← Κύπρος

Μ. Μ. Investments Ltd ν. Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας κ.α., Παραπομπή Αρ. 9/02, 7 Αυγούστου, 2009

Μ. Μ. Investments Ltd ν. Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας κ.α., Παραπομπή Αρ. 9/02, 7 Αυγούστου, 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:A208 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Μιχαηλίδου, Π.Ε.Δ. Παραπομπή Αρ. 9/02 Μεταξύ: Μ. & Μ. Investments Ltd Αιτητών και Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας

  1. Δήμου Λεμεσού Καθ' ων η Αίτηση ----------------------------------------- 7 Αυγούστου, 2009 Για τους αιτητές: κ. Λ. Χατζηπέτρου με τον κ. Κ. Λαμπριανίδη Για την καθ' ης η αίτηση 1: κα Ελ. Θεοδοσίου Για τον καθ' ου η αίτηση 2: κα Κ. Κακουλλή Α Π Ο Φ Α Σ Η Στις 26 Μαρτίου, 2002 η αιτούσα εταιρεία καταχωρεί «ειδοποίηση παραπομπής» σύμφωνα με τις πρόνοιες και τον τύπο που καθορίζεται στον Περί του Δικαστηρίου Καθορισμού Αποζημιώσεων Θεσμών 1956, θ.3, που θεσπίστηκαν προς εφαρμογή του Τhe Compensation Assessment Tribunal Law, 1955 τον οποίο διαδέχθηκε ο περί Αναγκαστικής Απαλλοτριώσεως Νόμος του
  2. Επιζητείται με την «παραπομπή» ο καθορισμός αποζημιώσεως για ουσιώδη μείωση της οικονομικής αξίας του κτήματος των αιτητών, ως αποτέλεσμα πολεοδομικής απόφασης του Δήμου Λεμεσού ημερομηνίας 10.10.1995 στην αίτηση για πολεοδομική άδεια ΠΑ3142/
  3. Η αίτηση βασίζεται στους περί Πολεοδομίας και Χωροταξίας Νόμους 90/72, άρθρα 67 και 68, στους περί Πολεοδομίας και Χωροταξίας (Αποζημιώσεις) Κανονισμούς Κ.Δ.Π. 56/90, και στον περί Αναγκαστικής Απαλλοτριώσεως Νόμο 15/62, άρθρο
  4. Αξιώνεται αποζημίωση £2.100.000,00 με τόκο προς 9% ετησίως επί της «απαιτούμενης αποζημιώσεως» στη βάση των άρθρων 67 και 68 του περί Πολεοδομίας και Χωροταξίας Νόμου του 1972, Ν.90/
  5. Ως αποζημιούσες αρχές ορίζονται από την αιτήτρια ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας και ο Δήμος Λεμεσού. Στις 8.6.2004 καταχωρίζεται η Έκθεση Απαιτήσεως και ακολουθούν στις 19.10.2004 και 17.12.2004 οι υπερασπίσεις των εναγομένων 2 και 1 αντιστοίχως. Ο Δήμος Λεμεσού με την υπεράσπιση του εγείρει σειρά προδικαστικών ενστάσεων οι οποίες αν και προωθήθηκαν με αίτηση ημερομηνίας 24.3.05 για να επιτραπεί από το Δικαστήριο να ακουστούν στο στάδιο της προδικασίας, το Δικαστήριο με απόφαση του ημερ. 23.6.2006 απέρριψε το αίτημα, κρίνοντας ανάμεσα σ' άλλα, ότι δεν επρόκειτο για αμιγώς νομικά θέματα και ότι θα ήταν κατάλληλα να αποφασιστούν κατά την ακρόαση της υπόθεσης και όχι προδικαστικά. «ΠΡΟΔΙΚΑΣΤΙΚΕΣ» ΕΝΣΤΑΣΕΙΣ Το Δικαστήριο καλείται λοιπόν στην τελική αυτή φάση να αποφασίσει τις ενστάσεις και να εξετάσει κατά προτεραιότητα θέσεις όπως προκύπτουν μέσα από αυτές και οι οποίες ενδεχομένως να εκθεμελιώσουν την όλη διαδικασία: «
  6. Η αξίωση των Αιτητών έχει γίνει με χρήση εσφαλμένου τύπου και/ή διαδικασίας και/ή με διαδικασία που προβλέπεται από Κανονισμούς που έχουν εκδοθεί και/ή ισχύουν δυνάμει νομοθεσίας που δεν εφαρμόζεται στην επίδικη αξίωση και συγκεκριμένα δυνάμει των Περί Αναγκαστικής Απαλλοτρίωσης Νόμων και/ή η επίδικη αξίωση δεν μπορεί να προωθείται στα πλαίσια Παραπομπής και θα πρέπει να απορριφθεί.
  7. Οι Αιτητές παρέλειψαν να επιδώσουν στην Πολεοδομική Αρχή ειδοποίηση απαίτησης εντός έξι

(6)μηνών από την ημερομηνία της ειδοποίησης των πολεοδομικών αποφάσεων, δηλ. των ΠΑ 577 ημερομηνίας 31.3.1992 και της ΠΑ 3142, ημερομηνίας 10.10.1995 και η απαίτηση θα πρέπει ν' απορριφθεί.
  1. Η αξίωση των Αιτητών και/ή η Ειδοποίηση Παραπομπής καταχωρήθηκε εκπρόθεσμα δηλαδή μετά την πάροδο της προθεσμίας ενός μήνα που θέτουν οι Κανονισμοί από της άπρακτης παρέλευσης της εξάμηνης προθεσμίας εντός της οποίος θα έπρεπε ο Υπουργός να κοινοποιήσει την απόφαση του στους Αιτητές και στο Δήμο Λεμεσού και η Παραπομπή θα πρέπει ν' απορριφθεί.
  2. Οι Αιτητές εμποδίζονται να προβάλλουν αξίωση αποζημίωσης καθ' ότι κατά/ή περί τις 15.12.2000 παρείχαν ανεπιφύλακτα την έγγραφη συγκατάθεση τους όπως αφαιρεθεί η επηρεαζόμενη από τη ρυμοτομία έκταση από τον τίτλο ιδιοκτησίας.
  3. Οι Αιτητές επισύναψαν αντικανονικά στην Έκθεση Απαίτησης τους έγγραφα και/ή Τεκμήρια και/ή Παραρτήματα και ως εκ τούτου αυτή θα πρέπει να διαγραφτεί ως αντικανονική.
