← Κύπρος

Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. ALDA TRADING LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 2079/04, 28 Αυγούστου 2009

Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. ALDA TRADING LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 2079/04, 28 Αυγούστου 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:A214 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Καλογήρου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2079/04 Μεταξύ: Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, από τη Λευκωσία Εναγόντων Και

  1. ALDA TRADING LTD, από τη Λάρνακα
  2. Επίσημου Παραλήπτη ως εκκαθαριστή της περιουσίας του Ανδρέα Κωνσταντίνου, από τη Λάρνακα
  3. Ανδρούλλας Κωνσταντίνου, από τη Λάρνακα Εναγομένων -------------- Ημερομηνία: 28 Αυγούστου 2009 Για Ενάγοντες: κα. Κ Κακουλλή για κ. Χρ. Δημητριάδη & Σία Για Εναγόμενους: κ. Αν. Κουμής ΑΠΟΦΑΣΗ Οι ενάγοντες είναι τραπεζικός οργανισμός. Με την παρούσα αγωγή διεκδικούν από την εναγόμενη 1 εταιρεία, ως πρωτοφειλέτιδα και τους εναγόμενους 2 και 3, ως εγγυητές ποσό £22.613.68 ήτοι €38.637,77 πλέον τόκους, το οποίο, όπως ισχυρίζονται, αποτελεί υπόλοιπο λογαριασμού από τραπεζικές διευκολύνσεις που είχαν παραχωρήσει στην εναγόμενη 1 με την εγγύηση των εναγομένων 2 και
  4. Με την υπεράσπιση τους οι εναγόμενοι αρνούνται τόσο την ύπαρξη όσο και την εγκυρότητα των συμφωνιών δανειοδότησης και εγγύησης. Αποδέχονται μόνο ότι είχαν καταθέσεις και έκαμαν κάποιες πληρωμές, υποστηρίζοντας ότι παράνομα κατακρατήθηκαν ή συμψηφίστηκαν από τους ενάγοντες. Με την ανταξίωση τους, ζητούν επιστροφή των καταθέσεων τους και αφαίρεση ποσού £15.000, γιατί αντιπροσωπεύει παράνομες χρεώσεις και ανατοκισμούς. Οι ενάγοντες κάλεσαν 4 μάρτυρες. Την Αλίκη Ιερείδη, (ΜΕ1), υποδιευθύντρια, κατά τον ουσιώδη χρόνο, του υποκαταστήματος στο οποίο ετηρούντο οι λογαριασμοί της εναγόμενης 1, τον τότε διευθυντή του υποκαταστήματος Χρίστο Χρίστου (ΜΕ4) και τους υπαλλήλους Έλενα Χαραλάμπους (ΜΕ2) και Γιώργο Καρλετίδη (ΜΕ3). Οι εναγόμενοι δεν κάλεσαν μάρτυρες. Προτού γίνει αναφορά στη μαρτυρία, θεωρώ χρήσιμο να αναφέρω πως πριν από την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, οι δύο πλευρές είχαν προβεί σε κοινή δήλωση παραδεκτών γεγονότων για να περιορίσουν, όπως ανάφεραν, τα επίδικα θέματα. Μέσα σ΄ αυτό το πλαίσιο, δηλώθηκε ότι το υπόλοιπο που απαιτείτο από τους ενάγοντες ήταν €38.637,77 με τόκο 9,5% ετησίως από 9.1.2004, χωρίς κεφαλαιοποίηση ή ανατοκισμό. Περαιτέρω, οι δύο συνήγοροι κατέθεσαν από κοινού διάφορα έγγραφα ως τεκμήρια, διευκρινίζοντας πως παρέμενε ως μόνο επίδικο ζήτημα το κατά πόσο οι εναγόμενοι 2 και 3 (εγγυητές) έλαβαν την ειδοποίηση τερματισμού και απαίτηση πληρωμής. Τα έγγραφα που είχαν κατατεθεί εκ συμφώνου ήταν: α) Η γραπτή συμφωνία των εναγόντων με την εναγομένη 1 ημερομηνίας 21.9.2001 - Τεκμήριο
  5. β) Η γραπτή έγκριση / προσφορά των εναγόντων ημερομηνίας 9.1.2002 - Τεκμήριο 2 . γ) Το έγγραφο εγγύησης των εναγομένων 2 και 3 - Τεκμήριο 3 και δ) Η επιστολή τερματισμού και απαίτηση πληρωμής ημερομηνίας 9.1.2004 - Τεκμήριο
  6. Μετά την πιο πάνω δήλωση, που έγινε στις 12.5.2009, οι συνήγοροι ανάφεραν πως δεν απαιτείτο να παρουσιαστεί μαρτυρία από οποιαδήποτε πλευρά και η υπόθεση προγραμματίστηκε για τελικές αγορεύσεις στις 29.5.
  7. Υπήρξε όμως απρόσμενη εξέλιξη κατά την εν λόγω δικάσιμο. Η συνήγορος των εναγόντων ζήτησε να διευκρινιστούν κάποια γεγονότα, ενέργεια που συνάντησε την ένσταση του συνηγόρου των εναγομένων. Στη συζήτηση που ακολούθησε, οι δύο πλευρές δήλωσαν πως δεν δεσμεύονται από την προηγούμενη δήλωση τους και ζήτησαν να ακουστεί η υπόθεση στην ολότητα της, αποσύροντας ουσιαστικά, τα παραδεκτά γεγονότα. Κατά την ακροαματική διαδικασία που ακολούθησε, οι εναγόμενοι διατήρησαν τις δικογραφημένες θέσεις τους, αρνούμενοι κάθε πτυχή της υπόθεσης. Με τη σειρά τους οι ενάγοντες, στη προσπάθεια τους να αποδείξουν την απαίτηση τους, παρουσίασαν μαρτυρία για όλα τα ζητήματα που αμφισβητήθηκαν από την υπεράσπιση. Παρά την πιο πάνω εξέλιξη, ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγομένων εισηγήθηκε στη τελική του αγόρευση πως οι δύο πλευρές δεσμεύονται από τα παραδεκτά γεγονότα και το Δικαστήριο θα πρέπει να αγνοήσει παντελώς τη μαρτυρία που προσκόμισαν οι ενάγοντες. Σε παρατήρηση, μάλιστα, του Δικαστηρίου γιατί δεν υπέβαλε νωρίτερα αυτή τη θέση και δεν έφερε ένσταση στη παρουσίαση μαρτυρίας, ανέφερε πως οι αυθεντίες περιήλθαν στη αντίληψη του μετά το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας, στο στάδιο της μελέτης για ετοιμασία της αγόρευσης του. Η εισήγηση λαμβάνει ως δεδομένο, ότι τα παραδεκτά γεγονότα δεν αποσύρθηκαν, κάτι όμως που δεν ανταποκρίνεται στη πραγματικότητα. Τόσο η συνήγορος των εναγόντων όσο και ο συνήγορος των εναγομένων, δήλωσαν πως δεν επιθυμούσαν να δεσμεύονται από τα παραδεκτά γεγονότα και ζήτησαν να ακουστεί η υπόθεση στην ολότητα της. Εφόσον αποσύρθηκαν τα παραδεκτά γεγονότα, η εισήγηση είναι εντελώς αβάσιμη και δεν χρειάζεται να λεχθεί οτιδήποτε άλλο. Οι αυθεντίες στις οποίες αναφέρθηκε ο κ. Κουμής (Nigmedzianov v Παναγίδου

(2005)1 ΑΑΔ 1440 και Γιαννακού ν Lois Builders Ltd κ.α.
