← Κύπρος

Μαρίας Πέτρου ν. Μαρίνας Α. Κώστα, Αρ. Αγωγής: 2073/05, 16 Ιουλίου 2009

Μαρίας Πέτρου ν. Μαρίνας Α. Κώστα, Αρ. Αγωγής: 2073/05, 16 Ιουλίου 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:A199 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Καπετάνιου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2073/05 Μεταξύ: Μαρίας Πέτρου Ενάγουσας και Μαρίνας Α. Κώστα Εναγομένης ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 16 Ιουλίου 2009 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ Για ενάγουσα: κ. Σαουρής Για εναγομένη: κ. Χατζηπιέρας με κ. Α. Κονναρή Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αγωγή η ενάγουσα απαιτεί γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για σωματικές βλάβες που υπέστη, πλέον το ποσό των ΛΚ25,00 ως ειδικές αποζημιώσεις, συνεπεία δυστυχήματος το οποίο συνέβηκε στις 4.11.

  1. Η ενάγουσα οδηγούσε το μοτοποδήλατο με αριθμό εγγραφής ΗΡΥ 356 στη διασταύρωση της Λεωφόρου Μακεδονίας με Πέτρου Τσίρου στη Λεμεσό, ακολουθώντας δυτική κατεύθυνση, όταν η εναγομένη οδηγώντας το αυτοκίνητο με αριθμό εγγραφής ΧΕ848 επί της Λεωφόρου Μακεδονίας έστριψε δεξιά επί της οδού Πέτρου Τσίρου ενώ βρισκόταν στην συμβολή των εν λόγω δρόμων και συγκρούστηκε με το μοτοποδήλατο της ενάγουσας. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της ενάγουσας στο δικόγραφο της, το οποίο φέρει τίτλο «έκθεση αδικήματος», το πιο πάνω δυστύχημα συνέβηκε λόγω της αποκλειστικής και ή σε μεγάλο βαθμό συντρέχουσας αμέλειας της εναγομένης και ή της παράβασης των νομικών της καθηκόντων. Μεταξύ άλλων η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι η εναγομένη δεν έλαβε υπόψη τα φώτα τροχαίας εκκινώντας να στρίψει δεξιά από τη Λεωφόρο Μακεδονίας προς την οδό Π. Τσίρου όταν ο φωτεινός σηματοδότης απένατι της είχε κόκκινο χρώμα. Η εναγομένη με την υπεράσπιση της η οποία καταχωρήθηκε στις 13.4.2006 ισχυρίζεται ότι η αγωγή της ενάγουσας θα πρέπει να απορριφθεί εγείροντας τις πιο κάτω προδικαστικές ενστάσεις: (α) το έγγραφο της ενάγουσας ημερομηνίας 5.4.2006 με τίτλο «έκθεση αδικήματος» δεν συνάδει με τους κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας και δεν μπορεί να θεωρηθεί ως έγκυρο δικόγραφο, (β) το ως άνω «δικόγραφο» καταχωρήθηκε εκπρόθεσμα και χωρίς την έγκριση και ή άδεια του Δικαστηρίου. Άνευ βλάβης των πιο πάνω προδικαστικών ενστάσεων, η εναγομένη ουσιαστικά ισχυρίζεται ότι το εν λόγω ατύχημα οφείλεται στην αποκλειστική και/ή συντρέχουσα αμέλεια της ενάγουσας και αρνείται τόσο την ισχυριζόμενη αμέλεια, όσο και τις ισχυριζόμενες ζημιές της ενάγουσας. Η εναγομένη, η οποία οδηγούσε το αυτοκίνητο της με αριθμό εγγραφής ΧΕ848 με ανατολική κατεύθυνση επί της Λεωφόρου Μακεδονίας, από ότι ισχυρίζεται, φθάνοντας στην διασταύρωση με την οδό Πέτρου Τσίρου και με πρόθεση να στρίψει δεξιά, και όταν τα φώτα της τροχαίας απέναντι της έδειχναν για την πορεία της πράσινο, προχώρησε προς το κέντρο του δρόμου και σταμάτησε αναμένοντας τα αυτοκίνητα που εκινούντο εξ αντιθέτου να περάσουν. Όταν στην συνέχεια το φως στην πορεία της μετατράπηκε από πορτοκαλί και αργότερα σε κόκκινο και αφού τα εξ αντιθέτου αυτοκίνητα σταμάτησαν, αυτή εκκίνησε από το κέντρο της διασταύρωσης να στρίψει δεξιά προς την οδό Π. Τσίρου οπόταν και συγκρούστηκε με το μοτοποδήλατο που οδηγούσε η ενάγουσα λόγω του ότι η τελευταία παρέλειψε να συμμορφωθεί με το κόκκινο φως της τροχαίας. Η ενάγουσα, είναι ο ισχυρισμός της εναγομένης, κατηγορήθηκε ενώπιον ποινικού Δικαστηρίου για αμελές οδήγημα, οδήγηση χωρίς άδεια οδηγού, χωρίς πιστοποιητικό ασφάλειας έναντι τρίτου και χωρίς προστατευτικό κράνος και αφού παραδέχθηκε ενοχή της υπεβλήθηκε ποινή στέρησης του να κατέχει άδεια για έξι μήνες, πρόστιμο ΛΚ 100, τρεις βαθμοί ποινής και εγγύηση. Με την απάντηση της η οποία καταχωρήθηκε στις 19.5.2006, η ενάγουσα αρνείται τις προδικαστικές ενστάσεις της εναγομένης ισχυριζόμενη πρώτον, ότι είναι εμφανές ότι αναφορικά με τον τίτλο του δικογράφου της πρόκειται για τυπογραφικό λάθος, κάτι το οποίο και δεν επηρεάζει την εγκυρότητα του δικογράφου, και δεύτερο, όσον αφορά το χρόνο καταχώρησης του δικογράφου της δεν απαιτείται άδεια από το Δικαστήριο. Όσον αφορά τους λοιπούς ισχυρισμούς της εναγομένης, η ενάγουσα τους αρνείται και ισχυρίζεται ότι η ίδια εισήλθε στη διασταύρωση όταν το φως της τροχαίας ήταν πορτοκαλί ενώ η εναγομένη άρχισε να στρίβει το αυτοκίνητο της με κόκκινο φως. Προς απόδειξη της υπόθεσης της ενάγουσας μαρτυρία έδωσε η ίδια και ο εξεταστής της υπόθεσης κ. Δημοσθένους. Για την εναγομένη μαρτυρία έδωσε η ίδια και η κα Ματθαίου. Πρώτος μάρτυρας για της ενάγουσα κατέθεσε ο κ. Ρηγίνος Δημοσθένους, (ΜΕ1), συνταξιούχος αστυνομικός, ο οποίος κατά τον ουσιώδη χρόνο, δηλαδή στις 4.11.2002, υπηρετούσε στον κλάδο διερεύνησης τροχαίων ατυχημάτων στην τροχαία Λεμεσού. Στις 4.11.2002 περί η ώρα 18:45 επισκέφτηκε τη σκηνή τροχαίου ατυχήματος που έγινε στην Λεωφόρο Μακεδονίας, η οποία τώρα είναι Λεωφόρος Σπύρου Κυπριανού, και Πέτρου Τσίρου στη Λεμεσό. Ο καιρός κατά τη δεδομένη στιγμή ανέφερε ο ΜΕ1 ήταν αίθριος, η άσφαλτος ξηρή και ο δρόμος φωτίζετο επαρκώς από σιδερένιους πασσάλους, λαμπτήρες. Πέραν τούτου, κατά τον ουσιώδη χρόνο παρατήρησε ότι τα φώτα της τροχαίας στην διασταύρωση λειτουργούσαν κανονικά, δηλαδή, όταν στην Π. Τσίρου το φως ήταν πράσινο στη Λεωφόρο Μακεδονίας το φως ήταν κόκκινο. Στην παρουσία των οδηγών των αυτοκινήτων ΧΕ848, το οποίο οδηγείτο από την εναγομένη, και ΕΡΧ336, το οποίο οδηγείτο από την κα Μαργαρίτα Ματθαίου, ετοίμασε πρόχειρο σχεδιάγραμμα το οποίο αποδέχθηκαν και υπέγραψαν στην σκηνή του δυστυχήματος. Η ενάγουσα, η οδηγός του μοτοποδηλάτου με αριθμό εγγραφής ΗΡΥ356, λόγω του ότι είχε τραυματιστεί και μεταφερθεί στο Νοσοκομείο δεν ήταν παρούσα αλλά σε κατοπινό στάδιο ο ίδιος της υπέδειξε το πρόχειρο σχεδιάγραμμα και αφού συμφώνησε με αυτό το υπέγραψε και εκείνη. Ο κ. Δημοσθένους κατέθεσε το πρόχειρο σχεδιάγραμμα που ετοίμασε στην σκηνή ως Τεκμήριο
  2. Ακολούθως, όπως ο ίδιος είπε, ετοίμασε και το συμμετρικό σχέδιο το οποίο κατέθεσε ως Τεκμήριο
  3. Ο κ. Δημοσθένους ανέφερε ότι και τα τρία ενεχόμενα οχήματα, όταν έφτασε στην σκηνή, βρισκόντουσαν στις τελικές τους θέσεις και με αναφορά στο Τεκμήριο 2 επεξήγησε ότι με το σημείο Α φαίνεται η κατεύθυνση του μοτοποδηλάτου της ενάγουσας, το οποίο εκινείτο με δυτική κατεύθυνση και με το Α1 η τελική του θέση. Με το σημείο Β σημείωσε, όπως είπε, την κατεύθυνση του αυτοκινήτου της εναγομένης και με το Β1 την τελική του θέση με νότια κατεύθυνση, κατευθυνόμενο προς την οδό Π. Τσίρου. Η εναγομένη, είπε ο ΜΕ1, του ανέφερε ότι βρισκόταν στο κέντρο της διασταύρωσης και ανέμενε να περάσει. Το σημείο Γ δεικνύει τη θέση του σταθμευμένου αυτοκινήτου με αριθμό εγγραφής ΕΡΧ336, το οποίο βρισκόταν μπροστά από τα φώτα, και είχε καλύψει περίπου πέντε μέτρα απόσταση από το σημείο αλτ της πορείας του. Με το σημείο Δ, ο ΜΕ1 σημείωσε τα φώτα τροχαίας. Το σημείο Χ δεικνύει το σημείο σύγκρουσης του μοτοποδηλάτου της ενάγουσας με το αυτοκίνητο της εναγομένης, το οποίο βρίσκεται περίπου στο κέντρο της διασταύρωσης, το οποίο κατά την αντεξέταση του διευκρίνισε ότι βρίσκεται στο κέντρο της μίας λωρίδας διέλευσης και όχι ολόκληρης της διασταύρωσης. Ο ΜΕ1 ανέφερε ότι η δεξιά πλευρά του μοτοποδηλάτου της ενάγουσας συγκρούστηκε με την αριστερή πλευρά του αυτοκινήτου της εναγομένης. Με το Χ1 σημείωσε ο ΜΕ1 το σημείο σύγκρουσης του μοτοποδηλάτου της ενάγουσας με το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΕΡΧ
  4. Η απόσταση που διένυσε το μοτοποδήλατο από το σημείο αλτ, τα φώτα δηλαδή της πορείας του, μέχρι και το σημείο σύγκρουσης Χ, ο ΜΕ1 ανέφερε ότι πρέπει να ήταν περίπου 11 μέτρα, ενώ η απόσταση μεταξύ των φωτεινών σηματοδοτών στο κέντρο της διασταύρωσης, παρόλο που δεν την μέτρησε, πρέπει να ήταν περίπου 20 μέτρα. Οι ζημιές στο αυτοκίνητο της εναγομένης ήταν στην αριστερή πλευρά, δηλαδή όπως επεξήγησε συμβουλευόμενος το Τεκμήριο 1, στον αριστερό δείκτη πορείας (τραφικέητορ), στο αριστερό μπροστινό φτερό και στην αριστερή γωνιά του μπροστινού προφυλακτήρα. Το μοτοποδήλατο έχε χτυπήματα στη δεξιά πλευρά στoν μπροστινό τροχό και πίσω δεξιά στη σέλλα και τα πλαστικά. Το σταθμευμένο αυτοκίνητο έφερε ζημιές στη δεξιά του πλευρά και στο δεξιό τροχό. Ερωτηθείς ο ΜΕ1 όσον αφορά την ορατότητα ανέφερε ότι κάποιος ο οποίος βρίσκεται στο κέντρο της επίδικης διασταύρωσης έχει καλή ορατότητα πέραν των 50 μέτρων προς τη Λεωφόρο Μακεδονίας όπως και προς τις λοιπές κατευθύνσεις. Ο κ. Δημοσθένους ανέφερε επίσης ότι έλαβε καταθέσεις από όλους τους εμπλεκομένους στο δυστύχημα τις οποίες και κατέθεσε. Ως Τεκμήριο Α προς αναγνώριση ο ΜΕ1 κατέθεσε την κατάθεση που έλαβε από την ενάγουσα και ως Τεκμήριο Β προς αναγνώριση την ανακριτική κατάθεση που έλαβε από την εναγομένη. Κατά την αντεξέταση του ο ΜΕ1 κατέθεσε ως Τεκμήριο Γ προς αναγνώριση την κατάθεση που έλαβε από την κα Ματθαίου, οδηγό του αυτοκινήτου με αριθμό εγγραφής ΕΡΧ
  5. Ο ΜΕ1 κατέθεσε επίσης ως Τεκμήριο 3 το έντυπο κατηγορίας προς την ενάγουσα το οποίο η ενάγουσα υπέγραψε. Ο ΜΕ1 ανέφερε επίσης ότι καταχωρήθηκε ποινική υπόθεση σε βάρος της ενάγουσας με αριθμό 18809/03 και της επιβλήθηκε πρόστιμο, στέρηση κατοχής αδείας και βαθμοί ποινής. Κατά την επανεξέταση του ο ΜΕ1 ανέφερε ότι δεν γνώριζε κατά πόσο η ενάγουσα στην ποινική υπόθεση που καταχωρήθηκε σε βάρος της παραδέχτηκε ή όχι ενοχή. Ακολούθως μαρτυρία έδωσε η ενάγουσα (ΜΕ2) η οποία αναγνώρισε την κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία την οποία, αφού κατέθεσε ως Τεκμήριο 4, υιοθέτησε ως ορθή. Η ενάγουσα, παραδεχόμενη ότι δεν μπορεί να υπολογίσει σε μέτρα, ανέφερε ότι βρισκόταν σε απόσταση περίπου 1 με 2 μέτρα πριν τα φώτα της τροχαίας όταν είδε το χρώμα τους να αλλάζει από πράσινο σε πορτοκαλί αλλά λόγω του ότι οδηγούσε με μεγάλη ταχύτητα δηλαδή όπως είπε με 50 ή και 60 χαω δεν προλάμβανε να σταματήσει και ρίσκαρε και πέρασε. Κατά την αντεξέταση η απόσταση που υπέδειξε η ενάγουσα στην αίθουσα του Δικαστηρίου και την οποία η ίδια υπολόγισε σε 1 -2 μέτρα συμφωνήθηκε σε περίπου 4 μέτρα. Όταν η ίδια έφτασε κοντά στα φώτα, όπως είπε, στο αλτ των φώτων προχώρησε να περάσει και η εναγομένη άρχισε να στρίβει. Σε κάποιο άλλο στάδιο της αντεξέτασης της ανέφερε ότι μπορεί και να πέρασε με κόκκινο λόγω του ότι οι αλλαγές των φώτων γίνονταν σε δευτερόλεπτα αλλά ακολούθως κατέληξε ότι κόκκινο έγινε όταν βρισκόταν μέσα στη διασταύρωση, όταν δηλαδή κτύπησε και μετά. Στην κατάθεση της η ενάγουσα ανέφερε ότι όταν έφτασε στα φώτα της τροχαίας, δηλαδή μόλις έφτασε στο αλτ, έγινε η αλλαγή των φώτων από πράσινο σε πορτοκαλί αλλά λόγω της ταχύτητας της δεν τα κατάφερε να σταματήσει και πέρασε. Μετά από αυτό η ενάγουσα ανέφερε ότι χωρίς να κάνει χρήση φρένων συγκρούστηκε με το αυτοκίνητο της εναγομένης και ως αποτέλεσμα η ίδια τραυματίστηκε και μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στο Νοσοκομείο. Η ενάγουσα ανέφερε ότι υπέστηκε διπολικό κάταγμα κνήμης και περόνης και παρέμεινε στο Νοσοκομείο για περίπου πέντε μέρες. Στο Νοσοκομείο υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση όπου της τοποθέτησαν πλατίνες και βίδες τις οποίες και είχε για περίοδο ενάμιση με δύο χρόνια. Για διάστημα περίπου ενός με ενάμιση χρόνο η ενάγουσα ανέφερε ότι περπατούσε με πατερίτσες και καροτσάκι κάτι το οποίο την έκανε να νιώθει πολύ άβολα. Τις πλατίνες η ενάγουσα ανέφερε ότι τις αφαίρεσε λόγω του ότι της προκαλούσαν πόνο και δυσκολία στο περπάτημα και οι βίδες έσπασαν και βρίσκονται ακόμη στο πόδι της. Μετά την έξοδο της από το Νοσοκομείο η ενάγουσα ανέφερε ότι παρακολουθείτο για αρκετό καιρό από γιατρό και έκανε και φυσιοθεραπεία. Μέχρι και σήμερα, ανέφερε η ενάγουσα, δυσκολεύεται να περπατήσει, χρειάζεται φυσιοθεραπεία και πλαστική εγχείρηση. Η ενάγουσα ανέφερε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο του ατυχήματος γνώριζε τους κανόνες οδικής κυκλοφορίας παρόλο που δεν είχε άδεια οδήγησης. Σε ερώτηση του δικηγόρου της εναγομένης, η ενάγουσα ανέφερε ότι είχε δώσει τρεις με τέσσερις φορές εξετάσεις πριν το δυστύχημα αλλά λόγω του ότι δεν γνώριζε ένα με δύο σήματα δεν κατάφερε να λάβει μαθητική άδεια οδήγησης. Τελικά ανέφερε ότι άδεια οδήγησης πήρε περί τα τέλη του
  6. Η ενάγουσα ανέφερε ότι κατόπιν συμβουλής του τότε δικηγόρου της παραδέχθηκε ενοχή στις κατηγορίες που της είχε προσάψει η Αστυνομία. Ερωτηθείσα η ενάγουσα κατά πόσο υπήρχε διάβαση πεζών μετά το φανάρι που η ίδια πέρασε απάντησε θετικά χωρίς όμως να μπορεί να καθορίσει το πλάτος της. Σε ερώτηση του δικηγόρου της εναγομένης για το κατά πόσο υπήρχε μεγάλη και κατ΄ επέκταση ασφαλής απόσταση από το τέλος της διάβασης πεζών μέχρι και το σημείο της διασταύρωσης όπου εκινούντο τα αυτοκίνητα από νότο προς βορρά και αντίθετα επί της οδού Π. Τσίρου, η ενάγουσα απάντησε αρνητικά ως προς την ασφαλή απόσταση, εμμένοντας στη θέση της ότι η ίδια προχώρησε ευθεία και μόλις μπήκε στη διασταύρωση, η εναγομένη άρχισε να στρίβει, και αυτή παρόλο που προσπάθησε να αποφύγει το δυστύχημα δεν τα κατάφερε. Την εναγομένη, η ενάγουσα ανέφερε σε κάποιο στάδιο ότι την έβλεπε σταματημένη. Με την ταχύτητα που έτρεχε, ανέφερε η ενάγουσα, δεν μπορείς να χρησιμοποιήσεις τα φρένα σου και να σταματήσεις αμέσως. Από την απόσταση που είδε την αλλαγή των φώτων σε πορτοκαλί δεν μπορούσε να σταματήσει. Η ενάγουσα αρνήθηκε κατηγορηματικά τη θέση που της υπέβαλε ο δικηγόρος της εναγομένης ότι κατά το χρόνο που άλλαζαν τα φώτα από πράσινο σε πορτοκαλί η ίδια προσπερνούσε αυτοκίνητα τα οποία ήταν σταματημένα στα δεξιά της, ισχυριζόμενη ότι ούτε μπροστά της αλλά ούτε και δεξιά της υπήρχαν σταματημένα αυτοκίνητα και έβλεπε καθαρά το αυτοκίνητο της εναγομένης. Ακολούθως η ενάγουσα αρνούμενη πάλι ότι προσπερνούσε από τα αριστερά σταματημένα αυτοκίνητα ανέφερε ότι μπροστά της είχε αυτοκίνητα σε κίνηση τα οποία ακολουθούσε όταν εισήλθε στη διασταύρωση, οπότε η εναγομένη μπορούσε να τη δει και να περιμένει. Αντί αυτού μόλις αυτή μπήκε στη διασταύρωση η εναγομένη έστριψε και επήλθε η σύγκρουση. Σε ερώτηση του δικηγόρου της εναγομένης για το πότε έστριψε το τιμόνι της, δηλαδή σε ποια απόσταση ήταν από την εναγομένη, η ενάγουσα ανέφερε ότι δεν γνώριζε σε πόση απόσταση είδε την εναγομένη αλλά όταν την είδε προσπάθησε να την αποφύγει χωρίς να τα καταφέρει. Κατά την επανεξέταση της η ενάγουσα βλέποντας το Τεκμήριο 2 ανέφερε ότι δεν θυμόταν κατά πόσο η διάβαση πεζών είναι πριν ή μετά τα φώτα της τροχαίας. Ακολούθως δηλώθηκε από τους δικηγόρους των διαδίκων ως παραδεκτό γεγονός το ποσό των €41,71 (ΛΚ25), ποσό το οποίο καταβλήθηκε από την ενάγουσα για τη λήψη του ιατρικού πιστοποιητικού του Νοσοκομείου, το οποίο αποτελεί και τις απαιτούμενες ειδικές ζημιές της ενάγουσας. Το ιατρικό πιστοποιητικό του Δρα Λανίτη κατατέθηκε επίσης από κοινού και για την αλήθεια του περιεχομένου του ως Τεκμήριο
  7. Η εναγομένη (ΜΥ1) αναγνώρισε την κατάθεση την οποία έδωσε στην Αστυνομία υιοθετώντας το περιεχόμενο της. Η σχετική κατάθεση της καταχωρήθηκε ως Τεκμήριο