  4. Το επίδικο τεμάχιο επηρεαζόταν κατά το χρόνο έκδοσης των Πολεοδομικών Αδειών με Αρ. ΠΑ577 και ΠΑ 3142 από δεσμευτικά σχέδια ρυμοτομίας, τα οποία είχαν ουσιαστικά το ίδιο αποτέλεσμα με την Πολεοδομική Απόφαση και συνεπώς ουδεμία αποζημίωση είναι καταβλητέα στους Αιτητές.» Οι αιτητές ανταπαντούν επί της ουσίας του λόγου των ενστάσεων υποστηρίζοντας το νομότυπο της έναρξης της διαδικασίας. Τα δικόγραφα είναι εκείνα που παρέχουν το υπόβαθρο για το τι προηγήθηκε μέχρι την έκδοση της επίμαχης απόφασης από το Δήμο Λεμεσού, η διαδικασία που ακολουθήθηκε από τους αιτητές και ότι άλλο επακολούθησε σε συνάρτηση με τις καταχωρήσεις και επιδόσεις της ειδοποίησης απαίτησης που απαιτείται από το Νόμο για σκοπούς αποζημίωσης σε αναφορά με την καταληκτική ημερομηνία του εναρκτήριου μέσου της «παραπομπής». Η μαρτυρία, και το ιστορικό που αποκαλύπτεται μέσα από αυτή, αποτελεί ουσιαστικά κοινό έδαφος, πλην από κάποιες διαφορές σε αναφορά με τη θέση του Δήμου Λεμεσού και τους χειρισμούς των καθ' ων η αίτηση, που άπτονται ουσιαστικά της τέταρτης προδικαστικής ένστασης, όπως πιο πάνω. Όπως προκύπτει λοιπόν από τα δικόγραφα, και με τη μαρτυρία εκατέρωθεν, οι αιτητές ήσαν οι εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες κτήματος εμβαδού 9960 τ.μ. το οποίο εμπίπτει σε τρεις πολεοδομικές ζώνες με διαφορετικούς συντελεστές δόμησης. Δεσμευτική ρυμοτομία η οποία δημοσιεύθηκε το 1992 επηρέασε το 25.6% του εμβαδού του κτήματος, το οποίο όμως συνέχισε να παραμένει στην κατοχή και ιδιοκτησία τους. Με τη δεύτερη, προτεινόμενη ρυμοτομία, το 1995, υπήρξε περαιτέρω μείωση του εγγεγραμμένου εμβαδού κατά 1380 τ.μ., συνολικός επηρεασμός 3930 τ.μ. ποσοστό 39.45% του εγγεγραμμένου εμβαδού με τελικό αποτέλεσμα το κτήμα να περιοριστεί σε εμβαδό 6030 τ.μ. Οι αιτητές στις 16.12.1992 και στη βάση των προκαταρκτικών σχεδίων που είχαν καταθέσει ζήτησαν τις απόψεις του Δήμου Λεμεσού οι οποίες και δόθηκαν με επιστολή ημερ. 2.3.1993 στη βάση της ισχύουσας τότε ρυμοτομίας:
  5. Στις 3.12.1993 υποβάλλονται από τους αιτητές τελικά σχέδια, με την αίτηση ΠΑ727/93, για να εξασφαλιστεί πολεοδομική άδεια για ανέγερση γραφείων και καταστημάτων. Μετά από ένα χρόνο περίπου, στις 23.1.1995, αποφασίστηκε περαιτέρω διαπλάτυνση των δρόμων με νέα ρυμοτομία. Ο Δήμος Λεμεσού στις 3.5.1995 καλεί λοιπόν τους αιτητές να υποβάλουν με την νέα κατάσταση πραγμάτων, νέα σχέδια που να συμφωνούν με τη προτεινόμενη ρυμοτομία. Στις 13.9.1995 οι αιτητές κάτω από την καθυστέρηση που σημειώθηκε, και υπό την πίεση να προωθήσουν γρήγορα την αίτηση τους για υποβολή και έκδοση πολεοδομικής άδειας, υποβάλλουν νέα αρχιτεκτονικά σχέδια. Ο Δήμος Λεμεσού στις 10.10.1995 εξέδωσε την ΠΑ3142 στην αίτηση ΠΑ727/93, χωρίς οποιαδήποτε παρέκκλιση σε σχέση με το συντελεστή δόμησης. Αντιθέτως τέθηκε στην πιο πάνω άδεια ο όρος 10, ο οποίος από τους αιτητές κρίνεται επαχθής, σύμφωνα με τον οποίο το εμβαδό των 3930 τ.μ., το αποτέλεσμα των δυο ρυμοτομιών προτεινόμενης και δεσμευτικής, θα έπρεπε να παραχωρηθεί για σκοπούς δημόσιας οδού. Οι αιτητές, μέσω των αρχιτεκτόνων τους, με επιστολή ημερ. 27.10.1995 αιτήθηκαν παρέκκλιση από τις πρόνοιες του τοπικού σχεδίου σε ό,τι αφορά τον επιτρεπόμενο συντελεστή δόμησης κατά 4940 τ.μ. Οι αιτητές ισχυρίζονται ότι ο Δήμος Λεμεσού είχε πάντοτε τη θέση ότι θα έπρεπε να χορηγηθεί η αιτούμενη παρέκκλιση αντί αποζημιώσεων, επιστολή Δήμου Λεμεσού ημερομηνίας 7.11.1995, Τεκμήριο
  6. Θέση την οποία ο Δήμος Λεμεσού δεν αρνείται, εισάγει όμως τη διευκρίνιση ότι οι εισηγήσεις του γίνονταν πάντοτε κάτω από την επιφύλαξη της έγκρισης του Δημοτικού Συμβουλίου και του Υπουργικού Συμβουλίου αντιστοίχως. Το Υπουργικό Συμβούλιο, μετά τη νομική συμβουλή του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, απέρριψε στις 9.8.2000 την αίτηση για παρέκκλιση κρίνοντας ότι η αίτηση δεν ενέπιπτε στις περιπτώσεις που καθορίζονται στους σχετικούς κανονισμούς, ούτε η περίπτωση ήταν τέτοια ώστε να κρίνεται ειδική ή έκτακτη ή δικαιολογημένη προς το δημόσιο συμφέρον. Οι αιτητές μετά την απορριπτική απάντηση από το Υπουργικό Συμβούλιο προχώρησαν δυνάμει του άρθρου 67 του περί Πολεοδομίας και Χωροταξίας Νόμου και των συναφών κανονισμών του 1990 και καταχώρισαν Ειδοποίηση Απαίτησης για αποζημίωση, η οποία και επιδόθηκε στις 15.3.2001 στο Δήμο Λεμεσού. Ο Δήμος Λεμεσού στις 22.8.2001 αξίωσε, προκειμένου να εξετάσει την απαίτηση, όπως οι αιτητές υποβάλουν την απαίτηση τους επί ειδικού εντύπου του Δήμου Λεμεσού, όπως και έγινε στις 28.8.
