← Κύπρος

Φιλόκυπρου Γεωργίου Ματθαίου ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ κ.α., Αγωγή αρ. 422/04, 3.7.2009

Φιλόκυπρου Γεωργίου Ματθαίου ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ κ.α., Αγωγή αρ. 422/04, 3.7.2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:A190 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Μιχαηλίδου, Π.Ε.Δ. Αγωγή αρ. 422/04 Μεταξύ: Φιλόκυπρου Γεωργίου Ματθαίου, από τη Λεμεσό Ενάγοντα και

  1. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ, από τη Λευκωσία
  2. Άδωνης Ζαμπάς, από τη Λεμεσό
  3. Έφη Χριστοφίδου, από τη Λεμεσό
  4. Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας
  5. Ματθαίος Μικελλίδης, από τη Λεμεσό
  6. Κ. Christodoulides Land & Building Develompents Ltd, από τη Λεμεσό
  7. Κυριάκος Χριστοδουλίδης, από τη Λεμεσό
  8. P. Lambrides Estates Ltd, από τη Λεμεσό
  9. Όλγα Α. Λαμπρίδου, από τη Λεμεσό Εναγομένων -------------- 3.7.2009 Για τον Ενάγοντα: Κος Χρ. Χριστοφόρου Για τους Εναγόμενους 1: κα Χ. Αγαπίου Για τον Εναγόμενο 2: Κα Ε. Χ"Παπά Για την Εναγόμενη 3: Kα Σ. Ρούσου Για τους Εναγόμενους 4 και 5: Kος Στ. Χαραλάμπους μαζί με κα Φ. Αγαθαγγέλου Για τους Εναγόμενους 6 και 7: κος Ν. Πιριλίδης Για τους Εναγόμενους 8 και 9: κος Π. Χαραλάμπους Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Ενάγων εγγεγραμμένος κατά τον ουσιώδη χρόνο ιδιοκτήτης των ακινήτων με αριθμό εγγραφής 36035 του Φ/σχ 54/50.6 IV με αριθμό τεμαχίου 366 Τμήμα «Β» και του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 31398 του Φ/σχ 54/50.6IV με αριθμό τεμαχίου 365 Τμήμα «Β» περιοχή Άγιος Νικόλας, Χαλκούστα-Λεμεσού, αξιώνει καταληκτικά σειρά διαταγμάτων που να ακυρώνουν την εγγραφή των πιο πάνω ακινήτων επ' ονόματι των Εναγομένων 6 και 8 αντιστοίχως, διαζευκτικά δε αποζημιώσεις. Για να γίνει καλά αντιληπτή η διαφορά και να προσδιοριστούν τα επίδικα θέματα, κρίνω πως είναι αναγκαίο να παραθέσω την προϊστορία της όλης διαφοράς η οποία ουσιαστικά ξεκίνησε μετά την έκδοση απόφασης υπέρ των Εναγόντων στην αγωγή αρ. 6471/90, Ε.Δ. Λεμεσού. Στις 17.1.94 η Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ, εδώ Εναγόμενη αρ. 1, εκδίδει απόφαση εναντίον τριών Εναγομένων: ΑNTWERP DIAMOND POLISHER LTD, DEAK LTD και εναντίον του εδώ Ενάγοντα Φιλόκυπρου Ματθαίου, αλληλεγγύως και ή κεχωρισμένως για το ποσό των ΛΚ51.735,78 με τόκο 9% ετησίως από 1.10.90 μέχρι εξοφλήσεως. Διατασσόταν επίσης η εκποίηση της υποθήκης με αρ. Υ2674/89 και η με δημόσιο πλειστηριασμό πώληση των ακινήτων για ικανοποίηση ή έναντι των αξιώσεων των Εναγόντων, το δε όποιο πλεόνασμα, από την πιο πάνω εκποίηση, να δοθεί στον Εναγόμενο 2 και εδώ Ενάγοντα. Υπήρχε αναστολή εκτέλεσης μέχρι 30.6.94 και στη συνέχεια περαιτέρω αναστολή όπως με λεπτομέρεια φαίνεται στην παράγραφο 4 της πιο πάνω απόφασης Tεκ.
  10. Λόγω μη πληρωμής του εξ αποφάσεως χρέους, η Λαϊκή Τράπεζα κινήθηκε προς την κατεύθυνση του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λεμεσού, με αίτηση της ζητώντας την πώληση των ενυπόθηκων ακινήτων, επιστολή ημερομηνίας 6.12.94, Τεκ.10, ενημερώνοντας ταυτοχρόνως το Κτηματολόγιο ότι είχε εισπραχθεί έναντι του εξ αποφάσεως χρέους το ποσό των ΛΚ22.
  11. Σχετικός ο φάκελος Α.Ν.Π. 210/
  12. Ακολούθησε σειρά επιστολών του Κτηματολογίου προς τον Ενάγοντα, Τεκ.25 και Τεκ.4 και στη συνέχεια καταχωρίστηκε ένσταση του τελευταίου μέσω του δικηγόρου του σε αναφορά με την επιφυλαχθείσα τιμή πώλησης των επιδίκων ακινήτων, Τεκ.
  13. Μετά την υποβολή της ένστασης ανοίχθηκε ο φάκελος Ε.Δ. 268/
  14. Μετά τη διεξαγωγή της επιτόπιας έρευνας καθορίστηκε ως αγοραία αξία για το ακίνητο με αρ. εγγραφής 58902 το ποσό των ΛΚ65.000, Τεκ.28 και για το ακίνητο με αριθμό εγγραφής 36035 το ποσό των ΛΚ83.000, Τεκ.
  15. Μετά τον καθορισμό της αγοραίας αξίας ο Κτηματολογικός Λειτουργός καθόρισε την επιφυλαχθείσα τιμή πώλησης, για το ακίνητο με αριθμό εγγραφής 36035 για το ποσό των ΛΚ74.700 και για το ακίνητο με αριθμό εγγραφής 58902 για το ποσό των ΛΚ58.500, 10% χαμηλότερο από την τρέχουσα αξία του και τροχοδρομήθηκαν από το Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού όλες οι νόμιμες διαδικασίες με κατάληξη τη πώληση των ενυπόθηκων ακινήτων στις 6.7.03, Τεκ.8, 30-32, 34, 35-
  16. Η δημοπρασία τροχιοδρομήθηκε και τελειώθηκε στη βάση της δήλωσης της Εναγόμενης 1 ότι το ποσό που δικαιούνταν στη βάση της δικαστικής απόφασης και της υποθήκης, ανερχόταν στο ποσό των ΛΚ91.589,44, Τεκ.
  17. Το ακίνητο με αριθμό 36035 στις 6.7.03 κατακυρώθηκε στην Εναγόμενη 8 για το ποσό των ΛΚ88.010 και το ακίνητο με αριθμό 58902 την ίδια ημερομηνία στην Εναγόμενη 6 για το ποσό των ΛΚ74.000, Τεκ.19 και Τεκ.
  18. Στις 9.7.03 η Λαϊκή Τράπεζα με τηλεομοιότυπο ημερομηνίας 9.7.03, Τεκ.
  19. πληροφορεί το Κτηματολόγιο Λεμεσού, ότι τα ποσό που δικαιούταν με βάση τη δικαστική απόφαση μέχρι την ημερομηνία της δημοπρασίας ήταν ΛΚ72.147.67 καλώντας παράλληλα τον Επαρχιακό Κτηματολογικό Λειτουργό να αγνοήσει το περιεχόμενο της προηγούμενης επιστολής ημερομηνίας 28.3.03 που καθόριζε το οφειλόμενο υπόλοιπο σε ΛΚ91.589,
  20. Οι αγοραστές των ακινήτων, Εναγόμενοι 6 και 8, κατέβαλαν ολόκληρο το εκπλειστηρίασμα, ενώ το υπόλοιπο ποσό του εκπλειστηριάσματος, ΛΚ69.538,17, πληρώθηκε στον Ενάγοντα με επιταγή της Κυπριακής Δημοκρατίας αρ. 52-355401 ημερομηνίας 31.12.03, Τεκ.
