← Κύπρος

ΣΤΕΛΙΟΣ ΜΑΡΚΙΔΗΣ ν. ΑΝΤΩΝΑΚΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ, Αρ. Αγωγής: 1853/09, 30.06.2009

ΣΤΕΛΙΟΣ ΜΑΡΚΙΔΗΣ ν. ΑΝΤΩΝΑΚΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ, Αρ. Αγωγής: 1853/09, 30.06.2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:A182 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Πρ. Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1853/09 Μεταξύ: ΣΤΕΛΙΟΣ ΜΑΡΚΙΔΗΣ, από την Λεμεσό Ενάγοντα και ΑΝΤΩΝΑΚΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ, από την Λεμεσό Εναγομένου Αίτηση ημερομηνίας 15.04.2009 για Προσωρινό Διάταγμα Ημερομηνία: 30.06.2009 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα-Αιτητή: κος Κ. Καραμανίδης για κ.κ. PHC TSANGARIDES LLC (για ν΄ ακούσει απόφαση η κα Α. Σταυρινίδου) Για Εναγόμενο-Καθ' ου η αίτηση: κα Χρ. Καρεκλά για κ.κ. Μάκη Αναστασίου & Σία ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Ενάγοντας-Αιτητής μετά από μονομερή αίτηση του ημερομηνίας 15.04.2009 πέτυχε την έκδοση ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος το οποίο απαγορεύει στον Εναγόμενο προσωπικά και/ή τους αντιπροσώπους του να μεταφέρει και/ή μετακινήσουν και/ή χρησιμοποιήσει και/ή διαφορετικά αποξενώσει και/ή διαθέσει με οποιονδήποτε τρόπο ποσό μέχρι €23.000,00 που είναι κατατεθειμένο σε λογαριασμό εις το όνομα του Εναγομένου στο Συνεργατικό Ταμειευτήριο Δημοσίων Υπαλλήλων Λεμεσού Λτδ στο κατάστημα στην οδό Αγίας Φυλάξεως 42 στη Λεμεσό και στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Αμαθούσια Λτδ στο κατάστημα στην οδό Γλάδστωνος και Μυκηνών στη Λεμεσό μέχρι την τελική εκδίκαση της υπό τον άνω αριθμό και τίτλο αγωγή και/ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. Αξίζει να σημειωθεί ότι προτού καταχωρήσει την πιο πάνω αίτηση του, ο Αιτητής καταχώρησε στις 09.04.2009 την παρούσα αγωγή υπό τη μορφή ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος (με ενσωματωμένη έκθεση απαίτησης) με την οποίαν αξιώνει από τον Εναγόμενο-Καθ' ου η αίτηση την πληρωμή του ποσού των €18.794,62 που κατ' ισχυρισμό αντιπροωπεύει την αξία 2 (δύο) γραμματίων συνήθους τύπου ημερομηνίας 08.02.2007 και 25.05.2007 αντίστοιχα που κατέστησαν, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του Αιτητή, ληξιπρόθεσμα και απαιτητά, πλέον τόκο προς 9% ετησίως επί του ποσού των €18.794,62 από 08.02.08 μέχρι εξόφλησης. Ο Αιτητής επίσης αξιώνει το ποσό των €881,63 που κατ' ισχυρισμό αποτελεί τη συνολική αξία μη τιμηθείσων επιταγών που σύμφωνα πάντοτε με τους ισχυρισμούς του Αιτητή εκδόθηκαν προς όφελος του από τον Καθ' ου η αίτηση έναντι καλού και νομίμου ανταλλάγματος περί το Δεκέμβριο του 2006 και τον Ιανουάριο του 2007, πλέον νόμιμο τόκο επί του ποσού των €881,63 πλέον δικηγορικά έξοδα. Ο Εναγόμενος καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης δια δικηγόρου στις 14.04.2009. Η υπό κρίση αίτηση εδράζεται στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60, στα άρθρα 5 και 9 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.6, στη Διάταξη 48 Κανονισμοί 1, 2, και 7 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στο άρθρο 58Α του Περί Αξιών και Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου Ν.42

(1)/00 και στη διακριτική ευχέρεια και πρακτική του Δικαστηρίου. Τα δε γεγονότα πάνω στα οποία στηρίζεται η αίτηση αυτή, που σύμφωνα με τον Ενάγοντα-Αιτητή δικαιολογούν την οριστικοποίηση του προσωρινού διατάγματος, περιέχονται στην ένορκο δήλωση του Ενάγοντα και σε συντομία είναι τα εξής: - Περί τις 08.02.2007 ο Καθ' ου η αίτηση έκδωσε, αποδέκτηκε, υπέγραψε και παρέδωσε στον Αιτητή γραμμάτιο συνήθους τύπου έναντι καλού και νομίμου ανταλλάγματος πληρωτέο σε διαταγή του Αιτητή την 0.8.02.2007 για το ποσό των €11.960,21 πλέον τόκο προς 9% ετησίως επί του ποσού αυτού από 08.02.2008 μέχρι εξόφλησης. Αντίγραφο του γραμματίου συνήθους τύπου ημερομηνίας 08.02.2007 επισυνάφθηκε ως Τεκμήριο 1 της αίτησης. - Περί τις 25.05.2007 ο Καθ' ου η αίτηση έκδωσε, αποδέκτηκε, υπέγραψε και παρέδωσε στον Αιτητή γραμμάτιο συνήθους τύπου έναντι καλού και νομίμου ανταλλάγματος πληρωτέο σε διαταγή του Αιτητή την 08.02.2007 για το ποσό των €6.834,41 πλέον τόκο προς 9% ετησίως επί του ποσού αυτού από 08.02.2008 μέχρι εξόφλησης. Αντίγραφο του γραμματίου συνήθους τύπου ημερομηνίας 25.05.2007 επισυνάφθηκε ως Τεκμήριο 2 της αίτησης. - Περί τον Δεκέμβριο του 2006 μέχρι τον Ιανουάριο του 2007, ο Καθ' ου η αίτηση έκδωσε και παρέδωσε στον Αιτητή έναντι καλού και νομίμου ανταλάγματος 10 επιταγές του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Δημοσίων Υπαλλήλων Λεμεσού Λτδ πληρωτέες σε διαταγή του Αιτητή, οι οποίες αφού παρουσιάστηκαν σε διάφορες ημερομηνίες στην τράπεζα για εξαργύρωση και πληρωμή παρέμειναν μη τιμηθείσες λόγω μη επαρκών υπολοίπων. Αντίγραφο δέσμης μη τιμηθείσων επιταγών επισυνάφθηκε ως Τεκμήριο 3 της αίτησης. - Ο Αιτητής κάλεσε επανειλημμένα τον Καθ' ου η αίτηση να πληρώσει τα πιο πάνω γραμμάτια συνήθους τύπου καθώς και τις μη τιμηθείσες επιταγές, πλην όμως ο Καθ' ου η αίτηση παρέλειψε να πράξει κάτι τέτοιο. - Η υπό τον άνω αριθμό και τίτλο αγωγή επιδόθηκε στον Εναγόμενο στις 09.04.
