Αναφορικά με την Αίτηση της Ουκρανίας για την έκδοση του Sergiy M Schatnyy, Αρ. Αίτησης: 1/09, 7 Σεπτεμβρίου 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:A217 Αρ. Αίτησης: 1/09 Αναφορικά με τον Περί Εκδόσεως Φυγοδίκων Νόμο 95/70 - ν - Αναφορικά με την Αίτηση της Ουκρανίας για την έκδοση του Sergiy M. Schatnyy, από την Ουκρανία Καθ' ου η Αίτηση Ημερομηνία: 7 Σεπτεμβρίου 2009 Για Αιτήτρια: κα Ελ. Λοϊζίδου Για Καθ' ου η Αίτηση: κος Αλ. Μαρκίδης με κκ Γ. Παπαϊωάννου. Καθ' ου η Αίτηση: Παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Η παρούσα διαδικασία αφορά αίτημα της Ουκρανίας για την έκδοση του καθ' ου η αίτηση δυνάμει της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Έκδοσης Φυγοδίκων που η Κυπριακή Δημοκρατία κύρωσε με τον Νόμο 95/70 (στο εξής 'Η Σύμβαση') και του Περί Εκδόσεως Φυγοδίκων Νόμου 97/70. Σύμφωνα με το περιεχόμενο του Πιστοποιητικού που εκδόθηκε από το Υπουργείο Εξωτερικών (τεκμ.8) δυνάμει του Περί Αποδείξεως Διεθνών Συμβάσεων Νόμου 103
(1)/02, η Ουκρανία έχει προσχωρήσει στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Έκδοσης Φυγοδίκων που έχει συναφθεί στο Παρίσι στις 13.12.1957 καθώς και στα δύο πρόσθετα Πρωτόκολλα που συνάφθηκαν στο Στρασβούργο το 1975 και το
- Η πιο πάνω σύμβαση και τα Πρωτόκολλα της, ισχύουν για την Ουκρανία δυνάμει του προαναφερομένου πιστοποιητικού από τις 9.6.
- Η εξουσιοδότηση έναρξης της διαδικασίας, υπεγράφη από τον Υπουργό Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως στις 11.2.
- Είχε προηγηθεί η έκδοση εντάλματος σύλληψης του καθ' ου η αίτηση από τον Πρόεδρο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού στις 05.01.2009 (τεκμ.3) Η εξουσιοδότηση που εκδόθηκε από το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως, αναφέρεται σε δέσμη εγγράφων τα οποία στάλθηκαν από την Ουκρανία προς υποστήριξη του αιτήματος. Σύμφωνα με την εξουσιοδότηση, ο καθ' ου η αίτηση από το 1999 μέχρι και τον Φεβρουάριο του 2000, κατείχε την θέση του προϊσταμένου του Συμβουλίου του Δημοσίου Οργανισμού "Chernovy Partyzan" της επαρχίας korotoskyi. Καταχρώμενος δε την θέση του σύμφωνα με τις Ουκρανικές αρχές, σε συνομωσία με άλλα πρόσωπα, συμπεριλαμβανομένων και υπαλλήλων του κρατικού τμήματος επιθεώρησης φόρων, με την πλαστογράφηση εγγράφων απέφυγε την καταβολή φόρων ιδιαίτερα μεγάλου ποσού και ταυτόχρονα υπεξαίρεσε μεγάλης αξίας ξένη περιουσία. Εξ' αιτίας των παράνομων αυτών ενεργειών, το Ουκρανικό κράτος και ο πιο πάνω Δημόσιος Οργανισμός, απώλεσαν έσοδα της τάξης των 1.501, 944 Ευρώ, ποσόν το οποίο ο καθ' ου η αίτηση ιδιοποιήθηκε με τους συνεργούς του. Οι πράξεις αυτές σύμφωνα με το πιο πάνω πιστοποιητικό εκτός από αδικήματα την Ουκρανία, συνιστούν ποινικά αδικήματα και κατά το Κυπριακό Δίκαιο κατά παράβαση συγκεκριμένων διατάξεων του Κυπριακού Ποινικού Κώδικα, του Περί Βεβαιώσεως και Εισπράξεως Φόρων Νόμου (Ν.4/78)και του Περί Τελωνείων και Φόρων Κατανάλωσης Νόμου (Ν.82/67). Η υπεράσπιση επικαλέστηκε σειρά λόγων στους οποίους βασίζει την θέση της για απόρριψη του αιτήματος. Υποστηρίχθηκε συγκεκριμένα ότι οι Ουκρανικές αρχές δεν συμμορφώθηκαν με τις προδικαστικές προϋποθέσεις της σύμβασης αφού στα έγγραφα που απέστειλαν δεν συμπεριλαμβάνεται η λεγόμενη «έκθεση πράξεων» του καθ' ου η αίτηση στην οποία να αναγράφονται οι αξιόποινες πράξεις που του καταλογίζονται. Λέχθηκε ακόμα ότι τα αδικήματα έχουν παραγραφεί ότι στηρίζονται σε αναδρομικούς Νόμους ότι υπήρξε καθυστέρηση στην προώθηση της υπόθεσης και ότι η αιτούσα χώρα έχει παραβεί το γενικότερο καθήκον ειλικρίνειας που πρέπει να διέπει αυτές τις υποθέσεις αφού από την δοθείσα μαρτυρία, προκύπτει ότι το ένταλμα σύλληψης εκδόθηκε το 2000 και ο καθ' ου η αίτηση μπαινόβγαινε στην Ουκρανία μέσω επισήμων σταθμών εισόδου χωρίς να συλληφθεί από τις αρχές. Το γεγονός αυτό κατά τον καθ' ου η αίτηση, καθιστά ορατό το ενδεχόμενο να μην τύχει δίκαιης δίκης στην Ουκρανία. Μαρτυρία Για την αιτούσα χώρα κατέθεσε αρχικά η Γ/Αστ. 176 Ελένη Μιχαήλ του ΤΑΕ Λεμεσού. Πρόκειται για την αστυνομικό που ανέλαβε την εκτέλεση του εντάλματος σύλληψης του κατηγορουμένου (τεκμ. 3), το οποίο εκδόθηκε μετά από μήνυμα της Ιντερπόλ Ουκρανίας (τεκμ.1). Του ζητήθηκε το διαβατήριο του αλλά δήλωσε ότι είναι στην κατοχή του Δικηγόρου του, γεγονός όμως που κατά την μάρτυρα, ο συνήγορος του αρνήθηκε. Παρέδωσε παρόλα αυτά, την άδεια παραμονής του στην Κύπρο (τεκμ.4). Σε μεταγενέστερο στάδιο και ενώ ο καθ' ου μεταφέρθηκε στο Δικαστήριο, ανέφερε στην μάρτυρα ότι το διαβατήριο του πιθανόν να βρίσκεται στην οικία του. Στην αντεξέταση, η μάρτυρας ανέφερε ότι το διαβατήριο ζητήθηκε από του καθ' ου η αίτηση προκειμένου να διαπιστωθεί η ταυτότητα του. Το Δικαστήριο τον άφησε ελεύθερο με όρους μεταξύ των οποίων ήταν και η παράδοση των ταξιδιωτικών του εγγράφων. Ο καθ' ου αφέθηκε τελικά ελεύθερος μετά από μερικές μέρες και δεν αποκλείεται σύμφωνα με την μάρτυρα να κατέθεσε τα ταξιδιωτικά του έγγραφα στην αστυνομία. Ως 2ος μάρτυρας για την αιτούσα χώρα, κατέθεσε η Έλλη Μορφάκη. Υπηρετεί στο Υπουργείο Δικαιοσύνης στην Μονάδα Διεθνούς Συνεργασίας. Αναφέρθηκε στη λήψη της αίτησης από την Ουκρανία για έκδοση του καθ' ου η αίτηση και στα έγγραφα που την συνοδεύουν. Τα έγγραφα αυτά παραλήφθηκαν σε δύο διαφορετικές ημερομηνίες. Η πρώτη δέσμη παραλήφθηκε στις 10 Φεβρουαρίου 2009 και αποτελείται από ολοκληρωμένο πακέτο εγγράφων που υποστηρίζουν την αίτηση. Τα πρωτότυπα είναι στην Ουκρανική γλώσσα αλλά επισυνάφθηκε μετάφραση στα Ελληνικά. Σε συνεννόηση με τον Γενικό Εισαγγελέα της Ουκρανίας, η μάρτυρας ζήτησε την αποστολή ορισμένων εγγράφων και στην Αγγλική Γλώσσα. Τα πιο πάνω συμπληρωματικά έγγραφα απεστάλησαν από την Ουκρανία και παραλήφθηκαν στο Υπουργείο Δικαιοσύνης της Κύπρου στις 12 Φεβρουαρίου
- Πρόκειται για έγγραφα που περιέχονται και στην πρώτη δέσμη αλλά έγινε μετάφραση τους στην Αγγλική. Ο λόγος που ζητήθηκαν κάποια έγγραφα στα Αγγλικά, είναι γιατί το Υπουργείο θεώρησε ότι η μετάφραση που έγινε στην Ελληνική γλώσσα δεν ήταν ικανοποιητική. Στη συνέχεια, η μάρτυρας κατέθεσε ως τεκμήριο 6, την αρχική δέσμη των εγγράφων και ως τεκμήριο 7 τη δεύτερη δέσμη με την μετάφραση στα Αγγλικά. Καταχωρήθηκε επίσης ως τεκμήριο 8, πιστοποιητικό του Υπουργείου Εξωτερικών της Κυπριακής Δημοκρατίας σύμφωνα με το οποίο, η Ουκρανία έχει προσχωρήσει στη Σύμβαση και στα πρόσθετα πρωτόκολλα της από 9/6/
