← Κύπρος

Cadogan Petroleum Plc κ.α. ν. VPV Oil Investment LLC, Αρ. Αίτησης 5/09, 27.8.09

Cadogan Petroleum Plc κ.α. ν. VPV Oil Investment LLC, Αρ. Αίτησης 5/09, 27.8.09 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:A213 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Τ. Ψαρά - Μιλτιάδου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης 5/09 Αναφορικά με τον Κανονισμό (ΕΚ) 44/2001 του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ενωσης της 22ας Δεκεμβρίου 2000 για τη Διεθνή Δικαιοδοσία, την Αναγνώριση και την Εκτέλεση Αποφάσεων σε Αστικές και Εμπορικές Υποθέσεις και και Αναφορικά με την απαίτηση αρ. HC 09 C 02105 του Ανώτερου Δικαστηρίου της Αγγλίας και Ουαλλίας (High Court of Justice, Chancery Division) η οποία καταχωρίστηκε στο εν λόγω Δικαστήριο στις 19/6/2009, μεταξύ των

(1)Cadogan Petroleum Plc
(2)Cadogan Petroleum Holdings Limited
(3)LLC Astroinvest-Ukraine και
(4)Unsenco Ukraine, ως Ενάγοντες (Claimants) και των
(1)Mark Tolley
(2)Marksman International Limited, C/O Ocra (Seychelles) Limited
(3)Natural Resource Limited
(4)Vasyl Vivcharyk
(5)VPV Oil Investment LLC
(6)Smith Eurasia Ltd
(7)Vladimir Shlimak
(8)SonicGauge Inc
(9)Global Process Systems LLC
(10)Global Process Systems Inc
(11)Clint Elgar και
(12)Αnthony Wright, ως εναγόμενοι (Defendants) Mεταξύ:
(1)Cadogan Petroleum Plc
(2)Cadogan Petroleum Holdings Limited
(3)LLC Astroinvest-Ukraine
(4)Unsenco Ukraine Αιτητών Αιτητές και VPV Oil Investment LLC Καθ'ων η αίτηση (Ex parte αίτηση από τους
(1)Cadogan Petroleum Plc
(2)Cadogan Petroleum Holdings Limited
(3)LLC Astroinvest-Ukraine και
(4)Unsenco Ukraine ημερ. 25.6.09) (Διάταγμα ημερομηνίας 26.6.09) HMEΡΟΜΗΝΙΑ: 27.8.09 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Αιτητές: κ. Χατζηπέτρου με κα Λοϊζου Για τους Καθ΄ων η Αίτηση: κ. Γιωρκάτζης με κ. Θρασυβούλου Α Π Ο Φ Α Σ Η Με βάση ex parte αίτηση εξεδόθη διάταγμα μονομερώς αρχικά τροποποιηθέν μερικώς κατά το στάδιο που χρειαζόταν για να καταχωρηθεί ένσταση και να ορισθεί για ακρόαση, με το ακόλουθο περιεχόμενο: Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να απαγορεύει και/ή εμποδίζει την VPV Oil Investments LLC και/ή τους διευθυντές και/ή τους αντιπρόσωπους και/ή τους υπηρέτες τους από του να αποσύρουν και/ή αποξενώσουν και/ή εμβάσουν και/ή μεταφέρουν και/ή επιβαρύνουν με οποιοδήποτε τρόπο και/ή δωρίσουν και/ή εκχωρήσουν και/ή μεταβιβάσουν και/ή δεσμεύσουν με οποιοδήποτε τρόπο και/ή εισπράξουν από τους πιο κάτω λογαριασμούς τους στην Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ (International Business Centre, Γωνία Αρχ. Μακαρίου Γ' 131 και Ιωάννη Πολέμη) οποιοδήποτε ποσό (αφαιρουμένου του οποίου θα παραμείνει κατατεθιμένο στο σύνολο των εν λόγω λογαριασμών, ποσό λιγότερο και/ή μικρότερο από το αντίστοιχο σε $25.000.000,00) μέχρι την πλήρη εκδίκαση και/ή αποπεράτωση της αγωγής αρ. ΗC 09 C 02105 του Ανώτερου Δικαστηρίου της Αγγλίας και Ουαλλίας (High Court of Justice, Chancery Division) και/ή μέχρι την εκτέλεση της απόφασης της εν λόγω αγωγής και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Επαρχιακού Δικαστηρίου. (Ακολουθούν οι αριθμοί λογαριασμών). (Υπήρξε τροποποίηση με συμφωνία των μερών για αποδέσμευση συγκεκριμένων ποσών στις 9.7.09). Η νομική βάση της αίτησης είναι ο Κανονισμός (ΕΚ) 44/2001 του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ενωσης της 22ας Δεκεμβρίου 2000 για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, άρθρο 31, 4 και 5 στον Περί Δικαστηρίων Νόμο, άρθρο 32, στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς, Δ.48, ΘΘ. 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7 και 8, στη νομολογία και πρακτική των Δικαστηρίων και στη σύμφυτη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Στηρίζεται δε ως προς την πραγματική της βάση στην ένορκη δήλωση της Μαρίας Λοϊζου δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείου που εκπροσωπεί τους αιτητές, η οποία δηλώνει εξουσιοδοτημένη να προβεί στην ένορκη δήλωση, και ως πηγή πληροφόρησης αναφέρει «το φάκελο της υπόθεσης και έγγραφα που έχει στην κατοχή της» κάτω και τους δικηγόρους των αιητών στο Λονδίνο τους οποίους και κατονομάζει. Στην αίτηση μετά από σχετικές οδηγίες οι καθ΄ων η Αίτηση κατεχώρησαν ένσταση με σχεδόν ταυτόσημη νομική βάση και στηριζόμενη στη ένορκη δήλωση του κ. Ν. Νικολάου, επίσης δικηγόρου συνεργαζόμενου με το γραφείο των Δικηγόρων των καθ΄ων η Αίτηση. Ο κ. Νικολάου επίσης δηλώνει εξουσιοδοτημένος και αντλεί γνώση από τα έγγραφα που κατέχει από τους καθ΄ων η αίτηση καθώς και από πληροφορίες που έλαβε απ΄αυτούς. Εν όψει της ιδιομορφίας της υπόθεσης αφού σαφώς προκύπτει οτι το κυπριακό δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία επί της ουσίας της διαφοράς των διαδίκων αλλά η επίκληση της δικαιοδοσίας του γίνεται μόνο σε σχέση με τα ασφαλιστικά μέτρα, είναι αναγκαίο να εξετασθούν τα επίδικα γεγονότα με λεπτομέρεια. Α. Η πραγματική Βάση της Αίτησης και η Ένσταση: Πρώτα θα εξετασθεί η θέση των Αιτητών ως προκύπτει από την Ένορκο Δήλωση της κας Λοϊζου και από τα επισυνημμένα τεκμήρια: Η Cadogan Petroleum Plc (Αιτήτρια 1 και Ενάγουσα 1 στην Αγγλική αγωγή) είναι δημόσια εταιρεία, εγγεγραμμένη στην Αγγλία. Οι δε μετοχές της διαπραγματεύονται στο Χρηματιστήριο Αξιών Λονδίνου. Ασχολείται με εξερεύνηση, ανάπτυξης και παραγωγής πετρελαίου και αερίου. Οι Αιτήτριες 2, 3 και 4 (και αντίστοιχες ενάγουσες στην αγγλική αγωγή) είναι άμεσα ή έμμεσα θυγατρικές εταιρείες της Αιτήτριας
  1. (Πιστό αντίγραφο της Αγγλικής Αγωγής επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 1). Κατά πάντα ουσιώδη προς την Αγγλική αγωγή χρόνο, ο κ. Tolley (Εναγόμενος 1 στην Αγγλική αγωγή) ήταν ο εκτελεστικός διευθυντής της Αιτήτριας 1 και μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Αιτήτριας
  2. Ο κ. Tolley ήταν ο ουσιαστικός ιδιοκτήτης της εταιρείας Marksman International Limited (Εναγόμενη 2 στην Αγγλική αγωγή). Ουσιαστικά, η εταιρεία Marksman International Limited είχε συνάψει συμφωνία συμβουλευτικών υπηρεσιών με την Αιτήτρια 1 βάσει της οποίας ο κ. Tolley παρείχε τις υπηρεσίες του στην Αιτήτρια
  3. Ο τελευταίος είναι επίσης ο ουσιαστικός ιδιοκτήτης και έχει τον έλεγχο της εναγόμενης 3 στην Αγγλική αγωγή. Ο κ. Vasyl Vivcharyk (Εναγόμενος 4 στην Αγγλική Αγωγή) ήταν ο Διευθύνων Λειτουργός Επιχειρήσεων της Αιτήτριας
  4. Εργοδοτείτο από την Αιτήτρια 1 στην Αγγλία και μέσω συμφωνίας παροχής συμβουλευτικών υπηρεσιών, παρείχε επίσης συμβουλευτικές υπηρεσίες στην Αιτήτρια 1 στην Ουκρανία και αλλού. Ο Vasyl Vivcharyk είναι ο ουσιαστικός ιδιοκτήτης των Καθ΄ων η Αίτηση η οποία είναι εταιρεία εγγεγραμμένη στο Delaware των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής. Οι καθ΄ων η Αίτηση είναι οι Εναγόμενοι 5 στην Αγγλική αγωγή. Στις 16.7.2008 οι Αιτήτριες 3 και 4 αγόρασαν δύο εργοστάσια επεξεργασίας αερίου από την εταιρεία Global Process Systems LLC (Εναγόμενη 9 αντίστοιχα στην Αγγλική αγωγή) έναντι $54.458.560,- δολάρια Αμερικής. Είναι η θέση των Αιτητών ότι οι εν λόγω αγορές έγιναν κατόπιν εντολών από τους Tolley και Vivcharyk χωρίς οποιαδήποτε διαδικασία προσφορών ούτε οποιαδήποτε ουσιαστική διαπραγμάτευση. Η Αιτήτρια δεν τα έχει παραλάβει ακόμη. Στην Αγγλική αγωγή αξιώνεται, μεταξύ άλλων, η ακύρωση των συμβολαίων (rescission of contract) και επιστροφή του τιμήματος πώλησης. Πρόσθετα είναι η θέση των αιτητών ότι τα εν λόγω εργοστάσια ήταν ουσιαστικά υπερτιμημένα γύρω στα 30% της πραγματικής τους αξίας. Επίσης με βάση τα υφιστάμενα στοιχεία των Αιτητών και των δικηγόρων τους, φαίνεται ότι η τρέχουσα αξία μεταπώλησης των δύο εργοστασίων (στη βάση νέα και αχρησιμοποίητα), πιθανόν να έχει μειωθεί μέχρι και το ποσό $25.000.000). Προκύπτει από την ένορκη ομολογία της κας Λοϊζου από πληροφόρηση εκ των Αιτητών και των δικηγόρων ότι οι Tolley, Marksman International Limited και η Natural Resource Limited «φαίνεται να έχουν λάβει δωροδοκία και μυστικές προμήθειες συνολικού ύψους περίπου $3.685.000, από την Global Process Systems LLC ή την Global Process Systems Inc ή άλλες σχετιζόμενες εταιρείες έναντι της εξασφάλισης των αγορών που έγιναν στο όνομα των Αιτητών». Ο δε V. Vivcharyk, μέσω της Καθ΄ης η Αίτηση, φαίνεται να έχει λάβει παρόμοιες δωροδοκίες ή μυστικές πληρωμές από την Global Process Systems LLC ή την Global Process Systems Inc ή άλλες σχετιζόμενες εταιρείες. Η δική του προμήθεια φαίνεται να ανέρχεται σε $1.748.000,- και αυτό ενώ οι δύο πιο πάνω εταιρείες μέσω των κ. Elgar και Wright γνώριζαν την σχέση εργοδότησης των πιο πάνω αναφερομένων προσώπων τα οποία πρόσωπα είχαν καθήκον εμπιστοσύνης (fiduciary duty) προς τον όμιλο εταιρειών της Αιτήτριας
  5. Οι Elgar και Wright ήταν ανώτεροι λειτουργοί στον όμιλο εταιρειών Global. Τα δύο αυτά πρόσωπα και ως εκ τούτου οι εταιρείες Global φαίνεται να ήταν επίσης ενήμεροι για τις πληρωμές που έλαβαν οι Tolley, Marksman International Limited, Natural Resource Limited και ο Vivcharyk (μέσω των Καθ΄ων η Αίτηση). Οι Αιτητές δε γνωρίζουν οποιοδήποτε καλό λόγο γιατί να είχαν γίνει οι εν λόγω πληρωμές και ούτε οι εταιρείες Global ούτε οι Elgar και Wright έχουν δώσει οποιαδήποτε εξήγηση γιατί έγιναν αυτές οι πληρωμές, ακόμα και όταν ερωτήθηκαν σχετικά από τους Λονδρέζους Δικηγόρους των Αιτητών τον Ιούνιο του
  6. Επισυνάπτεται σχετικά η ένορκη δήλωση του κ. Peter Sharp, Solicitor, δικηγόρου στους δικηγόρους των Αιτητών, ως Τεκμήριο
  7. Η εν λόγω ένορκη δήλωση καταχωρίστηκε στα πλαίσια της Αγγλικής αγωγής ώστε να εξασφαλιστεί προσωρινό απαγορευτικό διάταγμα εναντίον της Καθ΄ης η Αίτηση, του κ. Tolley, της Marksman International Limited, της Natural Resource Limited, των Καθ΄ων η Αίτηση και του Vasyl Vivcharyk στο Λονδίνο. Ως Τεκμήριο 3 επισυνάπτεται ηλεκτρονική αλληλογραφία η οποία επισυνάπτεται ως τεκμήριο στο Τεκμήριο
  8. Το Τεκμήριο 3 (τέταρτη σελίδα) δείχνει ότι δόθηκαν οδηγίες να γίνει έμβασμα ύψους $1.400.000,00 στο λογαριασμό της Καθ΄ης η Αίτηση στην Ελληνική Τράπεζα, στις 3.11.
  9. Περαιτέρω, στο Τεκμήριο 3 φαίνεται ότι το έμβασμα ολοκληρώθηκε. Είναι λοιπόν η θέση της Αιτήτριας για ύπαρξη συνωμοσίας των πιο πάνω προσώπων ώστε να προκληθεί ζημιά στους Αιτητές. Επιπρόσθετα αναφέρεται ότι ο κ. Tolley και ο κ. Vivcharyk απέκρυψαν από τους Αιτητές τα μυστικά κέρδη τα οποία εισπράχθηκαν από αυτούς, την Marksman International Limited, Natural Resource Limited, τους Καθ΄ων η Αίτηση και τον Vivcharyk. Επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 4 η συμφωνία εργοδότησης του Vivcharyk όπου αναφέρεται καθαρά ότι θα πρέπει να λογοδοτεί και να αποδίδει λογαριασμούς στην Αιτήτρια 2 (όρος 6.4 της συμφωνίας εργοδότησης). Οι Tolley και Vivcharyk είχαν καθήκον, βάσει του Αγγλικού Δικαίου (ως αποτέλεσμα των συμβατικών τους υποχρεώσεων), να αποκαλύψουν στους Αιτητές ότι είχαν λάβει μυστικές προμήθειες σε σχέση με την αγορά των δύο εργοστασίων και να λογοδοτήσουν (account for) στους Αιτητές για οποιαδήποτε τέτοια είσπραξη από αυτούς ή οποιαδήποτε εταιρεία που σχετιζόταν με αυτούς και ότι η παράλειψη τους να προβούν στις δέουσες αποκαλύψεις δημιουργεί υπόνοια ότι τα δύο αυτά πρόσωπα και οι σχετιζόμενες με αυτούς εταιρείες (συμπεριλαμβανομένων και των Καθ΄ων η Αίτηση ) ενέργησαν ανέντιμα σε βάρος των Αιτητών. Η παράλειψη των πιο πάνω να εκτελέσουν το καθήκον αποκάλυψης που όφειλαν στους Αιτητές μπορεί να αποτελεί, δυνάμει του Αγγλικού Δικαίου, απάτη σε βάρος των Αιτητών. Μέσα στα πλαίσια τα οποία αναφέρονται πιο πάνω οι Αιτητές αιτήθηκαν, στα πλαίσια της Αγγλικής και εξασφάλισαν ασφαλιστικά μέτρα, εναντίον, μεταξύ άλλων, των Καθ΄ων η Αίτηση. (Αντίγραφο του εν λόγω διατάγματος του Αγγλικού Δικαστηρίου Τεκμήριο 5). Οι Αιτητές επίσης έχουν εξασφαλίσει εναντίον των Καθ΄ων η Αίτηση ασφαλιστικά μέτρα στον Καναδά τα οποία εκδόθηκαν μέσω της αναγνώρισης του προσωρινού διατάγματος που εκδόθηκε, στην Αγγλία μέχρι ποσού ₤15.000.000 (το οποίο αντιστοιχεί σε $25.000.000 δολάρια Αμερικής). Άλλα ασφαλιστικά μέτρα στην αγγλική αγωγή για άλλους εναγομένους έχουν εξασφαλισθεί σε διάφορες χώρες. (βλ. παρ. 16 της ένορκης δήλωσης της κ. Λοϊζου). Ο Vivcharyk έγινε διευθυντής επιχειρήσεων της Αιτήτριας 1 στις 5.6.
  10. Ο Vivcharyk υπέγραψε τη συμφωνία παροχής υπηρεσιών και τη συμφωνία συμβουλευτικών υπηρεσιών με την Αιτήτρια 2 στις 15.8.2007 με ημερομηνία έναρξης τη 1.6.2007 και την 1.7.2007 αντίστοιχα. Υπό το φως της ετοιμασίας του δελτίου για το IPO, υπογράφτηκε νέα σύμβαση παροχής συμβουλευτικών υπηρεσιών μεταξύ της Αιτήτριας 1 και του Vivcharyk στις 29.5.
  11. Ο Vivcharyk ήταν επίσης διευθυντής διάφορων θυγατρικών εταιρειών της Αιτήτριας
  12. Στις 19.3.2009 ο Tolley παραιτήθηκε από διευθυντής της Αιτήτριας 1 και ταυτόχρονα τερματίστηκε επίσης η συμφωνία παροχής συμβουλευτικών υπηρεσιών της Marksman International Limited προς τους Αιτητές
  13. Οι υπηρεσίες του Vivcharyk τερματίστηκαν στις 9.6.
  14. Μερικές εβδομάδες μετά την αποχώρηση του κ. Tolley από την Αιτήτρια 1, η αιτήτρια 1 διόρισε τον δικηγορικό οίκο Dewey & Leboeuf ώστε να προβεί σε διερεύνηση σε σχέση με την αγορά των δύο εργοστασίων και συναφή θέματα. Οι λεπτομέρειες της έρευνας αναφέρονται στις παραγράφους 31 έως και 134.7 της ένορκης δήλωσης του Peter Sharp (Τεκμήριο 2) ο οποίος αναλυτικά αναφέρεται στις ενέργειες που προέβη ώστε να διαλευκάνει την υπόθεση. Ιδιαίτερα στις παραγράφους 69 με 72 του Τεκμηρίου 2 σημειώνεται ότι ο κ. Vivcharyk ανέφερε ότι έχει στην κατοχή του έγγραφα που αποδεικνύουν την αθωότητα του και ότι οι πληρωμές που έγιναν ήταν αθώες χωρίς οτιδήποτε μεμπτό. Επίσης η κα Λοϊζου παραπέμπει το Δικαστήριο στην παράγραφο 137 του Τεκμηρίου 2 όπου ο κ. Peter Sharp, Solicitor στην Αγγλία αναφέρει ότι βάσει της μαρτυρίας που φαίνεται στην Ένορκη του Δήλωση, πιστεύει ότι οι Ενάγοντες στην Αγγλική αγωγή έχουν καλή συζητήσιμη υπόθεση εναντίον των Εναγομένων 1, 2, 3, 4 και 5 στην Αγγλική αγωγή. Σημειώνεται ότι οι Καθ΄ων η Αίτηση είναι οι Εναγόμενοι 5 στην Αγγλική αγωγή. Περαιτέρω ο κ. Sharp αναφέρει λεπτομερώς στην παράγραφο 137 της ένορκης του δήλωσης (Τεκμήριο 2) τις απαιτήσεις των Αιτητών στην Αγγλική αγωγή. Νοουμένου ότι οι ισχυρισμοί των Εναγόντων στην Αγγλική αγωγή γίνουν αποδεκτοί από το Αγγλικό Δικαστήριο, τότε σε σχέση με τα συμβόλαια αγοράς των δύο εργοστασίων οι Ενάγοντες στην Αγγλική αγωγή θα απαιτήσουν ακύρωση (με την έννοια του rescission) των δύο συμβολαίων και επιστροφή του τιμήματος πώλησης εκ ποσού $54.458.560,
  15. Εν τούτοις, εκκρεμούσης της αποπεράτωσης της Αγγλικής αγωγής οι Ενάγοντες στην Αγγλική αγωγή επιφυλάσσουν το δικαίωμα τους να προβούν σε θεραπείες τύπου proprietary relief εναντίον των όσων περιουσιακών στοιχείων οι Tolley και Vivcharyk έχουν επωφεληθεί μέσω των μυστικών κερδών και προμηθειών που αυτοί έχουν εισπράξει μαζί με την απαίτηση για αποζημιώσεις εναντίον της εταιρείας Global για την υπερτίμηση των εργοστασίων. Νοουμένου ότι οι ισχυρισμοί των Εναγόντων στην Αγγλική αγωγή γίνουν αποδεκτοί από το Αγγλικό Δικαστήριο, τότε σε σχέση με τις απαιτήσεις εναντίον του Tolley και του Vivcharyk (ο οποίος υπενθυμίζεται ότι είναι ο ουσιαστικός ιδιοκτήτης των Καθ΄ων η Αίτηση) η αξίωση υπολογίζεται σήμερα σε $18.000.000,00 σε σχέση με τις υπερτίμηση των εργοστασίων, τουλάχιστον $3.500.000,00 σε σχέση με την υπερτιμολόγηση των τιμολογίων και σε σχέση με τις μυστικές προμήθειες. Παραπέμπεται επίσης το Δικαστήριο στην παράγραφο 140 του Τεκμηρίου 2 όπου ο Άγγλος δικηγόρος αναφέρει ρητά ότι κατά τη δική του άποψη οι Ενάγοντες έχουν καλές πιθανότητες επιτυχία (good arguable case) σε σχέση με τα επίδικα θέματα της Αγγλικής Αγωγής εναντίον των Εναγομένων 1, 2, 3, 4 και συγκεκριμένα (για τους σκοπούς της παρούσας Αίτησης) εναντίον των Καθ΄ων η Αίτηση. Στη παράγραφο 154 του Τεκμηρίου 2 ο Άγγλος δικηγόρος αναφέρει ότι από πληροφορίες που έχει στην κατοχή του, οι Καθ΄ων η Αίτηση διατηρούν τους λογαριασμούς η παγοποίηση των οποίων αξιώνεται στην παρούσα αίτηση. Στη παράγραφο 160 του Τεκμηρίου 2 ο Άγγλος Δικηγόρος αναφέρει ότι ο Vivcharyk είναι Ουκρανός υπήκοος ο οποίος φαίνεται να ελέγχει περιουσιακά στοιχεία μέσω των Καθ΄ων η Αίτηση. Υπάρχουν μόνο περιορισμένες πληροφορίες σε σχέση με τους Καθ΄ων η Αίτηση αφού εταιρική έρευνα δεν έχει αποφέρει οποιεσδήποτε πληροφορίες σε σχέση με τους διευθυντές και μετόχους τους. Το ότι οι Καθ΄ων η Αίτηση ανήκουν στον Vivcharyk και ότι οι Καθ΄ων η Αίτηση διατηρούν τους επίδικους λογαριασμούς στην Ελληνική Τράπεζα περιήλθε στην αντίληψη των Αιτητών μόνο μέσω του Τεκμηρίου
  16. Υπό τις περιστάσεις είναι η θέση και η εισήγηση των Αιτητών μέσω της κας Λοϊζου και του Άγγλου δικηγόρου (παράγραφος 162 του Τεκμηρίου 2) ότι οι Καθ΄ων η Αίτηση θα λάβουν μέτρα αποξένωσης των περιουσιακών τους στοιχείων σε περίπτωση που λάβουν γνώση της διαδικασίας εναντίον τους. Σημειώνεται ότι δεν είχαν επιδοθεί ούτε η Αγγλική αγωγή ούτε οποιοδήποτε από τα ασφαλιστικά μέτρα αφού επίδοση τους πριν την έκδοση του Κυπριακού προσωρινού διατάγματος (εφόσον αυτό θα έχει εκδοθεί) θα θορυβήσει τους Εναγόμενους στην Αγγλική αγωγή και θα τους ωθήσει να αποξενώσουν τα περιουσιακά στοιχεία που διατηρούν στις διάφορες χώρες. Υπό τις περιστάσεις είναι η θέση των Αιτητών ότι είναι επείγον να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Επίσης στο Τεκμήριο 6 αντίγραφο ένορκης δήλωσης του δικηγόρου David Waldron η οποία κατατέθηκε στα πλαίσια της Αγγλικής αγωγής και στη παράγραφο 22 όπου ο εν λόγω Άγγλος δικηγόρος αναφέρει ρητά ότι οι Αιτητές έχουν καλές πιθανότητες να επιτύχουν στην αγωγή τους στην Αγγλία. Στη παράγραφο 23 ο εν λόγω Άγγλος δικηγόρος αναφέρει τους λόγους που αιτιολογείται η χορήγηση άδειας για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και ότι το Αγγλικό Δικαστήριο κέκτηται δικαιοδοσίας να εκδικάσει την Αγγλική αγωγή. Στη παράγραφο 24 ο Άγγλος δικηγόρος εξηγεί γιατί η Αγγλία είναι αρμόδιο forum να εκδικαστεί η Αγγλική αγωγή. Στην αντίπερα πλευρά, οι λόγοι ένστασης των καθ΄ων η Αίτηση μέσω της ένορκης ομολογίας του κ. Νικολάου είναι κυρίως οι ακόλουθοι: Το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να εκδώσει το διάταγμα ημερομηνίας 26.6.09 γιατί μεταξύ άλλων: α) δεν υπάρχει πραγματικός δεσμός μεταξύ του αντικειμένου των μέτρων που οι Αιτητές επιδιώκουν να εξασφαλίσουν και της τοπικής δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων της Κυπριακής Δημοκρατίας ενώπιον των οποίων τα μέτρα επιδιώκονται. β) οι Καθ΄ων η Αίτηση όντας αλλοδαπή εταιρεία υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης δεν είναι υποκείμενη στην δικαιοδοσία (amenable to the jurisdiction) των Δικαστηρίων της Κυπριακής Δημοκρατίας. γ) η μονομερής αίτηση των Αιτητών από μόνη της δεν αποτελεί αγωγή ή αξίωση (an action or matter) που παρέχει την δυνατότητα αναγνώρισης και παροχής δικαιωμάτων (decide and give effect to rights). δ) λόγω της ανυπαρξίας δικονομικού πλαισίου που να επιτρέπει υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης την έκδοση προσωρινού διατάγματος στην απουσία διαδικασίας επί της ουσίας (interim relief in the absence of substantive proceedings or in aid of foreign proceedings). ε) H παροχή προσωρινού απαγορευτικού διατάγματος από το Δικαστήριο με μονομερή αίτηση είναι ανεπίτρεπτη στην απουσία αγωγής ή άλλης εναρκτήριας κλήσης. ζ) Το Δικαστήριο και στην περίπτωση που κριθεί ότι έχει δικαιοδοσία να εκδώσει προσωρινό διάταγμα εναντίον των Καθ΄ων η Αίτηση δεν έχει εξουσία να διατάξει την επίδοση εκτός δικαιοδοσίας σε αλλοδαπό διάδικο. η) Δεν τηρούνται και/ή δεν έχουν ικανοποιηθεί οι προϋποθέσεις που απαιτούνται από το Άρθρο 32 του Ν.14/60 για την έκδοση και οριστικοποίηση του εκδοθέντος διατάγματος Mareva ημερομηνίας 26.6.09 και γενικά δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου
  17. θ) Η δέσμευση περιουσιακών στοιχείων στην Κύπρο ήταν και/ή είναι αχρείαστη υπό τας περιστάσεις και/ή αποτελεί καταχρηστικό διάβημα που αποβλέπει μεταξύ άλλων στην παροχή εξασφάλισης πέραν της αξίωσης. ι) Το Δικαστήριο άσκησε λανθασμένα την διακριτική του ευχέρεια με δεδομένο ότι δεν είχε ενώπιον του μαρτυρία ότι οι Καθ΄ων η Αίτηση στερούνται ικανοποιητικών περιουσιακών στοιχείων στην Αγγλία ή αλλαχού για ικανοποίηση της αξίωσης των. κ) Η επιδίωξη δέσμευσης περιουσιακών στοιχείων των Καθ΄ων η Αίτηση του αυτού ύψους σε διαφορετικές δικαιοδοσίες κατά τον τρόπο που επιδιώκεται από τους Αιτητές στην Κύπρο αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου. λ) Το Δικαστήριο παρέχοντας το αιτούμενο διάταγμα δεν έλαβε υπόψη του ότι είναι πολιτική των Αγγλικών Δικαστηρίων να εκδίδουν παγκοσμίας εμβέλειας απαγορευτικά διατάγματα (worldwide freezing orders). μ) Η Ένορκη Δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση των Αιτητών είναι αντικανονική και/ή παράτυπη καθώς αντιβαίνει τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και την Νομολογία και ως εκ τούτου πάσχει νομικά γιατί μεταξύ άλλων γίνεται από δικηγόρο που ως προκύπτει από το περιεχόμενο της δεν έχει προσωπικά αφομοιώσει και διερευνήσει τα γεγονότα πριν την καταχώρηση της αίτησης. ν) Οι Καθ΄ων η Αίτηση ενώ ως προκύπτει από το Τεκμήριο 6 της Ένορκης Δήλωσης της Μαρίας Λοϊζου οι Αιτητές προέβησαν σε έρευνα σε σχέση με τους Καθ΄ων η αίτηση από τις 12.5.09 προσέρχονται ενώπιον των Κυπριακών Δικαστηρίων με αδικαιολόγητη υπό τις περιστάσεις καθυστέρηση και τούτο μετά που εξασφάλισαν διάταγμα παγκόσμιας εμβέλειας από το Αγγλικό Δικαστήριο (worldwide freezing order) αλλά και από Δικαστήριο στον Καναδά για δέσμευση ποσού μέχρι 15.000.000 στερλινών που αντιστοιχεί σε 25.000.000 Δολάρια Αμερικής. ξ) Πουθενά δεν αναφέρεται στα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου το ύψος των ποσών που δεσμεύτηκαν στην Αγγλία και τον Καναδά κατά τρόπο που καθιστά την διαδικασία ενώπιον των Κυπριακών Δικαστηρίων καταχρηστική αφού επιδιώκεται η εξασφάλιση ποσού περιουσιακών στοιχείων αξίας πέραν της αξίωσης. ο) Η Ένορκη Δήλωση της Μαρίας Λοϊζου δεν περιέχει οποιαδήποτε μαρτυρία και/ή ικανοποιητική μαρτυρία με βάση την οποία σε περίπτωση μη έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος τούτο θα είχε σαν συνέπεια την πρόκληση ανεπανόρθωτης και ανυπολόγιστης βλάβης μη αποζημιούμενης με χρήμα ενώ οι Αιτητές δεν έχουν καν ισχυριστεί ότι υπάρχει πραγματικός κίνδυνος αποξένωσης των περιουσιακών αυτών στοιχείων με σκοπό την παρεμπόδιση των Αιτητών να ικανοποιήσουν δικαστικά ενδεχόμενη απόφαση υπέρ τους ενώπιον των Αγγλικών Δικαστηρίων. π) Οι Καθ΄ων η Αίτηση εγείρουν ακόμα θέμα «μη πλήρους αποκάλυψης και/ή κακόπιστης απόκρυψης των Αιτητών και ότι δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια. ρ) Εγείρεται ακόμα θέμα αύξησης και/ή τροποποίηση της δοθείσας εγγύησης. Β. Η Δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Καν. (Ε.Κ.) 44/01 Το κυρίαρχο ερώτημα που απασχόλησε τους Δικηγόρους και βέβαια το Δικαστήριο είναι αυτό της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου στην έκδοση του παρόντος διατάγματος. Είναι κοινό έδαφος ότι η απαίτηση των διαδίκων και η κυρίως διαφορά τους έχει εγερθεί στην Αγγλία στο High Court of Justice, Ch. D.. Εκεί προσδιορίζεται η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου - στη εκδίκαση της διαφοράς. Ο μόνος δεσμός της Κυπριακής Δημοκρατίας με την «υπόθεση» είναι η ύπαρξη των επίδικων λογαριασμών που αφορά το διάταγμα σε τράπεζα στη Λεμεσό. (βλ. και τεκμ. 3). Οι Αιτητές επικαλέσθηκαν την δυνατότητα που προσφέρει ο Κανονισμός άρ. 44/2001 του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης 22.12.00 ως ανωτέρω. Είναι απαραίτητο να εξετασθεί ο εν λόγω κανονισμός. Στο προοίμιο αυτού (παρ. 1-29) γίνεται μνεία στην Ιδρυτική Συνθήκη της Κοινότητας, την σύμβαση των Βρυξελών του 1968, την σύμβαση του Λουγκάνο και στις αρχές που διέπουν την ανάγκη «για διατήρηση και την ανάπτυξη εντός του χώρου της κοινότητας σε σχέση και με την δικαιοσύνη». Αναλύοντας περαιτέρω τους κανονισμούς στις γενικές του αρχές παρατηρείται να γίνεται σαφής μνεία για αμοιβαία εμπιστοσύνη στην απονομή της δικαιοσύνης και ανάγκη διασφάλισης της συνέχειας της σύμβασης των Βρυξελλών και του παρόντος κανονισμού (παρ. του προοιμίου 18, 19). Στο άρθρο 1 καθορίζεται το πεδίο εφαρμογής του Κανονισμού. Εφ΄όσον η παρούσα υπόθεση αφορά αστική εμπορική διαφορά εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του. Στο Κεφ. ΙΙ καταγράφονται κανόνες για την Διεθνή Δικαιοδοσία. Το άρθρο 31 που κυρίως ενδιαφέρει είναι κάτω από τον τίτλο «Ασφαλιστικά Μέτρα Διεθνούς Δικαιοδοσίας» και έχει ως εξής: «Άρθρο
  18. Τα ασφαλιστικά μέτρα που προβλέπονται από το δίκαιο κράτους μέλους μπορούν να ζητηθούν από τις δικαστικές αρχές του κράτους αυτού, έστω και αν δικαστήριο άλλου κράτους μέλους έχει, σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, διεθνή δικαιοδοσία για την ουσία της υπόθεσης». Εν όψει του θεμελιακού θέματος της εξουσίας του Δικαστηρίου ο κ. Γιωρκάτζης αναπτύσσοντας την ένσταση των καθ΄ων η Αίτηση ασχολήθηκε συντριπτικά θα έλεγα με το θέμα μη ύπαρξης δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου να εκδώσει τέτοιο διάταγμα ενώ δεν κατέχει δικαιοδοσία επί της ουσίας της διαφοράς. Το δεύτερο αυτό σημείο σε συνδυασμό με το γεγονός ότι στη Κύπρο ελλείπει δικαιοδοτικός κανονισμός δεν δίνει στα κυπριακά δικαστήρια τέτοια δυνατότητα και καθιστά την έκδοση του διατάγματος άκυρη λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των καθ΄ων η Αίτηση ανάλυσε και στηρίχθηκε ιδιαίτερα στη υπόθεση Siskina (Owners of the Cargo lately on board) v. Distos Compania Naviera
(1979)A.C. 210, ως θεμελιακή για την μη ύπαρξη ευχέρειας του Δικαστηρίου να εκδίδει ενδιάμεσα διατάγματα ενώ δεν κατέχει δικαιοδοσία επί της ουσίας. Κατά τον ουσιώδη τότε χρόνο σχετική ήταν η Συνθήκη των Βρυξελών του 1968 (Convention of Jurisdiction and the enforcement of Civil and Commercial Judgments). Το άρθρο 24 της Συνθήκης ήταν τότε σχετικό αλλά σίγουρα δεν αντιμετωπίσθηκε από την πιο πάνω αυθεντία ως απευθείας δεσμευτικό για την έννομη τάξη για την λεγόμενη βοηθητική δικαιοδοσία του Αγγλικού Δικαστηρίου. Το άρθρο 24 είχε ως εξής: «Application may be made to the courts of a Member State for such provisional, including protective, measures as may be available under the law of that State, even if, under this Convention [Regulation], the courts of another Member State have jurisdiction as to the substance of the matter». Ως αποτέλεσμα αυτού του διαπιστωθέντος κενού, η Αγγλία προχώρησε σε τροποποίηση των κανονισμών της με το Civil Jurisdiction and Judgments Act 1982 (s.25 Interim relief in England and Wales and Northern Ireland in the absence of substantive proceedings). Καταλήγοντας ο κ. Γιωρκάτζης εισηγήθηκε ότι η Κύπρος θα έπρεπε να υιοθετήσει παρόμοια τροποποίηση για να δύναται κάποιος να προσφύγει για βοηθητική δικαιοδοσία συντηρητικού διατάγματος τέτοιου τύπου ως η παρούσα. Ο κ. Χατζηπέτρου επιχειρηματολόγησε στη δική του αγόρευση ότι το δικαιοδοτικό βάθρο προσφέρεται από το άρθρο 31 (το οποίο είναι εξέλιξη του άρθρου 24) και εφ΄όσον το Αγγλικό Δικαστήριο έχει διεθνή δικαιοδοσία (και αυτό το αποφάσισε ήδη δια της έκδοσης των ενδιάμεσων διαταγμάτων και της άδειας για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας) το Κυπριακό Δικαστήριο θα πρέπει απλά, αφού επιβεβαιώσει ότι τα διατάγματα τέτοιου τύπου (συντηρητικά, mareva) παρέχονται στη Κυπριακή έννομη τάξη, να εκδώσει το διάταγμα στη βάση του άρθρου 31. Έχω εξετάσει τις εισηγήσεις των μερών σε συνάρτηση με την παρούσα υπόθεση. Σύμφωνα με την υπόθεση του ΔΕΚ γνωστή ως Van Uden Maritime BV[1] το Δικαστήριο πρέπει να πεισθεί ότι υπάρχει «συνδετικός κρίκος» επί της δικαιοδοσίας. Η απουσία σχετικών κανονισμών δεν είναι καταλυτικής σημασίας ως έχει νομολογηθεί στη Βeogradska Banka v. Westacre Inestment Inc.
(1999)1 Α.Α.Δ. 124 και επιβεβαιώθηκε από την πρόσφατη υπόθεση Πολ. Αίτ. 31/09, ημερ. 14.7.09 αναφορικά με την αίτηση των
(1)Helington Commodites Limited κ.α. για έκδοση προνομιακών διαταγμάτων τύπου Certiorari και Prohibition που αφορούσε μάλιστα συντηρητικό Διάταγμα από Κυπριακό Δικαστήριο ενώ η διαφορά της ουσίας εκδικαζόταν από διεθνές Διαιτητικό Δικαστήριο. Πρόσθετα υπήρξε θέση του κ. Χατζηπέτρου ότι το Δικαστήριο δεν είναι αναγκασμένο να εξετάσει το άρθρο 32 του Ν.14/60 αφού το άρθρο 31 του Κανονισμού υπερισχύει ως κοινοτικός κανονισμός. Όπως όμως παρατηρείται[2], όταν εκδίδετο η Siskina, η συνθήκη των Βρυξελών και ειδικά το άρθρο 24 δεν είχε εφαρμογή στη Αγγλία. Στην υπόθεση Alltrans Inc v. Interdom Holdings Ltd
(1991)4 All ER 458 διαφαίνεται ότι ο καν. 24 δεν είχε άμεση ισχύ στην Αγγλία τον ουσιώδη χρόνο της έκδοσης της απόφασης Siskina. Αναφέρονται τα εξής στην σελ. 465: «Ιn relation to the statutory provisions, the salient dates are these three: ...... on 1 January 1987 s. 25 of the
  1. Act came into force and the Accession Convention came into force as between the United Kingdom and the Netherlands. ........ .................. About the jurisdiction of the court to grant the relief sought by way of injunction, the deputy judge said: "Article 24 of the Brussels Convention was incorporated into the law of this country by the [1982 Act] with effect form 1 January 1987". Πέραν του ότι η προσέγγιση στη Siskina δεν είναι δεσμευτική για την Κυπριακή έννομη τάξη, θα έλεγα ότι, αν θα θεωρούσαμε πως το άρθρο 31 αποκτά ισχύ μόνο με την θέσπιση άλλων ειδικών κανονισμών, τούτο θα ισοδυναμούσε με παράκαμψη του άρθρου 31 αλλά και ολόκληρου του κανονισμού και της φιλοσοφίας που το στηρίζει εγκλωβίζοντας τα Δικαστήρια σε τεχνοκρατικούς κανόνες πέραν της ουσίας και εκτός της εμβέλειας του Κανονισμού 44/
  2. Με αυτή την λογική απαντάται και το επιχείρημα του κ. Γιωρκάτζη ότι δεν εξασφαλίσθηκε προηγουμένως από τους Αιτητές άδεια για σφράγιση. Ποιο θα ήταν το ίδιο το νόημα του άρθρου 31 αφενός αλλά και ποιο σκοπό θα είχε γενικά η θέσπιση κοινοτικών κανονισμών αφετέρου αν σε κάθε περίπτωση χρειαζόταν θέσπιση άλλου κανονισμού ή άλλου άρθρου για να ισχύσει η βούληση του κοινοτικού νομοθέτη στην έννομη τάξη κάθε κράτους μέλους; Άλλωστε στην Κυπριακή Συνταγματική τάξη είναι απόλυτα σχετικό εν προκειμένω το άρθρο 1 Α του Συντάγματος[3] ως έχει τροποποιηθεί με τον Ν.127
(1)/
  1. Στην υπόθεση του ΔΕΚ Van Uden Maritime BV ανωτέρω, μπορεί κάποιος να θεωρεί ως δεδομένη την δυνατότητα έκδοσης τέτοιων βοηθητικών διαταγμάτων με βάση το άρθρο 24 (το προηγούμενο του παρόντος άρθρου 31) αρκεί να υπάρχει πραγματικός συνδετικός κρίκος με την χώρα στην οποία ζητείται η βοηθητική θεραπεία. Αυτό δεν αγγίζει βέβαια την δικαιοδοσία επί της ουσίας, δηλαδή εν προκειμένω την Αγγλία η οποία έχει διεθνή δικαιοδοσία για την υπόθεση με βάση τα προσφερόμενα δεδομένα. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν θα ήταν χρήσιμο να θεσπισθούν ειδικοί κανονισμοί διαδικαστικής υφής για να ρυθμίσουν λεπτομέρειες. Ο δικαιοδοτικός κανονισμός όμως υπάρχει και είναι το άρθρο
  2. Η ίδια προσέγγιση ακολουθήθηκε στην υπόθεση Mario Reichert and others v. Dresdmez Bank A.C. (No 2) C - 261/90
(1992)ECR 1-2149 στην οποία αποφασίσθηκε ότι για να επέμβει το Δικαστήριο ως βοηθητικό μιας ξένης δικαιοδοσίας πρέπει να υπάρχει "a real link between the subject matter of the measures sought and the territorial jurisdiction of the Contracting State of the Court before which those measures are sought". Συνεπώς κρίνεται ότι παρέχεται δικαιοδοσία στο Δικαστήριο να εκδώσει το διάταγμα ως το Δικαστήριο της βοηθητικής δικαιοδοσίας. Γ. Το άρθρο 32 του Ν.14/
  1. Ο κ. Χατζηπέτρου εισηγήθηκε ότι το Δικαστήριο δεν είναι ανάγκη να εξετάσει το άρθρο 32 του Ν.14/
  2. Είναι αρκετή η ύπαρξη του άρθρου 31 του ΕΚ44/01 αφού το Δικαστήριο διαπιστώσει ότι στην Κυπριακή έννομη τάξη υπάρχει δυνατότητα έκδοσης συντηρητικών μέτρων ως καθορίζονται στο άρθρο 32 του Ν.14/60 και ζητούνται δια της παρούσης. Με όλο το σεβασμό θεωρώ αυτή την προσέγγιση λανθασμένη. Έχει δίκαιο ο κ. Γιωρκάτζης ότι αν ακολουθείτο αυτή η πορεία το Δικαστήριο της βοηθητικής δικαιοδοσίας θα καθίστατο εκτελεστικό όργανο του Δικαστηρίου της ουσίας. Η μόνη συμβατή με την αυτονομία των κρατών μελών ερμηνεία των επιδίκων κανόνων είναι ότι το Δικαστήριο της βοηθητικής Δικαιοδοσίας (δηλαδή η Κύπρος) θα πρέπει να εξετάσει το ισχύον δίκαιο για τα ενδιάμεσα διατάγματα - ασφαλιστικά μέτρα. Θα πρέπει δηλαδή στο πλαίσιο της δίκης της νομοθεσίας, να κρίνει αν πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης τέτοιων διαταγμάτων, στις ράγες και με το περιεχόμενο των δεδομένων που προσφέρει το υλικό για την διαφορά της ουσίας. Είναι λοιπόν η κατάληξη μου ότι το Δικαστήριο οφείλει να εξετάσει την πλήρωση των προϋποθέσεων του άρθρου 32 στη βάση των γεγονότων που προσφέρει η ένορκη δήλωση της κ. Λοϊζου και των επισυνημμένων τεκμηρίων που αποτελούν το κυρίως υλικό της διαφοράς της ουσίας. Έχω εκθέσει με λεπτομέρεια την πραγματική βάση της διαφοράς που οδήγησε τους Αιτητές στο Δικαστήριο στη Αγγλία και στη βοηθητική διαδικασία στη Κύπρο. Η ισχυριζόμενη παράβαση του καθήκοντος εμπιστοσύνης που απορρέει κυρίως από τις συμβάσεις παροχής συμβουλευτικών υπηρεσιών και από τις επίδικες σχέσεις των μερών που περιγράφονται αναλυτικά πιο πάνω. Σημειωτέον ότι επί της ουσίας της πραγματικής βάσης της διαφοράς δεν υπάρχει αντίθετη θεώρηση. Σ΄αυτό το σημείο κρίνεται σκόπιμο να απαντηθεί η θέση του κ. Γιωρκάτζη για το άκυρο ή το ελαττωματικό της ένορκης δήλωσης που προέρχεται από Δικηγόρο. Η Κυπριακή νομολογία είναι σαφής επί του θέματος: δεν τίθεται θέμα ακυρότητας της δήλωσης ως προερχόμενη από δικηγόρο αφού προσδιορίζεται η πηγή γνώσης, παρόλο που δηλώνεται το μη επιθυμητό τέτοιων δηλώσεων.