  1. Αντίγραφο της ένορκης δήλωσης επίδοσης επισυνάφθηκε ως Τεκμήριο 4 της αίτησης. - Ο Καθ' ου η αίτηση, ο οποίος πρόσφατα αφυπηρέτησε από τη Δημόσια Υπηρεσία, πληροφόρησε τον Αιτητή ότι περί το τέλος Μαρτίου 2009 είσπραξε το ποσό των €76.000,00 ως εφάπαξ και το ποσό αυτό το κατέθεσε στο Συνεργατικό Ταμειευτήριο Δημοσίων Υπαλλήλων Λεμεσού Λτδ στο κατάστημα στην οδό Αγίας Φυλάξεως 42 στη Λεμεσό και στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Αμαθούσια Λτδ στο κατάστημα στην οδό Γλάδστωνος και Μυκηνών στη Λεμεσό. - Ο Καθ' ου η αίτηση πληροφόρησε τον Αιτητή ότι μέρος του εφάπαξ θα χρησιμοποιείτο για να καλύψει τις ανάγκες του επικείμενου γάμου της θυγατέρας του ενώ το μεγαλύτερο μέρος του θα δαπανηθεί για να καλύψει διάφορα άλλα χρέη και υποχρεώσεις που ήδη έχει. - Ο Καθ' ου αίτηση διαμένει στο Συνοικισμό Τραχωνίου και η μοναδική περιουσία του είναι οι 2 καταθέσεις που διαθέτει στα προαναφερόμενα ταμιευτήρια. - Ο Καθ' ου αίτηση στερείται οποιασδήποτε άλλης κινητής και ακίνητης περιουσίας. - Ο Καθ' ου η αίτηση δεν είναι αξιόχρεος και υπάρχει ο κίνδυνος να ξοδέψει το ποσό του εφάπαξ σε υφιστάμενα χρέη και σε νέες υποχρεώσεις που πιθανόν να δημιουργήσει ή να το αποξενώσει ή να το μεταφέρει σε άλλα πρόσωπα. - Ο Αιτητής υιοθετεί το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης του. - Η αγωγή περιέχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και ο Αιτητής έχει καλό αγώγιμο δικαίωμα με σημαντικές και ορατές πιθανότητες επιτυχίας. - Σε περίπτωση μη ύπαρξης προσωρινού διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, θα ανατραπεί η σημερινή κατάσταση πραγμάτων και θα στερήσει τη δυνατότητα εκτέλεσης δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί υπέρ του Αιτητή. - Τυχόν ύπαρξης προσωρινού διατάγματος δεν θα προκαλέσει οποιαδήποτε ζημιά στον Καθ' ου η αίτηση. Το προσωρινό διάταγμα ορίστηκε επιστρεπτέο στις 24.04.2009 όπου εκείνη την ημέρα ο Εναγόμενος-Kαθ' ου η αίτηση δια του δικηγόρου του ζήτησε χρόνο για να καταχωρήσει ένσταση. Ως αποτέλεσμα αυτού, το θέμα της οριστικοποίησις ή όχι του προσωρινού διατάγματος με ισχύ μέχρι το τέλος της εκδίκασης της αγωγής ορίστηκε για ακρόαση στις 20.05.2009 και κατά συνέπεια αποτελεί αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας. Στις 07.05.2009 καταχωρήθηκε ένσταση από μέρους του Εναγομένου-Καθ' ου η αίτηση επί των ακόλουθων λόγων: (α) Οι Θεσμοί και οι Νόμοι στους οποίους στηρίκτηκε η αίτηση είναι λανθασμένοι και δεν δικαιολογούν την έκδοση του Διατάγματος. (β) Το Διάταγμα είναι προγενέστερο της καταχώρησης της αγωγής και της μονομερούς αίτησης ημερομηνίας 15.04.
  2. (γ) Ο Ενάγοντας-Αιτητής δεν καταχώρησε την ένορκο δήλωση που στηρίζει την μονομερή αίτηση ημερομηνίας 15.04.2009 με καθαρά χέρια. (δ) Ο Ενάγοντας-Αιτητής δεν νομιμοποιείται με την παρούσα αίτηση στη δέσμευση των χρημάτων που είναι κατατιθεμένα στους λογαριασμούς του Εναγομένου-Καθ' ου η αίτηση στο Συνεργατικό Ταμειευτήριο Δημοσίων Υπαλλήλων Λεμεσού Λτδ στο κατάστημα στην οδό Αγίας Φυλάξεως 42 στη Λεμεσό και στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Αμαθούσια Λτδ στο κατάστημα στην οδό Γλάδστωνος και Μυκηνών στη Λεμεσό. (ε) Το οφειλόμενο υπόλοιπο είναι κατά πολύ μικρότερο του αιτούμενου και κατά πολύ μικρότερο του ποσού το οποίο δέσμευσε δυνάμει του Διατάγματος ο Ενάγοντας-Αιτητής. Η ένσταση εδράζεται στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60, στα άρθρα 5 και 9 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.6, στη Διάταξη 48 Κανονισμοί 1-4 και 7 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στο άρθρο 58Α του Περί Αξιών και Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου Ν.42
(1)/00, στις συμφυείς εξουσίες, στη γενική πρακτική και διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Υποστηρίζεται δε από ένορκο δήλωση του Εναγομένου, στην οποίαν περιέχονται γεγονότα που κατά τη γνώμη του Εναγομένου-Καθ' ου η αίτηση τεκμηριώνουν τους λόγους ένστασης και κατ' επέκταση δικαιολογούν την ακύρωση της ισχύος του προσωρινού διατάγματος. Τα γεγονοτα που περιέχονται στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την ένσταση συνοψίζονται ως εξής: · Ο Αιτητής δεν καταχώρησε την ένορκο δήλωση με καθαρά χέρια και απέκρυψε ουσιώδη γεγονότα επειδή - ► Ενώ δυνάμει της αγωγής το συνολικό αξιούμενο ποσό είναι €19.676,26 εντούτοις στην αίτηση του ο Αιτητής ζήτησε τη δέσμευση ποσού εκ €23.000,