- Κατατέθηκε επίσης από κοινού ως τεκμήριο 5, το Ουκρανικό διαβατήριο του καθ' ου η αίτηση. Ως μάρτυρας 3 για την αιτούσα χώρα, κατάθεσε η Ιωάννα Αναστασιάδου του Υπουργείου Δικαιοσύνης της Κύπρου. Αναμείχθηκε στην παρούσα διαδικασία όταν στις 13/3/2009 αποτάθηκε στις αρμόδιες αρχές της Ουκρανίας, ζητώντας κάποιες διευκρινίσεις για την υπόθεση. Οι ενέργειες αυτές κατέστησαν αναγκαίες μετά που κατέθεσε η κα Μορφάκη στο Δικαστήριο. Οι διευκρινίσεις που ζητούντο, αφορούσαν λεπτομέρειες σε σχέση με την είσοδο και έξοδο του καθ' ου η αίτηση στην Ουκρανία από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι σήμερα. Ζητούντο επίσης απαντήσεις για ποιο λόγο οι Ουκρανικές αρχές δεν προέβηκαν στη σύλληψη του καθ' ου η αίτηση τα έτη 2004 - 2007, περίοδο την οποία βρισκόταν στην Ουκρανία. Τέθηκαν επίσης ερωτήσεις σε σχέση με την παράλειψη των Ουκρανικών αρχών να συλλάβουν τον καθ' ου η αίτηση πριν τις 28/1/2004, αφού η απόφαση για την ποινική του δίωξη λήφθηκε στις 17/2/
- Το υπουργείο Δικαιοσύνης της Κύπρου έστειλε ακόμη μια επιστολή ημερομηνίας 19/3/2009 στις Ουκρανικές αρχές (τεκμ. 10) με την οποία ζητούσε περαιτέρω διευκρινίσεις σε σχέση με την κατοικία του καθ' ου η αίτηση στην Ουκρανία πριν τις 17/4/
- Σύμφωνα με επιστολή του Γενικού Εισαγγελέα της Ουκρανίας ημερομηνίας 16/3/2009 (τεκμ. 11), οι αρχές της Ουκρανίας δεν είχαν πληροφορίες για είσοδο του καθ' ου η αίτηση στην χώρα κατά την πιο πάνω περίοδο. Παρότι ο καθ' ου η αίτηση καταζητείτο από τις 17/4/2000, η σύλληψη του δεν κατέστη δυνατή αφού οι Ουκρανικές αρχές δεν γνώριζαν τον τόπο κατοικίας του. Αναφέρθηκε επίσης σε άλλη επιστολή (τεκμ. 12) ημερομηνίας 23/3/2009 σύμφωνα με την οποία ο καθ' ου η αίτηση εισερχόταν στην Ουκρανία μέσω των συνόρων με την Μολδαβία, στα οποία υπήκοοι των δύο χωρών διακινούνται ελεύθερα χωρίς έλεγχο διαβατηρίων. Αυτό εξηγεί κατά τις Ουκρανικές αρχές γιατί δεν είχε συλληφθεί κατά τις εισόδους του στη χώρα. Γίνεται όμως επίσης παραδεκτό ότι ο καθ' ου η αίτηση είχε αναχωρήσει από την Ουκρανία στις 23/9/2006 μέσω του διεθνούς αεροδρομίου «Baryspin». Οι Ουκρανικές αρχές δεν ήταν σε θέση να γνωρίζουν γιατί δεν είχε συλληφθεί κατά την έξοδο του από την χώρα στο συγκεκριμένο αεροδρόμιο. Επιπλέον, αναφέρεται στο τεκμήριο 12 ότι το ένταλμα σύλληψης του καθ' ου στην Ουκρανία, εκδόθηκε στις 17/4/2000 και αναζητήθηκε τόσο στη διεύθυνση της κατοικίας του όσο και σε ολόκληρη την χώρα. Σύμφωνα δε με πληροφορίες των Ουκρανικών αρχών, στις 21/1/2003 ο καθ' ου διαγράφηκε από τον εγγεγραμμένο χώρο διαμονής του και με απόφαση Δικαστηρίου καταχωρήθηκε ως πρόσωπο που δεν είχε δικαίωμα κατοικίας. Όσον αφορά αυτό το τελευταίο ζήτημα, η μάρτυρας κατέθεσε ότι της εξηγήθηκε από τις Ουκρανικές αρχές ότι επειδή ο καθ' ου δεν εντοπιζόταν στη διεύθυνση του στην Ουκρανία, με διάταγμα Δικαστηρίου διαγράφηκε από το μητρώο πληθυσμού. Στην αντεξέταση, η μάρτυρας ανέφερε ότι τα γεγονότα που αναφέρονται στην επιστολή σε σχέση με την διακίνηση του καθ' ου μέσω των συνόρων με τη Μολδαβία δεν εμπίπτουν σε προσωπική της γνώση. Όσον αφορά το τεκμήριο 12, διευκρίνισε με τις Ουκρανικές αρχές τηλεφωνικά, τι εννοούσαν όταν αναφέρονταν σε Δικαστικό διάταγμα για αφαίρεση του δικαιώματος κατοικίας. Της αναφέρθηκε συγκεκριμένα ότι η διαγραφή του ονόματος του καθ' ου, αφορούσε αστικής φύσεως υπόθεση και όχι ποινικό αδίκημα. Ως μάρτυρας 4 για την αιτούσα χώρα, κατέθεσε η Ειρήνα Προκοπάκη. Κατάγεται από την Ουκρανία αλλά κατοικεί στην Κύπρο από το
- Γνωρίζει πολύ καλά την Ελληνική καθώς και τη Ρωσική και Ουκρανική γλώσσα. Διαβάζοντας το τεκμήριο 12, εξήγησε ότι ο καθ' ου μέχρι τις 21/1/2003, ήταν εγγεγραμμένος ως πρόσωπο που έχει δικαίωμα διαμονής σε συγκεκριμένη τοποθεσία. Η απόφαση του Δικαστηρίου που αναφέρεται στη πιο πάνω επιστολή, ουσιαστικά του απαγορεύει να διαμένει στο συγκεκριμένο χώρο μετά τις 21/1/
- Στην Ουκρανία κατά τη μάρτυρα, αυτές οι εγγεγραμμένες διευθύνσεις διαμονής, αναγράφονται υποχρεωτικά στα διαβατήρια. Ως μάρτυρας υπεράσπισης 1 κατέθεσε η Loudmila Zervou. Κατάγεται από τη Ρωσία στην οποία σπούδασε 6 χρόνια φιλολογία. Έχει επίσης μεταπτυχιακό στην Βυζαντινή λογοτεχνία όπου έμαθε και την Ελληνική γλώσσα. Έζησε για κάποιο διάστημα στην Αθήνα ενώ εδώ και 13 χρόνια ζει και εργάζεται στην Κύπρο λόγω της εργασίας του συζύγου της. Για αυτούς τους λόγους, γνωρίζει όπως είπε πολύ καλά να μιλά και να γράφει την Ελληνική γλώσσα. Έχει επίσης προβεί σε μεταφράσεις της Ρωσικής κατά την εκδίκαση υποθέσεων στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού. Επιδείχθηκε στη μάρτυρα το διαβατήριο του καθ' ου (τεκμ. 5). Μετάφρασε όπως είπε φωτοτυπία του στα Ελληνικά, την οποία κατέθεσε ως Τεκμήριο 13Α. Κατέθεσε επίσης μετάφραση στα Ελληνικά ενός Ουκρανικού εντύπου με τον τίτλο «Έντυπο Μητρώου Φορολογουμένου Φυσικού Προσώπου» (τεκμ.14). Σύμφωνα με το πιο πάνω έντυπο ημ. 18/7/2003, ο καθ' ου η αίτηση ήταν εγγεγραμμένος ως φορολογούμενος από το 1996 μέχρι τις 18/7/2003 στην περιφέρεια Κάμενετς - Ποντόλφσκα. Η μάρτυρας αναφέρθηκε επίσης στο τεκμήριο 15 που αποτελεί κατά την άποψη της ταυτότητα, η οποία όμως στις χώρες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης ονομάζεται «εσωτερικό διαβατήριο». Το εσωτερικό αυτό διαβατήριο αναγράφει τον τόπο διαμονής του κάθε πολίτη, ο οποίος είναι υποχρεωμένος να το φέρει πάντοτε μαζί του. Σύμφωνα με την μετάφραση στην οποία προέβηκε η μάρτυρας μέχρι και το 2005, ο καθ' ου η αίτηση καταχώρησε στην πιο πάνω ταυτότητα, αρκετές αλλαγές ως προς τον τόπο διαμονής του. Στη συνέχεια κατέθεσε ο ίδιος ο καθ' ου η αίτηση. Ανέφερε ότι κατοικούσε στην Ουκρανία μέχρι και τον Νοέμβριο του 2006 οπόταν και εγκαταστάθηκε στην Κύπρο. Μέχρι τον Μάρτιο του 2000, ήταν καταχωρημένος από τις Ουκρανικές αρχές ως κάτοικος της πόλης Κάμενετς - Ποντόλφσκα. Εγκατέλειψε αυτή τη διεύθυνση το 2003 και καταχώρησε την αλλαγή στο διαβατήριο εσωτερικού ως υποχρεούτο από την Ουκρανική Νομοθεσία. Καθ' όλη τη διάρκεια προτού αποχωρήσει από την Ουκρανία, είχε αποταθεί στις αρμόδιες αρχές τόσο για αλλαγή του χώρου κατοικίας του όσο και για απόκτηση ακίνητης περιουσίας αλλά και για άλλης φύσεως εργασίες. Το βασικό έγγραφο για πιστοποίηση της ταυτότητας στην Ουκρανία, είναι το λεγόμενο «εσωτερικό διαβατήριο» (τεκμ.15). Χωρίς αυτό δεν μπορείς να εργαστείς να αγοράσεις ακίνητο ή να στείλεις τα παιδιά σου στο σχολείο. Αναφέρθηκε στη σελίδα 6 του εγγράφου αυτού σύμφωνα με την οποία άλλαξε βάση της νομοθεσίας τη φωτογραφία του στο εσωτερικό διαβατήριο. Η Ουκρανική νομοθεσία καθορίζει ότι η φωτογραφία θα πρέπει να αλλάξει τρεις φορές στη ζωή κάθε πολίτη. Στην σελίδα 6 του τεκμηρίου 15, αναφέρεται ότι ο καθ' ου στις 20/1/2005 αποτάθηκε στο Αστυνομικό Τμήμα Σοσνόβσκυ όπου εγκρίθηκε η νέα φωτογραφία στο εσωτερικό του διαβατήριο. Αυτό έπρεπε να γίνει γιατί σύμφωνα με το νόμο συμπλήρωσε το 45ο έτος της ηλικίας του. Προς τον σκοπό αυτό, παρουσιάστηκε στην περιφερειακή αστυνομία Σοσνόβσκυ που απέχει αρκετά από τον χώρο που τότε εργαζόταν. Στη σελίδα 10 του εσωτερικού διαβατηρίου, αναφέρεται η οικογενειακή του κατάσταση. Στις 19/10/2001 ο γάμος του διαλύθηκε με απόφαση Δικαστηρίου. Παρουσιάστηκε προσωπικά ο ίδιος στο Δικαστήριο στη διαδικασία διαζυγίου. Στη σελίδα 11, αναφέρεται ότι στις 28/2/2003 άλλαξε τόπο διαμονής. Προς το σκοπό αυτό παρουσιάστηκε προσωπικά ο ίδιος στην αστυνομία. Αναφέρεται δε η υπογραφή του κρατικού αξιωματούχου που επιλήφθηκε του θέματος. Επιπλέον, στις 28/12/2004 καταχωρήθηκε στο εσωτερικό του διαβατήριο νέα διεύθυνση επειδή άλλαξε και πάλι τόπο εργασίας. Παρουσιάστηκε ο ίδιος προσωπικά στο αρμόδιο κρατικό τμήμα για καταχώρηση της αλλαγής του χώρου διαμονής του. Ο καθ' ου ισχυρίστηκε ότι για αυτές τις διαδικασίες στην Ουκρανία, χρειάζεται η προσωπική παρουσία του ενδιαφερόμενου πολίτη και δεν μπορούν να γίνουν διά αντιπροσώπου. Στη συνέχεια, στις 15/10/2005 πήγε για άλλη εργασία στην πόλη του Κίεβου. Άλλαξε επίσης χώρο διαμονής στο εσωτερικό διαβατήριο με την ίδια ακριβώς διαδικασία. Αγόρασε σπίτι στο Κίεβο στις 27/10/2005 και η αγορά αυτή καταχωρήθηκε στη σελίδα 12 του εσωτερικού του διαβατηρίου. Για την εγγραφή αυτή, παρουσιάστηκε στην αστυνομία της πόλης του Κιέβου. Μέχρι σήμερα, ο καθ' ου ανέφερε ότι είναι καταχωρημένος σε αυτή τη διεύθυνση. Στη συνέχεια, ο μάρτυρας αναφέρθηκε στις καταχωρήσεις στο διαβατήριο του (τεκμ. 5), στις οποίες εμφαίνονται αφιξοαναχωρήσεις του από την Ουκρανία χωρίς να τον συλλάβει όπως είπε κανένας. Αναφέρθηκε σε αναχωρήσεις μέσω διεθνών αεροδρομίων της Ουκρανίας για διάφορες χώρες του εξωτερικού και σε ταξίδια στη Βουλγαρία με το αυτοκίνητο του μέσω Μολδαβίας. Στην αντεξέταση, ανέφερε ότι η πρώην σύζυγος του διαμένει με την κόρη τους στην Ουκρανία. Στην εταιρεία για την οποία τον κατηγορούν οι Ουκρανικές αρχές για υπεξαίρεση, εργάστηκε από το 1997 μέχρι το
- Του υποβλήθηκε ότι στο C.V. του που καταχωρήθηκε για άδεια παραμονής του στην Κύπρο δεν αναφέρεται η εργασία του σε αυτή την εταιρεία. Απάντησε ότι δεν γνωρίζει καθόλου Αγγλικά και ότι την αίτηση τη συνέταξε ο δικηγόρος του. Αρνήθηκε όμως ότι γνώριζε ότι εκκρεμούσε ένταλμα σύλληψης εναντίον του σε σχέση με την εργασία του σε αυτή την εταιρεία. Επρόκειτο όπως είπε για μικρή επιχείρηση βότκας, η οποία μέχρι το 1999 ήταν κρατική εταιρεία. Οι γονείς του με τους οποίους διατηρεί πολύ καλές σχέσεις, διαμένουν μέχρι σήμερα στην Ουκρανία στο πατρικό του σπίτι. Διατηρεί τηλεφωνική επαφή μαζί τους σε εβδομαδιαία βάση παρότι δεν πήγε να τους δει από το
- Ο λόγος που δεν ταξίδεψε από το 2006, είναι γιατί έχει κάποια προβλήματα υγείας που τον εμποδίζουν. Η κόρη του διαμένει συνήθως στην Ουκρανία παρότι έρχεται για αρκετά μεγάλα χρονικά διαστήματα και στην Κύπρο. Συντηρείται αποκλειστικά από τον ίδιο όπως είπε και επισκέπτεται συχνά και τους γονείς του. Οι γονείς του δεν του ανέφεραν ποτέ στις τηλεφωνικές τους επικοινωνίες ότι τον αναζητά η αστυνομία. Αν ήξεραν ότι αντιμετώπιζε τέτοιο πρόβλημα θα πέθαιναν όπως είπε αμέσως αφού πρόκειται για ηλικιωμένα άτομα. Αρνήθηκε υποβολές ότι η κόρη του ρωτήθηκε και δεν απεκάλυψε που βρίσκεται ο ίδιος. Ισχυρίστηκε ότι όλος ο κόσμος γνωρίζει που βρίσκεται και ήταν πολύ εύκολο για τις Ουκρανικές αρχές να τον βρουν αν ήθελαν να τον αναζητήσουν. Του υποβλήθηκε ότι όφειλε να ειδοποιήσει την Πρεσβεία της Ουκρανίας στην Κύπρο για το ότι βρίσκεται εδώ σύμφωνα με τη σελίδα 33 του διαβατηρίου του. Απάντησε ότι η άδεια παραμονής του εκδόθηκε μόλις στις 9/1/2009 και δεν πρόλαβε ως εκ τούτου να πληροφορήσει την Πρεσβεία. Αγορεύσεις Ο κ. Μαρκίδης στην τελική του αγόρευση, αναφέρθηκε σε μία σειρά λόγων οι οποίοι κατά τον ίδιο από μόνοι τους είναι αρκετοί για να οδηγήσουν στην απόρριψη της αίτησης. Θα αναφερθώ συνοπτικά στην επιχειρηματολογία του συνηγόρου διαχωρίζοντας κατά θέματα τα ζητήματα που έθιξε. Α) Δεν υφίστανται οι προϋποθέσεις του άρθρου 12 της συνθήκης. Η σύμβαση αναφέρεται σε έγγραφα τα οποία οφείλει η αιτούσα χώρα να αποστείλει για να δικαιολογείται το αίτημα της για έκδοση. Ήταν η θέση του κ. Μαρκίδη ότι τα συμπληρωματικά έγγραφα που αποστάληκαν (τεκμ.7) δεν αντικατέστησαν την αρχική δέσμη (τεκμ.6). Σύμφωνα με τη συνοδευτική επιστολή του τεκμηρίου 7, τα έγγραφα στάλθηκαν επιπρόσθετα (in addition) με τα έγγραφα του τεκμηρίου
- Ο συνήγορος αναφέρθηκε στην Ελληνική μετάφραση των αρχικών εγγράφων, η οποία δεν κρίθηκε ικανοποιητική από τον Υπουργείο Δικαιοσύνης της Κύπρου. Για το σκοπό αυτό ζητήθηκε η μετάφραση κάποιων εγγράφων στην Αγγλική τα οποία όμως στάλθηκαν επιπρόσθετα με την πρώτη δέσμη και όχι σε αντικατάσταση τους. Σύγκριση όμως των δύο μεταφράσεων, καταδεικνύει κατά τον συνήγορο πολλές διαφορές μεταξύ τους. Άλλη είναι η έννοια που προσδίδει η Ελληνική μετάφραση και εντελώς διαφορετική η Αγγλική. Οι διαφορές δεν είναι μόνο τυπικές αλλά και ουσιαστικές σε σχέση με τα αδικήματα που αντιμετωπίζει ο καθ' ου στην Ουκρανία. Στα έγγραφα, γίνεται αναφορά σε τρεις υποθέσεις, τα δε αδικήματα στο τεκμήριο 1 με αναφορά στην υπόθεση 25/0573, διαφέρουν ουσιωδώς από τα αδικήματα των δύο άλλων υποθέσεων. Η σύγχυση που προκαλείται κατά τον συνήγορο δεν είναι θεραπεύσιμη και τα Κυπριακά Δικαστήρια δεν μπορούν να ανιχνεύσουν από μόνα τους ποια από τις δύο δέσμες ισχύει προκειμένου να διευκρινιστούν τα αδικήματα που αντιμετωπίζει ο καθ' ου η αίτηση. Επιπλέον κατά τον συνήγορο δεν έχουν εκπληρωθεί οι προϋποθέσεις του άρθρου 12Β της Συνθήκης αφού στα έγγραφα αυτά δεν υπάρχει έκθεση γεγονότων με τις πράξεις που καταλογίζονται στον καθ' ου η αίτηση και οι οποίες κατά τους ισχυρισμούς της αιτούσας χώρας, συνιστούν ποινικά αδικήματα. Ο συνήγορος παρέπεμψε το Δικαστήριο στην υπόθεση Δημοκρατία ν. kolesnikov Πολ. Έφεση 315/06 ημερ. 13.5.2008 όπου η διατύπωση του αιτήματος ήταν πανομοιότυπη και όπου αποφασίστηκε ότι επίσης δεν υπήρχε έκθεση με τις πράξεις που καταλογίζονται στον καθ' ου η αίτηση, υποχρέωση που ρητά απαιτείται από τη Σύμβαση. Ισχυρίστηκε μάλιστα ο συνήγορος ότι η παρούσα υπόθεση είναι ακόμη πιο ξεκάθαρη από την υπόθεση kolesnikov (ανωτέρω) αφού η διατύπωση του αιτήματος από τις Ουκρανικές αρχές, είναι πλήρως λανθασμένη και δεν συνάδει με τις πρόνοιες της Συνθήκης. Β) Τα αδικήματα έχουν παραγραφεί. Ήταν η θέση του κ. Μαρκίδη ότι με βάση τα έγγραφα που απέστειλαν οι Ουκρανικές αρχές, τα αδικήματα έχουν παραγραφεί. Σε αυτή την περίπτωση το αίτημα θα πρέπει να απορριφθεί όχι μόνο λόγω παραγραφής αλλά και λόγω έλλειψης ειλικρίνειας εκ μέρους της αιτούσας χώρας. Η θέση της αιτούσας χώρας είναι ότι ο καθ' ου εξαφανίστηκε από την επικράτεια της Ουκρανίας από τις 17/4/
- Η μαρτυρία όμως που προσκομίστηκε στο Δικαστήριο, κατέδειξε ακριβώς το αντίθετο. Ούτε αποδείχθηκε ότι ο καθ' ου κρυβόταν αφού αποδεδειγμένα έφευγε και επανερχόταν στην Ουκρανία, διερχόμενος από σύνορα που ελέγχονται από τις Ουκρανικές αρχές και δεχόμενος στο διαβατήριο του σωρεία σφραγίδων της Ουκρανίας. Από τη στιγμή δε που δεν δόθηκαν ικανοποιητικές απαντήσεις σε σχέση με αυτά τα θέματα, η περίοδος παραγραφής των αδικημάτων έχει κατά το συνήγορο συμπληρωθεί. Οι κινήσεις του καθ' ου η αίτηση, δείχνουν άνθρωπο που δεν κρυβόταν αφού η πραγματικότητα είναι ότι δεν γνώριζε ότι εκκρεμούσε ένταλμα σύλληψης εναντίον του και δεδομένου ότι δεν έγινε κατάταξη των αδικημάτων που αντιμετωπίζει δεν τίθεται θέμα να παραγραφούν στην περίοδο των 10 με 15 ετών. Γ) Αναδρομική εφαρμογή ποινικών νόμων. Σύμφωνα με τις Ουκρανικές αρχές, τα κατ' ισχυρισμό αδικήματα τελέστηκαν από τον Οκτώβριο του 1999 έως και τον Μάρτιο του
- Είναι η θέση του κ .Μαρκίδη ότι η αναθεώρηση του Ουκρανικού Ποινικού Κώδικα, έγινε το
- Τέθηκε δηλαδή σε ισχύ μετά την κατ' ισχυρισμό τέλεση των αδικημάτων. Με βάση τον νέο Ποινικό Κώδικα, έχουν διαφοροποιηθεί και οι ποινές για τα υπό κρίση αδικήματα που ίσχυαν στον παλιό Ποινικό Κώδικα του
- Ο κίνδυνος ο καθ' ου η αίτηση να καταδικαστεί για αδικήματα που δεν υπήρχαν στο Νόμο ή για τα οποία προβλεπόταν ηπιότερη ποινή είναι κατά τον κ. Μαρκίδη, ορατός. Αναφέρθηκε ο συνήγορος στο σημείο αυτό στην απόφαση του ΕΔΑΔ Soering v. United Kingdom (App. No. 14038/88 ημ. 7.7.1989, σύμφωνα με την οποία δεν επιτρέπεται η έκδοση στις περιπτώσεις όπου υπάρχει σοβαρή πιθανότητα παραβίασης των δικαιωμάτων του καθ' ου η αίτηση. Δ) Η αιτούσα αρχή. Ο κ. Μαρκίδης διερωτήθηκε κατά πόσον το αίτημα θα έπρεπε να αποσταλεί από τον Γενικό Εισαγγελέα της Ουκρανίας ή από το Υπουργείο Δικαιοσύνης αυτής της χώρας. Σύμφωνα με το τεκμήριο 8, τόσο το Υπουργείο Δικαιοσύνης της Ουκρανίας όσο και ο Γενικός Εισαγγελέας αποτελούν τις αρχές οι οποίες είναι υπεύθυνες για ζητήματα έκδοσης. Το δεύτερο πρωτόκολλο όμως αναφέρεται σαφώς ότι επίσημη αρχή για τα ζητήματα αυτά είναι το Υπουργείο Δικαιοσύνης. Στην παρούσα περίπτωση, η απόφαση λήφθηκε από ανακριτικές αρχές. Το αίτημα αλλά και το ένταλμα σύλληψης σύμφωνα με τα έγγραφα που αποστάληκαν, αποτελούν απόφαση Δικαστηρίου ημερομηνίας 28/1/
- Στην περίπτωση αυτή κατά τον συνήγορο, είναι σαφές ότι το αίτημα θα έπρεπε να διαβιβαστεί από το Υπουργείο Δικαιοσύνης και όχι από τον Γενικό Εισαγγελέα της Ουκρανίας. Αποτέλεσμα είναι να μην είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε κατά πόσον το Υπουργείο Δικαιοσύνης της Ουκρανίας που είναι και το αρμόδιο όργανο, επιθυμεί την έκδοση του καθ' ου η αίτηση. Ήταν σαφής στο σημείο αυτό η θέση του συνηγόρου ότι σύμφωνα με το τεκμήριο 8 όταν το αίτημα αποστέλλεται από το Δικαστήριο, αρμόδια αρχή είναι το Υπουργείο και όχι ο Γενικός Εισαγγελέας. Στην Ουκρανία δε ο καθ' ου η αίτηση θα μπορούσε να συλληφθεί μόνο με απόφαση Δικαστηρίου αφού είναι το Δικαστήριο που επιζητά την έκδοση του. Ε) Παραβίαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων Ήταν επιπλέον η θέση του κ. Μαρκίδη ότι σε περίπτωση έκδοσης του καθ' ου στην Ουκρανία, υπάρχει σοβαρός κίνδυνος παραβίασης των δικαιωμάτων του πελάτη του για δίκαιη Δίκη. Ενώ όταν τα κατ' ισχυρισμό αδικήματα διαπράχθηκαν στις 17/4/2000, οκτώ χρόνια αργότερα και συγκεκριμένα το 2008, στάλθηκε ειδοποίηση στην Interpol για τη σύλληψη του καθ' ου η αίτηση. Το γεγονός αυτό από μόνο του ότι δηλαδή για τόσα χρόνια οι Ουκρανικές αρχές έκδηλα δεν ενδιαφέρθηκαν να ανεύρουν τον καθ' ου η αίτηση καθιστά το ενδεχόμενο διεξαγωγής δίκαιης Δίκης στην Ουκρανία, εντελώς απίθανο. ΣΤ) Γενικό καθήκον ειλικρίνειας. Οι Ουκρανικές αρχές κατά τον κ .Μαρκίδη δεν εκπλήρωσαν το γενικό καθήκον ειλικρίνειας που όφειλαν προς τα Δικαστήρια της Κύπρου προκειμένου αυτά να εγκρίνουν το αίτημα τους. Συγκεκριμένα δεν έδωσαν καμία ικανοποιητική εξήγηση γιατί για οκτώ χρόνια δεν προέβηκαν σε καμία ενέργεια ανεύρεσης του καθ' ου η αίτηση και προώθησης της διαδικασίας. Ήταν η εισήγηση του συνηγόρου ότι στην παρούσα υπόθεση οι Ουκρανικές αρχές δεν απεκάλυψαν όλα τα γεγονότα στο Δικαστήριο, υπονοώντας στο σημείο αυτό ότι πιθανόν οι δίωξη του καθ' ου η αίτηση μετά από τόσα χρόνια να είναι αποτέλεσμα αλλότριων κινήτρων. Ζ) Η εγκυρότητα του εντάλματος σύλληψης. Η θέση του συνηγόρου υπεράσπισης στο σημείο αυτό είναι ότι το τεκμήριο 6 το οποίο αναφέρεται σε απόφαση ημερομηνίας 28/1/2004, καλούμενη «άδεια για σύλληψη» δεν μπορεί να αποτελεί ένταλμα σύλληψης όπως είναι η θέση της αιτούσας χώρας. Η άδεια για σύλληψη όπως αναφέρεται στο έγγραφο αυτό δεν μπορεί να συνιστά ένταλμα σύλληψης ούτε και επεξηγείται τι σημαίνει αυτή η φράση. Δεν υπάρχει σαφής μαρτυρία ως εκ τούτου κατά τον συνήγορο ότι υπάρχει εν ισχύ ένταλμα σύλληψης στην Ουκρανία για τον καθ' ου η αίτηση. Οι θέσεις της αιτούσας χώρας Η συνήγορος για την αιτούσα χώρα στην αγόρευση της, ανέφερε ότι τα έγγραφα που διαβάστηκαν από την Ουκρανία προς υποστήριξη της αίτησης (τεκμ. 6 & 7), ικανοποιούν πλήρως τις πρόνοιες του άρθρου 12 της συνθήκης. Έχει διαβιβαστεί ένα πιστό αντίγραφο του εντάλματος σύλληψης με τίτλο «determination» όπως φαίνεται στο τεκμήριο
- Στην αρχική δέσμη (τεκμ. 6), φαίνεται επιστολή αναφορικά με την χορήγηση άδειας για σύλληψη του καθ' ου η αίτηση. Όσον αφορά την έκθεση πράξεων που απαιτείται από το άρθρο 12 της σύμβασης, η συνήγορος αναφέρθηκε ότι περιλαμβάνεται στο τεκμήριο 7 με τίτλο «certificate on evidence in the criminal matter.». Εκθέσεις γεγονότων υπάρχουν κατά την συνήγορο και στο τεκμήριο 6 σε έγγραφο με τον τίτλο «Πιστοποιητικό Τεκμηρίων». Η υπόθεση Kolesnikov διαφοροποιείται κατά την συνήγορο από την παρούσα καθότι εκεί δεν υπήρχε έκθεση γεγονότων και επίσης είχαν επισημανθεί αντιφατικά γεγονότα. Όσον αφορά το θέμα της παραγραφής, η συνήγορος εισηγήθηκε ότι οι Ουκρανικές αρχές επανειλημμένα δηλώνουν στα έγγραφα που απέστειλαν ότι τα αδικήματα που αντιμετωπίζει ο καθ' ου στην Ουκρανία δεν έχουν παραγραφεί. Στο τεκμήριο 11 εξηγείται ότι το ένταλμα σύλληψης εκδόθηκε εναντίον του στις 17.4.2000 και ότι με βάση το νέο Ποινικό Κώδικα της Ουκρανίας του 2001 και του γεγονότος ότι προέκυψαν νέα στοιχεία, εκδόθηκε νέο κατηγορητήριο και νέο ένταλμα σύλληψης στις 27.1.2004 και 28.1.2004 αντίστοιχα. Η συνήγορος αναφέρθηκε και στο θέμα της παρέλευσης μεγάλου χρονικού διαστήματος από την τέλεση των αδικημάτων. Ήταν η θέση της ότι το ζήτημα αυτό μπορεί να εξεταστεί μόνο από το Ανώτατο Δικαστήριο στην διαδικασία habeas corpus δυνάμει του άρθρου 10.3 (β) της σύμβασης. Ούτε υπάρχει μαρτυρία ότι η καθυστέρηση έχει επηρεάσει τις συνθήκες δίκαιης Δίκης στην Ουκρανία. Ακολούθως, η συνήγορος για την αιτούσα χώρα αναφέρθηκε στην δοθείσα μαρτυρία, υποδεικνύοντας κατ' ισχυρισμό αντιφάσεις στην μαρτυρία του καθ' ου η αίτηση και κάλεσε το Δικαστήριο να τον κρίνει ως αναξιόπιστο. Όσον αφορά το θέμα της αναδρομικής εφαρμογής του Ποινικού Νόμου, η συνήγορος ισχυρίστηκε ότι με τον νέο Ποινικό Κώδικα του 2001, έχουν μειωθεί οι ποινές των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο καθ' ου η αίτηση. Το γεγονός ότι η τροποποίηση του ποινικού κώδικα έχει αναδρομική ισχύ, προκύπτει από τα έγραφα που απεστάλησαν από τις Ουκρανικές αρχές. Όμως με την τροποποίηση δεν δημιουργούνται κατά την συνήγορο νέα αδικήματα αλλά απλά έχουν μειωθεί οι ποινές αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο καθ' ου η αίτηση. Επιπλέον στο τεκμήριο 6, εξηγείται γιατί μετά που τέθηκε σε ισχύ την 1.9.2001 ο νέος Ποινικός Κώδικας, χρειάστηκε να κατηγορηθεί ο καθ' ου με βάση το νέο νομοθετικό πλαίσιο που ισχύει στην Ουκρανία. Αναφορικά με το ζήτημα της αρμόδιας αρχής που είναι επιφορτισμένη να ζητά την έκδοση φυγοδίκων στην Ουκρανία, η συνήγορος ισχυρίστηκε ότι αυτή είναι το Prosecutor General's Office όταν η αίτηση γίνεται για σκοπούς δίωξης (pre-trial investigation) σε αντίθεση με την εκτέλεση Δικαστικής απόφασης. Η παρούσα υπόθεση βρίσκεται στο στάδιο της προανάκρισης και το γεγονός ότι το ένταλμα σύλληψης εκδόθηκε από το Δικαστήριο δεν έχει σημασία κατά την συνήγορο ούτε επηρεάζει την εξουσία του Γενικού Εισαγγελέα να ζητά την έκδοση προσώπων για να Δικαστούν στην Ουκρανία. Τέλος, η συνήγορος ισχυρίστηκε ότι δεν τίθεται θέμα παραβίασης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων του καθ' ου, σε περίπτωση έκδοσης του στην Ουκρανία. Η καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης στην προκειμένη περίπτωση, οφείλεται στην επιτυχημένη προσπάθεια του καθ' ου να διαφύγει τη δίωξη. Ως εκ τούτου δεν μπορεί να επικαλείται αυτή την καθυστέρηση για να αποδείξει παράβαση των δικαιωμάτων του για δίκαιη Δίκη, σε σύντομο χρονικό διάστημα. Ούτε έχει αποδειχθεί κατά την συνήγορο με σχετική μαρτυρία, παράβαση του καθήκοντος ειλικρίνειας του αιτούντος κράτους ή απόκρυψη οιωνδήποτε στοιχείων εκ μέρους του. Όλα τα γεγονότα που στοιχειοθετούν το αίτημα έκδοσης, βρίσκονται κατά την συνήγορο στις δύο δέσμες που στάλθηκαν από την Ουκρανία (τεκμ.6 & 7). Πέραν τούτου, οι Ουκρανικές αρχές έχουν δώσει απαντήσεις σε όλα τα ζητήματα που τέθηκαν από την υπεράσπιση, αναφορικά με την καθυστέρηση της υπόθεσης, η οποία κατά την συνήγορο οφείλεται αποκλειστικά στον ίδιο τον καθ' ου η αίτηση. Νομική πτυχή -Συμπεράσματα Η παρούσα αίτηση στηρίζεται στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Έκδοσης Φυγοδίκων που υπογράφτηκε στο Παρίσι στις 13.12.1957 και η οποία κυρώθηκε από την Κυπριακή Δημοκρατία με τον Νόμο 95/70 και στον Περί Εκδόσεως Φυγοδίκων Νόμο 97/70 όπως τροποποιήθηκε. Ο Νόμος 97/70 ρυθμίζει γενικά τις προϋποθέσεις και την διαδικασία για την έκδοση Φυγοδίκων ενώ ο Νόμος 95/70 καθορίζει τις προϋποθέσεις για την έκδοση φυγοδίκων, ειδικά μεταξύ των χωρών που προσχώρησαν στην πιο πάνω Σύμβαση. Η έκδοση φυγοδίκου από την φύση της, αφορά διαδικασία ποινικής φύσης. Παρόλα αυτά, η διαδικασία εξέτασης αιτήματος έκδοσης συνιστά πολιτική δικαιοδοσία, η οποία όμως δεν εξομοιώνεται με αστική αγωγή. Στην υπόθεση Μελάς ν. Αρχηγού Αστυνομίας
(1998)1 Α.Α.Δ 2261, λέχθηκε ότι πρόκειται για μια ειδική διαδικασία, προσαρμοσμένη στην φύση του αντικειμένου της αίτησης για την έκδοση φυγοδίκου. Κύριος σκοπός, είναι η διαπίστωση της ύπαρξης των προϋποθέσεων για την έκδοση. Επιπλέον στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας (αρ.1)
(1992)1 Α.Α.Δ 136, λέχθηκε ότι το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου διεξάγεται η διαδικασία αιτήματος έκδοσης σύμφωνα με το άρθρο 9
(2)του Νόμου 97/70, ακολουθεί κατά το πλησιέστερο δυνατό την ίδια διαδικασία όπως ο Δικαστής που διεξάγει προανάκριση. Ο Δικαστής δεν προβαίνει σε διάγνωση των αστικών δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων του φυγόδικου ή οποιασδήποτε κατ' αυτού κατηγορίας. Η διαταγή του Δικαστηρίου στο τέλος της διαδικασίας, μπορεί να οδηγεί είτε στην έκδοση του φυγόδικου είτε στην απόρριψη του αιτήματος. Οι διαδικαστικές προϋποθέσεις για την έκδοση φυγοδίκου, καθορίζονται στο άρθρο 12 του Κυρωτικού Νόμου 95/
- Σύμφωνα με το πιο πάνω άρθρο θα πρέπει το αίτημα να διατυπώνεται εγγράφως μέσω της Διπλωματικής οδού και να υποστηρίζεται από όλα τα σχετικά έγγραφα που αναφέρονται στην σύμβαση. Καθορίζεται μεταξύ άλλων, υποχρέωση στην αιτούσα χώρα όπως προσαγάγει «έκθεση πράξεων» για τις οποίες ζητείται η έκδοση, τον τόπο και χρόνο των πράξεων και παραπομπές στις νομοθετικές διατάξεις που εφαρμόζονται και οι οποίες δέον να εμφαίνονται όσο το δυνατόν ακριβέστερα. Σχετικό είναι το άρθρο 12.2 της σύμβασης το οποίο έχει ως ακολούθως: «
- Προς υποστήριξη της αιτήσεως θέλουσι προσαχθή: (α) Το πρωτόκολλον ή επίσημο αντίγραφον είτε εκτελεστής καταδικαστικής αποφάσεως είτε εντάλματος συλλήψεως ή ετέρας τινός πράξεως, εχούσης την αυτήν ισχύν και εκδιδομένης κατά τους τύπους τους καθοριζομένους υπό της νομοθεσίας του αιτούντος μέρους. (β Έκθεσις των πράξεων δι' ας ζητείται η έκδοσις, ο τόπος και χρόνος πράξεως, ο κατά Νόμον χαρακτηρισμός και οι παραπομπαί εις τας νομοθετικάς διατάξεις αίτινες έχουσιν εφαρμογήν και αίτινες δέον να εμφαίνωνται κατά το δυνατόν ακριβέστερον. (γ) Αντίγραφον των κατ' εφαρμογή διατάξεων ή εφ' όσον τούτο δεν καθίσταται εφικτόν, δήλωσις του Περί εν εφαρμογή δικαίου, ως και ο κατά το δυνατόν ακριβέστερος χαρακτηρισμός του καταζητουμένου ατόμου κατά πάσαν ετέραν πληροφορίαν δυνάμενη να καθορίσει την ταυτότητα και την εθνικότητα τούτου.» Επιπλέον, το άρθρο 2 της Σύμβασης καθιερώνει τον κανόνα της διπλής ή αμφοτερόπλευρης εγκληματικότητας (double criminality). Σύμφωνα με αυτόν, έκδοση διατάσσεται για πράξεις κολάσιμες από τους νόμους τόσον της αιτούσας χώρας όσον και της χώρας από την οποία επιζητείται η έκδοση. Στην υπόθεση Διευθυντής Κεντρικών Φυλακών ν. Golov
(2001)1 Α.Α.Δ 1109, τονίστηκε ότι ο Νόμος 97/70 καθιστά την έκθεση γεγονότων που υποβάλλεται από την αιτούσα χώρα, το απαιτούμενο αποδεικτικό υλικό για έκδοση σε χώρες που προσυπέγραψαν την Σύμβαση. Η νομολογία σύμφωνα με την πιο πάνω απόφαση, επιβεβαιώνει την αρχή ότι το κριτήριο για την έκδοση φυγοδίκου δεν είναι το κατά πόσο το αδίκημα που αναφέρεται στο αλλοδαπό ένταλμα σύλληψης είναι ουσιαστικά παρόμοιο με αδίκημα δυνάμει του ημεδαπού νόμου, αλλά κατά πόσο η συμπεριφορά του φυγόδικου αν αυτή παρατηρηθεί στη χώρα από την οποία ζητείται η έκδοση, θα συνιστούσε αδίκημα σύμφωνα με το νόμο της χώρας αυτής. Είναι γι' αυτό που η έκθεση πράξεων είναι απολύτως αναγκαία για να διερευνηθεί κατά πόσον οι πράξεις αυτές αποτελούν αξιόποινη συμπεριφορά κατά το Κυπριακό Δίκαιο. Επίσης, ο χαρακτηρισμός των αδικημάτων στο αλλοδαπό ένταλμα δεν έχει καθοριστική σημασία, αρκεί όμως το αδίκημα για το οποίο αξιώνεται η έκδοση να αναγνωρίζεται ως ουσιαστικά παρόμοιο και στις δύο χώρες. Σχετική είναι η υπόθεση Mechanov (αρ.2)
(2001)1 Α.Α.Δ 1228,1234, στην οποία λέχθηκε ότι δεν υπάρχει καμία νομοθετική πρόνοια που να απαιτεί ότι η εξουσιοδότηση έναρξης της διαδικασίας θα πρέπει να περιέχει οιεσδήποτε περαιτέρω λεπτομέρειες των αδικημάτων για τα οποία επιζητείται η έκδοση όπως ο ακριβής αριθμός του άρθρου του κώδικα που δημιουργεί το αδίκημα. Παρόλα αυτά, η «έκθεση πράξεων» είναι απολύτως αναγκαία ούτως ώστε το Δικαστήριο να είναι σε θέση να εξετάσει το αξιόποινο των πράξεων που η αιτούσα χώρα καταλογίζει στον εκζητούμενο. Επιπλέον, η προσαγωγή της προβλεπόμενης από την Σύμβαση «έκθεσης πράξεων», αποβλέπει στη σαφή πληροφόρηση τόσο του ίδιου του εκζητούμενου προσώπου όσο και των αρχών της χώρας από την οποία ζητείται η έκδοση, περί των αξιόποινων πράξεων για τις οποίες ζητείται η έκδοση. Σχετική είναι η απόφαση Δημοκρατία ν. kolesnikov Πολ. Έφεση 315/06 ημερ. 13.5.2008. Στην υπόθεση αυτή παρότι την αίτηση συνόδευαν διάφορα έγγραφα Ρωσικών Δικαστηρίων στα οποία γινόταν αναφορά σε αδικήματα που διέπραξε ο εκζητούμενος, εντούτοις δεν υπήρχε οποιοδήποτε έγγραφο το οποίο θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι υπέχει θέση έκθεσης των πράξεων για τις οποίες εζητείτο η έκδοση. Το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση για αυτόν τον λόγο, θεωρώντας ότι δεν είχαν εκπληρωθεί οι προϋποθέσεις του άρθρου 12.2 της σύμβασης. Στην έφεση που ακολούθησε, το Ανώτατο Δικαστήριο επικρότησε την προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστή, αναφέροντας μεταξύ άλλων και τα εξής: « Η προσαγωγή της έκθεσης των πράξεων αποτελεί βασική προϋπόθεση για την έκδοση φυγοδίκων. Η μη προσαγωγή του συγκεκριμένου αυτού στοιχείου, χωρίς δυνατότητα λογικής υποκατάστασής του από άλλα αξιόπιστα στοιχεία που προσάγονται για σκοπούς έκδοσης αναπόφευκτα καθιστά απορριπτέα την αίτηση έκδοσης. Στην προκείμενη περίπτωση ο πρωτόδικος δικαστής ορθά διέκρινε τη Mechanov (Αρ. 2)
(2001)1 ΑΑΔ 1228 από την παρούσα υπόθεση καθότι στη Mechanov υπήρχε ένα δισέλιδο έγγραφο που δεν είχε επικεφαλίδα τη φράση «Έκθεση πράξεων». Ωστόσο, το περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου αποτελούσε ουσιαστικά «έκθεση πράξεων» στην έννοια του άρθρου 12
(2)(β) της Σύμβασης, ικανοποιώντας έτσι τη σχετική προϋπόθεση. Στην υπό εξέταση υπόθεση η παραπομπή στα επισυνημμένα έγγραφα για τον εντοπισμό των ποινικά επιλήψιμων πράξεων του Κολέσνικοφ οι οποίες συνιστούν τα αδικήματα της παραποίησης αποδείξεων και απάτης δεν είναι αρκετή καθότι ολόκληρο το υλικό προς το οποίο γίνεται η παραπομπή, αποτελείται από διάφορα έγγραφα. Το πρωτόδικο δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να επιλέξει σε ποια από αυτά τα έγγραφα θα μπορούσε ενδεχομένως να εντοπιστεί η λεπτομερής περιγραφή των πράξεων ούτε και να ταξινομήσει, σύμφωνα με τη δική του κρίση, τις όποιες πράξεις θεωρούσε ότι ενδεχομένως συνιστούν τα ποινικά αδικήματα για τα οποία αντιμετωπίζει κατηγορίες ο εκζητούμενος. Αυτή η υποχρέωση βαρύνει αποκλειστικά το μέρος το οποίο ζητά την έκδοση. Στην προκείμενη περίπτωση η παράλειψη της Ρωσικής Ομοσπονδίας να υποβάλει την έκθεση των πράξεων ως είχε υποχρέωση, άφησε κενό που δεν μπορούσε υπό τις περιστάσεις να συμπληρωθεί με άλλο τρόπο, όπως ορθά έκρινε ο πρωτόδικος δικαστής. Έχοντας υπόψη την πιο πάνω ανάλυση, θα διερευνήσω κατά πόσον πληρούνται οι προδικαστικές προϋποθέσεις για εξέταση του αιτήματος και συγκεκριμένα κατά πόσον επισυνάπτονται με την αίτηση τα αναγκαία έγραφα όπως έκθεση γεγονότων, ένταλμα σύλληψης, καθώς και καθορισμός των αδικημάτων δυνάμει του Ουκρανικού Δικαίου. Όπως έχει προαναφερθεί, οι Ουκρανικές αρχές έχουν αποστείλει αρχικά μια δέσμη εγγράφων (τεκμ. 6) με την οποία ζητούσαν την έκδοση του καθ' ου η αίτηση. Η δέσμη αυτή αποτελείται εκτός από αποσπάσματα από τον Ποινικό Κώδικα και τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας της Ουκρανίας και σε σωρεία εγγράφων που αναφέρονται στα γεγονότα και την πορεία της υπόθεσης όπως αντίγραφα Δικαστικών αποφάσεων για την σύλληψη του καθ' ου, έγγραφα για την προκαταρκτική ανάκριση, έκθεση για την εξέλιξη της υπόθεσης καθώς και σε πιστοποιητικό τεκμηρίων και σε συμπεράσματα σχετικά με την υπηκοότητα του καθ' ου η αίτηση. Στην επιστολή που συνοδεύει την δέσμη εγγράφων του τεκμηρίου 6, αναγράφεται στην Αγγλική γλώσσα ότι οι συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, αναφέρονται με λεπτομέρεια στα επισυναπτόμενα έγγραφα (the circumstances of the crimes committed by him are stated in detail in the enclosed documentation). Ακολουθεί έγγραφο που φέρει τον τίτλο «αίτηση» στο οποίο αναφέρονται γενικά τα πορίσματα της προανάκρισης και γίνεται προσπάθεια αιτιολόγησης του αιτήματος έκδοσης. Γενική αναφορά στα γεγονότα της υπόθεσης, γίνεται και στο έγγραφο με τίτλο «πιστοποιητικό τεκμηρίων» καθώς και σε άλλα έγγραφα που τιτλοφορούνται ως αποφάσεις όπως τα έγγραφα «απόφαση για την σύλληψη», «απόφαση για την αγωγή του εναγομένου» καθώς και δύο έγγραφα με τίτλο «απόφαση για την εξέλιξη της ποινικής υπόθεσης». Προσεκτική μελέτη του τεκμηρίου 6, καταδεικνύει ότι η μετάφραση στην Ελληνική γλώσσα δεν ήταν η καλύτερη δυνατή με αποτέλεσμα σε αρκετά από τα έγγραφα που μεταφράστηκαν να μην είναι δυνατόν να εξαχθεί ακριβές νόημα στην Ελληνική γλώσσα. Αυτός ήταν και ο λόγος που σύμφωνα με την μαρτυρία της κας Μορφάκη, ζητήθηκε όπως ορισμένα από τα έγγραφα μεταφραστούν στην Αγγλική γλώσσα όπως άλλωστε είχε δικαίωμα να ζητήσει η Κυπριακή Δημοκρατία δυνάμει της Σύμβασης. Οι Ουκρανικές αρχές, απέστειλαν τότε μια δέσμη εγγράφων (τεκμ.7), η οποία αποτελείται από μέρος των εγγράφων του τεκμηρίου 6, αυτή την φορά μεταφρασμένα όχι στην Ελληνική αλλά στην Αγγλική γλώσσα. Όπως όμως πολύ σωστά επισημάνθηκε από τους συνηγόρους του καθ' ου η αίτηση, το τεκμήριο 7 δεν αποστάληκε σε αντικατάσταση του τεκμηρίου 6 αλλά επιπρόσθετα (in addition) με αυτό. Αποτέλεσμα ήταν να κατατεθούν στο Δικαστήριο άλλα εννέα έγγραφα, πλείστα των οποίων αναφέρονται στα γεγονότα της υπόθεσης και στις πράξεις που καταλογίζονται στον καθ' ου η αίτηση από τις Ουκρανικές αρχές. Τα πράγματα περιπλέκονται ακόμη περισσότερο αν αναλογιστεί κανείς ότι η μετάφραση στην Αγγλική κάποιων εγγράφων δεν είναι πάντοτε πιστή με το νόημα που προέκυπτε από την έστω μη ικανοποιητική Ελληνική μετάφραση. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το έγγραφο που τιτλοφορείται στην Ελληνική μετάφραση του τεκμηρίου 6 ως «αίτηση για έκδοση» και το οποίο αντιστοιχεί στο έγγραφο με τίτλο «request for extradition» στην Αγγλική μετάφραση του τεκμηρίου
- Το Αγγλικό κείμενο είναι πολύ διαφορετικό και πιο αναλυτικό από το Ελληνικό με αποτέλεσμα να υπάρχει σοβαρή αμφιβολία κατά πόσον τα δύο αυτά έγγραφα αποτελούν μετάφραση του ιδίου Ουκρανικού εγγράφου. Το ίδιο συμβαίνει και με τα άλλα έγγραφα του τεκμηρίου 7 σε μικρότερη έκταση. Είναι γεγονός ότι σύμφωνα με την νομολογία δεν είναι αναγκαίο το έγγραφο που αναφέρεται στα γεγονότα της υπόθεσης να φέρει τίτλο «έκθεση πράξεων». Αρκεί το περιεχόμενο του να αποτελεί ουσιαστικά έκθεση των αξιόποινων πράξεων που καταλογίζονται στον εκζητούμενο (βλ. Mechanov (Αρ.2) ανωτέρω). Η συνήγορος για την αιτούσα χώρα, κάλεσε το Δικαστήριο να επιλέξει ως την «έκθεση πράξεων» που απαιτεί η Σύμβαση, το έγγραφο με τίτλο «πιστοποιητικό τεκμηρίων» από την δέσμη του τεκμηρίου 6 και το έγγραφο με τίτλο «certificate of evidence» από την δέσμη του τεκμηρίου 7 χωρίς να αιτιολογήσει όμως την πιο πάνω θέση της αφού στις δύο δέσμες υπάρχει σωρεία άλλων εγγράφων που αναφέρονται σε γεγονότα της υπόθεσης και σε αξιόποινες πράξεις που καταλογίζονται στον καθ' ου η αίτηση. Γιατί π.χ να μην επιλεγεί το έγγραφο του τεκμηρίου 7 με τίτλο «request for extradition» στο οποίο επίσης αναφέρονται γεγονότα της υπόθεσης. Εξ' άλλου, όταν η σύμβαση αναφέρεται σε «έκθεση πράξεων», μιλά για ένα μόνο έγγραφο που οφείλει να αποστείλει η αιτούσα χώρα και όχι σε σειρά εγγράφων από τα οποία το Δικαστήριο θα μπορούσε να επιλέξει κάποια που αναφέρονται στα γεγονότα της υπόθεσης. Αυτό άλλωστε δεν επιτρέπεται από την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Κύπρου (βλ. Kolesnikov ανωτέρω). Επίσης, η επιστολή που συνοδεύει την αίτηση αναφέρει ως προαναφέρθηκε ότι οι συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, αναφέρονται με λεπτομέρεια στα επισυναπτόμενα έγγραφα (the circumstances of the crimes committed by him are stated in detail in the enclosed documentation). Αν οι Ουκρανικές αρχές ήθελαν να περιορίσουν την αναφορά στα γεγονότα της υπόθεσης στα δύο πιο πάνω έγγραφα που εισηγείται η κα Λοϊζίδου θα το ανέφεραν ρητά στην συνοδευτική τους επιστολή και δεν θα αναφέρονταν γενικά στα επισυναπτόμενα έγγραφα. Μόνο έτσι θα μπορούσαν κατά την κρίση μου να θεωρηθούν τα δύο πιο πάνω έγγραφα ως «έκθεση πράξεων» που η σύμβαση απαιτεί για την εξέταση του αιτήματος. Γεγονός παραμένει ότι η αιτούσα χώρα όφειλε με την αίτηση της να αποστείλει εγγράφως «έκθεση πράξεων» στην οποία να αναφέρονται με λεπτομέρεια οι αξιόποινες πράξεις που καταλογίζει στον καθ' ου η αίτηση για σκοπούς πληροφόρησης τόσον του ιδίου του εκζητούμενου, όσον και του παρόντος Δικαστηρίου. Υποχρέωση την οποία η αιτούσα χώρα δεν εκπλήρωσε αφού δεν είναι ευθύνη του Δικαστηρίου όπως προανέφερα να εντοπίσει σε ποια από τα πολλά έγγραφα που κατατέθηκαν, μπορούν να εντοπιστούν οι πράξεις που καταλογίζονται στον καθ' ου η αίτηση. Η αίτηση όμως θα πρέπει να απορριφθεί και για ένα επιπρόσθετο λόγο. Ήταν η θέση της αιτούσας χώρας ότι τα αδικήματα που αντιμετωπίζει ο καθ' ου δεν έχουν παραγραφεί αφού σύμφωνα με το Ουκρανικό δίκαιο, η προθεσμία παραγραφής σταματά από την στιγμή που ο κατηγορούμενος αποφεύγει την Δίκη του. Ήταν δε σαφώς η θέση της αιτούσας χώρας ότι ο καθ' ου η αίτηση αποφεύγει την ανάκριση, εξ' ου και καταζητείται από το 2000 στην Ουκρανία από το έδαφος της οποίας έχει έκτοτε εξαφανιστεί. Η μαρτυρία όμως που προσάχθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου κάθε άλλο δείχνει κάτι τέτοιο. Είναι προφανές ότι ο καθ' ου η αίτηση καθ' όλον το χρονικό διάστημα από το 2000 έως το 2006 που εγκαταστάθηκε στην Κύπρο, ταξίδευε στο εξωτερικό και επανερχόταν στην Ουκρανία χωρίς να συλληφθεί. Επίσης στο εσωτερικό του διαβατήριο (τεκμ.16), εμφαίνονται πολλές σφραγίδες κρατικών αρχών της Ουκρανίας χωρίς και πάλι να συλληφθεί. Το γεγονός αυτό δεν έχει αμφισβητηθεί από τους αιτητές. Η συνήγορος για την αιτούσα χώρα, εισηγήθηκε όμως ότι στα σύνορα με την Μολδαβία δεν υπάρχει έλεγχος διαβατηρίων και ότι οι σφραγίδες στο εσωτερικό διαβατήριο του καθ' ου η αίτηση θα μπορούσαν να τοποθετηθούν όχι μόνο στην παρουσία του αλλά και δι' αντιπροσώπου. Πέραν του γεγονότος ότι δεν έχει δοθεί σχετική μαρτυρία επί του προκειμένου, η πλευρά της αιτούσας χώρας δεν μπόρεσε να εξηγήσει γιατί δεν συνελήφθη ο καθ' ου όταν αναχωρούσε ή εισερχόταν στην Ουκρανία από άλλα αεροδρόμια και όχι μέσω των συνόρων της Μολδαβίας. Σε μια μάλιστα συγκεκριμένη περίπτωση όπου ο καθ' ου αναχώρησε στις 23.9.2006 από το διεθνές αεροδρόμιο Boryspil, οι Ουκρανικές αρχές δεν μπόρεσαν να δώσουν μια ικανοποιητική απάντηση αναφέροντας ότι δεν έχουν κάποια πληροφόρηση γιατί δεν συνελήφθη (τεκμ. 12). Η διαπίστωση αυτή δεν αλλοιώνεται, ακόμη και στην περίπτωση που ο καθ' ου η αίτηση κριθεί αναξιόπιστος ως ήταν η θέση της κας Λοϊζίδου. Αυτό γιατί η αιτούσα χώρα δεν αμφισβήτησε τα στοιχεία που αναφέρονται στο Διαβατήριο και την ταυτότητα του καθ' ου η αίτηση αλλά μόνο προσπάθησε να τα δικαιολογήσει με τον τρόπο που αναφέρεται πιο πάνω. Όμως όπως προανέφερα, οι δικαιολογίες αυτές δεν κρίνονται ως ικανοποιητικές αφού παραμένουν στα επίπεδο της εικασίας και δεν υποστηρίζονται από σχετική μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου. Η απουσία ικανοποιητικών εξηγήσεων από πλευράς Ουκρανικών αρχών σε σχέση με τα πιο πάνω ζητήματα, καταδεικνύει ότι όχι μόνο ο κατηγορούμενος δεν κρυβόταν από το 2000 που τέθηκε στην λίστα των καταζητουμένων προσώπων αλλά αντίθετα κυκλοφορούσε ελεύθερα στην Ουκρανία, συναλλασσόμενος με διάφορες κρατικές υπηρεσίες και περνώντας από διάφορους σταθμούς ελέγχου όπως διεθνή αεροδρόμια της χώρας. Η διαπίστωση αυτή καταρρίπτει την θέση της αιτούσας χώρας ότι η προθεσμία παραγραφής των αδικημάτων έχει σταματήσει. Ως προς το ζήτημα της παραγραφής, αξίζει επιπλέον να σημειωθεί ότι δεν έχουν αποσταλεί από τις Ουκρανικές αρχές λεπτομέρειες για τον χαρακτηρισμό των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο καθ' ου. Ο χρόνος παραγραφής σύμφωνα με τον νέο Ποινικό Κώδικα στης Ουκρανίας, διαφοροποιείται από τον χαρακτηρισμό ενός αδικήματος ως ασήμαντης, μέτριας, μεγάλης και ιδιαίτερα μεγάλης σοβαρότητας. Δεν έχει καθοριστεί όμως στα έγραφα που απεστάλησαν από την Ουκρανία που κατατάσσονται κατά το Ουκρανικό Δίκαιο τα αδικήματα που αντιμετωπίζει ο καθ' ου για να διαπιστωθεί κατά πόσον αυτά έχουν παραγραφεί. Ως αποτέλεσμα, κρίνω ότι η αιτούσα χώρα έχει αποτύχει να ικανοποιήσει και την προδικαστική προϋπόθεση του άρθρου 12.2(γ) της σύμβασης για αποστολή με λεπτομέρεια του νομοθετικού πλαισίου επί του οποίου στηρίζονται οι κατηγορίες. Επιπλέον, η πλευρά του καθ' ου η αίτηση εισηγήθηκε ότι η μεγάλη καθυστέρηση των Ουκρανικών αρχών να προωθήσουν την υπόθεση, έχει ως αποτέλεσμα σε περίπτωση έκδοσης του να παραβιαστούν τα δικαιώματα του για δίκαιη Δίκη. Αναφέρθηκε συγκεκριμένα ότι ενώ ο καθ' ου τέθηκε στην λίστα των καταζητουμένων προσώπων από το 2000 μέχρι και το 2006 που εγκατέλειψε την Ουκρανία, κυκλοφορούσε ελεύθερος μπαινοβγαίνοντας στην χώρα. Τέσσερα χρόνια αργότερα στις 28.1.2004 εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης και εννέα χρόνια μετά, το 2009 επιζητείται η έκδοση του στην Ουκρανία. Ο συνήγορος του καθ' ου η αίτηση, παρέπεμψε επί του προκειμένου στην υπόθεση του Ε.Δ.Α.Δ Soering v. United Kingdom (App. No. 14038/88 ημ. 7.7.1989) όπου αποφασίστηκε ότι παρέχεται εξουσία στο Δικαστήριο να απορρίψει την αίτηση έκδοσης φυγοδίκου στις περιπτώσεις όπου υπάρχει πιθανότητα να μην τύχει δίκαιης Δίκης στην χώρα που αιτείται την έκδοση. Η συνήγορος για την αιτήτρια χώρα στην δική της αγόρευση, αναφέρθηκε στο άρθρο 10.3 (β) του Περί Εκδόσεως Φυγοδίκων Νόμου 97/70 σύμφωνα με το οποίο παρέχεται στο Ανώτατο Δικαστήριο εξουσία κατά την διαδικασία Habeas Corpus να διατάξει την αποφυλάκιση του εκζητουμένου λόγω της παρόδου μεγάλου χρονικού διαστήματος από την διάπραξη του αδικήματος. Ήταν η θέση της συνηγόρου ότι υπό τας περιστάσεις μόνο το Ανώτατο Δικαστήριο θα μπορούσε να εξετάσει τέτοιο θέμα και μάλιστα περιοριστικά στην διαδικασία Habeas Corpus που είναι δυνάμει του Νόμου το ένδικο μέσο που μπορεί ο εκζητούμενος να χρησιμοποιήσει εναντίον πρωτόδικης απόφασης για την έκδοση του. Δεν συμφωνώ με την πιο πάνω άποψη της συνηγόρου για την αιτούσα χώρα. Το Ε.Δ.Α.Δ στην υπόθεση Soering (ανωτέρω), άφησε ανοικτό σε περιπτώσεις έκδοσης φυγοδίκου, το ενδεχόμενο παραβίασης των υποχρεώσεων του κράτους - μέλους για δίκαιη Δίκη κάτω όμως από εξαιρετικές περιστάσεις. Το σχετικό απόσπασμα της παρ. 113 από την πιο πάνω απόφαση έχει ως ακολούθως: "
- The right to a fair trial in criminal proceedings, as embodied in Article 6 (art. 6), holds a prominent place in a democratic society (see, inter alia, the Colozza judgment of 12 February 1985, Series A no. 89, p. 16, § 32). The Court does not exclude that an issue might exceptionally be raised under Article 6 (art. 6) by an extradition decision in circumstances where the fugitive has suffered or risks suffering a flagrant denial of a fair trial in the requesting country." Στα πλαίσια εξέτασης του κατά πόσον υπάρχει πιθανότητα ο εκζητούμενος να μην τύχει δίκαιης Δίκης, το Δικαστήριο μπορεί κατά την γνώμη μου να λάβει υπόψη και το μεγάλο χρονικό διάστημα που διέρρευσε από τη κατ' ισχυρισμό διάπραξη των αδικημάτων σε συνδυασμό βέβαια με τις υπόλοιπες συνθήκες που περιβάλλουν την υπόθεση. Σχετική είναι η υπόθεση Νικολαΐδης ν. Αστυνομίας
(1999)1 Α.Α.Δ 1965 όπου αποφασίστηκε ότι η καθυστέρηση ως παράγοντας ανασχετικός της έκδοσης φυγοδίκου όπως προδιαγράφεται στην Αγγλική Νομολογία, άπτεται και των εχέγγυων της δίκαιης δίκης όπως αυτά προσδιορίζονται στο Σύνταγμα και εξηγούνται από την Κυπριακή Νομολογία και την νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Λέχθηκε επίσης ότι επιβαρυντική καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης φυγοδίκου, δικαιολογεί την απόρριψη αιτήματος προς έκδοση του. Επιβαρυντική είναι η καθυστέρηση η οποία οφείλεται σε λόγους άλλους από την φυγή του υποδίκου, η οποία καθιστά την διεξαγωγή της δίκης στο χρονικό σημείο που θα λάβει χώρα, μέτρο καταπιεστικό για τον κατηγορούμενο. Στην παρούσα υπόθεση τα εννέα χρόνια που πέρασαν από την κατ' ισχυρισμό διάπραξη των αδικημάτων σε συνδυασμό με την απραξία των Ουκρανικών αρχών να προωθήσουν το ένταλμα σύλληψης του καθ' ου η αίτηση ο οποίος διακινούνταν ελεύθερα στην Ουκρανία, δικαιολογεί την άποψη ότι σε περίπτωση έκδοσης πιθανόν να μην τύχει δίκαιης Δίκης. Στο σημείο αυτό να σημειώσω και το στοιχείο της αναδρομικής ισχύος του νέου Ποινικού Κώδικα της Ουκρανίας σε διατάξεις του οποίου στηρίζονται οι κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο καθ' ου η αίτηση. Στην Κύπρο, η αναδρομικότητα των Ποινικών Νόμων είναι Συνταγματικά ανεπίτρεπτη με αποτέλεσμα να παραβιάζεται κατά την κρίση μου η αρχή της αμφοτερόπλευρης εγκληματικότητας. Πέραν τούτου, σύμφωνα με τα έγγραφα που απεστάλησαν από τις Ουκρανικές αρχές, προκύπτει ότι στην περίπτωση φορολογικού αδικήματος δυνάμει του άρθρου 212 του νέου Ποινικού Κώδικα, η προβλεπόμενη ποινή, είναι αυστηρότερη από αυτή που προβλεπόταν από το άρθρο 148.2 του παλαιού Ποινικού Κώδικα του 1960 που ήταν σε ισχύ κατά την κατ' ισχυρισμό διάπραξη του αδικήματος. Επίσης προσεκτική μελέτη των δύο νομοθετημάτων καταδεικνύει ότι τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων στον Κώδικα του 1960 δεν είναι ακριβώς τα ίδια με τα αδικήματα που αντιστοιχούν στον νέο Ποινικό Κώδικα του
- ¨όπως δε πολύ σωστά επισημάνθηκε από τους συνηγόρους του καθ' ου η αίτηση, είναι υπαρκτός ο κίνδυνος ο καθ' ου να δικαστεί για πράξεις που δεν αποτελούσας αδίκημα κατά τον Ποινικό Κώδικα του
- Ανακεφαλαιώνοντας τα πιο πάνω, κρίνω ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί για τους πιο κάτω λόγους: · Παράλειψη της αιτούσας χώρας να συμμορφωθεί με τις προδικαστικές προϋποθέσεις του άρθρου 12 της Σύμβασης και συγκεκριμένα παράλειψη της να αποστείλει «έκθεση πράξεων» καθώς και το πως κατατάσσονται τα υπό κρίση αδικήματα για σκοπούς παραγραφής. · Πιθανότητα μη δίκαιης Δίκης σε περίπτωση έκδοσης λόγω μεγάλου χρονικού διαστήματος από την κατ' ισχυρισμό διάπραξη των αδικημάτων και αναδρομικής ισχύος του νέου Ποινικού κώδικα της Ουκρανίας. Ενόψει των πιο πάνω διαπιστώσεων θεωρώ άσκοπη την ενασχόληση μου με τους υπολοίπους λόγους που επικαλέστηκε ο καθ' ου η αίτηση για απόρριψη της αίτησης όπως την αναρμοδιότητα του Γενικού Εισαγγελέα της Ουκρανίας στην υποβολή της αίτησης, την έλλειψη ειλικρίνειας του αιτούντος κράτους και την κατ' ισχυρισμό έλλειψη πιστοποιημένης μετάφρασης των εγγράφων. Για τους πιο πάνω λόγους, η αίτηση απορρίπτεται. Η παρούσα απόφαση να κοινοποιηθεί στον Υπουργό Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Ανώτερος Επαρχιακός Δικαστής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο