Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Γιώργος Κουλλαπής, Αρ. Αγωγής: 4880/05, 11.09.2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:A218 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Δ. Ι. Κίτσιου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4880/05 Μεταξύ: Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ Εναγόντων και Γιώργος Κουλλαπής, από Λεμεσό Εναγόμενου --------------------- Ημερομηνία: 11.09.2009 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κα Κότσαπα (κ. Π. Χατζηλοϊζου κατά την απόφαση) Για Εναγόμενο: κ. Α. Παπαντωνίου (κ. Σωτηριάδης κατά την απόφαση) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή: Η αγωγή με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο καταχωρήθηκε στις 20.09.2005 με ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, η απαίτηση των εναγόντων (τράπεζα) είναι για το ποσό των ΛΚ18.564,98 πλέον τόκους από 01.07.2005 δυνάμει γραπτής σύμβασης, ημερομηνίας 08.09.1998, που σύναψαν με τον εναγόμενο για παροχή πιστωτικών διευκολύνσεων προς αυτόν στη βάση σχεδίου ονομαζόμενο Εθνοεπενδυτής. Η ακροαματική διαδικασία έχει αρχίσει και από την προσκομισθείσα μαρτυρία των εναγόντων συνοπτικά αναφέρεται πως οι ενάγοντες επιδιώκουν την απόδειξη της απαίτησης τους στο ότι αυτοί ως τράπεζα απλά πλήρωναν με εμβάσματα χρηματιστηριακό γραφείο με το οποίο ο εναγόμενος συνεργαζόταν για τις αγορές που ο τελευταίος έκανε στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου και δεν φέρουν οποιαδήποτε ευθύνη στη μείωση ή αύξηση της αξίας των μετοχών, καμία δε ανάμειξη είχαν υπό τύπο συμβουλής στις αγορές ή και στις πωλήσεις. Από δε τις πληρωμές που γίνονταν εκ μέρους των εναγόντων για τις αγοραπωλησίες του εναγόμενου και επειδή τηρούσαν σχετικό λογαριασμό στο όνομα του, το 2005 υπήρχε ως υπόλοιπο το προαναφερόμενο ποσό της απαίτησης τους. Η θέση του εναγόμενου όπως προδιαγράφηκε με την Υπεράσπιση του αλλά και με τη γραμμή αντεξέτασης των μαρτύρων που παρουσίασαν οι ενάγοντες, είναι πως πρόκειται για άκυρη συμφωνία και/ή ότι αν υπήρξε έγκυρη συμφωνία οι ενάγοντες την έχουν παραβιάσει και κυρίως οι ενάγοντες ενώ είχαν εξουσία και υποχρέωση μέσα από τη συμφωνία να πωλήσουν τις ενεχυριασμένες μετοχές του και να εξοφλήσουν τυχόν οποιοδήποτε χρέος δεν το έπραξαν. Ακόμη είναι θέση του εναγόμενου ότι οι ενάγοντες έχουν προβεί σε μονομερείς τροποποιήσεις της συμφωνίας και ως εκ τούτου ο εναγόμενος δεν δεσμεύεται από μονομερείς τροποποιηθέντες όρους και/ή ότι αυτοί ήταν ετεροβαρείς. Περαιτέρω ο εναγόμενος ισχυρίζεται πως οι ενάγοντες επέδειξαν επαγγελματική αμέλεια και/ή ότι παραβίασαν τα συμφωνηθέντα (δίδονται σχετικές λεπτομέρειες στο δικόγραφο του) και ως εκ τούτου αυτός υπέστηκε ζημιά την οποία διεκδικεί με ανταπαίτηση καθώς επίσης ζητά την ακύρωση της συμφωνίας που σύναψε με τους ενάγοντες. Κατά την ακροαματική διαδικασία οι ενάγοντες παρουσίασαν δύο μάρτυρες οπότε έκλεισαν την υπόθεση τους, και ακολούθως κατέθεσε προς υπεράσπιση ο εναγόμενος. Αίτημα: Πριν ο ευπαίδευτος συνήγορος του εναγόμενου κλείσει την υπόθεση για την υπεράσπιση που ως διαφάνηκε ήταν πρόθεση του να μην παρουσιαστεί άλλος μάρτυρας για την υπεράσπιση, η ευπαίδευτη συνήγορος των εναγόντων υπέβαλε αίτημα όπως επιτραπεί στην πλευρά των εναγόντων για να αντεξετασθούν δύο πρόσωπα τα οποία ανέφερε ο εναγόμενος κατά τη μαρτυρία του επικαλούμενος αναφορές τους προς αυτόν αφού πρόκειται εξ ακοής μαρτυρία. Το εν λόγω αίτημα προσέκρουσε σε ένσταση της υπεράσπισης οπότε οι δύο πλευρές αγόρευσαν επί του θέματος. Η ευπαίδευτη συνήγορος των εναγόντων εισηγήθηκε πως εφόσον ο εναγόμενος στην ένορκη του κατάθεση επικαλέστηκε εξ ακοής μαρτυρία, θα πρέπει πριν ολοκληρώσει την υπόθεση του να δοθεί το δικαίωμα στους ενάγοντες να αντεξετάσουν τα δύο πρόσωπα που επικαλέστηκε ο εναγόμενος στη μαρτυρία του. Το αίτημα στηρίχθηκε στα άρθρα 23 και 26 του Ν.32(i)/2004. Από την άλλη πλευρά ο ευπαίδευτος συνήγορος του εναγόμενου σημείωσε πως πριν αποφασίσει το Δικαστήριο το θέμα που ηγέρθηκε, θα πρέπει να δοθεί απάντηση στο κατά πόσο, αυτά που ο εναγόμενος ανέφερε στη μαρτυρία του και οι ενάγοντες θέλουν να αντεξετάσουν συνιστούν πράγματι εξ ακοής μαρτυρία. Η θέση του ήταν αρνητική, αφού κατά τη γνώμη του πρόκειται για πρωτογενή μαρτυρία διότι ο εναγόμενος δεν μετέφερε πληροφορίες από άλλο πρόσωπο αλλά ανέφερε αυτό που λέχθηκε στην παρουσία του, συνεπώς, δεν πρόκειται για εξ΄ ακοής μαρτυρία. Κάλεσε έτσι το Δικαστήριο να μην εγκρίνει το αίτημα γιατί πρόκειται ουσιαστικά για αίτημα επανανοίγματος της υπόθεσης των εναγόντων οι οποίοι γνώριζαν αυτά τα στοιχεία μαρτυρίας, καθ΄ ότι υπήρξαν σχετικές υποβολές εκ μέρους της υπεράσπισης κατά την αντεξέταση ενώ ο εναγόμενος δεν αντεξετάστηκε κατά τη μαρτυρία του επί αυτών των σημείων. Ξεκαθάρισε τέλος πως τα όσα ο εναγόμενος επικαλέστηκε ότι ειπώθηκαν στην παρουσία του, από δύο πρόσωπα τα οποία ήταν υπάλληλοι ή συνεργάτες των εναγόντων, ήταν για την απόδειξη των όσων λέχθηκαν και όχι απλά και μόνο ότι λέχθηκαν. Πριν προχωρήσει το Δικαστήριο στο ζήτημα της νομικής πτυχής που διέπει το αίτημα των εναγόντων κρίνεται ορθό να γίνει σύντομη αναφορά στη μαρτυρία που ο εναγόμενος επικαλέστηκε αν όχι επί λέξει αλλά στην ουσία της και την οποία οι ενάγοντες ζητούν να αντεξετάσουν.
