← Κύπρος

GAG Piscina Ideals Spa Ltd κ.α. ν. Γιώργος Αλκιβιάδης, Αρ. Αγωγής: 2141/08, 03.07.2009

GAG Piscina Ideals Spa Ltd κ.α. ν. Γιώργος Αλκιβιάδης, Αρ. Αγωγής: 2141/08, 03.07.2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:A189 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Δ. Ι. Κίτσιου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2141/08 Μεταξύ:

  1. G.A.G. Piscina Ideals & Spa Ltd
  2. Capershill Ltd Εναγόντων και Γιώργος Αλκιβιάδης Εναγόμενου --------------------- Αίτηση ημερομηνίας 14.04.2009 για λεπτομέρειες Ημερομηνία: 03.07.2009 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενο-Αιτητή: κ. Ευριπίδης Αντωνιάδης Για Ενάγοντες-Καθ΄ ων η αίτηση: κ. Μ. Μενελάου (κα Μ. Σωκράτους κατά την απόφαση) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η απαίτηση των εναγόντων αφορά στο ποσό των €30.753,12 ως υπολοίπου συμφωνηθέντος τιμήματος και για αξία προσφερόμενων υλικών και υπηρεσιών, πλέον αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας, τόκους και έξοδα. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης οι ενάγοντες ασχολούμενοι, με κατασκευές κολυμβητικών δεξαμενών και πώλησης υλικών συντήρησης αυτών, κατασκεύασαν μία πισίνα επί της κατοικίας του εναγόμενου κατόπιν προσφοράς η οποία έγινε αποδεκτή. Η τιμή συμφωνήθηκε στις ΛΚ20.000,00 πλέον ΦΠΑ και η πληρωμή θα γινόταν 30% προκαταβολικά, 60% με την πρόοδο των εργασιών και το υπόλοιπο 10% με την παράδοση και λειτουργία της πισίνας. Οι ενάγοντες εκπλήρωσαν όλους τους όρους της συμφωνίας με τον εναγόμενο και παρέδωσαν την πισίνα χωρίς οποιοδήποτε κατασκευαστικό ελάττωμα. Επιπλέον οι ενάγοντες κατόπιν αιτήματος του εναγόμενου του παρείχαν επιπλέον εργασίες ύψους ΛΚ4.740,00 ωστόσο ο εναγόμενος παρέλειψε να πληρώσει όλο το συμφωνηθέν τίμημα και τις επιπλέον εργασίες και υπολείπεται το ποσό των ΛΚ17.999,00 συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ το οποίο αντιστοιχεί σε €30.753,12 που είναι η απαίτηση του. Στην Υπεράσπιση του ο εναγόμενος πέραν από προδικαστική ένσταση την οποία εγείρει, επί της ουσίας των ισχυρισμών των εναγόντων αναφέρει πως ουδέποτε ήταν ο ιδιοκτήτης κατοικίας στην Παρεκκλησιά, ουδέποτε ζήτησε από τους ενάγοντες σχετική προσφορά για ανέγερση και κατασκευή πισίνας αλλά ούτε και οποιαδήποτε συμφωνία υπήρξε μεταξύ τους ή αυτός παρέλαβε οποιοδήποτε έργο, αλλά ούτε και του υποβλήθηκαν καταστάσεις προς πληρωμή, οι δε ενάγοντες είναι εντελώς άγνωστοι του. Ισχυρίζεται περαιτέρω ο εναγόμενος ότι περί το Νοέμβριο του 2006 συμφώνησε με κάποιον Ανδρέα Νικολάου όπως του κατασκευάσει πισίνα σε ακίνητο της αρραβωνιαστικιάς του στην Παρεκκλησιά για το ποσό των ΛΚ12.000,00 χωρίς χρονικό περιορισμό ως προς την παράδοση. Στις 26.11.06 κατέβαλε στον Ανδρέα Νικολάου το ποσό των ΛΚ4.000,00 ως προκαταβολή και το υπόλοιπο ποσό με πληρωμές των ΛΚ5.000,00 την 21.03.2007, ΛΚ2.000,00 την 29.06.07 και ΛΚ1.000,00 προς εξόφληση στις 02.10.
  3. Αίτηση: Στις 14.04.2009 και αφού ολοκληρώθηκαν τα δικόγραφα ο εναγόμενος καταχώρησε αίτηση (στο εξής η επίδικη αίτηση) με την οποία ζητά Διάταγμα για περισσότερες και καλύτερες λεπτομέρειες. Το περιεχόμενο των λεπτομερειών που ζητούνται παρατίθεται αυτούσιο: Α. Λεπτομέρειες αναφορικά με την παράγραφο 4 της Εκθέσεως Απαιτήσεως: α) Από ποιο πρόσωπο των εναγόντων εζητήθη προσφορά και πότε εζητήθη. β) Σε ποιον υπέβαλαν προφορικά, ποιο ποσό αφορούσε η προσφορά, πότε και πώς έγινε αποδεκτή η προσφορά. γ) Πότε, πού και πώς συναρμολογήθηκε η συμφωνία και ποια ήταν τα συμβαλλόμενα μέρη της συμφωνίας και ποιο πρόσωπο των εναγόντων έκαμε τη συμφωνία. Β. Λεπτομέρειες αναφορικά με την παράγραφο 5 της Εκθέσεως Απαιτήσεως: α) Ποιοι ήταν οι ειδικοί όροι της συμφωνίας. β) Ποιες ήταν οι τεχνικές προδιαγραφές και ποια τα σχέδια. γ) Πότε έγιναν τα σχέδια και ποιο πρόσωπο των εναγόντων έκαμε τα σχέδια. Γ. Λεπτομέρειες αναφορικά με την παράγραφο 7 της Εκθέσεως Απαιτήσεως: α) Πότε πληρώθηκε το 30% προκαταβολικά. Δ. Λεπτομέρειες αναφορικά με την παράγραφο 8 της Εκθέσεως Απαιτήσεως: α) Πότε άρχισαν και πότε εξετέλεσαν τις εργασίες. β) Πότε παρέδωσαν το έργο, ποιο πρόσωπο των εναγόντων παρέδωσε το έργο και σε ποιο πρόσωπο παρέδωσαν το έργο. Ε. Λεπτομέρειες αναφορικά με την παράγραφο 9 της Εκθέσεως Απαιτήσεως: α) Πότε οι ενάγοντες υπέβαλλαν καταστάσεις εργασίας προς πληρωμή. β) Ποιο πρόσωπο των εναγόντων υπέβαλε τις καταστάσεις. Στ. Λεπτομέρειες αναφορικά με την παράγραφο 10 της Εκθέσεως Απαιτήσεως: α) Πότε ο εναγόμενος ζήτησε επιπλέον εργασίες από τους ενάγοντες. β) Ποιο πρόσωπο των εναγόντων επροέβη σε επιπλέον εργασίες. γ) Ποιο πρόσωπο των εναγόντων και πότε προμήθευσε και παρέδωσε στον εναγόμενο επιπλέον εργασίες. Ένσταση: Στην πιο πάνω αίτηση η οποία δεν συνοδεύεται από οποιαδήποτε ένορκη δήλωση, καταχωρήθηκε ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης στηριζόμενη στους ακόλουθους λόγους:
  4. Δεν μπορεί ο εναγόμενος να ζητά λεπτομέρειες οι οποίες μοναδικό σκοπό έχουν την αποκάλυψη της μαρτυρίας των εναγόντων.
  5. Οι ζητούμενες λεπτομέρειες αφορούν γεγονότα που είναι σε γνώση του εναγόμενου.
  6. Επιδιώκεται με τις ζητούμενες λεπτομέρειες αποκάλυψη της μαρτυρίας που υποστηρίζει τους σχετικούς ισχυρισμούς και όχι γεγονότα.
  7. Η αίτηση είναι καταχρηστική και σκοπεί στην καθυστέρηση της διαδικασίας.
  8. Η Έκθεση Απαίτησης δίδει πλήρη, σαφή και λεπτομερή εικόνα των γεγονότων στον βαθμό που υπαγορεύουν οι θεσμοί. Τους λόγους ένστασης υποστηρίζουν ένορκη δήλωση του Γιώργου Γεωργίου, Διευθυντή «της ενάγουσας εταιρείας», διαπιστώνεται πως ουδεμία αναφορά γίνεται σε γεγονός αλλά πρόκειται για επιχειρήματα και τοποθετήσεις οι οποίες λανθασμένα προβάλλονται μέσω ένορκης δήλωσης. Νομική βάση της αίτησης είναι η Δ.19 Κ.6, 7 και 9, Δ.48 Κ.1-4, 9(i). Κατά το στάδιο των αγορεύσεων ο ευπαίδευτος συνήγορος του αιτητή εισηγήθηκε πως η έκθεση απαίτησης είναι διατυπωμένη με τρόπο που δικαιολογείται η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, παραπέμποντας σε σχετική νομολογία επί του θέματος. Περαιτέρω ανέφερε πως η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση δεν ξεκαθαρίζει ποιας εταιρείας διευθυντής είναι ο ενόρκως δηλών, γι΄ αυτό δεν πρέπει να ληφθεί υπόψη η μαρτυρία του. Από την άλλη πλευρά ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγόντων-καθ΄ ων η αίτηση εισηγήθηκε πως τα όσα ζητά ο εναγόμενος αποτελούν μαρτυρία η οποία δεν πρέπει να του δοθεί. Μέσα δε από την διατυπωμένη έκθεση απαίτησης είναι σαφής η απαίτηση των εναγόντων και αντιληπτό στον καθένα, συνεπώς ο εναγόμενος-αιτητής δεν βρίσκεται και δεν θα βρεθεί προς εκπλήξεως ή εξ απίνης στη δίκη. Στόχος δε της αίτησης εισηγήθηκε πως είναι το ψάρεμα της μαρτυρίας που θα παρουσιαστεί. Νομική πτυχή: Η Δ.19 Κ.6 προβλέπει τα ακόλουθα: «A further and better statement of the nature of the claim or defence, or further and better particulars of any matter stated in any pleading, notice, or written proceeding requiring particulars, may in all cases be ordered, up[on such terms, as to costs and otherwise, as may be just». Όπως έχει αναφερθεί στην υπόθεση Χριστόδουλου Κ. Θεμιστοκλέους ν. Χρ. Γεωργιάδης Λτδ

(2000)1(Α) Α.Α.Δ. σελ. 157 η Δ.19 Κ.6 θα πρέπει να ερμηνεύεται και εφαρμόζεται υπό το πρίσμα της Δ.19 Κ.4 στην οποία προβλέπονται τα εξής: «Every pleading shall contain, and contain only, a statement in a summary form of the material facts on which the party pleading relies for his claim or defence, as the case may be but not the evidence by which they are to be proved and shall, when necessary, be divided into paragraphs, numbered consecutively. Dates, sums, and numbers shall be expressed in figures and not in words. The pleadings shall be signed by the advocate, or by the party, if he sues or defends in person». Στην ίδιο πιο πάνω απόφαση (Χρ. Θεμιστοκλέους) γίνεται εκτενής ανάλυση των αρχών και καθοδηγητικών γραμμών που θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου σε αίτημα για περισσότερες και καλύτερες λεπτομέρειες, γι΄ αυτό και κρίνεται ορθό όπως παρατεθούν αυτούσια αποσπάσματα από την πιο πάνω απόφαση: «Από το συνδυασμένο αποτέλεσμα των πιο πάνω ακολουθεί και η αρχή, που εκφράζεται ως βασική αρχή στη νομολογία, ότι περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες μπορούν να δοθούν μόνο αναφορικά με τα ουσιώδη γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται το δικόγραφο και όχι αναφορικά με τη μαρτυρία που θα προσκομισθεί προς απόδειξη τους. Δίδονται δε ώστε ο αντίδικος να γνωρίζει ποια υπόθεση μπορεί να αναμένει να παρουσιασθεί στη δίκη και να μην καταληφθεί εξ απίνης. Οι λεπτομέρειες έχουν σκοπό να διευκρινίσουν και εξειδικεύσουν τα ισχυριζόμενα ουσιαστικά γεγονότα, αλλά κατ΄ ουδένα λόγο να εκμαιεύσουν ή να αποκαλύψουν την ίδια τη μαρτυρία με την οποία αυτά τα αποδειχθούν. Αίτημα για λεπτομέρειες ως προς το όνομα προσώπου σχετιζόμενου προς τα γεγονότα που εκτίθενται στο δικόγραφο είναι φυσικό να δημιουργεί δυσκολίες. Από μια άποψη, όπως ήταν και η άποψη του πρωτόδικου δικαστηρίου, η μη παροχή διευκρινίσεων ως προς το ποιο πρόσωπο ενήργησε εκ μέρους της εταιρείας όπως ισχυρίζεται ο εφεσείων θα άφηνε την εφεσίβλητη στο σκοτάδι για το τι μπορούσε να αναμένει στη δίκη, και μάλιστα αφού η ίδια, ως ενάγουσα, δεν θα ήταν σε θέση να γνωρίζει ποιο μάρτυρα θα αναμένετο έτσι να παρουσιάσει για να αντικρούσει την υπεράσπιση. Από μια άλλη άποψη, η διευκρίνιση του ονόματος θα αναφέρετο στη μαρτυρία η οποία θα στοιχειοθετούσε τον ισχυρισμό του εφεσείοντα. Όσον αφορά τη νομολογία, η απόφαση The National Supply Corp. of the Libyan Arab Republic v. Achaia Shipping Ltd