  1. ► Ο Αιτητής παρέλειψε να αναφέρει πληρωμή του Καθ' ου η αίτηση ύψους €5.000,00 η οποία πραγματοποιήθηκε περί τον Απρίλιο του 2009 και πριν από την καταχώρηση της υπό τον άνω αριθμό και τίτλο αγωγή και της υπό κρίσης αίτησης. · Ο Καθ' ου η αίτηση παραδέχεται την έκδοση και υπογραφή των προαναφερομένων 2 γραμματίων συνήθους τύπου ημερομηνίας 08.02.2007 και 25.05.2007 αντίστοιχα πληρωτέα σε διαταγή του Αιτητή, πλην όμως ισχυρίζεται ότι έχει πληρώσει ποσό εκ €6.834,00 το οποίο ο Αιτητής δεν αφαίρεσε. · Ο Καθ' ου η αίτηση παραδέχεται ότι περί τον Δεκέμβριο του 2006 μέχρι τον Ιανουάριο του 2007, ο Καθ' ου η αίτηση έκδωσε και παρέδωσε στον Αιτητή έναντι καλού και νομίμου ανταλάγματος 10 επιταγές του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Δημοσίων Υπαλλήλων Λεμεσού Λτδ πληρωτέες σε διαταγή του Αιτητή, οι οποίες αφού παρουσιάστηκαν σε διάφορες ημερομηνίες στην τράπεζα για εξαργύρωση και πληρωμή παρέμειναν μη τιμηθείσες λόγω μη επαρκών υπολοίπων. · Ο Καθ' ου η αίτηση αρνείται τις παραγράφους 6, 7, 8, 9, 10 και 11 της ενόρκου δηλώσεως του Αιτητή · Ο Καθ' ου η αίτηση πάντρεψε τη θυγατέρα του στις 03.05.2009 και ως εκ τούτου ο ισχυρισμός του Αιτητή ότι θα χρησιμοποιούσε τα ποσά που έχει κατατιθεμένα στα προαναφερόμενα ταμιευτήρια είναι ψευδής και αστήρικτος και επιβεβαιώνει τη θέση του ότι ο Αιτητής αιτήθηκε το Διάταγμα αποκρύβοντας ουσιώδη γεγονότα. · Ο Καθ' ου η αίτηση αρνείται την παράγραφο 12 της ενόρκου δηλώσεως του Αιτητή και ισχυρίζεται ότι οι ισχυρισμοί που περιέχονται στην εν λόγω ένορκο δήλωση είναι αόριστοι και δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. · Ο Καθ' ου η αίτηση ισχυρίζεται ότι ο Αιτητής σε ουδεμία έρευνα προέβηκε για να γνωρίζει τα περιουσιακά στοιχεία του. · Ο Καθ' ου η αίτηση αρνείται την παράγραφο 13 της ενόρκου δηλώσεως του Αιτητή και ισχυρίζεται ότι οι ισχυρισμοί που περιέχονται στην εν λόγω ένορκο δήλωση είναι υποθετικοί και δεν έχουν το απαιτούμενο υπόβαρθρο. Ο δε χαρακτηρισμός του Καθ' ου αίτηση ως αναξιόχρεου είναι ατυχής και αναληθής. · Ο Καθ' ου η αίτηση αρνείται τις παραγράφους 14, 15 και 16 της ενόρκου δηλώσεως του Αιτητή και ισχυρίζεται ότι ο Αιτητής παράνομα, παράτυπα και εκτός των Θεσμών και Νόμων εξασφάλισε το αιτούμενο διάταγμα. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι ο αιτητής αφού πρώτα εξασφαλίσει απόφαση επί του πραγματικού ποσού που έχει να λαμβάνει θα είναι σε θέση στη συνέχεια να προχωρήσει σε εκτέλεση της απόφασης αυτής. Κατά την ακρόαση της υπό κρίσης αίτησης οι ευπαίδευτοι συνήγοροι περιορίστηκαν σε αγορεύσεις προς υποστήριξη των θέσεων τους με αναφορά σε κυπριακή νομολογία. Η δε ακροαματική εξέταση του θέματος κατά πόσο θα οριστικοποιηθεί ή όχι η ισχύς του προσωρινού διατάγματος που ήδη εκδόθηκε διεξάγεται στη βάση του περιεχομένου της αίτησης, της ένστασης, των γεγονότων που περιέχονται στις ενόρκους δηλώσεις που συνοδεύουν την αίτηση και ένσταση αντίστοιχα αλλά και των διαφόρων εγγράφων που επισυνάπτονται σ' αυτές ως τεκμήρια. Συγκεκριμένα, ο ευπαίδευτος συνήγορος του Ενάγοντα-Αιτητή αφού επανέλαβε τα γεγονότα που εκτίθενται στην ένορκο δήλωση του Ενάγοντα που συνοδεύει την αίτηση δήλωσε, μεταξύ άλλων, ότι εκπληρούνται όλες οι προϋποθέσεις που απαιτούνται για τη συνέχιση της ισχύος του διατάγματος μέχρι την αποπεράτωση της αγωγής και ζήτησε όπως το προσωρινό διάταγμα οριστικοποιηθεί. Αντίθετη ήταν η επιχειρηματολογία της ευπαιδεύτου συνηγόρου του Εναγομένου-Καθ' ου η αίτηση, η οποία, αφού επανέλαβε τα γεγονότα που εκτίθενται στην ένορκο δήλωση του Εναγομένου που συνοδεύει την ένσταση δήλωσε, μεταξύ άλλων, ότι δεν δικαιολογείται η παραμονή του προσωρινού διατάγματος σε ισχύ εμμένοντας και εξηγώντας ουσιαστικά τους λόγους ένστασης που εκτίθενται στην εν λόγω ένσταση. Κάλεσε δε το Δικαστήριο να ακυρώσει την ισχύ του προσωρινού διατάγματος ημερομηνίας 15.04.
  2. Αξίζει εδώ να σημειωθεί ότι κατά τη διάρκεια της αγόρευσης της η ευπαίδευτη συνήγορος του Εναγομένου-Καθ' ου η αίτηση απέσυρε τον δεύτερο λόγο ένστασης καθότι αντιλήφθηκε ότι εκ παραδρομής και/ή λόγω τυπογραφικού λάθους του Πρωτοκολλητείου το διάταγμα δεν έφερε την ορθή ημερομηνία έκδοσης του η οποία είναι κατά 6 ημέρες μεταγενέστερη της ημερομηνίας όπου καταχωρήθηκε η αγωγή (09.04.2009), ήτοι 15.04.
  3. Εν πάσει περιπτώσει, το εν λόγω λάθος έχει ήδη διορθωθεί στο φάκελλο υπόθεσης του Δικαστηρίου. Δεν προτίθεμαι να αναφέρω επ' ακριβώς και λεπτομερώς τόσο το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων της παρούσας αίτησης και ένστασης όσο και το περιεχόμενο των αγορεύσεων των ευπαιδεύτων συνηγόρων των διαδίκων αφού κάτι τέτοιο είναι ήδη καταγραμμένο μέσα από τα έγγραφα που υπέβαλαν στο Δικαστήριο αλλά και από τα επίσημα πρακτικά που τηρούνται στα πλαίσια εκδίκασης της υπό κρίσης αίτησης. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60 μετά των συναφών τροποποιήσεων παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία διακριτική ευχέρεια, εφόσον συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του, να εκδώσει οποιοδήποτε προστακτικό ή απαγορευτικό παρεμπίπτον διάταγμα που θα έκρινε δίκαιο ή πρόσφορο. Αυτό έχει αποτελέσει εξέτασης σε σωρεία κυπριακών αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Κλασσική επί του προκειμένου θεωρείται η απόφαση στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Another
(1982)1 C.L.R. 557 όπου επανατοποθετήθηκε η αρχή πως για την επιτυχή επίκληση του άρθρου 32 απαιτούνται τρεις προϋποθέσεις. Αυτές είναι: - Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. - Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας. - Να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Σχετική είναι επίσης και η υπόθεση Κυτάλα κ.α. v Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253. Αναγνωρίζεται πως αφότου ο αιτητής ικανοποιήσει το Δικαστήριο πως πληρούνται όλες οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το Δικαστήριο εξετάζει όλους τους παράγοντες που θα πρέπει να ληφθούν υπόψη για την ορθή ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας και σταθμίζει στα πλαίσια αυτά το κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (βλέπε Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλης Χατζηβασίλης
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 152). Στην προσπάθεια του να απονέμει δικαιοσύνη στο προκαταρκτικό αυτό στάδιο της υπόθεσης, το Δικαστήριο δεν αποφασίζει επί της απαίτησης του Ενάγοντα και επιμελώς θα πρέπει να αποφεύγει την κρίση της ουσίας της αγωγής. Κατά το στάδιο αυτό το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να καταλήξει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης (βλέπε Άκης Γρηγορίου κ.α. v Χριστίνας Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Στην υπόθεση T.A. Micrologic Consultants Ltd v Microsoft Corporation Πολιτική Έφεση 11159 ημερομηνίας 20.11.2002 τονίστηκε πως σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του. Επομένως, το Δικαστήριο περιορίζεται και προσεγγίζει το μαρτυρικό υλικό με μόνο σκοπό τη διακρίβωση της ύπαρξης ή όχι των πιο πάνω προϋποθέσεων και κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (βλέπε Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263). Το πρώτο κριτήριο του άρθρου 32 ικανοποιείται με την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης στη βάση της καταχωρημένης δικογραφίας. Το δεύτερο κριτήριο ικανοποιείται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης του Ενάγοντα και συνίσταται στην παρουσίαση ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης, που απαιτεί η πρώτη προϋπόθεση, έχει σχέση με τη νομική αξίωση της απαίτησης και καθιστά μια πρωταρχική ανάλυση της νομικής θέσης, επιβεβλημένη ώστε να τοποθετηθεί η υπόθεση στο ορθό νομικό πλαίσιο και να επισημανθεί το νομικό της υπόβαθρο. Η πρώτη προϋπόθεση είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετη και συνήθως εξετάζεται σε συνδυασμό με τη δεύτερη προϋπόθεση, η οποία εκ της φύσης της προϋποθέτει κάποια εκτίμηση της προσφερθείσης μαρτυρίας προς το σκοπό διαπίστωσης ή όχι της ύπαρξης ορατής πιθανότητας επιτυχίας, μέτρο ασφαλώς κατώτερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, κάτι όμως περισσότερο από απλή δυνατότητα. Στην προκειμένη περίπτωση η ήδη καταχωρηθείσα έκθεση απαίτησης αφορά την αξίωση του ποσού των €18.794,62 στη βάση 2 (δύο) γραμματίων συνήθους τύπου ημερομηνίας 08.02.2007 και 25.05.2007 αντίστοιχα που έγιναν ληξιπρόθεσμα και απαιτητά, πλέον τόκο προς 9% ετησίως επί του ποσού των €18.794,62 από 08.02.08 μέχρι εξόφλησης. Τα γραμμάτια αυτά εκδόθηκαν και υπεγράφηκαν έναντι καλού και νομίμου ανταλλάγματος και είναι πληρωτέα σε διαταγή του Αιτητή (βλέπε Τεκμήρια 1 και 2 της ενόρκου δηλώσεως του Αιτητή), γεγονός που ο Καθ' ου η αίτηση παραδέχεται στην παράγραφο 6 της ενόρκου δηλώσεως του. Ο Αιτητής μέσα από την έκθεση απαίτησης του αξιώνει επίσης το ποσό των €881,63 πλέον νόμιμο τόκο επί του ποσού αυτού που αποτελεί τη συνολική αξία 10 (δέκα) μη τιμηθείσων επιταγών που εκδόθηκαν και υπεγράφηκαν προς όφελος του από τον Καθ' ου η αίτηση έναντι καλού και νομίμου ανταλλάγματος περί το Δεκέμβριο του 2006 μέχρι τον Ιανουάριο του 2007 (βλέπε Τεκμήριο 3 της ενόρκου δηλώσεως του Αιτητή), γεγονός που επίσης είναι παραδεκτό από τον Καθ' ου η αίτηση μέσα από την παράγραφο 7 της ενόρκου δηλώσεως του. Έχοντας υπόψην μου τα πιο πάνω θεωρώ ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση καθώς και ορατή πιθανότητα επιτυχίας και συνεπώς ικανοποιείται η πρώτη και δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60μετά των συναφών τροποποιήσεων. Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση, ήτοι να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, συναρτάται με τα συγκεκριμένα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Ο Αιτητής επικαλείται κίνδυνο αποξένωσης και/ή μεταφοράς σε άλλα πρόσωπα της δεσμευμένης κινητής περιουσίας που ο Καθ' ου αίτηση διαθέτει καθώς επίσης δαπάνης της σε άλλα υφιστάμενα χρέη. Ως προς το ζήτημα της εκτίμησης του κινδύνου να παραμείνει η απόφαση ανεκτέλεστη και τι αναμένεται να καταδείξει ο ενάγοντας η υπόθεση Poltava Petroleum Company v. Mexana Oil Limited και άλλοι
(2001)1 (B) A.A.Δ. 1301, συνοψίζει ότι σχετικό στις σελ.1316-1320. (Επρόκειτο για διάταγμα τύπου Mareva). Γίνεται αναφορά στη Ninemia Maritime Corporation v. Trane Schiffahrts-gesellschaft Gmbh (Niedersachsen, The)
(1983)1 W.L.R. 1412, 1422, όπου λέχθηκε ότι το σχετικό κριτήριο είναι κατά πόσο, λαμβανομένης υπόψη της μαρτυρίας στο σύνολό της, υπάρχει βάσιμος κίνδυνος ότι η απόφαση υπέρ του ενάγοντα θα παραμείνει ανικανοποίητη. Δεν είναι απαραίτητο να επιδειχθεί άνομη πρόθεση, παρόλο ότι αν αποδειχθεί τέτοια πρόθεση το Δικαστήριο θα χορηγήσει το διάταγμα με περισσότερη ετοιμότητα. H απουσία πρόθεσης για αποξένωση περιουσίας έχει αναγνωρισθεί επανειλημμένα από τη δική μας νομολογία. Στην C. Phasarias (Automotive Centre) Ltd v. Σκυροποιΐα «Λεωνίκ» Λτδ,
(2001)1 (Β) Α.Α.Δ. 785, η οποία αφορούσε την έκδοση προσωρινού διατάγματος απαγορευτικού της αποξένωσης ακινήτου, το οποίο δεν αποτελούσε το αντικείμενο της αγωγής, έγινε επισκόπηση της σχετικής επί του θέματος νομολογίας. Αναφέρεται στις σελ. 789-790: «Δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε πως αναδύεται ως ανάγκη η προσαγωγή μαρτυρίας για πράγματι πρόθεση του εναγομένου για αποξένωση ή επιβάρυνση. Εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί. Ο κίνδυνος δηλαδή, να μη ικανοποιηθεί η δικαστική απόφαση αν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία (βλ. Lakatamitis, ανωτέρω, στη σελ. 525) ... Όπως δε εξηγήθηκε στην απόφαση του Λοϊζου, Π. στη Ζεμενίδης v. Ζεμενίδου (Αρ. 1),
(1992)1 Α.Α.Δ. 54 εκδίδεται το διάταγμα ώστε να αποφευχθεί τέτοια αποξένωση ως αποτέλεσμα της οποίας να μη μπορεί να ικανοποιηθεί ο ενάγων. Τα ίδια και στην Τσιολάκκη και άλλη v. Στυλιανίδη
(1992)1 Α.Α.Δ. 782. Όπως αναφέρεται στην απόφαση του κ. Πική, Δ., όπως ήταν τότε, στη σελ. 785, εκείνο που απαιτείται είναι 'η πιθανότητα παρεμβολής εμποδίου (hindered) στην ικανοποίηση απόφασης η οποία ήθελε εκδοθεί υπέρ του ενάγοντος.» Στην Ιωάννου (Σιαρματτά) v. Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.
(2000)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1463, σε σχέση με επιβαρυντικό διάταγμα δυνάμει του Περί Επιβαρυντικών Διαταγμάτων Νόμου του 1992 αναφέρεται (σελ. 1467-1468) πως: «Όπου λοιπόν ενδέχεται να υπάρχει ο,τιδήποτε το αρνητικό στην έκδοση επιβαρυντικού διατάγματος, απόκειται στον οφειλέτη να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου τα σχετικά στοιχεία. Η υποχρέωση του πιστωτή εκπληρώνεται με την παρουσίαση μαρτυρίας σε σχέση με μόνο τη γενικότερη εικόνα για στοιχειοθέτηση της αναγκαιότητας. Και αυτό η εφεσίβλητη κατά τη γνώμη μας το έπραξε. Δεν είναι δυνατό να αναμένεται η ανάληψη ανιχνευτικού έργου από τον εξ αποφάσεως πιστωτή σε σχέση με την προσωπική και περιουσιακή κατάσταση του οφειλέτη για να παρουσιάσει ο πρώτος στοιχεία τα οποία βασικά ενδιαφέρουν τον δεύτερο και τα οποία μπορεί ο ίδιος να παρουσιάσει αν επιθυμεί. Επρόκειτο για αίτηση δια κλήσεως. θα το θεωρούσαμε δε αδιανόητο να ήταν αλλιώς.» Σημειώνεται ότι οι πιο πάνω νομολογιακές αρχές που αφορούν κίνδυνο αποξένωσης ακίνητης περιουσίας βρίσκουν έρεισμα και εφαρμόζονται κατ' αναλογία και στις περιπτώσεις που αφορούν κινητή περιουσία. Στη δική μας περίπτωση, χωρίς ασαφαλώς να αποφασίζεται ή να προδικάζεται οποιοδήποτε επίδικο θέμα και κατ' επέκταση χωρίς να εξετάζεται η ουσία της υπόθεσης αυτής, δεν μπορεί να αγνοηθεί ότι υπάρχει το Τεκμήριο 3 στην ένορκο δήλωση του Αιτητή που αφορά εκ πρώτης όψεως 10 μη τιμηθείσες επιταγές μεταξύ Δεκεμβρίου του 2007 και Ιανουαρίου του 2008 λόγω μη επαρκών υπολοίπων που εκδόθηκαν και υπεγράφηκαν από τον Καθ' ου η αίτηση προς όφελος του Αιτητή έναντι καλού και νομίμου ανταλλάγματος, το οποίο, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, είναι παραδεκτό από τον Καθ' ου η αίτηση. Έχοντας εκτιμήσει στο σύνολο της όλη τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας περιλαμβανομένων των Τεκμηρίων 1, 2 και 3, θεωρώ ότι υπάρχει ο κίνδυνος να μη ικανοποιηθεί η δικαστική απόφαση που τυχόν εκδοθεί υπέρ του Αιτητή και εναντίον του Καθ' ου η αίτηση αν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί ή αποξενωθεί καθ' οιονδήποτε τρόπο η περιουσία του Καθ' ου η αίτηση που δημιουργήθηκε μετά την πρόσφατη είσπραξη του εφάπαξ ποσού ως αποτέλεσμα της αφυπηρέτησης του Καθ' ου η αίτηση από τη Δημόσια Υπηρεσία, ιδιαίτερα όταν ο Καθ' ου η αίτηση δεν παρείχε οποιεσδήποτε συγκεκριμένες πληροφορίες αναφορικά με την ύπαρξη κινητής και ακίνητης περιουσίας του και ταυτόχρονα της οικονομικής δυνατότητας του να ικανοποιήσει ενδεχόμενη δικαστική απόφαση που τυχόν εκδοθεί εναντίον του. Σε περίπτωση κατά την οποίαν δεν παραμείνει σε ισχύ το διάταγμα υπάρχει ο κίνδυνος να σπαταληθεί ολόκληρο το ποσό του εφάπαξ με αποτέλεσμα εάν ο Αιτητής πετύχει την αγωγή του να υπάρχει το ενδεχόμενο να μην μπορεί να εκτελέσει τυχόν εκδοθείσα δικαστική απόφαση υπέρ του και έτσι να μην μπορεί να ικανοποιήσει ενδεχόμενο εξ' αποφάσεως χρέος που πιθανόν να του οφείλεται. Μπροστά σ' ένα τέτοιο ενδεχόμενο ο Αιτητής θα παραμείνει χωρίς θεραπεία. Συνεπώς, κρίνω ότι η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος είναι υπό τις περιστάσεις απαραίτητη για τη διαφύλαξη των δικαιωμάτων του Αιτητή. Ως εκ τούτου, ικανοποιείται και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60μετά των συναφών τροποποιήσεων. Σχετικά με το κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο υπό τις περιστάσεις να διατηρηθεί σε ισχύ το εκδοθέν διάταγμα, θεωρώ ότι αυτό είναι αναγκαίο για να διατηρηθεί η υφιστάμενη κατάσταση πραγμάτων (status quo) ώστε το μέρος της κινητής περιουσίας που είναι δεσμευμένο δυνάμει του εκδοθέντος διατάγματος να μην δαπανηθεί και/ή αποξενωθεί καθ' οιονδήποτε τρόπο και για οποιονδήποτε λόγο από τον Καθ' ου η αίτηση. Ως εκ τούτου, κρίνω ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλείνει υπέρ της παραμονής του διατάγματος σε ισχύ. Θα εξετάσω τώρα το στοιχείο του κατεπείγοντος παρόλο που το ζήτημα αυτό δεν προβάλλεται ρητά και ξεκάθαρα από τον Καθ' ου η αίτηση ως ξεχωριστός λόγος ένστασης του. Αναφέρεται στην Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1 (Β) Α.Α.Δ. 598, στη σελ. 604 κατ΄ ακολουθία της αναφοράς στο άρθρο 9