  8. Η εναγομένη ανέφερε ότι τη συγκεκριμένη ημέρα και ώρα πέραν του ότι η συγκεκριμένη διασταύρωση είναι πολυσύχναστη είχε και αρκετή κίνηση. Αυτή είπε ότι ενόσω ήταν σταματημένη στο κέντρο του δρόμου και πριν εκκινήσει για να κατευθυνθεί νότια προς την οδό Πέτρου Τσίρου έλεγξε το δρόμο απέναντι της και αφού είδε ότι άναψε το κόκκινο φως και τα αυτοκίνητα που ερχόντουσαν από απέναντι σταμάτησαν, εκκίνησε για να στρίψει δεξιά σε σχέση με την πορεία της. Από την θέση στην οποία βρισκόταν δεν μπορούσε να δει την εναγομένη λόγω του ότι τα αυτοκίνητα απέναντι της ήταν σταματημένα στη μεσαία και στην εξ αντιθέτου της αριστερή λωρίδα. Η εναγομένη δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει εάν η εναγομένη προσπερνούσε άλλα αυτοκίνητα αφού δεν την είδε καθόλου πριν την σύγκρουση. Κατά την αντεξέταση της επανέλαβε τη θέση της αυτή προσθέτοντας ότι την ενάγουσα την είδε μόνο όταν άκουσε το κτύπημα στο αυτοκίνητο της. Η σύγκρουση ανέφερε η εναγομένη έγινε όταν η ίδια άρχισε να φεύγει από τη μέση του δρόμου και όταν είχε διανύσει μια πολύ μικρή απόσταση. Η εναγομένη, χωρίς να μπορεί να καθορίσει τα ακριβή μέτρα ορατότητας που είχε απέναντι της προς την οδό Μακεδονίας, ανέφερε ότι προτού εκκινήσει για να στρίψει δεξιά στην οδό Π. Τσίρου κοίταξε και είδε ότι τα αυτοκίνητα που ερχόντουσαν από απέναντι της σταμάτησαν στο κόκκινο φανάρι, οπότε και η ίδια θεώρησε ορθό να προχωρήσει. Η εναγομένη επίσης ανέφερε ότι έλεγξε το δρόμο απέναντι της όταν άρχισε να στρίβει, όταν είχε ανάψει το κόκκινο και είδε ότι τα αυτοκίνητα στις δύο λωρίδες που την ενδιέφεραν δηλαδή στη μεσαία και στην ακρινή προς την Π. Τσίρου, είχαν σταματήσει. Η εναγομένη ανέφερε ότι ο λόγος που βρισκόταν σε αναμονή στο μέσο του δρόμου ήταν λόγω των διερχομένων από απέναντι της αυτοκινήτων. Σε σχετική ερώτηση του δικηγόρου της ενάγουσας όσον αφορά το περιεχόμενο της κατάθεσης της και τον ισχυρισμό της ότι η ενάγουσα προσπερνούσε από τα αριστερά σταματημένα αυτοκίνητα η εναγομένη επανέλαβε ότι δεν είδε την ενάγουσα καθόλου πριν τη σύγκρουση αλλά από τον τρόπο που έγινε η σύγκρουση αυτό υπολόγισε. Τελευταία μάρτυρας για την πλευρά της εναγομένης ήταν η κα Μαργαρίτα Ματθαίου (ΜΥ2) οδηγός του αυτοκινήτου με αριθμό εγγραφής ΕΡΧ 336 . Η ΜΥ2 αναγνώρισε την κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε (Τεκμήριο 7). Η ΜΥ2 ανέφερε ότι τη συγκεκριμένη ημέρα και ώρα ανέμενε στα φώτα επί της οδού Π. Τσίρου με βόρεια κατεύθυνση και πρόθεση της ήταν να στρίψει δεξιά σε σχέση με την πορεία της προς τη Λεωφ. Μακεδονίας. Από τη θέση στην οποία βρισκόταν είχε καλή ορατότητα τόσο μπροστά της όσο και δεξιά προς την Λεωφ. Μακεδονίας λόγω του ότι ήταν πρώτη στη σειρά και στην δεξιά της πλευρά, πριν από επτά χρόνια που έγινε το ατύχημα, ήταν χωράφι. Από τη θέση στην οποία βρισκόταν είδε το μοτοποδήλατο της ενάγουσας να έρχεται από τα δεξιά σε σχέση με την δική της πορεία να παραβαίνει το κόκκινο φανάρι και αφού εισήλθε στην διασταύρωση με μεγάλη ταχύτητα συγκρούστηκε με το αυτοκίνητο της εναγομένης το οποίο ήταν έτοιμο να στρίψει δεξιά προς την οδό Π. Τσίρου. Μετά που το μοτοποδήλατο συγκρούστηκε με το αυτοκίνητο της εναγομένης κατέληξε κάτω από τους τροχούς του δικού της αυτοκινήτου. Η ΜΥ1 ανέφερε κατά την αντεξέταση της ότι η ενάγουσα πριν συγκρουστεί με το αυτοκίνητο της εναγομένης προφανώς αφού είχε αντιληφθεί το αυτοκίνητο της εναγομένης έστριψε το τιμόνι της προς τα αριστερά προς το δικό της αυτοκίνητο. Η οδηγός του μοτοποδηλάτου, η ενάγουσα δηλαδή, είχε κτυπήσει το πόδι της και η ίδια η οποία είχε κατεβεί από το αυτοκίνητο της, της κρατούσε το πόδι το οποίο είχε σπάσει προσπαθώντας να της δώσει κουράγιο μέχρι να έρθει το ασθενοφόρο. Η ΜΥ1 ανέφερε ότι είχε ρωτήσει την ενάγουσα γιατί πέρασε με κόκκινο και αυτή της απάντησε ότι ήταν βιαστική και ήλπιζε ότι θα προλάμβανε να περάσει. Τα άλλα αυτοκίνητα τα οποία ακολουθούσαν την ίδια κατεύθυνση με την ενάγουσα σταμάτησαν στα φώτα αφού είχε ανάψει το κόκκινο φως αλλά η ενάγουσα συνέχισε την πορεία της και πέρασε με κόκκινο. Κατά την αντεξέταση της η ΜΥ2 ανέφερε ότι όταν το φως απέναντι της έγινε πράσινο κινήθηκε ελάχιστα από εκεί που βρισκόταν σε αναμονή στα φανάρια με χαμηλή ταχύτητα και ανέμενε το αυτοκίνητο της εναγομένης το οποίο ήταν τη δεδομένη στιγμή σε κίνηση να στρίψει. Αν το αυτοκίνητο της εναγομένης παρέμενε εκεί που βρισκόταν θα έκλινε το δρόμο και προς στις δύο κατευθύνσεις. Η ΜΥ2 σε σχετική ερώτηση του δικηγόρου της ενάγουσας ανέφερε ότι είδε ταυτόχρονα το μοτοποδήλατο της ενάγουσας να προσπερνά τα σταματημένα αυτοκίνητα στην πορεία της και το αυτοκίνητο της εναγομένης να ξεκινά για να στρίψει δεξιά. Το μοτοποδήλατο της ενάγουσας, ήταν η θέση της ΜΥ2, πέρασε με καθαρό κόκκινο εφόσον το φως απέναντι της ήταν πράσινο. Ο λόγος που υπολόγισε η ΜΥ2 ότι η ενάγουσα οδηγούσε το μοτοποδήλατο της με μεγάλη ταχύτητα, χωρίς φυσικά να μπορεί να προσδιορίσει την ακριβή ταχύτητα, ήταν γιατί το παρακολουθούσε να κινείται όπως είπε «όχι σιγά σιγά» σε σχέση με τα άλλα αυτοκίνητα της πορείας της τα οποία ήταν σταματημένα. Όταν άρχισε να στρίβει η εναγομένη το μοτοποδήλατο της ενάγουσας ήταν κοντά στα πρώτα αυτοκίνητα τα οποία ήταν σταματημένα, πίσω από αυτά ακολουθούσαν και άλλα τα οποία ελάττωναν ταχύτητα για να σταματήσουν. Τα πρώτα δύο αυτοκίνητα σε σχέση με την πορεία της ενάγουσας ήταν ήδη σταματημένα στα φώτα. Κατά την άποψη της, η εναγομένη από τη θέση στην οποία βρισκόταν δεν θα μπορούσε ή και θα ήταν λίγο απίθανο να δει την ενάγουσα η οποία ερχόταν από τα αριστερά των σταματημένων στην ακρινή λωρίδα αυτοκινήτων. Αγορεύσεις: Οι δικηγόροι των διαδίκων προχώρησαν σε αγορεύσεις υποστηρίζοντας ο κάθε ένας τις εκατέρωθεν θέσεις τους, με λεπτομερή αναφορά στη νομολογία που διέπει το θέμα. Ο κ. Κονναρής κάλεσε το Δικαστήριο να απορρίψει την εκδοχή της ενάγουσας και κατ' επέκταση να απορρίψει την αγωγή, επισημαίνοντας τα γεγονότα τα οποία παρέμειναν κατά την κρίση του ως μη αμφισβητούμενα και τις αντιφάσεις στην μαρτυρία της ενάγουσας, οι οποίες κατά την κρίση του καταρρίπτουν την εκδοχή της. Από τη δοθείσα μαρτυρία, στηριζόμενος και στη νομολογία, ο κ. Κονναρής αναφέρει ότι αποδεικνύεται ότι η εναγομένη καμία ευθύνη φέρει για το επίδικο ατύχημα λόγω του ότι φαίνεται ότι η ενάγουσα προσπερνούσε, προφανώς με υπερβολική ταχύτητα από τα αριστερά, σταματημένα αυτοκίνητα στο κόκκινο φως και εισήλθε στη διασταύρωση. Οι κινήσεις αυτές της ενάγουσας δεν ήταν ορατές από τη θέση στην οποία βρισκόταν η εναγομένη. Η εναγομένη δεν μπορούσε να προβλέψει την οδική συμπεριφορά της ενάγουσας έτσι ώστε να λάβει και οποιαδήποτε προφυλακτικά μέτρα . Η εναγομένη νόμιμα βρισκόταν σε αναμονή στη μέση του δρόμου αφού η πορεία της εμποδίζετο από τα εξ αντιθέτου πορείας ερχόμενα αυτοκίνητα. Όταν άναψε το κόκκινο φως απέναντι της δεν μπορούσε αυτή να παραμείνει στο κέντρο του δρόμου οπότε και πάλι νόμιμα κινήθηκε να στρίψει δεξιά. Ο κ. Κονναρής παρέπεμψε σχετικά στις υποθέσεις Κώστα Χρυσοστομίδης

(1991)1 Α.Α.Δ. 271, Νικολαίδης ν Κλεοβούλου
(1992)1 Α.Α.Δ. 424, Σοφοκλή ν Λεωνίδου
(1993)1 Α.Α.Δ. 1003, Αναστάση ν Γεωργίου
(1998)1 Α.Α.Δ. 96. Από την άλλη, ο κ. Σαουρής ανέφερε ότι η ενάγουσα αποδέχεται ότι φέρει και εκείνη ευθύνη για το ατύχημα σε ποσοστό το οποίο ο ίδιος καθόρισε στο 30% ή και 40%. Η θέση του κ. Σαουρή είναι ότι η εναγομένη όφειλε να ελέγξει το δρόμο μπροστά της προτού επιχειρήσει να στρίψει δεξιά αντικρούοντας τη θέση του κ. Κονναρή ότι η εναγομένη δεν μπορούσε να προβλέψει ότι η ενάγουσα δεν ήταν προβλεπτό ότι θα περνούσε με κόκκινο. Στην παρούσα υπόθεση είπε όπου η διασταύρωση ελέγχετο από φώτα τροχαίας και αφού η εναγομένη βρισκόταν ακινητοποιημένη στο μέσο του δρόμου και ανέμενε μέχρι το απέναντι της φανάρι να γίνει κόκκινο είχε υποχρέωση να ελέγξει την καθαρότητα του δρόμου και μετά να στρίψει. Η εναγομένη είχε, όπως αναφέρει ο κ. Σαουρής, καλό οπτικό πεδίο μπροστά της για να δει την ενάγουσα και θα μπορούσε να προβλέψει την κίνηση της. Επιπλέον, εφόσον η εναγομένη δεν εκινείτο με μεγάλη ταχύτητα τη δεδομένη στιγμή είχε χρόνο και τρόπο να αντιδράσει (βλ. Φοινικαρίδης ν. Γεωργίου κ.ά.