(1975)1 C.L.R. 427, στην οποία μας παρέπεμψε ο κ. Σπυριδάκης, δεν είναι ευθέως σχετική. Το πράγμα έχει όμως εξετασθεί στην Αγγλική νομολογία. το πιο πάνω είναι ακριβώς το δίλημμα που είχε να αντιμετωπίσει ο Kay, J., στην υπόθεση The Briton Medical and General Life Association Ltd v. The Britannia Life Association and Whinney, 59 LT 888, σε αίτηση της ενάγουσας εταιρείας για λεπτομέρειες, μεταξύ άλλων, ως προς το ποιοι εκ των διευθυντών της ενάγουσας είχαν ενεργήσει με τον τρόπο που ισχυρίζετο η εναγόμενη εταιρεία στο δικόγραφο της και με αλλότρια κίνητρα ώστε να επιφέρουν τη διάλυση της προς δικό τους όφελος. Ο Kay, J., παραθέτοντας τη γενική αρχή, εξέφρασε τη δυσκολία που παρουσίαζε η αίτηση στα πλαίσια της τοσούτο μάλλον ως εκ της έλλειψης σχετικής νομολογίας. Παρατηρώντας ότι το δικόγραφο ήταν εσκεμμένα αόριστο, ενέκρινε την αίτηση και διέταξε την παροχή λεπτομερειών ώστε να διευκρινίζετο κατά πόσον οι διευθυντές είχαν ενεργήσει προφορικά ή γραπτά και, αν προφορικά, ποιοι είχαν έτσι ενεργήσει, και αν γραπτά, πότε. Σύντομα μετά, το θέμα ηγέρθη και ενώπιον του Court of Appeal στην υπόθεση Temperton v. Russell and Others 9 TLR 319. Ο ενάγων στην αγωγή του εναντίον των εναγομένων αξιωματούχων συντεχνίας ισχυρίζετο ότι αυτοί είχαν επηρεάσει εργολάβους, με τους οποίους είχε συνάψει συμφωνίες, να τις παραβούν και τους υπαλλήλους τους να εγκαταλείψουν την εργοδότηση τους. Οι εναγόμενοι ζήτησαν και τους ενεκρίθησαν λεπτομέρειες ως προς τον τρόπο με τον οποίο, όπως ισχυρίζετο ο ενάγων, είχαν έτσι επηρεάσει. Ο ενάγων έδωσε λεπτομέρειες ως προς τα ονόματα των εργολάβων στους οποίους αναφέρετο και ως προς τον τρόπο με τον οποίο οι εναγόμενοι είχαν ενεργήσει, λέγοντας ότι είχαν επηρεάσει με απειλές τους υπαλλήλους μέλη της συντεχνίας να εγκαταλείψουν την εργοδότηση τους με αποτέλεσμα οι εργολάβοι να μην μπορούν να εκτελέσουν τις συμφωνίες τους με τον ενάγοντα. Οι εναγόμενοι όμως δεν ικανοποιήθησαν και ζήτησαν περαιτέρω λεπτομέρειες ως προς το ποιος από τους εναγόμενους ενήργησε και πως σε αναφορά με τους υπαλλήλους και ως προς τα ονόματα των εν λόγω υπαλλήλων. Ο ενάγων ενέστη ισχυριζόμενος και ότι ο ίδιος δεν γνώριζε τα στοιχεία αυτά και ότι εν πάση περιπτώσει η αποκάλυψη των ονομάτων των υπαλλήλων θα συνιστούσε αποκάλυψη της μαρτυρίας και των μαρτύρων του. Η εξέλιξη της υπόθεσης δείχνει τη διχογνωμία που μπορεί να υπάρξει σε τέτοια περίπτωση. Ο Master απέρριψε τη θέση του ενάγοντα και ενέκρινε την παροχή περαιτέρω λεπτομερειών όπως εζητούντο, ανετράπη όμως από τον Judge in Chambers, η απόφαση του οποίου ανετράπη από το Divisional Court. Στο Court of Appeal η έφεση του ενάγοντα επέτυχε και επικυρώθηκε η απόφαση του Judge in Chambers με την οποία παραμερίσθηκε το διάταγμα του Master για περαιτέρω λεπτομέρειες. Ο Lord Esher, M.R., παρατήρησε ότι οι αρχικά δοθείσες λεπτομέρειες ήσαν επαρκείς. Ο ενάγων ισχυρίζετο ότι ο κάθε ένας από τους εναγόμενους είχε ενεργήσει με τον τρόπο με τον οποίο εξήγησε και ήταν πλέον θέμα μαρτυρίας αν θα επετύγχανε εναντίον ενός εκάστου εναγόμενου, ώστε να μην ετίθετο θέμα περαιτέρω προσδιορισμού του πως ο κάθε εναγόμενος ενήργησε. Όσον αφορά τα ονόματα των υπαλλήλων, ο Lord Esher θεώρησε ότι η αποκάλυψη τους θα ήταν εντελώς έξω από τα πλαίσια των λεπτομερειών». Συνεχίζει όμως η πιο πάνω απόφαση ως εξής: «Σε υποθέσεις δυσφήμισης το δικαστήριο είναι διατεθειμένο να διατάξει λεπτομέρειες των ονομάτων προσώπων τα οποία εμπλέκονται από τον εναγόμενο σε αναφορά με την υπεράσπιση της αλήθειας της αναφοράς (ίδε Zierenberg v. Laboudhere