(1)του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου πως: «Το επείγον για την παροχή θεραπείας αποτελεί δικαιοδοτικό όρο. Μόνο, εφόσο καταδεικνύεται το κατεπείγον του αιτήματος, δικαιολογείται, όλως εξαιρετικά, η άσκηση δικαστικής εξουσίας στην απουσία του εναγομένου. Μόνο τότε μπορεί να συγχωρηθεί η παρέκκλιση από το θεμελιώδη κανόνα της δικαιοσύνης, να ακούσει και τα δύο μέρη πριν εκφέρει κρίση. Όπως διαπιστώνει ο Κωνσταντινίδης, Δ., σε δύο αποφάσεις του - (In Re Stavrou Hotel Apartments Ltd (Aίτηση Αρ. 76/94 - 29/12/94), In Re B.P. CYPRUS LTD - (Αίτηση Αρ. 143/96 - 1/8/96)), το υπαρκτό του επείγοντος αποτελεί προϋπόθεση για την επίκληση της δικαιοδοσίας κάτω από το Άρθρο 9 του ΚΕΦ. 6. Τα γεγονότα τα οποία κατά τον Αιτητή στοιχειοθετούσαν την επείγουσα ανάγκη για την παροχή θεραπείας άνευ ετέρου περιέχονται στις παραγράφους 10, 11, 12, 13 και 14 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση. Το επείγον του ζητήματος εδράζετο στους ακόλουθους ισχυρισμούς του Αιτητή. Συγκεκριμένα, ότι: * Ο Καθ' ου η αίτηση, ο οποίος πρόσφατα αφυπηρέτησε από τη Δημόσια Υπηρεσία, πληροφόρησε τον Αιτητή ότι περί το τέλος Μαρτίου 2009 είσπραξε το ποσό των €76.000,00 ως εφάπαξ και το ποσό αυτό το κατέθεσε στο Συνεργατικό Ταμειευτήριο Δημοσίων Υπαλλήλων Λεμεσού Λτδ στο κατάστημα στην οδό Αγίας Φυλάξεως 42 στη Λεμεσό και στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Αμαθούσια Λτδ στο κατάστημα στην οδό Γλάδστωνος και Μυκηνών στη Λεμεσό. * Ο Καθ' ου η αίτηση πληροφόρησε τον Αιτητή ότι μέρος του εφάπαξ θα χρησιμοποιείτο για να καλύψει τις ανάγκες του επικείμενου γάμου της θυγατέρας του ενώ το μεγαλύτερο μέρος του θα δαπανηθεί για να καλύψει διάφορα άλλα χρέη και υποχρεώσεις που ήδη έχει. * Ο Καθ' ου αίτηση διαμένει στο Συνοικισμό Τραχωνίου και η μοναδική περιουσία του είναι οι 2 καταθέσεις που διαθέτει στα προαναφερόμενα ταμιευτήρια. * Ο Καθ' ου αίτηση στερείται οποιασδήποτε άλλης κινητής και ακίνητης περιουσίας. * Ο Καθ' ου η αίτηση δεν είναι αξιόχρεος και υπάρχει ο κίνδυνος να ξοδέψει το ποσό του εφάπαξ σε υφιστάμενα χρέη και σε νέες υποχρεώσεις που πιθανόν να δημιουργήσει ή να το αποξενώσει ή να το μεταφέρει σε άλλα πρόσωπα, ιδιαίτερα εάν πληροφορείτο το περιεχόμενο του αιτούμενου διατάγματος πριν από την έκδοση του. Έχοντας σταθμίσει τα πιο πάνω καθώς και την αδυναμία του Καθ' ου η αίτηση να παρουσιάσει πειστικές απαντήσεις που ν' αντικρούουν και να ανατρέπουν τους πιο πάνω ισχυρισμούς του Αιτητή, κρίνω ότι ικανοποιείται το στοιχείο του κατεπείγοντος. Προχωρώ αμέσως στην εξέταση των λόγων ένστασης του Καθ' ου η αίτηση. Ο Καθ' ου η αίτηση προβάλλει ως πρώτο λόγο ένστασης του το ότι οι θεσμοί και/ή νόμοι στους οποίους στηρίκτηκε η αίτηση είναι λανθασμένοι και ως εκ τούτου δεν δικαιολογούν την έκδοση του διατάγματος. Από το φάκελλο υπόθεσης του Δικαστηρίου, διαπιστώνεται ότι η παρούσα αίτηση εδράζεται στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60, στα άρθρα 5 και 9 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.6, στη Διάταξη 48 Κανονισμοί 1, 2, και 7 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στο άρθρο 58Α του Περί Αξιών και Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου Ν.42
(1)/00 και στη διακριτική ευχέρεια και πρακτική του Δικαστηρίου. Η ευπαίδευτος συνήγορος του Αιτητή στην αγόρευση της δήλωσε ότι το άρθρο 58Α του Περί Αξιών και Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου Ν.42
(1)/00 δεν έχει σχέση με την αξίωση έκδοσης προσωρινού διατάγματος. Περαιτέρω, ανάφερε ότι το άρθρο 5 του Κεφ.6 αφορά ακίνητη και όχι κινητή περιουσία, όπως αφορά η δική μας περίπτωση. Είναι όντως αλήθεια ότι το άρθρο 58Α του Περί Αξιών και Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου Ν.42
(1)/00, ένα από τα άρθρα που αποτελούν τη νομική βάση της αίτησης αυτής, ουδεμία σχέση έχει με το αντικείμενο εξέτασης στην παρούσα αίτηση. Συμφωνώ ακόμη με τη θέση της ευπαιδεύτου συνηγόρου του Καθ' ου η αίτηση ότι το άρθρο 5 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.6 μετά των συναφών τροποποιήσεων, ένα άλλο από τα άρθρα που αποτελούν τη νομική βάση της εν λόγω αίτησης, αφορά την έκδοση συντηρητικού διατάγματος που περιορίζει τη συναλλαγή με τη γη, κάτι που επίσης δεν αφορά την παρούσα αίτηση. Παρατηρώ όμως ότι η αίτηση αυτή εδράζεται ταυτόχρονα, μεταξύ άλλων, στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60μετά των συναφών τροποποιήσεων, το οποίο αποτελεί το κατεξοχήν άρθρο για την έκδοση προσωρινού απαγορευτικού διατάγματος (βλέπε Odysseos πιο πάνω) καθώς επίσης στηρίζεται στο άρθρο 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.6 μετά των συναφών τροποποιήσεων το οποίο είναι σχετικό με το αντικείμενο εξέτασης που αφορά την έκδοση διαταγμάτων χωρίς ειδοποίηση, κάτι που ισχύει στην προκειμένη περίπτωση. Στην υπόθεση ABP Holdings v Ανδρέα Κιταλίδη κ.α.