(1)Ο εναγόμενος επικαλέστηκε πως κάποιος Ανδρέας Βασιλείου, υπάλληλος των εναγόντων του είχε αναφέρει πριν τη σύναψη της συμφωνίας ημερομηνίας 08.09.1998: (α) ότι οι ενάγοντες ήταν ειδικοί σε τέτοιου είδους επενδυτικά σχέδια και ότι ο λογαριασμός του θα τύγχανε χειρισμού από ειδικούς εμπειρογνώμονες που διέθεταν οι ενάγοντες. (β) ότι πάντοτε θα εξασφαλιζόταν η συμφωνηθείσα αναλογία, ενώ αν ο εναγόμενος δεν ανταποκρινόταν σε αίτημα των εναγόντων για παροχή και δέσμευση νέων μετοχών του ή εγγυήσεων ή μετρητών τότε οι ενάγοντες θα ασκούσαν το δικαίωμα τους για πώληση μέρους ή όλων των υπό δέσμευση μετοχών του για να αποκατασταθεί η αναλογία εξασφάλισης και θα εξοφλείτο το χρέος. Δηλαδή οι ενάγοντες θα εισέπρατταν τα χρήματα τους ενώ ο εναγόμενος θα είχε μόνο ως τελική ζημιά ίση με την απώλεια του περιθωρίου εξασφάλισης, στοιχείο το οποίο ήταν αποδεκτό γι΄ αυτόν από την αρχή που υπόγραψε τη συμφωνία. (γ) ότι σε περίπτωση που η αξία των μετοχών του χαρτοφυλακίου του εναγόμενου μειωνόταν κάτω του 120% του ορίου ο εναγόμενος δεν θα μπορούσε να προέβαινε σε αγοραπωλησίες μετοχών. (δ) ότι ο εναγόμενος υποβλήθηκε σε ερωτήσεις από τον Ανδρέα Βασιλείου σε σχέση με θέματα χρηματιστηρίου, και ότι ο τελευταίος του ανέφερε ότι ο μόνος κίνδυνος που είχε με τη συμμετοχή του στο σχέδιο Εθνοεπενδυτής ήταν, στη χειρότερη περίπτωση, η απώλεια του αρχικού ποσού ασφάλειας/εξασφάλισης που θα προσέφερνε. 2. Ο εναγόμενος επίσης επικαλέστηκε πως κάποια υπάλληλος των εναγόντων, ονόματι Λίζα Παντελίδου: (α) Κατά την περίοδο που ήταν σε λειτουργία η συμφωνία, σε διάλογο που είχε ο εναγόμενος μαζί της και τη ρώτησε γιατί δεν πώλησαν έγκαιρα τις μετοχές του και έτσι να εξοφλήσουν το λογαριασμό του, του ανέφερε ότι «δυστυχώς δεν υπολογίσαμε τα πράγματα». (β) ότι σε μεταγενέστερη συνομιλία με την Λίζα Παντελίδου αυτή έδωσε την εντύπωση στον εναγόμενο ότι ανέμενε να αυξηθεί η αξία του χαρτοφυλακίου του ώστε να κλείσει το λογαριασμό στα βιβλία της τράπεζας χωρίς καμία ζημιά και να διαγραφεί το χρέος και όμως αυτό δεν έγινε. Είναι εμφανές από τα πιο πάνω πως με την προαναφερόμενη μαρτυρία ο εναγόμενος στοχεύει σε απόδειξη συγκεκριμένων δικογραφημένων ισχυρισμών του ως έχουν αυτοί αναφερθεί ενωρίτερα και σχετίζονται τόσο με την υπεράσπιση αλλά και την ανταπαίτηση του. Νομική πτυχή: Ως νομικό έρεισμα στο αίτημα τους οι ενάγοντες επικαλούνται το άρθρο 26 του Ν.32(i)/2004 το οποίο προβλέπει τα ακόλουθα: «
(1)Σε περίπτωση κατά την οποία οποιοσδήποτε διάδικος προσάγει εξ ακοής μαρτυρία και δεν κλητεύει ως μάρτυρα στη διαδικασία το πρόσωπο το οποίο είχε προβεί στην αρχική δήλωση, τότε οποιοσδήποτε άλλος διάδικος δύναται, με την άδεια του Δικαστηρίου, να κλητεύει το εν λόγω πρόσωπο για να το αντεξετάσει σε σχέση με τη δήλωσή του και η αντεξέταση θα γίνεται πριν ο εν λόγω διάδικος αρχίσει την υπόθεση του: Νοείται ότι το Δικαστήριο δύναται να μην επιτρέψει την κλήτευση, αν κρίνει ότι η κλήτευση του εν λόγω προσώπου δεν είναι, υπό τις περιστάσεις, εύλογη και εφικτή ή ότι δεν είναι αναγκαία για σκοπούς ορθής απονομής της δικαιοσύνης». Απαραίτητο ωστόσο είναι να παρατεθεί και η διάταξη του