← Κύπρος

FRETRADE SAL ν. TLAIS TRADING COMPANY LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 6053/04, 8.7.2009

FRETRADE SAL ν. TLAIS TRADING COMPANY LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 6053/04, 8.7.2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:A194 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Μαλαχτού, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 6053/04 Μεταξύ: FRETRADE SAL, από το Λίβανο Ενάγουσας - και -

  1. TLAIS TRADING COMPANY LIMITED
  2. PTOLEMEOU TLAISS, otherwise ALI TLAISS
  3. FAHAD AHMAD ISMAIL Εναγομένων - - - - - - - - - - - - - - Αίτηση ημερομηνίας 25.2.2009 8.7.2009 Για την Ενάγουσα - Αιτήτρια: κα Μηλιώτου (κ. Μ. Βορκάς για ν΄ ακούσει απόφαση) Για την Εναγόμενη 1 - Καθ΄ ης η Αίτηση: κ. Ντ. Σαβεριάδης για κα Κ. Κλεάνθους (κα Χρ. Μαρκουλή για ν΄ ακούσει απόφαση) Για τους Εναγόμενους 2 και 3 - Καθ΄ ων η Αίτηση: κ. Ντ. Σαβεριάδης (κα Χρ. Μαρκουλή για ν΄ ακούσει απόφαση) Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Την 26.3.2008 εκδόθηκε εκ συμφώνου διάταγμα διατάττον την Ενάγουσα και τους Εναγόμενους όπως εντός περιόδου δύο μηνών καταχωρήσουν ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων. Την 28.5.2008 δόθηκε παράταση χρόνου για ακόμα ένα μήνα. Την 26.6.2008 καταχωρίστηκε ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων από τον Εναγόμενο
  4. Καμιά άλλη ένορκη δήλωση αποκάλυψης δεν καταχωρίστηκε εκ μέρους της Υπεράσπισης. Με την υπό κρίση Αίτηση η Ενάγουσα Αιτήτρια εξαιτείται διάταγμα με το οποίο να διαγράφεται και/ή παραμερίζεται και/ή ακυρώνεται η Υπεράσπιση των Εναγομένων 1 και 3 λόγω μη συμμόρφωσης με το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 26.3.2008 για αποκάλυψη εγγράφων και κατ΄ ακολουθία έκδοση απόφασης ως η απαίτηση λόγω μη καταχώρησης [έλλειψης] υπεράσπισης. Ακόμα διάταγμα με το οποίο να διαγράφεται και/ή παραμερίζεται και/ή ακυρώνεται η Ένορκη Δήλωση του Εναγομένου 2, ημερομηνίας 6.12.2007 [η ορθή ημερομηνία είναι 26.6.2008] ως μη συμμορφούμενη με το διάταγμα για αποκάλυψη εγγράφων. Η Αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση ημερομηνίας 25.2.2009 της κας Δώρας Δημητρό, ασκούμενης δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων της Ενάγουσας. Πέραν της αναφοράς σε επιστολή των δικηγόρων της Ενάγουσας ημερομηνίας 22.10.2008 προς τους δικηγόρους των Εναγομένων 1 και 3 σε σχέση με το υπό κρίση ζήτημα και απαντητική επιστολή του δικηγόρου του Εναγόμενου 3, ίδιας ημερομηνίας, ότι άλλο αναφέρεται στην ένορκη δήλωση συνιστά νομική επιχειρηματολογία. Υποβάλλεται η θέση πως οι Εναγόμενοι 1 και 3 δεν συμμορφώθηκαν με τη διαταγή του Δικαστηρίου για αποκάλυψη γιατί δεν καταχώρησαν οι ίδιοι ένορκη δήλωση αποκάλυψης. Ουσιαστικά εγείρεται ζήτημα καταλληλότητας του Εναγόμενου 2 να προβεί στην καταχωρηθείσα ένορκη δήλωση αποκάλυψης και εκ μέρους των Εναγομένων 1 και
  5. Οι Εναγόμενοι 2 και 3 καταχώρησαν Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης που υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση ημερομηνίας 27.5.2009 της κας Νέδας Ηροδότου, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων των Εναγομένων 2 και
  6. Η Εναγόμενη 1 καταχώρησε Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης που υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση ημερομηνίας 27.5.2009 του Εναγόμενου 2 ο οποίος δηλώνει διευθυντής της Εναγόμενης
  7. Καταγράφονται στις δύο Ενστάσεις πανομοιότυποι λόγοι ένστασης. Αναφέρεται πως όλοι οι Εναγόμενοι δικογραφούν στην Έκθεση Υπεράσπισής τους πως ουδέποτε συνήψαν οιαδήποτε συμφωνία με την Ενάγουσα και πως η μαρτυρία που θα προσφέρουν κατά τη δίκη θα είναι κοινή. Έχουν οι Εναγόμενοι 1 και 3 εξουσιοδοτήσει τον Εναγόμενο 2 να προβεί και εκ μέρους τους στην καταχωρηθείσα ένορκη δήλωση αποκάλυψης και περαιτέρω αποκάλυψη από αυτούς είναι εκ του περισσού. Δεν προσπάθησαν να αποφύγουν δίκαιη αποκάλυψη αλλά ούτε και ενήργησαν κακόπιστα. Τυχόν έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα καταστρατηγούσε τα συνταγματικά τους δικαιώματα για διεξαγωγή δίκαιης δίκης. Η αποκάλυψη εγγράφων στοχεύει στη λήψη πληροφοριών και στην παρουσίαση εγγράφων που είναι σχετικά με τη διαφορά που προέκυψε μεταξύ των διαδίκων για το σκοπό προετοιμασίας για την ακρόαση (βλ. G.A.P. Navig. Ltd v. Merzario Marrittima SRL

(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1624, 1629). Αποκάλυψη είναι η μέθοδος με την οποία οι διάδικοι διατάσσονται να αποκαλύψουν την ύπαρξη όλων των εγγράφων που έχουν σχέση με τα επίδικα θέματα. Η αποκάλυψη εγγράφων καθιστά δυνατή τη χρησιμοποίηση του αποκαλυφθέντος υλικού προς υποστήριξη των θέσεων του διαδίκου που το αποκαλύπτει ή για την αντίκρουση των θέσεων του αντιδίκου. Έτσι ένας άλλος σκοπός της αποκάλυψης είναι η αποτροπή του αιφνιδιασμού κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας αναφορικά με την έγγραφη απόδειξη. Ο κάθε διάδικος που διατάσσεται να προβεί σε αποκάλυψη οφείλει να το πράξει ακόμα και στην περίπτωση που δεν έχει στην κατοχή ή τον έλεγχο του οποιοδήποτε έγγραφο. Οφείλει να δηλώσει το γεγονός ώστε και ο αντίδικος να γνωρίζει πως δεν πρόκειται να έχει να αντιμετωπίσει κάποιο έγγραφο ως μέρος του αποδεικτικού υλικού που θα προσφέρει κατά τη δίκη. Στους Halsbury's Laws of England, 3η Έκδ., τόμος 12, σελ. 30, παραγρ. 41 αναφέρεται πως όταν εκδίδεται διάταγμα αποκάλυψης εναντίον πέραν του ενός διαδίκου, ο καθένας πρέπει να ορκιστεί ξεχωριστή ένορκη δήλωση ή να συνενωθεί σε μια από κοινού. Στην τελευταία περίπτωση οι διάδικοι πρέπει να αναφερθούν στα έγγραφα που αυτοί ή οιοσδήποτε από αυτούς έχουν ή είχαν στην κατοχή ή έλεγχο τους. Θα πρέπει με την ή τις ένορκες δηλώσεις αποκάλυψης που καταχωρούνται να αποκαλύπτεται τι έγγραφα έχει ή είχε ο κάθε διάδικος ξεχωριστά στην κατοχή ή τον έλεγχο του. Στην ένορκη δήλωση αποκάλυψης της 26.6.2008 ο Εναγόμενος 2 αναφέρεται στα έγγραφα τα οποία ο ίδιος έχει στην κατοχή ή έλεγχο του και τα οποία παραθέτει σε παράρτημα. Σε σχέση με τους Εναγόμενους 1 και 3 αναφέρει πως είναι και εκ μέρους τους εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκο δήλωση αποκάλυψης, ωστόσο καμιά αναφορά δεν κάνει σε έγγραφα που βρίσκονταν ή βρίσκονται στην κατοχή ή έλεγχο των Εναγομένων 1 ή και 3, ούτε δηλώνει πως η Εναγόμενη 1 ή και ο Εναγόμενος 3 δεν είχαν και δεν έχουν έγγραφα στην κατοχή ή τον έλεγχο τους. Οι πρόνοιες της Δ.28 και ιδιαίτερα του θ.12 που αφορά στις κυρώσεις σε περίπτωση παράλειψης συμμόρφωσης συνηγορούν υπέρ της θέσης της Ενάγουσας πως το διάταγμα αποκάλυψης εναποθέτει προσωπική υποχρέωση στο διάδικο προς τον οποίο απευθύνεται να καταχωρήσει ο ίδιος ένορκη δήλωση αποκάλυψης. Η φύση του ζητήματος που αφορά στην πραγματική κατοχή ή έλεγχο εγγράφων, καθιστά τον ίδιο το διάδικο ως το καταλληλότερο πρόσωπο να ορκιστεί την ένορκη δήλωση αποκάλυψης. Αναμφίβολα στην περίπτωση διαδίκου που είναι νομικό πρόσωπο την ένορκη δήλωση θα ορκιστεί κάποιο φυσικό πρόσωπο, κάποιος αξιωματούχος της εταιρείας. Ο Εναγόμενος 2 ως διευθυντής της Εναγόμενης 1 εταιρείας θα μπορούσε να ορκιστεί εκ μέρους της ένορκη δήλωση αποκάλυψης. Όμως το ζήτημα εδώ αφορά την ουσία των όσων αναφέρονται στην ένορκη δήλωση όπου δεν γίνεται αναφορά στην Εναγόμενη
  1. Στην προκειμένη περίπτωση ακόμα και αν ο Εναγόμενος 3 είχε ορκιστεί ένορκη δήλωση αποκάλυψης ανάλογου περιεχομένου με αυτό της ένορκης δήλωσης της 26.6.2008 δεν θα υπήρχε συμμόρφωση του με τη διαταγή για αποκάλυψη γιατί το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης με παντελή έλλειψη αναφοράς στον Εναγόμενο 3 είναι ανεπαρκές. Εφόσον το περιεχόμενο της καταχωρηθείσας ένορκης δήλωσης δεν καλύπτει τους Εναγόμενους 1 και 3 αυτοί δεν έχουν συμμορφωθεί με τη διαταγή για αποκάλυψη. Η Αίτηση βασίζεται στη Δ.28 θ.12 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας η οποία καθ΄ όση έκταση ενδιαφέρει προνοεί ότι (σε δική μου μετάφραση): «Εάν οιοσδήποτε διάδικος . αποτύχει να συμμορφωθεί με οιανδήποτε διαταγή για αποκάλυψη . εγγράφων, αυτός θα υπόκειται σε κατάσχεση, και επίσης εάν είναι ο Ενάγοντας να απορριφθεί η αγωγή του για έλλειψη προώθησης και εάν είναι ο Εναγόμενος να παραμεριστεί η Υπεράσπισή του και να τοποθετηθεί στην ιδία θέση ως εάν να μην είχε υπερασπιστεί. . και διάταγμα μπορεί να εκδοθεί ανάλογα.» Η Δ.28 θ.12 αντιστοιχεί στην παλιά Αγγλική O.31 r.
  2. Αναφέρεται στη Δικονομική Πρακτική του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Αγγλίας του 1949, σελ. 570-571 ότι το Δικαστήριο δεν εκδίδει διάταγμα για την απόρριψη της αγωγής εκτός εάν ικανοποιηθεί ότι ο ενάγων προσπαθεί να αποφύγει τη δίκαιη αποκάλυψη. Τα ίδια πρέπει να ισχύουν και για τον παραμερισμό της Έκθεσης Υπεράσπισης. Στο σύγγραμμα Odgers on Pleading and Practice, 21η έκδοση, σελ. 229 αναφέρεται ότι: «Normally, however, the court is reluctant to exercise such power and will only do so when a party has at least once disobeyed a peremptory order, insisting, for example, that he made discovery within a time specified in the order. A party who fails to comply with an order for discovery or production is also liable to committal . These are highly penal provisions and will only be enforced in the last resort, where it seems clear that the party in default really intends not to comply with an order of the court.» Η εξουσία του Δικαστηρίου να επιβάλει τις κυρώσεις που προνοεί η Δ.28 θ.12 είναι δυνητική. Αυτό αποκαλύπτει η χρήση της λέξης «may» στην κατάληξη του θεσμού: «. and an order may be made accordingly». Στο θεσμό μνημονεύονται οι δραστικότερες των κυρώσεων και εφόσον η επιβολή τους ή κάποιας από αυτές δεν είναι επιτακτική έχει το Δικαστήριο τη διακριτική εξουσία να διατάξει διαφορετικά και γιατί όχι να επιβάλει και όρους όπως για παράδειγμα να διατάξει τη διαγραφή της Υπεράσπισης εκτός και αν οι Εναγόμενοι συμμορφωθούν με τη διαταγή αποκάλυψης σε τακτό χρονικό διάστημα. Στην Αγγλία η νέα Ο.24 r.16 που αντικατέστησε την παλιά O.31 r.21 (Rules of the Supreme Court (Revision) 1962) προνοεί ρητά πως το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει τέτοια διαταγή όπως το κρίνει δίκαιο. Ανάλογη πρόνοια δεν υπάρχει στην Δ.28 θ.12 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, είμαι ωστόσο της άποψης πως το γεγονός δεν εμποδίζει το Δικαστήριο από του να επιβάλει οιουσδήποτε όρους που θα κρίνει ορθούς και δίκαιους υπό τας περιστάσεις. Έχει άλλωστε το Δικαστήριο σύμφυτη εξουσία να λειτουργήσει ώστε να απονεμηθεί σωστά η δικαιοσύνη και ο θ.12 όπως είναι διαμορφωμένος όχι μόνο δεν αποκλείει αλλά, παρέχοντας δυνητική εξουσία στην επιβολή συγκεκριμένων κυρώσεων, αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο διαφορετικής αντιμετώπισης μέσα στα πλαίσια των σύμφυτων εξουσιών του Δικαστηρίου. Στη Δικονομική Πρακτική του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Αγγλίας του 1949 αναφέρεται κάτω από την παλιά O.31, r.21 στη σελ. 571 ότι η διαταγή μπορεί να είναι ο παραμερισμός της Έκθεσης Υπεράσπισης και η έκδοση απόφασης εάν η αποκάλυψη δεν γίνει εντός καθοριζομένης προθεσμίας και πως τέτοια διαταγή δεν χρειάζεται να επιδοθεί (Farden v. Richter 23 Q.B.D. 124 και Fisher v. Hughes 25 W.R. 528). Επομένως η ευχέρεια έκδοσης διαταγής για παραμερισμό της Έκθεσης Υπεράσπισης υπό όρους υπήρχε στην Αγγλία και πριν την αναμόρφωση των θεσμών όταν ίσχυε η παλιά O.31, r.21 που ήταν πανομοιότυπη με τη δική μας Δ.26, θ.
  3. Στην Husband's of Marchwood Ltd v. Drummond Walker Developments Ltd
(1975)2 All E.R. 30 οι εναγόμενοι συμμορφώθηκαν με το διάταγμα εκπρόθεσμα όμως μετά την καταχώριση αίτησης από τους ενάγοντες με την οποία ζητούσαν τον αποκλεισμό των εναγομένων από του να υπερασπιστούν. Πρωτόδικα διατάχτηκε όπως οι εναγόμενοι καταθέσουν στο Δικαστήριο εντός 21 ημερών το υπόλοιπο της απαίτησης των εναγόντων - αφού είχε ήδη κατατεθεί κάποιο μέρος της δυνάμει προηγούμενης διαταγής - διαφορετικά οι εναγόμενοι να αποκλειστούν από του να υπερασπίσουν την αγωγή. Κατ΄ έφεση αναφέρθηκε ότι: «Nevertheless, it appears to me that in the circumstance of a case such as this, an order striking out the defence unconditionally would have been wholly inappropriate and quite wrong. An order such as has been made now also seems to me wholly inappropriate and quite wrong. Supposing that at the hearing it had emerged that discovery was (so to speak) just round the corner, then it seems to me that the correct and only proper order the judge could have made would have been to say 'Order the defence to be struck out, and judgment for the plaintiffs on the claim if the lists for discovery are not produced in', say, two days, three days, seven days, some very short time. ............................. The object of the plaintiffs has in fact been achieved, because their summons has produced what they wanted, namely, that the due processes of the action should go forward. I think that what should have been done in September 1974 was for the plaintiffs to ask for an order striking out the defence unless within a certain time the defendants had, produced their discovery; and I think, that not having been done then, an order which puts them in the situation later of having to produce the whole of the plaintiffs' claim, albeit only into court, when they have ultimately complied with the last requirement, is an order which should not have been made. ............................. I think that RSC Ord.24, r.16
(1), is designed to secure compliance with the rules and orders of the court relating to discovery, and not to punish a party for not having complied with them within the time limited for the purpose. I think normally - there may be exceptional circumstances - that an order which is not aimed to achieve the result is prima facie wrong, wrong either because it is not within the terms of RSC Ord.24, r.16
(1), a point on which I express no opinion, or, if within the terms is a wrong exercise of the discretion of the court.» Στην Costellow v. Somerset County Council
(1993)1 All E.R. 952, υποδεικνύεται ποια θα πρέπει να είναι η προσέγγιση του Δικαστηρίου σε υποθέσεις που ζητείται η απόρριψη αγωγής λόγω μη προώθησης: «Cases involving procedural abuse (such as Hytrac Conveyors Ltd v. Conveyors International Ltd
(1982)2 All E.R. 415,
(1983)1 W.L.R. 44) or questionable tactics (such as Revici v. Prentice Hall Inc
(1969)1 All E.R. 772,
(1969)1 W.L.R. 157) may call for special treatment. So, of course, will cases of contumelious and intentional default and cases where a default is repeated or persisted in after a peremptory order. But in the ordinary way, and in the absence of special circumstances, a court will not exercise its inherent jurisdiction to dismiss a plaintiff's action for want of prosecution unless the delay complained of after the issue of proceedings has caused at least a real risk of prejudice to the defendant. A similar approach should govern applications made under Ords 19, 24, [δική μου υπογράμμιση] 25, 28 and 34.» Από τον τρόπο με τον οποίο οι Εναγόμενοι 1 και 3 ενήργησαν και την αντιμετώπιση τους της υπό κρίση αίτησης δεν διαφαίνεται πως ενήργησαν ή ενεργούν κακόπιστα ώστε να αποφύγουν να συμμορφωθούν με τη διαταγή του Δικαστηρίου. Προκύπτει να έχουν συμβουλευτεί πως η εξουσιοδότηση τους προς τον Εναγόμενο 2 να προβεί εκ μέρους τους σε ένορκη δήλωση αποκάλυψης θα ικανοποιούσε τη διαταγή του Δικαστηρίου και εκλαμβάνουν κατόπιν συμβουλής των δικηγόρων τους πως έχουν συμμορφωθεί. Κατά τη συζήτηση της Αίτησης δόθηκε η εικόνα πως η θέση των Εναγομένων 1 και 3 είναι πως κανένα έγγραφο δεν είχαν ή έχουν στην κατοχή ή έλεγχο τους που να σχετίζεται με τα επίδικα ζητήματα και πως περιττεύει η καταχώρηση άλλης ένορκης δήλωσης αποκάλυψης. Αυτή δεν είναι η ορθή νομική προσέγγιση του ζητήματος αλλά όπως πιο πάνω αυτή εξηγήθηκε. Καταλήγω πως η ορθή και δίκαιη υπό τας περιστάσεις διαταγή είναι η έκδοση διατάγματος εναντίον των Εναγομένων 1 και 3 κεχωρισμένα με το οποίο να παραμερίζεται η Υπεράσπιση του κάθε ενός από αυτούς εκτός και αν αυτός προβεί σε ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων εντός 28 ημερών από σήμερα. Συνεπώς εκδίδεται διάταγμα ως ανωτέρω. Τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας - Αιτήτριας και εναντίον των Εναγομένων 1 και 3 - Καθ΄ ων η Αίτηση όπως τούτα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η Αίτηση εναντίον του Εναγόμενου 2 - Καθ΄ ου η Αίτηση απορρίπτεται. Έχοντας υπόψη ότι αυτός καταχώρησε Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης από κοινού με τον Εναγόμενο 3 τους οποίους εκπροσωπεί ο ίδιος δικηγόρος, κρίνω πως είναι ορθό και δίκαιο να επιδικάσω υπέρ του και εναντίον της Ενάγουσας -Αιτήτριας το ήμιση των εξόδων όπως τούτα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................ Χ. Μαλαχτός, Α.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΔ Subject: Civil/Other Actions/Interim Αναφορά: Αποκάλυψη Εγγράφων. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.