(1991)1 Α.Α.Δ. 475). Ο κ. Σαουρής επίσης με αναφορά στη μαρτυρία της ενάγουσας η οποία και παραδέχτηκε ότι κατά το χρόνο του ατυχήματος δεν ήταν κάτοχος άδειας οδήγησης, ανέφερε ότι τα τυπικά προσόντα κάποιου ατόμου δεν έχουν σχέση αλλά η γνώση του για την οδήγηση. Η ενάγουσα, είναι η θέση του κ. Σαουρή, ήταν ειλικρινής και παραδέχτηκε ότι το να περάσει τα φώτα της τροχαίας ενώ το χρώμα ήταν πορτοκαλί ήταν ένα ρίσκο. Η εναγομένη από την άλλη, παρόλο που είναι η θέση του κ. Σαουρή ότι ήταν ειλικρινής, πρέπει να προβληματίσει το Δικαστήριο γιατί στην κατάθεση της έδωσε μια διαφορετική εκδοχή σε σχέση με την πορεία της ενάγουσας ενώ στην πραγματικότητα, όπως ανέφερε και στην μαρτυρία της, δεν την είδε καθόλου πριν τη σύγκρουση. Η ΜΥ2, κατά την κρίση του δικηγόρου της ενάγουσας ήταν υπερβολική ως προς την ικανότητα της για παρατήρηση αναφερόμενος στα σημεία της μαρτυρίας της ότι από εκεί που βρισκόταν έβλεπε προς όλες τις σχετικές κατευθύνσεις. Όσον αφορά τις σωματικές βλάβες που υπέστη η ενάγουσα, o κ Σαουρής παρέπεμψε το Δικαστήριο για καθοδήγηση στην υπόθεση Αριστοδήμου ν Πέτρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 980, όπου για παρόμοιους τραυματισμούς επιδικάστηκε το ποσό των ΛΚ 9.000 και στη June Harmsworth v. 1. Salamis Glory κ.α.
(2003)1(Γ) Α.Α.Δ.1617 στην οποία επιδικάστηκε το ποσό των ΛΚ 15.000, τονίζοντας την αυξητική τάση που υπάρχει σήμερα. Αξιολόγηση μαρτυρίας Κατά την ακροαματική διαδικασία είχα την ευκαιρία και παρακολούθησα με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Ο ΜΕ1, ο αστυνομικός που εξέτασε το δυστύχημα, μετέφερε τις θέσεις των εμπλεκομένων όπως του αναφέρθηκαν σχετικά με το σημείο σύγκρουσης και την πορεία τους, και τις τοποθέτησε στο σχέδιο το οποίο ετοίμασε (Τεκμήρια 1 και 2). Η μαρτυρία του ήταν καθαρή και περιορίστηκε στα ευρήματα του στη σκηνή του δυστυχήματος. Η εντύπωση που δημιούργησε στο Δικαστήριο ήταν θετική και φάνηκε ότι κατέθεσε με ειλικρίνεια. Ο μάρτυρας προσπάθησε να δώσει όλες τις απαραίτητες εξηγήσεις γύρω από τα θέματα τα οποία ενέπιπταν στη σφαίρα των γνώσεων του. Τα ευρήματα του δεν αμφισβητήθηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία όπως επίσης ούτε από τους εμπλεκόμενους στο δυστύχημα, οι οποίοι συμφώνησαν με το σχέδιο και το υπέγραψαν. Θεωρώ ότι η διερεύνηση του ατυχήματος από αυτόν έγινε με αντικειμενικό και αμερόληπτο τρόπο. Συνακόλουθα με τα πιο πάνω η μαρτυρία του όσον αφορά το πρόχειρο και το συμμετρικό σχέδιο (Τεκμήρια 1 και 2) που ετοίμασε κρίνεται αξιόπιστη και αποδεκτή από το Δικαστήριο. Η ενάγουσα δεν μου έκανε καλή εντύπωση. Η μαρτυρία της περιείχε αρκετές αντιφάσεις και ανακρίβειες οι οποίες έχουν αρνητικό αντίκτυπο στην αξιοπιστία της. Η ενάγουσα δεν ήταν σίγουρη για το πού ακριβώς βρισκόταν όταν άλλαξε το χρώμα στο φωτεινό σηματοδότη της πορεία της από πράσινο σε πορτοκαλί. Στην κατάθεση της (Τεκμήριο 4) το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε ως ορθό αναφέρει συγκεκριμένα ότι : « Όταν έφθασα στα φώτα της τροχαίας με τη διασταύρωση της οδού Πέτρου Τσίρου όπως σου ανέφερα και μόλις έφθασα το αλτ της πορείας μου έγινε η αλλαγή των φώτων της τροχαίας από πράσινο σε πορτοκαλί εγώ όμως λόγω του ότι πήγαινα με αρκετή ταχύτητα δεν τα κατάφερα να σταματήσω και μπήκα μέσα στη διασταύρωση.». Κατά τη μαρτυρία της ανέφερε ότι βρισκόταν περίπου 4 μέτρα πριν τα φώτα όταν είδε την αλλαγή του χρώματος στο φωτεινό σηματοδότη της πορείας της αλλά λόγω της ταχύτητας της δεν κατάφερε να σταματήσει. Η ενάγουσα όσον αφορά το κατά πόσο είδε την εναγομένη ανέφερε ότι «σε κάποιο στάδιο» έβλεπε την εναγομένη σταματημένη, προφανώς στη μέση της διασταύρωσης, χωρίς όμως να μπορεί να καθορίσει από ποια απόσταση την είδε ή και πού ήταν όταν την εντόπισε. Σε κάποιο άλλο στάδιο της μαρτυρίας της είπε ότι όταν είδε την εναγομένη προσπάθησε να την αποφύγει αλλά δεν τα κατάφερε. Σε άλλο σημείο, η ενάγουσα είπε ότι μόλις μπήκε στη διασταύρωση με πορτοκαλί η εναγομένη άρχισε να στρίβει. Εάν και εφόσον μόλις η ενάγουσα μπήκε στη διασταύρωση είδε την εναγομένη να αρχίζει να στρίβει πώς κάλυψε απόσταση 11 περίπου μέτρων μέχρι το σημείο της σύγκρουσης χωρίς να καταφέρει να την αποφύγει και ή να σταματήσει το μοτοποδήλατο της. Ακολούθως, απαντώντας σε ερώτηση του δικηγόρου της εναγομένης αρνούμενη ότι προσπερνούσε από αριστερά σταματημένα αυτοκίνητα, είπε ότι δεν υπήρχαν αυτοκίνητα σταματημένα ούτε δεξιά της αλλά ούτε και μπροστά της και έβλεπε καθαρά το αυτοκίνητο της εναγομένης, κάτι το οποίο εξυπακούει ότι η ενάγουσα έβλεπε την εναγομένη σταματημένη στη μέση της διασταύρωσης πριν φτάσει στα φώτα. Σε άλλο στάδιο η ενάγουσα ανέφερε ότι όταν εισήλθε στη διασταύρωση ακολουθούσε αυτοκίνητα που βρίσκονταν μπροστά της τα οποία ήταν σε κίνηση. Εάν ακολουθούσε αυτοκίνητα άλλα και εάν μόλις εισήλθε η ενάγουσα στη διασταύρωση η εναγομένη άρχισε να στρίβει πώς και η σύγκρουση έγινε μεταξύ των δύο τους και όχι μεταξύ της εναγομένης με τα προπορευόμενα από την ενάγουσα αυτοκίνητα. Οι πιο πάνω διαφορετικές εκδοχές της ενάγουσας κάνουν την μαρτυρία της ασαφή και κατ΄επέκταση ακροσφαλή όσον αφορά τις ακριβείς συνθήκες του ατυχήματος. Τώρα όσον αφορά τα τραύματα της τα οποία είναι παραδεκτό ότι υπέστη κατά το δυστύχημα αφού αυτά υποστηρίζονται και από το ιατρικό πιστοποιητικό του Δρ Λανίτη, το οποίο κατατέθηκε από κοινού για την αλήθεια του περιεχομένου του, η μαρτυρία της είναι αποδεκτή όπου υποστηρίζεται από το περιεχόμενο του πιστοποιητικού αυτού. Τώρα όσον αφορά τη σημερινή της κατάσταση δεν έχω ενώπιον μου ιατρική μαρτυρία που να την υποστηρίζει. Πέραν τούτου η μαρτυρία της ίδιας όσον αφορά τη σημερινή της κατάσταση ήταν γενική και αόριστη. Ανέφερε σε κάποιο στάδιο γενικά ότι σήμερα νιώθει πόνο χωρίς οποιαδήποτε περαιτέρω διευκρίνηση και ότι χρειάζεται φυσιοθεραπεία. Δεν διευκρίνισε εάν κάνει σήμερα φυσιοθεραπεία. Από τη μαρτυρία της δέχομαι ότι έκανε φυσιοθεραπεία για κάποιο χρονικό διάστημα, χωρίς φυσικά αυτό να καθορίζεται ώστε το Δικαστήριο να καταλήξει με ασφάλεια σε σχετικό εύρημα. Σε κάποιο στάδιο μάλιστα ανέφερε ότι θα χρειαστεί πλαστική εγχείρηση. Η θέση αυτή περιέχεται και στο ιατρικό πιστοποιητικό που κατατέθηκε από κοινού για την αλήθεια του περιεχομένου του αλλά καμία διευκρίνηση δεν δόθηκε ή και επεξήγηση για το τι είδους πλαστική εγχείρηση χρειάζεται ή και τι θα κοστίσει ή και εάν προτίθεται η ενάγουσα να προχωρήσει με αυτή. Η εναγομένη μου έκανε καλή εντύπωση. Παρατηρώντας την στο εδώλιο του μάρτυρα φάνηκε ότι ήρθε στο Δικαστήριο να πει την αλήθεια και τα γεγονότα όπως αυτή τα έζησε. Παρατηρώ ότι στην κατάθεση της την οποία και υιοθέτησε ως ορθή αναφέρει ότι η ενάγουσα πέρασε με καθαρό κόκκινο παρακάμπτοντας τα σταματημένα αυτοκίνητα από τα αριστερά ενώ κατά τη μαρτυρία της είπε ότι δεν είδε καθόλου την ενάγουσα πριν τη σύγκρουση. Τα πιο πάνω κρίση μου είναι ότι δεν αποτελούν αντίφαση η οποία να επηρεάζει την αξιοπιστία της εναγομένης εφόσον κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας της η εναγομένη παρέμεινε σταθερή στη θέση της ότι δεν είδε καθόλου την ενάγουσα. Πέραν τούτου, δέχομαι την επεξήγηση που έδωσε για τον ισχυρισμό της στην κατάθεση της τον οποίο στήριξε με βάσει το σημείο της σύγκρουσης στη διασταύρωση και το μέρος της σύγκρουσης του μοτοποδηλάτου της ενάγουσας με το αυτοκίνητο της το οποίο είχε ήδη πάρει κλήση προς τα δεξιά. Η ίδια είναι η θέση μου και για τη ΜΥ2. Θωρώ ότι η ΜΥ2 είναι ανεξάρτητη μάρτυρας η οποία βρέθηκε στην σκηνή του ατυχήματος, και μάλιστα η ενάγουσα μετά την σύγκρουση με το αυτοκίνητο της εναγομένης κατέληξε κάτω από το δικό της αυτοκίνητο. Η ΜΥ2 δεν παρατήρησα να περιέπεσε σε οποιαδήποτε αντίφαση η οποία δυνατό να επηρεάσει την αξιοπιστία της. Η παρατηρητικότητα της επίσης δεν θεωρώ ότι υπό τις περιστάσεις ήταν υπερβολική, όπως ισχυρίστηκε ο κ. Σαουρής, αλλά φυσιολογική για ένα συνετό οδηγό που βρίσκεται σε διασταύρωση και οφείλει να έχει την πλήρη επισκόπηση της. Η μαρτυρία της ΜΥ2 καθ' όλη τη διάρκεια της παρέμεινε σταθερή. Η ΜΥ2 θεωρώ ότι ήρθε στο Δικαστήριο να πει την αλήθεια και αποδέχομαι την εκδοχή της ως ορθή. Προδικαστικές ενστάσεις