άρθρου 23 του Ν.32(i)/2004 το οποίο δίδει την ερμηνεία της εξ ακοής μαρτυρίας και διαβάζεται ως εξής: «Στο παρόν Μέρος, εκτός αν από το κείμενο προκύπτει διαφορετική έννοια- 'αρχική δήλωση' σημαίνει τη δήλωση του προσώπου- (α) που έχει προσωπική γνώση του γεγονότος, όταν η δήλωση αναφέρεται σε γεγονός, ή (β) που έχει εκφράσει ως ειδήμων γνώμη, όταν η δήλωση περιέχει γνώμη. «εξ ακοής μαρτυρία' σημαίνει δήλωση που έγινε από πρόσωπο άλλο από εκείνο που καταθέτει σε πολιτική ή ποινική διαδικασία και η οποία προσάγεται ως μαρτυρία για απόδειξη των όσων αναφέρονται σε αυτή». Στο στάδιο αυτό γίνεται αποδεκτό από το Δικαστήριο ως είναι και η εισήγηση των ευπαιδεύτων συνηγόρων πως θα πρέπει πρώτα να κριθεί κατά πόσο τα όσα ο εναγόμενος επικαλέστηκε ότι του ανέφεραν τα δύο πρόσωπα, υπάλληλοι της τράπεζας, είναι εξ ακοής ή πρωτογενής μαρτυρία, αφού τυχόν τοποθέτηση ή απάντηση πως δεν πρόκειται για εξ ακοής μαρτυρία τότε δεν δικαιολογείται η εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 26 του Ν.32(i)/
- Συμπέρασμα Δικαστηρίου: Λαμβανομένων υπόψη αφ΄ ενός μεν τον ορισμό που δίδεται από το άρθρο 23 για την εξ ακοής μαρτυρία, αφ΄ ετέρου τις αναφορές του εναγόμενου επικαλούμενος τα δύο πρόσωπα που έχουν ήδη κατονομαστεί αλλά και τη ξεκάθαρη θέση της πλευράς του εναγόμενου, ότι, η επίκληση έγινε για την απόδειξη της αλήθειας των όσων λέχθηκαν στον εναγόμενο, κρίνεται ότι ενώπιον του Δικαστηρίου τέθηκε εξ ακοής μαρτυρία ως προνοείται στο άρθρο 23, συνακόλουθα στη συνέχεια θα πρέπει να εξετασθεί εάν δικαιολογείται η εφαρμογή της διάταξης του άρθρου
- Η θέσπιση του δικαιώματος για αντεξέταση σε περίπτωση προσκόμισης εξ΄ ακοής μαρτυρίας είναι πλέον δεδομένη, επίσης αποδεδειγμένο ενώπιον του Δικαστηρίου είναι: (α) ότι ο εναγόμενος δεν θα παρουσιάσει ως μάρτυρες τα δύο πρόσωπα των οποίων επικαλέστηκε τη μαρτυρία. (β) ότι το στάδιο το οποίο οι ενάγοντες ζητούν αντεξέταση λαμβανομένης υπόψη της διαδικασίας όπως έχει ήδη προχωρήσει μέχρι σήμερα είναι το κατάλληλο αλλά είναι και δίκαιο να εξεταστεί σ΄ αυτό το στάδιο. Συνακόλουθα το μόνο που απομένει να απασχολήσει το Δικαστήριο είναι κατά πόσο συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος ο οποίος, να δικαιολογεί συμπέρασμα ότι η κλήτευση των δύο μαρτύρων δεν είναι, υπό τις περιστάσεις, εύλογη και εφικτή ή ότι δεν είναι αναγκαία για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του εναγόμενου έθεσε όντως κάποια στοιχεία υπό τύπο επιχειρημάτων υποστηρίζοντας τη θέση ότι δεν πρέπει να δοθεί στους ενάγοντες άδεια αντεξέτασης, για τους ακόλουθους λόγους: (α) αν δοθεί άδεια, τότε θα πρόκειται για δικαίωμα επανανοίγματος της υπόθεσης των εναγόντων για να καλύψουν ίσως κάποια κενά τα οποία άφησαν όταν έκλεισαν την υπόθεση τους, δεδομένου ότι, η πλευρά του εναγόμενου έθεσε σχετικές υποβολές, ανάλογες με τη μαρτυρία που αυτός έδωσε, κατά την αντεξέταση των μαρτύρων των εναγόντων, ωστόσο, οι τελευταίοι δεν παρουσίασαν τα δύο πρόσωπα ως μάρτυρες τους αφού ήταν και υπάλληλοι τους. (β) αν δοθεί άδεια τότε παραβιάζεται η αρχή της ισότητας των όπλων. Τα δύο πιο πάνω στοιχεία αλληλοσυνδέονται και ουσιαστικά συνιστούν μέρη ενός ενιαίου σοβαρού όντως προβληματισμού για το Δικαστήριο αλλά και για κάθε νομικό. Η μελέτη του πιο πάνω προβληματισμού με αναφορά στη διάταξη του άρθρου 26, η απουσία συγκεκριμένου στοιχείου ή και ισχυρισμού από τον εναγόμενο το οποίο να δικαιολογεί συμπέρασμα ότι υπό τις περιστάσεις δεν είναι εύλογη και εφικτή η κλήτευση των δύο προσώπων, κρίνεται ότι νομιμοποιεί το Δικαστήριο να συμπεράνει ότι η εξ ακοής μαρτυρία όπως έχει τεθεί είναι τέτοιας σημασίας ούτως ώστε δεν μπορεί να κριθεί ότι η κλήτευση των δύο μαρτύρων δεν είναι αναγκαία, αφού σχετίζεται άμεσα με τα επίδικα θέματα τόσο της απαίτησης όσο και της ανταπαίτησης οι οποίες συνεκδικάζονται, συνεπώς είναι ουσιαστική για τα επίδικα θέματα της υπόθεσης άρα και αναγκαία για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Περαιτέρω, το Δικαστήριο δεν αποδέχεται τη θέση ότι με την άδεια που θα δοθεί θα υπάρξει επανάνοιγμα της υπόθεσης των εναγόντων, αφού δεν ζητείται παρουσίαση αντικρουστικής μαρτυρίας αλλά ζητείται η άσκηση ενός θεσμοθετημένου δικαιώματος το οποίο θα πρέπει να προσφερθεί στους ενάγοντες ως αντιστάθμισμα στο δικαίωμα του εναγόμενου να επικαλεστεί εξ ακοής μαρτυρία. Εφ΄ όσον δε πρόκειται για ξεκάθαρο δικαίωμα χωρίς οποιοδήποτε άλλο διαδικαστικό περιορισμό παρά μόνο τα όσα προνοούνται στην επιφύλαξη του άρθρου 26, τότε δεν είναι δικαιολογημένο να λειτουργήσει ως κώλυμα στην παροχή άδειας για κλήτευση και αντεξέταση, το γεγονός ότι ο εναγόμενος προέβαλλε σχετικές υποβολές και οι ενάγοντες το γνώριζαν. Δεν είναι μέρος της διάταξης του άρθρου 26 κάτι τέτοιο το οποίο να περιορίζει το εν λόγω δικαίωμα, πρόκειται για δικαίωμα που έχει ο συγκεκριμένος διάδικος και δικαιούται να αποφασίσει αν θα το ασκήσει τη συγκεκριμένη στιγμή, αφού δεν μπορούσε να το ασκήσει ενωρίτερα στοιχείο το οποίο είναι συναρτημένο με την αρχή της ισότητας των όπλων. Άλλωστε όπως προβλέπεται ρητά στο νόμο τέτοιοι μάρτυρες που θα κλητευθούν να αντεξετασθούν θεωρούνται ως μάρτυρες που κλητεύονται από το διάδικο ο οποίος έχει προσαγάγει στη δίκη την αρχική δήλωση με εξ΄ ακοής μαρτυρία. Επιπλέον ο εναγόμενος γνώριζε από την αρχή πως αν επικαλεσθεί την εν λόγω εξ΄ ακοής μαρτυρία η άλλη πλευρά θα είχε δικαίωμα αντεξέτασης των μαρτύρων του πλέον, συνεπώς δεν διαπιστώνεται να παραβιάζεται οποιαδήποτε αρχή της ισότητας των όπλων μεταξύ των διαδίκων και ως εκ τούτου το αίτημα των εναγόντων εγκρίνεται. Δίδεται άδεια όπως οι Ανδρέας Βασιλείου και Λίζα Παντελίδου κλητευθούν από τους ενάγοντες για να αντεξετασθούν από αυτούς. Αναφορικά δε με τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας ως προς το αίτημα των εναγόντων ακολουθώντας το αποτέλεσμα επί του κριθέντος θέματος, επιδικάζονται σε βάρος του εναγόμενου και προς όφελος των εναγόντων. Η δίκη ορίζεται για συνέχιση (αντεξέταση των δύο μαρτύρων) στις 02.10.2009 ώρα 11:00 (Υπ.) .. ............ Δ. Ι. Κίτσιος, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής /ΤΑ Subject: Civil/Other Actions/Interim Αναφορά: Πολιτική Δικονομία - Αντεξέταση σε εξ ακοής μαρτυρία - άρθρο 26 Ν.32(i)/2004) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο