← Κύπρος

Ανδρέα Σοφοκλέους ν. Κωστάκη Ταβελούδη κ.α., Αρ. Αγωγής: 6363/05, 6 Ιουλίου 2009

Ανδρέα Σοφοκλέους ν. Κωστάκη Ταβελούδη κ.α., Αρ. Αγωγής: 6363/05, 6 Ιουλίου 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:A192 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: M. Δρουσιώτη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 6363/05 Μεταξύ: Ανδρέα Σοφοκλέους, από τη Λεμεσό Ενάγοντα και

  1. Κωστάκη Ταβελούδη από τη Λεμεσό,
  2. Αντωνάκη Ταβελούδη από τη Λεμεσό, προσωπικά ως κληρονόμοι και/ή ως διαχειριστές της περιουσίας του Ευρυπίδη Χρ. Ταβελούδη, από τη Λεμεσό Εναγομένων ------------- Αίτηση ημερομηνίας 5.3.09 Ημερομηνία: 6 Ιουλίου 2009 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Εναγόμενους-Αιτητές: κ. Μ. Ηλίας Για τον Ενάγοντα-Καθ' ου η Αίτηση: Προσωπικά ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση οι εναγόμενοι αιτητές στο εξής θα αναφέρονται οι αιτητές ζητούν τα πιο κάτω διατάγματα: Διάταγμα και/ή απόφαση όπως το νομικό θέμα που εγείρεται στην παράγραφο 8 της υπεράσπισης τους, ότι δηλαδή ο ενάγοντας εμποδίζεται να ζητά τις θεραπείες που ζητά με την αγωγή που έχει τον πιο πάνω αριθμόν και τίτλο, λόγω ύπαρξης «Δεδικασμένου», (RES JUDICATA), στην αγωγή αρ. 3164/2000 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, μεταξύ των ιδίων διαδίκων, δηλαδή, ότι όλες οι διαφορές των διαδίκων στην παρούσα αγωγή αρ. 6363/05, λύθηκαν ή μπορούσαν να λυθούν με την αγωγή 3164/00 που προαναφέρθηκε, έτσι ώστε, η παρούσα διαδικασία να καθίσταται εκ των πραγμάτων αχρείαστη και/ή άκυρη και/ή παράνομη και/ή παράτυπη και/ή αντικανονική. Γι' αυτό, αυτό το θέμα είναι ανάγκη να προδικαστεί και/ή να αποφασιστεί πρώτα και/ή πριν από την ακρόαση, ολόκληρης της παρούσας αγωγής αρ. 6363/05, αφού στο στάδιο που βρίσκεται σήμερα η ακρόαση της υπόθεσης είναι το καταλληλότερο, γιατί ο ενάγοντας έχει ολοκληρώσει και έχει κλείσει την υπόθεση του και οι εναγόμενοι δεν έχουν αρχίσει να παρουσιάζουν την υπόθεση τους και/ή να προσφέρουν την μαρτυρία τους, έτσι που αν το Δικαστήριο δεχθεί και/ή αποφασίσει την ύπαρξη δεδικασμένου, θα εξοικονομηθούν αφ' ενός πολύτιμος χρόνος για το Δικαστήριο και αφ' ετέρου σημαντικά έξοδα για όλους τους διαδίκους. Απόφαση και/ή διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται η αναστολή κάθε περαιτέρω διαδικασίας στην παρούσα αγωγή και κατ' επέκταση η αναβολή της ακρόασης της υπόθεσης η οποία είναι ορισμένη στις 12.3.09, μέχρι να προδικαστεί και/ή αποφασιστεί από το Δικαστήριο το νομικό θέμα που εγείρεται στην παράγραφο 1 πιο πάνω. Η αίτηση αυτή βασίζεται πάνω στους Θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας Δ.27 Θ.1, 2 και 3, Δ.33 Θ.6, Δ.48 Θ.1 - 3 και 9 και πάνω στη Νομολογία, στην Πρακτική, στη Σύμφυτη Εξουσία και Διακριτική Ευχέρειαν του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα που στηρίζεται η αίτηση αναφέρονται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση του Κωστάκη Ταβελλούδη. Ο ενάγοντας καθ' ου η αίτηση καταχώρησε ένσταση.Η ένσταση στηρίζεται:
