← Κύπρος

MARK MAN LIMITED ν. BANQUE NATIONALE DE PARIS INTERCONTINENTALE κ.α., Αγωγή αρ. 2997/03, 9 Ιουλίου, 2009

MARK MAN LIMITED ν. BANQUE NATIONALE DE PARIS INTERCONTINENTALE κ.α., Αγωγή αρ. 2997/03, 9 Ιουλίου, 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:A196 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Αγωγή αρ. 2997/03 Μεταξύ: MARK MAN LIMITED, εκ Λεμεσού Ενάγοντα -και-

  1. BANQUE NATIONALE DE PARIS INTERCONTINENTALE, εκ Λεμεσού
  2. BNP PARIBAS (SUISSE) SA, εξ Ελβετίας Εναγομένων ------------------------------ ΚΑΙ ΔΙΑ ΑΝΤΑΠΑΙΤΗΣΕΩΣ Μεταξύ: BANQUE NATIONALE DE PARIS INTERCONTINENTALE, εκ Λεμεσού Εναγόντων -και-
  3. MARK MAN LIMITED, εκ Λεμεσού
  4. Sergei Piliugin, εκ Λεμεσού
  5. Aντώνη Τόσκα, εκ Λεμεσού Εναγομένων ............ ΚΑΙ ΔΙΑ ΑΝΤΑΠΑΙΤΗΣΕΩΣ Μεταξύ: BNP PARIBAS (SUISSE) SA, εξ Ελβετίας Εναγόντων -και- MARK MAN LIMITED, εκ Λεμεσού Εναγομένων ......... Αίτηση ημερομηνίας 7.5.09 9 Ιουλίου, 2009 Για τους αιτητές-ενάγοντες: κ. Α. Μελάς Για τους καθ' ων η αίτηση - εναγόμενους: κ. Δ. Αραούζος ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό κρίση αίτηση οι αιτητές επιζητούν άδεια και/ή οδηγίες του Δικαστηρίου για την καταχώρηση απαντητικής και/ή συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης από τον Sergiy Pilyugin προς απάντηση των ισχυρισμών που περιέχονται στην ένορκη δήλωση του Θωμά Χριστοδούλου, η οποία υποστηρίζει την ένσταση των καθ' ων η αίτηση ημερομηνίας 5.5.09 και προς τον σκοπό να υποστηρίξουν την αίτηση των αιτητών ημερομηνίας 24.3.09, που αφορά την τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης στην παρούσα αγωγή. Η αίτηση βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.39 και Δ.48, θθ.1-4

(1)και
(2), στο άρθρο 30 του Συντάγματος καθώς και στις συμφυείς εξουσίες, την πρακτική και τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση, ίδιας ημερομηνίας με την αίτηση, του Sergiy Pilyugin, ενός εκ των διοικητικών συμβούλων της ενάγουσας εταιρείας Mark Man Ltd, που βρίσκεται υπό εκκαθάριση. Ο ενόρκως δηλών γνωρίζοντας πλήρως και προσωπικά τα γεγονότα της υπόθεσης, προβαίνει στην ένορκη του δήλωση μετά από πλήρη εξουσιοδότηση των εναγόντων και κατόπιν νομικής συμβουλής που έλαβε από τον κ. Κώστα Μελά. Ισχυρίζεται ότι οι ισχυρισμοί και τα γεγονότα που περιέχονται στην ένορκη δήλωση του Θωμά Χριστοδούλου χρειάζονται απάντηση και συνεπώς είναι αναγκαίο να επιτραπεί η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, για να έχει το Δικαστήριο πλήρη εικόνα όσον αφορά τα θέματα της υπό εκδίκασης αίτησης. Συγκεκριμένα, είναι απαραίτητο να απαντηθεί η παράγραφος 4 της υπό αναφορά ένορκης δήλωσης, λόγω του ότι αμφισβητούνται θεμελιακά ζητήματα σε σχέση με την υπόσταση της αίτησης και ειδικότερα το διοριστήριο από τον Επίσημο Παραλήπτη προς το δικηγορικό γραφείο Κώστας Μελάς & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., η εξουσιοδότηση του ενόρκως δηλούντα από τους ενάγοντες για να προβεί στην ένορκη δήλωση που στηρίζει την αίτηση τροποποίησης, αναφορικά με το θέμα εκ μέρους ποιων προβαίνει σε αυτή και για το θέμα ένστασης ημερομηνίας 29.11.04 που είχε καταχωρηθεί σε σχέση με την αίτηση της εναγόμενης 1, ημερομηνίας 28.9.04 για διαγραφή της αγωγής εναντίον της. Επιπρόσθετα, πρέπει να διευκρινιστούν και να απαντηθούν οι ισχυρισμοί, εικασίες και συμπεράσματα του ενόρκως δηλούντα αναφορικά με τα θέματα των συμφωνιών εκχώρησης και τη ζημιά που ο ίδιος και ο Αντώνης Τόσκας υπέστησαν λόγω των δυσφημιστικών δηλώσεων στις οποίες προέβη ο διευθυντής της Banque Nationale de Paris Intercontinentale, που αναφέρονται στις παραγράφους 5
(9)-
(12), 6, 8, 12, 13, 14 και 18. Τέλος, χρειάζεται απάντηση το θέμα της συμμόρφωσης της ενάγουσας εταιρείας με το διάταγμα ασφάλειας εξόδων που εγείρεται στην παράγραφο 24 της εν λόγω ένορκης δήλωσης. Υποστηρίζοντας ότι με την καταχώρηση της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης δεν θα προκληθεί οποιαδήποτε αδικία στην άλλη πλευρά ενώ η μη παραχώρηση της άδειας θα οδηγήσει στο να μην τεθούν θετικά ενώπιον του Δικαστηρίου σημαντικά στοιχεία και μαρτυρία προς αντίκρουση των ισχυρισμών των αντιδίκων και προς επεξήγηση θεμάτων που πιθανόν να καθορίσουν την περαιτέρω πορεία της εκκρεμούσας αίτησης και διαδικασίας στο Δικαστήριο, ο ενόρκως δηλών ισχυρίζεται ότι είναι λογικό και δίκαιο και εξυπηρετεί το συμφέρον της δικαιοσύνης να δοθεί η αιτούμενη άδεια και να εγκριθεί η αίτηση για σκοπούς δίκαιης δίκης. Στην ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης ημερομηνίας 19.5.09, η οποία βασίζεται στους θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.2 θ.14, Δ.3 θ.1, Δ.12, Δ.25, Δ.39 θ.6, Δ.48 θθ1-4 και 9, στο άρθρο 30.2 του Συντάγματος, στα άρθρα 213-242 του Περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113 και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου, προβάλλονται οι ακόλουθοι λόγοι ένστασης: - Ότι δεν υφίσταται οποιοσδήποτε καλός λόγος βάσει της Δ.48 θ.4
(2)που να μπορούσε να στηρίξει την υπό κρίση αίτηση, - Ότι όλα τα θέματα που η άλλη πλευρά επιθυμεί να προσθέσει με συμπληρωματική ένορκη δήλωση θα έπρεπε να εγερθούν εξ υπαρχής ή προκύπτουν από τον φάκελο της υπόθεσης, αποτελούν νομική επιχειρηματολογία και δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, - Ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση καταδεικνύει ότι η αίτηση ημερομηνίας 24.3.09 είναι ελαττωματική και/ή άκυρη εξ υπαρχής και ως εκ τούτου απορριπτέα, - Ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση είναι άκυρη και δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη καθότι η ενάγουσα εταιρεία βρίσκεται υπό εκκαθάριση κατόπιν διαταγμάτων διάλυσης και μόνο ο Επίσημος Παραλήπτης θα μπορούσε να εξουσιοδοτήσει την καταχώρηση ένορκης δήλωσης και - Για σκοπούς της παρούσας ένστασης υιοθετούνται όσα αναπτύσσονται στην ένσταση ημερομηνίας 5.5.
