αντωνίου Για Εναγόμενο 1 - Αιτητή: κα Θεοχάρους Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την έκθεση απαίτησης του η οποία καταχωρήθηκε στις 26.2.2008, ο ενάγοντας ζητά: α) δήλωση του δικαστηρίου ότι ο εναγόμενος 1 επεμβαίνει παράνομα στα καταστήματα του, β) διάταγμα του δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται ο εναγόμενος 1 να εκκενώσει και παραδώσει ελεύθερη κατοχή στον ενάγοντα τα καταστήματα με αριθμό 3,4 και 5 που βρίσκονται στην οδό Γεωργίου Α΄ αρ. 14 Ποταμό Γερμασόγειας στο οικοδομικό συγκρότημα Andrea Court στη Λεμεσό, γ) διάταγμα το οποίο ν΄ απαγορεύει στον εναγόμενο 1 και ή στους υπηρέτες και ή αντιπροσώπους του να επεμβαίνουν και ή να εισέρχονται και ή με οιονδήποτε τρόπο να κατέχουν τα πιο πάνω αναφερόμενα καταστήματα δ) €12.814,51 οφειλόμενα ενοίκια, ε) € 1.281,40 μηνιαία από 1.11.07 ως αποζημίωση μέχρι την παράδοση ελεύθερης κατοχής, στ) αποζημίωση για παράνομη επέμβαση, πλέον τόκους και έξοδα. Με την υπεράσπιση η οποία καταχωρήθηκε στις 25.9.2008 ο εναγόμενος 1 εγείρει προδικαστική ένσταση με την οποία ισχυρίζεται ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού είναι αναρμόδιο να εκδικάσει την παρούσα αγωγή και αρμόδιο να την επιληφθεί είναι το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων. Ο εναγόμενος 1 ισχυρίζεται ότι έχει Ελληνική υπηκοότητα και ως πολίτης κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης υπόκειται στους ίδιους νόμους και κανονισμούς στους οποίους υπόκεινται και οι πολίτες της χώρας εντός της επικράτειας της οποίας διαμένει χωρίς καμία διάκριση. Στην απάντηση του η οποία καταχωρήθηκε στις 7.10.2008 ο ενάγοντας ισχυρίζεται άγνοια για την υπηκοότητα του εναγομένου 1 και περαιτέρω ισχυρίζεται ότι η θέση του εναγομένου 1 ότι είναι πολίτης κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης και υπόκειται στους ίδιους νόμους και κανονισμούς όπως οι πολίτες της χώρας εντός της επικράτειας της οποίας διαμένει χωρίς διάκριση είναι αυθαίρετη και αβάσιμη και χωρίς νομική υπόσταση. Στις 4.12.2008 καταχωρήθηκε η υπό εξέταση αίτηση εκ μέρους του εναγομένου 1 με την οποία ζητείται όπως το νομικό σημείο το οποίο εγείρεται στην υπεράσπιση του ακουστεί προδικαστικά. Η προδικαστική ένσταση του εναγομένου 1 έχει ως ακολούθως: « Το Επαρχιακό Δικαστήριο είναι αναρμόδιο να εκδικάσει την παρούσα αγωγή λόγω του ότι ο εναγόμενος 1 έχει Ελληνική υπηκοότητα και ως πολίτης μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης υπόκειται στους νόμους και κανονισμούς στους οποίους υπόκεινται οι πολίτες της χώρας εντός της επικράτειας της οποίας διαμένει χωρίς καμία διάκριση. Το αρμόδιο Δικαστήριο για να επιληφθεί την υπόθεση είναι το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων.» Στις 25.2.2009 οι δικηγόροι των εναγόντων συμφώνησαν όπως η πιο πάνω προδικαστική ένσταση του εναγομένου 1 ακουστεί προδικαστικά και από κοινού κατέθεσαν τα πιο κάτω παραδεκτά γεγονότα:
  3. Ο ενάγοντας είναι ιδιοκτήτης και ή κάτοχος και ή δικαιούχος σε εγγραφή και ή κατοχή του οικοδομικού συγκροτήματος που βρίσκεται στην οδό Γεωργίου Α' στη Λεμεσό.
  4. Ο εναγόμενος 1 έχει στην κατοχή του διαβατήριο Ελληνικό το οποίο έχει εκδοθεί στις 3.6.
  5. Ο ενάγοντας πρώτη φορά έλαβε γνώση ότι ο εναγόμενος είναι κάτοχος Ελληνικού διαβατηρίου στις 14.1.
  6. Περαιτέρω οι δικηγόροι των δύο πλευρών κατέθεσαν από κοινού τα πιο κάτω έγγραφα: Τεκμήριο 1- Ενοικιαστήριο έγγραφο μεταξύ ενάγοντα και εναγομένου 1 ημερομηνίας 16.5.
  7. Τεκμήριο 2- Αντίγραφο μέρους του διαβατηρίου του εναγομένου
  8. Συνεπεία των πιο πάνω εκδόθηκε διαταγή από το Δικαστήριο όπως η πιο πάνω προδικαστική ένσταση προδικαστεί. Ακολούθησαν οι αγορεύσεις των μερών. Η δικηγόρος του αιτητή με αναφορά στο άρθρο 169.3 του Συντάγματος, στο άρθρο 14 του Νόμου 39/62 με τον οποίο η Κυπριακή Δημοκρατία κύρωσε την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, στο άρθρο 1 του Δωδέκατου Πρωτοκόλλου της σχετικής Σύμβασης, στο άρθρο 12 της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στο άρθρο 22

(1)του Νόμου περί Δικαιώματος των Πολιτών της Ένωσης και των Μελών των Οικογενειών τους να κυκλοφορούν και να διαμένουν Ελεύθερα στη Δημοκρατία υποστήριξε ότι ο ορισμός που δίδεται στο άρθρο 2 του περί Ενοικιοστασίου Νόμο 23/83 πρέπει να ερμηνεύεται σαν να περιλαμβάνει και πολίτες κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Είναι η θέση της κας Θεοχάρους ότι ο περί Ενοικιοστασίου Νόμος ως έχει προστατεύει μόνο τα δικαιώματα ενοικιαστών πολιτών της Κυπριακής Δημοκρατίας με έκδηλη τη δυσμενή διάκριση προς τους πολίτες από κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης λόγω της εθνικής προέλευσης τους, κάτι το οποίο λαμβάνοντας υπόψη το σκοπό της δημιουργίας του περί Ενοικιοστασίου Νόμου, τα σημερινά δεδομένα και τις πιο πάνω πρόνοιες των Συμβάσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν μπορεί να υφίσταται. Από την άλλη είναι η εισήγηση της κας Αντωνίου ότι ρητά το άρθρο 2 του περί Ενοικιοστασίου Νόμου εξαιρεί ενοικιαστές οι οποίοι δεν είναι πολίτες της Κυπριακής Δημοκρατίας και καμία τροποποίηση δεν έχει γίνει μετά την ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Με αναφορά σε σχετική νομολογία η κα. Αντωνίου υποστήριξε πως εάν πρόθεση του νομοθέτη ήταν το σχετικό άρθρο να κάλυπτε και πολίτες κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα γινόταν η κατάλληλη τροποποίηση. Ο σκοπός της ερμηνείας του Νόμου είναι η ανεύρεση της πρόθεσης του νομοθέτη και οι λέξεις και τα νομοθετήματα ερμηνεύονται κατ' αρχή με βάση τη φυσική τους και συνήθη έννοια αλλά και με βάση τα συμφραζόμενα έχοντας υπόψη το σκοπό και το αντικείμενο του νόμου. Στις λέξεις που χρησιμοποιούνται πρέπει να αποδίδεται η φιλολογική και συνηθισμένη τους έννοια χωρίς να επιτρέπεται απόκλιση από τις ρητές πρόνοιες μιας νομοθετικής διάταξης όταν οι πρόνοιες είναι σαφείς. Στην παρούσα υπόθεση είναι η θέση της κας Αντωνίου ότι η ερμηνεία που δίδεται στη λέξη «ενοικιαστής» στο άρθρο 2 του πιο πάνω νόμου είναι σαφής και δεν επιδέχεται οποιαδήποτε άλλη ερμηνεία. Περαιτέρω αναφέρει ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε οδηγία ή κανονισμός ή άλλες πράξεις ή δεσμευτικά μέτρα άλλου νομοθετικού χαρακτήρα που θεσπίστηκαν από την Ευρωπαϊκή Ένωση με βάση τα οποία ρητά και ξεκάθαρα να αναφέρουν κάτι το αντίθετο από αυτό που ορίζει ο περί Ενοικιοστασίου Νόμος. Με αναφορά στην πρωτόδικη απόφαση Ε161/06 Ljubisa Vlacic v Ειρήνη Στρατηγού, στην οποία κατ' ουσία στηρίχτηκε η θέση του αιτητή και στην οποία αποφασίστηκε ότι οι πολίτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν πρέπει να εξαιρούνται από την έννοια του ενοικιαστή, η κα Αντωνίου διαφώνησε, και με λεπτομερή αναφορά στα άρθρα που στηρίχθηκε η πιο πάνω απόφαση, εισηγήθηκε ότι δεν έχουν σχέση με την ερμηνεία της λέξης ενοικιαστής και για πολίτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης που ενοικιάζουν στην Κύπρο. Οι πρόνοιες του άρθρου 2 είναι η θέση της κας Αντωνίου αφορούν καθαρά θέμα δικαιοδοσίας και όχι διάκρισης μεταξύ Κυπρίων και πολιτών άλλων κρατών μελών. Νομική Βάση Προτού προχωρήσω στην εξέταση της ουσίας των πιο πάνω προδικαστικών ενστάσεων, ν΄αναφέρω ότι είναι θεμελιωμένο νομολογιακά ότι οποιοδήποτε εγειρόμενο σημείο για να είναι κατάλληλο ν΄ακουστεί προδικαστικά, θα πρέπει τα γεγονότα πάνω στα οποία βασίζεται να είναι αδιαμφισβήτητα ή παραδεκτά, θα πρέπει δηλαδή το νομικό σημείο που εγείρεται να είναι αμιγώς νομικό, και σε περίπτωση που γίνει δεκτό από το Δικαστήριο, να οδηγεί σε απόρριψη της αγωγής ή στην έκδοση οποιουδήποτε άλλου διατάγματος που το Δικαστήριο κρίνει δίκαιο. Οι αρχές που καθορίζουν τα πλαίσια της άσκησης της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου συνοψίζονται σε αριθμό αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου όπως στην υπόθεση Χ"Οικονόμου ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(1992)1 Α.Α.Δ. 949 και είναι οι εξής: Η έκδοση τέτοιας διαταγής γίνεται κατά κανόνα όταν το Δικαστήριο κρίνει ότι το κρινόμενο νομικό σημείο εγείρει σοβαρό νομικό θέμα το οποίο, αν αποφασιστεί υπέρ του αιτητή, αποφασίζεται η όλη υπόθεση ή ένα ουσιώδες θέμα της αγωγής. Μια τέτοια διαταγή θα πρέπει να εκδίδεται με φειδώ και σε εξαιρετικά απλές και καθαρές περιπτώσεις, και όχι στις περιπτώσεις εκείνες που τα εγειρόμενα θέματα λόγω της ασάφειας των γεγονότων ή του Νόμου θα πρέπει να αποφασιστούν κατά την ακρόαση. Όπου τα γεγονότα, όπως αυτά εκτίθενται στις έγγραφες προτάσεις, είναι ικανά να δώσουν πλήρη εικόνα στο Δικαστήριο, τότε το Δικαστήριο υιοθετεί την διαδικασία της προδικαστικής επίλυσης. Σε περίπτωση όπου χρειάζεται, όμως, να δοθεί πρόσθετο φως στα γεγονότα με μαρτυρία, είναι ορθότερο όπως η υπόθεση προχωρήσει σε δίκη σύμφωνα με τις πρόνοιες της Διαταγής 33 (βλ. Paikkos v. Kontemeniotis
(1989)1 C.L.R. 50, Grindlays Bank Limited v. Christodoulos Demetriades & Co Ltd and others
(1987)1 C.L.R. 461). Μόνο καθαρά νομικά ζητήματα μπορούν να τύχουν εξέτασης δυνάμει της Διαταγής 27 Θεσμός 1, τα οποία θα είναι καθοριστικά της αντιδικίας μεταξύ των διαδίκων (βλ. Malachtou v. Armefti and Another
(1984)1 C.L.R. 548). Ο αιτητής είναι αυτός που φέρει το βάρος αποδείξης των ισχυρισμών του που αναφέρονται στην αίτηση όπου υπάρχει ένσταση από την άλλη πλευρά. Ο χρόνος κατά τον οποίο υποβάλλεται η αίτηση για επίλυση νομικού θέματος προδικαστικά, είναι επίσης παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας. Παρά τα πιο πάνω, αποτελεί ζήτημα το οποίο εμπίπτει στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να αποφασίσει κατά πόσο, με βάση τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης, θα εγκρίνει τέτοια αίτηση (βλ. Theodora Panayi v. The Administrators of the Estate of the late Stylianos Mandriotis
(1963)2 C.L.R. 167, Hambou v. Thoma
(1987)1 C.L.R. 370). Στην παρούσα υπόθεση η αίτηση του εναγομένου 1 καταχωρήθηκε στο στάδιο των οδηγιών της αγωγής και ενόψει της απουσίας ένστασης της πλευράς του ενάγοντα - καθ' ου η αίτηση, και αφού οι δύο πλευρές προχώρησαν στην κατάθεση παραδεκτών γεγονότων και τεκμηρίων η αίτηση ορίστηκε για ακρόαση. Το θέμα της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου μπορεί να εγερθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας ακόμη και αυτεπάγγελτα από το ίδιο το Δικαστήριο (βλ. Αντωνιάδη κ.ά. ν. Γιαννή
(1998)1(Δ) Α.Α.Δ.2052 και Παναγιώτου ν. Χατζηκυριάκου
(1991)1 Α.Α.Δ.362). Στην υπόθεση Sevegep Ltd v. United Sea Transport
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ.729, λέχθηκε ότι τα γεγονότα τα οποία στοιχειοθετούν τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου είναι αυτά που συνθέτουν την απαίτηση και δεν υφίσταται κώλυμα στη διερεύνηση της δικαιοδοσίας από το πρωτόδικο Δικαστήριο και εάν δεν εγερθεί το θέμα αυτό από τους διαδίκους, όπου όλα τα γεγονότα βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου (βλέπε επίσης Μούρτζινος ν. Global Cruises
(1992)1 Α.Α.Δ. 116 και Sartas Importers - Distributors Ltd v. Μαρούλλη
(2003)1(Γ) Α.Α.Δ. 1446). Στην απόφαση Αναφορικά με την Αίτηση της Beogradska Banka
(1995)Α.Α.Δ. 737, για την έκδοση εντάλματος certiorari επεξηγείται πώς ορίζεται η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου ως ακολούθως: «By jurisdiction it is meant the authority which a court has to decide matters that are litigated before it or to take cognizance of matters presented in a formal way for its decision. The limits of this authority are imposed by the statute under which the Court is constituted. Jurisdiction must be acquired before judgment is given». Η δικαιοδοσία Επαρχιακού Δικαστή ορίζεται από τις διατάξεις του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60. Τα όρια της δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστή σε σχέση με τελικές αποφάσεις σε αστικές διαδικασίες ορίζονται από την αξία της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων. Το άρθρο 21
(1)του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, προνοεί ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο έχει πρωτόδικη δικαιοδοσία να ακούσει και αποφασίζει οποιανδήποτε αγωγή, η βάση της οποίας έχει προκύψει, είτε καθ' ολοκληρία, είτε εν μέρει , εντός των ορίων της επαρχίας του Δικαστηρίου ή ο εναγόμενος ή οποιοσδήποτε των εναγομένων, κατά το χρόνο έγερσης της αγωγής διαμένει ή διεξάγει επάγγελμα εντός της επαρχίας. Η απόφαση του Δικαστηρίου ως προς την ύπαρξη ή μη δικαιοδοσίας να επιληφθεί της υπόθεσης εξαρτάται από τα επίδικα ζητήματα τα οποία προκύπτουν από τα γεγονότα της υπόθεσης. Κατά πόσο συγκεκριμένο ζήτημα είναι θέμα που εμπίπτει εντός της δικαιοδοτικής εμβέλειας του Δικαστηρίου εξαρτάται από τις νομοθετικές διατάξεις που καθορίζουν τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Μούρτζινος v. Global Cruise Lines (πιο πάνω), η έλλειψη δικαιοδοσίας είναι ζήτημα που δεν θεραπεύεται και που, αφού διαπιστωθεί, έχει ως αποτέλεσμα την ακύρωση οποιασδήποτε διαδικασίας που έχει προηγηθεί. Αποκλειστική αρμοδιότητα να αποφασίσει ζητήματα που αφορούν την ενοικίαση «θέσμιου ενοικιαστή» ως επίσης όλα τα παρεμφερή ζητήματα που μπορεί να προκύψουν από μια θέσμια ενοικίαση την έχει το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεως (βλ. άρθρο 4
(1)του περί Ενοικιοστασίου Νόμου 23/84, Cedrus ν Αντώνη Πισσαρίδη
(1994)1 Α.Α.Δ.596 και Κότσαπας και Υιοί ν Κυπριανού κ.ά.
(2001)1(Α) Α.Α.Δ. 261). Η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεως καθορίζεται από διάφορους παράγοντες μεταξύ των οποίων ο χαρακτήρας του υπό εξέταση ακινήτου και κατά πόσο αυτό είναι κτίριο που βρίσκεται μέσα στα όρια ελεγχόμενης περιοχής και συμπληρώθηκε μέχρι την 31.12.1999, όπως ορίζει η λέξη ακίνητο από το άρθρο 2 του σχετικού Νόμου 23/1983, όπως επίσης και εάν η ενοικίαση ήταν θέσμια κατά το χρόνο έγερσης της αγωγής (βλ.Μιχαήλ ν Βαβέλ Μπουτίκ (Πολ. Έφ.11909, ημερ.22.2.2007)). Θέσμιος ενοικιαστής σύμφωνα με το άρθρο 2 του Νόμου 23 του 1983 είναι ο ενοικιαστής ακινήτου που κατά τη λήξη ή τον τερματισμό της πρώτης ενοικίασης εξακολουθεί να κατέχει το ακίνητο. Άρα ακόμη μία αναγκαία προυπόθεση είναι και ο νόμιμος τερματισμός της ενοικίασης ώστε η ενοικίαση να γίνει θέσμια. Πέραν των πιο πάνω η ερμηνεία του όρου «ενοικιαστής» σύμφωνα με το άρθρο 2 του περί Ενοικιοστασίου Νόμου 23/83 όπως έχει τροποιοηθεί μέχρι σήμερα είναι η ακόλουθη: « ενοικιαστής σημαίνει παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπο το οποίον συνήθως διαμένει ή έχει την έδρα αυτού εν Κύπρω και το οποίον είναι ενοικαστής ακινήτου, εν σχέσει προς το οποίο υφίσταται ενοικίασης και περιλαμβάνει- (α) θέσμιον ενοικιαστήν (β).................................................................................................................. ...................................................................................................................... (ε) την Κυβέρνησιν της Κυπριακής Δημοκταρίας και οιονδήποτε νομικόν πρόσωπον δημοσίου δικαίου, αλλά δεν περιλαμβάνει μη πολίτη της Δημοκρατίας, εξαιρουμένου του συζύγου ή της συζύγου πολίτου της Δημοκρατίας, ή νομικό πρόσωπο ελεγχόμενον υπό αλλοδαπών.» Στην παρούσα υπόθεση αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι ο ενάγοντας ο οποίος είναι ιδιοκτήτης και ή δικαιούχος σε εγγραφή και κατοχή του οικοδομικού συγκροτήματος Andrea Court στην οδό Γεωργίου Α΄ στη Λεμεσό δυνάμει ενοικιαστηρίου εγγράφου ημερ. 16.5.2005 ενοικίασε στον εναγόμενο 1 τα καταστήματα με αριθμούς 3,4 και 5, επί του εν λόγω συγκροτήματος για 2 χρόνια (20.5.05 - 19.5.07) αντί του μηνιαίου ενοικίου των €1.281,40 το οποίο θα καταβάλλετο προκαταβολικά (βλ. Τεκμήριο 1). Είναι επίσης παραδεκτό γεγονός ότι ο εναγόμενος 1 είναι κάτοχος ελληνικού διαβατηρίου (βλ. Τεκμήριο 2). Το γεγονός επίσης ότι ο εναγόμενος 1 διαμένει στην Κύπρο δεν αμφισβητείται από το περιεχόμενο των δικογράφων των μερών. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του ενάγοντα, ο εναγόμενος 1 καθυστερούσε τα ενοίκια για τους μήνες Ιανουάριο 2007 - Οκτώβριο 2007 και παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις του ενάγοντα περιλαμβανομένης και επιστολής του δικηγόρου του ημερ. 3.9.2007, ο εναγόμενος 1 παρέλειψε να συμμορφωθεί. Λόγω της πιο πάνω παράλειψης είναι η θέση του ενάγοντα ότι με επιστολή του ημερ. 4.10.2007 τερμάτισε την αναφερόμενη συμφωνία ενοικίασης και κάλεσε τον εναγόμενο 1 να παραδώσει κενή και ελεύθερη την κατοχή των καταστημάτων, αλλά αυτός συνεχίζει και παραμένει στα προαναφερόμενα καταστήματα. Ο εναγόμενος 1 με την υπεράσπιση του αρνείται το περιεχόμενο των παραγράφων 