← Κύπρος

Δώρου Γεωργιάδη ν. Ραδιοφωνικό Ίδρυμα Κύπρου κ.α., Αρ. Αγωγής: 3066/05, 21.8.2009

Δώρου Γεωργιάδη ν. Ραδιοφωνικό Ίδρυμα Κύπρου κ.α., Αρ. Αγωγής: 3066/05, 21.8.2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:A211 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: M. Δρουσιώτη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3066/05 Μεταξύ: Δώρου Γεωργιάδη, εκ Λευκωσίας Ενάγοντα και

  1. Ραδιοφωνικό Ίδρυμα Κύπρου, εκ Λευκωσίας
  2. Ανδρέα Σ. Αγγελίδη, εκ Λευκωσίας Εναγομένων ---------------------------- Ημερομηνία: 21.8.2009 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες: κ. Ευ. Πουργουρίδης Για τους Εναγόμενους: κ. Π. Πολυβίου (για να ακούσει απόφαση ο κ. Ντ. Μαστορούδης) ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Ενάγοντας με την παρούσα αγωγή ζητά γενικές και/ή παραδειγματικές και/ή τιμωρητικές και/ή επαυξημένες αποζημιώσεις (α) για παράβαση των Συνταγματικών και/ή νομικών του δικαιωμάτων και β) για δυσφήμιση. Βάση της αγωγής υπήρξε η αναφορά στον ενάγοντα από τον εναγόμενο 2 σε εκπομπή των εναγομένων 1 υπό την ονομασία «Επωνύμως». Μέσα από τις παραδοχές στην υπεράσπιση αλλά και τα παραδεκτά γεγονότα καθορίζονται τα πιο κάτω: Ότι ο εναγόμενος 2 στις 30.3.05 ήταν μεταξύ άλλων φιλοξενούμενος των εναγομένων 1 σε μεσημβρινή τηλεοπτική εκπομπή των εναγομένων 1 με την ονομασία «Επωνύμως». Την εκπομπή συντόνιζε η δημιοσιογράφος των εναγομένων 1 κα. Αιμιλία Κενεβέζου. Το θέμα αφορούσε την Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου. Στην συζήτηση που υπήρχε μεταξύ του εναγομένου 2 και του κ. Χρ. Πουργουρίδη και αφορούσε άλλο θέμα ο κ. Αγγελίδης εναγόμενος 2 απευθυνόμενος στο κ. Πουργουρίδη μεταξύ άλλων είπε τα ακόλουθα: Αντρέας Αγγελίδης: Έχετε ανατρέψει τον κανόνα κύριε Πουργουρίδη, έχετε ανατρέψει τον κανόνα τουλάχιστον της φυσικής δικαιοσύνης. Δεν λέει ένας σε κατηγορώ και έλα εσύ να αποδείξεις ότι αυτά που σου λέω είναι ανοησίες τουλάχιστον, αλλά ας μείνουμε και λίγο εις το μέτρο και εις την αλήθεια. Ο κίνδυνος εδώ είναι με όλη αυτή την προβολή όλες αυτές τις υποθετικές θεωρήσεις τις δικές σας τις απόλυτες που μέχρι χθες το μεσημέρι που ξανασυζητήσαμε από την Τηλεόραση δεν αποδίδατε ευθύνη καμμιά σε οποιοδήποτε υπάλληλο ή στέλεχος της ΑΗΚ. Σήμερα είναι που γίνεται αυτή η στροφή. Εν πάση περιπτώσει κ. Πουργουρίδη ευτυχώς που μαγνητοφωνούνται και είναι εύκολο να τα ξαναδιαβάσει και να τα ακούσει κανένας. Ο κίνδυνος ο μεγάλος συνίσταται στο ότι, με όλη αυτή την προβολή των υποθετικών σας θεωριών κινδυνεύει η ίδια η διαδικασία να φτάσει σε ένα σημείο που να συμβεί εκείνο που συνέβηκε και με απόφαση κακουργιοδικείου, όπου η λαϊκή δίκη οδήγησε το εφετείο να κρίνει ότι ενώ η καταδίκη εστηρίζετο σε κάποια γεγονότα και ευρήματα του δικαστηρίου που θα μπορούσαν να ανατρέποντο αν δεν ήταν σωστά κατ' έφεσιν επί της ουσίας, αλλά ανατράπηκαν διότι υπήρξε αυτή η λαϊκή δίκη. Και σ' ένα άλλο σημείο πάλι ο κ. Αγγελίδης ανάφερε τα ακόλουθα: «Και με την οποία διαφωνώ διότι είναι ανεπίτρεπτη κατά την άποψη μου υπό την έννοια ότι μετατρεπόμαστε όλοι σε δικαστές εκεί όπου άλλο είναι το όργανο το θεσμικό που θα αποφασίσει την ώρα που θα έχει τα στοιχεία κοντά του. Εκείνο που είπα για το παράδειγμα το προηγούμενο μην νομίζετε ότι είναι αστείο διότι εκτός του ότι αθωώθηκε λόγω της λαϊκής δίκης βρέθηκε και παραπονούμενος ο συγκεκριμένος με το να κινά αγωγές λιβέλλου εναντίον των Μέσων.» Ότι τα πιο πάνω ειπώθηκαν από τον κ. Αγγελίδη στην συγκεκριμένη εκπομπή είναι κοινά αποδεκτό. Η υπεράσπιση ισχυρίζεται ότι οι πιο πάνω δηλώσεις του κ. Αγγελίδη δεν αποτελούν δυσφήμηση εναντίον του ενάγοντα αλλά οι αναφορές ανταποκρίνονταν σε πραγματικά γεγονότα και σε καμιά περίπτωση ο κ. Αγγελίδης δεν άφησε να εννοηθεί ότι ο ενάγων ήταν ένοχος των κατηγοριών που του είχαν προσαφθεί στο παρελθόν. Περαιτέρω ισχυρίζονται ότι οι επίδικες δηλώσεις προστατεύονται από τα συνταγματικά δικαιώματα προνόμια όπως εκτίθενται στα σχετικά άρθρα του Συντάγματος και ιδιαίτερα στο άρθρο