(2007)1 ΑΑΔ 270) επαναλαμβάνουν την πάγια νομολογημένη αρχή πως οι διάδικοι δεσμεύονται από τα παραδεκτά γεγονότα. Προέκταση δε αυτής της αρχής είναι πως το Δικαστήριο δεν επιτρέπει σε ένα διάδικο να παρουσιάσει μαρτυρία η οποία αντιστρατεύεται ένα παραδεκτό γεγονός. Ούτε θα μπορούσε να υποστηριχθεί βάσιμα ότι οι εναγόμενοι στη παρούσα υπόθεση, στηρίχθηκαν στα παραδεκτά γεγονότα, αναπροσαρμόζοντας τη θέση τους, σε βαθμό που τους προκάλεσε αδικία η ανάκληση τους. Επαναλαμβάνω ότι τα παραδεκτά γεγονότα ανακλήθηκαν προτού ακουστεί μαρτυρία, μετά από τη συγκατάθεση και των δύο πλευρών (βλ. επίσης Cybarco Ltd v Rawnsello Trading Co. Ltd
(1999)1 A.A.Δ. 726). Μια άλλη εισήγηση του συνηγόρου των εναγομένων που σχετίζεται με το ανωτέρω ζήτημα, είναι πως τα τεκμήρια που κατατέθηκαν εκ συμφώνου δεν πρέπει να ληφθούν υπόψη γιατί δεν ζητήθηκε από τους ενάγοντες να τους επιστραφούν για να κατατεθούν ξανά από τους μάρτυρες. Η εισήγηση δεν ευσταθεί. Τα τεκμήρια κατατέθηκαν, αρχικά, εκ συμφώνου για την απόδειξη της αλήθειας του περιεχομένου τους, μέσα στα πλαίσια της δήλωσης παραδεκτών γεγονότων. Με την ανάκληση των παραδεκτών γεγονότων, τα τεκμήρια παρέμειναν στη διαδικασία χωρίς πλέον να δεσμεύει τους εναγόμενους το περιεχόμενο τους. Οι άλλοι λόγοι που πρόβαλαν οι εναγόμενοι για την απόρριψη της αξίωσης των εναγόντων θα εξεταστούν, αφού πρώτα εκτεθούν τα γεγονότα της υπόθεσης, όπως έχουν παρουσιαστεί από τους μάρτυρες. Η μαρτυρία θα μπορούσε να συνοψισθεί στα ακόλουθα: Η ΜΕ1 αφού έκανε μια ιστορική αναδρομή του επίδικου λογαριασμού, επεξηγώντας ότι ανοίχθηκε το Μάϊο του έτους 2000, στα πλαίσια της αρχικής δανειοδότησης της εναγομένης (Τεκμήριο 7) με την εγγύηση των εναγομένων 2 και 3, αναφέρθηκε στην επίδικη συμφωνία (Τεκμήριο 1) και αναγνώρισε την δική της υπογραφή καθώς και την υπογραφή του εναγόμενου 2, ο οποίος υπέγραψε για λογαριασμό της εναγόμενης 1 στην οποία ήταν διευθυντής. Κατά παρόμοιο τρόπο, όπως εξήγησε, υπεγράφη το Τεκμήριο 2 στις 9.1.
  1. Την ίδια ημέρα, οι εναγόμενοι 2 και 3 υπέγραψαν την συμφωνία εγγύησης (Τεκμήριο 3). Συνεχίζοντας, η ΜΕ1 αναφέρθηκε στις δεσμευμένες καταθέσεις της εναγόμενης 1 (Τεκμήρια 9 και 10) και στο έγγραφο εκχώρησης της προθεσμιακής κατάθεσης της εναγόμενης 3 (Τεκμήριο 11), εξηγώντας πως μετά τον τερματισμό και το κλείσιμο του λογαριασμού της εναγόμενης, τα ποσά αυτά, που ανέρχονταν συνολικά στις £63.098,78 συμψηφίστηκαν με το επίδικο χρέος της εναγόμενης 1 και παρέμεινε το αξιούμενο με την αγωγή υπόλοιπο των £22.613,68 πλέον τόκους. Σε σχέση με τους τόκους, ανέφερε πως στην αρχική γραπτή συμφωνία (Τεκμήριο 7) δεν υπήρχε πρόνοια για τόκους αλλά είχε γίνει προφορική συμφωνία, με βάση την οποία το επιτόκιο καθορίστηκε σε 8% ετησίως. Συνεχίζοντας η ΜΕ1, αναφέρθηκε στις υπερβάσεις που παρουσίαζε ο λογαριασμός της εναγόμενης 1, για τις οποίες οι ενάγοντες είχαν αποστείλει δύο επιστολές (Τεκμήρια 12 και 13). Λόγω της παράλειψης τους να ανταποκριθούν, κατέληξε, οι ενάγοντες με την επιστολή τους ημερομηνίας 9.1.2004 (Τεκμήριο 4) ανακάλεσαν την πίστωση και αφού έκλεισαν το λογαριασμό, συμψηφίζοντας τα ποσά που άντλησαν από τις καταθέσεις των εναγομένων 1 και 3, όπως αναφέρθηκε, κάλεσαν τους εναγόμενους να εξοφλήσουν το υπόλοιπο το οποίο παραμένει μέχρι σήμερα οφειλόμενο. Η ΜΕ2 κατέθεσε απλά πως υπόγραψε ως μάρτυρας στις συμφωνίες, (Τεκμήρια 1, 3, 7, 9, 10 και 11). Όλα τα έγγραφα, πρόσθεσε, υπογράφηκαν από τους εναγόμενους στην παρουσία της, στα γραφεία του υποκαταστήματος των εναγόντων της οδού Ανεξαρτησίας. Ο ΜΕ3 ανέφερε πως ασκεί καθήκοντα κλητήρα και ανάμεσα στα καθήκοντα του είναι η ταχυδρόμηση της αλληλογραφίας. Την εργασία αυτή, διευκρίνισε, την διεκπεραιώνει σχεδόν καθημερινά μαζί με ακόμη ένα συνάδελφο του. Ανάμεσα στις επιστολές που κατά καιρούς έχει ταχυδρομήσει ήταν, όπως ανέφερε, και το (Τεκμήριο 4), γεγονός που επιβεβαιώνεται από σχετική κατάσταση την οποία κατέθεσε ως Τεκμήριο
  2. Παρουσίασε, επίσης, άλλη κατάσταση, την οποία είχε ετοιμάσει ο συνάδελφος του Χρ. Χριστοδούλου (Τεκμήριο 20) από την οποία προκύπτει πως είχε ταχυδρομήσει την επιστολή ημερομηνίας 18.4.2003, (Τεκμήριο 12). Ο ΜΕ4, αναγνώρισε, τέλος την υπογραφή του στην επιστολή τερματισμού, (Τεκμήριο 4) και επεξήγησε τους τόκους με τους οποίους οι ενάγοντες χρέωναν τον επίδικο λογαριασμό των εναγομένων. Οι θέσεις των εναγομένων, όπως δικογραφήθηκαν και υποβλήθηκαν στους μάρτυρες των εναγόντων κατά την αντεξέταση τους από το συνήγορο των εναγομένων, παρέμειναν τελικά ανυποστήρικτες, με την επιλογή τους να μην παρουσιάσουν μαρτυρία. Η μαρτυρία που παρουσίασαν οι ενάγοντες παρέμεινε στην ουσία αναντίλεκτη. Την αποδέχομαι ως ορθή στο σύνολο της. Η μαρτυρία της ΜΕ1 κρίνεται απόλυτα πειστική και υποστηρίζεται από τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί. Η ΜΕ2 έδωσε ικανοποιητική εξήγηση για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες οι εναγόμενοι 1, 2 και 3 υπέγραψαν τις συμφωνίες στην παρουσία της. Θετική εικόνα σχημάτισα και για τους ΜΕ3 και
  3. Ο μεν πρώτος έδωσε τις αναγκαίες διευκρινίσεις για τις ενέργειες του όσον αφορά την ταχυδρόμηση της αλληλογραφίας και ο δεύτερος επεξήγησε επαρκώς τις χρεώσεις τόκων του επίδικου λογαριασμού. Απορρίπτω, χωρίς δισταγμό, τις θέσεις και εισηγήσεις των εναγομένων για τους ακόλουθους, κυρίως, λόγους: α) Η εισήγηση του συνηγόρου των εναγομένων πως οι εναγόμενοι δεν υπόγραψαν τις επίδικες συμφωνίες παρέμεινε παντελώς ατεκμηρίωτη. Από τα έγγραφα και τη μαρτυρία που παρουσίασαν οι ενάγοντες αποδείχθηκε η υπογραφή τόσο της εναγόμενης 1, όσο και των εναγομένων 2 και 3, ως εγγυητών των Τεκμηρίων 1, 2, 3 και
  4. Επί του ζητήματος αυτού, καταπελτική είναι και η μαρτυρία της ΜΕ2, η οποία βεβαίωσε ότι οι εναγόμενοι υπόγραψαν τα έγγραφα στην παρουσία της. β) Η θέση των εναγομένων ότι δεν ταχυδρομήθηκαν οι επιστολές των εναγόντων και ιδιαίτερα η επιστολή Τεκμήριο 4, καταρρίπτεται από την αναντίλεκτη μαρτυρία του ΜΕ3, την οποία αποδέχομαι. γ) Ατεκμηρίωτη παρέμεινε, επίσης, η θέση τους πως δεν συμφώνησαν με τη χρέωση τόκου 8% ετησίως στο εκάστοτε υπόλοιπο του χρέους με βάση την αρχική συμφωνία Τεκμήριο
  5. Είναι γεγονός πως στη συμφωνία δεν αναφέρεται το ποσοστό επιτοκίου. Αποδέχομαι όμως τη μαρτυρία της ΜΕ1 ότι υπήρξε προφορική συμφωνία ως προς το ζήτημα του τόκου. Η μαρτυρία της ΜΕ1 υποστηρίζεται από το γεγονός ότι οι ενάγοντες απέστελλαν καταστάσεις λογαριασμού στους εναγόμενους, οι οποίοι ουδέποτε διαμαρτυρήθηκαν για τις χρεώσεις τόκων. Αντίθετα, προέβαιναν σε πληρωμές, όπως συνάγεται από τις καταστάσεις λογαριασμού Τεκμήρια 15 και 16 και τα εντάλματα πληρωμής, Τεκμήριο
  6. δ) Η γενική άρνηση των εναγομένων για την παραχώρηση πιστώσεων από τους ενάγοντες στην εναγόμενη 1 και την υπογραφή εγγυήσεων από τους εναγόμενους 2 και 3 καταρρίπτεται και από τις ίδιες τις ενέργειες των εναγομένων 1 και 3, αφού σε ανύποπτο χρόνο, εκχώρησαν τα δικαιώματα τους σε σχέση με ποσά που ήταν κατατεθειμένα σε λογαριασμούς προς όφελος τους, όπως επιμαρτυρείται από τα Τεκμήρια 9, 10 και
  7. Για όλους τους πιο πάνω λόγους αποδέχομαι τη μαρτυρία των εναγόντων και απορρίπτω ως αβάσιμη και αστήρικτη την εκδοχή των εναγομένων, όσον αφορά τις συνθήκες υπογραφής των Τεκμηρίων 1, 2, 3, 7, 8, 9, 10 και 11, καθώς και την εν γένει λειτουργία του επίδικου λογαριασμού. Εν όψει των ανωτέρω, καταλήγω ότι οι ενάγοντες άνοιξαν τον επίδικο λογαριασμό στο όνομα της εναγόμενης 1, με βάση τους όρους της συμφωνίας ημερομηνίας 30.5.2000, Τεκμήριο 7 και συνέχισαν τη λειτουργία του με αύξηση του ορίου πίστωσης σε £40.000, δυνάμει της συμφωνίας ημερομηνίας 9.1.2002, Τεκμήριο
  8. Αποτελεί, επίσης, εύρημα του Δικαστηρίου ότι οι εναγόμενοι 2 και 3 εγγυήθηκαν τις υποχρεώσεις της εναγόμενης 1, τόσο με την αρχική συμφωνία δανείου (Τεκμήριο 7), όσο και με την μεταγενέστερη συμφωνία εγγύησης ημερομηνίας 9.1.2002 (Τεκμήριο 3) μέχρι και του ποσού των £293.
  9. Όπως εξηγήθηκε πιο πάνω, στην αρχική συμφωνία δεν υπήρχε πρόνοια για τόκο. Για τους λόγους όμως που εξηγήθηκαν, βρίσκω ότι είχε συμφωνηθεί προφορικά η χρέωση του λογαριασμού με τόκους 8% ετησίως. Αποδέχομαι, περαιτέρω, την εκδοχή των εναγόντων ότι ο λογαριασμός της εναγόμενης 1 παρουσίαζε υπερβάσεις και αφού απέστειλαν στην εναγόμενη τις επιστολές Τεκμήρια 12 και 13, ανακάλεσαν την πίστωση και τερμάτισαν τη λειτουργία του επίδικου λογαριασμού, με την επιστολή τους ημερομηνίας 9.1.2004, Τεκμήριο
  10. Κατά το χρόνο του τερματισμού ο επίδικος λογαριασμός παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο £22.593,68 το οποίο προέκυψε μετά από συμψηφισμό ποσού ύψους £63.098,78 το οποίο αντλήθηκε από τους λογαριασμούς των εναγομένων 1 και 3 που ήταν δεσμευμένοι και είχαν εκχωρηθεί, με βάση τα Τεκμήρια 9, 10 και 11, προς όφελος των εναγόντων. Σε σχέση με την χρέωση τόκων στον επίδικο λογαριασμό, αποδεχόμενος τη μαρτυρία των ΜΕ1 και 4, βρίσκω ότι τα επιτόκια με τα οποία χρεώθηκε ο λογαριασμός από 30.5.2000 μέχρι τον τερματισμό της λειτουργίας του, ήτοι 9.1.2004, ήταν: (α) Από 30.5.2000 μέχρι 8.1.2002 8% ετησίως. (β) Από τις 9.1.2002 μέχρι 6.4.2003 συνολικό επιτόκιο 8,5%, όπως προβλέπεται στη συμφωνία Τεκμήριο 2 (παράγραφος Γ), και (γ) από τις 7.4.2003 μέχρι 9.1.2004 με συνολικό επιτόκιο 8% ετησίως. Μετά τον τερματισμό, το συνολικό επιτόκιο είναι 11.5% ετησίως, όπως αναφέρεται στην επιστολή τερματισμού, με κεφαλαιοποίηση δύο φορές το χρόνο. Απορρίπτω, τέλος, τη θέση των εναγομένων ότι στον επίδικο λογαριασμό περιέχονται ανατοκισμοί ή άλλες παράνομες χρεώσεις. Όπως εξήγησε η ΜΕ1, τη μαρτυρία της οποίας έχω αποδεχθεί, με τις πληρωμές στις οποίες προέβαιναν οι εναγόμενοι, εξοφλούντο πρώτα οι τόκοι και συνεπώς δεν υπήρξαν ανατοκισμοί. Ότι απομένει να συζητηθεί είναι η εισήγηση του συνηγόρου των εναγομένων πως το Τεκμήριο 4 δεν συνιστά νόμιμο και έγκυρο τερματισμό. Η εισήγηση έχει δύο σκέλη. Το πρώτο αφορά το περιεχόμενο της ειδοποίησης και το δεύτερο την αποστολή της. Όσον αφορά το δεύτερο σκέλος, η εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου δεν έχει πραγματικό υπόβαθρο. Έχω αποδεχθεί τη μαρτυρία του ΜΕ3, με βάση την οποία ο ίδιος ταχυδρόμησε την επιστολή (Τεκμήριο 4) γεγονός που επιβεβαιώνεται από το Τεκμήριο
  11. Όπως ορθά υπόδειξε η ευπαίδευτη συνήγορος των εναγόντων, με βάση τον όρο 20 του Τεκμηρίου 1, οι ενάγοντες είχαν την ευχέρεια να αποστείλουν την ειδοποίηση με συνηθισμένο ταχυδρομείο στη διεύθυνση που είχαν δηλώσει οι εναγόμενοι. Ανάλογος όρος περιλαμβάνεται και στο έγγραφο εγγύησης και αποζημίωσης των εγγυητών (Τεκμήριο 3, όρος 11). Σε σχέση με το πρώτο σκέλος, ο συνήγορος υποστήριξε πως η ειδοποίηση δεν αποτελεί νόμιμο τερματισμό αλλά απλά αναφέρει ότι ανακλήθηκε η πίστωση. Περαιτέρω, με βάση τον όρο 11 του Τεκμήριου 3, συνέχισε ο συνήγορος, η Τράπεζα όφειλε πρώτα να ζητήσει πληρωμή του οφειλόμενου ποσού από τους εγγυητές. Αντί αυτού, κατέληξε, οι ενάγοντες απέστειλαν επιστολή ανάκλησης της πίστωσης στην εναγόμενη 1, με απλή κοινοποίηση στους δύο εγγυητές. Η διαδικασία αυτή, σύμφωνα με το συνήγορο, είναι ανεπαρκής και δεν ενεργοποιεί την υποχρέωση του εγγυητή για πληρωμή, κατ' εφαρμογή της αρχής που υιοθετήθηκε στην υπόθεση Lombard Natwest Ltd ν. Λαζαρίδη
(1999)1 Α.Α.Δ. 1465). Η εισήγηση των εναγομένων είναι αβάσιμη. Τα γεγονότα στην υπόθεση Λαζαρίδη (ανωτέρω) την οποία επικαλέστηκε ο συνήγορος τους ήταν εντελώς διαφορετικά. Στην υπόθεση εκείνη δεν υπήρχε μαρτυρία ότι τερματίστηκε η λειτουργία του λογαριασμού, ούτε ότι ζητήθηκε από τον εγγυητή η αποπληρωμή του χρέους. Είναι βέβαια γεγονός πως με βάση τους όρους της συμφωνίας εγγύησης (όροι 1 και 11 του Τεκμηρίου 3) για να δημιουργηθεί η υποχρέωση πληρωμής των εναγομένων 2 και 3, ως εγγυητών, θα έπρεπε να είχε προηγηθεί απαίτηση πληρωμής. Στην κρινόμενη υπόθεση, έγινε τερματισμός καθώς και αξίωση πληρωμής του υπολοίπου από τους εναγομένους 2 και 3 στους οποίους αποστάληκε η ειδοποίηση των εναγόντων ημερομηνίας 9.1.2004, όπως συνάγεται από το ίδιο το Τεκμήριο
  1. Με την εν λόγω ειδοποίηση οι ενάγοντες ειδοποίησαν τους εναγομένους 1 ότι «...η τράπεζα ανακαλεί την πιο πάνω χορήγηση της προς εσάς και κλείνει σήμερα τον πιο πάνω/αντίστοιχο λογαριασμό...». Ακολούθως, αφού αναφέρεται στο υπόλοιπο και στο αυξημένο επιτόκιο με το οποίο θα επιβαρύνεται, περιέχεται η ακόλουθη φρασεολογία, που αφορά τους εγγυητές: «Κοιν. Προς τους εγγυητές:
  2. Ανδρέα Κωνσταντίνου
  3. Ανδρούλλα Κωνσταντίνου, Παύλου Μελά 10Β 6050 Λάρνακα. Η πιο πάνω ειδοποίηση προς τον οφειλέτη να θεωρηθεί και ειδοποίηση προς εσάς και γι' αυτό καλείσθε σύμφωνα με τις πρόνοιες του εγγράφου εγγυήσεως και αποζημιώσεως όπως εκπληρώσετε την υποχρέωση σας για πληρωμή της πιο πάνω οφειλής.» Όπως πολύ ορθά υποδείχθηκε από τη συνήγορο των εναγόντων το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 4 είναι πανομοιότυπο με το περιεχόμενο επιστολής που αναφέρεται στην υπόθεση Κωνσταντίνου κ.α. ν. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ.
(2007)1 Α.Α.Δ.
  1. Στην υπόθεση εκείνη, όπως και στην παρούσα, υποστηρίχθηκε από τους εναγόμενους ότι η επιστολή θα έπρεπε να είχε αποσταλεί και να απευθύνεται στους ίδιους και με αυτή να πληροφορούνται ότι έκλεισαν οι λογαριασμοί και να καλούνται να πληρώσουν το υπόλοιπο. Αποφασίστηκε ότι υπήρξε πλήρης συμμόρφωση με το πνεύμα του όρου 9 (ο οποίος είχε το ίδιο περιεχόμενο με τον όρο 11 του Τεκμηρίου 3). Όπως τέθηκε από το Εφετείο (στην προτελευταία παράγραφο της απόφασης σελ. 1332): «Το θέμα πράγματι είναι θέμα ουσίας και όχι τύπου και δεν αφορά το πώς θα έπρεπε να ήταν η επιστολή και πώς να διατυπώνεται. Η ουσία είναι ότι θα έπρεπε να πληροφορούνται για τον τερματισμό των συμφωνιών οι εγγυητές και να καλούνται να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους.» Εκτιμώ ότι και στην παρούσα υπόθεση οι εναγόμενοι 2 και 3/εγγυητές, έλαβαν ειδοποίηση για τον τερματισμό και κλήθηκαν να εκπληρώσουν την υποχρέωση τους για πληρωμή της οφειλής, όπως προβλεπόταν στη συμφωνία εγγύησης Τεκμήριο
  2. Η θέση των εναγομένων ότι δεν παρέλαβαν την επιστολή παρέμεινε ανυποστήρικτη. Από την μαρτυρία του ΜΕ3 (ο οποίος βεβαίωσε ότι η επιστολή ταχυδρομήθηκε), σε συνάρτηση και με τη μαρτυρία της ΜΕ1, (η οποία ανέφερε ότι οι επιστολές που είχαν αποσταλεί στους εγγυητές δεν επιστράφηκαν), το μόνο λογικό συμπέρασμα που προκύπτει είναι πως οι εναγόμενοι παρέλαβαν την ειδοποίηση Τεκμήριο
  3. (βλ. Πιττάκα ν. Γ. & Β. Χατζηδημοσθένους Λτδ.
(2004)1 Α.Α.Δ.1895 και Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ. ν. Λάμπρου Χαριλάου Λτδ. κ.α., Πολιτική Έφεση 163/2006 ημερ. 5.5.2009). Τα παράπονα των εναγομένων για υπερχρεώσεις τόκων, ανατοκισμούς ή/και άλλες παράνομες χρεώσεις παρέμειναν ατεκμηρίωτα. Από τη μαρτυρία των ΜΕ1 και 4 και τις καταστάσεις λογαριασμού που κατατέθηκαν, Τεκμήρια 14-17, προκύπτει ότι οι ενάγοντες χρέωναν τον επίδικο λογαριασμό με τους προβλεπόμενους από τις συμφωνίες τόκους. Αρχικά, με επιτόκιο 8%, με βάση την προφορική διευθέτηση και στη συνέχεια με 8.5%, όπως προβλέπεται στο Τεκμήριο
  1. Όπως δε εξήγησε ο ΜΕ4, από τις 7.4.03 μέχρι 9.1.04 ο τόκος και πάλι μειώθηκε σε 8% ενώ από την ημέρα του τερματισμού το υπόλοιπο χρεώνεται με 11,5% ετησίως και με κεφαλαιοποίηση των τόκων την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου, κάθε χρόνου (βλ. Τεκμήριο 4). Οι ενάγοντες διατηρούσαν το δικαίωμα, με βάση τους όρους της συμφωνίας τους (παράγραφος Γ Τεκμηρίου 2) να τροποποιήσουν το επιτόκιο μετά από γραπτή ειδοποίηση, όπως έπραξαν με την επιστολή τους Τεκμήριο
  2. Η αύξηση κρίνεται νόμιμη και εντός των επιτρεπτών ορίων που καθορίζονται στον περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου αρ. 160
(1)/99 (βλ. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ. ν. Λάμπρου Χαριλάου Λτδ. κ.α. (ανωτέρω) και Αντώνης Κόμπου ν. Universal Bank Ltd. Πολιτική Έφεση αρ. 340/06, ημερομηνίας 27.2.09). Όσον αφορά την εισήγηση για ανατοκισμό, έχει αναφερθεί νωρίτερα πως δεν ευσταθεί αφού, όπως εξήγησε η ΜΕ1 οι εναγόμενοι προέβαιναν σε περιοδικές πληρωμές και οι ενάγοντες εξοφλούσαν πρώτα τους τόκους. Διατηρούσαν δε αυτό το δικαίωμα, με βάση τον όρο 7 της συμφωνίας τους, Τεκμήριο 1. (βλ. Παχατουριάν ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ.
(2002)1 Α.Α.Δ. 322 και Λαϊκή ν. Λάμπρου Χαριλάου Λτδ. κ.α. (ανωτέρω)). Για τους πιο πάνω λόγους, καταλήγω ότι οι ενάγοντες έχουν αποδείξει την αξίωση τους και δικαιούνται σε απόφαση εναντίον όλων των εναγομένων για το αξιούμενο υπόλοιπο πλέον τόκους, όπως ζητούνται στην έκθεση απαίτησης. Η ανταξίωση των εναγομένων για παράνομες χρεώσεις, αποτυγχάνει και απορρίπτεται όπως και η απαίτηση τους για επιστροφή των δεσμευμένων καταθέσεων, οι οποίες συμψηφίστηκαν με το υπόλοιπο που παρουσίαζε ο επίδικος λογαριασμός κατά το χρόνο του τερματισμού. Οι ενάγοντες διατηρούσαν το δικαίωμα να συμψηφίζουν ποσά που ήταν κατατεθειμένα σε λογαριασμούς των εναγομένων, με βάση τους όρους της συμφωνίας τους (όρος 11 Τεκμηρίου 1) (βλ. Αντωνίου ν. Τhe Cyprus Popular Bank Ltd.
(1994)1 A.A.Δ. 720). Εκδίδεται, κατά συνέπεια, απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων 1, 2 και 3, προσωπικά και αλληλέγγυα, για το ποσό των £22.613,68 ήτοι €38.637,77 με τόκο προς 11,5% το χρόνο από 9.1.2004 κεφαλαιοποιούμενο την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου κάθε χρόνου, πλέον έξοδα, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η ανταπαίτηση απορρίπτεται χωρίς έξοδα γιατί συνεκδικάστηκε με την απαίτηση. (Υπ.) ............. Λ. Καλογήρου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.