Οι προδικαστικές ενστάσεις που περιέχονται στην υπεράσπιση της εναγομένης κρίνω ότι δεν έχουν προωθηθεί. Παρόλα αυτά όμως για σκοπούς πληρότητας της διαδικασίας θεωρώ ορθό όπως προχωρήσω στην εξέταση τους. Το έγγραφο της ενάγουσας ημερομηνίας 5.4.2006 με τίτλο «έκθεση αδικήματος» δεν συνάδει με του κανονισμούς της Πολιτικής Δικονομίας οπότε και δεν μπορεί να θεωρηθεί έγκυρο δικόγραφο Σύμφωνα με τη Δ.19 κ.2: « The plaintiff shall, subject to the provisions of Order 20, and at such time and in such manner as therein prescribed, deliver to the defendant a statement of his claim, and of the relief or remedy to which he claims to be entitled. The defendant shall, subject to the provisions of Order 21, and at such time and in such manner as therein prescribed, deliver to the plaintiff his defence or counter-claim (if any). And the plaintiff shall, subject to the provisions of Order 21, and at such time and in such manner as therein prescribed, deliver his reply (if any) to the defence, and his own defence to the counter-claim. Such statements shall be as brief as the nature of the case will admit.» Η Δ.19 κ.25 προνοεί ότι: «No technical objection shall he raised to any pleading on the ground of any alleged want of form.» Ακολούθως στον κ.26 προνοείται ότι: « The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, order to be struck out or amended any matter in any indorsement or pleading which may be unnecessary or scandalous or which may tend to prejudice, embarrass, or delay the fair trial of the action.» Στο Annual Practice 1958 στο σχολιασμό κάτω από την Αγγλική Διαταγή 19 κανονισμό 26, η οποία είναι πανομοιότυπη με τη δική μας Δ.19 κ.25 (πιο πάνω) στη σελ.476 αναφέρεται ότι: « Non - compliance with the Rules of Practice does not of itself render any proceedings void; and no application to set aside any proceedings for irregularity will be allowed, unless it is made within reasonable time, or after the party applying has taken any fresh step after knowledge of the irregularity (O.70 r.r.1,2)». Σημειώνω εδώ ότι η Αγγλική Διαταγή 70 είναι πανομοιότυπη με τη δική μας Δ.64. Μελετώντας το περιεχόμενο του δικογράφου ή και εγγράφου που καταχώρησε η ενάγουσα παρατηρώ ότι περιέχει όλες τις απαιτούμενες από τη Δ.19 και Δ.20 λεπτομέρειες και αξιώσεις. Ο τίτλος όμως που φέρει το δικόγραφο αυτό « έκθεση αδικήματος» είναι λανθασμένος. Όπως ήδη ανέφερα από το περιεχόμενο του εξάγεται αβίαστα ότι πρόκειται για έκθεση απαίτησης στην οποία η ενάγουσα αναγράφει μεταξύ άλλων τις απαιτήσεις της εναντίον της εναγομένης όπως επίσης τις λεπτομέρειες που κατά τον ισχυρισμό της τις στοιχειοθετούν. Η εναγομένη, εάν ήθελε, μπορούσε να λάβει άλλα δικονομικά μέτρα που της παρέχοντο εντός εύλογου χρόνου δηλαδή αμέσως μετά την καταχώρηση και επίδοση σε αυτήν του σχετικού εγγράφου. Η εναγομένη, αντί αυτού, επέλεξε να προχωρήσει τη διαδικασία. Στην υπόθεση Wunderlich κ.α. ν. Παναγιώτου
(1999)1 (A) Α.Α.Δ. 366, διαπιστώθηκε ότι η Δ.64 είναι διατυπωμένη με τέτοιο τρόπο ώστε να παρέχει στο Δικαστήριο την ευρύτερη δυνατή εξουσία να απονέμει δικαιοσύνη. Τονίστηκε επίσης ότι ρητή ή εξυπακουόμενη παραίτηση της άλλης πλευράς αποτελεί καλό λόγο για να γίνει δεκτή η παρατυπία. Η εναγομένη δεν ήγειρε το θέμα της παρατυπίας στο τίτλο του δικογράφου προηγουμένως και η ακροαματική διαδικασία ολοκληρώθηκε κανονικά. Σύμφωνα με την νομολογία (Wunderlich πιο πάνω), οι ακόλουθοι είναι παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας στα πλαίσια εξέτασης υπάρχουσας παρατυπίας: 1. Ο δυσμενής επηρεασμός της άλλης πλευράς. 2. Η πρόκληση αδικίας στον διάδικο που ευθύνεται για την παρατυπία. 3. Το μέγεθος της παρατυπίας. Σχετική είναι και η υπόθεση Μιχαήλ ν. Ττουνιά
(2004)1 (Α) Α.Α.Δ.
  1. Στην παρούσα υπόθεση σημειώνω ότι δεν έγινε οποιαδήποτε αίτηση σε προγενέστερο στάδιο για επίλυση και ή εξέταση του θέματος αυτού, το οποίο η εναγομένη επέλεξε να εγείρει με την υπό εξέταση προδικαστική ένσταση. Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω, κρίνω ότι τα δικαιώματα της εναγομένης σε καμία περίπτωση δεν επηρεάζονται δυσμενώς αφού αυτή προχώρησε με την καταχώρηση της υπεράσπισης της στην οποία περιέλαβε τη συγκεκριμένη προδικαστική ένσταση και ακολούθως με την ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας. Με τις πράξεις της αυτές θεωρώ ότι η εναγομένη παραιτήθηκε και απώλεσε το δικαίωμα της για έγερση του θέματος αυτού στο παρόν στάδιο. Εκπρόθεσμη η καταχώρηση του δικογράφου της ενάγουσας χωρίς άδεια του Δικαστηρίου Από τη μελέτη του φακέλου προκύπτει ότι η ενάγουσα καταχώρησε γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα στις 21.4.
  2. Στις 4.8.2005 καταχωρήθηκε το σημείωμα εμφάνισης του δικηγόρου της εναγομένης. Στις 22.3.2006 καταχωρήθηκε ειδοποίηση αλλαγής του δικηγόρου της ενάγουσας και στις 5.4.2006 η έκθεση απαίτησης της. Στις 13.4.2006 η εναγομένη καταχώρησε την υπεράσπιση της στην οποία περιλαμβάνονται οι πιο πάνω αναφερόμενες προδικαστικές ενστάσεις, και στις 19.5.2006 η απάντηση της ενάγουσας. Έκτοτε η διαδικασία προχώρησε κανονικά με τον ορισμό της αγωγής για οδηγίες και ακολούθως για ακρόαση. Σύμφωνα με τη Δ.20 κ.1 των περί πολιτικής Δικονομίας Κανονισμών: «..Σε άλλες περιπτώσεις ο ενάγοντας, πρέπει, λαμβανομένης υπόψη της Διαταγής 17, κανονισμός 11 ως προς την καταχώρηση έκθεσης απαίτησης όταν δεν υπάρχει εμφάνιση, να καταχωρήσει και παραδώσει έκθεση απαίτησης εντός δέκα ημερών μετά την εμφάνιση, εκτός εάν ο χρόνος αυτός επεκταθεί από το Δικαστήριο». Δεν φαίνεται ο χρόνος που προνοείται από την πιο πάνω διαταγή να επεκτάθηκε σε οποιοδήποτε στάδιο με άδεια του Δικαστηρίου. Σύμφωνα με τη Διαταγή 64 κ.1
(1)των περί Πολιτικής Δικονομίας Κανονισμών η μη συμμόρφωση, λόγω οποιασδήποτε πράξεως ή παράλειψης, με τα προβλεπόμενα από τους παρόντες κανονισμούς, αναφορικά με χρόνο, τόπο, τρόπο, τύπο, περιεχόμενο ή οτιδήποτε άλλο κατά την έναρξη ή τη φερόμενη έναρξη οποιασδήποτε διαδικασίας ή σε οποιοδήποτε στάδιο οποιασδήποτε διαδικασίας, ή σε σχέση με αυτή, θα θεωρείται παρατυπία και δεν θα καθιστά άκυρη τη διαδικασία, οποιοδήποτε βήμα στη διαδικασία, ή οποιοδήποτε έγγραφο, απόφαση ή διάταγμα σε αυτή. Ακολούθως η Δ.64 κ.2 προβλέπει μεταξύ άλλων, ότι αίτηση για παραμερισμό της οποιασδήποτε διαδικασίας, οποιουδήποτε βήματος που έγινε σε οποιαδήποτε διαδικασία, λόγω παρατυπίας δεν θα επιτρέπεται, εκτός εάν υποβάλλεται μέσα σε εύλογο χρόνο και προτού ο διάδικος που υπέβαλε την αίτηση προβεί σε οποιοδήποτε νέο διάβημα, αφού η παρατυπία περιήλθε στη γνώση του ( βλ. Wunderlich πιο πάνω). Στην προκείμενη περίπτωση η εναγομένη δεν θεωρώ ότι έχει υποστεί οποιονδήποτε δυσμενή επηρεασμό αφού δεν ήγειρε τέτοιο θέμα και οι δικηγόροι της προχώρησαν κανονικά στην ακροαματική διαδικασία της αγωγής. Η Δ.64 όπως ανέφερα και πιο πάνω πρέπει να εφαρμόζεται με φιλελεύθερο τρόπο για να αποτρέπεται η πρόκληση αδικίας σε διάδικο λόγω της τυπικής προσήλωσης στους διαδικαστικούς κανονισμούς. Το Δικαστήριο πρέπει να έχει την ευχέρεια να απονέμει δικαιοσύνη επί της ουσίας και όχι να απορρίπτονται διαδικασίες με την διαπίστωση απλών παρατυπιών. Ενόψει των πιο πάνω, ασκώντας τη διακριτική μου ευχέρειας, εκδίδω διάταγμα απαλλαγής από την παρατυπία. Ευρήματα Δικαστηρίου: Με βάση την πιο πάνω προσκομισθείσα μαρτυρία και το σχεδιάγραμμα της σκηνής του δυστυχήματος, τα πραγματικά και ουσιώδη γεγονότα που συνθέτουν την παρούσα υπόθεση και αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου είναι τα ακόλουθα. Στις 4.11.2002 και περί η ώρα 18:30 - 18:45 η ενάγουσα (ΜΕ1) οδηγούσε το μοτοποδήλατο με αριθμό εγγραφής HPY 356, στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας κοντά στο πεζοδρόμιο (πορεία ως το σημείο Α στο Τεκμήριο 2) κατά μήκος της Λεωφόρου Μακεδονίας, τώρα Λεωφόρο Σπύρου Κυπριανού στη Λεμεσό με δυτική κατεύθυνση προς τη διασταύρωση με την οδό Πέτρου Τσίρου, η οποία ελέγχετο από φώτα τροχαίας, με πρόθεση να ακολουθήσει ευθεία πορεία. Κατά τον ουσιώδη χρόνο δέχομαι ότι ο καιρός ήταν αίθριος και η άσφαλτος ξηρή. Η εν λόγω διασταύρωση φωτίζετο επαρκώς από σιδερένιους πασσάλους, λαμπτήρες και τα φώτα