  21. Τα αντίστοιχα ακίνητα ενεγράφησαν στο όνομα των Εναγομένων εταιρειών και έχουν εκδοθεί σχετικοί τίτλοι ιδιοκτησίας για τους Εναγόμενους
  22. Ο Ενάγων αποδίδει στους Εναγόμενους 1 διάφορες ενέργειες και ή συμπεριφορές οι οποίες κατά την κρίση του δίνουν στο Δικαστήριο το απαραίτητο πραγματικό και νομικό υπόβαθρο για παροχή των αιτουμένων με την αγωγή θεραπειών:
  23. Oι Εναγόμενοι 1, 4 και 5 κατά παράβαση των διαδικασιών των σχετικών νομοθετικών προνοιών και κανονισμών για εκποίηση των ακινήτων δια δημοσίου πλειστηριασμού, ενήργησαν έτσι ώστε να πωληθούν τα ενυπόθηκα ακίνητα προς βλάβη των συμφερόντων του Ενάγοντα. Στο κεφάλαιο αυτό εντάσσονται παραβάσεις του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.6, μέρος V. και παραβάσεις του σχετικού περί Πωλήσεως Ακινήτων Νόμου και ή σχετικών Κανονισμών, ζήτημα που διαπλέκεται με τις πράξεις και ή παραλείψεις των Εναγομένων 4 και 5 δυνάμει του Νόμου περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου όπως τροποποιήθηκε, και του Νόμου 82

(1)/
  1. 2α. Οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3 αναληθώς έθεσαν σε λειτουργία το μηχανισμό της αναγκαστικής πώλησης των ακινήτων γνωστοποιώντας στο Κτηματολόγιο μεγαλύτερο ποσό απ' ότι οφειλόταν, γεγονός το οποίο γνώριζαν κα/ιή όφειλαν να γνωρίζουν. β. Όλοι οι Εναγόμενοι σε συνεννόηση και συμπαιγνία, έχουν ενεργήσει κατά τέτοιο τρόπο ώστε ο Ενάγων να χάσει την περιουσία του και να υποστεί ζημιά. Το Δικαστήριο στη βάση των πιο πάνω, θα πρέπει ν' απαντήσει στα πιο κάτω νομικά ερωτήματα: α. Αν υπήρξε συμπαιγνία και ή συνεννόηση μεταξύ των Εναγομένων, όλων ή κάποιων από αυτούς η οποία οδήγησε σε αποξένωση της περιουσίας του Ενάγοντα μέσω της διαδικασίας του αναγκαστικού πλειστηριασμού με αποτέλεσμα ο Ενάγων να υποστεί ζημιά. β. Ανεξαρτήτως από τα πιο πάνω ή και σε συνδυασμό με την αποδιδόμενη στους Εναγόμενους δόλια συμπεριφορά, αν η διαδικασία που ακολουθήθηκε είναι άκυρη. γ. Αν η απάντηση στα πιο πάνω ερωτήματα είναι καταφατική, ποια η θεραπεία στην οποία δικαιούται ο Ενάγων: θα πρέπει να επιστραφούν και/ή επανεγγραφούν τα επίδικα ακίνητα στο όνομα του Ενάγοντα ή ο Ενάγοντας θα πρέπει ν' αποζημιωθεί. δ. Αν η κατάληξη είναι πως ο Ενάγων θα πρέπει ν' αποζημιωθεί, ο καθορισμός του ύψους της αποζημίωσης και ο επιμερισμός ή απόδοση της ευθύνης στον καθένα από τους Εναγόμενους. Πριν εξετάσω τα επιμέρους νομικά ζητήματα, βρίσκω πως είναι καλό να ξεκαθαρίσουν από την αρχή κάποια θέματα, όπως το αμφισβητούμενο ύψος του οφειλόμενου ποσού στην Εναγόμενη 1 κατά τον ουσιώδη χρόνο, θέμα που άπτεται της αξιολόγησης της μαρτυρίας και η πρόκριση του άμεσα επηρεάζει ότι ακολουθεί. Σημειώνω πως η αγωγή στρέφεται προσωπικώς και εναντίον των Εναγομένων 2 και 3, υπαλλήλων της Τράπεζας, Εναγόμενης 1 και εναντίον του Εναγόμενου 5, κτηματολογικός λειτουργός, αλλά και των Εναγομένων 7 και
  2. Στην Έκθεση Απαιτήσεως όπως τροποποιήθηκε, δεν αποδίδονται όμως οποιεσδήποτε λεπτομέρειες ή τέτοια γεγονότα και συμπεριφορές οι οποίες να προσωποποιούν και συγκεκριμενοποιούν το ζήτημα σε αναφορά με τον καθένα από τους Εναγόμενους, ή να υποστηρίζουν τη γενικότητα των ισχυρισμών περί δόλου ή κακοπιστίας. Η μαρτυρία του Ενάγοντα, αλλά και τα θεωρητικά ερωτήματα τα οποία έθεσε γενικότροπα, ο δικηγόρος του με την αγόρευση του ρίχνοντας σκιά στις ενέργειες των Εναγομένων δεν κάλυψαν το κενό: η μεν μαρτυρία του Ενάγοντα τίποτε το θετικό ή νέο στοιχείο πρόσθεσε, η δε αγόρευση εκεί όπου η μαρτυρία απουσίαζε, δεν μπορεί παρά να αγνοηθεί. Οι όποιες λεπτομέρειες που παρατίθενται στο σώμα της αγωγής για συνεννόηση και ή συμπαιγνία πλάνη και ή δόλο και ή ψευδείς παραστάσεις, ουδέποτε συγκεκριμενοποιήθηκαν, αλλά παρέμειναν μέσα στη γενικότητα της παραγράφου 27 της Έκθεσης Απαιτήσεως. Δυστυχώς παρατηρώ πως κανείς από τους Εναγόμενους δεν ενεργοποίησε το μηχανισμό είτε για παροχή καλύτερων λεπτομερειών, ή για διαγραφή των σχετικών παραγράφων, με αποτέλεσμα η δίκη να τροχιοδρομηθεί μέσα σε θολό τοπίο. Έχω εξετάσει με τη μεγαλύτερη δυνατή προσοχή τη μαρτυρία που τέθηκε εκ μέρους του Ενάγοντα, ο οποίος με τη συνδρομή του Μ.Ε.2 Αντώνη Αναστάση, λογιστή, προσπάθησε ανεπιτυχώς και αορίστως να αμφισβητήσει το οφειλόμενο προς την Εναγόμενη τράπεζα υπόλοιπο δυνάμει της απόφασης του Δικαστηρίου. Αν ανατρέξει κανείς στη μαρτυρία των πιο πάνω προσώπων, δεν μπορεί παρά να καταλήξει πως τίποτα το συγκεκριμένο και τεκμηριωμένο δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ώστε να προσφέρει στέρεο έδαφος για τις αξιώσεις του Ενάγοντα. Εντύπωση ιδιαίτερα αλγεινή προκαλεί η στάση του Μ.Ε.2 , λογιστή του επάγγελμα από το 1990, ο οποίος προχειρολογεί και υπολογίζει ή αμφισβητεί χρεώσεις στηριζόμενος σε «πληροφορίες» που του παρέχει ο Ενάγοντας, τις οποίες ούτε διασταυρώνει ούτε ελέγχει, αλλά εικάζει χωρίς να το υποστηρίζει με στοιχεία, αποδείξεις πληρωμών, καταχωρίσεις σε λογαριασμούς ή έστω κάτι «λογιστικά» ή αριθμητικά χειροπιαστό. Χαρακτηριστική η απάντηση του: ενώ έκανε νέες καταστάσεις λογαριασμών και προχώρησε σε υπολογισμούς, καταχώρισε ως τεκμήρια κάποιες σελίδες, λέγοντας απλώς και με τη μεγαλύτερη άνεση ότι άλλες σελίδες βρίσκονταν στο σπίτι του. Ενώ του ζητήθηκαν κατά την αντεξέταση αποδείξεις πληρωμών που έγιναν προς τους Εναγόμενους 1, χαρακτηριστικά παραπέμποντας στο Τεκ.54 και αντιπαραβάλλοντας με το Τεκ.53, λέει πως για να το «βάζει», εννοώντας το ποσό, «θα έχει» και τις αποδείξεις τις οποίες δεν προσκομίζει και «ενδεχομένως» λέει να υπάρχει το αντίγραφο της πληρωμής και «ενδεχομένως» και πάλι κάποιες πληρωμές να έγιναν και η τράπεζα να τις έκανε κατάθεση σε άλλο λογαριασμό. Η προχειρότητα της έρευνας, η μονομέρεια των αναφορών και η έλλειψη πραγματικής επιστημονικής λογιστικής μελέτης των λογαριασμών, εκ μέρους του μάρτυρα, χωρίς οποιαδήποτε τεκμηρίωση, αφήνει το ζήτημα μέχρι εδώ. Αν κάποιος έδωσε στοιχεία στο λογιστή, αυτός είναι ο Ενάγων ο οποίος ματαίως προσπαθεί να εξηγήσει πως έγιναν πληρωμές από τον πατέρα του έναντι του εξ αποφάσεως χρέους αποδίδοντας στην Τράπεζα «αυθαίρετες χρεώσεις». Του υποβλήθηκαν κατά την αντεξέταση διάφορα ποσά που πληρώθηκαν έναντι σε διάφορες ημερομηνίες και το μόνο που εύρισκε να απαντήσει ο Ενάγονταν ήταν «πιθανόν». Όταν του ζητήθηκε να συγκεκριμενοποιήσει μια προς μια τις ισχυριζόμενες πληρωμές, παρέπεμπε στο λογιστή, στον οποίο βεβαίως ο ίδιος «έδωσε», τις όποιες «λεπτομέρειες». Όταν ρωτήθηκε γιατί δεν αντέδρασε στην πώληση των ακινήτων και δεν το πρόβαλε με την ένσταση του Τεκ.5, απάντησε «Η ίδια η τράπεζα με τα statements της φάσκει και αντιφάσκει. Κάποια στιγμή θα τα βρίσκαμε, κάποια στιγμή, δεν ανησυχούσα». Ο Ενάγων είναι φανερό πως δεν λέει την αλήθεια. Χρησιμοποιεί εκ των υστέρων τα γεγονότα για να τα φέρει στα δικά του μέτρα. Όπως αφύσικο κρίνεται και το γεγονός ότι ουδέποτε διαμαρτύρεται στην Εναγόμενη 1 για ένα τόσο σοβαρό γεγονός που αναπόφευκτα οδηγούσε στην πώληση των ακινήτων του. Περιορίζεται και πάλι να σχολιάσει πως μίλησε «με τα παιδιά της Λαϊκής, απλά είναι οι συγχυσμένοι οι άνθρωποι». Αυτούς που ως «συγχυσμένοι» φυσικό είναι να κάνουν λάθος, στη συνέχεια τους μετατρέπει σε συνομώτες γιατί αλλιώς τα πράγματα δεν οδηγούν εκεί που θέλει να τα οδηγήσει: σε ακύρωση του πλειστηριασμού. Ο Ενάγοντας δεν έπεισε στο παραμικρό, οι όποιοι ισχυρισμοί του έπεσαν στο κενό παραμένοντας αστήριχτοι και έξω από τη λογική. Αντιθέτως άριστη εντύπωση έχω σχηματίσει για τον Εναγόμενο 2 ο οποίος με μεγάλη λεπτομέρεια και αναφορά στους λογαριασμούς έδωσε την πραγματική εικόνα της κίνησης του λογαριασμού με ειδικές εξηγήσεις όσον αφορά τις όποιες πληρωμές ή χρεώσεις στο λογαριασμό αυτό. Η αντεξέταση δεν κατάφερε να κλονίσει σε κανένα σημείο τη μαρτυρία του η οποία ουσιαστικά παρέμεινε αναντίλεκτη. Είναι η κατάληξη μου ως προς αυτό το θέμα, πως τα ποσά που οφείλονταν από τον Ενάγοντας προς την Εναγόμενη 1 με βάση τη δικαστική απόφαση και την Υποθήκη Υ2674/89 μέχρι την ημέρα της δημοπρασίας, ανέρχονταν στο ποσό των ΛΚ72.147,67, όπως το ποσό αυτό προωθήθηκε διορθωμένο προς το Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού. Απορρίπτοντας τους όποιους ισχυρισμούς του Ενάγοντα και δεχόμενη τη μαρτυρία των Εναγομένων 1 και 2, καταλήγω ότι ούτε ο Ενάγοντας προσωπικά είχε καταβάλει οποιοδήποτε άλλο ποσό ή είχε κάμει οποιαδήποτε άλλη πληρωμή πέραν από τις πληρωμές που με λεπτομέρεια φαίνονται στις καταστάσεις που παρουσίασε η Εναγόμενη 1, αλλά ούτε και άλλο φυσικό πρόσωπο ή εταιρεία είχε καταβάλει έναντι του οφειλόμενου: oι Εναγόμενοι 1 παρουσίασαν την ορθή και αληθινή κατάσταση της κίνησης του λογαριασμού και του πραγματικά οφειλομένου υπολοίπου του χρέους του ως εξ αποφάσεως οφειλέτη. Διαδικασία πώλησης των επιδίκων ακινήτων Ο Εναγόμενος 4 με γνωστοποίηση του ημερομηνίας 30.5.03, Τεκ.35, προχώρησε σύμφωνα με τον περί Υποθηκεύσεως και Μεταβιβάσεως Νόμο, 9/65 και σύμφωνα με την απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού σε πώληση των επιδίκων ακινήτων με δημόσιο πλειστηριασμό. Εξουσίες που παρέχονται στο Διευθυντή του Κτηματολογίου με βάση το άρθρο 44 του σχετικού Νόμου. Ο Ενάγων με όλα τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον μου, δεν έχει προσβάλει την απόφαση του Εναγομένου 4 είτε δυνάμει του άρθρου 80 του Κεφ.224, είτε άλλης σχετικής πρόνοιας, οπότε η απόφαση κατά τεκμήριο θεωρείται νόμιμη. Οι Εναγόμενοι 1 εξασφαλίζοντας τη δικαστική απόφαση καταχώρισαν σχετική αίτηση στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού για εκποίηση των επιδίκων ακινήτων ως είχαν δικαίωμα. Από την ενώπιον μου μαρτυρία καταλήγω ότι η θέση του Ενάγοντα ότι δεν υπήρχε νομότυπη ανανέωση της δικαστικής απόφασης δεν ευσταθεί. Ούτε υποστηρίχθηκε από μαρτυρία. Το Τεκ.1 τον διαψεύδει: η αρχική απόφαση με ημερομηνία 17.1.94 ανανεώθηκε με σχετική αίτηση. Ο Πρωτοκολλητής του Δικαστηρίου, Σάββας Κυριάκου, κατέθεσε την ανανέωση της απόφασης στις 6.11.
