Σε ότι αφορά την Διαιτησία μεταξύ του Γεώργιου Τσάνου εκ Λεμεσού και της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Γερμασόγειας, Γενική Αίτηση 348/06,
- 07.2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:A205 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Δ. Ι. Κίτσιου, Ε.Δ. Γενική Αίτηση 348/06 Σε ότι αφορά τον Περί Διαιτησίας Νόμο Κεφ. 4, τον Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο 22/85 και τους Περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμούς Και Σε ότι αφορά την Διαιτησία μεταξύ του Γεώργιου Τσάνου εκ Λεμεσού και της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Γερμασόγειας Αίτηση Έφεσης Δια Κλήσεως Ημερομηνία:
- 07.2009 Εμφανίσεις: Για αιτητή: κος Π. Παυλίδης (κα Καραπατάκη κατά την απόφαση) Για καθ' ων η αίτηση: κα Μαργόνη για Χρύσης Δημητριάδη και Σία (κ. Μ. Αγιομαμίτης κατά την απόφαση) Α Π Ο Φ Α Σ Η Εισαγωγή: Στις 14.12.2006 ο Γεώργιος Τσάνου (στο εξής θα καλείται ο αιτητής) καταχώρησε αίτηση (στο εξής η επίδικη αίτηση) με τα στοιχεία που αναφέρονται στον τίτλο αυτής ζητώντας από το Δικαστήριο την ακύρωση και/ή τον παραμερισμό της διαιτητικής απόφασης ημερομηνίας 24.11.2006 καθώς και οποιαδήποτε άλλη θεραπεία κριθεί ορθή και δίκαιη υπό τις περιστάσεις πλέον έξοδα. Οι λόγοι στους οποίους στηρίζεται η αίτηση είναι οι ακόλουθοι: Η απόφαση είναι το αποτέλεσμα της λανθασμένης νομικής καθοδήγησης του Διαιτητή αναφορικά με τα επίδικα θέματα. Ο Διαιτητής παρέλειψε να ασχοληθεί και/ή δεν ασχολήθηκε καθόλου με την διαζευκτική βάση στην οποία στηριζόταν οι απαιτήσεις του Αιτητή, για τόκους επί του ποσού των ΛΚ. 200.000, ήτοι στις αρχές του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Ο Διαιτητής κακώς ερμήνευσε τις νομικές αρχές τις αφορώσες το θέμα της ύπαρξης συμφωνίας. Ο Διαιτητής παρέλειψε να λάβει υπόψη του τη γραπτή μαρτυρία, όπως αυτή φαίνεται μέσα από τα πάμπολλα τεκμήρια της υπόθεσης και/ή λανθασμένα ερμήνευσε αυτή. Το εύρημα του Διαιτητή ότι το σύνολο της μαρτυρίας (γραπτής και προφορικής), που προσκόμισε ο Αιτητής, δεν ήταν τέτοιο, έτσι που να μπορούσε να στηριχθεί σε αυτό, για την εξαγωγή οιωνδήποτε ευρημάτων ως προς τα ουσιώδη γεγονότα, είναι λανθασμένο και/ή αστήρικτο και/ή αδικαιολόγητο. Η αναφορά του στο γεγονός ότι την πρώτη φορά που παρέλαβε τις επιταγές ο Αιτητής, ήτοι την 21.4.2000, δεν υπέγραψε σχετικές αποδείξεις με επιφύλαξη, είναι το ολιγότερο άστοχη και νομικά αδικαιολόγητη. Ο λογαριασμός όψεως (τεκμ. 40) δεν ανοίχθηκε την 21.4.2000, αλλά το
- Ο Αιτητής δεν επεδίωξε καμία γραπτή συμφωνία για το θέμα του τόκου στο τεκμήριο
- Απλά επειδή το τεκμήριο 40 (λογαριασμός όψεως - δευτεράκι) ήταν γραπτό, εκεί εμπήκε και γραπτά, κατ' εξαίρεση των επικρατούντων τότε επιτοκίων που ήταν πολύ χαμηλότερα ότι ο τόκος θα ήταν 7% για ολόκληρη την περίοδο. Το εύρημα του Διαιτητή ότι στο τεκμήριο 40 δεν αναφέρεται και η χρονική περίοδος, είναι λανθασμένο, αφού αυτή αναγράφεται επί του τεκμηρίου. Η ερμηνεία του Διαιτητή για τον όρο «για ολόκληρη την περίοδο» που φαίνεται στο τεκμήριο 40, ότι έληγε την 31.12.2002, είναι εντελώς αυθαίρετη, νομικά λανθασμένη και/ή αδικαιολόγητη. Το εύρημα του Διαιτητή ότι υπήρχε ανάγκη παρουσίασης μαρτυρίας και λεπτομερειών από τον Αιτητή για υπολογισμό της διαφοράς του τόκου επί του τεκμηρίου 40, είναι νομικά λανθασμένο. Ο Αιτητής ζητούσε τόκους προς 7% επί του τεκμηρίου 40 μέχρι εξοφλήσεως. Η κατάληξη του Διαιτητή σχετικά με τα αιτήματα του Αιτητή υπό στοιχείο Γ στην Έκθεση Απαίτησης του, είναι νομικά αστήρικτη, λανθασμένη και αδικαιολόγητη. Νομική βάση της αίτησης αποτελεί ο Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμος 22/85, άρθρο 52, οι Περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμοί, Θεσμοί 78 και 79, οι Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικοί Κανονισμοί, Διατάξεις 2, 5, 16, 17, 19, 20, 21, 23, 30, 31, 32, 33, 34, 35, 36, 37, 38, 48 και 49, ο Περί Δικαστηρίων Νόμος 14/60, άρθρο 36, ο Περί Διαιτησίας Νόμο Κεφ. 4, το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, Άρθρο 30 καθώς επίσης οι συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Περαιτέρω η επίδικη αίτηση υποστηρίζεται από γεγονότα που εμφαίνονται σε ένορκη δήλωση του αιτητή ημερομηνίας 14.12.