  1. Λόγω της θέσης ότι τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η ένσταση των καθ' ων η αίτηση φαίνονται στον φάκελο της υπόθεσης, η ένσταση τους δεν υποστηρίζεται από οποιαδήποτε ένορκη δήλωση. Ο συνήγορος των αιτητών αγορεύοντας υποστήριξε τη θέση των αιτητών, επισημαίνοντας ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου θα πρέπει να ασκηθεί υπέρ τους ώστε τα γεγονότα που αφορούν την υπό εκδίκαση αίτηση τροποποίησης να τεθούν με θετικό τρόπο ενώπιον του Δικαστηρίου, ενόσω η αναγκαιότητα απάντησης στα συγκεκριμένα θέματα προκύπτει από τους ισχυρισμούς που προβάλλονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση των καθ' ων η αίτηση στην αίτηση τροποποίησης δεδομένου ότι δεν μπορούσε να προβλεφθεί ότι θα εγερθούν. Με την εισήγηση ότι δεν προβάλλεται βάσιμος λόγος ένστασης στην παρούσα αίτηση και ότι αν δεν δοθεί η αιτούμενη άδεια θα παραβιασθεί το δικαίωμα των αιτητών να ακουσθούν στην αίτηση τροποποίησης, ο συνήγορος υπέδειξε ότι η έγκριση της αίτησης δεν θα επιφέρει δυσμενή επηρεασμό στα συμφέροντα των καθ' ων η αίτηση. Αντίθετα ο συνήγορος των καθ' ων η αίτηση αγορεύοντας, με αναφορά στο ιστορικό της υπόθεσης όπως προκύπτει από το φάκελο, εισηγήθηκε ότι είναι πρόδηλο ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει τόσο την παρούσα αίτηση όσο και την αίτηση τροποποίησης πάσχει εφόσον ο Sergiy Pilyugin δεν έχει δικαίωμα εκπροσώπησης της ενάγουσας εταιρείας, η οποία είναι υπό εκκαθάριση, και δεδομένου ότι δεν τηρήθηκε η διαδικασία που προνοείται στο άρθρο 233 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, σύμφωνα με τη νομολογία και οι δυο αιτήσεις είναι εξ υπαρχής άκυρες ενόψει του ότι χωρίς την έγκριση του Δικαστηρίου ο εκκαθαριστής της εν λόγω εταιρείας δεν μπορεί να διορίσει δικηγόρο για την συνέχιση της αγωγής, πέραν του ότι δεν φαίνεται να έχει εξουσιοδοτήσει και τον πιο πάνω ενόρκως δηλούντα να προβεί στις υπό αναφορά ένορκες δηλώσεις του. Με την εισήγηση δε ότι δεν έχει αποδειχθεί καλός λόγος εκ μέρους των αιτητών που να δικαιολογεί το αίτημα τους εφόσον από τα στοιχεία του φακέλου της υπόθεσης προκύπτει ότι ο κ. Μελάς διορίστηκε από τον εκκαθαριστή της ενάγουσας εταιρείας ως δικηγόρος της υπόθεσης από τα μέσα Μαρτίου του 2009, ενώ για τα λοιπά θέματα δεν απαιτείται διευκρίνιση λόγω αφενός των δεδομένων της υπόθεσης και της αοριστίας αφετέρου του σχετικού αιτήματος, ο συνήγορος, εγκαταλείποντας τον λόγο ένστασης των καθ' ων η αίτηση στην αίτηση τροποποίησης που αφορά το θέμα συμμόρφωσης της ενάγουσας εταιρείας με το διάταγμα ασφάλειας εξόδων ύψους £20.000, ζήτησε την απόρριψη της αίτησης. Πριν την ενασχόληση με την ουσία της υπό κρίση αίτησης, πρέπει να λεχθεί ότι η αγωγή, στα πλαίσια της οποίας η αίτηση εξετάζεται, αφορά απαιτήσεις των εναγόντων