  3. Άλλωστε οι Εναγόμενοι 1 δεν ενέγραψαν «memo», εμπράγματη επιβάρυνση επί των ακινήτων, προχώρησαν σε εκποίηση της υποθήκης σύμφωνα με το Διάταγμα του Δικαστηρίου και των προνοιών του Νόμου 9/65 Μέρος IV, άρθρα 37-44, διαδικασία την οποία με μεγάλη λεπτομέρεια ανέλυσε ο Εναγόμενος
  4. Ο ισχυρισμός του Ενάγοντα ότι δεν ειδοποιήθηκε από το Κτηματολόγιο να παρευρεθεί στην επιτόπια έρευνα, για τον καθορισμό της επιφυλαχθείσας τιμής πώλησης, γεγονός που κατά τους ισχυρισμούς του δηλητηριάζει την όλη διαδικασία και την καθιστά άκυρη, επίσης δεν ευσταθεί. Είναι γεγονός ότι με βάση το Τεκ.5, επιστολή του δικηγόρου των Εναγομένων 1, καλείτο ο Εναγόμενος 4 να ειδοποιήσει το δικηγόρο του Ενάγοντα για να παρευρεθεί στην επιτόπια έρευνα. Ο Εναγόμενος 5 με τη μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου παραδέχθηκε ότι δεν έστειλε τη σχετική ειδοποίηση στο δικηγόρο του Ενάγοντα. Κατά τον ουσιώδη χρόνο, και εδώ συμφωνώ με την επιχειρηματολογία της ευπαιδεύτου δικηγόρου για του Εναγόμενους 4 και 5, επειδή η επιφυλασσόμενη τιμή πώλησης δεν είχε οριστικοποιηθεί, ο καθορισμός της επιφυλαχθείσας τιμής έγινε στη βάση των διατάξεων του Νόμου 82(i)/02 και όχι του Νόμου 60/66 Ο περί ακίνητης Ιδιοκτησίας (Περιορισμός Πωλήσεων) Νόμος. Ο πιο πάνω Νόμος είχε εξ ολοκλήρου καταργηθεί και είχε αντικατασταθεί με τον περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Περιορισμός Πωλήσεων) Νόμο 82(i)/02 σύμφωνα με το άρθρο 11 του τελευταίου. Επιβαλλόταν πλέον ο καθορισμός της επιφυλασσόμενης τιμής πώλησης να γίνει με βάση τις διατάξεις του νέου Νόμου, (άρθρο 10 Ν.82(i)/02). Κατά συνέπεια ο Εναγόμενος 4 εφαρμόζοντας τις διατάξεις του άρθρου 5
(1)ήταν υποχρεωμένος στη βάση της επιφύλαξης του άρθρου αυτού, να ειδοποιήσει με ασφαλισμένη επιστολή όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη για την ημερομηνία και ώρα της επιτόπιας έρευνας για τον καθορισμό της επιφυλασσόμενης τιμή πώλησης. Το άρθρο 2 του Νόμου ορίζει ως ενδιαφερόμενο μέρος τον κύριο του ακινήτου, στην προκειμένη περίπτωση τον Ενάγοντα, και όχι το δικηγόρο του. Άλλωστε από τη μαρτυρία προκύπτει και είναι εύρημα μου ότι ο Ενάγοντας παρέλαβε τη γνωστοποίηση, Τεκ.26 και 27, η οποία τον πληροφορούσε για τη διεξαγωγή της επιτόπιας έρευνας για τον πιο πάνω σκοπό. Άλλωστε στην ίδια διεύθυνση στάληκε η γνωστοποίηση Τεκ.4, στη βάση της οποίας καταχωρίστηκε ένσταση εκ μέρους του Ενάγοντα μέσω του δικηγόρου του, Τεκ.5. Ακύρωση της διαδικασίας επιζητεί ο Ενάγων για το λόγο ότι δεν γνωστοποιήθηκε σε αυτόν το ύψος της καθορισμένης επιφυλασσόμενης τιμής πώλησης. Και εδώ το επιχείρημα δεν μπορεί να επιτύχει. Ο Νόμος δεν εναποθέτει οποιαδήποτε υποχρέωση γνωστοποίησης στο ενδιαφερόμενο μέρος. Η μόνη εκ του Νόμου υποχρέωση που επιβάλλεται στον Επαρχιακό Κτηματολογικό Λειτουργό είναι η αναγραφή των πιο πάνω στις αγγελίες πώλησης άρθρο 3
(2)του Νόμου, υποχρέωση η οποία διαπιστώνω ότι έχει εκπληρωθεί, Τεκ.30, 34-35 και 37-
  1. Η πώληση των επίδικων ακινήτων έχει πραγματοποιηθεί με βάση το άρθρο 44 του Ν.9/65 κα κατά συνέπεια όλες οι γνωστοποιήσεις γίνονται με βάση το νόμο αυτό. Το άρθρο 47 του Ν.9/65 αναφέρει «οι γνωστοποιήσεις ή ανακοινώσεις οι οποίες δυνάμει των διατάξεων του παρόντος νόμου, γίνονται υπό του Διευθυντού δύνανται να γίνονται με τον τρόπο που καθορίζεται από το Άρθρο 75 του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμησης) Νόμου Κεφ.
  2. Το άρθρο 75(Ι) του Κεφ.224, αναφέρει «πάσα ειδοποίησης ή κοινοποίησης η οποία απαιτείται όπως δοθεί ή διενεργηθεί από τον Διευθυντή δυνάμει των διατάξεων του παρόντος νόμου δύναται να δοθεί ή διενεργηθεί ταχυδρομικώς δι' επιστολής απευθυνόμενης εις τον τελευταίο γνωστό τόπο διαμονής του προσώπου προς το οποίο η ειδοποίησις ή κοινοποίησις προορίζεται: Νοείται ότι οσάκις είναι πρακτικώς δυνατό η ειδοποίησις ή κοινοποίησις διενεργείται δια συστημένης επιστολής. Το άρθρο 75
(3)του Κεφ.224 αναφέρει ότι η ημερομηνία ταχυδρομήσεως θεωρείται εκ πρώτης όψεως απόδειξη της τοιαύτης ταχυδρομήσεως και δεν απαιτείται οποιοδήποτε άλλο στοιχείο για απόδειξη της ταχυδρόμησης. Από την ενώπιον μου μαρτυρία, ικανοποιούμαι ότι ο Εναγόμενος 4 ειδοποίησε τον Ενάγοντα σχετικά με ασφαλισμένη επιστολή 2.6.03, Τεκ.35 και
  1. Το Τεκ.49 φάκελος μέσα στον ποίο τοποθετήθηκε η επιστολή Τεκ.35, φέρει ότι ο φάκελος σφραγίστηκε στις 2.6.
  2. Ο ίδιος ο Ενάγων δεν αμφισβητεί το γεγονός αυτό. Εκείνο που αμφισβητεί είναι ότι δεν παρέλαβε την επιστολή. Η επιστολή επεστράφη ως αζήτητη. Το γεγονός αυτό όμως είναι αδιάφορο. Η υποχρέωση του Εναγομένου 4 εκπληρώθηκε με την αποστολή ασφαλισμένης επιστολής στη διεύθυνση του Ενάγοντα. Δεν υπήρξε ισχυρισμός για αλλαγή διεύθυνσης και γνωστοποίηση της αλλαγής στον αρμόδιο φορέα, κάτι που βέβαια δεν μπορούσε να υποστηριχθεί εφόσον στη ίδια διεύθυνση στάληκε και η επιταγή Τεκ.48, την οποία παρέλαβε, όπως τεκμαίρεται και παραδέχεται άλλωστε ο Ενάγων ότι την κατέθεσε στο λογαριασμό του στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού. Αλλά και προηγουμένως όλες οι επιστολές που κοινοποιήθηκαν στον Ενάγοντα μέσα στο πλαίσιο της διαδικασίας πώλησης των ακινήτων, ήταν στην ίδια διεύθυνση και ουδέποτε επεστράφησαν ως αζήτητες, Τεκ.4 και 25-
  3. Ο επικουρικός ισχυρισμός του Ενάγοντα ότι έπρεπε να ειδοποιηθεί ο δικηγόρος του, δεν βρίσκει έρεισμα ούτε στη λογική, ούτε στο Νόμο. Εκείνο που εξάγεται από τη μαρτυρία, Τεκ.5, είναι πως ο δικηγόρος του Ενάγοντα ζήτησε από τον Εναγόμενο 4 να τον ειδοποιήσει για να παρευρεθεί στην επιτόπια έρευνα για τον καθορισμό της επιφυλασσόμενης τιμής πώλησης. Ουδέποτε ζητήθηκε κατά τρόπο ρηματικό, όπως όλες οι επιστολές προς τον Ενάγοντα, απευθύνονται στο δικηγόρο του. Το βάρος της απόδειξης ότι μια επιστολή δεν παραλήφθηκε, το φέρει ο Ενάγων, εκείνος που το επικαλείται, και το βάρος αυτό δεν έχει αποσειστεί. ΄Αλλωστε όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Ioannis Katsiantonis v. Kyriacos Frantzeskou
(1981)1 Α.Α.Δ. 566, ο Ενάγοντας δεν μπορεί να εκμεταλλευθεί το γεγονός αφήνοντας την επιστολή στα αζήτητα, έτσι ώστε να χρησιμοποιήσει το επιχείρημα της μη πληροφόρησης ως εφαλτήριο των ισχυρισμών του. Η επιστροφή επιστολής με την ένδειξη «αζήτητο» συνιστά καλή αποστολή της ειδοποίησης και θεωρείται ότι το πρόσωπο στο οποίο απευθυνόταν, παραλήπτης της ειδοποίησης, εκτός των περιπτώσεων που ρητώς προνοεί ο Νόμος και όπου απαιτείται πραγματική γνώση, έλαβε γνώση του περιεχομένου της, Ioannis Katsiantonis v. Kyriacos Frantzeskou (πιο πάνω) και Νίκος Οδυσσέως ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Εφόρου Φόρου Εισοδήματος
(1998)3 Α.Α.Δ.