  3. Στα άρθρα 30, 28, 34, 35, 144, 148 και 179 του Συντάγματος, άρθρο 6 Παράγραφος 1 του Ν 39/
  4. 2 Επί του Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9, άρθρα 35

(3)(α) και
(5)και άρθρο
  1. Στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν. 14/
  2. Στο Περί Πολιτικής Δικονομίας Κεφ. 6, άρθρα 7 και
  3. Επί των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας Δ.19 Καν. 5, Δ.48 Καν. 1 και 2
(1)3 και
  1. Σχετική Νομολογία και Πρακτική και συναφείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Άρθρα του Ποινικού Κώδικα: 20, 21, 22, 23, 24, 25, 100, 101, 102, 105, 107, 110, 111, 116, 117, 118, 120, 121, 122, 126, 255, 297, 331, 333, 335, 341, 344, 347, 360, 371, 372 ως ετροποποιήθησαν υπό νεωτέρων και μεταγενέστερων Νόμων. Παρατίθενται 20 λόγοι ένστασης. Η ένσταση δεν συνοδεύεται από ένορκη δήλωση. Ο καθ' ου η αίτηση ζήτησε και του παραχωρήθηκε άδεια και αντεξέτασε τον ενόρκως δηλούντα. Τόσο το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την αίτηση, η αντεξέταση που υποβλήθηκε ο ενόρκως δηλών αλλά και οι λόγοι ένστασης έχουν μελετηθεί από το Δικαστήριο. Ο συνήγορος των αιτητών στην γραπτή του αγόρευση παραθέτει, αναλύει τους λόγους για τους οποίους το Δικαστήριο θα πρέπει να κάνει δεκτή την αίτηση του και να απορρίψει την υπόθεση λόγω δεδικασμένου. Περαιτέρω επεξηγεί τους λόγους γιατί προχώρησε στο παρών στάδιο στην καταχώρηση της αίτησης. Αναφέρθηκε στις αρχές που διέπουν το ζήτημα του δεδικασμένου και εισηγήθηκε ότι στην παρούσα υπόθεση συντρέχουν. Πέραν των πιο πάνω εισηγήθηκε ακόμη δύο θέματα ανεξαρτήτως από το αρχικό αίτημα για δεδικασμένο. Το πρώτο είναι ότι η ένσταση του καθ' ου η αίτηση δεν συνοδεύεται από ένορκη δήλωση και με βάση την εισήγηση του αυτό του στερεί το δικαίωμα να αναφέρεται και να επικαλείται γεγονότα και έγγραφα που δεν φαίνονται και δεν είναι κατατεθημένα στο φάκελο του Δικαστηρίου. Και το δεύτερο θέμα ότι η ένσταση στερείται νομικής βάσης αφού δεν βασίζεται η ένσταση στους Θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας στην Δ.48 Θ.
  2. Ο καθ' ου η αίτηση στην αγόρευση του ζήτησε την απόρριψη της αίτησης καθότι οι θέσεις που εκφράζονταν στην αίτηση προσκρούουν ρητά στο άρθρο 30
(1)του Συντάγματος. Πέραν των πιο πάνω εισηγήθηκε ότι δεν συντρέχουν οι αρχές επί του θέματος του δεδικασμένου αφού δεν υπάρχει ταύτιση επίδικων θεμάτων λόγω της διαφορετικότητας της αγωγής 3164/00 από την υπό εκδίκαση αγωγή. Το υπό την παράγραφο 2 αιτούμενο διάταγμα έχει καταστεί άνευ αντικειμένου εφόσον η συνέχιση της ακρόασης έχει αναβληθεί μέχρι την εκδίκαση της αίτησης. Ως εκ τούτου το μόνο ζήτημα που παραμένει προς εξέταση είναι το θέμα του δεδικασμένου παράγραφος 1. Δεδικασμένο Σύμφωνα με τα όσα αναφέρονται στη βιβλιογραφία και στη νομολογία, η αρχή του δεδικασμένου (Res Judicata) υφίσταται με στόχο την αποτροπή του φαινομένου να υποχρεωθεί ένας διάδικος να προστατεύσει τον εαυτό του δύο φορές για το ίδιο θέμα (βλ. Χριστοφής Α. Χριστοφή (Παπέττα) ν. Σ.Μ. Φλοκκάς Λτδ, κ.α.