(1994)1 Α.Α.Δ. 694 τονίστηκε ότι τα άρθρα 4 και 5 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.6 κάνουν ειδική ρύθμιση των καταστάσεων στις οποίες αναφέρονται χωρίς να αφαιρούν οτιδήποτε από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60, που προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Με γνώμονα τα πιο πάνω, κρίνω ότι ο πρώτος λόγος ένστασης δεν ευσταθεί και ως εκ τούτου θα πρέπει να απορριφθεί. Όσον αφορά το δεύτερο λόγο ένστασης, υπενθυμίζω ότι αυτός είχε αποσυρθεί από την ευπαίδευτο συνήγορο του Καθ' ου η αίτηση κατά την διάρκεια της αγόρευσης της. Σχετικά με τον τρίτο λόγο ένστασης του ο Καθ' ου η αίτηση ισχυρίζεται ότι ο Αιτητής δεν καταχώρησε την ένορκο δήλωση που στηρίζει την μονομερή αίτηση ημερομηνίας 15.04.2009 με καθαρά χέρια και παράλληλα επικαλείται απόκρυψη ουσιώδων γεγονότων από μέρους του Αιτητή. Η έκδοση προσωρινού διατάγματος σε μονομερή αίτηση συνιστά εξαιρετικό μέτρο εφόσον παρέχεται κατά παρέκκλιση του κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης που αποκλείει την παροχή θεραπείας χωρίς την παροχή ευκαιρίας στον αντίδικο να ακουστεί (βλέπε Louis Vuitton v. Δέρμοσακ Λτδ και άλλης
(1992)1 (Β) Α.Α.Δ. 1453, 1462). Οι μονομερείς αιτήσεις είναι αιτήσεις υψίστης πίστεως (uberima fides) εφόσον κρίνονται έξω από το κανονικό πλαίσιο της δίκης και οι κανόνες πρέπει να τηρούνται με αυστηρότητα. Έχει νομολογιακά καθιερωθεί ότι σε μονομερείς αιτήσεις όπου ένας διάδικος ζητά τη χορήγηση θεραπείας αυτός πρέπει να προβαίνει σε πλήρη αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων τα οποία, αντικειμενικά κρινόμενα, μπορούν να επενεργήσουν στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου να παράσχει θεραπεία. Τυχόν παράβαση αυτού του καθήκοντος επιφέρει την ακύρωση του μονομερώς εκδοθέντος διατάγματος. Το Δικαστήριο πρέπει να βρίσκεται σε θέση να αξιολογήσει όλα αυτά τα στοιχεία που μπορούν να επηρεάσουν τη λήψη μιας απόφασης και δεν έχει άλλη επιλογή παρά να στηριχθεί στο περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως του Αιτητή. Στη Γρηγορίου v. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248 αναφέρεται στις σελ. 265-266 πως: «Η διαδικασία με μονομερή αίτηση επιβάλλει στον αιτητή την αποκάλυψη στο Δικαστήριο όλων των ουσιαστικών γεγονότων που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση. Η αίτηση αυτή είναι υψίστης πίστεως (uberima fides). Ο αιτητής έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα γνωρίζει, ή που με εύλογη επιμέλεια θα εγνώριζε τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο και μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου. Παράλειψη παρουσίασης ουσιαστικών γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου στη μονομερή αίτηση θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου και το Δικαστήριο απαντά: «δεν σας ακούω πλέον» και ακυρώνει τη διαταγή που έδωσε χωρίς να εξετάσει την ουσία. Τα γεγονότα πρέπει να είναι ουσιώδη για την απόφαση του Δικαστηρίου στη μονομερή αίτηση.» Το κριτήριο του τι συνιστά ουσιώδες γεγονός είναι αντικειμενικό και εξαρτάται από τα γεγονότα της κάθε περίπτωσης, η δε πρόθεση για απόκρυψη είναι άσχετη και δεν αποτελεί προϋπόθεση για την ακύρωση του διατάγματος. Σε κάθε περίπτωση, η απόκρυψη για να επιφέρει ακυρότητα θα πρέπει να αφορά ένα ουσιώδες γεγονός της υπόθεσης γιατί δεν είναι λογικά αναμενόμενο από τον αιτητή να περιλάβει στην αίτηση κάθε γεγονός που γνωρίζει, αν αυτό είναι άσχετο ή ασύνδετο με τα γεγονότα που περιβάλλουν τη θεραπεία την οποία επιδιώκει να εξασφαλίσει μονομερώς. Έτσι το καθήκον του Αιτητή είναι να αποκαλύψει όλα τα γεγονότα τα οποία εύλογα μπορούσαν να ληφθούν ή θα λαμβάνονταν υπόψη από το Δικαστήριο όταν αποφάσιζε κατά πόσο να εγκρίνει την αίτηση. Σχετικές είναι οι υπόθεσεις Castoral v Daventree Resources Ltd Π.Ε. 9/07 ημερ. 10.07.2008, United Perlite Industries Ltd v Sayakhat Air Company
(2002)1 Α.Α.Δ. 938 και Χαραλάμπους v Petros Michael Exclusif Ltd κ.α.
(2004)1 Α.Α.Δ. 1953. Στην The Timberland of USA v. Evans & Sons Ltd κ.α.
(1998)1 Α.Α.Δ. 1179, σελ. 1186 γίνεται επίκληση της Demstar Ltd v. Zim Israel Navigation Co Limited
(1996)1 Α.Α.Δ. 597 και αναφέρεται πως: «.η αποκάλυψη συναρτάται με την καλή πίστη, η οποία πρέπει να επιδεικνύεται σε κάθε εξαιρετική περίπτωση που επιζητείται θεραπεία στην απουσία αντιδίκου. Η απόκρυψη ουσιώδους γεγονότος επενεργεί καταλυτικά, διασαλεύει τη βάση του διατάγματος ανεξάρτητα από την ύπαρξη πρόθεσης για εξαπάτηση του Δικαστηρίου. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό, συναρτάται (η μη αποκάλυψη) με τις εξ΄ αντικειμένου συνέπειες στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου.» Στη Δήμος Πάφου v. Βοσκού
(2001)1 (Β) Α.Α.Δ. 1168, αναφέρεται πως: «Πλήρης και ειλικρινής αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων, που είναι σε γνώση του αιτητή, απαιτείται πάντοτε σε αιτήσεις εξ πάρτε. Διαφορετικά το διάταγμα που δόθηκε χωρίς να τηρηθεί η υποχρέωση αυτή του αιτητή θα πρέπει να ακυρωθεί κατά την inter partes ακρόαση της αίτησης. .. εναπόκειται στο Δικαστή, κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκτιμήσει τη σημασία τέτοιων στοιχείων.» Στη Luis Vuitton v. Δέρμοσακ Λτδ και άλλης