  1. Επομένως είναι η κατάληξη μου, η ειδοποίηση του πλειστηριασμού καλώς στάληκε στη διεύθυνση κατοικίας του Ενάγοντα. Λογικό θα ήταν και να παραληφθεί, απλώς ο ίδιος για δικούς του λόγους αρνήθηκε ή αμέλησε να το πράξει. Άλλωστε η αξιοπιστία του Ενάγοντα και εδώ πάσχει κατάφορα, η εικόνα που προωθεί είναι διάτρητη. Ο Ενάγων ισχυρίζεται ότι πληροφορήθηκε για πρώτη φορά τα περί πλειστηριασμού εκ των υστέρων, και συγκεκριμένα μετά την συνάντηση που είχε με τον Εναγόμενο 5, κάτι που διαψεύδεται από την επιστολή του Κτηματολογίου ημερομηνίας 13.3.95, Τεκ.25, τις επιστολές του Κτηματολογίου 5.9.00, την ένσταση του ιδίου στην επιφυλαχθείσα τιμή 20.9.02, Τεκ.25 και Τεκ.4, 5, καθώς και σε σειρά άλλων επιστολών και δημοσιεύσεων σε ημερήσιες εφημερίδες, Τεκ.26, 35, 37 και 38, πληθώρα στοιχείων που οδηγούν λογικά στην ανατροπή του λόγου του Ενάγοντα. Ο ισχυρισμός του Ενάγοντα ότι επειδή οι Εναγόμενοι 1 κάλεσαν τον Εναγόμενο 4 με την επιστολή τους, Τεκ.9, να αγνοήσει το ποσό που του κοινοποιήθηκε με την επιστολή, Τεκ.8, και αυτό μετά τη διεξαγωγή του πλειστηριασμού, οδηγεί σε ακυρότητα της διαδικασίας, δεν μπορεί να επιτύχει. Το μεταγενέστερο αυτό γεγονός, δεν μπορεί κατά την κρίση μου να ληφθεί υπόψη ώστε να επενεργήσει καταλυτικά στη νομιμότητα της όλης διαδικασίας για να συμπαρασύρει σε ακυρότητα το πλειστηριασμό. Είναι ένα ύστερο γεγονός το οποίο σχεδόν αμέσως μετά τη διαπίστωση του από τους Εναγόμενους 1, κοινοποιείται προς την αρμόδια υπηρεσία. Βεβαίως, δεν μπορώ να διαφωνήσω ότι στην προκειμένη περίπτωση το γεγονός αυτό έχει επενεργήσει κατά τέτοιο τρόπο ώστε να οδηγήσει στην πώληση και του δευτέρου ενυπόθηκου ακινήτου προς ικανοποίηση του, λανθασμένως αναγραφόμενου, οφειλόμενου ποσού. Μπορεί να επενεργήσει όμως σε ακυρότητα της όλης διαδικασίας; Το πιο πάνω ερώτημα διαπλέκεται άμεσα με τον ισχυρισμό του Ενάγοντα ότι ο Εναγόμενος 4 δεν έδωσε τις ενδεδειγμένες οδηγίες στο δημοπράτη έτσι ώστε να προχωρήσει πρώτα με την πώληση του πρώτου ακινήτου και αν το ποσό δεν κάλυπτε το οφειλόμενο, τότε να προχωρήσει και στην πώληση του δευτέρου ακινήτου. Ο δημοπράτης, σύμφωνα με τη μαρτυρία των Εναγομένων και τα Τεκ.19 και 20, δεχόταν ταυτοχρόνως προσφορές και για τα δύο ακίνητα, αλλά επειδή το ποσό της κατακύρωσης ΛΚ88.010 για την προσφορά του πρώτου ακινήτου, δεν κάλυπτε το οφειλόμενο ποσό ΛΚ91.680.-, προχώρησε στην κατακύρωση του δευτέρου ακινήτου. Είναι η κατάληξη μου πως η διαδικασία που ακολουθήθηκε και η οποία οδήγησε στη πώληση των επιδίκων ακινήτων, έγινε καθόλα νόμιμα και έγκυρα ανεξαρτήτως του λανθασμένου ποσού. Ο μηχανισμός της αναγκαστικής πώλησης κινήθηκε καθόλα νόμιμα, υπήρχε οφειλόμενο ποσό δυνάμει δικαστικής απόφασης εξασφαλισμένο με υποθήκη το οποίο ικανοποιήθηκε από το προϊόν της εκποίησης. Εκποίηση η οποία με τον ένα ή τον άλλο τρόπο ήταν αναπόφευκτη. H μόνη διαφορά έγκειται στο ότι αν δηλωνόταν από την Εναγόμενη 1 ορθά το οφειλόμενο ποσό κατά τον ουσιώδη χρόνο, με την πώληση του ενός μόνο ακινήτου, καλύπτονταν οι απαιτήσεις της Εναγόμενης 1 ΛΚ72.147,67, Τεκ.9, εφόσον το ένα ακίνητο κατακυρώθηκε στην Εναγόμενη 8 για το ποσό των ΛΚ88.
  2. Θα διασωζόταν έτσι το άλλο ακίνητο το οποίο όμως λόγω της αρχικής δήλωσης της Εναγόμενης 1, πωλήθηκε για να καλυφθεί η οφειλή. Σύμφωνα με το άρθρο 50 του Νόμου 9/65: "Noείται ότι, ανεξαρτήτως οιασδήποτε ψευδούς βεβαιώσεως ή παραστάσεως διαλαμβανομένης εν οιωδήποτε εγγράφω ή αποδεικτικώ στοιχείω αναφερομένω εις το Μέρος VI, το παρόν άρθρον δεν παρέχει εξουσίαν εις τον Διευθυντήν όπως ακυροί την εγγραφήν ακινήτου γενομένην επ' ονόματι καλοπίστου αγοραστού του τοιούτου ακινήτου εις πώλησιν δια πλειστηριασμού διεξαχθείσαν δυνάμει των διατάξεων του ως είρηται Μέρους εάν δε καθ' οιονδήποτε τρόπον παραβλάπτωνται τα συμφέροντα του προσώπου ούτινος το ακίνητον επωλήθη ως εκ της τοιαύτης ψευδούς βεβαιώσεως ή παραστάσεων, το μονόν δικαίωμα όπερ το προσώπου τούτο κέκτηται είναι όπως εγείρη αγωγήν δι' αποζημιώσεις εναντίον του υπεύθυνου δια την ψευδή βεβαίωσιν ή ψευδείς παραστάσεις προσώπου.» Και στην περίπτωση αυτή το ερώτημα είναι αν έχει αποδειχθεί ότι η επιστολή των Εναγομένων 1 σε αναφορά με το οφειλόμενο ποσό, συνιστούσε ψευδή βεβαίωση ή ψευδείς παραστάσεις ή ενείχε δόλο ή συμπαιγνία με τους υπόλοιπους ή κάποιους από τους Εναγόμενους, όπως θέλει να θεμελιώσει ο Ενάγων. Η απάντηση είναι εμφαντικά όχι. Ότι θα μπορούσε να αποδοθεί στους Εναγόμενους 1, 2 και 3 αυτό είναι λάθος, αβλεψία ή έστω προχειρότητα, αμέλεια στον ορθό καθορισμό του οφειλομένου ποσού με την επιστολή τους προς το Κτηματολόγιο. Ήταν πάντοτε θέση του Ενάγοντα και στα δικόγραφα αλλά και με τη μαρτυρία που προώθησε ενώπιον του Δικαστηρίου, πως όλοι οι Εναγόμενοι ενεργώντας σε συνεννόηση με ψευδείς παραστάσεις, βεβαιώσεις και μέσα σε πλαίσιο συνωμοσίας, στόχευαν να ξεγελάσουν τον Ενάγοντα για να πωλήσουν τα ακίνητα του. Ουσιαστικά το Δικαστήριο δεν θα έπρεπε καν να ασχοληθεί με το ζήτημα αυτό. Τα ζητήματα αυτά δικογραφούνται αυστηρώς και αποδεικνύονται με την κατάλληλη μαρτυρία: Aπαιτείται παράθεση γεγονότων και όχι απλή διατύπωση αξιώσεων για θεραπείες απογυμνωμένες από τα γεγονότα που τις υποστηρίζουν, Αριστοδήμου ν. Χαραλάμπους
(1990)1 Α.Α.Δ. 319 και Νικόλας και Χρήστος Ιγνατίου κ.ά ν. Νικόλα Λεμονάρη