(2001)1 ΑΑΔ 1703). Στην απόφαση Ανδρέας Γιαννή Γαβριήλ κ.α. ν. Γεώργιου Αγαπίου
(1998)1 ΑΑΔ 1868, λέχθηκε ότι: «Το δεδικασμένο θεμελιώνεται στην αρχή της τελεσιδικίας. Αγώγιμο δικαίωμα θεωρείται ως δεδικασμένο εφόσον τα επίδικα θέματα της πρώτης και της δεύτερης αγωγής είναι ταυτόσημα (βλ. Buehler v. Chronos Richardson
(1998)2 All E.R. 960 (C.A.)). .............................. Στην Pieris v. Republic
(1983)3 C.L.R. 1054 (Ολομέλεια), είχαμε την ευκαιρία να εξετάσουμε τη συνισταμένη του δεδικασμένου και να αναφερθούμε στις παραμέτρους της εφαρμογής του. Εξίσου διαφωτιστικές, για τον προσδιορισμό και παραμέτρους του δεδικασμένου είναι και οι αποφάσεις του Εφετείου στη Theori and Another v. Djoni and Another
(1984)1 C.L.R. 296, και Παμπορίδης ν. Κτηματικής Τραπέζης Κύπρου Λτδ
(1995)1 Α.Α.Δ.670.» Συνεπώς, εμποδίζονται οι διάδικοι από το να εγείρουν εκ νέου ζητήματα επί των οποίων το δικαστήριο έχει ήδη αποφανθεί. Στο σύγγραμμα Halsbury´s Laws of England, 3rd ed., volume 15 αναφέρονται τα εξής στην παράγραφο 359: «
  1. [.] In all cases where the cause of action is really the same (h), and has been determined on he merits (i), [.] the plea of res judicata would succeed. The doctrine applies to all matters which existed at the time of the giving of the judgment, and which the party has an opportunity of bringing before the court.» Είναι γεγονός ότι η ένσταση δεν συνοδεύεται από ένορκη δήλωση όμως λόγω της φύσεως της υπόθεσης είμαι αναγκασμένος να εξετάσω την αίτηση αντλώντας κατεύθυνση από το φάκελο της υπόθεσης. Ερχόμενος τώρα στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης τα οποία αντλώ τόσο από την ένορκη δήλωση του κ. Κωστάκη Ταβελούδη που συνοδεύει την αίτηση όσο και από την αντεξέταση που υποβλήθηκε αλλά και από την μέχρι τώρα τεθείσα μαρτυρία εκ μέρους του ενάγοντα. Είναι κοινά αποδεχτή η ύπαρξη της αγωγής 3164/00 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού μεταξύ των εναγομένων στην παρούσα αγωγή (ως εναγόντων) και του ενάγοντα (ως εναγομένου). Στην υπόθεση αυτή εκδόθηκε απόφαση και η αγωγή απορρίφθηκε με έξοδα υπέρ του εναγομένου. Ο ενάγοντας στην παρούσα αγωγή ζητά θεραπείες για ζημιές που υπέστει από την έκδοση συντηρητικού διατάγματος στην αγωγή 3164/00 καθώς και γενικές αποζημιώσεις. Είναι κοινά αποδεκτό ότι έχει εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση στην αγωγή 3164/00, ότι υπάρχει ταύτιση διαδίκων αφού οι διάδικοι στην παρούσα ήταν αντιστρόφως διάδικοι και στην υπόθεση 3164/00 και κατ' επέκταση υπάρχει ταύτιση της ιδιότητας των διαδίκων. Αυτό που ιδιαίτερα πρέπει να εξετασθεί είναι αν υπάρχει ταύτιση επιδίκων θεμάτων. Για να εφαρμοσθεί ο κανόνας του δεδικασμένου όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα «Το Δίκαιο της Απόδειξης» του Δικαστή κ. Τ. Ηλιάδη «πρέπει να αποδειχθεί ότι το θέμα που εγείρεται στη νέα διαδικασία έχει εγερθεί και έχει εξετασθεί στην πρώτη διαδικασία. Είναι γεγονός ότι λόγω της φύσεως της αγωγής αποτελεί αναπόφευκτη ενέργεια γεγονότα που αφορούσαν την υπόθεση 3164/00 να τεθούν και σ' αυτή την υπόθεση, όμως εξετάζοντας την παρούσα αγωγή