της τροχαίας λειτουργούσαν κανονικά. Η κίνηση τη συγκεριμένη ώρα στην εν λόγω διασταύρωση δέχομαι ότι ήταν πυκνή και το όριο ταχύτητας ήταν 50 χαω. Η εναγομένη, η οποία οδηγούσε το αυτοκίνητο με αριθμό εγγραφής ΧΕ 848 στη Λεωφόρο Μακεδονίας με ανατολική κατεύθυνση, φθάνοντας στην διασταύρωση με την οδό Πέτρου Τσίρου και όταν το φως της τροχαίας στην πορεία της ήταν πράσινο, πήρε τη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας αφού πρόθεση της ήταν να στρίψει δεξιά στην οδό Πέτρου Τσίρου και σταμάτησε στο κέντρο της διασταύρωσης λόγω του ότι από απέναντι της ερχόντουσαν αυτοκίνητα τα οποία πήγαιναν ευθεία (πορεία ως το σημείο Β στο Τεκμήριο 2). Η εναγομένη ακολούθως, όταν τα φώτα της τροχαίας απέναντι της στη Λεωφόρο Μακεδονίας έγιναν κόκκινο και αφού βεβαιώθηκε ότι τα αυτοκίνητα που ερχόντουσαν από απέναντι της σταμάτησαν, ξεκίνησε να στρίψει δεξιά. Η ενάγουσα δέχομαι ότι οδηγούσε το μοτοποδήλατο της με κάποια ταχύτητα, χωρίς φυσικά να μπορώ να την καθορίσω επακριβώς, και προσπερνούσε από τα αριστερά σε σχέση με την πορεία της ουρά αυτοκινήτων. Η ενάγουσα δέχομαι επίσης ότι εισήλθε στην εν λόγω διασταύρωση όταν τα φώτα της τροχαίας σε σχέση με την πορεία της είχαν κόκκινο χρώμα με αποτέλεσμα να συγκρουστεί με το αυτοκίνητο της εναγομένης στο σημείο Χ στο Τεκμήριο 2, το οποίο απέχει περίπου 11 μέτρα από το σημείο του αλτ των φώτων της πορείας της ενάγουσας και το οποίο βρίσκεται στο κέντρο της μίας λωρίδας κυκλοφορίας, της δεξιάς σε σχέση με την πορεία της εναγομένης. Ίχνη τροχοπέδησης δεν υπάρχουν στο σχεδιάγραμμα (Τεκμήριο 2), οπότε δέχομαι ότι δεν υπήρχαν. Η δεξιά πλευρά του μοτοποδηλάτου της ενάγουσας συγκρούστηκε με την αριστερή μπροστινή πλευρά του αυτοκινήτου της εναγομένης. Από τη σύγκρουση το μοτοποδήλατο της ενάγουσας υπέστη ζημιές στη δεξιά πλευρά στoν μπροστινό τροχό και πίσω δεξιά στη σέλλα και τα πλαστικά και της εναγομένης στον αριστερό δείκτη πορείας (τραφικέητορ), στο αριστερό μπροστινό φτερό και στην αριστερή γωνιά του μπροστινού προφυλακτήρα. Ακολούθως το μοτοποδήλατο της ενάγουσας συγκρούστηκε με το αυτοκίνητο της ΜΥ2 με αριθμό εγγραφής ΕΡΧ 336 στο σημείο Χ1 στο Τεκμήριο
  1. Η ΜΥ2 οδηγούσε το αυτοκίνητο της στην οδό Πέτρου Τσίρου με βόρεια κατεύθυνση και πριν το ατύχημα βρισκόταν σταματημένη στα φώτα της διασταύρωσης με τη Λεωφόρο Μακεδονίας λόγω του ότι το φως της τροχαίας στη πορεία της ήταν κόκκινο. Όταν το φως της τροχαίας της πορείας της έγινε πράσινο ξεκίνησε με πολύ χαμηλή ταχύτητα να περάσει λόγω του ότι στη διασταύρωση ήταν το αυτοκίνητο της εναγόμενης. Η τελική θέση του αυτοκινήτου της ΜΥ2 το οποίο βρίσκεται σε απόσταση περίπου 5 μέτρων από το σημείο του αλτ της πορείας της σημειώνεται με το σημείο Γ στο σχετικό τεκμήριο. Το αυτοκίνητο της ΜΥ2 μετά τη σύγκρουση με το μοτοποδήλατο της ενάγουσας έφερε ζημιές στη δεξιά του πλευρά και στο δεξιό τροχό. Η κατάληξη μου ότι η ενάγουσα εισήλθε στην εν λόγω διασταύρωση όταν ο φωτεινός σηματοδότης της πορείας της είχε κόκκινο χρώμα στηρίζεται στη μαρτυρία της ΜΥ2 την οποία έκρινα αξιόπιστη, η οποία είδε την ενάγουσα όπως επίσης είδε ότι τα φώτα στην οδό Π. Τσίρου απέναντι της είχαν πράσινο χρώμα. Αυτό επίσης είναι η κρίση μου ότι εξάγεται και από τη μαρτυρία της εναγομένης η οποία αν και δεν είδε την ενάγουσα πριν τη σύγκρουση δέχομαι την εκδοχή της ότι προτού ξεκινήσει για να στρίψει δεξιά προς την οδό Π. Τσίρου, αφού άναψε το κόκκινο φως στα φώτα απέναντι της στη Λεωφόρο Μακεδονίας, κοίταξε και βεβαιώθηκε ότι τα αυτοκίνητα που ερχόντουσαν από απέναντι της δηλαδή στην εξ αντιθέτου από αυτήν πορεία είχαν σταματήσει. Η εκδοχή της ενάγουσας ότι πέρασε τα φώτα όταν αυτά είχαν χρώμα πορτοκαλί ενόψει των διαφόρων εκδοχών που έδωσε όπως έχω αναφέρει λεπτομερώς πιο πάνω στο στάδιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας της δεν μπορεί να γίνει πιστευτή. Από το πιο πάνω ατύχημα δέχομαι ότι η ενάγουσα τραυματίστηκε και μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού. Η ενάγουσα υπέστη κάταγμα κάτω τριτημορίου της δεξιάς κνήμης, διπολικό κάταγμα δεξιάς περόνης και κάταγμα της βάσης του 5ου μεταταρσίου δεξιού ποδιού. Η ενάγουσα υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση με ανοικτή ανάταξη οστεοσύνθεσης της κνήμης με πλάκα 8 οπών και σταθεροποίηση του διπολικού κατάγματος της περόνης με 2 πλάκες, μια 5 οπών και μια 4 οπών. Τοποθετήθηκαν επίσης οστικά μοσχεύματα στη κνήμη και στην περόνη λόγω της μεγάλης συντριβής των καταγμάτων. Ακολούθως τοποθετήθηκε γύψινος νάρθηκας κνημοποδικός και δόθηκε στην ενάγουσα αντιβίωση και αναλγητικά. Η ενάγουσα παρέμεινε στο Νοσοκομείο Λεμεσού για νοσηλεία από τις 4.11.2002 μέχρι και τις 8.11.
  2. Ακολούθως επισκέφθηκε 11 φορές τα εξωτερικά ιατρεία του Νοσοκομείου. Δέχομαι ότι η ενάγουσα έκανε φυσιοθεραπείες για αρκετό καιρό αφού ο ισχυρισμός της αυτός δεν αμφισβητήθηκε χωρίς όμως να μπορώ να καταλήξω στην ακριβή χρονική της διάρκεια. Στις 29.11.2002 έγινε αφαίρεση ραφών - νέκρωση χειλέων του τραύματος. Στις 3,6 και 13 Δεκεμβρίου 2002 της έγινε αλλαγή του τραύματος. Στις 20.12.2002 τοποθετήθηκε γύψος Sarmiento με τακούνι για πρώιμη φόρτιση του σκέλους. Στις 10.1.2003 η ενάγουσα υποβλήθηκε σε ακτινολογικό έλεγχο ο οποίος έδειξε ότι το κάταγμα βρισκόταν σε ικανοποιητική θέση και η πώρωση του σε εξέλιξη. Στις 2.2.2003 και στις 21.2.2003 ακτινολογικοί έλεγχοι έδειξαν μη ικανοποιητική πώρωση του κατάγματος. Σύμφωνα με το ιατρικό πιστοποιητικό του Δρ. Λανίτη η θεραπεία της ενάγουσας ήταν δύσκολη λόγω του ότι ήταν υπέρβαρη. Στις 18.4.2003 επήλθε πώρωση του κατάγματος αλλά παρατηρήθηκε μερική απορρόφηση του μοσχεύματος που είχε τοποθετηθεί και υπερτροφική ψευδάρθωση. Στις 20.6.2003 της δόθηκε Calnitonine spray με Calium D και γίνονταν αλλαγές συστηματικά στην νέκρωση των χειλών του τραύματος. Στις 12.12.03 παρατηρήθηκε θραύση μιας βίδας στην κνήμη και μίας στην περόνη. Η ενάγουσα στις 20.2.2004 υποβλήθηκε σε εγχείρηση διαμερισματοποίησης του στομάχου, κάτι το οποίο δεν συνδέεται με το ατύχημα. Η ενάγουσα εισήχθη εκ νέου στο Νοσοκομείο από τις 8.7.2004 μέχρι και τις 9.7.2004 όπου και έγινε αφαίρεση πλακών και βιδών, πλην της μιας στην κνήμη, και μιας στην περόνη λόγω θραύσεων στο κεφάλι των βιδών αυτών οι οποίες δέχομαι ότι δεν έχουν αφαιρεθεί μέχρι σήμερα. Δεν χρειάστηκε εκ νέου τοποθέτηση μοσχεύματος και παρατηρήθηκε εκ νέου χειλοειδές στο σημείο της τομής. Σύμφωνα με το ιατρικό πιστοποιητικό του Δρ. Λανίτη, η κινητοποίηση της ενάγουσας ήταν δύσκολη λόγω του βάρους της. Έγινε πρόληψη με την τοποθέτηση μοσχεύματος. Ο Δρ. Λανίτης στο ιατρικό του πιστοποιητικό αναφέρει ότι η ενάγουσα μπορεί να χρειασθεί πλαστική εγχείριση και προς τούτο παραπέμφθηκε στο Μακάρειο Νοσοκομείο. Επιπλέον αναφέρει ότι δυνατό να παρουσιάσει μετατραυματική οστεοαρθρίτιδα στις παρακείμενες αρθρώσεις του γονάτου και της ποδοκνημικής. Η ενάγουσα λόγω του κατάγματος στο πόδι είχε αρκετό πόνο και για διάστημα πέραν του ενός χρόνου δεν μπορούσε να περπατήσει και χρησιμοποιούσε καροτσάκι και πατερίτσες κάτι το οποίο δεν την έκανε να νιώθει καλά. Σήμερα είπε χρειάζεται φυσιοθεραπεία, πλαστική και δυσκολεύεται να περπατήσει, θέσεις οι οποίες είναι γενικές αλλά δεν αμφισβητήθηκαν. Όπως έχω ήδη αναφέρει πιο πάνω στο στάδιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας της ενάγουσας παρόλο που οι ισχυρισμοί της ότι μέχρι και σήμερα αισθάνεται πόνο και χρειάζεται φυσιοθεραπεία παρέμειναν αναντίλεκτοι είναι γενικοί ισχυρισμοί οι οποίοι δεν υποστηρίζονται από ιατρική μαρτυρία οπότε και η βαρύτητα η οποία μπορεί να τους δοθεί είναι μειωμένη. Η ίδια είναι η θέση μου για την ανάγκη μελλοντικής εγχείρησης και την πιθανότητα δημιουργίας μετατραυματικής οστεοαρθρίτιδας. Νομική Πτυχή: Αρχικά αναφέρω ότι το θέμα της αμέλειας είναι θέμα γεγονότος το οποίο αποφασίζεται με βάση τις συνθήκες και τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης (βλ. Panayiotou v. Mavrou
(1970)1 C.L.R. 215 και Patsalides v. Yiapani
(1969)1 C.L.R. 84). Η έννοια της αμέλειας, όπως καθορίστηκε από το Δικαστή κ. Κωνσταντινίδη στην απόφαση της πλειοψηφίας στην υπόθεση Φοινικαρίδης ν. Γεωργίου κ.ά.
(1991)1 Α.Α.Δ. 475, ως πραγματικού γεγονότος συνίσταται στην παράλειψη επίδειξης εύλογης προσοχής κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Στην σελίδα 484 αναφέρει τα εξής: «Αυτό κατά εναρμονισμό προς το θεμελιωμένο ότι η αμέλεια ως πραγματικό γεγονός συνίσταται στην παράλειψη επίδειξης εύλογης προσοχής κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Συναφώς θα υπενθυμίζαμε πως γενικά, εφόσον η πιθανότητα δημιουργίας κινδύνου είναι εύλογα εμφανής, η παράλειψη λήψης μέτρων προφύλαξης συνιστά αμέλεια (Elpiniki Panayiotou v. Georghios Kyriakou Mavrou
(1979), 1 C.L.R., 215)." Η συμπεριφορά ενός οδηγού εξετάζεται και κρίνεται με βάση το επίπεδο του μέσου συνετού ανθρώπου, δηλαδή με βάση την αντίληψη ενός συνηθισμένου οδηγού και όχι του ενεχόμενου οδηγού [βλ. Μαρκαντώνης ν. Δημάκη
(1989)1 C.L.R. 387], o δε προσδιορισμός του καθήκοντος ποικίλλει ανάλογα με τα αντικειμενικά δεδομένα που επικρατούν στη σκηνή. Το καθήκον για λήψη προφυλακτικών μέτρων διαφαίνεται κατά τη λογική πρόβλεψη (δέστε Βίκης ν. Νεοφύτου
(1990)1 Α.Α.Δ. 345). Στην υπόθεση Αλεξάνδρου ν. Λεβέντη
(1996)1 Α.Α.Δ. 420, εισαγάγεται ένα ευρύτερο προσδιοριστέο καθήκον αυτών που χρησιμοποιούν το δρόμο, το καθήκον της επιμέλειας για την ασφάλεια των άλλων η εκπλήρωση του οποίου τους καθιστά υπόλογους για αμέλεια. Συνεχίζει η απόφαση ως εξής: «Το καθήκον για επιμέλεια γεννάται αφότου η διακίνηση άλλων προσώπων καθιστά εξ αντικειμένου μέριμνα του προσώπου που χρησιμοποιεί το δρόμο στη λήψη προφυλακτικών μέτρων για την προστασία της ασφάλειας τους.» Περαιτέρω αναφέρει για το κριτήριο αμέλειας τα εξής: «Το κριτήριο της αμέλειας είναι καθολικό και απρόσωπο. Η αμέλεια κρίνεται αντικειμενικά με γνώμονα τις αντιδράσεις ενός συνετού οδηγού, ο οποίος χρησιμοποιεί το δρόμο λελογισμένα και με συναίσθηση ευθύνης για την ασφάλεια των άλλων που χρησιμοποιούν το δρόμο.» Όσον αφορά ατυχήματα τα οποία συμβαίνουν σε διασταυρώσεις ελεγχόμενες από φώτα τροχαίας στην υπόθεση Φοινικαρίδης & Άλλη ν. Γεωργίου & Άλλων
(1991)1 Α.Α.Δ. 475 με αναφορά στην υπόθεση Joseph Eva ν. Reeves
(1938)2 All E.R. 115 τονίστηκε ότι όσο και εάν οδηγός που προχωρούσε σε διασταύρωση με πράσινο φως είχε δικαίωμα να υποθέσει ότι οχήματα που πλησίαζαν τη διασταύρωση από διαφορετική κατεύθυνση θα συμμορφώνονταν με τους κανονισμούς έτσι που να μην ήταν υποχρεωμένος να μεριμνήσει για την περίπτωση που κάποιο όχημα δεν θα σταματούσε στο κόκκινο φως, είχε το καθήκον να πάρει εύλογα μέτρα για να αποφύγει την σύγκρουση με αυτοκίνητο που είχε έγκαιρα δει ότι θα έμπαινε στη διασταύρωση κατά παράβαση των κανονισμών. Συνεπώς, εφόσον η πιθανότητα δημιουργίας κινδύνου είναι εύλογα εμφανής, η παράλειψη λήψης προφυλακτικών μέτρων προφύλαξης συνιστά αμέλεια. Λαμβάνοντας υπόψη τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης όπως έχουν διαπιστωθεί μέσα από τα ευρήματα, δεν υπάρχει μαρτυρία ενώπιον μου που να δικαιολογεί ότι η εναγομένη οδηγούσε χωρίς τη δέουσα προσοχή και φροντίδα, αντίθετα βρίσκω ότι η εναγομένη οδηγούσε με τη δέουσα προσοχή και επιμέλεια αφού φαίνεται ότι προχώρησε και σταμάτησε το αυτοκίνητο της στη μέση της διασταύρωσης αφού πρόθεση της ήταν να στρίψει δεξιά στην οδό Πέτρου Τσίρου αναμένοντας τα εξ αντιθέτου ερχόμενα αυτοκίνητα να περάσουν. Η εναγομένη από το σημείο το οποίο βρισκόταν έλεγξε την κίνηση απέναντι της ως όφειλε προτού επιχειρήσει να στρίψει δεξιά, και αφού βεβαιώθηκε ότι το φως της τροχαίας απέναντι της είχε γίνει κόκκινο και τα αυτοκίνητα στις δύο απέναντι της λωρίδες κυκλοφορίας δηλαδή στη μεσαία και στη δεξιά σε σχέση με τη πορεία της είχαν σταματήσει ξεκίνησε να στρίψει απελευθερώνοντας τη διασταύρωση όπου αυτή βρισκόταν σε αναμονή. Το ότι η εναγομένη δεν είδε την ενάγουσα να έρχεται από απέναντι το δέχομαι. Αυτό όμως κατά την κρίση μου λαμβάνοντας υπόψη τα ευρήματα μου πιο πάνω δεν της αποδίδει οποιαδήποτε ευθύνη. Στην κατάληξη μου αυτή δεν παραγνωρίζω τη θέση του ΜΕ1, την οποία αποδέχομαι, ότι η ορατότητα σε ολόκληρη τη διασταύρωση ήταν πέραν των 50 μέτρων αλλά στηρίζομαι στο εύρημα μου ότι η ενάγουσα η οποία, οδηγούσε με κάποια ταχύτητα το μοτοποδήλατο της, προσπερνούσε από τα αριστερά ουρά αυτοκινήτων που ακολουθούσαν την ίδια πορεία με αυτήν τα πρώτα εκ των οποίων είχαν σταματήσει αφού το φως της τροχαίας είχε γίνει κόκκινο. Με αυτό το δεδομένο και λαμβάνοντας υπόψη τη διαμόρφωση του δρόμου σύμφωνα με το Τεκμήριο 2 και τις λωρίδες κυκλοφορίας που υπήρχαν εξ αντιθέτου της εναγομένης θεωρώ ότι η εναγομενη δεν ήταν εφικτό και δεν μπορούσε να δει την ενάγουσα να έρχεται και κατ΄ επέκταση να προβλέψει ότι πίσω από τα σταματημένα στα φώτα αυτοκίνητα απέναντι της θα εμφανιζόταν το μοτοποδήλατο της ενάγουσας. Η εναγομένη από το σημείο το οποίο βρισκόταν σε αναμονή διετέλεσε το καθήκον που είχε να ελέγξει την καθαρότητα του δρόμου απέναντι της σε σχέση με τα εξ΄ αντιθέτου ερχόμενα αυτοκίνητα και βεβαιώθηκε ότι αυτά είχαν σταματήσει στο αλτ των φώτων όταν το χρώμα τους είχε γίνει κόκκινο. Η εναγομένη από τη δοθείσα μαρτυρία φαίνεται να είχε πλήρη και σωστό έλεγχο του δρόμου και γενικά της διασταύρωσης και έπραξε ότι ήταν ορθό να πράξει υπό τις περιστάσεις για να απελευθερώσει τη διασταύρωση από την παρουσία της (βλ. Elpiniki Panayioyou v. Georgios Kyriacou Mavrou
(1970)1 C.L.R. 215, Ward v. London Country
(1938)2 All E.R. 341, Χήρα ν Παπαιωάννου
(1995)1 Α.Α.Δ. 665, Κορέλλη κ.α. ν Λουκά
(1999)1(Γ) Α.Α.Δ. 1755, Κρασισμένου ν Σοφρωνίου
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 1152, Αντωνίου ν Τελεβάντου
(1999)1(Γ) Α.Α.Δ. 1594). Αποτελεί εύρημα μου ότι η σύγκρουση οφείλεται στο ότι η ενάγουσα εισήλθε στη διασταύρωση ενώ το χρώμα των φώτων της τροχαίας ήταν κόκκινο σε σχέση με την πορεία της αφού προηγουμένως οδηγώντας με κάποια ταχύτητα το μοτοποδήλατο της προσπερνούσε από τα αριστερά σε σχέση με τη δική της πορεία σταματημένα αυτοκίνητα. Η ενάγουσα είναι φανερό ότι οδηγούσε το μοτοποδήλατο της με κάποια ταχύτητα, χωρίς φυσικά να μπορώ να καταλήξω με ασφάλεια στην ακριβή ταχύτητα με την οποία εκινείτο, εισήλθε στη διασταύρωση, παραβαίνοντας το φωτεινό σηματοδότη χωρίς επιπλέον να είναι σε θέση να ελέγξει το μοτοποδήλατο της ορθά ώστε να αντιμετωπίσει ορατούς κινδύνους όπως η διακίνηση του αυτοκινήτου της εναγομένης στη διασταύρωση. Στην κατάληξη μου αυτή δεν λαμβάνω υπόψη την παραδοχή της ενάγουσας στην ποινική υπόθεση εναντίον της στηριζόμενη στη σχετική επί του θέματος νομολογία. Στην υπόθεση Γεωργίου ν Γιασουμής
(2005)1(Α) Α.Α.Δ. 391 λέχθηκε μεταξύ άλλων ότι: «παραδοχή σε ποινική υπόθεση θα πρέπει να αποτιμηθεί σε συνάρτηση προς τα γεγονότα που θεωρήθηκαν ότι στοιχειοθετούν το συγκεκριμένο αδίκημα ώστε να αξιολογηθεί η αποδεικτική της αξία στην αστική υπόθεση.» Το παρών Δικαστήριο δεν έχει ενώπιον του τα γεγονότα της ποινικής υπόθεσης τα οποία στοιχειοθετούν το αδίκημα της αμέλειας για το οποίο κατηγορήθηκε μεταξύ άλλων η ενάγουσα. Η ενάγουσα ανεξαρτήτως των δικών μου ευρημάτων σε κανένα στάδιο δεν παραδέκτηκε ότι πέρασε με κόκκινο φως ή και ότι ο ισχυρισμός αυτός ήταν μέρος των γεγονότων που στοιχειοθετούσαν το αδίκημα της αμέλειας στην ποινική υπόθεση. Πέραν τούτου ούτε ο φάκελος της ποινικής υπόθεσης κατατέθηκε ενώπιον μου στον οποίο ενδεχομένως να διαφαίνοντο τα γεγονότα που στοιχειοθετούσαν το αδίκημα της αμέλειας στο οποίο η ενάγουσα παραδέκτηκε. Όπως ανέφερα και πιο πάνω, η εναγομένη δεν ήταν σε θέση να δει την ενάγουσα από πού ερχόταν εφόσον στην ουσία αυτή βρισκόταν πίσω από σταματημένα αυτοκίνητα, αλλά ούτε και να προβλέψει ότι κάποιο μοτοποδήλατο θα εξερχόταν από την αριστερή πλευρά των σταματημένων στα φώτα αυτοκινήτων όταν τα φώτα της τροχαίας είχαν κόκκινο χρώμα. Η εναγομένη, με βάση τα πιο πάνω, κρίνω ότι δεν είχε υποχρέωση να λάβει προφυλάξεις για την ενδεχόμενη είσοδο της ενάγουσας στη διασταύρωση χωρίς η τελευταία να συμμορφωθεί με τα φώτα της τροχαίας της πορείας της. Στην υπόθεση Σοφοκλή Λεωνίδου