- Για σκοπούς πληρότητας στην παράθεση όλων των στοιχείων που συνθέτουν τη θέση του αιτητή, η εν λόγω ένορκη δήλωση παρατίθεται στην συνέχεια αυτούσια.
- Είμαι ο Αιτητής στην παρούσα αίτηση, γνωρίζω πολύ καλά τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και προβαίνω στην παρούσα ένορκη δήλωση για όσα καλύτερα γνωρίζω και πιστεύω και εξ' όσων οι Δικηγόροι μου με συμβουλεύουν για τις νομικές αρχές και τα ζητήματα.
- Στην παρούσα μου επισυνάπτω σαν τεκμήριο 1 την απόφαση του Διαιτητή κ. Ανδρέα Παπαδόπουλου ημερ. 24.11.2006, καθώς και την Έκθεση Απαίτησης μου στην σχετική υπόθεση τεκμήριο
- Είναι ολοφάνερο ότι ο Διαιτητής δεν πραγματεύεται καθόλου και/ή παρέλειψε να ασχοληθεί και να αποφασίσει επί της διαζευκτικής βάσης της απαίτησης μου, όπως φαίνεται από την παράγραφο 13 της Έκθεσης Απαίτησης μου, ήτοι των αρχών του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Έχει ενώπιον του την παραδοχή των καθ' ων η αίτηση μέσα από τις μαρτυρίες τους, ότι είχαν και εκμεταλλεύοντο τα χρήματα μου και εισέπρατταν τόκους μέχρι την 3.2.
- Η απαίτηση μου για καταβολή τόκου προς 7% επί του ποσού των ΛΚ. 200.000 το οποίο την 21.4.2000 μετατράπηκε σε τέσσερις επιταγές στον κομιστή εκ ΛΚ. 50,000 εκάστη, εξάγεται τόσον από τις δοθείσες μαρτυρίες όσον και από τα πλείστα τεκμήρια της υπόθεσης.
- Το επί πλέον ποσόν των χρημάτων των γραμματίων μου, ήτοι ΛΚ. 35.903,92 σεντ κατατέθηκε στο λογαριασμό όψεως τεκμήριο 40, ο οποίος ανοίχθηκε το
- Για τα πιο πάνω χρήματα, ανεγράφη ιδιοχείρως από τον Γραμματέα των Καθ' ων η Αίτηση κ. Λούκα Παπαδόπουλο ότι ο τόκος θα ήταν 7% για ολόκληρη την περίοδο, δηλαδή μέχρι εξόφλησης.
- Η πιο πάνω αναγραφή επί του τεκμηρίου 40, ήταν η απόρροια της συμφωνίας μας ότι επειδή δεν θα εσήκωνα τα χρήματα, δεν θα εξαργύρωνα δηλαδή τις επιταγές, οι Καθ ' ων η Αίτηση θα εσυνέχιζαν να μου χορηγούσαν τόκους προς 7% ετησίως, για ολόκληρο το ποσό των γραμματίων μου, ήτοι ΛΚ. 235.903,92 σεντ.
- Παρόλο που τα γραμμάτια μου (τεκμήρια 5, 6 και 7), είχαν λήξει προ πολλού και παρόλο που επ' αυτών αναφέρετο ότι δεν θα χορηγούνται τόκοι μετά τη λήξη τους, οι Καθ' ων η Αίτηση μου χορήγησαν τόκους μέχρι και την 21.4.
- Όπως είπε ο κ. Λούκας Παπαδόπουλος μου έδωσαν τόκους επειδή θα συνέχιζα να έχω τα χρήματα μου κοντά τους.
- Όταν έκλεισα τους λογαριασμούς των γραμματίων και εκτός του ποσού των ΛΚ. 35.905,92 σεντ, το υπόλοιπο μετατράπηκε σε 4 επιταγές στον κομιστή εκ ΛΚ. 50.000,00 η κάθε μία, δεν υπήρχε καμία ανάγκη να υπογράψω αποδείξεις με επιφύλαξη, αφού είχε συμφωνηθεί μεταξύ μας ότι επειδή δεν θα εξαργύρωνα τις επιταγές, θα μου χορηγείτο τόκος προς 7% επί του ποσού των ΛΚ. 200.
- Στο τεκμήριο 40 ζητούσα τόκους προς 7% όπως ανεγράφετο επ' αυτού μέχρι εξοφλήσεως. Η απαίτηση μου ήταν καθαρή και δεν υπήρχε καμία ανάγκη παρουσίασης λεπτομερειών και μαρτυρίας για τον υπολογισμό της διαφοράς του τόκου και/ή δεν υπήρχε τέτοια ανάγκη υπολογισμού.
- Η κατάληξη του Διαιτητή για παροχή τόκου προς 7% επί του τεκμηρίου 40 μέχρι και την 31.12.2002, δεν στηρίζεται πουθενά, ούτε στις προφορικές ούτε στις γραπτές μαρτυρίες, ούτε και στο Νόμο για φιλελευθεροποίηση των επιτοκίων που έγινε προηγούμενα.