(1893)2 Q.B. 183, Wootton v. Sievier
(1913)3 K.B. 499). Αυτό φαίνεται να συνδέεται όχι μόνο προς την ιδιαίτερη υφή, δικογραφική και άλλη, της δυσφήμισης αλλά και προς την αρχή ότι αν οι λεπτομέρειες είναι αναγκαίες για σκοπούς διευκρίνισης της θέσης του αντιδίκου, δεν μπορεί να υπάρξει άρνηση στην παραχώρηση τους μόνο και μόνο διότι θα έχουν ως επακόλουθο την αποκάλυψη των ονομάτων ενδεχομένων μαρτύρων. Αυτός είναι και ευρύτερος κανόνας, όπως διατυπώνεται στην υπόθεση Bishop v. Bishop
(1901)P.235, όπου απεφασίσθη ότι ο ισχυρισμός της συζύγου σε αγωγή διαζυγίου για σκληρότητα εκ μέρους του συζύγου της υπό τη μορφή προσβλητικής συμπεριφοράς στην παρουσία προσκεκλημένων και υπηρετών τους δικαιολογούσε την παροχή λεπτομερειών ως προς το ποιοι ήσαν οι εν λόγω προσκεκλημένοι και υπηρέτες». Αξιολόγηση εκατέρωθεν εκδοχών και Συμπέρασμα Δικαστηρίου: Πριν προχωρήσει το Δικαστήριο στην ουσία της αίτησης τίθεται ένα ζήτημα που αφορά το εμπρόθεσμο ή όχι της καταχώρησης της επίδικης αίτησης. Όπως προκύπτει από το φάκελο της παρούσας υπόθεσης ενώ το Δικαστήριο σε δύο εμφανίσεις για οδηγίες στα πλαίσια της Δ.30 Κ.1 και 2 (23.01.09 και 11.03.09) μετά την αίτηση ορισμού και αφού είχαν ολοκληρωθεί τα δικόγραφα, στην πρώτη ημερομηνία έδωσε οδηγίες για αποκάλυψη εγγράφων από τους διαδίκους και όπως αυτοί ζητήσουν τυχόν λεπτομέρειες εντός 30 ημερών, όμως ουδείς εκ των διαδίκων ζήτησε λεπτομέρειες, επίσης στις 11.03.09 ζητήθηκε από τον εναγόμενο μόνο η παράταση των προθεσμιών για αποκάλυψη εγγράφων και ουδεμία τοποθέτηση ή επιθυμία υπήρξε ως προς τις λεπτομέρειες. Στη συνέχεια, και ουσιαστικά χωρίς έρεισμα στις προθεσμίες που έδωσε το Δικαστήριο και έξω από τα χρονικά πλαίσια που καθορίζονται από τη Δ.30 Κ.1(β) και τη νομολογία, ακολούθησε στις 14.04.09 η παρούσα αίτηση για λεπτομέρειες. Κρίνεται πως η επίδικη αίτηση έγινε καταχρηστικά και ανεξάρτητα από τη διαδικασία της Δ.30 Κ.1 και 2 όπως αυτή εξελισσόταν ενώπιον του Δικαστηρίου αφού μπορούσε να ζητηθεί να δοθεί παράταση στις οδηγίες ή Διάταγμα για τις λεπτομέρειες από το Δικαστήριο. Το ζήτημα της προθεσμίας συνιστά αντικανονικότητα τέτοια η οποία δεν θεραπεύτηκε οποτεδήποτε ενώπιον του Δικαστηρίου και παραμένει ως κώλυμα στην εξέταση της ουσίας της αίτησης. Σχετικά είναι όσα αποφασίστηκαν στην υπόθεση Remedica Ltd v. BAYER AKTIENGESELLSCHAFT,
(1998)1 Α.Α.Δ. 1815, όπου σε παρόμοια γεγονότα το Εφετείο αποφάσισε ότι αίτηση για αποκάλυψη εγγράφων έπρεπε να είχε απορριφθεί ως εμπρόθεσμη αφού ήταν εκτός των χρονικών προβλεπόμενων ορίων. Ανεξάρτητα με τα πιο πάνω και αν ήθελε ανατραπεί η απόφαση του Δικαστηρίου εξετάζεται στη συνέχεια η ουσία της αίτησης. Το Δικαστήριο έχει διέλθει με κάθε προσοχή τις θέσεις που έχει προωθήσει η κάθε πλευρά και με αναφορά στη φύση της διαφοράς, το περιεχόμενο και τη διατύπωση της έκθεσης απαίτησης προβαίνει στις πιο κάτω διαπιστώσεις: (α) Ότι μέρος των αιτουμένων λεπτομερειών αφορούν στην αποκάλυψη ονομάτων και/ή προσώπων που εκπροσώπησαν τους ενάγοντες είτε στη συμφωνία που ισχυρίζονται είτε στην προσφορά προς της συμφωνίας, είτε και ποιο πρόσωπο παρέδωσε το έργο (πισίνα) αλλά και ποιο πρόσωπο προέβαινε στις εργασίες. (β) Ενώπιον του Δικαστηρίου υπάρχει αξίωση των εναγόντων εναντίον του εναγομένου η οποία στηρίζεται σε σύναψη συμφωνίας για κατασκευή μιας πισίνας με συγκεκριμένο τίμημα ύψους ΛΚ20.000,00 επιπλέον ότι έγιναν επιπρόσθετες εργασίες αξίας ΛΚ4.740,00 πλέον ΦΠΑ. Οι ενάγοντες διεκδικούν το ποσό των (ΛΚ17.999,00) €30.753,12 στη βάση του ότι δεν εξοφλήθηκαν πλήρως από τον εναγόμενο. Με αυτά και μόνο τα στοιχεία κρίνεται πως το Δικαστήριο δεν έχει ενώπιον του ένα εσκεμμένα αόριστο δικόγραφο αλλά πολύ συγκεκριμένο ως προς τη φύση της αξίωσης, αφού πρόκειται για υπόλοιπο από συμφωνηθέν τίμημα στη βάση συμφωνίας. Προχωρώντας όμως στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας το Δικαστήριο με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές κρίνει πως ο αιτητής θα δικαιούνταν να έχει περισσότερες και καλύτερες λεπτομέρειες σε μέρος των αιτούμενων λεπτομερειών και εξηγούνται στη συνέχεια οι λόγοι και σε ποια ζητήματα θα δικαιολογούνταν η παροχή λεπτομερειών: Από το περιεχόμενο των αιτούμενων λεπτομερειών το Δικαστήριο κρίνει πως όπου ζητούνται τα ονόματα προσώπων που είχαν εμπλοκή σε οποιοδήποτε στάδιο της υπόθεσης δεν θα πρέπει να δοθούν καθότι πρόκειται για μαρτυρία αλλά και η φύση της υπόθεσης είναι τέτοια που δεν δικαιολογεί όπως δοθούν ονόματα. Στην έκθεση απαίτησης δεν υπάρχουν ισχυρισμοί για εμπλοκή προσώπων κάτω από τέτοιες συνθήκες που αν δεν δίδονταν τα ονόματα τους ο εναγόμενος θα βρισκόταν υπό έκπληξη κατά τη δίκη. Δεν πρέπει δε να παραγνωρίζεται το περιεχόμενο της Υπεράσπισης του εναγομένου όπου αρνείται κάθε ανάμειξη στα ουσιώδη στοιχεία της απαίτησης. Σ΄ αυτό το στάδιο παρεμβάλλει αναγκαίο να παρατεθεί ένα ακόμη απόσπασμα από την υπόθεση Θεμιστοκλέους (ανωτέρω) με το οποίο ενισχύεται η θέση του Δικαστηρίου: «Επανερχόμενοι στις αρχές που διέπουν το θέμα της παροχής λεπτομερειών, αφετηρία πρέπει να είναι το ουσιώδες γεγονός το οποίο αναφέρεται στο δικόγραφο και του οποίου ζητούνται περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες. Το γεγονός αυτό είναι ο ισχυρισμός του εφεσείοντα ότι η Εταιρεία του παρέστησε ότι επιθυμούσε την ανάκτηση κατοχής για να προβεί σε ουσιώδεις αλλαγές, ότι το ακίνητο δεν θα υπενοικιάζετο και ότι αν παρέδιδε την κατοχή δεν θα κατέβαλλε ενοίκια και κοινόχρηστα για την περίοδο των 18 μηνών που θα προηγείτο της παράδοσης, και ότι ο εφεσείων παρέδωσε το ακίνητο αφού συμφώνησε με την Εταιρεία ανάλογα. Δεν βλέπουμε πως η εφεσίβλητη μπορεί να καταληφθεί εξ απίνης στην ακρόαση αν δεν γνωρίζει εκ των προτέρων το συγκεκριμένο φυσικό πρόσωπο που ενήργησε όπως ισχυρίζεται ο εφεσείων. Το δικόγραφο του εφεσείοντα δεν είναι αόριστο, όπως ήταν εσκεμμένα αόριστο εκείνο της εναγόμενης στην υπόθεση Briton, ανωτέρω. Η εφεσίβλητη γνωρίζει πολύ καλά τι ισχυρίζεται ο εφεσείων και δεν ζήτησε λεπτομέρειες αναφορικά με τα όσα ο εφεσείων της αποδίδει, όπως ζητήθησαν στην υπόθεση Briton και μόνο ακόλουθα ως προς το φυσικό πρόσωπο που είχε ενεργήσει, παρά μόνο ζητά το όνομα του φυσικού προσώπου το οποίο ενήργησε εκ μέρους της. Αυτό μας φαίνεται να επιδιώκει όχι τη διευκρίνιση του ουσιώδους γεγονότος που αναφέρεται στο δικόγραφο αλλά την αποκάλυψη και εκμαίευση μαρτυρίας αυτής καθ΄ αυτής. Η νομολογία δείχνει ότι η αποκάλυψη του ονόματος ενδεχόμενου μάρτυρα μπορεί να προκύψει όχι αφ΄ εαυτής αλλά μόνο ως επακόλουθο παροχής αναγκαίων λεπτομερειών ως προς ουσιώδες γεγονός, όπως στην περίπτωση της υπεράσπισης της αλήθειας της αναφοράς σε αγωγή για δυσφήμιση, ή της φύσης της ισχυριζόμενης σκληρότητας σε αγωγή διαζυγίου, ή της διασαφήνισης του τρόπου με τον οποίο γίνεται ισχυρισμός ότι ενήργησε ο αντίδικος που ανεφέρθη στην υπόθεση Briton. Ο προσδιορισμός του φυσικού προσώπου που ενήργησε για την εταιρεία δεν συνιστά μέρος του ουσιώδους γεγονότος που αναφέρεται στο δικόγραφο, που είναι τα όσα αποδίδονται στην εφεσίβλητη και των οποίων δεν ζητά περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες ακόλουθα των οποίων ενδεχόμενα να αποκαλύπτετο και το φυσικό πρόσωπο που ενήργησε εκ μέρους της. Η προκειμένη υπόθεση θεωρούμε ότι εμπίπτει στα πλαίσια της Temperton, ανωτέρω, στην οποία η αποκάλυψη των ονομάτων των υπαλλήλων τους οποίους, όπως ισχυρίζετο ο ενάγων, είχαν επηρεάσει οι εναγόμενοι, δεν επιδιώκετο προς διευκρίνιση ισχυρισμού ουσιώδους γεγονότος επί του οποίου εβασίζετο η δικογραφική στοιχειοθέτηση του αγώγιμου δικαιώματος του ενάγοντα αλλά προφανώς προς αποκάλυψη της μαρτυρίας που θα απεδείκνυε την απαίτηση με βάση τη δικογραφία. Ούτε μπορεί να δικαιολογηθεί η παροχή λεπτομερειών που ουσιαστικά συνιστά αποκάλυψη μαρτυρίας διότι κάτι τέτοιο θα διευκολύνει τον αντίδικο στην παρουσίαση της υπόθεσης του, όπως ουσιαστικά επιδιώκεται από την εφεσίβλητη. Η εφεσίβλητη γνωρίζει ποια υπεράσπιση προβάλλει ο εφεσείων και έγκειται σε αυτή να παρουσιάσει οποιαδήποτε μαρτυρία θεωρεί ότι μπορεί να την αντιστρατεύεται, όπως και ο εφεσείων, ισχυριζόμενος την υπεράσπιση αυτή, έχει ο ίδιος το βάρος απόδειξης της. Οι μάρτυρες που θα παρουσιασθούν στα πλαίσια αυτά δεν εμπίπτουν στα δικογραφικά αλλά στα αποδεικτικά πλαίσια της υπόθεσης». Στην παρούσα υπόθεση τα ουσιώδη γεγονότα είναι ότι έγινε συμφωνία με συγκεκριμένους όρους και τίμημα και ότι παρά την παράδοση της πισίνας ο εναγόμενος εξακολουθεί να οφείλει το ποσό των €30.753,
  1. Εν όψει των πιο πάνω διαφαίνεται πως δεν επιδιώκεται διευκρίνιση κάποιων από τα ουσιώδη γεγονότα που αναφέρονται στο δικόγραφο της έκθεσης απαίτησης αλλά εκμαίευση μαρτυρίας. Κρίνεται δε περαιτέρω πως οι αιτούμενες λεπτομέρειες από τον αιτητή-εναγόμενο ως προς την εμπλοκή προσώπων αναζητούν αποκάλυψη μαρτυρίας η οποία πιθανό να τον διευκολύνει στην παρουσίαση της υπόθεσης του λαμβανομένου υπόψη της δικογραφημένης του θέσης ως αυτή έχει ήδη αναφερθεί. Συνακόλουθα με όλα τα πιο πάνω το αίτημα για λεπτομέρειες που αφορούν σε πρόσωπα και ονόματα απορρίπτεται. Με βάση πάλι τα όσα έχουν προαναφερθεί πιο πάνω κρίνεται πως ένα άλλο μέρος των αιτούμενων λεπτομερειών θα ήταν δικαιολογημένο ούτως ώστε ο εναγόμενος να έχει πιο συγκεκριμένη αντίληψη των ουσιωδών γεγονότων, αυτές αφορούν στις ημερομηνίες της αναφερόμενης στην έκθεση απαίτηση συμφωνίας αλλά και στις προδιαγραφές και σχέδια κατασκευής της πισίνας, ως και ο τόπος όπου έχει γίνει η συμφωνία καθώς και για το χρόνο που ζητήθηκαν οι επιπλέον εργασίες και πότε υποβλήθηκαν καταστάσεις για πληρωμή. Περαιτέρω με αναφορά στην κάθε μια αιτούμενη λεπτομέρεια το Δικαστήριο απαντώντας ξεχωριστά στην καθεμιά παρατηρεί τα ακόλουθα: Α. Λεπτομέρειες αναφορικά με την παράγραφο 4 της Εκθέσεως Απαιτήσεως: Αφορούν αποκάλυψη ονομάτων και προσώπων, είναι αδιάφορο το ποσό της προσφοράς αφού ως ισχυρίζονται οι ενάγοντες επήλθε συμφωνίας για ΛΚ20.000,
  2. Τα συμβαλλόμενα μέρη είναι αντιληπτό από την έκθεση απαίτησης ότι ήταν από τη μία οι ενάγουσες εταιρείες και από την άλλη ο εναγόμενος, δεν είναι αναγκαίο να γνωστοποιηθεί ποιο πρόσωπο εκ μέρους των εναγόντων ενέργησε για την σύναψη της συμφωνίας. Β. Λεπτομέρειες αναφορικά με την παράγραφο 5 της Εκθέσεως Απαιτήσεως: (α)(β) Κρίνεται αναγκαίο να αποκαλυφθούν άλλοι ειδικοί όροι αν υπάρχουν και προδιαγραφές ή σχέδια της συμφωνίας. (γ) Αφορά σε μαρτυρία και καλύπτεται από τα πιο πάνω. Γ. Λεπτομέρειες αναφορικά με την παράγραφο 7 της Εκθέσεως Απαιτήσεως: (α) Σε κανένα σημείο της έκθεσης απαίτησης αναφέρεται ότι πληρώθηκε 30% προκαταβολή, εκείνο που αναφέρεται είναι ότι σύμφωνα με τη συμφωνία θα καταβαλλόταν, συνεπώς δεν δικαιολογείται η παροχή τέτοιας λεπτομέρειας όπως αυτή έχει ζητηθεί. Δ. Λεπτομέρειες αναφορικά με την παράγραφο 8 της Εκθέσεως Απαιτήσεως: (α) Αφορά πρόσωπα. (β) Κρίνεται αναγκαίο να γνωρίζει ο εναγόμενος πότε άρχισαν οι εργασίες ή πότε εκτελέστηκαν και δεν είναι εκμαίευση μαρτυρίας. Ε. Λεπτομέρειες αναφορικά με την παράγραφο 9 της Εκθέσεως Απαιτήσεως: (α) (β) Ισχύουν τα ίδια σχόλια ως αμέσως πιο πάνω δηλαδή είναι αναγκαίο να δοθούν λεπτομέρειες πότε οι ενάγοντες υπέβαλαν καταστάσεις εργασίας προς πληρωμή, δεν είναι αναγκαίο όμως να αποκαλυφθεί το όνομα του προσώπου που το υπέβαλε. Στ. Λεπτομέρειες αναφορικά με την παράγραφο 10 της Εκθέσεως Απαιτήσεως: (α) (β) (γ) Αφορά αποκάλυψη προσώπων και επίσης μαρτυρία, όμως το πότε κατ΄ ισχυρισμό ζήτησε ο εναγόμενος τις επιπλέον εργασίες αποτελεί συμπλήρωση της δικογραφημένης θέσης των εναγόντων και θα ήταν ορθό να δοθεί. Με βάση όλα τα πιο πάνω οι λεπτομέρειες οι οποίες θα δικαιολογούνταν να δοθούν στον εναγόμενο είναι η ημερομηνία της συμφωνίας και τα ουσιώδη γεγονότα που ακολούθησαν την εκτέλεση της μέχρι το στάδιο που οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι παρέμεινε οφειλόμενο υπόλοιπο, ούτως ώστε να έχει κάθε αναγκαίο στοιχείο όταν θα αντιμετωπίσει την εκδοχή των εναγόντων στη δίκη και τούτο κατ΄ επιταγή των όσων αναφέρονται στο Annual Practice 1960 σελ 451 όπου σε περίπτωση συμφωνίας τα δικόγραφα θα πρέπει να περιέχουν την ημερομηνία της ισχυριζόμενης συμφωνίας, τα ονόματα των μερών και κατά πόσο ήταν προφορική ή γραπτή. Εν όψει των πιο πάνω θα εκδιδόταν διάταγμα με το οποίο οι ενάγοντες θα διατάσσονταν όπως εντός 60 ημερών από σήμερα καταχωρήσουν γραπτώς στο φάκελο του Δικαστηρίου με αντίγραφο στον εναγόμενο ή το συνήγορο του τις πιο κάτω λεπτομέρειες: (α) Ημερομηνία και τόπο σύναψης της συμφωνίας για τη κατασκευή πισίνας. (β) Τους ειδικούς όρους, προδιαγραφές και σχέδια με βάση τα οποία ανεγέρθηκε ή κατασκευάστηκε η πισίνα. (γ) Πότε άρχισαν και πότε ολοκληρώθηκαν οι εργασίες και πότε οι ενάγοντες υπέβαλαν καταστάσεις στον εναγόμενο προς πληρωμή, καθώς και πότε ζητήθηκαν από αυτόν οι επιπλέον εργασίες. Συνακόλουθα ωστόσο των όσων έχουν κριθεί πιο πάνω για το θέμα των προθεσμιών η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα σε βάρος του αιτητή όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .. ............ Δ. Ι. Κίτσιος, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής /ΤΑ Subject: Civil/Other Actions/Interim Αναφορά: Πολιτική Δικονομία - Περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες - Δ.19 Κ.
  3. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.