4 - 13 της Έκθεσης Απαίτησης και ειδικότερα για τους σκοπούς εξέτασης της παρούσας αίτησης αναφέρομαι στους ισχυρισμούς του ενάγοντα για οφειλή οποιονδήποτε ενοικίων, για τον τερματισμό της ενοικίασης και την παραμονή και κατοχή των επίδικων καταστημάτων. Πέραν των πιο πάνω ο εναγόμενος 1 προβάλλει ισχυρισμούς για προκληθείσα ζημιά στα επίδικα καταστήματα εξ΄ υπαιτιότητας του ενάγοντα με αποτέλεσμα ο εναγόμενος 1 να αναστείλει τη λειτουργία της επιχείρησης του την 1.3.2007. Το κτίριο είναι αδιαμφισβήτητο ότι βρίσκεται στην οδό Γεωργίου Α΄ στο Ποταμό Γερμασόγειας στη Λεμεσό, η οποία εκ πρώτης όψεως χωρίς όμως να υπάρχει ενώπιον μου σχετική μαρτυρία, εμπίπτει στις ελεγχόμενες από τον περί Ενοικιοστασίου Νόμο περιοχές (βλ. Κ.Δ.Π. 519/2007). Δεν υπάρχει ενώπιον μου μαρτυρία από καμιά πλευρά για το πότε ανεγέρθηκε το εν λόγω κτίριο. Η ίδια είναι η θέση μου και για το εάν ο εναγόμενος 1 ήταν θέσμιος ενοικιαστής κατά το χρόνο έγερσης της παρούσας αγωγής, μια από τις ουσιαστικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του περί Ενοικιοστασίου Νόμο. Όπως ανέφερα και πιο πάνω, πέραν των παραδεκτών γεγονότων, όλοι οι λοιποί ισχυρισμοί των μερών αμφισβητούνται και ειδικότερα αναφέρομαι στην οφειλή των ενοικίων από τον εναγόμενο 1, στον τερματισμό της ενοικίασης και στην παραμονή του εναγόμενου 1 στα επίδικα καταστήματα. Ανυπαρξία ισχυρισμών και γεγονότων όπως επίσης και αμφισβητούμενα γεγονότα στα δικόγραφα των διαδίκων τα οποία αποτελούν και ουσιώδεις προϋποθέσεις για την εφαρμογή κάποιου άλλου Νόμου ο οποίος προσδίδει καθ΄ ύλη αρμοδιότητα σε άλλο Δικαστήριο δεν εκλαμβάνονται ως αυταπόδεικτα αλλά πρέπει να αποδεικνύονται από τους διαδίκους με σχετική μαρτυρία. Στην παρούσα υπόθεση οι δικηγόροι των μερών επικεντρώθηκαν στο θέμα της υπηκοότητας του εναγομένου 1 παραλείποντας να αναφερθούν και να κάνουν παραδεκτά γεγονότα, εάν και εφόσον αυτή ήταν η πρόθεση τους, όσον αφορά τις λοιπές προϋποθέσεις που απαιτούνται για την εφαρμογή του περί Ενοικιαστασίου Νόμου, προϋποθέσεις τις οποίες το παρόν Δικαστήριο δεν μπορεί να αγνοήσει και ή ελλείψει μαρτυρίας να θεωρήσει αυταπόδεικτες. Η οποιαδήποτε απόφαση του Δικαστηρίου για έλλειψει καθ' ύλην αρμοδιότητας θα πρέπει να περιέχει και σχετικά ευρήματα. Η πιο πάνω παράλειψη των μερών εμποδίζει το Δικαστήριο να καταλήξει με ασφάλεια σε σχετικά ευρήματα οπότε με τα πιο πάνω δεδομένα η αίτηση του εναγομένου 1 δεν μπορεί να πετύχει. Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω θεωρώ ότι η εξέταση της ουσίας της προδικαστικής ένστασης του εναγομένου 1 με τη μαρτυρία την οποία έχω ενώπιον μου στο παρόν στάδιο είναι πρόωρη οπότε και η αίτηση του εναγομένου 1 δεν μπορεί να έχει άλλη κατάληξη πλην από την απόρριψη της και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Όσον αφορά τα έξοδα της αίτησης έχοντας υπόψη τους λόγους της απόρριψης της αίτησης θεωρώ ορθό και δίκαιο όπως μην εκδώσω οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα. (Υπ.) ............. Φ. Καπετάνιου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions /Interim (Αναφορά:Δικαιοδοσία, Αρ.2,Ενοικιοστασίου Νόμος) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.