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453, σελ. 1462, τονίστηκε ότι: «Η έκδοση προσωρινού διατάγματος εξ πάρτε, συνιστά εξαιρετικό μέτρο εφόσο παρέχεται κατά παρέκκλιση του κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης που αποκλείει την παροχή θεραπείας χωρίς την παροχή ευκαιρίας στον αντίδικο να ακουστεί.»» Στην προκειμένη περίπτωση όπου εκδόθηκε προσωρινό διάταγμα κατόπιν μονομερούς αίτησης ημερομηνίας 15.04.2009, ο Καθ' ου η αίτηση επικαλείται απόκρυψη από τον Αιτητή των εξής ουσιώδων, κατά τη γνώμη του, γεγονότων: (α) Ενώ δυνάμει της αγωγής το αξιούμενο ποσό είναι €19.676,26 στην αίτηση του ο Αιτητής αιτήθηκε τη δέσμευση του ποσού των €23.000,
  1. (β) Ο Αιτητής παρέλειψε να αναφέρει πληρωμή ύψους €5.000,00, η οποία έγινε κατά ή περί τον Απρίλιο του 2009 και πριν από την καταχώρηση της αγωγής και της αίτησης. (γ) Ο Αιτητής δεν αφαίρεσε την πληρωμή ύψους €6.834,00 που έκαμε ο Καθ' ου η αίτηση (δ) Ο Καθ' ου η αίτηση πάντρεψε τη θυγατέρα του στις 03.05.2009 χωρίς να χρησιμοποιήσει τα χρήματα που είναι κατατιθεμένα στο Συνεργατικό Ταμειευτήριο Δημοσίων Υπαλλήλων Λεμεσού Λτδ και στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Αμαθούσια Λτδ. Όσον αφορά το σημείο (α), ο ευπαίδευτος συνήγορος του Αιτητή εξήγησε ότι ό λόγος που αιτήθηκε τη δέσμευση του ποσού των €23.000,00 είναι επειδή επιπλέον του αξιούμενου ποσού των €19.676,26 απαιτούνται, ως φαίνεται μέσα από την έκθεση απαίτησης του Αιτητή αλλά και την ένορκο δήλωση που συνοδεύει την αίτηση του, τόκος προς 9% επί του ποσού των €18.794,62 από 08.02.08 μέχρι εξόφλησης, νόμιμος τόκος επί του ποσού των €881,63 καθώς και δικηγορικά έξοδα το σύνολο των οποίων είναι €23.000,00 περίπου. Το επιχείρημα αυτό κρίνεται ως ορθό, λογικό, δίκαιο και πειστικό και συνεπώς γίνεται αποδεκτό. Σχετικά με τα σημεία (β) και (γ), δηλαδή εάν όντως πληρώθηκαν ή όχι τα κατ' ισχυρισμό ποσά, θεωρώ ότι από τη στιγμή που ο Καθ' ου η αίτηση παρέλειψε να επισυνάψει ως τεκμήρια στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την ένσταση του οποιαδήποτε έγγραφα που να δικαιολογούν τους ισχυρισμούς του αυτούς, αυτά πλέον άπτονται της ουσίας της υπόθεσης αυτής και θα εξεταστούν στο στάδιο εκδίκασης της ουσίας της αγωγής και όχι στο παρόν στάδιο όπου αντικείμενο εξέτασης αποτελεί η οριστικοποίηση της ισχύος προσωρινού διατάγματος. Όπως έχω προαναφέρει, κατά την εκδίκαση αίτησης για προσωρινό διάταγμα, το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να καταλήξει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης (βλέπε Άκης Γρηγορίου και Jonitexo πιο πάνω). Αναφορικά με το σημείο (δ) διαπιστώνεται ότι ο Αιτητής ήταν ορθός όταν δήλωνε στην ένορκο δήλωση του ότι ο Καθ' ου η αίτηση επρόκειτο προσεχώς να παντρέψει τη θυγατέρα του. Η δε θέση του Καθ' ου η αίτηση ότι δεν χρησιμοποίησε τα χρήματα που ήταν κατατιθεμένα στο Συνεργατικό Ταμειευτήριο Δημοσίων Υπαλλήλων Λεμεσού Λτδ και στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Αμαθούσια Λτδ για να διεξαχθεί ο γάμος της θυγατέρας του δεν οδηγεί αυτόματα και από μόνο του στο συμπέρασμα ότι ο Αιτητής απέκρυψε ουσιώδες γεγονός που επηρέασε την κρίση του Δικαστηρίου όταν εξασκούσε τη διακριτική ευχέρεια του για την έκδοση του προσωρινού διατάγματος στις 15.04.
  2. Επαναλαμβάνω ότι ο Καθ' ου η αίτηση δεν επισύναψε οποιεσδήποτε λεπτομέρειες των περιουσιακών στοιχείων του τα οποία θα αποδείκνυαν είτε παραπλάνηση από μέρους του Αιτητή προς το Δικαστήριο είτε απόκρυψη ουσιώδους γεγονότος. Κατά συνέπεια, κρίνω ότι και ο τρίτος λόγος ένστασης του Καθ' ου η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Ως τέταρτο λόγο ένστασης του ο Καθ' ου η αίτηση προβάλλει τον ισχυρισμό ότι ο Ενάγοντας-Αιτητής δεν νομιμοποιείται με την παρούσα αίτηση στη δέσμευση των χρημάτων που είναι κατατιθεμένα στους λογαριασμούς του Εναγομένου-Καθ' ου η αίτηση στο Συνεργατικό Ταμειευτήριο Δημοσίων Υπαλλήλων Λεμεσού Λτδ στο κατάστημα στην οδό Αγίας Φυλάξεως 42 στη Λεμεσό και στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Αμαθούσια Λτδ στο κατάστημα στην οδό Γλάδστωνος και Μυκηνών στη Λεμεσό. Έχοντας λάβει υπόψη μου όλα όσα ανάφερα πιο πάνω δεν αντιλήφθηκα οτιδήποτε που θα μπορούσε να με οδηγήσει στο ασφαλές συμπέρασμα ότι ο Αιτητής δεν νομιμοποιείται όλα όσα αιτείται στην υπό εξέταση αίτηση. Συνεπώς, κρίνω ότι ούτε αυτός ο λόγος ένστασης έχει οποιοδήποτε έρεισμα και κατά συνέπεια απορρίπτεται. Με τον πέμπτο και τελευταίο λόγο ένστασης του ο Καθ' ου η αίτηση ισχυρίζεται ότι το οφειλόμενο υπόλοιπο είναι κατά πολύ μικρότερο του αιτούμενου και κατά πολύ μικρότερο του ποσού το οποίο δέσμευσε δυνάμει του Διατάγματος ο Αιτητής. Έχω ήδη αναφερθεί και αποφασίσει επί του ζητήματος αυτού σε προηγούμενες παραγράφους της απόφασης αυτής, στις οποίες και παραπέμπω για περισσότερες λεπτομέρειες. Με βάση το περιεχόμενο των εν λόγω παραγράφων, απορρίπτεται και αυτός ό λόγος ένστασης. Υπό το φως όλων των πιο πάνω και για όλους τους λόγους που εξήγησα, η αίτηση πετυχαίνει και το εκδοθέν στις 15.04.2009 ενδιάμεσο διάταγμα καθίσταται απόλυτο και κατ' επέκταση οριστικοποιείται ως έχει, με ισχύ μέχρι το τέλος εκδίκασης της παρούσας αγωγής. Τα έξοδα της αίτησης, που θα είναι πληρωτέα στο τέλος της αγωγής, επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντα-Αιτητή και εναντίον του Εναγομένου-Καθ' ου η αίτηση όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............................................. Γ. Κ. Βλάμης, Πρ. Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Action Αναφορά: Πολιτική Δικονομία/Αίτηση για έκδοση-συνέχιση σε ισχύ προσωρινού διατάγματος/Προϋποθέσεις άρθρου 32 του Περί δικαστηρίων Νόμου/ Μη αποκάλυψη ουσιώδων γεγονότων cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.