εναντίον των εναγομένων για ποσά που υπερβαίνουν το ποσό του £1.000.000 οφειλόμενα κατ' ισχυρισμό και πληρωτέα ως αποζημιώσεις τόσο για παράβαση συμβατικών υποχρεώσεων των εναγομένων όσο και συνεπεία πράξεων συνιστώντων αστικά αδικήματα, πλέον τόκων και εξόδων και με αυτή επίσης ζητείται η έκδοση διαταγμάτων και δηλώσεων του Δικαστηρίου που σχετίζονται με τις ισχυριζόμενες παραβιάσεις εκ μέρους των εναγομένων των σχέσεων, συμβατικών και άλλων, μεταξύ των διαδίκων. Μετά την καταχώρηση της αγωγής στις 12.5.2003 ακολούθησε μακρά διαδικασία και η υπόθεση έτυχε σε μεγάλο βαθμό ακρόασης αλλά ξεκίνησε εκ νέου λόγω του διορισμού του κ. Παμπαλλή στο Ανώτατο Δικαστήριο, με πιο πρόσφατη εξέλιξη την καταχώρηση της αίτησης, ημερομηνίας 24.3.2009, για έγκριση και/ή συγκατάθεση του Δικαστηρίου για συνέχιση της διαδικασίας στην αγωγή και για τροποποίηση του τίτλου και της έκθεσης απαίτησης τόσο λόγω της έκδοσης διατάγματος εκκαθάρισης της ενάγουσας εταιρείας όσο και λόγω αιτήματος προσθήκης δυο νέων εναγόντων και τρίτου νέου εναγόμενου (στο εξής η αίτηση αυτή θα αναφέρεται ως «η κυρίως αίτηση»). Στα πλαίσια της κυρίως αίτησης καταχωρήθηκε η υπό κρίση αίτηση, ενόσω η αγωγή έχει οριστεί από την Πρόεδρο του Δικαστηρίου, ενώπιον της οποίας εκκρεμεί προς εκδίκαση, για οδηγίες στις 8.7.
  2. Νομική βάση της υπό κρίση αίτησης αποτελεί η Δ.48 θ. 4
(2)των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών. Αυτή η Διαταγή έχει τροποποιηθεί και εφαρμόζεται από τις 23.12.1999. Δυνάμει αυτής ο ενδιαφερόμενος μπορεί με προφορικό αίτημα ή και με γραπτή αίτηση να αποταθεί στο Δικαστήριο για να του παραχωρηθεί άδεια για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Μετά την τροποποίηση αυτή, στις αιτήσεις που καταχωρούνται βάσει της Δ.48 δεν απαιτείται η προσαγωγή προφορικής μαρτυρίας για την απόδειξη γεγονότων που αμφισβητούνται (βλ. την παλαιά υπόθεση Vuitton ν. Δέρμοσακ Λτδ κ.α.
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 1453). Σύμφωνα με το εδάφιο
(2)της Δ.48 θ. 4 η ακρόαση τέτοιας αίτησης διεξάγεται πλέον στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις, τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται στη Δ.39 και από το ίδιο εδάφιο πηγάζει και η εξουσία του Δικαστηρίου να επιτρέψει για καλό λόγο μετά από σχετικό αίτημα, την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Η κυρίως αίτηση είναι μια ενδιάμεση αίτηση που βασίζεται δικονομικά στη Δ.48 και αυτό προκύπτει και από τη νομική βάση τόσο της ίδιας της αίτησης όσο και της ένστασης σ' αυτή. Αυτό που θα πρέπει να εξεταστεί στην παρούσα αίτηση είναι κατά πόσο το Δικαστήριο μπορεί να ασκήσει την εξουσία που του παρέχεται από τη Δ.48 θ. 4
(2), νοουμένου ότι προβάλλεται καλός λόγος σύμφωνα με την εν λόγω Διαταγή. Με την κυρίως αίτηση, όπως ήδη αναφέρθηκε, ζητούνται αφενός η έγκριση και/ή συγκατάθεση του Δικαστηρίου για συνέχιση της διαδικασίας στην αγωγή και αφετέρου διατάγματα για την τροποποίηση του τίτλου και της έκθεσης απαίτησης τόσο λόγω της έκδοσης διατάγματος εκκαθάρισης της ενάγουσας εταιρείας όσο και λόγω αιτήματος προσθήκης δυο νέων εναγόντων και τρίτου νέου εναγόμενου. Αυτή υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση, ίδιας ημερομηνίας με την αίτηση, του Sergiy Pilyugin, δηλαδή του ίδιου προσώπου που με την ένορκη του δήλωση υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση, ο οποίος με το ίδιο λεκτικό αναφέρεται στην ιδιότητα του ως προς την ενάγουσα εταιρεία Mark Man Ltd καθώς και στη γνώση του σχετικά με τα γεγονότα της υπόθεσης. Με αναφορά στο διάταγμα εκκαθάρισης που εκδόθηκε για την ενάγουσα εταιρεία, ο ενόρκως δηλών αναφέρεται στους λόγους που οδήγησαν στην καταχώρηση της κυρίως αίτησης με βάση όσα διαπιστώθηκαν μετά τον επαναδιορισμό των δικηγόρων που εκπροσωπούσαν την ενάγουσα εταιρεία στην παρούσα αγωγή. Το Δικαστήριο θα προχωρήσει στην έγκριση ή όχι της κυρίως αίτησης στη βάση των γεγονότων που εκτίθενται στην ένορκη δήλωση που την συνοδεύει, λαμβανομένου υπόψη ότι οι αιτητές-ενάγοντες έχουν το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών και της θέσης τους. Έχοντας κατά νου όλα τα πιο πάνω δεδομένα, θεωρώ ότι θα πρέπει αρχικά να εξεταστεί η εισήγηση του κ. Αραούζου ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση πάσχει καθότι ο ενόρκως δηλών δεν έχει δικαίωμα εκπροσώπησης της ενάγουσας εταιρείας. Είναι αναμφισβήτητο ότι η ενάγουσα εταιρεία είναι υπό εκκαθάριση κατόπιν διατάγματος εκκαθάρισης. Είναι γι' αυτό το λόγο που καταχωρήθηκε και η κυρίως αίτηση, όπως διαφαίνεται από το περιεχόμενο της, στη νομική βάση της οποίας περιλαμβάνεται και το άρθρο 220 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ.113, όπως τροποποιήθηκε. Σύμφωνα με το άρθρο αυτό όταν έχει εκδοθεί διάταγμα εκκαθάρισης ή έχει διοριστεί προσωρινός εκκαθαριστής, καμιά αγωγή ή διαδικασία δεν συνεχίζεται ή αρχίζει εναντίον της εταιρείας, εκτός μετά από άδεια του Δικαστηρίου και με τέτοιους όρους που το Δικαστήριο δυνατό να επιβάλει. Σύμφωνα με τη νομολογία, μετά την έκδοση του διατάγματος εκκαθάρισης, οι διευθυντές και οι αξιωματούχοι της εταιρείας δεν έχουν τις εξουσίες που είχαν πριν τη διάλυση σε σχέση με τις υποθέσεις της εταιρείας. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Λαζάρου ν. Κούμεττου κ.α.
(2003)1(Α) Α.Α.Δ. 238, μετά τη διαταγή για τη διάλυση της εταιρείας οι διευθυντές και αξιωματούχοι στερούνται εξουσίας να προβούν σε οποιαδήποτε δικαιοπραξία εκ μέρους της εταιρείας. Στην εν λόγω υπόθεση το Ανώτατο Δικαστήριο, με αναφορά στην απόφαση Αναφορικά με την εταιρεία Lindos Constructions Ltd.
(1999)1 A.A.Δ. 1033, τόνισε ότι μετά την έκδοση διαταγής για τη διάλυση εταιρείας οι εξουσίες των διευθυντών περιέρχονται στον εκκαθαριστή. Οι ίδιοι καθίστανται, όπως επισημαίνεται, functus officio, δηλαδή αποστερούνται του αξιώματος τους και παρεπόμενα των εξουσιών τους ως προς τη διοίκηση της εταιρείας. Όπως προνοείται στο άρθρο 231 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ.113, τόσο η περιουσία της διαλυθείσας εταιρείας όσο και τα αγώγιμα δικαιώματα της περιέρχονται στον εκκαθαριστή που είναι και ο μόνος που μπορεί πλέον να τα διαχειριστεί, ενόσω οι διευθυντές δεν έχουν εξουσία για ανάμιξη στις υποθέσεις της εταιρείας. Από τα πιο πάνω είναι φανερό, κατά την αντίληψη μου, ότι για να είναι σε θέση οποιοσδήποτε αξιωματούχος εταιρείας, που τελεί υπό εκκαθάριση, να προβαίνει σε ένορκες δηλώσεις που αφορούν υποθέσεις της εταιρείας, θα πρέπει να εξουσιοδοτείται για το σκοπό αυτό από τον εκκαθαριστή. Αν δεν υπάρχει τέτοια εξουσιοδότηση από την οποία συνάγεται η γνώση του εκκαθαριστή για τη συγκεκριμένη υπόθεση και την πορεία της, δεδομένου ότι ο αξιωματούχος δεν έχει εξουσία για ανάμιξη στις υποθέσεις της εταιρείας, δεν είναι επιτρεπτό να δοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα στις οποιεσδήποτε δηλώσεις του αξιωματούχου, έστω και αν γίνονται ενόρκως. Στην υπό κρίση αίτηση ο ενόρκως δηλών αναφέρει, όπως ήδη λέχθηκε πιο πάνω, ότι, όντας ένας εκ των διοικητικών συμβούλων της ενάγουσας εταιρείας που βρίσκεται υπό εκκαθάριση, γνωρίζει πλήρως από προσωπική γνώση και εμπλοκή τα γεγονότα της υπόθεσης και προβαίνει στην ένορκη του δήλωση «εξ όσων κάλλιον γνωρίζει και πιστεύει μετά από πλήρη εξουσιοδότηση των εναγόντων και από νομική συμβουλή που έλαβε από τον κ.Μελά». Καμία αναφορά δεν γίνεται από τον ενόρκως δηλούντα σε εξουσιοδότηση του εκ μέρους του εκκαθαριστή. Το Δικαστήριο ως εκ τούτου δεν είναι σε θέση να γνωρίζει κατά πόσο ο εκκαθαριστής, ως ο μόνος υπεύθυνος να ενεργεί για την εταιρεία, γνωρίζει για την πορεία της υπόθεσης και έχει εξουσιοδοτήσει σχετικά τον ενόρκως δηλούντα, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να δοθεί, υπό τις περιστάσεις, οποιαδήποτε βαρύτητα σε όσα ο ενόρκως δηλών αναφέρει. Αυτή η κατάληξη μου είναι καθοριστική για την τύχη της υπό κρίση αίτησης. Θεωρώ, υπό τα δεδομένα της υπόθεσης, ότι δεν θα ήταν ορθό να εξεταστεί στο παρόν στάδιο η εισήγηση του κ. Αραούζου σχετικά με το κατά πόσο τηρήθηκε στη παρούσα υπόθεση η διαδικασία που προνοείται στο άρθρο 233 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ.113, αφενός επειδή αυτό θα είχε θεωρητική μόνο σημασία ενόψει της πιο πάνω κατάληξης μου, αλλά και αφετέρου εφόσον με την κυρίως αίτηση ζητείται η έγκριση και/ή συγκατάθεση του Δικαστηρίου για συνέχιση της διαδικασίας στην αγωγή ενόψει του διατάγματος εκκαθάρισης της ενάγουσας εταιρείας, και τυχόν ενασχόληση μου με το θέμα πιθανόν να καθόριζε ανεπίτρεπτα το αποτέλεσμα της κυρίως αίτησης. Πολύ δε περισσότερο θα ήταν ανεπίτρεπτο να εξεταστεί κατά πόσο συντρέχει καλός λόγος για να επιτραπεί η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, που αποτελεί και την ουσία της υπό κρίση αίτησης, δεδομένου ότι δεν έχουν τεθεί νομότυπα ενώπιον του Δικαστηρίου τα γεγονότα που υποστηρίζουν την αίτηση αυτή. Με βάση όσα έχουν αναφερθεί κρίνεται ότι η αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Τα έξοδα, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή, επιδικάζονται εναντίον των αιτητών και υπέρ των καθ' ων η αίτηση και θα πληρωθούν στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) ................ Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /IM cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.