  3. Τέλος ισχυρίζονται ότι σε περίπτωση που το Δικαστήριο κρίνει ότι το επίδικο δημοσίευμα ήταν δυσφημιστικό για τον ενάγοντα τότε αυτό αποτελεί έντιμο σχόλιο επί θέματος δημοσίου συμφέροντος που έγινε καλόπιστα και χωρίς οποιαδήποτε πρόθεση δυσφήμιση του ενάγοντα. Ο ενάγοντας απορρίπτει όλους τους ισχυρισμούς των εναγομένων και ισχυρίζεται ότι τα όσα ανέφερε ο εναγόμενος 2 δεν αποτελούσαν σχόλιο αλλά παράθεση αναληθών γεγονότων και οι εναγόμενοι 1 τα δημοσίευσαν ανά το παγκύπριο ανεπιφύλακτα. Περαιτέρω αρνείται ότι οι εναγόμενοι κατά τον ουσιώδη χρόνο ενεργούσαν καλή τη πίστη. Ενώπιον του Δικαστηρίου κατέθεσε ο ενάγοντας και ο εναγόμενος 2 κατατέθηκαν συνολικά έντεκα τεκμήρια. Το τεκμήριο έντεκα αποτελεί το περιεχόμενο της επίδικης εκπομπής με την ονομασία «Επωνύμως». Κατατέθηκε από κοινού και είναι κοινά αποδεχτό το περιεχόμενο του. Επίσης αποτελούν κοινά αποδεχτά γεγονότα οι πιο κάτω δηλώσεις του κ. Πολυβίου. «Το επίδικο πρόγραμμα ή εκπομπή είναι η εκπομπή Επωνύμως με συντονίστρια την δημοσιογράφο κα. Αιμιλία Κενεβέζου, η οποία εκπομπή μεταδόθηκε ζωντανή στις 29.3.05 και ήταν διάρκειας 65 λεπτών. Το θέμα της εκπομπής ήταν «Έλλειμα 9 εκατομμυρίων λιρών από τα Ταμεία συντάξεως της ΑΗΚ». Οι συμμετοχές στο πρόγραμμα αυτό, δηλαδή το πιο πάνω ζωντανό πρόγραμμα, ήταν οι κ.κ. Πέτρος Θεοχαρίδης, δημοσιογράφος Φιλελεύθερου, Χρύσανθος Μανώλη, δημοσιογράφος του Πολίτη, Χρίστος Πουργουρίδης, Βουλευτής ΔΗΣΥ, Πρόεδρος Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Ελέγχου, Άντρος Κυπριανού, Βουλευτής ΑΚΕΛ, μέλος της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Ελέγχου και Αντρέας Σ. Αγγελίδης, Βουλευτής ΔΗΚΟ, μέλος της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Ελέγχου.» Ο κ. Πουργουρίδης στην αγόρευση του εισηγήθηκε ότι το μόνο θέμα που θα πρέπει να απασχολήσει το Δικαστήριο είναι το ύψος των αποζημιώσεων και όχι οποιαδήποτε άλλα θέματα. Αφού αναφέρθηκε στις αρχές που στηρίζουν το θέμα ανέφερε ότι το επίδικο δημοσίευμα παραβιάζει το τεκμήριο της αθωώτητας του ενάγοντα που προστατεύεται από το άρθρο 12 του Συντάγματος. Περαιτέρω τόνισε ότι το επίδικο δημοσίευμα αφήνει υπόνοιες ενοχής, υπάρχει απόδοση εγκλήματος και συνεπώς το δημοσίευμα είναι δυσφημιστικό. Όσον αφορά τον ισχυρισμό για έντιμο σχόλιο ανάφερε ότι τα όσα ανάφερε ο εναγόμενος 2 αποτελούν παράθεση γεγονότων και δεν μπορεί να υπάρχει ο ισχυρισμός ότι τα όσα έχουν λεχθεί αποτελεί σχόλιο σε αληθή γεγονότα καθότι ο ενάγοντας για την συγκεκριμένη υπόθεση που έκανε αναφορά ο εναγόμενος 2 έχει αθωωθεί επί της ουσίας. Όσον αφορά τους εναγόμενους 1 ανέφερε ότι η ευθύνη τους δεν είναι μικρότερη από αυτή του εναγόμενου 2 καθότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε αποστασιοποίηση από τα λεχθέντα του εναγομένου 2 ούτε κατά την στιγμή που λέχθηκαν ούτε αργότερα. Για το θέμα των αποζημιώσεων ανέφερε ότι η αποζημίωση θα πρέπει να είναι της φύσεως που θα αναλογούν στο πλήγμα που δέχθηκε η φήμη και τα συνταγματικά δικαιώματα του ενάγοντα. Ο κ. Πολυβίου στην αγόρευση αναφέρθηκε στις αρχές επί του δικαιώματος της ελεύθερης έκφρασης και του δικαιώματος του λόγου. Όσον αφορά το επίδικο θέμα ανέφερε ότι πρόκειται για ένα ζωντανό πρόγραμμα που ασχολείτο τη συγκεκριμένη μέρα με άλλο θέμα και οι αναφορές τις οποίες ο ενάγοντας εξέλαβε ως δυσφημιστικές πρόκειται για δύο σύντομες αναφορές. Η συζήτηση παρέμεινε εντός των πλαισίων του θέματος που συζητείτο και δεν υπήρξε οποιαδήποτε δημοσίευση για τον ενάγοντα. Αφού αναφέρθηκε στο περιεχόμενο ολόκληρης της συζήτησης σε συνδυασμό με την μαρτυρία του ενάγοντα, εισηγήθηκε ότι τα όσα ο εναγόμενος 2 ανέφερε δεν αποτελούν δυσφήμιση προς τον ενάγοντα και το δημοσίευμα δεν είναι δυσφημιστικό. Τέλος ανέφερε ότι στις δηλώσεις του εναγομένου 2 δεν υπήρξε κακοβουλία καθότι ήταν μια συζήτηση μεταξύ βουλευτών και δημοσιογράφων