  7. Μετά την πάροδο άπρακτης της προθεσμίας των έξη μηνών από την ημερομηνία της επίδοσης της Ειδοποίησης: ο Υπουργός Εσωτερικών παρέλειψε να κοινοποιήσει την απόφαση του στην απαίτηση, καταχωρίστηκε η «παραπομπή» για καθορισμό και καταβολή της δίκαιης αποζημίωσης. Ο Δήμος Λεμεσού ισχυρίζεται ότι η ΠΑ3142 περιείχε όρο για παραχώρηση μέρους του κτήματος στο δημόσιο δρόμο και ότι στις 20.1.1999 με την έγγραφη και ανεπιφύλακτη συγκατάθεση των αιτητών, αφαιρουμένου του εμβαδού των 3483 τ.μ. για την κατασκευή του δρόμου εκδόθηκε νέος τίτλος με εμβαδό 6067 τ.μ. Χρήση εσφαλμένης διαδικασίας «Προδικαστικές» ενστάσεις 1 - 3 - ένδικο μέσο - εκπρόθεσμο της αξίωσης Είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι το εναρκτήριο μέσο - όχημα των αξιώσεων των αιτητών φέρεται η «ειδοποίηση παραπομπής» όπως προσδιόρισα με λεπτομέρεια πιο πάνω. Είναι η θέση των καθ' ων η αίτηση πως η αξίωση των αιτητών δυνάμει του άρθρου 67 του Νόμου θα έπρεπε να προωθηθεί, όπως κάθε άλλη χρηματική αξίωση με αγωγή. Οι περί του Δικαστηρίου Καθορισμού Αποζημιώσεων Θεσμοί του 1956 που εφαρμόστηκαν από τους αιτητές, θεσπίστηκαν δυνάμει των άρθρων 7 και 10 του Compensation Assessment Tribunal Law 1955 και συνεχίζουν να ισχύουν με ρητή πρόνοια του άρθρου 24 του περί Αναγκαστικής Απαλλοτρίωσης Νόμου του 1962, Ν15/62 και δεν εφαρμόζονται σε σχέση με οποιοδήποτε άλλο νόμο. Η δε αναφορά του άρθρου 67
(3)του Νόμου ότι, για τον υπολογισμό της αποζημίωσης πρέπει να λαμβάνονται υπόψη «οι κανόνες που εκτίθενται στο άρθρο 10 του Ν15/62, στο βαθμό που είναι εφαρμόσιμο», ουδόλως υπονοεί ότι είναι εφαρμοστέοι και οι Διαδικαστικοί Κανονισμοί του Ν15/62. Οι αιτητές προβάλλουν τη θέση πως στην περίπτωση που ο ισχυρισμός των καθ' ων η αίτηση γίνει αποδεκτός από το Δικαστήριο, ο τρόπος έναρξης της διαδικασίας αποτελεί απλή παρατυπία και μπορεί να θεραπευθεί βάσει του Κανονισμού 64 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών: Η δίκη διεξήχθη στη βάση δικογραφημένων απαιτήσεων με εκατέρωθεν μαρτυρία έτσι ώστε να μην εγείρεται ζήτημα οποιασδήποτε βλάβης των συμφερόντων της άλλης πλευράς. Η παρούσα υπόθεση ουσιαστικώς, συζητούν οι αιτητές, αφορά περίπτωση «οιονεί απαλλοτρίωσης»: επιζητείται η καταβολή αποζημίωσης για έκταση γης την οποία αποστερήθηκαν χωρίς αποζημίωση, λαμβανομένου ιδιαιτέρως υπόψη, ότι η αρμόδια αρχή παρέλειψε να προχωρήσει σε δημοσίευση απαλλοτρίωσης. Είναι εύρημα μου, όπως εξάγεται με σαφήνεια από τα πιο πάνω ότι αρμόδια αρχή, η οποία και έχει εκδώσει την επίμαχη πολεοδομική απόφαση - ΠΑ3142, ημερομηνίας 10.10.1995, η οποία σύμφωνα με τους αιτητές προκάλεσε ουσιώδη μείωση της οικονομικής αξίας της ιδιοκτησίας τους, είναι ο Δήμος Λεμεσού. Το άρθρο 23 του Συντάγματος διασφαλίζει το δικαίωμα της ιδιοκτησίας: στέρηση ή περιορισμός του δικαιώματος δεν μπορεί να επιβληθεί παρά μόνο όπως προβλέπεται από το πιο πάνω άρθρο. Τέτοια στέρηση συνιστά η αναγκαστική απαλλοτρίωση για τους λόγους που περιοριστικά αναγράφονται στις παραγράφους 3 και 4του άρθρου 23 . Στην παρούσα περίπτωση δεν υπήρξε οποιαδήποτε προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο δυνάμει του άρθρου 146 εναντίον της Διοικητικής Πράξης και στην παρούσα περίπτωση της απόφασης του Δήμου Λεμεσού. Ως εκ τούτου η απόφαση του Δήμου Λεμεσού, ΠΑ3142 τεκμαίρεται νόμιμη. Η εγκυρότητα της συγκεκριμένης απόφασης με την οποία έχουν επιβληθεί περιορισμοί στο δικαίωμα ιδιοκτησίας με τη δεσμευτική ή προτεινόμενη ρυμοτομία όπως πιο πάνω, παραμένει έγκυρη και ισχυρή και παράγει ανάλογα νομικά αποτελέσματα. Η θέση που υποστήριξε με την αγόρευση του ο ευπαίδευτος συνήγορος των αιτητών πως η παράλειψη της Πολεοδομικής Αρχής να δημοσιεύσει το Σχέδιο Περιοχής σύμφωνα με τα άρθρα 10, 11 και 13 του Περί Πολεοδομίας και Χωροταξίας Νόμου είχε αποτέλεσμα την αποστέρηση του δικαιώματος των ιδιοκτητών να προβούν σε οποιαδήποτε μέτρα ακύρωσης, δεν με βρίσκει σύμφωνη. Αντιθέτως αν συνέτρεχε κάτι τέτοιο, που βρίσκω ότι δεν συντρέχει, θα ενίσχυε περαιτέρω την υπόθεση των αιτητών και θα έθετε ισχυρά θεμέλια για την ακύρωση της απόφασης του Δήμου Λεμεσού για την επιβολή στην άδεια οικοδομής του επαχθούς όρου 10, ή κατά πόσον η απόφαση και ο όρος 10 ισοδυναμούσε με στέρηση και μπορούσε να επιτευχθεί μόνο με απαλλοτρίωση. Αποτελεί κοινό έδαφος ότι δεν έχει δημοσιευθεί οποιοδήποτε διάταγμα απαλλοτρίωσης και ότι εγείρεται ως αξίωση προκύπτει από την πολεοδομική άδεια. Ο ισχυρισμός των αιτητών ότι το επίδικο κτήμα ως χωράφι υπέστη βλάβη λόγω των δυσμενών αποφάσεων της πολεοδομικής Αρχής οι οποίες επηρέασαν αρνητικά την οικονομική αξία του, λόγω της επιβολής δυσμενών όρων της ρυμοτομίας δεσμευτικής και προτεινόμενης, οπότε οι αιτητές δικαιούνταν να απορρίψουν τους όρους, «οπότε η Πολεοδομική Αρχή θα ήταν υποχρεωμένη να προβεί στην απαλλοτρίωση όλου του ρυμοτομούμενου μέρους με σκοπό να καταστήσει τη διαδικασία», όπως θέλει, «οιονεί απαλλοτρίωση», δεν μπορεί να ευσταθήσει. Δεν είναι νοητό με συλλογιστικά άλματα πράξη η οποία δεν φέρει νομικό μανδύα και όλα τα νομικά χαρακτηριστικά και στοιχεία απαλλοτρίωσης: λήψη σχετικής απόφασης και δημοσίευσης με τον κατάλληλο τύπο στην επίσημη εφημερίδα της Δημοκρατίας, να καταστεί πράξη απαλλοτρίωσης και η Αποζημιούσα Αρχή να καταστεί μαγικά και να χρησθεί «Απαλλοτριούσα Αρχή» επειδή έτσι το επέλεξαν οι αιτητές. Η εισήγηση του ευπαιδεύτου συνηγόρου των αιτητών ότι ο υπολογισμός των αποζημιώσεων γίνεται σύμφωνα με το άρθρο 68 το οποίο προνοεί μεταξύ άλλων ότι οι κανόνες που εκτίθενται στο άρθρο 10 του περί Αναγκαστικής Απαλλοτριώσεως Νόμου, στο μέτρο που οι κανόνες αυτοί είναι εφαρμόσιμοι, δεν αλλάζει και ούτε περισώζει την κατάσταση. Τόσο η πιο πάνω διάταξη όσο και η ερμηνεία που έτυχε το άρθρο 10(η) από το Ανώτατο Δικαστήριο τόσο στην υπόθεση Γ. Εισαγγελέας ν. Νίκου Κούλουμου
(1995)1 Α.Α.Δ. 728 όσο και στις Σάββας Νικολαϊδης ν. Δημοκρατίας
(1998)1 Α.Α.Δ. 136 και Κάθλην Γεωργαλλιδου ν. Γ. Εισαγγελέα
(2001)1 Α.Α.Δ. 365 δεν αλλάζουν τα δεδομένα. Επιστρέφει και πάλι ο νομικός συλλογισμός από εκεί που ξεκίνησε: εάν και εφόσον επρόκειτο περί απαλλοτρίωσης, εάν και εφόσον η απόφαση του δήμου Λεμεσού συνιστούσε πράξη απαλλοτρίωσης ή εάν κατά τον υπολογισμό της αποζημίωσης λόγω απαλλοτρίωσης θα έπρεπε να συνυπολογιστεί και αποζημίωση για τους περιορισμούς που τέθηκαν στην ακίνητη ιδιοκτησία, δυνάμει οιουδήποτε άλλου νόμου. Ο αδόκιμος και τεχνητός όρος, «οιονεί απαλλοτρίωση» άγνωστος τουλάχιστον για το Δικαστήριο, δεν εξισώνει τα πράγματα. Συνεπώς καταλήγω η πολεοδομική απόφαση η οποία αποτελεί τη βάση της αξίωσης με βάση το άρθρο 67
(1)των περί Πολεοδομίας και Χωροταξίας Νόμων, είναι η ΠΑ3142, ημερομηνίας 10.10.1995 και θα μπορούσε να προωθηθεί μόνο με αγωγή και διεκδίκηση αποζημιώσεων ή η απόφαση αυτή θα μπορούσε να προσβληθεί ως άδικη και παράνομη μέσα στα πλαίσια του άρθρου 146 του Συντάγματος, κάτι που δεν έγινε. Σε περίπτωση όπου υπάρχει ισχυρισμός, όπως εδώ, ότι υπήρξε μείωση της οικονομικής αξίας του ακινήτου ουσιωδώς λόγω των πιο πάνω περιορισμών που έχουν επιβληθεί με την ρυμοτομία θα πρέπει να καταβληθεί «δίκαιη αποζημίωση» και εδώ διαφέρει η περίπτωση από την περίπτωση της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης: η αποζημίωση για περιορισμούς στην περιουσία πρέπει να καταβάλλεται το «ταχύτερο» και όχι «προκαταβολικώς» όπως συμβαίνει με την αναγκαστική απαλλοτρίωση Δ. Θυμόπουλος κ.α. ν. Δήμου Λευκωσίας
(1967)3 C.L.R. 588, σελ.
  1. Εδώ έχουμε άδεια οικοδομής με όρους που τέθηκαν από το Δήμο Λεμεσού και αποτελούν περιορισμούς στη χρήση της ιδιοκτησίας. Στην υπόθεση Ιερά Μητρόπολη Κιτίου ν. Δημοτικού Συμβουλίου Λεμεσού (1960-61) 1 R.S.C.C. 15, σελ.28 αποφασίστηκε ότι σε κάθε περίπτωση που υποβάλλεται αίτηση για άδεια οικοδομής είναι θέμα γεγονότων και βαθμού, με βάση τα περιστατικά της συγκεκριμένης περίπτωσης κατά πόσο η απόφαση της αρμόδιας αρχής ισοδυναμεί με 'στέρηση' . η οποία μπορεί να επιτευχθεί μόνο με βάση την παράγραφο 4 του Άρθρου 23, ή κατά πόσο ισοδυναμεί με όρο ή περιορισμό . που μπορούν να επιβληθούν μόνο στη βάση των παραγράφων 2 και 9 του Άρθρου
  2. Στην υπόθεση Αγγελική Σμυρλή ν. Δήμου Πάφου
(1986)3 C.L.R. 729, σελ. 736 κρίθηκε πως ο όρος που ετέθη σε άδεια οικοδομής για παραχώρηση στο δημόσιο δρόμο το 60% του οικοπέδου περίπου της αιτήτριας ισοδυναμούσε με στέρηση ιδιοκτησίας, η οποία μπορούσε να επιτευχθεί μόνο με απαλλοτρίωση. Στη Νίκος Κίρζης κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(1965)3 C.L.R. 46 ελέχθη ότι η επιβολή όρου, σε περίπτωση διαχωρισμού γης σε οικόπεδα για παραχώρηση στο δημόσιο μέρους έκτασης του, για σκοπούς δημοσίου δρόμου, είναι κατ' εξοχή πράξη περιορισμού και όχι στέρησης. Το άρθρο 12 του περί Οδών και Οικοδομών Νόμου, Κεφ.96, εξουσιοδοτεί την αρμόδια αρχή να επιβάλει δεσμευτική ρυμοτομία, με βάση σχετικό σχέδιο το οποίο με την δημοσίευση του δεσμεύει τόσο τους ιδιοκτήτες των κτημάτων που επηρεάζονται αλλά και την ίδια την αρχή, και το οποίο υλοποιείται σε περίπτωση ανάπτυξης του κτήματος. Σε αριθμό αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου επιβεβαιώθηκε η συνταγματικότητα του άρθρου 12. Δ. Θυμόπουλος κ.α. ν. Δήμος Λευκωσίας (πιο πάνω). Σε περίπτωση διαφωνίας αναφορικά με την καταβλητέα αποζημίωση σε περίπτωση επιβολής περιορισμών στην ιδιοκτησία η αποζημίωση καθορίζεται από το αρμόδιο Επαρχιακό Δικαστήριο. Κώστας Πικής ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(1965)3 C.L.R.
  1. Άμεσα σχετική είναι η φρασεολογία του Άρθρου 146.6: «Παν πρόσωπον ζημιωθέν εξ αποφάσεως ή πράξεως ή παραλείψεως κηρυχθείσης ακύρου ...». Η έννοια της ζημίας περιλαμβάνει κάθε μορφή βλάβης δυνάμενης να θεραπευθεί με κατάλληλη απόφαση ή διαταγή του Δικαστηρίου. Το Άρθρο 146 δεν θέτει κανένα περιορισμό στην αναθεώρηση πράξης ή απόφασης η οποία προσβάλλεται με το προβλεπόμενο ένδικο μέσο. Η δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, βάσει του Άρθρου 146, περιορίζεται στη θεώρηση της νομιμότητας της πράξης ή απόφασης η οποία τίθεται προς αναθεώρηση βάσει των κριτηρίων που ρητά τίθενται από το Άρθρο 146.1: «... επί τω λόγω ότι αύτη είναι αντίθετος προς τας διατάξεις του Συντάγματος ή τον νόμον ή εγένετο καθ΄ υπέρβασιν ή κατάχρησιν της εξουσίας της εμπεπιστευμένης εις το όργανον ή την αρχήν ή το πρόσωπον τούτο.» Η ακύρωση της απόφασης ή πράξης από το Δικαστήριο επιβάλλει υποχρέωση της αρχής που την εξέδωσε να την εξαλείψει καθώς και όλες τις συνέπειές της. Η υποχρέωση αυτή συναρτάται αφενός, με την προστασία των δικαιωμάτων του αιτητή και αφετέρου, με τη διασφάλιση της νομιμότητας. Η ακύρωση της πράξης ή απόφασης αποτελεί προϋπόθεση για τη διεκδίκηση του δικαιώματος που εξασφαλίζει η παράγραφος 6 του Άρθρου
  2. Δεύτερη προϋπόθεση αποτελεί η μή ικανοποίηση της αξίωσης, του επιτυχόντα αιτητή στην προσφυγή, από το αρμόδιο όργανο, αρχή. Μόνο τότε γεννάται δικαίωμα διεκδίκησης αποζημίωσης ή άλλης θεραπείας από το πολιτικό Δικαστήριο. Η διαπίστωση της γένεσης του δικαιώματος και της θεραπείας, στην οποία δικαιούται ο επιτυχών στην προσφυγή αιτητής, ανάγεται στην αποκλειστική δικαιοδοσία του αρμόδιου πολιτικού Δικαστηρίου. Μη ελεγχόμενης λοιπόν της νομιμότητας της επίδικης απόφασης από το Ανώτατο Δικαστήριο και με το ενώπιον μου εκατέρωθεν αδιαμφισβήτητο μαρτυρικό υλικό καταλήγω ότι το άρθρο 23 του Συντάγματος παρέχει δικαίωμα αποζημίωσης στους αιτητές. Ο Περί Πολεοδομίας και Χωροταξίας Νόμος του 1972, Ν.90/72καθορίζει πως και πότε ασκείται το δικαίωμα αυτό: Το άρθρο 68
(1)
(2)του νόμου προνοεί ότι σε περίπτωση πρόκλησης ουσιώδους ζημιάς από την εφαρμογή του νόμου, πρέπει να καταβάλλεται δίκαιη αποζημίωση, η οποία όμως καταβάλλεται μόνο όταν αποδειχθεί ότι έχει επέλθει ουσιώδης μείωση της αξίας του ακινήτου ως αποτέλεσμα της πολεοδομικής απόφασης που επηρεάζει την ιδιοκτησία. Συμφωνώ απολύτως με τις θέσεις που εξέφρασε η ευπαίδευτη συνήγορος του Δήμου Λεμεσού, τις οποίες σημειώνω έχει υιοθετήσει και η ευπαίδευτη συνήγορος που εμφανίστηκε για τον Γενικό Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας: Η αξίωση δυνάμει του άρθρου 67 του σχετικού Νόμου προωθείται όπως κάθε άλλη χρηματική αξίωση με αγωγή. Οι αιτητές παρόλο που το ζήτημα είχε εγερθεί άμεσα με την υπεράσπιση των καθ' ων η αίτηση, μέχρι σήμερα, όχι μόνο δεν προσπάθησαν να άρουν, αυτό που ορίζουν οι ίδιοι ως «απλή παρατυπία», αλλά αντιθέτως επέλεξαν να προωθήσουν μέχρι τέλους την διαδικασία, όπως οι ίδιοι αρχικά την έκριναν και θεμελίωσαν ως την πρέπουσα, αφήνοντας το ζήτημα στην τελική κρίση του Δικαστηρίου, με επιχείρημα ότι ο τρόπος έναρξης της διαδικασίας αποτελεί απλή παρατυπία και μπορεί να θεραπευθεί, ή ότι οι καθ' ων η αίτηση κατεχώρισαν εμφάνιση αδιαμαρτυρήτως. Η Δ.64 θ.1 προνοεί: «Η μη συμμόρφωση, λόγω οποιασδήποτε πράξεως ή παραλείψεως, με τα προβλεπόμενα από τους παρόντες Κανονισμούς, αναφορικά με χρόνο, τόπο, τρόπο, τύπο, περιεχόμενο ή οτιδήποτε άλλο κατά την έναρξη ή τη φερόμενη έναρξη οποιασδήποτε διαδικασίας ή σε οποιοδήποτε στάδιο οποιασδήποτε διαδικασίας ή σε σχέση με αυτή, θα θεωρείται παρατυπία και δε θα καθιστά άκυρη τη διαδικασία, οποιοδήποτε βήμα στη διαδικασία ή οποιοδήποτε έγγραφο, απόφαση ή διάταγμα σε αυτή.» Το ερώτημα είναι κατά πόσο η διαδικασία που ακολούθησαν οι αιτητές και το εναρκτήριο μέσο το οποίο επέλεξαν έντυπο παραπομπής συνιστά ακυρότητα ή απλή παρατυπία. Στην υπόθεση Re Pritchard
(1963)1 All E.R. 873 κρίθηκε ότι δεν υπήρξε σε καμία περίπτωση έναρξη της διαδικασίας για το λόγο ότι η Γενική Αίτηση δεν είχε εκδοθεί σύμφωνα με τους επιτακτικούς όρους που έθετε η Δ.54, θ.4(β) κατά τρόπο ώστε η διαδικασία να κριθεί άκυρη εξ υπαρχής: δεν επρόκειτο για μια απλή παρατυπία αλλά για ουσιώδες ελάττωμα το οποίο άγγιζε τη ρίζα της διαδικασίας εν τη γεννέση της κάτι που οι εναγόμενοι σε εκείνη την περίπτωση, δεν μπορούσαν να θεραπεύσουν. Στην πιο πάνω απόφαση ορίστηκαν δυο κατηγορίες ακυρότητας:
  1. Διαδικασίες οι οποίες έπρεπε να επιδοθούν αλλά ουδέποτε περιήλθαν σε γνώση του εναγομένου,
  2. Διαδικασίες οι οποίες ουδέποτε ξεκίνησαν εξ αιτίας ουσιώδους παράλειψης κατά την καταχώριση ή έναρξη της διαδικασίας, και
  3. Διαδικασίες οι οποίες εμφανίζονται να έχουν ορθώς καταχωριστεί αλλά πάσχουν λόγω παράλειψης συμμόρφωσης με νομοθετικές πρόνοιες. Και στην παρούσα περίπτωση το ερώτημα είναι κατά πόσο έχει χρησιμοποιηθεί το ορθό δικονομικό μέσο ή μέτρο ή αν έρχεται σε αντίθεση με ρητή νομοθετική πρόνοια ή διαδικασία. Στην προκειμένη περίπτωση η απόφαση προσδιορίζεται. Είναι η κατάληξη μου ότι χρησιμοποιήθηκε λανθασμένο εναρκτήριο μέσο το οποίο πλήττει άμεσα και καίρια τη ρίζα της έναρξης της διαδικασίας: συνιστά ουσιαστικό και θεμελιακό ζήτημα και δεν μπορεί να κριθεί ως απλή παρατυπία. Στην υπόθεση Μαχλουζαρίδης ν. Ιωαννίδη κ.α.