(2004)1 Α.Α.Δ. (Γ) 1562. Πάρα ταύτα θα προχωρήσω σ' ένα σύντομο σχολιασμό ώστε να απαντηθούν όλα τα ζητήματα. Τα όσα αποδίδονται από τον Ενάγοντα στους Εναγόμενους 6 και 8 μέσω των Διευθυντών των Εναγομένων 7 και 9 σε διαπλοκή και συνεννόηση με τους Εναγόμενους 2 και 3, υπάλληλοι της Τράπεζας, και Εναγόμενο 5, υπάλληλο του Κτηματολογίου, με την παράγραφο 27(Η) παρέμειναν αστήρικτα, νεφελώδη, αλλά θα έλεγα και ακατανόητα. Απλή ανάγνωση της παραγράφου Η(α)-(δ) της Έκθεσης Απαίτησης φανερώνει την προσπάθεια του Ενάγοντα να συνενώσει διάφορα πραγματικά γεγονότα και να τα περιβάλει με το μανδύα της συνομωσίας χωρίς να προσφέρεται αντικειμενικό έρεισμα. Απορρίπτοντας τη θέση του Ενάγοντα και αποδεχόμενη τη μαρτυρία των Εναγομένων, καταλήγω ότι οι Εναγόμενοι 2, 3, 5, 7 και 9, προσωπικά και υπό την ιδιότητα του ξεχωριστά ο κάθενας, ουδέποτε συνέβαλαν ή σχεδίασαν ή έθεσαν σ' εφαρμογή οποιοδήποτε σχέδιο ώστε να ενεργοποιηθεί ο μηχανισμός πώλησης των ακινήτων του Ενάγοντα, με δημόσιο πλειστηριασμό για ν' αποκτήσουν οι ίδιοι προσωπικό όφελος ή κέρδος προς ζημιά του Ενάγοντα. Δέχομαι ιδιαιτέρως και είναι εύρημα μου ότι οι Εναγόμενοι 5-9, δεν γνώριζαν και ούτε μπορούσαν να γνωρίζουν, αλλά ούτε και είχαν λόγο να ερευνήσουν για την ορθότητα του οφειλόμενου προς την Τράπεζα υπολοίπου. Ότι οι Εναγόμενοι 6-9 δεν γνώριζαν, ούτε και είχαν οποιαδήποτε σχέση ή επαφή με τους Εναγόμενους 1-3 πριν τον πλειστηριασμό των ακινήτων ή είχαν οποιαδήποτε συνεννόηση με τους πιο πάνω Εναγόμενους για ν' αποκτήσουν τα επίδικα ακίνητα σε χαμηλότερη ή χαμηλή τιμή. Οι Εναγόμενοι 8 και οι Εναγόμενοι 6 αγόρασαν τα επίδικα ακίνητα σε δημόσιο πλειστηριασμό, σε ανοικτή αγορά, κατόπιν διαδικασίας δύο και πλέον ωρών και στο τέλος ως οι τελευταίοι πλειοδότες τα απέκτησαν καταβάλλοντας το αντίτιμο. Ο Ενάγων είναι εύρημα μου, απέτυχε να στοιχειοθετήσει τους ισχυρισμούς του και να θεμελιώσει την όποια αιτία αγωγής προώθησε με τα δικόγραφα του. Ό,τι πρόβαλε αντίκειται στη λογική της συνωμοσίας: Ποιοι συνωμότες στέλνουν άραγε τρεις μέρες μετά τον πλειστηριασμό ειδοποίηση για να διορθώσουν το ποσό που όφειλε ο Ενάγων; Αν συνωμοτούσαν ή αν το είχαν προσχεδιάσει σε συνεννόηση με τον Εναγόμενο 5 γιατί το αποκαλύπτουν σχεδόν αμέσως και δεν το παρασιωπούν μέχρι να το διαπιστώσει, αν και όποτε το διαπίστωνε, ο Ενάγων; Aν ο Εναγόμενος 5 συνωμότησε με τους Εναγόμενους 2 και 3, με ποια λογική καλεί στις 14.7.03 , οκτώ μέρες μετά τον πλειστηριασμό, τον Ενάγοντα στο γραφείο του για να τον πληροφορήσει τα καθέκαστα. Ο Ενάγων στην προσπάθεια του να διαπλέξει τους Εναγόμενους και να θεμελιώσει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του προβάλλει ο,τιδήποτε κρίνει προς όφελος του για να δημιουργήσει εντυπώσεις και να πετύχει στις αξιώσεις του. Ο Ενάγων χρησιμοποιεί όποιο γεγονός, όποιο μαρτυρικό υλικό, για να στηρίξει τις αξιώσεις του χωρίς κανένα σεβασμό για την αλήθεια αγνοώντας την υποχρέωση του να αποκαλύψει όλα τα γεγονότα. Αντιθέτως, τα παραποιεί προβάλλοντας τα μπροστά από παραμορφωτικό καθρέφτη. Χαρακτηριστικό είναι πως για να δημιουργήσει υπόθεση εναντίον των Εναγομένων, επικαλείται την πληρωμή προμήθειας δήθεν σε τρίτους χωρίς να τους συνδέει με τους υπόλοιπους Εναγόμενους - συνωμότες. Καταθέτει σχέδια τα οποία ισχυρίζεται ότι με βάση αυτά οι Εναγόμενοι 8 θα αξιοποιούσαν τα' ακίνητα, σε συνωμοσία, εκ των υστέρων ή εκ των προτέρων (;) με τους Εναγόμενους 6 ενώ αποδεικνύεται ότι αυτά αφορούν σε άλλη πολυκατοικία των Εναγόμενων 8, άσχετη με τα ακίνητα υπό συζήτηση. Πουθενά στην Έκθεση Απαίτησης ο Ενάγοντας ή έστω στη μαρτυρία που έδωσε ενώπιον του Δικαστηρίου υπάρχει έστω και ίχνος μαρτυρίας που να δείχνει δόλο και/ή συμπαιγνία κα προσυνεννόηση στην οποία να εμπλέκεται ο Εναγόμενος 5 υπό την προσωπική του ιδιότητα. Όλες οι ενέργειες του Εναγόμενου 5 έγιναν στα πλαίσια των καθηκόντων του ως δημόσιος υπάλληλος και ουδεμία μαρτυρία παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου από τον Ενάγοντα μέσα από την οποία να φαίνεται ότι ο Εναγόμενος 5 ενήργησε με οιονδήποτε δόλιο τρόπο και/ή με συμπαιγνία και/ή με προσυνεννόηση με τους υπόλοιπους Εναγόμενους. Από την άλλη, ο Εναγόμενος 5 με βάση τη μαρτυρία του η οποία έμεινε αναντίλεκτη ανέφερε ότι τους Εναγόμενους 2, 3, 7 και 9 δεν τους γνώριζε προηγούμενα και ουδεμία φιλική κοινωνική ή οικογενειακή σχέση είχε ή έχει μαζί τους, και η γνωριμία του μαζί τους έγινε στο πλαίσιο της αίτησης Α.Ν.Π. 210/04 που αφορά τη διαδικασία πώλησης. Η Δ.19
(5)των Κανονισμών της Πολιτικής Δικονομίας αναφέρει «Σε όλες τις περιπτώσεις στις οποίες ο διάδικος που υποβάλλει δικόγραφα στηρίζεται σε απάτη, θα πρέπει να αναφέρονται στα δικόγραφα και πρέπει να δηλωθεί ότι οι πράξεις αυτές έγιναν με απάτη. Είναι νομολογημένο ότι σύμφωνα και με την πιο πάνω διάταξη εκεί όπου υπάρχει ισχυρισμός για δόλο και απάτη πρέπει να δίδονται λεπτομέρειες του δόλου και της απάτης με τον εξειδικευμένο τρόπο που προβλέπεται από τους θεσμούς. Στην προκειμένη περίπτωση πουθενά στην Έκθεση Απαίτησης ο Ενάγοντας αποκαλύπτει λεπτομέρειες για τον ισχυριζόμενο δόλο και/ή συμπαιγνία και προσυνεννόηση, Φακοντή ν. Βρυώνη
(2004)1 (Β) Α.Α.Δ. 1404 και Laword Limited κ.ά. v. Κώστα Χατζηγαβριήλ
(2004)1 (Β) 818. Στην παρούσα περίπτωση ο ισχυριζόμενος δόλος και/ή ψευδείς παραστάσεις και/ή συμπαιγνία δεν είναι παρεμπίπτον γεγονός αλλά ένα από τα ουσιώδη θέματα και κατά συνέπεια πρέπει να δίδονται οι λεπτομέρειες του δόλου, Παναγιώτου ν. Χ"Κυριάκου
(1991)1 Α.Α.Δ. 362. Η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου προσδιορίζεται και καθορίζεται μόνο στη βάση των γεγονότων που συνθέτουν την απαίτηση. GCC Computers Ltd v. Penril Datacom Ltd
(2000)1 A.A.Δ. 1584. Το δε πλαίσιο της διαφοράς προσδιορίζεται από τα γεγονότα που συνθέτουν την απαίτηση. Sevegep Ltd v. Uinited SeaTransport
(1989)1(E) A.A.Δ. 729, Mourtzinos Cruises Ltd
(1992)1 A.A.Δ. 1160. Στην υπόθεση Ραδιοφωνικό Ίδρυμα Κύπρου κ.α. ν. Άνδρου Νικολαίδη
(1993)1 Α.Α.Δ. 364: «Η ουσία της αγωγής ταυτίζεται με τη βάση της αγωγής, όπως αυτή καθορίζεται στο άρθρο 2 του Ν.14/60 και περιλαμβάνει το σύνολο των γεγονότων «των θεμελιούντων το αγώγιμο δικαίωμα ........................ Η αγωγή μπορεί να έχει μονομερή ή πολυμερή βάση. ............. Η Δ.13 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας καθιστά δυνατή τη στοιχειοθέτηση δύο ή περισσοτέρων βάσεων αγωγής ......Όπου συνενώνονται δύο ή περισσότερες βάσεις αγωγής στο ίδιο ένδικο μέσο η ουσία της αγωγής σύγκειται από το άθροισμα των βάσεων της αγωγής.» Ο σχετικός Νόμος 9/65 περιέχει ρητή πρόνοια για τους καλόπιστους αγοραστές τους οποίους και προστατεύει και με βάση αυτή τη πρόνοια αποκτούν καλό και νόμιμο τίτλο. Οι Εναγόμενοι 6 και 8 ήσαν αγοραστές των δύο ακινήτων. Τα απέκτησαν έναντι καλού και νομίμου ανταλλάγματος και χωρίς να γνωρίζουν αν υπήρχε, όπως ήταν φυσικό, οποιαδήποτε διαφορά μεταξύ Ενάγοντα και Εναγομένων 1, πραγματική, συμπερασματική ή άλλη. Πέραν των πιο πάνω σε σχέση με την αξία που πωλήθηκαν τα δύο ακίνητα του Ενάγοντα, παραπέμπω στο Τεκ.23 που κατατέθηκε από τον Ενάγοντα και αφορά την εκτίμηση ημερομηνίας 23.10.02 που έγινε για λογαριασμό του από τον εκτιμητή Γλαύκο Κ. Αγαθαγγέλου, ο οποίος καθόρισε την αξία του ακινήτου 36035 σε ΛΚ94.860 και του ακινήτου 58902 σε ΛΚ80.
  1. Επίσης στις εκτιμήσεις που ετοίμασε το Κτηματολόγιο, Τεκ.28 για το ακίνητο 58902 που καθόρισε την αξία σε ΛΚ65.000 και Τεκ.29 για το ακίνητο 36035 που καθόρισε την αξία σε ΛΚ83.
  2. Οι τιμές κατακύρωσης των δύο ακινήτων στη δημοπρασία ήταν ΛΚ88.010 για το ακίνητο 36035 και ΛΚ74.000 για το ακίνητο
  3. Δηλαδή ο Αγαθαγγέλου καθόρισε ως αγοραία αξία και για τα δύο ακίνητα το ποσό των ΛΚ175.615, η εκτιμητής του Κτηματολογίου που έδωσε μαρτυρία το ποσό των ΛΚ147.745 και η τιμή που τελικά απέφεραν στη δημοπρασία ήταν τα ποσό των ΛΚ162.
  4. Είναι πασιφανές ότι τα ακίνητα πωλήθηκαν στην τρέχουσα αγοραία αξία τους αφού πωλήθηκαν φθηνότερα κατά 7.75% από την τιμή του εκτιμητή του Ενάγοντα και κατά 9.65% ακριβότερα από την τιμή του εκτιμητή του Κτηματολογίου. Επρόκειτο για δημόσιο πλειστηριασμό σε ανοικτή αγορά και η τιμή που εξασφαλίστηκε θεωρείται ως η πλέον αντιπροσωπευτική της τρέχουσας αξίας. Δεχόμενη τη μαρτυρία του κ. Αγαθαγγέλου η οποία ουσιαστικά παρέμεινε αναντίλεκτη, εφόσον αυτός δεν αντεξετάστηκε παρά την επιφύλαξη του δικαιώματος των Εναγομένων για αντεξέταση, βρίσκω ότι η αγοραία αξία των ακινήτων ανερχόταν κατά τον ουσιώδη χρόνο σε ΛΚ94,860 και ΛΚ80.755 αντιστοίχως. Πάρα ταύτα, κρατώντας τις πιο πάνω παρατηρήσεις μου, βρίσκω ότι τα κτήματα μπορούσαν κάλλιστα να πωληθούν, όπως και πωλήθηκαν, σε χαμηλότερες τιμές και δεν υφίσταται, ούτε μπορεί να γίνεται λόγος για απόδειξη ζημιάς ως αποτέλεσμα συνωμοσίας ή απάτης των Εναγομένων, Αντωνίου ν. Γεστάμη και Σία Λτδ
(2002)1(Α) Α.Α.Δ.
  1. Και κάτω απ' αυτό το κεφάλαιο και αν ακόμα ο Ενάγων πετύχγαινε στους ισχυρισμούς του περί συνωμοσίας, δεν θα δικαιούτο σε αποζημιώσεις. Οι Εναγόμενοι 6 και 8 όχι μόνο συνωμότες δεν είναι, αλλά αντιθέτως καλόπιστοι αγοραστές έναντι ανταλλάγματος αξίας και χωρίς γνώση πραγματική ή συμπερασματική σε σχέση με την ύπαρξη της όποιας διαφοράς του Ενάγοντα με τους Εναγόμενους
  2. Θέση την οποία εγείρουν οι πιο πάνω Εναγόμενοι με τα δικόγραφα τους και την οποία αποδέχομαι. Οι αποφάσεις Σοφρωνία Βασιλείου ν. Άννας Μενελάου, Πολιτική Έφεση 6801 ημερ. 27.12.1997 και Χατζηειρήνη Νικόλα ν. Χαραλάμπου Χριστοφή
(1965)1 Α.Α.Δ. 324, μπορούν να τύχουν εφαρμογής κατ' αναλογία: μεταγενέστερη εγγραφή υπερισχύει στις περιπτώσεις που η εγγραφή γίνεται στο όνομα προσώπου το οποίο ισχυρίζεται και ακολούθως αποδεικνύει ότι (α) είναι καλή τη πίστη αγοραστής, (β) έναντι ανταλλάγματος αξίας και (γ) χωρίς ειδοποίηση είτε πραγματική είτε συμπερασματική είτε αποδιδόμενη αναφορικά με την ύπαρξη των δικαιωμάτων παραγραφής τρίτων. Oι τρεις πιο πάνω προϋποθέσεις πρέπει να αποδειχθούν από τον αγοραστή, ο οποίος πρέπει επίσης να τα εγείρει και στα δικόγραφα του, Ενβέρ Μεχμέτ Τσιακάρτο ν. Χουσείν Ιζέτ Λιόνο
(1954)2 Α.Α.Δ. (Μέρος 1) 113 . Είναι όμως και για ακόμα ένα λόγο που ο Ενάγοντας σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε να αξιώσει θεραπείες και για αποζημιώσεις για παρατυπίες και αντικανότητα του πλειστηριασμού ή την ακύρωση των εγγραφών: Ανεπιφυλάκτως εισέπραξε το ποσό των ΛΚ69.539,17 το οποίο προέκυψε ως πλεόνασμα από το εκπλειστηρίασμα, το οποίο και κατέθεσε στο λογαριασμό του στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού Λτδ στις 19.2.04, Τεκ.24. Συμφωνώ απολύτως με τους ευπαιδεύτους συνηγόρους των Εναγομένων. Ο Ενάγοντας εισέπραξε το υπόλοιπο ποσό που προέκυψε αποδεχόμενος ότι η όλη διαδικασία ήταν νόμιμη. Εμποδίζεται λοιπόν εκ της συμπεριφοράς του να ισχυρίζεται ότι η όλη διαδικασία είναι άκυρη. Συμπεριφορά που φέρει στο προσκήνιο το δόγμα της επιδοκιμασίας και αποδοκιμασίας. Δεν μπορεί ο Ενάγων από τη μια να επιδοκιμάζει με την είσπραξη του υπόλοιπου ποσού και από την άλλη να αποδοκιμάζει θεωρώντας ότι η διαδικασία που ακολουθήθηκε είναι άκυρη για να προσπορίσει προς όφελος του μεγαλύτερο κέρδος, Ηλία κ.ά. ν. Δημοκρατία
(1999)3 Α.Α.Δ. 884 και Κάππα ν. Οργανισμού Κυπριακής Γαλακτοκομικής Βιομηχανίας
(2000)3 Α.Α.Δ.