- Δεν είναι αλήθεια, ούτε και στέκεται στη λογική ότι όπου επεδίωκα συμφωνία για καταβολή τόκου, εξασφάλισα γραπτή μαρτυρία. Επειδή το τεκμήριο 40 (δευτεράκι) ήταν γραπτό κείμενο, αναγκαστικά έπρεπε να αναγραφεί επ' αυτού η συμφωνία μας για τον τόκο ότι θα ήταν 7%, γιατί διαφορετικά θα ίσχυε ο πολύ χαμηλότερος τόκος που εδίδετο τότε στους λογαριασμούς όψεως. Σημειώστε ότι το ποσό των ΛΚ. 35.903,92 σεντ που κατατέθηκε στο τεκμήριο 40 την 21.4.2000, ήταν μέρος του συνολικού ποσού των γραμματίων μου, τα οποία μετέτρεψα σε επιταγές στον κομιστή για προσωπικούς λόγους. Για τους ίδιους λόγους από το πιο πάνω ποσό των ΛΚ. 35.903,92 σεντ, ποσόν ΛΚ. 30.000,00 δεσμεύτηκε για το χρέος που είχα δυνάμει του γραμματίου, παρόλο που δεν υπήρχε κανένας λόγος επειδή τούτο ήταν εξασφαλισμένο με υποθήκη.
- Το τεκμήριο 21 που κατατέθηκε στην υπόθεση, διαψεύδει τους ισχυρισμούς των Καθ ' ων η Αίτηση ότι δεν είχα επιφυλάξεις για τον υπολογισμό των τόκων στα γραμμάτια μου κατά την 21.4.2000 και ότι τους εισέπραξα χωρίς να διαμαρτυρηθώ.
- Όταν επληροφορήθηκα αρχές Οκτωβρίου του 2000, ότι δεν θα μου χορηγείτο τόκος στα ποσά των επιταγών, παρά τα συμφωνηθέντα, ξεκίνησα ένα αγώνα που φαίνεται μέσα από πάρα πολλά τεκμήρια και μαρτυρίες, για να πάρω αυτό που είχαμε συμφωνήσει και ο οποίος κατέληξε να εκδικάσει την πιο πάνω διαφορά μας ο κ. Ανδρέας Παπαδόπουλος.
- Όταν αντελήφθηκα ότι ο αγώνας μου ήταν μάταιος, την 3.2.2003 αντικατέστησα τις πρώτες επιταγές, οι οποίες είχαν εν τω μεταξύ λήξει την 21.10.2000, και ακολούθως κατέθεσα αυτές σε άλλη Τράπεζα για να μην ζημιώνω περαιτέρω (τεκμήριο 41), το οποίο ο Διαιτητής ξέχασε και/ή παρέλειψε να συμπεριλάβει στον κατάλογο των τεκμηρίων της υπόθεσης. Στη παρούσα επίδικη αίτηση οι καθ' ων η αίτηση καταχώρησαν ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης στηριζόμενη στους Περί Συνεργατικών Νόμους 22/85 και 68/87 άρθρο 2, 52
(1)(α-δ)
(2)(α-β)
(3)
(4), 53
(1)-
(3)55
(1)-
(6)στους Περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμούς, Θεσμοί 78
(1), στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας. Η ένσταση των καθ' ων η αίτηση στηρίζεται στους ακόλουθους λόγους:
- Η εφεσιβαλλόμενη απόφαση είναι επαρκώς αιτιολογημένη είναι αποτέλεσμα ορθής καθοδήγησης του Διαιτητή αναφορικά με όλα τα επίδικα θέματα και είναι απόλυτα ορθή.
- Ο Διαιτητής έλαβε υπ' όψη όλη την ενώπιον του τεθείσα μαρτυρία γραπτή και προφορική και με βάση αυτή προχώρησε στην εξαγωγή των ανάλογων ευρημάτων που ήταν ορθά.
- Η ερμηνεία του Διαιτητή σε σχέση με τους όρους διαφόρων εγγράφων ήταν ορθή.
- Ουδέποτε κατά τη διάρκεια της διαδικασίας προβλήθηκε οποιαδήποτε ένσταση ως προς τον χειρισμό της υπόθεσης από τον Διαιτητή.