καταλήγω στο συμπέρασμα ότι δεν υπάρχει ταύτιση των εγειρομένων θεμάτων των δύο αγωγών. Επομένως αυτό που απομένει να εξετασθεί είναι κατά πόσο τυγχάνει εφαρμογής η αρχή σύμφωνα με την οποία «το δεδικασμένο εφαρμόζεται και σε όλα τα ζητήματα που υφίσταντο κατά τον χρόνο έκδοσης της απόφασης, και ο διάδικος είχε την ευκαιρία να παρουσιάσει στο Δικαστήριο» και συγκεκριμένα στην παρούσα υπόθεση εάν οι αξιώσεις που ζητά ο ενάγοντας θα μπορούσαν να απαιτηθούν μέσα στα πλαίσια της αγωγής 3164/
  2. Επί του θέματος αυτού αντλώ κατεύθυνση από την υπόθεση Κλεόπα ν. Αντωνίου
(2002)1 ΑΑΔ 58 στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Η νομική φύση του δεδικασμένου απασχόλησε επανειλημμένα. Το υπό κρίση είναι από τα θέματα που έχει φωτίσει αρκούντως η νομολογία. Στην Παμπορίδης ν. Κτηματικής Τραπέζης Λτδ
(1995)1 ΑΑΔ 670 επισημάνθηκε από το Εφετείο ότι: «. δημιουργείται δεδικασμένο όχι μόνο σε σχέση με όσες αξιώσεις περιλήφθηκαν στην πρώτη αγωγή αλλά και σε σχέση με εκείνες που μπορούσαν να προβληθούν ως ενταγμένες στο πλαίσιο του αρχικού αντικειμένου της αντιδικίας, αλλά δεν προβλήθηκαν. Είναι θεμελιωμένο πως αυτή η προέκταση ισχύει και ως προς τις δύο εκφάνσεις του δεδικασμένου δηλαδή και για κώλυμα αναφορικά με την αιτία της αγωγής και για κώλυμα αναφορικά με επίδικο θέμα. Στην υπόθεση Arnold v. NatWest Bank PLC (ανωτέρω) αποφασίστηκε πως όπου εξαιρετικές περιστάσεις δείχνουν ότι η άκαμπτη εφαρμογή των κανόνων ως προς το δεδικασμένο θα οδηγούσε σε αδικία ενώ, αντίστροφα, η παράκαμψη τους δεν θα απέληγε σε κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, δικαιολογείται η συζήτηση θέματος σε νέα δικαστική διαδικασία έστω και αν αυτό το θέμα πράγματι αποφασίστηκε σε προηγούμενη ή ενώ δεν είχε προβληθεί για να αποφασιστεί, θα μπορούσε να είχε προβληθεί. Η υπόθεση Arnold v. NatWest Bank PLC (ανωτέρω) δεν αφορούσε σε κώλυμα ως προς την αιτία της αγωγής αλλά σε κώλυμα ως προς επίδικο θέμα. Στην υπόθεση The «Indian Grace» (ανωτέρω) κρίθηκε ότι, κατ' εφαρμογήν της, ισχύουν τα ίδια και στην περίπτωση κωλύματος ως προς την ίδια την αιτία της αγωγής, σε σχέση όμως με θέμα που ενώ δεν αποφασίστηκε πράγματι, θα μπορούσε να είχε προβληθεί στο πλαίσιο της πρώτης διαδικασίας για να αποφασιστεί.» Είμαι της άποψης ότι οι αποζημιώσεις που ζητά ο ενάγοντας στην παρούσα αγωγή δεν μπορούσαν να περιληφθούν ως ενταγμένες στο πλαίσιο του αρχικού κειμένου της επίδικης. Το θέμα ότι η ένσταση στερείται νομικής βάσης γιατί δεν βασίζεται στους Θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας στην Δ.48 Θ. 4 έχει καλυφθεί με την τροποποίηση. Πέραν τούτου η μη αναγραφή της Δ.48 Θ. 4 είναι καθαρά τυπική και ως εκ τούτου δεν θα προξενούσε οποιαδήποτε βλάβη. Ως εκ τούτου η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του καθ' ου η αίτηση και εναντίον των αιτητών ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ........... Μ. Δρουσιώτης, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /Σ.Κ. (Subject: Civil/OtherAction/Interim) (Αναφορά: Δεδικασμένο Δ.27 Θ. 1, 2 και 3 και Δ.33 Θ. 6 Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.