(1993)1 Α.Α.Δ. 1003 λέχθηκε μεταξύ άλλων: «ότι ένας οδηγός οφείλει να λάβει εξαιρετικές προφυλάξεις όταν η πιθανότητα κινδύνου είναι λογικά φανερή και όχι όταν η πιθανότητα κινδύνου είναι μια απλή δυνατότητα η οποία δεν θα μπορούσε να περάσει από το μυαλό ενός λογικού ανθρώπου». Η μέριμνα για την αντιμετώπιση αμέλειας άλλου οδηγού δεν αποτελεί μέρος του καθήκοντος ενός συνετού οδηγού πριν αυτή εκδηλωθεί. Η είσοδος της ενάγουσας στη διασταύρωση με όλα τα πιο πάνω ευρήματα μου δεν θεωρώ ότι ήταν εύλογα προβλεπτός κίνδυνος για την εναγομένη ώστε η τελευταία να λάβει οποιαδήποτε προφυλακτικά μέτρα. Η ενάγουσα όφειλε να έχει συνεχή επισκόπηση της διασταύρωσης ανεξαρτήτως του ότι πρόθεση της ήταν να ακολουθήσει ευθεία πορεία. Συντρέχουσα Αμέλεια: Ενόψει του πιο πάνω συμπεράσματος του Δικαστηρίου η εξέταση τυχόν συντρέχουσας αμέλειας καθίσταται άνευ αντικειμένου αφού με την μη επίρρηψη ευθύνης στην εναγομένη συνάγεται ότι αποκλειστικά υπεύθυνη για το ατύχημα ήταν η ενάγουσα. Η συμπεριφορά της ενάγουσας ήταν η γενεσιουργός και μόνη αιτία του ατυχήματος αφού εισήλθε στη διασταύρωση ενώ το φως της τροχαίας σε σχέση με την πορεία της ήταν κόκκινο αφού προηγουμένως προσπερνούσε από τα αριστερά, πάντοτε σε σχέση με την πορεία της, αυτοκίνητα που είχαν σταματήσει συμμορφούμενα με τα φώτα της τροχαίας. Παρά την πιο πάνω κατάληξη μου, θα προχωρήσω να εξετάσω το θέμα τόσο των ειδικών όσο και των γενικών αποζημιώσεων σε περίπτωση ανατροπής της πιο πάνω απόφασης μου. Ειδικές Αποζημιώσεις Πριν την λήξη της ακροαματικής διαδικασίας όπως ανέφερα και πιο πάνω οι ειδικές ζημιές της ενάγουσας συμφωνήθηκαν στο ποσό των €41,71 (ΛΚ 25). Γενικές Αποζημιώσεις Κατά τον προσδιορισμό των γενικών αποζημιώσεων είναι πλέον νομολογιακά καθιερωμένο ότι παράγοντες οι οποίοι πρέπει να λαμβάνονται υπόψη αποτελούν μεταξύ άλλων η σοβαρότητα των τραυμάτων που υπέστη το πρόσωπο που διεκδικεί τις αποζημιώσεις , ο πόνος, η οδύνη, η ταλαιπωρία και η διάρκεια της δυσχέρειας (βλ. Μαυροπετρή ν Λουκά
(1995)1 Α.Α.Δ. 66 και Ηρακλέους ν Πίτρου
(1994)1 Α.Α.Δ. 239). Όπως έχει λεχθεί και στην υπόθεση Paraskevaides (Overseas) Ltd and Another v Christofi
(1982)1 CLR 789, ο σκοπός της επιδίκασης αποζημιώσεων είναι να αποδοθεί δικαιοσύνη στην απώλεια και στη ζημιά χωρίς να τίθεται υπέρμετρο βάρος στον αδικοπραγούντα. Το ποσό που επιδικάζεται πρέπει να είναι κοινωνικά αποδεκτό. Συνεπώς η κοινωνική δεοντολογία κατά τον ουσιώδη χρόνο είναι σε κάθε περίπτωση παράγοντας σχετικός προς το έργο του Δικαστηρίου ειδικά σε σχέση με μη χρηματική απώλεια. Επίσης η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου έχει επιδείξει μια σταθερή άνοδο του επιπέδου των γενικών αποζημιώσεων, και έχει τονίσει την ανάγκη για μια πιο δίκαιη και φιλελεύθερη αποτίμηση του ανθρώπινου πόνου και των πολλαπλών στερήσεων που προκαλούν αναπηρίες στα θύματα της αμέλειας (βλ. Κωμιάτη ν Πόλιτσου κ.ά.
(2001)1 (Α) ΑΑΔ 226, Παναγιώτου ν Φραγκέσκου κ.ά.
(1999)1 Α.Α.Δ. 687, Παναγή ν Θεοδώρου
(1992)1 Α.Α.Δ. 1303). Στην υπόθεση Φοινικαρίδης κ.ά. ν Γεωργίου κ.ά.
(1991)1 Α.Α.Δ. 475, υιοθετήθηκε η καθιερωμένη αρχή ότι οι προηγούμενες αποφάσεις των Κυπριακών Δικαστηρίων προσφέρουν καθοδήγηση στο βαθμό που είναι συγκριτικές ως αποκαλυπτικές της επικρατούσας τάσης χωρίς να είναι δεσμευτικές. Σε κάθε υπόθεση είναι ανάγκη να γίνονται οι αναγκαίες προσαρμογές έχοντας υπόψη τα ιδιαίτερα περιστατικά της και βέβαια πρέπει να συνυπολογίζεται η μείωση της αξίας του χρήματος με την πάροδο του χρόνου. Περαιτέρω στην υπόθεση Νεοφύτου ν Δημητρίου
(1992)1 Α.Α.Δ.430, επισημάνθηκε ότι το Δικαστήριο οφείλει πάντοτε να προβαίνει στις αναγκαίες αναπροσαρμογές λαμβάνοντας υπόψη ότι τα ουσιώδη γεγονότα δύο υποθέσεων δεν είναι ποτέ ταυτόσημα. Συνοψίζοντας τα πιο πάνω, και λαμβάνοντας υπόψη μου τον πόνο και την ταλαιπωρία που υπέστη η ενάγουσα συνεπεία του τραυματισμού της, ειδικότερα για την περίοδο από τις 4.11.2002 μέχρι και τις 18.4.2003 όταν επήλθε η πώρωση των καταγμάτων, τη δυσκολία που αντιμετώπισε στη αποθεραπεία της λόγω και του βάρους της κρίνω ότι η ενάγουσα δικαιούται σε γενικές αποζημιώσεις το ποσό των €25.000 επί πλήρους ευθύνης, το οποίο θεωρώ ότι είναι δίκαιη και εύλογη αποζημίωση για το τι έχει υποστεί (βλ. σύγγραμμα του Φρίξου Νικολαίδη Αποζημιώσεις για Σωματικές Βλάβες, Μέρος επτά, παρ.7-03 Χριστοφή, ανήλικος ν Λαβίθη, παρ.7-05, Φίτσιος, ανήλικος ν Γεωργίου, παρ.7-07, Telemachou v Papakyriacou, παρ.7-09, Ονουφρίου ν Φυλακτού, παρ. 7-10, Χριστοδούλου ν Χρίστου, παρ. 7-11, Στεφάτος ν Μιχαήλ, παρ 7-16, Σταύρου ν Συμεωνίδη, παρ.7-07, Κουμίδης ν Χριστοδούλου κ.α. , παρ.7-19, Ερωτοκρίτου ν Ιορδάνου, παρ.7-32, Γεωργίου ν Χατζηλύκου, παρ. 7-35, Ζαχαρία ν Νικόλα, παρ. 7-40, Κυριάκου ν Ελευθερίου, παρ.7-58, Πατσαλίδης ν Ευριπίδου, παρ.7-90, Μαύρος ν Αχιλλέως, παρ.7-110 Ζεβεδαίος ν Κουντούρη, παρ.7-111 και 7-112, Νεοπτολέμου ν Γεωργίου, Μιχαήλ ν Έκτωρος, και στις αποφάσεις Βάσος Κουρρής ν Παπαδοπούλου και Νικολάου
(1998)1(Β)Α.Α.Δ. 1147, Αριστείδου ν Σιαηλή
(1998)1 (Β) Α.Α.Δ. 617, Ναθαναήλ ν Hissam Hes Ali
(2001)1(Γ)Α.Α.Δ. 1689, June Harmsworth v. 1. Salamis Glory κ.α.
(2003)1(Γ) Α.Α.Δ.1617, Σολομωνίδη (ανηλίκου) ν 1. Ζεβλού κ.α.
(2000)1(Α) Α.Α.Δ. 228, Ποντίκη ν Κωνσταντινίδη
(2004)1(Β)Α.Α.Δ. 875, Νεοφύτου ν Δημητρίου
(1992)1(Α) Α.Α.Δ. 430, Σοφοκλέους ν Χαριλάου
(1998)1(Γ)Α.Α.Δ. 1645, Ομήρου ν Παναγίδου
(2002)1(Β) Α.Α.Δ. 986 τις οποίες θεωρώ υποβοηθητικές). Επιπλέον έλαβα υπόψη μου και την αρχή ότι ο αδικοπραγήσας αποδέχεται το θύμα στην κατάσταση στην οποία βρίσκεται τη δεδομένη στιγμή και φέρει και ευθύνη για την επιδείνωση της υφιστάμενης κατάστασης του. Αυτό το αναφέρω σε σχέση με το περιεχόμενο του ιατρικού πιστοποιητικού του Δρ Λανίτη ότι η κινητοποίηση και η αποθεραπεία της ενάγουσας ήταν δύσκολη λόγω του βάρους της (βλ. Αριστείδου ν Παυλίδου
(1999)1 Α.Α.Δ. 2153). Όσον αφορά το θέμα του τόκου, σύμφωνα με τις καθιερωμένες αρχές, εκτός εάν διαπιστωθεί αδικαιολόγητη καθυστέρηση ή ολιγωρία από μέρους του ενάγοντα, επιδικάζεται νόμιμος τόκος από την ημέρα γένεσης του αγώγιμου δικαιώματος επί των γενικών αποζημιώσεων, όπως επίσης και επί των ειδικών αποζημιώσεων, μειωμένος κατά το ήμισυ μέχρι την ημέρα έκδοσης της απόφασης (βλ. Φοινικαριδης ν Γεωργίου
(1991)1 Α.Α.Δ.475, Miller v Petek
(1999)1 (Γ) Α.Α.Δ. 2091, Θεοδούλου ν A. Panayides Contracting Ltd
(1999)1(Γ) Α.Α.Δ. 2134). Στην παρούσα υπόθεση το ατύχημα συνέβηκε στις 4.11.2002, η αγωγή καταχωρήθηκε στις 20.4.2005 και η έκθεση απαίτησης στις 5.4.2006. Δεν δόθηκε οποιαδήποτε δικαιολογία από μέρους της ενάγουσας για την καθυστέρηση στην καταχώρηση της αγωγής όπως επίσης και της προώθησης της. Ως εκ τούτου ασκώντας τη διακριτική ευχέρεια που μου παρέχεται θα επιδίκαζα νόμιμο τόκο από την ημερομηνία καταχώρησης της έκθεσης απαίτησης. Λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω και εάν η ενάγουσα πετύχαινε στην αγωγή της, επί πλήρους ευθύνης της εναγομένης θα εδικαιούτο σε απόφαση υπέρ της και εναντίον της εναγομένης για το ποσό των €25.000 ως γενικές αποζημιώσεις με νόμιμο τόκο από την 5.4.2006 και για το ποσό των €42,71 ως ειδικές αποζημιώσεις με νόμιμο τόκο επί του ½ του πιο πάνω ποσού από την 5.4.2006 μέχρι σήμερα πλέον νόμιμο τόκο επί ολόκληρου του ποσού των €42,71 από σήμερα μέχρι πλήρους εξόφλησης. Συνακόλουθα με όλα τα πιο πάνω, και στη βάση του ότι η ενάγουσα έχει αποτύχει να αποδείξει ότι η εναγόμενη φέρει οποιαδήποτε ευθύνη για το επίδικο ατύχημα, η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα σε βάρος της ενάγουσας και υπέρ της εναγομένης όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............... Φ. Καπετάνιου Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Final Αναφορά: Δυστύχημα cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.