- Ο Διαιτητής αξιολόγησε ορθά τη μαρτυρία και ενήργησε μέσα στα πλαίσια των εξουσιών του και των αρχών της δικαιοσύνης. Προς υποστήριξη των λόγων ένστασης καταχωρήθηκε ένορκη δήλωση ημερομηνίας 20.03.2007 του γραμματέα των καθ' ων η αίτηση. Μέσα από την εν λόγω ένορκη δήλωση δεν παρατίθενται γεγονότα ουσίας αλλά τοποθετήσεις και επιχειρήματα κατόπιν νομικής συμβουλής ως αναφέρεται. Ως προς τους λόγους ακύρωσης της απόφασης του διαιτητή που επικαλείται ο αιτητής αυτοί απορρίπτονται και περαιτέρω ισχυρίζεται ότι δεν προβάλλεται ικανός λόγος για παραμερισμό της διαιτητικής απόφασης, γενικότερα υποστηρίζεται η απόφαση του διαιτητή. Η ακροαματική διαδικασία της επίδικης αίτησης διεξάχθηκε στη βάση κατάθεσης εκ συμφώνου των πρακτικών της διαιτητικής διαδικασίας (Τεκμήριο 1) και δεν προσφέρθηκε οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία, στη συνέχεια προωθήθηκαν οι εκατέρωθεν θέσεις και εκδοχές των διαδίκων διά των αγορεύσεων των ευπαιδεύτων συνηγόρων τους. Πιο συγκεκριμένα η πλευρά του αιτητή συνοψίζοντας κατ' αρχήν ότι οι απαιτήσεις του αιτητή που απορρίφθηκαν στη διαδικασία της διαιτησίας ήταν ουσιαστικά τρεις, προχώρησε σε επί μέρους στοιχεία και αναφορές ξεχωριστά για την κάθε απαίτηση του. Για την πρώτη απαίτηση που αφορά τόκους 7% επί του ποσού των ΛΚ200.000,00 διατυπώθηκε η θέση ότι ο διαιτητής παρέλειψε να ασχοληθεί και/ή δεν ασχολήθηκε καθόλου με το θέμα του αδικαιολόγητου πλουτισμού στο οποίο στήριξε διαζευκτικά την απαίτηση του ο αιτητής. Περαιτέρω ήταν η εισήγηση πως υπήρχε μαρτυρία ενώπιον του διαιτητή που δικαιολογούσε τέτοια απαίτηση του, για τόκους 7% καθότι παρουσιάστηκε γραπτή μαρτυρία για το θέμα των τόκων, ο διαιτητής δεν έλαβε όμως υπόψη του ότι επανειλημμένα στο παρελθόν ο αιτητής λάμβανε πιο ψηλά επιτόκια από αυτά που ήταν αναγραμμένα επί των σχετικών εγγράφων ως αποδέκτηκε ο γραμματέας των καθ' ων η αίτηση. Συνεπώς αυτό που ισχυρίστηκε ο αιτητής ότι γινόταν στη βάση προφορικής συμφωνίας θα έπρεπε να γίνει αποδεκτό. Για τη δεύτερη απαίτηση του αιτητή που αφορά τόκους επίσης 7% επί του ποσού των ΛΚ 35.903,92, η θέση του διαιτητή να απορρίψει την εν λόγω απαίτηση ήταν λανθασμένη αφού δεν έλαβε υπόψη τη γραπτή μαρτυρία που υπήρχε ενώπιον του και ειδικότερα το Τεκμήριο
- Πιο συγκεκριμένα ο αιτητής υποστηρίζει πως (α) λανθασμένα ο διαιτητής αποφάσισε ότι ο λογαριασμός όψεως (Τεκμήριο 40) ανοίχθηκε στις 21.04.2000 και όχι το 1997, (β) λανθασμένα αποφασίστηκε ότι το επιτόκιο 7% θα εδίδετο μόνο μέχρι την 31.12.2002 και λανθασμένα ερμηνεύθηκε η φράση «ολόκληρη την περίοδο» και (γ) λανθασμένα αποφασίστηκε ότι απαιτούνταν μαρτυρία από πλευράς αιτητή για απόδειξη της απαίτησης των τόκων 7% καθότι η απαίτηση ήταν συγκεκριμένη 7% επί των εκάστοτε υπολοίπων και δεν απαιτείτο άλλη μαρτυρία. Για την τρίτη απαίτηση του ποσού ΛΚ 6.067,00 ο διαιτητής λανθασμένα κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν έγινε αναφορά από την αρχή εκ μέρους του αιτητή και ότι αυτός εισέπραττε τόκους χωρίς επιφύλαξη ή υπό διαμαρτυρία. Τα τεκμήρια 20, 21 και 37 αντικρούουν τη θέση αυτή. Λάθος επίσης σύμφωνα με τη θέση του αιτητή είναι και η κατάληξη του διαιτητή για το θέμα της συνεισφοράς για την άμυνα ότι γίνεται κατ΄ αποκοπή κατά την είσπραξη των τόκων από το δικαιούχο βάση δε της σχετικής νομοθεσίας η συνεισφορά για την άμυνα αποκόπτεται ετήσια ανεξάρτητα αν εισπραχθούν ή όχι οι τόκοι το δε ποσοστό ήταν 3% και όχι 4%. Ακόμη η μαρτυρία των καθ' ων η αίτηση δεν υποστηρίζει συμπέρασμα ότι ορθά απέκοψαν την πληρωμή για την άμυνα κατά την ημέρα της πληρωμής τόκων προς τον αιτητή, συνεπώς η σχετική προς τούτο κατάληξη του διαιτητή είναι λανθασμένη. Συνακόλουθα των πιο πάνω τελική εισήγηση είναι όπως το Δικαστήριο διατάξει την ακύρωση της απόφασης του διαιτητή και να εκδώσει απόφαση προς όφελος του αιτητή ως οι παραγράφοι Α, Β, Γ και Δ της έκθεσης απαίτησης. Από την άλλη πλευρά οι