  1. Η αρχή της Επιδοκιμασίας/Αποδοκιμασίας (Approbation and Reprobation) συνιστά μορφή κωλύματος, Ηalsbury's Laws of England 4nd Ed. Vol. 16, par.
  2. Ο Ενάγων επίσης παραδέχτηκε ότι δεν επέστρεψε το εν λόγω ποσό σε οποιονδήποτε, ούτε και απέστειλε οποιανδήποτε επιστολή προς οιονδήποτε εμπλεκόμενο πρόσωπο σε σχέση με την εν λόγω πληρωμή. Η παραλαβή χρημάτων που πληρώθηκαν σε αντάλλαγμα της υπάρξεως μιας καταστάσεως πραγμάτων εμποδίζει τον παραλήπτη, στην απουσία κάποιας άγνωστης γι' αυτόν αιτίας που θα του έδιδε το δικαίωμα να την τερματίσει, από του να αρνηθεί την ύπαρξη της εν λόγω καταστάσεως πραγμάτων και παρέχει αναμφισβήτηση απόδειξη αποποίησης οποιασδήποτε τυχόν ενστάσεως επί οιουδήποτε θέματος για το οποίο και πληρώθηκε το εν λόγω ποσό. Στην προκείμενη περίπτωση, ο Ενάγοντας μετά την από μέρους του έγερση της παρούσας αγωγής, έχοντας πλήρη επίγνωση των διαζευκτικών θεραπειών του, δηλαδή είτε την επιστροφή των κτημάτων ή αποζημιώσεις, με δεδομένη τη γνώση του ότι τα κτήματα του είχαν πωληθεί προς τρίτα πρόσωπα στα πλαίσια δημόσιου πλειστηριασμού, για αιτία που ασφαλώς γνώριζε, και που δεν ήταν άλλη από την εκποίηση των ενυπόθηκων κτημάτων του, προς ικανοποίηση εξ' αποφάσεως χρέους του προς την Λαϊκή Τράπεζα, δεν μπορεί να συνεχίζει να κρατεί και τα χρήματα και παράλληλα να επιδιώκει την επιστροφή τους. Δεν υπάρχει οποιαδήποτε μαρτυρία από πλευράς του Ενάγοντα είτε προς την κατεύθυνση ότι παρέλαβε το εν λόγω ποσό με επιφύλαξη των δικαιωμάτων του, αναφορικά με οποιανδήποτε αξίωση στα πλαίσια της παρούσης αγωγής, είτε προς την κατεύθυνση ότι παρέλαβε το εν λόγω ποσό εν αγνοία των δικαιωμάτων του και ότι είναι ικανός και έτοιμος να επιστρέψει το εισπραχθέν ποσό. Είναι άξιο παρατήρησης το γεγονός ότι ο Ενάγων παρέλαβε την επιταγή και στις 19.2.2004 την κατέθεσε στον προσωπικό του λογαριασμό ενώ είχε ήδη καταχωριστεί στις 21.1.04 η αγωγή, αλλά και ταυτοχρόνως η αίτηση για ενδιάμεσο απαγορευτικό διάταγμα. Με όσα έχω εξηγήσει προηγουμένως και με την κατάληξη μου πως δεν έχει προσαχθεί ίχνος στέρεης μαρτυρίας που να καταδεικνύει είτε παράβαση της σχετικής νομοθεσίας ή των σχετικών κανονισμών, αλλά ούτε και οι ισχυρισμοί περί συμπαιγνίας και/ή συνωμοσίας μεταξύ των Εναγομένων για εξαπάτηση του Ενάγοντα, δόλου ή ψευδών παραστάσεων, η αγωγή δεν μπορεί να επιτύχει. Ο Ενάγων απέτυχε να προσάψει μαρτυρία στο επίπεδο που απαιτεί η νομολογία για να θεμελιώσει τις βάσεις της αγωγής όπως ο ίδιος τις επέλεξε. Ως προς το ζήτημα του αδικαιολόγητου πλουτισμού, το οποίο απλώς αναγράφεται στο παρακλητικό της Αγωγής, σημειώνω πως δεν αποτελεί αυτόνομη αιτία αγωγής και πρέπει να γίνεται επίκληση του στα πλαίσια άλλων διατάξεων, Νικόλας και Χρίστος Ιγνατίου ν. Νικόλα Λεμονάρη (πιο πάνω) και Minerva Finance & Investment Limited v. Γεωργιάδη
(1998)1 (Δ) Α.Α.Δ.
  1. Αλλά σε τελευταία ανάλυση κανείς δεν έγινε πλουσιότερος αδικαιολογήτως. Η Τράπεζα εισέπραξε τα οφειλόμενα εκ δικαστικής αποφάσεως και τα κτήματα αγοράσθηκαν νομίμως δια δημοσίου πλειστηριασμού. Ο Εναγόμενος πήρε ό,τι του αναλόγισε μετά την εξόφληση της οφειλής του και τη πληρωμή των σχετικών εξόδων και δικαιωμάτων. Απορρίπτω εν κατακλείδι τους όποιους ισχυρισμούς πρόβαλε ο Ενάγοντας περί συμφωνίας, επιστροφής του ενός από τα δύο ή και των δύο ακινήτων για επανεγγραφή στο όνομα του Ενάγοντα ή για συμφωνία ως προς το οφειλόμενο υπόλοιπο προς την Εναγόμενη 1 όπως καταγράφονται στην παράγραφο 33 της Έκθεσης Απαιτήσεως. Δέχομαι ως αληθινούς και αντικατοπτρίζοντας την πραγματική διάσταση των γεγονότων, τους ισχυρισμούς των Εναγομένων 1, όπως προβάλλονται στην Υπεράσπιση τους στις παραγράφους 24 και 25 και όπως έχουν προβληθεί μέσα από τη μαρτυρία του Εναγόμενου 2, υπαλλήλου των Εναγομένων 1 ότι έγιναν προσπάθειες με τους δύο αγοραστές των οικοπέδων ώστε να διερευνηθεί κατά πόσο υπήρχε δυνατότητα επιστροφής των ακινήτων και διευθέτηση τόσο της εδώ αγωγής, αλλά και των αγωγών 6471/90 και 1140/
  2. Προσπάθειες όμως οι οποίες δεν καρποφόρησαν γιατί δεν έγινε η πρόταση αποδεκτή από τον Ενάγοντα, ο οποίος και συνέχιζε να επιμένει στους ισχυρισμούς του στη βάση των όσων αξιώνει με την Έκθεση Απαιτήσεως του. Και πάλι ο Ενάγοντας περιπλέκει τα πράγματα χωρίς να ξεκαθαρίζει με τα δικόγραφα του προς τι εισάγεται ο ισχυρισμός αυτός και τι επιδιώκεται ως θεραπεία. Σίγουρα καταλήγω ότι δεν δικογραφείται και ούτε επιζητείται θεραπεία στη βάση παράβασης μεταγενέστερης συμφωνίας όπως καταγράφεται διερευνητικά στην επιστολή των Εναγομένων 1 ημερ. 24.6.05, Τεκ.
  3. Στο μόνο ενδεχομένως που θα δικαιούνταν ο Ενάγων, αν είχε αποδείξει με την προσαγωγή κατάλληλης μαρτυρίας ζημία, που και αυτή δεν έχει αποδεχθεί, είναι αποζημιώσεις για αμέλεια ή λάθος των Εναγομένων 1 και ή των υπαλλήλων τους, Εναγομένων 2 και 3, τα οποία όμως δεν εισάγει ως βάσεις αγωγής. Κατά συνέπεια η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα σε βάρος του Ενάγοντα όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............. Δ. Μιχαηλίδου, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΔΔ Subject: Civil / Other Actions / Final Αναφορά: Δόλος, απάτη, αποζημιώσεις cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.