(1990)1 Α.Α.Δ. 967, εξετάστηκε η νομιμοποίηση διαδίκου στην υποβολή έφεσης κατ' αποφάσεως του Διευθυντή του Κτηματολογίου, ο τύπος της εφέσεως και η εγκυρότητα της. Το Ανώτατο Δικαστήριο επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση κατέληξε πως η έφεση εναντίον απόφασης του διευθυντή του Κτηματολογίου θα έπρεπε να ασκηθεί σύμφωνα με τις νομοθετικές πρόνοιες του Κεφ.224 και τους συναφείς κανονισμούς οι οποίοι καθιέρωναν τον τύπο ασκήσεως εφέσεως προσαρμοσμένους στον τύπο αιτήσεων με κλήση. Η έφεση εναντίον της απόφασης αποτελούσε εναρκτήρια διαδικασία στην έννοια του ορισμού της αγωγής στο άρθρο 2 του περί Δικαστηρίων Νόμου. Για την εγκυρότητα της απαραίτητος ήταν μόνο ο προσδιορισμός της προσβαλλόμενης απόφασης, Δ.35, θ.4 σε αντίθεση με ενδιάμεση αίτηση η εγκυρότητα της έφεσης κρίνεται με βάση τη διάκριση μεταξύ άκυρης και αντικανονικής διαδικασίας. Ακόμα κι' αν η χρήση λανθασμένου κλητηρίου συνιστά ή όχι απλή παρατυπία, η Δ.64 δεν θα διόρθωνε τα πράγματα, διότι, όπως έχει κατ' επανάληψη λεχθεί, δεν καταργεί τις διατάξεις των θεσμών οι οποίες πρέπει να τηρούνται. «Με τη Δ.64 παρέχεται απλώς η ευκαιρία σε διάδικο που επέδειξε πλημμέλεια στην εφαρμογή των θεσμών, στα πλαίσια που ορίζει η Δ.64, να διορθώσει το συγκεκριμένο διάβημα ώστε να μην θεωρείται άκυρο το δικόγραφο» Remedica Ltd v. Bayer Aktiengesellschaft
(1998)1 A.A.Δ. 1815. H Δ.64 δεν αποτελεί πανάκεια για κάθε παράλειψη συμμόρφωσης με τους κανονισμούς Πετρίχου ν. Χατζηιωσήφ
(1998)1 Α.Α.Δ. 81, 84. Δημιουργεί ένα διαδικαστικό μέσο το οποίο μπορεί να χρησιμοποιήσει ο διάδικος για να θεραπεύσει παρατυπίες στη διαδικασία, εφ' όσον αυτές είναι θεραπεύσιμες. Η συγκεκριμένη διαταγή δεν παρέχει στο δικαστήριο την εξουσία να προβαίνει αυτεπαγγέλτως σε διορθωτικές κινήσεις. Το δικαστήριο υποχρεούται να εξετάζει την ενώπιον του κατάσταση όπως αυτή έχει δημιουργηθεί. Το κατάλληλα διορθωτικά διαβήματα θα πρέπει να λαμβάνονται από τον ενδιαφερόμενο διάδικο Οικονομίδου ν. Φλουρέντζος Χριστοδούλου και Υιοί Λίμιτεδ
(2005)1 Α.Α.Δ. 1157. Όπως τονίστηκε στην πιο πάνω υπόθεση όπου υιοθετήθηκαν οι υποθέσεις Γιάννη ν. Αναπληρωτή Εφόρου Μηχανοκινήτων Οχημάτων κ.α.
(1995)3 Α.Α.Δ. 334, Δημοκρατία ν. Lion Ins. Agency Ltd
(1995)3 A.A.D. 338 και Panayiotis Georghiou (Catering Ltd) κα. ν. Δημοκρατίας Α.Ε. 1516/19.7.96, η εξουσία που δίδεται στο Δικαστήριο κάτω από τη νέα Δ.64 είναι εξουσία για θεραπεία των παρατυπιών που συνιστούν παράλειψη συμμόρφωσης με τους θεσμούς, το Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να θεραπεύσει θεμελιώδεις παραλείψεις. Σε περίπτωση που είμαι λανθασμένη ως προς την πιο πάνω κατάληξη μου προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο θα μπορούσε όντως να διορθωθεί η όποια παρατυπία με το τρόπο και τη διαδικασία που προβλέπεται από τη νέα Δ.64 για διάσωση στην κατάλληλη περίπτωση δικονομικών μέτρων τα οποία πριν την τροποποίηση θεωρούντο άκυρα. Karl Heinz Wunderlich κ.α. v. Ευθύβουλου Παναγιώτου
(1999)1 Α.Α.Δ. 366. Σε τέτοια περίπτωση θα έπρεπε να εξεταστεί η ερμηνεία που δόθηκε από το Εφετείο στην υπόθεση Wunderlich, πιο πάνω, όπου υιοθέτησε την αντιμετώπιση του Αγγλικού Εφετείου στην Metroinvest Ansalt and Others v. Commercial Union
(1985)1 W.L.R. 513. «Το θέμα έχει τύχει αντιμετώπισης από το Αγγλικό Εφετείο στην Metroinvest Ansalt and Others v. Commercial Union
(1985)W.L.R. 513, 520, 521,
  1. Στην υπόθεση εκείνη έχει ερμηνευθεί η νέα αγγλική Δ.2 - αντιστοιχεί με τη δική μας νέα Δ.64 και από τη μελέτη της απόφασης προκύπτουν τα εξής:
  2. Όπου διαπιστώνεται παρατυπία λόγω παράλειψης συμμόρφωσης με τους Θεσμούς το παράτυπο μέτρο ή έγγραφο παραμένει παράτυπο inter partes μέχρις ότου το ζήτημα εξεταστεί από το δικαστήριο δυνάμει της νέας Δ.64 θ.
  3. Επιβάλλεται η εξέταση του ζητήματος της παρατυπίας από το δικαστήριο έστω και αν τέτοιο ζήτημα δεν είχε εγερθεί από τους διάδικους.
  4. Η παραίτηση της άλλης πλευράς, με τρόπο ρητό ή εξυπακουόμενο, από το δικαίωμα που της παρέχεται λόγω της παρατυπίας αποτελεί καλό λόγο για να γίνει αποδεκτή η παρατυπία.
  5. Ένας από τους κύριους λόγους που λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας δυνάμει της Δ.64 θ.2 είναι δυσμενής επηρεασμός (prejudice) της άλλης πλευράς λόγω της συγκεκριμένης παρατυπίας. Ωστόσο η νέα Δ.64 θ.2 είναι διατυπωμένη με τρόπο που να παρέχει στο δικαστήριο την ευρύτερη δυνατή εξουσία για να απονέμει δικαιοσύνη.
  6. Στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας το δικαστήριο μπορεί να παραμερίσει πλήρως ή μερικώς τη διαδικασία στην οποία έχει σημειωθεί η παρατυπία ή - διαζευκτικά - «να εκδώσει τέτοιο διάταγμα αναφορικά με τη διαδικασία γενικά όπως κρίνει πρέπον». Στην παρούσα περίπτωση εγκαίρως το ζήτημα όπως έχω ήδη τονίσει έχει εγερθεί προδικαστικά και έχει παραμείνει ως τέτοιο μέχρι τέλους χωρίς να ληφθούν μέτρα από τους αιτητές. Παρόλο που θα ήταν η κατάληξη μου ότι δεν υπάρχει δυσμενής επηρεασμός της άλλης πλευράς Metroinvest (πιο πάνω), αλλά αντιθέτως πρόκληση αδικίας στο διάδικο που ευθύνεται για την «παρατυπία», Leal v. Dunlop Bio-Process Inter Ltd
(1984)1 W.L.R. 874, δεν θα εξασκούσα τη διακριτική μου ευχέρεια προς όφελος των αιτητών για λόγους οι οποίοι είναι άμεσα συνυφασμένοι με τη δεύτερη και Τρίτη προδικαστική ένσταση: Το εκπρόθεσμο της ειδοποίησης απαίτησης, εντός 6 μηνών από την ημερομηνία της ειδοποίησης των πολεοδομικών αποφάσεων προς την Πολεοδομική Αρχή, (δεύτερος λόγος προδικαστικής ένστασης) και με το ότι η αξίωση των αιτητών και/ή η ειδοποίηση παραπομπής καταχωρίστηκε εκπρόθεσμα μετά την πάροδο της προθεσμίας του ενός μηνός που θέτουν οι σχετικοί κανονισμοί από της άπρακτης παρέλευσης εξάμηνης προθεσμίας εντός της οποίας θα έπρεπε ο υπουργός να κοινοποιήσει την απόφαση του στους αιτητές και στο Δήμο Λεμεσού, (τρίτος λόγος προδικαστικής ένστασης). Οι αιτητές ισχυρίζονται ότι η όποια ειδοποίηση είναι εμπρόθεσμη επειδή υποβλήθηκε εντός έξη μηνών από τη λήψη της απορριπτικής απόφασης του Υπουργείου Εσωτερικών ημερ. 5.10.2000 με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση για παρέκκλιση που υπέβαλαν οι αιτητές (παράγραφοι 12 και 13 της έκθεσης απαιτήσεως). Θέση αντιφατική όπως προκύπτει από σύγκριση της παραγράφου 15 με τις πιο πάνω παραγράφους της Έκθεσης Απαίτησης όπου τίθεται ισχυρισμός ότι η Πολεοδομική απόφαση που τους προκάλεσε ζημιά είναι η απόφαση 10.10.
  1. Είναι παραδεκτό, παράγραφος 13Α της Έκθεσης Απαίτησης ότι η ειδοποίηση απαίτησης υποβλήθηκε στις 15.3.01, 5½ χρόνια αργότερα από την έκδοση της πολεοδομικής απόφασης ημερομηνίας 10.10.
  2. Η πρώτη ειδοποίηση απαίτησης συνημμένη στην Έκθεση Απαίτησης ως Παράρτημα VII, φέρει ημερομηνία 28.2.
  3. Την ίδια ημερομηνία 28.2.01 φέρει και η δεύτερη ειδοποίηση (ορθό έντυπο) που αναφέρεται στην Έκθεση Απαίτησης ότι υποβλήθηκε στις 28.8.01, μέρος του Παραρτήματος VII. Προφανώς κατά το χρόνο υποβολής της δεύτερης ειδοποίησης, οι Αιτητές την ήθελαν να ανατρέχει στο χρόνο υποβολής της πρώτης. Εντούτοις οι ημερομηνίες επίδοσης των ειδοποιήσεων στο Δήμο, είναι παραδεκτό, παρ.13Α της Έκθεσης Απαίτησης και παρ.11 και 12 της Υπεράσπισης, ότι, είναι οι 15.3.01 και 28.8.
  4. Η μαρτυρία που δόθηκε για τους αιτητές εκ μέρους του Γιάννη Παπαδόπουλου, αρχιτέκτονας, εισάγει τις υποσχέσεις του Δήμου Λεμεσού για θετική εισήγηση του για αποδοχή των παρεκκλίσεων από το Υπουργικό Συμβούλιο. Είναι αποδεκτό από το Δήμο Λεμεσού, επιστολή του ημερ. 11.7.95 Τεκμήριο 30, ότι όντως διαβίβασε τις θετικές του εισηγήσεις για αποδοχή των παρεκκλίσεων «με την επιφύλαξη ότι θα τύχουν της έγκρισης του Δημοτικού Συμβουλίου και του Υπουργικού Συμβουλίου αντίστοιχα». Αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των μερών ότι μετά από νομική συμβουλή του Γενικού Εισαγγελέα οι εισηγήσεις του Δήμου Λεμεσού δεν έτυχαν της έγκρισης του Υπουργικού Συμβουλίου. Είναι αναντίλεκτο ότι στην παρούσα περίπτωση αρμόδιο και αποφασίζον όργανο για τις όποιες παρεκκλίσεις ήταν το Υπουργικό Συμβούλιο, άρθρο 26
(2)του Νόμου όπως τροποποιήθηκε με το Ν.142
(1)/99. Με εύρημα μου ότι όντως γίνονταν συζητήσεις και διαπραγματεύσεις, και ότι όντως υπήρξε υπόσχεση του Δήμου για να δώσει τη θετική του εισήγηση, καταλήγω ότι το γεγονός αυτό δεν αναιρεί την υποχρέωση των αιτητών να συμμορφωθούν με την ταχθείσα προθεσμία επίδοσης της ειδοποίησης και ότι η υποβολή της αίτησης για παρέκκλιση προς το Υπουργικό Συμβούλιο δεν ανέστειλε την ταχθείσα προθεσμία. Οι αιτητές άφησαν να περάσει άπρακτη η 6μηνη προθεσμία υποβολής ειδοποίησης, άρθρο 67
(1)του Νόμου, προθεσμία η οποία άρχεται από την ημερομηνία της πολεοδομικής απόφασης, με αποτέλεσμα η αξίωση των αιτητών να καθίσταται εκπρόθεσμη. Εισάγεται εκ μέρους των αιτητών η θέση ότι η καταχώρηση της «παραπομπής» στις 26.3.2000 είναι εμπρόθεσμη εφόσον ο χρόνος θα πρέπει να αρχίζει να μετρά από τον Αύγουστο του 2001 οπόταν και ο Δήμος Λεμεσού απαίτησε την καταχώρηση νέας ειδοποίησης. Σε περίπτωση που θεωρηθεί ότι ορθώς καταχωρίστηκε η «Ειδοποίηση Παραπομπής» ημερομηνίας 26.3.2001, οι αιτητές και πάλι θα έπρεπε να την καταχωρίσουν σύμφωνα με τους νόμους και τους κανονισμούς, άρθρο 67
(4)του Νόμου και Κ.7
(1)του Κ.Δ.Π. 56/90: ένας μήνας μετά την έκδοση της απόφασης του Υπουργού Εσωτερικών από την ειδοποίηση της απαίτησης ή ένας μήνας από την τυχόν άπρακτη παρέλευση της εξάμηνης προθεσμίας από την επίδοση της ειδοποίησης. Στην προκειμένη περίπτωση ο Υπουργός δεν απάντησε. Ως ημερομηνία επίδοσης της ειδοποίησης φέρεται με την παράγραφο 13Α της έκθεσης απαίτησης η 15.3.2001, ως εκ τούτου και πάλι η «παραπομπή» θα κρινόταν εκπρόθεσμη εφόσον θα έπρεπε να καταχωριστεί μέχρι τις 15.11.
  1. Εξετάζοντας το ζήτημα κάτω από την υποβολή δεύτερης ειδοποίησης, επί του ορθού εντύπου στις 22.8.2001, διαπιστώνω ότι και πάλι με τη νέα αυτή ημερομηνία η «παραπομπή» θα πρέπει να απορριφθεί ως εκπρόθεσμη. Δεν μπορώ παρά να συμφωνήσω με τις παρατηρήσεις της ευπαιδεύτου συνηγόρου για τον καθ΄ ου η Αίτηση 2 ότι το μόνο που ασφαλώς δεν μπορεί να γίνει είναι να θεωρηθεί ότι ευσταθούν και οι δύο ημερομηνίες, η μία για να στηρίξει το εμπρόθεσμο της «παραπομπής» και η άλλη για να στηρίξει το εμπρόθεσμο της ειδοποίησης: «Αν επιλεγεί ως ημερομηνία της ειδοποίησης απαίτησης, η ημερ.15.3.01, τότε η Παραπομπή καταχωρίστηκε εκπρόθεσμα και απορρίπτεται τόσο με βάση τη δεύτερη, όσο και με βάση την τρίτη προδικαστική ένσταση ακόμα και αν η προθεσμία των 7 μηνών δεν έπρεπε να προσμετράται από την ημερομηνία της πολεοδομικής απόφασης αλλά από την ημερομηνία της απόφασης του Υπουργικού Συμβουλίου για απόρριψη της αίτησης για παρέκκλιση, ημερ. 5.10.00, αφού από τις 15.3.01 μέχρι τις 26.3.02 έχουμε πέραν των 12 μηνών. Αν επιλεγεί η ημερ. 22.8.01 τότε η Παραπομπή απορρίπτεται με βάση τη Δεύτερη προδικαστική ένταση, επειδή η ειδοποίηση επιδόθηκε εκπρόθεσμα δηλαδή πέραν των 6 μηνών από την ημερομηνία της Πολεοδομικής Απόφασης.» Δεδομένου ότι δεν πρόκειται περί απαλλοτρίωσης εφόσον η νομιμότητα της πράξης παρέμεινε αλώβητη: οι αιτητές θα έπρεπε να καταχωρίσουν αγωγή εμπρόθεσμα. Κρίνω ότι η διάταξη σχετικά με τις προθεσμίες είναι επιτακτική ή ανατρεπτική και ορίζεται για λόγους δημόσιας τάξης κατ' αναλογία με την άσκηση προσφυγής εναντίον διοικητικής απόφασης. Joyce Marcoulides and The Greek Communal Chamber , 4 R.S.C.C.
  2. H προθεσμία είναι ανατρεπτική και κρίνει με την πάροδο της είτε την «παραπομπή» είτε την «αγωγή» ως απαράδεκτη. Θεωρητικά πάντοτε, αν κριθεί ότι ορθώς ξεκίνησε η διαδικασία δεν έχουν εισαχθεί εκ μέρους των αιτητών λόγοι αναστολής της προθεσμίας για ανώτερη βία, όπως νομολογιακά έχουν πλαισιωθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο. Ibrahim Nedim and The Republic 5 R.S.C.C.
  3. Ο μόνος λόγος που έχει εισαχθεί, όπως τον έχω αναφέρει πιο πάνω, είναι συζητήσεις και διαπραγματεύσεις και υποσχέσεις του Δήμου για θετική εισήγηση. Δυστυχώς για τους αιτητές οι θέσεις τους δεν μπορούν να επιτύχουν. Είχαν πλήρη γνώση της έκδοσης της πρώτης πολεοδομικής άδειας και κινήθηκαν να καταχωρίσουν νέα διορθωμένα σχέδια ώστε να πληρούν τις απαιτήσεις της Πολεοδομικής Αρχής. Πάνω στις απαιτήσεις που τους τέθηκαν προσάρμοσαν τα σχέδια τους λαμβάνοντας υπόψη τόσο τη δεσμευτική, όσο και την προτεινόμενη ρυμοτομία. Οι αιτητές είχαν όλα εκείνα τα στοιχεία που τους επέτρεπαν να διαγνώσουν με βεβαιότητα και απόλυτη ακρίβεια την υλική ζημιά που θα προέκυπτε με την καταχώριση των νέων διορθωμένων σχεδίων. Αντ' αυτού προχωρούσαν σε διαβουλεύσεις και συζητήσεις αναμένοντας «ενδεχόμενη» ευνοϊκή παρέκκλιση από το Υπουργικό Συμβούλιο και τελικώς αποδεχόμενοι στις 15.12.2000 με ανεπιφύλακτη εγγραφή συγκατάθεση τους όπως αφαιρεθεί η επηρεαζόμενη από τη ρυμοτομία έκταση από τον τίτλο ιδιοκτησίας (τέταρτη προδικαστική ένσταση). Είναι η κατάληξη μου ότι: (α) Κατάλληλο διαδικαστικό μέσο ήταν η καταχώριση αγωγής στο Επαρχιακό Δικαστήριο για αξίωση αποζημιώσεων λόγω περιορισμών που έχουν τεθεί με την ΠΑ3142 ημερομηνίας 10.10.1995 του Δήμου Λεμεσού και όχι Ειδοποίηση Παραπομπής (Form J.86G). (β) Ότι με αυτά τα δεδομένα σε καμία περίπτωση το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να θεωρήσει ότι έχει ενώπιον του υπόθεση «παραπομπής»: αξίωση για αποζημιώσεις λόγω απαλλοτρίωσης ή «οιονεί απαλλοτρίωσης». Ζήτημα το οποίο θα εξεταζόταν εάν και εφόσον καταχωρείτο προσφυγή δυνάμει του άρθρου 146 του Συντάγματος εναντίον της Απόφασης του Δήμου Λεμεσού και οι αιτητές πετύγχαναν με την προσφυγή τους. (γ) Για τους λόγους που έχω εξηγήσει πιο πάνω κρίνω ότι οι ενστάσεις υπό στοιχείο
(1),
(2),
(3),
(4)επιτυγχάνουν. ΄Οσον αφορά το υπό στοιχείο
(5)το οποίο κρίνω ως καθαρά τυπικό και επουσιώδες καταλήγω συνοπτικά να το απορρίψω. Έχω πλήρη αντίληψη των συνεπειών που συνεπάγεται η πιο πάνω κατάληξη. Είναι γεγονός πως με τον τρόπο αυτό οι αιτητές αποστερούνται των όποιων ενδεχομένως, αποζημιώσεων δικαιούνταν και του δίκαιου υπολογισμού τους, ενώ είναι αποδεκτό ότι αποστερήθηκαν μέρος της περιουσίας τους όπως καθορίστηκε πιο πάνω. Σε καμία όμως περίπτωση δε μπορώ να συμφωνήσω ότι οι ενέργειες των αιτητών τους αποστέρησαν το δικαίωμα τους για πρόσβαση στο Δικαστήριο κατά παράβαση των προνοιών της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Οι όποιες δυσμενείς συνέπειες είναι καταλήγω απόρροια των δικών τους επιλογών ή της δικής τους ολιγωρίας. Οι ίδιοι επέλεξαν το χρόνο και το κατάλληλο, με τη νομική συμβουλή ασφαλώς των δικηγόρων τους, δικονομικό μέτρο για να διασφαλίσουν τα δικαιώματα τους προσφεύγοντας στο κατά την κρίση τους αρμόδιο Δικαστήριο. Ακόμα κι' αν μπορούσα να εξετάσω το ζήτημα του εκπρόθεσμου, Παραπομπής ή Αγωγής αναλόγως και να το επιλύσω ευνοϊκώς για τους αιτητές η ακυρότης της διαδικασίας παραμένει. Η προσπάθεια των αιτητών να καταστήσουν το Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ως αποζημιούσα Αρχή, σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να επιτύχει. Καμία πράξη απαλλοτρίωσης δεν έλαβε χώρα: δεν υπήρξε οποιαδήποτε σχετική απόφαση ή δημοσίευση πράξης απαλλοτρίωσης εκ μέρους της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η γενεσιουργός αιτία των οποίων δικαιωμάτων των αιτητών και η πηγή άντλησης τους είναι η απόφαση ανεξάρτητου νομικού προσώπου του Δήμου Λεμεσού ως της μόνης αποζημιούσας Αρχής. Οι αιτητές αξιώνουν αποζημιώσεις για επηρεασμό τεμαχίου από την Πολεοδομική Απόφαση. Υπό τας περιστάσεις η συνένωση του Γενικού Εισαγγελέα ως διάδικου υπό την ιδιότητα του ως Αποζημιούσας Αρχής ήταν εξ υπαρχής λανθασμένη. Με την πιο πάνω κατάληξη κρίνω ότι θα ήταν απολύτως αντινομικό και λανθασμένο να υπεισέλθω να εξετάσω και να αποφασίσω ζητήματα αποζημίωσης. Η απαίτηση των αιτητών απορρίπτεται με έξοδα σε βάρος τους, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............. Δ. Μιχαηλίδου, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /ΞΠ Subject: Civil / Other Actions / Final Αναφορά: Πολεοδομική Απόφαση / Καθορισμός Αποζημίωσης / Ένδικο Μέσο / Ακυρότης cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.