εισηγήσεις των καθ' ων η αίτηση συνοψίζονται στα πιο κάτω: α) Κατ' αρχήν εκφράζεται η θέση πως η απόφαση του διαιτητή αποτελεί το προϊόν παράθεσης της μαρτυρίας την οποία αξιολογεί και καταλήγει στα συμπεράσματα του, συνεπώς ο διαιτητής άσκησε νόμιμα και κανονικά τα καθήκοντα του και δεν υπήρξε εκ μέρους του κακός χειρισμός, ως εκ τούτου δεν παρέχεται έρεισμα για επέμβαση από το Δικαστήριο. Γίνεται δε προς τούτο παραπομπή σε σχετική νομολογία και αυθεντίες. β) Το βάρος απόδειξης ότι δικαιολογείται η ακύρωση της διαιτητικής απόδειξης το φέρει ο αιτητής, η ένορκη του όμως δήλωση δεν καλύπτει τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς με μαρτυρία. γ) Όλα τα θέματα που έχουν εγερθεί στη διαδικασία της διαιτησίας έχουν εξετασθεί από τον διαιτητή συνεπώς δεν είναι δυνατόν να στοιχειοθετηθεί κακός χειρισμός εκ μέρους του. δ) Στην έκθεση απαίτησης του αιτητή δεν εγέρθηκε θέμα αδικαιολόγητου πλουτισμού συνεπώς δεν υπήρχε υποχρέωση του διαιτητή να ασχοληθεί με τέτοιο θέμα. Συνακόλουθα των πιο πάνω ζητήθηκε η απόρριψη της αίτησης με έξοδα σε βάρος του αιτητή. Νομική πτυχή: Εν όψει των όσων έχουν αναφερθεί προηγουμένως το Δικαστήριο, προκειμένου για την αιτιολόγηση της τελικής του ετυμηγορίας, κρίνει ορθό όπως παρασχεθούν πιο κάτω μερικές χρήσιμες αναφορές για τις νομικές αρχές που διέπουν την παρούσα υπόθεση, όπως αυτές πηγάζουν μέσα από τους σχετικούς νόμους, τη νομολογία και τις αυθεντίες. Στο Νόμο Περί Συνεργατικών Εταιρειών Ν.22/85όπως αυτός τροποποιήθηκε μεταγενέστερα, στο άρθρο 52, προβλέπεται ο θεσμός της Διαιτησίας για επίλυση των διαφορών που προκύπτουν στα πλαίσια εφαρμογής και λειτουργίας των προνοιών του εν λόγω νόμου. Πιο συγκεκριμένα στην παράγραφο 4 του άρθρου 52 προβλέπεται ότι οποιοσδήποτε θεωρεί τον εαυτό του αδικημένο από απόφαση οποιουδήποτε διαιτητή ή διαιτητών, δύναται να υποβάλει έφεση στο Δικαστήριο εντός 21 ημερών από την ημερομηνία που γνωστοποιήθηκε σ΄ αυτόν η απόφαση. Όσον δε για τον όρο Δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 2 του εν λόγω Νόμου θεωρείται το Επαρχιακό Δικαστήριο της επαρχίας όπου βρίσκεται εγγεγραμμένη η διεύθυνση της συνεργατικής εταιρείας. Στο άρθρο 52
(2)(β) του Ν. 22/85 προβλέπεται ότι ο τρόπος διεξαγωγής διαιτησίας για διαφορές που προκύπτουν στα πλαίσια εφαρμογής του εν λόγω νόμου, είναι αυτός που διεξάγεται σύμφωνα με τις διατάξεις της εκάστοτε ισχύουσας νομοθεσίας περί Διαιτησίας. Η ισχύουσα νομοθεσία δεν είναι άλλη από το Κεφ. 4, Περί Διαιτησίας Νόμος. Το άρθρο 20 του Κεφ. 4 προβλέπει τους λόγους ακύρωσης των διαιτητικών αποφάσεων. Περαιτέρω είναι σημαντικό να αναφερθεί ότι από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 52
(2)και του άρθρου 20
(2)του Κεφ. 4 συνάγεται πως οι διαιτητικές αποφάσεις δεν μπορούν να ακυρώνονται για οποιοδήποτε λόγο αλλά για συγκεκριμένους λόγους όπως αυτοί προκύπτουν μέσα από τη διάταξη του άρθρου 20
(2), και είναι: (α) η κακή συμπεριφορά του διαιτητή (β) ο κακός χειρισμός της υπόθεσης από το διαιτητή (γ) η παράτυπη διεξαγωγή της διαιτησίας (δ) η απόφαση του διαιτητή να εκδόθηκε παράτυπα. Στο σύγγραμμα Halsbury´s Laws of England, τέταρτη έκδοση, τόμος 2, σελίδες 334 επ., γίνεται αναλυτική εξήγηση των όσων μπορούν να περιλαμβάνονται ως λόγοι ακύρωσης διαιτητικής απόφασης. Επίσης προκύπτει η αρχή πως οι διαιτητικές αποφάσεις μπορούν να ακυρώνονται και για νομικό σφάλμα, ωστόσο η πορεία αυτή δεν θα πρέπει να ακολουθείται πολύ εύκολα. Οι εν λόγω αναφορές βρίσκονται σε πλήρη ευθυγράμμιση με όσα έχουν διατυπωθεί στην υπόθεση Τσιμεντοποιεία Βασιλικού Λτδ ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου
(2001)1 Α.Α.Δ. 23σχετικό απόσπασμα της οποίας παρατίθεται πιο κάτω: "Ένα από τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της διαιτησίας είναι ο αποκλεισμός ή ακριβέστερα ο περιορισμός των ενδίκων μέσων κατά της διαιτητικής απόφασης. Έτσι ο περί Διαιτησίας Νόμος Κεφ. 4 που έχει ως πρότυπο τον ομώνυμο Αγγλικό Νόμο του 1934, επιτρέπει την ακύρωση μιας τέτοιας απόφασης για τους περιορισμένους λόγους που εκθέτει το άρθρο 20