[4] Υπάρχει στη ένορκη ομολογία και στα δοθέντα έγγραφα δια της ενόρκου δήλωσης της κ. Λοϊζου το αναγκαίο υπόβαθρο να κριθούν επαρκώς οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/
  3. Η προβλεπόμενη αιτία αγωγής που αναφέρεται στις πραγματικές και νομικές σχέσεις των μερών δια της εργοδότησης του V. Vivcharyk ο οποίος παρουσιάζεται να είναι ο πραγματικός ιδιοκτήτης της καθ΄ης η αίτηση, τα γεγονότα που αφορούν την πώληση των επιδίκων εργοστασίων, στην προβαλλόμενη απάτη, συνωμοσία και εμπλοκή μεταξύ άλλων του V. Vivcharyk σ΄αυτή δια της ισχυριζόμενης κτήσης δωροδοκίας, ενώ μάλιστα υπήρχε - πάντα ισχυριζόμενο - καθήκον εμπιστοσύνης του τελευταίου προς τους Αιτητές. Ακόμα και για το θέμα της δικαιοδοσίας του Αγγλικού Δικαστηρίου σημαντική είναι η παρ. 29 του τεκ.4 δηλαδή του συμβολαίου εργοδότησης του V. Vivcharyk με την Αιτήτρια[5]. Τα πιο πάνω καθώς και οι σχέσεις των εμπλεκομένων μερών όπως παρουσιάζονται (και παρουσιάσθηκαν δια των επισυνημμένων τεκμηρίων στο αγγλικό Δικαστήριο) παρέχουν επαρκείς ενδείξεις δικαιωμάτων για να κρίνω ότι (α) υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, δηλαδή συζητήσιμη υπόθεση με βάση την δικογραφία και (β) πιθανότητες ότι οι Αιτητές δικαιούνται σε θεραπεία, αφού έχει καταδειχθεί δια της ένορκης δήλωσης και των σχετικών εγγράφων ότι οι Αιτητές έχουν ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων για την υπόθεση τους που απαιτείται νομολογιακά σε τέτοιες αιτήσεις. Και αυτό προκύπτει και για την δια μέσω του Αγγλικού Δικαστηρίου ύπαρξης μαρτυρικού υλικού για το ζητούμενο. Είναι σαφές εκ της νομολογίας ότι στο στάδιο αυτό δεν χρειάζεται η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του (βλ. Τ.Α. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Coropor
(2002)1 A.A.Δ.) Συνεπώς καταλήγω ότι πληρούνται οι δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32. Για την εξέταση της τρίτης προϋπόθεσης και ιδιαίτερα την εξέταση του θέματος της προσφορότητας, θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω το απόσπασμα του Δικαστή Hoffman στην υπόθεση Films Rover International Limited v. Cannon Film Sales Limited
(1987)1 W.L.R. 670 (σε μετάφραση): «Το κύριο δίλημμα σε σχέση με την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, είτε αυτά είναι απαγορευτικά ή επιτακτικά, είναι ότι υπάρχει εξ ορισμού ο κίνδυνος ότι το δικαστήριο μπορεί να πάρει εσφαλμένη απόφαση, με το νόημα ότι έχει χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο ο οποίος αποτυγχάνει ν΄αποδείξει τα δικαιώματα του κατά τη δίκη (ή θα αποτύγχανε αν υπήρχε δίκη) ή διαζευκτικά με το να παραλείψει να χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο που επιτυγχάνει (ή θα πετύχει) στη δίκη. Αποτελεί επομένως θεμελιώδη αρχή ότι το δικαστήριο πρέπει να υιοθετήσει εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται ότι ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας εάν ήθελε φανεί ότι η απόφαση του ήταν «εσφαλμένη» με το πιο πάνω νόημα». Οι Αιτητές εξηγούν την ανυπολόγιστη βλάβη που θα υποστούν ειδικά στις παραγράφους 10, 15, 16 και ιδιαίτερα 27 - 32 της στηρικτικής ένορκης δήλωσης. Είναι εύκολο να νοηθεί ο κίνδυνος αποξένωσης λεφτών από λογαριασμό. Είναι φανερό επίσης ότι επιδιώκεται διατήρηση αυτών ώσπου να διευκρινισθούν τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των διαδίκων. Ο φόβος δε της αποξένωσης τους που διαφαίνεται κρίνεται δικαιολογημένος εφόσον μάλιστα κοινοποιηθεί η απαίτηση των αιτητών ως εξηγείται. Εξάλλου η έννοια της αδυναμίας ή δυσκολίας απονομής δικαιοσύνης συναρτάται με το φόβο αυτό της αποξένωσης περιουσιακών στοιχείων που συσχετίζονται άμεσα ή έμμεσα με τα επίδικα θέματα, ώστε η βλάβη να παρουσιάζεται αυτονόητη αν αποξενωθούν, ειδικά στη διεθνή διάσταση των εμπλεκομένων εταιρειών και την ευκολία παροχής σχετικών οδηγιών για τέτοια αποξένωση. Να αναφερθεί επίσης ότι δεν με βρίσκει σύμφωνη η θέση του κ. Γιωρκάτζη ότι υπήρξε αδικαιολόγητη καθυστέρηση επί του αιτήματος. Η αλληλουχία των γεγονότων όπως παρουσιάζονται στην ένορκη δήλωση που στηρίζει την αίτηση δεν δεικνύει καθυστέρηση των αιτητών να δράσουν. Επίσης καθόλου δεν δικαιολογείται η εισήγηση της πλευράς των καθ΄ων η αίτηση ότι υπήρξε θέμα μη αποκάλυψης εκ μέρους των αιτητών. Αντίθετα θεωρώ ότι όλα τα ουσιώδη γεγονότα έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου με λεπτομέρεια στις παραμέτρους που ορίζει η σχετική νομολογία. Η ύπαρξη άλλων διαταγμάτων σ΄άλλες διαδικασίες άλλων χωρών δεν κρίνω ότι επηρεάζει εν όψει κυρίως του εύρους και του είδους της αξίωσης που αφορά και διάφορους διαδίκους. Άλλωστε στο αγγλικό διάταγμα ημερ. 19.6.09 στην αγγλική αγωγή γίνεται μνεία για τη δυνατότητα προσφυγής των Αιτητών στη Κυπριακή δικαιοσύνη (βλ. τεκμ. 5 σελ. 10, παρ. 8 και 9).[6] Η γενική αναφορά των Καθ΄ων η Αίτηση στις παρ. 12-14 της ένορκης δήλωσης του κ. Νικολάου για το ύψος των ποσών που δεσμεύθηκαν σε διατάγματα δεν είναι αρκετή για να διαφοροποιήσει τα πράγματα αφού δεν φαίνεται να είναι στη σφαίρα γνώσης των Αιτητών (ή δεν ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο) η πραγματική εμβέλεια των ποσών που δεσμεύθηκαν. Ήταν μάλλον ανάγκη οι ίδιοι οι καθ΄ων η Αίτηση να θέσουν το θέμα επ΄ακριβώς και με στοιχεία ώστε να μπορεί το Δικαστήριο να επέμβει διαφοροποιώντας ενδεχόμενα τα διατάγματα με κατάλληλες οδηγίες. Είναι φανερό, στο πλαίσιο των δεδομένων που προσφέρθηκαν, ότι υπάρχει πλήρωση και της τρίτης προϋπόθεσης. Το ίδιο κρίνεται και για το θέμα της προσφορότητας ειδικά συναρτημένο με τη διατήρηση του status quo επί περιουσιακού στοιχείου ώστε τούτο να μην αποξενωθεί. Υπό αυτή την έννοια η πορεία οριστικοποίησης του διατάγματος «ενέχει λιγότερους κινδύνους αδικίας», όπως επισημαίνει ο Δικαστής Hoffman ανωτέρω. Βρίσκω ωστόσο ότι ο κ. Γιωρκάτζης έχει δίκαιο στην ανάγκη διαφοροποίησης και αύξησης της εγγύησης, όχι βέβαια στο ύψος που εισηγείται. Επιπλέον λοιπόν της εγγύησης των €300.000 που έχει κατατεθεί, διατάσσεται η κατάθεση επιπρόσθετου ποσού εγγύησης €500.000 υπό μορφή τραπεζικής εγγύησης. Το εκδοθέν διάταγμα παραμένει σε ισχύ και καθίσταται απόλυτο άμα τη καταθέσει της επιπρόσθετης εγγύησης σε 12 μέρες από σήμερα. Αν η εγγύηση δεν κατατεθεί ως ανωτέρω τo διάταγμα παύει να ισχύει και ακυρώνεται. Ενόψει του καινοφανούς του θέματος ως αναλύθηκε, κρίνω ότι η ορθότερη πορεία για το θέμα των εξόδων είναι η εξής: Η κάθε πλευρά είναι υπόλογη για τα δικά της έξοδα. (Υπ.) ............. Τ. Ψαρά-Μιλτιάδου, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΠ Subject: Civil / Other Actions / Interim Αναφορά: Interim Order χωρίς αγωγή στη Κύπρο / Κανονισμός (ΕΚ) 44/2001. [1] Απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου της 17ης Νοεμβρίου 1998, Van Uden Haritime BV, που ασκεί δραστηριότητα υπό την επωνυμία Van Uden Africa Line κατά Kommanditgesellschaft in Firma Deco-Line κλπ. - Αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως: Hoge Raad - Κάτω Χώρες. - Σύμβαση των Βρυξελλών - Ρήτρα διαιτησίας - Προκαταβολή - Έννοια των ασφαλιστικών μέτρων. - Υπόθεση C-391/95. [2] Στη νομική πραγματεία που με παρέπεμψε ο κ. Γιωρκάτζης «Research on whether other countries sould adopt The mareva Injuction in aid of Foreign proceedings", Fleur Malet-Deraedt, DEA de droit des relations economiques internationals (Universite de Paris II, Pantheon-Assas). Δημοσιευμένο στο διαδίκτυο The New Zealand Postgraduate Law E-Journal Issue 2/2005 στην οποία πραγματεία γίνεται ευρεία αναφορά στα ιστορικά και νομικά δεδομένα που αφορούν το θέμα. [3] Αρ. 1 Α. Ουδεμία διάταξη του Συντάγματος θεωρείται ότι ακυρώνει νόμους που θεσπίζονται, πράξεις που διενεργούνται ή μέτρα που λαμβάνονται από τη Δημοκρατία τα οποία καθίστανται αναγκαία από τις υποχρεώσεις της ως κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης ούτε εμποδίζει Κανονισμούς. Οδηγίες ή άλλες πράξεις ή δεσμευτικά μέτρα νομοθετικού χαρακτήρα που θεσπίζονται από την Ευρωπαϊκή Ένωση ή από τις Ευρωπαϊκές Κοινότητες ή από τα θεσμικά τους όργανα ή από τα αρμόδια τους σώματα στη βάρη των συνθηκών που ιδρύουν τις Ευρωπαϊκές Κοινότητες ή την Ευρωπαϊκή Ένωση από του να έχουν νομική ισχύ στη Δημοκρατία». [4] (βλ. In re Efthimiou
(1987)1 C.L.R. 28, Zeeland Navigation Co. Ltd v. Banque Worms κ.α.
(1997)1 Α.Α.Δ. 964, Thanos Hotels Ltd v. Ιωάννου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1036). [5] 29.1 This agreement shall be governed by and interpreted in accordance with the law of England and Wales. 29.2 The parties to this agreement submit to the exclusive jurisdiction of the English Courts in relation to any claim, dispute or matter arising out of or relating to this agreement. [6] Save for proceedings proposed in .., Cyprus, .. for the purpose of seeking and thereafter maintaining protective relief in those jurisdictions, the Applicant will not without the permission of the court seek to enforce this order in any country outside England and Wales or seek an order of a similar nature including orders conferring a charge or other security against the Respondent or the Respondent's assets. Save for proceedings proposed in .., Cyprus, .. for the purposes of seeking and thereafter maintaining protective relief in those jurisdictions, the Applicant will not without the permission of the Court seek to commence proceedings in any other jurisdiction. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.