και η αναφορά του εναγόμενου 2 δεν ήταν προς τον ενάγοντα προσωπικά. Ο ενάγοντας καταθέτοντας στο Δικαστήριο αναφέρθηκε στην καλλιτεχνική του αξία κάτι που είναι κοινά αποδεκτό. Τα όσα ανέφερε ο μάρτυρας για τα γεγονότα που προηγήθηκαν της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου και αυτά που της έπονται καθώς και ειδικά τις δυσκολίες και τα προβλήματα που δημιουργήθηκαν στον ίδιο και στην οικογένεια του από τον όγκο των δημοσιευμάτων προ της δίκης αλλά και την αδιαφορία των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης μετά την αθωωτική απόφαση δεν θα τη σχολιάσω καθότι δεν αποτελούν επίδικα γεγονότα. Το μόνο που θα εξετάσω και θα προχωρήσω στην αξιολόγηση μαρτυρίας του είναι οι αναφορές του στα επίδικα δημοσιεύματα και η γνώμη όπως εκφράστηκε από τον ίδιο και ιδιαίτερα η θέση του ότι τα όσα ο εναγόμενος 2 ανέφερε αποτελούν κακόβουλα δημοσιεύματα αφού ο εναγόμενος 2 είναι μέλος της νομοθετικής εξουσίας, έγκυρος δικηγόρος και γνώστης όλων των στοιχείων της υπόθεσης. Εξετάζοντας τα πιο πάνω καταλήγω στο συμπέρασμα ότι εν μέρει τα όσα επί του θέματος ανέφερε ο ενάγοντας αποτελούν πραγματικά γεγονότα όμως από την πλευρά του ο ενάγοντας τα παρουσίασε με πολύ μεγάλη υπερβολή. Ο ενάγοντας ως γνώστης του θέματος φυσικά και θα κατάληγε στην άποψη όπως την περιγράφει στην κατάθεση του «δεν φτάνει που την γλίτωσα νομικίστικα, αφού σύμφωνα με τον ίδιο, το εφετείο δεν εξέτασε καθόλου την ουσία .. Απόκτησα περίπου και το θράσος να κάνω αγωγές στα Μ.Μ.Ε..», είναι καθαρά συμπέρασμα που κατέληξε ο ίδιος ο ενάγοντας χωρίς φυσικά να μπορώ να αποκλείσω ότι και όσοι άκουσαν τον εναγόμενο 2 στην συζήτηση, να μην μπορούσαν να καταλήξουν στο ίδιο συμπέρασμα. Ο εναγόμενος 2 στην κατάθεση του προσπάθησε να εξηγήσει στο Δικαστήριο ότι τα όσα ανέφερε στη συγκεκριμένη εκπομπή αποτελούν ένα καλόπιστο σχόλιο. Δέχομαι ότι αυτή ήταν σκέψη του εναγομένου 2 όμως στην ρύμη του λόγου ειδικά η δεύτερη αναφορά του επί του ιδίου θέματος υπερέβηκε εαυτό ο εναγόμενος 2 αφού κατέληξε σε συμπέρασμα που δεν είναι σύμφωνα με την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου δηλαδή ότι «εκτός του ότι αθωώθηκε λόγω της λαϊκής δίκης βρέθηκε και παραπονούμενος, ο συγκεκριμένος με το να κινεί αγωγές λιβέλλου εναντίον των μέσων». Για τις αρχές που διέπουν το θέμα έχω αντλήσει κατεύθυνση από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ ν. Ν. Ευσταθίου, Πολιτική Έφεση Αρ. 12139, ημερ. 12.7.07 όσον αφορά την προστασία από την μία και την εξισορρόπηση δύο ανθρωπίνων δικαιωμάτων δηλαδή: (παραθέτω αυτούσιο το κείμενο) (α) Το δικαίωμα της ελευθερίας του λόγου και της έκφρασης, το οποίο κατοχυρώνεται από το άρθρο 19 του Συντάγματος και από το άρθρο 10 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου, και β) Το δικαίωμα της προάσπισης της αξιοπρέπειας και της φήμης του ανθρώπου, που προστατεύεται από το άρθρο 2 της Σύμβασης. Το δικαίωμα αυτό πιθανόν να περιλαμβάνεται και στο ευρύτερο δικαίωμα της ιδιωτικής ζωής το οποίο προστατεύεται από το άρθρο15 του Συντάγματος και από το άρθρο 8 της Σύμβασης. Και τα δύο προαναφερόμενα δικαιώματα είναι εξίσου σημαντικά και κατά συνέπεια τα Δικαστήρια εξετάζοντας υποθέσεις όπως την παρούσα θα πρέπει να είναι ιδιαίτερα ευαίσθητα και προσεκτικά ώστε να μην παραβιάζεται, στο βαθμό που είναι δυνατό, οποιοδήποτε από τα προαναφερόμενα δικαιώματα. Η προστασία της φήμης αναγνωρίζεται ρητά ως ένας από τους λόγους για τους οποίους μπορεί να περιοριστεί το δικαίωμα της ελευθερίας της έκφρασης, δυνάμει του άρθρου 10 της Σύμβασης. Το εδάφιο 1 του άρθρου 10 προνοεί ότι ο καθένας έχει το δικαίωμα της ελευθερίας της έκφρασης. Το εδάφιο 2 όμως του άρθρου 10 προνοεί ότι η άσκηση των δικαιωμάτων που καλύπτονται από το εδάφιο 1 μπορεί να υπαχθεί σε όρους και περιορισμούς που προνοούνται από το Νόμο και είναι απαραίτητοι σε μια δημοκρατική κοινωνία για την προστασία, μεταξύ άλλων, της φήμης και των δικαιωμάτων άλλων προσώπων. Συνεπάγεται επομένως ότι δεν υφίσταται οποιοδήποτε δικαίωμα στη δυσφήμηση οποιουδήποτε προσώπου, όπως αποφασίστηκε και στην υπόθεση Steel and Morris v. U.K., App.No. 21325/93

(1993)18 E.H.R.R. C.D. 172. Στην υπόθεση Tolstoy Miloslavsky v. U.K., App. No. 18139/91, Ser. A, vol. 316, 323
(1995)20 E.H.R.R. 442 το Ε.Δ..Δ..Α. δεν σχολίασε αρνητικά τους στόχους του Αγγλικού περί Δυσφήμισης Νόμου, για προστασία της ιδιωτικής φήμης, γεγονός που υποδηλώνει ότι οι στόχοι εκείνοι θεωρήθηκαν ως θεμιτοί. Στην πιο πάνω υπόθεση τονίστηκε ότι η προστασία του δικαιώματος στη φήμη δεν θα πρέπει να είναι υπέρμετρη σε σχέση με την προστασία άλλων ανταγωνιστικών δικαιωμάτων. Και πιο κάτω στην ίδια απόφαση συνεχίζει και αναφέρει ότι: Η σύγχρονη τάση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου είναι να περιορίζει το δικαίωμα στη φήμη προς όφελος του δικαιώματος της ελευθερίας της έκφρασης, στο οποίο το Δικαστήριο αναγνωρίζει υψηλή αξία. Στην υπόθεση Lingens v. Austria, App. No. 9815/82, Ser. A, vol. 103
(1986)8 E.H.R.R. 407 at para. 41 το Δικαστήριο παρατήρησε πως η ελευθερία της έκφρασης, όπως προστατεύεται από την πρώτη παράγραφο του άρθρου 10, συνιστά ένα από τα ουσιαστικά θεμέλια της δημοκρατικής κοινωνίας και μια από τις βασικές προϋποθέσεις για την πρόοδο της και για την ικανοποίηση των ατόμων. Η ελευθερία αυτή, με τις εξαιρέσεις της παραγράφου 2, εφαρμόζεται όχι μόνο σε πληροφορίες και ιδέες που είναι αρεστές ή τουλάχιστον θεωρούνται ως μη εχθρικές ή αδιάφορες αλλά επίσης και σε εκείνες που είναι προσβλητικές, εκπλήττουν ή ενοχλούν. Αυτό απαιτεί ο πλουραλισμός, η ανεκτικότητα και η ευρύτητα πνεύματος, χωρίς τις οποίες δεν υπάρχει δημοκρατική κοινωνία. Όπως όμως ανάφερε το Ε.Δ.Δ.Α, η ελευθερία της έκφρασης ρητά περιορίζεται προς όφελος της προστασίας της φήμης ενός ατόμου σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 10. Το στάθμισμα αυτών των δύο δικαιωμάτων έχει εξεταστεί σε σειρά αποφάσεων του Ε.Δ.Δ.Α. σύμφωνα με τις οποίες οιοσδήποτε περιορισμός του ενός δικαιώματος πρέπει να είναι ανάλογος και απαραίτητος για την προστασία του άλλου δικαιώματος. Στην υπόθεση Barfod v. Denmark, App. No. 11508/85, Ser. A. vol. 149
(1991)13 E.H.R.R., 493, στην παρα. 29, το Δικαστήριο τόνισε πως η έννοια της αναλογικότητας δεν εξυπακούει ισότητα μεταξύ ανταγωνιστικών συμφερόντων. Η έννοια της αναλογικότητας εξυπακούει ότι οι στόχοι του άρθρου 10
(2)θα πρέπει να αντιπαραβληθούν με την αξία της ανοικτής συζήτησης θεμάτων δημοσίου ενδιαφέροντος. Για να βρει τη χρυσή τομή μεταξύ των δύο αυτών συμφερόντων το Δικαστήριο δεν πρέπει να παραγνωρίσει τη μεγάλη σημασία της μη αποθάρρυνσης του κοινού από του να εκφράζει τη γνώμη του πάνω σε θέματα δημοσίου ενδιαφέροντος, λόγω φόβου ποινικών ή άλλων κυρώσεων. Σύμφωνα με τη νομολογία του Ευρωπαϊκου Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, πολιτικά ή άλλα δημόσια πρόσωπα θα πρέπει να ανέχονται πιο εύκολα τη δημόσια κριτική. Στην υπόθεση Krone Verlag GmBH & Co Kg v. Austria, App. No. 34315/96, Απόφαση της 26.2.02 (Δέστε: Gatley on Libel and Slander, 10η έκδοση, σελ. 724), το Δικαστήριο παρατήρησε ότι ο ενάγοντας, που ήταν πολιτικός, είχε εισέλθει στο δημόσιο στίβο και θα έπρεπε να υποστεί τις συνέπειες. Στην υπόθεση Lopes Gomes da Silva v. Portugal, App. No. 37698/97, 2000-X
(2002)34 E.H.R.R. 56 το Δικαστήριο παρατήρησε ότι στους δημοσιογράφους μπορεί να επιτραπεί και ένας βαθμός υπερβολής ή ακόμα και πρόκλησης, ειδικά επειδή και ο ενάγων είχε χρησιμοποιήσει παρόμοια γλώσσα σε δικό του κείμενο που είχε δημοσιευθεί δίπλα στο κείμενο του δημοσιογράφου, με αποτέλεσμα οι αναγνώστες να είναι σε θέση να διαμορφώσουν τις δικές τους απόψεις. Στην περίπτωση εκείνη, όπου ο ενάγων είχε χαρακτηριστεί ως ο πιο γελοίος υποψήφιος που μπορούσε να βρεθεί, το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν υπήρξε προσωπική επίθεση εναντίον του ενάγοντος αλλά ότι το τι η εφημερίδα έγραφε γι' αυτόν αποτελούσε μέρος των ρίσκων της πολιτικής ζωής. Στην υπόθεση Fressoz & Roire v. France, App. No. 29183/95, ημερ. 21.1.99 που αφορούσε σε δημοσίευμα σχετικά με εργατική διαφορά που είχε δημιουργηθεί σε εργοστάσιο αυτοκινήτων, όταν οι εργάτες ζητούσαν αύξηση μισθών και η διεύθυνση αρνείτο, οπόταν άρχισε να ασχολείται με το θέμα ο τύπος. Το συγκεκριμένο δημοσίευμα έδειχνε ότι ο Πρόεδρος της εταιρείας πήρε ψηλές αυξήσεις ο ίδιος, ενώ την ίδια στιγμή αντιτίθετο σε αύξηση για τους εργάτες. Το Δικαστήριο έκρινε ότι με το να προβαίνει η εφημερίδα σε τέτοια σύγκριση, το σχετικό δημοσίευμα συνέτεινε σε μια δημόσια συζήτηση επί θέματος γενικού ενδιαφέροντος και δεν είχε σκοπό να βλάψει την υπόληψη του Προέδρου της εταιρείας. Το Δικαστήριο πρόσθεσε ότι όχι μόνον ο τύπος έχει καθήκον να μεταδίδει πληροφορίες και ιδέες σε θέματα δημοσίου ενδιαφέροντος αλλά ταυτόχρονα και το κοινό έχει το δικαίωμα να λαμβάνει τέτοιες πληροφορίες. Έτσι η καταδίκη του δημοσιογράφου κρίθηκε ότι παραβίαζε το άρθρο 10 της Σύμβασης. Σχετική είναι και η απόφαση του Ε.Δ.Δ.Α. στην υπόθεση Toma v. Luxembourg, App. No. 38432/97, ημερ. 29.3.01. Είναι θεμελιωμένο από τη νομολογία του Ε.Δ.Δ.Α., ότι όσον πιο προκλητική είναι η δήλωση την οποία σχολιάζει μια εφημερίδα τόσον πιο σκληρό και δυνατό μπορεί να είναι και το σχόλιο (Δέστε: Oberschilck v. Austria, App. No. 11662/85, Ser. A, vol. 204,
(1995)19 E.H.R.R., 389 - Δέστε, επίσης Gatley, ανωτέρω, σελ. 732). Κατά την εξέταση της παρούσας υπόθεσης καθοδηγηθήκαμε και από την απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Αλήθεια Εκδοτική Εταιρεία Λτδ κ.α. ν. Αλωνεύτη
(2002)1 Α.Α.Δ. 1863 και την απόφαση του Αγγλικού Εφετείου στην υπόθεση R (ProLife Alliance) ν. BBC
(2002)2 All E.R. 756. Με βάση τις πιο πάνω αρχές εξέτασα το περιεχόμενο ολόκληρης της εκπομπής αλλά και τις δύο αναφορές του εναγομένου 2 οι οποίες είναι και οι μόνες που αφορούν τον ενάγοντα μέσα σε όλη την εκπομπή που διάρκεσε 65 λεπτά. Είναι κοινά αποδεκτό και έτσι διαπιστώνεται από το περιεχόμενο της εκπομπής ότι το θέμα αφορούσε τα ταμεία συντάξεως της ΑΗΚ, ήταν ζωντανό πρόγραμμα και σ' αυτό λάμβαναν μέρος δημοσιογράφοι και βουλευτές. Διαπιστώνεται ότι ολόκληρο το περιεχόμενο της εκπομπής δεν ήταν δυσφημιστικό για τον ενάγοντα. Ως εκ τούτου θα πρέπει να εξετάσω τις δύο αναφορές του εναγομένου 2 τόσο μεμονωμένα όσο και σε σχέση με ολόκληρο το πρόγραμμα και θα ξεκινήσω από την πρώτη αναφορά του εναγομένου 2 και την παραθέτω όπως την ανάφερε. «Ο κίνδυνος ο μεγάλος συνίσταται στο ότι, με όλη αυτή την προβολή των υποθετικών σας θεωριών κινδυνεύει η ίδια η διαδικασία να φτάσει σε ένα σημείο που να συμβεί εκείνο που συνέβηκε και με απόφαση κακουργιοδικείου, όπου η λαϊκή δίκη οδήγησε το εφετείο να κρίνει ότι ενώ η καταδίκη εστηρίζετο σε κάποια γεγονότα και ευρήματα του δικαστηρίου που θα μπορούσαν να ανατρέποντο αν δεν ήταν σωστά κατ' έφεσιν επί της ουσίας, αλλά ανατράπηκαν διότι υπήρξε αυτή η λαϊκή δίκη.» Εξετάζοντας τα πιο πάνω σε συνδυασμό τόσο με το περιεχόμενο της σχετικής απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου δυσκολεύομαι ιδιαίτερα να κατανοήσω τι είναι αυτό που περιέχει δυσφημιστικό περιεχόμενο για τον ενάγοντα. Ιδιαιτέρως δε πως μπορώ να πω ότι ένας σχολιασμός απόφασης Δικαστηρίου αποτελεί δυσφήμιση για τα επίδικα μέρη. Συνεπώς σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της συζήτησης καταλήγω ότι τα όσα πιο πάνω ανέφερε ο εναγόμενος 2 δεν αποτελούν δυσφήμιση για τον ενάγοντα. Ερχόμενος τώρα στην δεύτερη αναφορά του εναγομένου 2 στην ίδια εκπομπή αφού συνεχίσθει η διαλογική συζήτηση μεταξύ του εναγομένου 2 του κ. Χρ. Πουργουρίδη και της δημοσιογράφου του ΡΙΚ Αιμιλίας Κενεβέζου ο εναγόμενος 2 επανήλθε και αυτή τη φορά ανέφερε τα πιο κάτω: «Εκείνο που είπα για το παράδειγμα το προηγούμενο μην νομίζετε ότι είναι αστείο διότι εκτός του ότι αθωώθηκε λόγω της λαϊκής δίκης βρέθηκε και παραπονούμενος ο συγκεκριμένος με το να κινά αγωγές λιβέλλου εναντίον των Μέσων.» Είναι κοινά αποδεκτό ότι ο εναγόμενος 2 ήταν κατά τον χρόνο της επίδικης εκπομπής δικηγόρος μέσων μαζικής επικοινωνίας σε αγωγές που ο ενάγοντας κίνησε εναντίον τους. Συνεπώς είναι γνώστης όλων των γεγονότων. Περαιτέρω ως νομικός που είναι γνώριζε ολόκληρο το περιεχόμενο της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου κάτι που και ο ίδιος παραδέχτηκε. Η δε συγκεκριμένη αναφορά του εναγομένου 2 καταλήγει σε συμπέρασμα που δεν ανταποκρίνεται στο σύνολο της απόφασης. Ως εκ τούτου καταλήγω στο συμπέρασμα ότι αυτή η αναφορά του εναγομένου 2 αποτελεί δυσφημιστικό σχόλιο για τον ενάγοντα. Οι εναγόμενοι 1 δια της δημοσιογράφου η οποία συντόνιζε την εκπομπή συμφώνησε χωρίς να θέλει να κάνει περαιτέρω αναφορά επί του θέματος ή να διαχωρίσει την θέση της Μετά την πιο πάνω κατάληξη μου θα εξετάσω την εγειρόμενη υπεράσπιση του εντίμου σχολίου. Αντλώ κατεύθυνση από την υπόθεση Μαύρου ν. Στυλιανού
(2002)1 (Γ) ΑΑΔ 1743 σ' αυτή την υπόθεση αναφέρθηκαν μεταξύ άλλων τα ακόλουθα σελίς 1751 - 1752: «Δικαίωμα σχολίου έχει κάθε πολίτης και όπως πολύ σωστά επισημαίνεται από το πρωτόδικο δικαστήριο, στον τύπο ή στους δημοσιογράφους δεν αναγνωρίζεται ιδιαίτερο ή επιπρόσθετο τέτοιο δικαίωμα (Silkin v. Beaverbrook Newspaper [1958] 2 All E.R. 516). Αποτελεί υπεράσπιση σε αγωγή για δυσφήμιση αν οι επίδικες λέξεις συνιστούν εύλογο σχόλιο επί θέματος δημοσίου ενδιαφέροντος. Το δικαίωμα του εύλογου σχολίου χαρακτηρίζεται σαν ένα από τα θεμελιώδη δικαιώματα της ελευθερίας του λόγου και της έκφρασης. Υπάρχουν θέματα για τα οποία το κοινό έχει νόμιμο συμφέρον ή για τα οποία δίκαια επιδεικνύει ενδιαφέρον. Επί τέτοιων θεμάτων είναι επιθυμητό όλοι να μπορούν να σχολιάζουν ελεύθερα, ακόμα και σκληρά, εφ' όσον βεβαίως αυτό γίνεται έντιμα και όχι κακόπιστα. Προστατεύοντας, όμως, ο νόμος, το δικαιώμα για δημόσια συζήτηση θεμάτων δημοσίου ενδιαφέροντος, δεν νομιμοποιεί τη δυσφημηστική παραποίηση των γεγονότων, ανεξάρτητα του αν αυτό γίνεται έντιμα και ανεξάρτητα του κατά πόσο ο συντάκτης εύλογα κατέληξε να πιστεύει στην αλήθεια τους. Για να πετύχει υπεράσπιση εύλογου σχολίου ο εναγόμενος θα πρέπει να αποδείξει ότι οι λέξεις συνιστούσαν σχόλιο και όχι έκθεση γεγονότος. Θα πρέπει επίσης να δείξει ότι στο σχόλιο υπάρχει υπόβαθρο γεγονότων που αναφέρεται στο υπό συζήτηση θέμα. Τελικά, θα πρέπει να αποδείξει ότι το σχόλιο γίνεται επί θέματος δημόσιου ενδιαφέροντος, επί θέματος το οποίο ρητά ή εξυπακουόμενα έχει τεθεί ενώπιον του κοινού για κρίση ή άλλως ότι είναι θέμα για το οποίο το κοινό έχει έννομο ενδιαφέρον. Ο εναγόμενος που επικαλείται την υπεράσπιση του εύλογου σχολίου δεν αναλαμβάνει το βάρος να αποδείξει ότι το σχόλιο είναι αληθές. Αν τα γεγονότα αναφέρονται αληθώς, η υπεράσπιση του εύλογου σχολίου επιτυγχάνει, εφ' όσον βέβαια το δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι τα σχόλια έχουν γίνει εύλογα και έντιμα (Sutherland v. Stopes [1924] All E.R. Rep. 19, H.L.).» Η υπεράσπιση του ευλόγου ή εντίμου σχολίου (fair comment) εξετάζεται αναφορικά με σχόλια και όχι όπου υπάρχει απόδοση γεγονότος. Η έκφραση γνώμης πρέπει να βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα. Στην παρούσα υπόθεση η δεύτερη αναφορά του εναγομένου 2 δεν βασίζεται εξ' ολοκλήρου σε πραγματικά γεγονότα διότι μπορεί ο ενάγοντας να κινά αγωγές, αλλά δεν αθωώθηκε λόγω της λαϊκής δίκης μόνο και ως εκ τούτου βρέθηκε παραπονούμενος. Συνεπώς καταλήγω πως η υπεράσπιση του εντίμου σχολίου δεν μπορεί να ευσταθήσει. Ο κ. Πολυβίου πρόβαλε ιδιαίτερα το δικαίωμα της ελεύθερης έκφρασης και του δικαιώματος του λόγου. Έκαμε ιδιαίτερη αναφορά στην εισήγηση του Προέδρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Αρτέμη. Τόνισε ότι πρόκειτο για ένα ζωντανό πρόγραμμα με διαφορετικό θέμα προς συζήτηση και οι αναφορές που εξέλαβε ο ενάγοντας ως δυσφημηστικές είναι δύο σύντομα σχόλια και το πλαίσιο ολόκληρο της εκπομπής παρέμεινε εντός του θέματος που συζητήτο. Στην υπόθεση Αλήθεια Εκδοτική Εταιρεία Λτδ ν. Αλωνεύτη
(2002)1 (Γ) ΑΑΔ 1863 αναφέρεται: «Το άρθρο 19.1 του Συντάγματος που διακηρύττει την ελευθερία του λόγου και της έκφρασης σε κάθε του μορφή. Ταυτίζεται το Συνταγματικό δικαίωμα με το άρθρο 10 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προστασία των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των θεμελιωδών Ελευθεριών. Η παράγραφος 3 του άρθρου 19 του Συντάγματος επιτρέπει εξαιρέσεις, επαγόμενες τον περιορισμό του δικαιώματος το οποίο κατοχυρώνεται οι οποίες είναι αναγκαίες μεταξύ άλλων, «.. προς προστασία της υπολήψεως ή των δικαιωμάτων άλλων ...», το δε άρθρο 10 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης διαγράφει και τους σκοπούς για τους οποίους μπορεί να τεθούν περιορισμοί, περιλαμβανομένων της υπόληψης του ατόμου και των δικαιωμάτων του.» Τέλος στην υπόθεση Αλωνεύτη (πιο πάνω) αναφέρεται: «Μπορεί να λεχθεί ότι η προστασία της υπόληψης του ατόμου είναι απαραίτητη για την ανεμπόδιστη άσκηση των θεμελιωδών του δικαιωμάτων. Δεν είναι δίκαιο το άτομο να λειτουργεί κάτω από τη σκιά του ψόγου. Εκτός αν του παρέχεται αυτή η προστασία, το άτομο παραμένει ανυπεράσπιστο έναντι της προσβολής της υπόληψης του και της υπονόμευσης της κοινωνικής του υπόστασης. Είναι αυτή η πραγματικότητα που καθιστά, εξ αντικειμένου, αναγκαίο τον περιορισμό του δικαιώματος που κατοχυρώνει το Άρθρο 19 του Συντάγματος. Χωρίς την προστασία αυτή, το άτομο θα μετατρεπόταν σε ανυπεράσπιστο θύμα διαπόμπευσης και κοινωνικού εξοστρακισμού. Υπό το φως των όσων έχουμε διαγράψει, κρίνουμε ότι οι περιορισμοί οι οποίοι τίθενται με τις διατάξεις του ΚΕΦ. 148, που αναφέρονται στο αστικό αδίκημα της δυσφήμησης, ευρίσκουν έρεισμα στο Άρθρο 19.3 του Συντάγματος, χάριν της προστασίας της υπόληψης του ατόμου και των θεμελιωδών του δικαιωμάτων. Η καθιέρωση της αλήθειας του δημοσιεύματος ως υπεράσπιση, διασφαλίζει τον πυρήνα του δικαιώματος της ελευθερίας έκφρασης. Η καλή πίστη, από την οποία πρέπει να διακατέχεται ο γράφων, αναιρείται όταν αυτός αδιαφορεί για την αλήθεια των γραφομένων και παραλείπει να πάρει εύλογα μέτρα για την εξακρίβωση της.» Αυτό που καταλήγω είναι ότι το δικαίωμα του εναγομένου 2 να εκφράζεται ελεύθερα δεν του παρείχε το δικαίωμα να δυσφημήσει τον ενάγοντα και ούτε κατ' επέκταση αυτό αποτελεί υπεράσπιση στην αξίωση του. Το μόνο θέμα που απομένει είναι οι αποζημιώσεις. Το ποσό των αποζημιώσεων είναι άμεσα συνυφασμένο με τη φύση και την έκταση της προσβολής της υπόληψης του ανθρώπου (βλ. Αλήθεια Εκδοτική Εταιρεία Λτδ ν. Νικολάου
(1993)1 ΑΑΔ 285, Cassell and Co. Ltd v. Broome
(1972)1 All E.R. 801 (HL)). Όπως έχει τονισθεί στην υπόθεση ΔΙΑΣ Λτδ κ.α. ν. Ναθαναήλ
(1993)1 ΑΑΔ 893: «Η υπόληψη του πολίτη, ως ανεξάρτητη και αυτοτελής ανθρώπινη ύπαρξη, απέκτησε σήμερα, και πολύ ορθά, αυξημένη εκτίμηση, που διασφαλίζεται και στο γραπτό δίκαιο. Τραυματισμός αυτής της υπόληψης επιφέρει την ανάλογη αποκατάσταση της.» Αναφέρεται στην υπόθεση Λουκαϊδης ν. Εκδοτική Εταιρεία Αλήθεια Λτδ
(2003)1 (Α) ΑΑΔ 22, σελ. 48, πως: «Υποθέσεις λίβελου παρουσιάζουν ιδιομορφίες, που δεν αφήνουν πεδίο για την καθ' όλα ταύτιση τους με τις επιπτώσεις του τραυματισμού σε υποθέσεις προσωπικών κακώσεων. Οι γενικές αρχές για τον καθορισμό αποζημιώσεων, που υιοθετούνται στην Paraskevaides (Overseas) Ltd v. Christofis
(1982)1 C.L.R. 789, έχουν καθολική εφαρμογή και διαγράφουν το μέτρο των αποζημιώσεων σ' όλες τις υποθέσεις αστικών αδικημάτων. Η αποζημίωση πρέπει να είναι δίκαιη και εύλογη. Στην περίπτωση του λίβελου, δίκαια είναι η αποζημίωση η οποία αποκαθιστά, ουσιαστικά, το θύμα της δυσφήμισης, στο βαθμό που αυτό είναι εφικτό, με μέσο το χρήμα. Ταυτόχρονα, η αποζημίωση πρέπει να είναι εύλογη, δηλαδή να ευρίσκει αντικειμενικό έρεισμα στον κοινωνικό χώρο.» Στην έκθεση απαίτησης ο ενάγοντας αξιώνει γενικές και/ή παραδειγματικές και/ή τιμωρητικές και/ή επαυξημένες αποζημιώσεις πρώτο για παραβίαση των Συνταγματικών και/ή νομικών του δικαιωμάτων και δεύτερο αποζημιώσεις για δυσφήμηση του. Το μόνο θέμα που τέθηκε με την μαρτυρία είναι αποζημιώσεις για δυσφήμιση του και ως εκ τούτου δεν κρίνω αναγκαίο να εξετάσω αίτημα τιμωρητικές και/ή επαυξημένες αποζημιώσεις ξεχωριστά. Πέραν τούτου δεν έχει δοθεί μαρτυρία ώστε να κρίνεται αναγκαία εξέταση τυχόν παροχής τιμωρητικών αποζημιώσεων ξεχωριστά. Περαιτέρω στις περιπτώσεις λιβέλλου επαυξημένες αποζημιώσεις δεν πρέπει να επιδικάζονται ως ξεχωριστό κονδύλι καθότι όλα τα στοιχεία που προσμετρούν για τον επιδικασμό τέτοιων αποζημιώσεων είναι παράγοντες που στις αγωγές λιβέλου λαμβάνονται υπόψη στον καθορισμό των γενικών αποζημιώσεων. Καθοριστική παράμετρος στο ύψος των γενικών αποζημιώσεων είναι η βλάβη στο αίσθημα αξιοπρέπειας του ενάγοντα κάτι που ο ενάγοντας καθοριστικά παρουσίασε στη μαρτυρία του. Στην υπόθεση Εταιρεία Δημοσιογραφική Χ.Λ.Σ. Λτδ κ.α. ν. Φιλίππου (Φαλκονέττι)
(1998)1 (Β) ΑΑΔ 958 σελ. 966 ότι: «Σχετικοί παράγοντες που επηρεάζουν το ύψος των αποζημιώσεων είναι μεταξύ άλλων, το ότι η δυσφημιστική δήλωση έγινε υπό μορφή επανάληψης, έγινε αναφορά στην πηγή της και ο δηλώσας πίστευε στην αλήθεια της. Όπως αναφέρεται στον Gatley on Libel and Slander, 6η έκδοση, επιβαρυντικοί παράγοντες που μπορεί να επαυξήσουν τις αποζημιώσεις είναι ο τρόπος και η μεγάλη έκταση της δημοσίευσης, η επαναδημοσίευση, η διαγωγή του εναγομένου, ο τρόπος διεξαγωγής της υπεράσπισης, η αποτυχία υπεράσπισης αλήθειας (justification) και η πρόκληση ειδικής ζημιάς (ίδε ICP (Cyprus) Ltd v. Times Nespapers Ltd and Others
(1972)4 J.S.C. 455 και Cacoyiannis v. Kyrou and Others, ανωτέρω) [
(1976)12 JSC 1883].» Σ' αυτή την υπόθεση δεν υπάρχει οποιαδήποτε επαναδημοσίευση ή επανάληψη της δυσφημιστικής δήλωσης. Η δήλωση έγινε μέσα στο πλαίσιο προγράμματος που αφορούσε άλλο θέμα. Η εκπομπή ήταν ζωντανή και κάποιος μέσος άνθρωπος για να γίνει άμεσα γνώστης των ιδιαίτερων αναφορών από τους ομιλητές μέσα στα πλαίσια ενός προγράμματος 65 λεπτών που ασχολείτο με άλλο θέμα θα πρέπει να μην μπορούσε να ξεφύγει από την συζήτηση καθόλου πόσο μάλλον να καταλήξει αμέσως σε γνώμη. Μπορεί η εκπομπή να μεταδίδετο παγκύπρια όμως το συγκεκριμένο σχόλιο που ήταν δυσφημιστικό για τον ενάγοντα ήταν ένα σχόλιο που διάρκεσε ορισμένα δευτερόλεπτα στο στάδιο συζήτησης που διάρκεσε 65 λεπτά. Συνεπώς μέσα στα πλαίσια αυτά θα πρέπει να καταλήξω στο ύψος των αποζημιώσεων όσον αφορά τον ενάγοντα. Πέραν του γεγονότος ότι ο σταθμός μεταδίδει παγκύπρια δεν έχει δοθεί οποιαδήποτε μαρτυρία για την ακροαματικότητα της συγκεκριμένης εκπομπής. Ο ενάγοντας έκανε αναφορά γενικά για αριθμό προσώπων που σχολίασαν το γεγονός. Παρά το γεγονός ότι ο εναγόμενος 2 κατά την επίδικη για την εκπομπή περίοδο υπερασπίζετο υποθέσεις που ο ενάγοντας έχει προχωρήσει με αγωγές από την όλη μαρτυρία δεν μπορώ να καταλήξω στο συμπέρασμα ότι είχε διάθεση να δυσφημίσει τον ενάγοντα, απλά φαίνεται όλα να ειπώθηκαν λόγω της φύσεως της συζήτησης. Επίσης ούτε από τους εναγόμενους 1 παρουσιάσθηκε οποιαδήποτε παρόμοιας φύσεως συμπεριφορά. Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω τον χρόνο που διάρκεσε το δημοσίευμα η μη επανάληψη του καταλήγω ότι το ποσό των €10,000 είναι δίκαιο και εύλογο ως αποζημίωση του ενάγοντα. Ως εκ τούτου εκδίδεται απόφαση υπέρ του ενάγοντα και εναντίον των εναγομένων 1 και 2 αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως, για το ποσό των €10,000 πλέον νόμιμο τόκο πλέον έξοδα στην κλίμακα της αποζημίωσης ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Μ. Δρουσιώτη, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /Σ.Κ. (Subject: Civil/Other Action/Final) (Αναφορά: Λίβελλος - Αποζημιώσεις) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.