(2)." Η απόφαση στην υπόθεση Ελένη Κούλλουρου ν. Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αθηαίνου
(2005)1 (Β) ΑΑΔ σελ. 987 επιβεβαιώνει τα περί περιορισμένων λόγων έφεσης, υιοθετώντας δε σχετικό απόσπασμα από πρωτόδικη απόφαση την οποία επικύρωσε. Αξιολόγηση των εκατέρωθεν θέσεων και συμπεράσματα Προχωρώντας επί της ουσίας ενός εκάστου των λόγων ακύρωσης διαπιστώνεται κατ' αρχήν πως οι λόγοι ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης είναι σε αρκετά μεγάλο βαθμό αλληλένδετοι αλλά και συνυφασμένοι μεταξύ τους, κάποιοι εξ αυτών καλύπτονται από άλλους. Επειδή η αγόρευση της πλευράς του αιτητή ήταν πιο συγκεκριμένη και ξεκάθαρη στις τοποθετήσεις της παρά με τους λόγους ακύρωσης όπως διατυπώθηκαν στην αίτηση, το Δικαστήριο κρίνει ορθό όπως ασχοληθεί με τα παράπονα του αιτητή όπως αυτά έχουν διατυπωθεί προηγουμένως, και αφορούν σε καθεμιά από τις τρεις απαιτήσεις του. Η πρώτη απαίτηση αφορά σε επιδίκαση τόκων 7% επί ποσού ΛΚ 200,000,00 από 21.04.2000 μέχρι τις 03.02.2003. Η κατάληξη του διαιτητή να απορρίψει τη σχετική απαίτηση προκύπτει και στηρίζεται μέσα από την αξιολόγηση της προσαχθείσας ενώπιον του μαρτυρίας και ειδικότερα στο ότι δεν έγινε αποδεκτή η θέση του αιτητή για ύπαρξη προφορικής συμφωνίας για κάτι τέτοιο, αντίθετα αποδέκτηκε τη γραπτή μαρτυρία που υποστηρίζει τη θέση των καθ' ων η αίτηση. Η εν λόγω κατάληξη δεν επιτρέπει στο Δικαστήριο με τα όσα ο αιτητής έχει θέσει ενώπιον του να αποδεχθεί τη θέση του. Οι αρχές που διέπουν την ακύρωση διαιτητικής απόφασης δεν επιτρέπουν οποιαδήποτε επέμβαση στον τρόπο που ο διαιτητής κατάληξε στο υπό συζήτηση συμπέρασμα του για να απορρίψει την απαίτηση του αιτητή. Εφόσον ο διαιτητής στις σελίδες 18 έως 20 της απόφασης του δίδει πέντε ικανοποιητικούς λόγους, με τους οποίους δικαιολογεί και αιτιολογεί γιατί δεν έκανε δεκτή τη θέση του αιτητή, ενώ αποδέκτηκε τη θέση των καθ' ων η αίτηση, δεν διαβλέπεται οποιοδήποτε νομικό αλλά ούτε και πραγματικό σφάλμα μέσα από την κατάληξη του διαιτητή. Η δεύτερη απαίτηση του αιτητή αφορά επίσης τόκο 7% επί του ποσού των ΛΚ 35.903,92 το οποίο κατατέθηκε σε λογαριασμό όψεως (τεκμήριο 40 στη διαιτητική διαδικασία). Η διαφωνία που υπήρξε και την οποία αποφάσισε ο διαιτητής συνίστατο στο ότι ο αιτητής ισχυρίζεται πως το επιτόκιο 7% θα ήταν από την ημέρα κατάθεσης του ποσού των ΛΚ35.903,92 μέχρι την εξόφληση, δηλαδή όταν θα έκανε ανάληψη ο αιτητής του χρηματικού αυτού ποσού ενώ οι καθ' ων η αίτηση έχουν αντίθετη θέση. Ο διαιτητής εξηγεί πλήρως γιατί αποδέχθηκε τη θέση των καθ' ων η αίτηση και με τρόπο που δεν αφήνονται περιθώρια για επέμβαση από το Δικαστήριο, πρόκειται για την θέση ότι πέραν από το συμφωνημένο επιτόκιο 7%, σύμφωνα με όρο του γραμματίου η τράπεζα είχε μονομερώς δικαίωμα και χωρίς ειδοποίηση στον αιτητή να αυξομειώσει το επιτόκιο. Ενώπιον του Δικαστηρίου δεν υπάρχει οποιοδήποτε στοιχείο που να δικαιολογεί συμπέρασμα ότι με την αναφορά του 7% πρόθεση των μερών ήταν να καταργηθεί ο εν λόγω όρος για τροποποίηση ή αυξομείωση του επιτοκίου. Συνεπώς υπήρχε έρεισμα στην διαφοροποίηση του επιτοκίου από 7% εκ μέρους των καθ' ων η αίτηση μέσα από συμβατικό όρο. Προς περαιτέρω υποστήριξη των πιο πάνω λειτουργούν και τα όσα αποφασίστηκαν στην υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Λάμπρου Χαριλάου κ.ά, Πολιτική Έφεση 163/06 ημερομηνίας 05.05.09 όπου κρίθηκε πως ενώ η συμφωνία ήταν του 1994 η τράπεζα είχε δικαίωμα να τροποποιήσει και αυξήσει το επιτόκιο σε χρεώστη της μετά τη φιλελευθεροποίηση των επιτοκίων στέλλοντας σχετική επιστολή, εδώ βεβαίως δεν χρειαζόταν επιστολή αφού ο όρος έδιδε το δικαίωμα στην ΣΠΕ Γερμασόγειας να διαφοροποιήσει το επιτόκιο χωρίς ενημέρωση στον αιτητή. Το τεκμήριο 40 δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ούτως ώστε να εξετασθεί εάν ήταν επιτρεπτή ή ορθότερη άλλη ερμηνεία από αυτήν που έδωσε ο διαιτητής. Επί της ίδιας πιο πάνω απαίτησης εγείρεται ακόμη ένα θέμα από τον αιτητή, ότι λανθασμένα ο διαιτητής κατέληξε ότι ο λογαριασμός όψεως δεν ανοίχθηκε το 1997 αλλά το 2000 καθώς και η ερμηνεία που δόθηκε στην φράση για «ολόκληρη την περίοδο». Η θέση του διαιτητή ως προς τη φράση «ολόκληρη την περίοδο» βρίσκει σύμφωνο το Δικαστήριο αφού δεν μπορεί να ήταν ανεξάρτητη από τον όρο για αυξομείωση του επιτοκίου, συνεπώς εφόσον υπήρχε τέτοιο δικαίωμα από τους καθ΄ ων η αίτηση χωρίς προειδοποίηση τότε το θέμα της χρονικής περιόδου ήταν συνυφασμένο με το δικαίωμα που είχε μονομερώς η ΣΠΕ Γερμασόγειας για αυξομείωση και ως έχει διαπιστωθεί ενώπιον του διαιτητή μέχρι 31.12.2002 δόθηκε το 7% αλλά από 01.01.2003 πιστώνεται με άλλο επιτόκιο, το οποίο βεβαίως δεν αναφέρθηκε. Θα ήταν βέβαια ορθό να αναφερθεί για να είναι γνωστό στον αιτητή με ποιο επιτόκιο πλέον πιστώνεται ο λογαριασμός του. Εν πάση περιπτώσει το παράπονο του αιτητή είναι ότι δεν του διδόταν τόκος 7% και επομένως δεν έχει σημασία ποιο άλλο ποσοστό επιτοκίου του διδόταν εφόσον η θέση του για 7% για ολόκληρη την περίοδο έχει απορριφθεί. Η τρίτη απαίτηση, αφορά σε ποσό ΛΚ 6.067,00 ως αντικείμενο διαφοράς που παρέμεινε και μετά τις 21.04.2000 να επιλυθεί στο μέλλον από τους διαδίκους μέρος του ποσού ήταν και η καταβολή ποσού για την άμυνα για τους τόκους που υπολογίστηκαν και δόθηκαν στον αιτητή. Η κατάληξη του διαιτητή για απόρριψη της θέσης του αιτητή στηρίζεται στο ότι ο αιτητής δεν απόδειξε ότι κατά τον έλεγχο λογαριασμών που έγινε το 2000 συμφωνήθηκε όπως η καταβολή της πληρωμής για την άμυνα να γίνει εκ μέρους των καθ' ων η αίτηση. Η πιο πάνω κατάληξη του διαιτητή στηρίχθηκε ακόμη στο ότι σύμφωνα με το νόμο η υποχρέωση για καταβολή πληρωμής για άμυνα καταβάλλεται από τον πιστωτή που ήταν ο αιτητής. Οι καταλήξεις του διαιτητή είναι ορθές, καθ΄ ότι ως προέκυψε μέσα από την προσαχθείσα από τους καθ΄ ων η αίτηση μαρτυρία, την οποία αφού αξιολόγησε έκρινε πως δεν ήταν δυνατό μετά το 2000 όπου υπήρξε το κλείσιμο όλων των λογαριασμών του αιτητή να παρέμεινε τέτοια εκκρεμότητα ιδιαίτερα όταν ο αιτητής υπέγραψε σχετικά έγγραφα χωρίς οποιαδήποτε επιφύλαξη. Ως ορθή επίσης κρίνεται και η αιτιολογία του διαιτητή ότι η καταβολή του ποσού για την άμυνα οφειλόταν από τον αιτητή-πιστωτή και όχι από τους καθ΄ ων η αίτηση αφού αξιολογώντας τη μαρτυρία έκρινε ότι ουδέποτε συμφωνήθηκε κάτι τέτοιο. Κανένα στοιχείο από τα όσα ο αιτητής προβάλλει δικαιολογεί νομικό σφάλμα εκ μέρους του διαιτητή αλλά ούτε και λάθος για οποιοδήποτε γεγονός το οποίο να είναι αποδεκτό ή ολοφάνερο ως απαιτείται από τις αυθεντίες (βλέπε Halsbury´s Laws of England (πιο πάνω)). Επί του ιδίου πιο πάνω θέματος ο αιτητής ήγειρε ακόμη ένα ζήτημα ότι τη συγκεκριμένη περίοδο το ύψος του ποσοστού για την καταβολή πληρωμών για την άμυνα από κέρδη τόκων ήταν 3% και όχι 4%. Θα πρέπει εδώ να υπενθυμηθεί πως ο αιτητής δεν αμφισβητεί την υποχρέωση εκ του νόμου των καθ΄ ων η αίτηση να απέκοπταν ποσό για την άμυνα εφόσον θα έκλειναν τους λογαριασμούς του, αλλά ισχυρίζεται πως έγινε συμφωνία ότι το ποσό για την άμυνα θα πληρωνόταν από τους καθ΄ ων η αίτηση αντί από αυτόν. Απορρίπτοντας τη θέση του αιτητή ο διαιτητής έλαβε υπόψη ότι δεν υπήρχε οτιδήποτε γραπτό προς τούτο που να βοηθά τον αιτητή, περαιτέρω μέσα από τα πρακτικά της διαιτητικής διαδικασίας (τεκμήριο 1) διαπιστώνεται ότι δόθηκαν επαρκείς εξηγήσεις (σελίδες 102-103-104) από το μάρτυρα Λ. Παπαδόπουλο που δικαιολογούν την κατάληξη του διαιτητή ότι δεν υπήρξε προφορική συμφωνία για καταβολή και πληρωμή της άμυνας από τους καθ΄ ων η αίτηση. Θα πρέπει επίσης να γίνει υπενθύμιση πως το Δικαστήριο στα πλαίσια της παρούσας απόφασης του δεν έχει εξουσία να υπεισέλθει σε θέματα αξιολόγησης μαρτυρίας από το διαιτητή εκτός και αν διαφανεί ότι ο τελευταίος έχει ξεφύγει από τις αρχές της απονομής της δικαιοσύνης ή με τέτοιο τρόπο που επέφερε αδικία στα διάδικα μέρη ή σε ένα από αυτά. Ένα άλλο παράπονο του αιτητή είναι πως ο διαιτητής δεν ασχολήθηκε με τη διαζευτική βάση της απαίτησης του για αδικαιολόγητο πλουτισμό παρά το ότι αυτή καλύπτεται από την παράγραφο 13 της έκθεσης απαίτησης και ενώ το ήγειρε στις αγορεύσεις ενώπιον του διαιτητή. Είναι γεγονός ότι ο αιτητής στην παράγραφο 13 της έκθεσης απαίτησης του ισχυρίζεται διαζευκτικά ότι νομικά δικαιούται τόκους επειδή τα χρήματα του παρέμειναν στους λογαριασμούς των καθ΄ ων η αίτηση μέχρι τις 03.02.2003 και προφανώς εννοεί το ποσό των ΛΚ200.000,00 που εξαργυρώθηκαν οι τέσσερις επιταγές των ΛΚ50.000,00 έκαστη. Είναι επίσης γεγονός ότι ο διαιτητής δεν ασχολήθηκε στην απόφαση του με τέτοιο θέμα. Επομένως τίθεται άμεσα το ερώτημα εάν πρόκειται για την περίπτωση όπου η μη ενασχόληση μ΄ αυτό το θέμα συνιστά τέτοιο στοιχείο το οποίο συνδέεται με παράλειψη του διαιτητή να αποφανθεί επί όλων των επιδίκων θεμάτων. Κατ΄ αρχήν το κατά πόσο τέθηκε το ζήτημα αυτό ενώπιον του διαιτητή κατά τις αγορεύσεις δεν μπορεί να διακριβωθεί από το Δικαστήριο αφού η μόνη μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου είναι τα πρακτικά της μαρτυρίας και δεν υπάρχουν στοιχεία αγορεύσεων. Κατά δεύτερο και σημαντικό λόγο θα πρέπει να απασχολήσει η σημασία που θα είχε για τον αιτητή η εξέταση τέτοιου ζητήματος. Σύμφωνα με τα νομολογηθέντα στην υπόθεση Minerva Finance & Investments Limited v. Γεώργιου Γεωργιάδη
(1998)1 (Δ) Α.Α.Δ. 2173 στην οποία γίνεται εκτενής ανάλυση για το θέμα του αδικαιολόγητου πλουτισμού και κάτω από ποιες προϋποθέσεις αυτό αποκτά ενδιαφέρον εξέτασης, διαφαίνεται πως και στην Κύπρο το θέμα του αδικαιολόγητου πλουτισμού συνδέεται με τις αρχές της αποκατάστασης ζημιωθέντα νοουμένου δηλαδή ότι αποδειχθεί βάση για τέτοιο σκοπό, στην παρούσα όμως περίπτωση ο διαιτητής έχει αποφανθεί ότι ο αιτητής απέτυχε να αποδείξει τις νομικές βάσεις της έκθεσης απαίτησης συνεπώς δεν τίθεται θέμα αποκατάστασης. Περαιτέρω θα πρέπει να επισημανθούν ακόμη δύο στοιχεία: (α) ότι ο αιτητής μπορούσε να εξαργυρώσει τις τέσσερις επιταγές όποτε ήθελε. (β) ενώ σύμφωνα με την προσαχθείσα μαρτυρία και ως ο ίδιος ο αιτητής αποδέχεται, τον Οκτώβριο του 2000 σε συνάντηση που είχε με τον γραμματέα της ΣΠΕ Γερμασόγειας του αναφέρθηκε ότι δεν θα έπαιρνε τόκους για τα ποσά των επιταγών και το γνώριζε πλέον, δεν έπραξε όμως οτιδήποτε μετά για να μειώσει «τη ζημιά του» αν υπήρχε τέτοια ενώ μπορούσε να το πράξει, επιλέγοντας να μην καταθέτει τις επιταγές εξυπηρετώντας ουσιαστικά το σκοπό του για απόκρυψη των στοιχείων αυτών από τη σύζυγό του μέχρι το 2003 που εξαργύρωσε τις επιταγές. Συνακόλουθα όλων των πιο πάνω κρίνεται ότι αφ΄ ενός μεν καλύπτονται όλοι οι λόγοι ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης που προβάλλει ο αιτητής, οι οποίοι απορρίπτονται, αφ΄ ετέρου με τη μαρτυρία που αυτός έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου, δηλαδή μόνο τα πρακτικά της διαιτητικής διαδικασίας (χωρίς οποιαδήποτε άλλα τεκμήρια στα οποία αναφέρεται μέσα από τους λόγους ακύρωσης) αυτός έχει αποτύχει να αποδείξει κακή συμπεριφορά του διαιτητή, ή ότι η απόφαση εκδόθηκε παράτυπα (βλέπε υπόθεση Ανδρέα Τάλια ν. (ΣΟΔΑΠ) Λτδ, Πολιτική Έφεση 121/06, ημερομηνίας 23.04.08) ή και οποιοδήποτε άλλο λόγο που να δικαιολογεί την ακύρωση της απόφασης του διαιτητή και ως εκ τούτου η αίτηση του απορρίπτεται. Τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας επιδικάζονται προς όφελος των καθ΄ ων η αίτηση και εναντίον του αιτητή, να υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) Δ. Ι. Κίτσιος Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής /ΛΗ-ΤΑ Subject: Civil/Arbitration/Final (Αναφορά: Πολιτική - Ακύρωση/παραμερισμός διαιτητικής απόφασης). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο