← Κύπρος

Μαρίνος Πουγιούκκας ν. Γεώργιος Σοφοκλέους Οικοδομικές Κατασκευές Λτδ, Αρ. Αγωγής: 1293/2007, 15.09.2009

Μαρίνος Πουγιούκκας ν. Γεώργιος Σοφοκλέους Οικοδομικές Κατασκευές Λτδ, Αρ. Αγωγής: 1293/2007, 15.09.2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:A219 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Πρ. Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1293/2007 Μεταξύ: Μαρίνος Πουγιούκκας, εκ Λεμεσού Ενάγοντα και Γεώργιος Σοφοκλέους Οικοδομικές Κατασκευές Λτδ, εκ Λεμεσού Εναγομένων Αίτηση ημερομηνίας 11.06.2009 Ημερομηνία: 15.09.2009 Εμφανίσεις: Για Αιτητή: κα Α. Χατζηχαραλάμπους Για Καθ' ου η αίτηση: κ. Χριστοφή για κ. Χρ. Χριστοφόρου ΑΠΟΦΑΣΗ Με την αίτηση του ημερομηνίας 11.06.2009 ο Ενάγοντας/Αιτητής αιτείται την εκδίκαση νομικού σημείου πριν από την εκδίκαση της ουσίας της αγωγής που εγέρθηκε από τους Εναγομένους/Καθ' ων η αίτηση στην υπεράσπιση τους ως προδικαστική ένσταση αφού, όπως ισχυρίζεται, τυχόν έγκριση της θέτει εκτός συζήτησης ολόκληρη την αγωγή. Η αίτηση αυτή εδράζεται στη Διάταξη 27 Κανονισμοί 1 και 2 καθώς και στη Διάταξη 48 Κανονισμοί 1, 2 και 3 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Θεσμούς. Στις 13.03.2007 ο Αιτητής καταχώρησε την υπό τον άνω αριθμό και τίτλο αγωγή εναντίον των Καθ' ων η αίτηση υπό τη μορφή ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος αξιώνοντας ειδικές και γενικές αποζημιώσεις, τόκους και έξοδα ως αποτέλεσμα εργατικού ατυχήματος στη βάση κατ' ισχυρισμό αμέλειας, κατ' ισχυρισμό παράβασης των εκ του νόμου και/ή κανονισμών απορρεόντων καθηκόντων καθώς και κατ' ισχυρισμό παράβαση σύμβασης εργοδότησης από μέρους των Καθ' ων η αίτηση. Στις 29.03.2007 οι Καθ' ων η αίτηση καταχώρησαν σημείωμα εμφάνισης δια δικηγόρου και στις 18.04.2007 καταχώρησαν την υπεράσπιση τους όπου στην παράγραφο 1 αυτής σημειώνουν τα ακόλουθα, τα οποία και αποτελούν αντικείμενο εξέτασης στην παρούσα αίτηση: "Οι Εναγόμενοι εγείρουν προδικαστική ένσταση και ισχυρίζονται ότι η ως άνω υπ' αριθμό και τίτλο αγωγή είναι εκπρόθεσμη καθ' ότι έχουν παρέλθει δύο χρόνια βάση της ισχύουσας νομοθεσίας από την ημερομηνία που έλαβεν χώραν και/ή επεσυνέβην το ισχυριζόμενο εργατικό ατύχημα μέχρι της καταχωρήσεως της αγωγής και δέον όπως η αγωγή απορριφθεί ως νόμω αβάσιμη." Πριν από την ακρόαση της υπό κρίση αίτησης και συγκεκριμένα στις 15.06.2009, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων συμφώνησαν και δήλωσαν από κοινού ως παραδεκτά τα πιο κάτω γεγονότα: (α) Στις 08.09.2003 ο Αιτητής υπέστηκε εργατικό ατύχημα. (β) Το εργατικό ατύχημα έλαβε χώραν σε τριόροφη οικοδομή επί της οδού Κολωνακίου στη Λεμεσό. (γ) Η υπό τον άνω αριθμό και τίτλο αγωγή εγέρθηκε στις 13.03.

  1. Οι Καθ' ων η αίτηση δεν καταχώρησαν οποιαδήποτε ένσταση και έτσι η παρούσα αίτηση ορίστηκε για ακρόαση στις 29.06.2009 οπότε και διεξήχθηκε στη βάση αγορεύσεων από τους ευπαιδεύτους συνηγόρους των διαδίκων, οι οποίοι προς τεκμηρίωση των νομικών επιχειρημάτων τους, παρέπεμψαν το Δικαστήριο σε κυπριακή νομολογία και νομοθεσίες. Ειδικότερα, η κυρία Χατζηχαραλάμπους αφού αναφέρθηκε στα άρθρα 9 και 19 του Περί Υποχρεωτικής Ασφάλισης Εργοδοτών Νόμος, Ν.174/89και στην απαλλαγή, όπως είπε, του ασφαλιστή από την υποχρέωση να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό στον Ενάγοντα στην περίπτωση που καταχωρείτε αγωγή πέραν των 2 ετών από την ημέρα του ατυχήματος, ισχυρίστηκε ότι η παραγραφή στην οποίαν αναφέρεται το άρθρο 19 σχετίζεται μόνο με το δικαίωμα που παρέχει το άρθρο 9 για ασφαλιστική κάλυψη καθότι, κατά την άποψη της, το εν λόγω άρθρο αποβλέπει μόνο σε περιορισμό της υποχρέωσης ασφαλιστών και όχι στην έγερση αγωγής εναντίον του αδικοπραγούντα. Το ίδιο, ισχυρίστηκε, ισχύει και για το άρθρο 15Α του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλεια υπέρ Τρίτου) Νόμου, Κεφ.333, όπως ήταν τότε. Περαιτέρω, η κυρία Χατζηχαραλάμπους ανάφερε ότι στην έκθεση απαίτησης του Αιτητή υπάρχουν διάφορες βάσεις αγωγών, όπως αυτές της αμέλειας, της παράβασης συμβατικών όρων και της παράβασης των εκ του νόμου και/ή απορρεόντων καθηκόντων των Καθ' ων η αίτηση δυνάμει του νόμου για την ασφάλεια και υγεία στην εργασία. Όσον αφορά την αμέλεια, η ευπαίδευτη συνήγορος του Αιτητή δήλωσε πως, παρόλο που το άρθρο 68 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.148 προνοεί χρονική προθεσμία 3 ετών εντός της οποίας θα πρέπει να καταχωρηθεί αγωγή σχετιζόμενη με αστικό αδίκημα, το άρθρο αυτό ήταν ανενεργό μέχρι την 01.06.2005 οπότε και ετέθει σε ισχύ ο Περί Παραγραφής Νόμος, Ν.110(Ι)/
  2. Επομένως, σύμφωνα με την συνήγορο του Αιτητή, η πρώτη ημερομηνία που μπορεί να παραγραφεί αστικό αδίκημα είναι η 01.06.
  3. Κατά την άποψη της κυρίας Χατζηχαραλάμπους, το ίδιο ισχύει τόσο για την κατ' ισχυρισμό παράβαση συμφωνίας όσο και για την κατ' ισχυρισμό παράβαση των εκ του νόμου και/ή απορρεόντων καθηκόντων από τους Καθ' ων η αίτηση δυνάμει του νόμου για την ασφάλεια και υγεία στην εργασία, όπου η αντίστοιχη ημερομηνία παραγραφής είναι η 01.06.
  4. Αντίθετη ήταν η επιχειρηματολογία του ευπαιδεύτου συνηγόρου των Καθ' ων η αίτηση όπου ισχυρίστηκε ότι το άρθρο 68 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.148 προνοεί ότι καμία αγωγή δεν εγείρεται για αστικό αδίκημα εκτός εάν αυτή εγερθεί εντός 2 ετών αμέσως μετά την πράξη ή παράλειψη για την οποίαν εγέρθηκε η αγωγή. Με αυτά τα δεδομένα, ανάφερε ο κύριος Χριστοφόρου, ο Αιτητής μπορούσε να εγείρει την αξίωση του για το αστικό αδίκημα της αμέλειας την 08.09.2005 και εφόσον η αγωγή καταχωρήθηκε 3,5 χρόνια αργότερα είναι εκπρόθεσμη. Επιπλέον, ο ευπαίδευτος συνήγορος των Καθ' ων η αίτηση ισχυρίστηκε ότι επειδή ο χρόνος παραγραφής των 2 ετών περιέχεται και στο άρθρο 19 του Περί Υποχρεωτικής Ασφάλισης Εργοδοτών Νόμος, Ν.174/89που προνοεί για την υποχρεωτική ασφάλιση των εργοδοτών έναντι ευθύνης σε περίπτωση ατυχημάτων σε εργοδοτουμένους και επειδή οι Καθ' ων η αίτηση είχαν προβεί σε ασφαλιστική κάλυψη των εργοδοτουμένων τους περιλαμβανομένου και του Αιτητή, η ενέργεια του τελευταίου να καταχωρήσει την υπό τον άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, 3,5 χρόνια μετά που επεσυνέβηκε το ισχυριζόμενο αδίκημα αποστερεί τους Καθ' ων η αίτηση από το δικαίωμα να αξιώσουν από την ασφαλιστική εταιρεία το οποιοδήποτε ποσό αυτή θα κατέβαλλε σε περίπτωση που η αγωγή του Αιτητή πετύχει. Καταλήγοντας ο κύριος Χριστοφόρου ανάφερε ότι οι πρόνοιες του Περί Παραγραφής Νόμου, Κεφ.15 ως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα δεν μπορούν να τύχουν εφαρμογής και ειδικότερα οι πρόνοιες του άρθρου 8Α επειδή οι διατάξεις του εν λόγω νομοθετήματος έχουν ανασταλεί μέχρι την 31.10.2010 και παράλληλα επειδή οι πρόνοιες του Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.148 δεν εμπίπτουν στις πρόνοιες του Περί Παραγραφής Νόμου, Κεφ.
  5. Έχοντας σκιαγραφήσει τις πιο πάνω βασικές θέσεις των μερών δεν προτίθεμαι να αναφέρω αυτολεξεί το περιεχόμενο των αγορεύσεων των ευπαιδεύτων συνηγόρων των διαδίκων αφού κάτι τέτοιο είναι ήδη καταγραμμένο μέσα από τα επίσημα πρακτικά που τηρούνται στα πλαίσια εκδίκασης της υπό κρίσης αίτησης. Το θέμα της εξέτασης νομικών σημείων που εγείρονται στα δικόγραφα διέπεται από τη Διάταξη 27 Κανονισμοί 1 και 2 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Θεσμών. Συγκεκριμένα, ο Κανονισμός 1 επιτρέπει σε διάδικο να εγείρει μέσα από τα δικόγραφα οποιονδήποτε νομικό σημείο το οποίο θα αποφασίζεται από το Δικαστήριο σε οποιονδήποτε στάδιο που κρίνει ότι είναι βολικό. Ο δε Κανονισμός 2 αναφέρει επί λέξει τ' ακόλουθα: "If in the opinion of the Court the decision of such point of law substantially disposes of the whole action, or of any distinct cause of action, ground of defence, counter-claim, or reply therein, the Court may thereupon dismiss the action or make such other order therein as may be just." Με βάση το λεκτικό του εν λόγω κανονισμού προκύπτει αβίαστα το συμπέρασμα ότι ο οποιοσδήποτε διάδικος μπορεί να εγείρει στο δικόγραφο του οποιοδήποτε νομικό θέμα και εάν κατά την κρίση του Δικαστηρίου η εκδίκαση του εν λόγω νομικού θέματος θα έχει ως αποτέλεσμα τη διαγραφή ουσιαστικά της τύχης της όλης αγωγής ή συγκεκριμένης αιτίας αγωγής ή βάσεως υπερασπίσεως, ανταπαιτήσεως ή απαντήσεως, το Δικαστήριο μπορεί να εκδικάσει το θέμα αυτό προδικαστικά και μπορεί είτε να απορρίψει την αγωγή είτε να εκδώσει οποιοδήποτε άλλο διάταγμα που θεωρήσει δίκαιο. Πέραν των προαναφερομένων κανονισμών, το ζήτημα της προκαταρκτικής εκδίκασης νομικού σημείου προς της ακροάσεως αγωγής έχει αποτελέσει αντικείμενο εξέτασης σε σωρεία κυπριακών αποφάσεων. Στην υπόθεση Ιωάννης Νικόλα Χ' Οικονόμου v Ελληνικής Τραπέζης Λτδ

(1992)1 Α.Α.Δ. 949 κωδικοποιήθηκαν οι αρχές επί των οποίων καθορίζονται τα πλαίσια άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, οι οποίες αφού συνοψιστούν είναι οι εξής: (α) Η σχετική αίτηση πρέπει να καθορίζει το συγκεκριμένο νομικό σημείο που εγείρεται και (β) Η εν λόγω αίτηση πρέπει να καταχωρείται κατά το χρόνο που κλείνουν οι έγγραφες προτάσεις ή πολύ σύντομα αργότερα και (γ) Κανονικά η προκαταρκτική εκδίκαση θα πρέπει να ζητείται στην αίτηση για οδηγίες και (δ) Η έκδοση τέτοιας διαταγής γίνεται κατά κανόνα όταν το Δικαστήριο θεωρεί ότι το κρινόμενο νομικό σημείο εγείρει σοβαρό νομικό θέμα, το οποίο αν αποφασιστεί υπέρ του αιτητή, αποφασίζεται η όλη υπόθεση ή ένα ουσιώδες θέμα της αγωγής και (ε) Τέτοια διαταγή εκδίδεται με φειδώ και σε εξαιρετικά απλές και καθαρές περιπτώσεις και όχι στις περιπτώσεις εκείνες που τα εγειρόμενα θέματα, λόγω της ασάφειας των γεγονότων ή του νόμου, θα πρέπει να αποφασιστούν κατά την ακρόαση και (στ) Τέτοια διαταγή δεν εκδίδεται όταν υπάρχουν αμφισβητούμενα γεγονότα. Στην υπόθεση Malachtou v Armeftis
(1984)1 C.L.R. 548 τονίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι αποφασίζονται αμιγώς νομικά θέματα με βάση τη Διάταξη 27 Κανονισμό 1 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Θεσμών όταν μια τέτοια απόφαση θα είναι καθοριστική για την τύχη μιας διαδικασίας μεταξύ των μερών, υπό τον όρο όμως ότι το πραγματικό υπόβαρθρο δεν βρίσκεται κάτω από αμφισβήτηση. Προκύπτει επομένως ότι η εκδίκαση προκαταρκτικού νομικού σημείου διεξάγεται μόνο στη βάση παραδεκτού πραγματικού υποβάθρου.[1] Εκτός της αναγκαιότητας ύπαρξης παραδεκτού πραγματικού υποβάρθρου, απαιτείται να υφίσταται το απαραίτητο υπόβαρθρο γεγονότων[2] καθώς και πλήρης εικόνα αδιαμφισβήτητων γεγονότων.[3] Στην υπόθεση Χρίστος Χ' Παύλου και Υιοί Λτδ v Δήμος Λεμεσού
(1998)1 ΑΑΔ 2046 το Ανώτατο Δικαστήριο ανάφερε ότι στην περίπτωση που καταχωρείται αίτηση για εκδίκαση νομικού σημείου και ακολουθεί ένσταση το πρωτόδικο δικαστήριο θα πρέπει πρώτα ν' αποφασίσει κατά πόσο θα επιτρέψει ή όχι την εκδίκαση με βάση τη Διάταξη 27 και εφόσον η θέση του Δικαστηρίου είναι θετική τότε να προχωρήσει στην εκδίκαση της ουσίας της αίτησης. Άφησε όμως ανοικτό το ενδεχόμενο το πρώτο σκέλος να δύναται να παραμεριστεί από τη στιγμή βεβαίως που οι διάδικοι συναινούν σε κάτι τέτοιο, πάντοτε ασφαλώς στη βάση των προαναφερομένων αρχών. Επίσης στην υπόθεση The Heirs of the late Theodora Panayi i.e. Andreas Foti and two others v The Administrators of the estate of the late Stylianos Georghi Mandrioti i.e. Socrates Stylianou Mandriotis and another
(1963)2 C.L.R. 167 αποφασίστηκε ότι εκεί που εγείρονται νομικά σημεία στις έγγραφες προτάσεις το ενδιαφερόμενο μέρος θα πρέπει να αποτείνεται στο Δικαστήριο και να ζητά όπως τα νομικά σημεία που εγείρονται αποφασιστούν πριν την ακρόαση της ουσίας της αγωγής και να μην περιμένει να τα εγείρει κατά την ημέρα της ακρόασης όταν όλοι οι διάδικοι θα έχουν καλέσει τους μάρτυρες τους και θα ευρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου. Κανονικά, ανάφερε το Ανώτατο Δικαστήριο, η αίτηση για εξέταση νομικού σημείου θα πρέπει να υποβληθεί στο στάδιο της αίτησης για οδηγίες. Στη δε υπόθεση οικογενειακού δικαίου Ανδρούλλα Χαραλάμπους v Ανδρέα Σόλωνος
(1994)1 Α.Α.Δ. 716 το Ανώτατο Δικαστήριο, ως δευτεροβάθμιο Οικογενειακό Δικαστήριο, αποδεχόμενο σχετική έφεση αποφάσισε ότι τα εγειρόμενα θέματα ήταν αμιγώς νομικά σημεία καθοριστικά για την έκβαση της αγωγής και συνεπώς έπρεπε να είχαν εκδικαστεί σαν προκαταρκτικά νομικά σημεία δυνάμει της Διάταξης 27 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Το τι αποτελεί 'νομικό σημείο' δεν μπορεί πλήρως και εξαντλητικά να οριστεί. Συμπεριλαμβάνει όμως, μεταξύ άλλων, εφαρμογή του νόμου σε αναντίλεκτα γεγονότα καθώς και ζητήματα ερμηνείας και προσδιορισμού του σκοπού του υπό συζήτηση νόμου.[4] Στην προγενέστερη (με την πιο πάνω) υπόθεση In re HjiCostas
(1984)1 C.L.R. 513 αναφέρθηκαν επ' ακριβώς τα εξής, τα οποία ομιλούν από μόνα τους: ". So long as the facts to which the Court is required to apply the law are not called in question, the point is a legal one. It merely raises questions bearing on the interpretation and the scope of the law. Exploration of the ambit of the law is always a question of law." Έχοντας κατά νου τις προαναφερόμενες νομολογημένες αρχές καθώς και το πραγματικό και αδιαμφισβήτητο πλέγμα γεγονότων, όπως αυτό δηλώθηκε από κοινού από τα μέρη και τέθηκε ενώπιον μου, θεωρώ ότι αυτό στην προκειμένη περίπτωση το υπό εξέταση θέμα αποτελεί αμιγώς νομικό σημείο, το οποίο εμπίπτει κάτω από τη σφαίρα της Διάταξης 27 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Θεσμών για εξέταση πριν από την εκδίκαση της ουσίας της αγωγής. Συγκεκριμένα, ζητείται από το Δικαστήριο να αποφασίσει κατά πόσο ο Αιτητής καταχώρησε την υπό τον άνω αριθμό και τίτλο αγωγή εμπρόθεσμα ή εκπρόθεσμα σύμφωνα με τις υποδείξεις της ισχύουσας νομοθεσίας μετά των συναφών τροποποιήσεων. Τίθεται λοιπόν θέμα εξέτασης ενδεχομένου παραγραφής της αξίωσης του Αιτητή. Στην υπόθεση Αλέκος Χατζηστυλλής v 1. Mande C. Papadema 2. Χριστάκη Χατζηστυλλή
(2000)1 Α.Α.Δ. 551 αποφασίστηκε ότι το θέμα της παραγραφής, εφόσον τίθεται στη δικογραφία, όπως συμβαίνει στη δική μας περίπτωση, είναι καταλυτικό διότι άπτεται της ίδιας της εξουσίας ή της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου να επιληφθεί μιας υπόθεσης και έτσι το Δικαστήριο θα πρέπει πρώτα να αποφασίσει επί τούτου. Τα κοινώς παραδεκτά γεγονότα, τα οποία έχουν ήδη αναφερθεί πιο πάνω, δηλαδή ότι ο Αιτητής υπέστηκε εργατικό ατύχημα στις 08.09.2003 σε τριόροφη οικοδομή επί της οδού Κολωνακίου στη Λεμεσό σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η αγωγή αυτή καταχωρήθηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού στις 13.03.2007 καθιστά την εξέταση του εν λόγω ζητήματος καθαρά νομικής φύσεως αφού:
  1. Με βάση την κοινή δήλωση των μερών, τα γεγονότα που σχετίζονται με το θέμα αυτό είναι αδιαμφισβήτητα και
  2. Το σημείο αυτό εγείρει σοβαρό νομικό θέμα, το οποίο ενδεχομένως να επηρεάσει την τύχη μίας ή περισσοτέρων ουσιώδων βάσεων αγωγής επί των οποίων εδράζεται η παρούσα υπόθεση και
  3. Ούτως ή άλλως οποιαδήποτε μαρτυρία δοθεί κατά την εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης προς απόδειξη των αμφισβητουμένων γεγονότων δεν δύναται να επηρεάσει τον καθαρό νομικό χαρακτήρα που παρουσιάζει το σημείο αυτό ως επίσης το όποιο αποτέλεσμα από την εξέταση του. Περαιτέρω, σε περίπτωση που το υπό εξέταση νομικό σημείο αποφασιστεί υπέρ των Καθ' ων η αίτηση, όπως αυτοί το έθεσαν υπό τη μορφή προδικαστικής ένστασης στην παράγραφο 1 της υπεράσπισης τους, τότε τα επίδικα θέματα που θα πρέπει να εκδικαστούν κατά την ακρόαση της ουσίας της υπόθεσης θα μειωθούν με αποτέλεσμα την εξοικονόμηση αχρείαστων εξόδων καθώς και επιτάχυνση στην ολοκλήρωση εκδίκασης της αγωγής αυτής. Το γεγονός αυτό με τη σειρά του οδηγεί γενικότερα στην εξυπηρέτηση του πνεύματος της δικαιοσύνης, που πάντοτε αποτελεί σημαία του εκδικάζοντος Δικαστηρίου. Υπό το φως των δεδομένων αυτών αλλά και της μη καταχώρησης οποιασδήποτε ένστασης από μέρους των Καθ' ων η αίτηση στην αίτηση του Αιτητή, στάση η οποία ερμηνεύεται και εκλαμβάνεται ως αναγνώριση και αποδοχή ύπαρξης νομικού σημείου που χρήζει εξέτασης πριν από την εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης, θεωρώ ότι το νομικό αυτό σημείο δύναται να εξεταστεί με βάση τη Διάταξη 27 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Θεσμών και ως εκ τούτου προχωρώ αμέσως στην εκδίκαση της ουσίας της παρούσας αίτησης. Παρόλο που η αίτηση θα έπρεπε να είχε υποβληθεί με την ολοκλήρωση της καταχώρησης των δικογράφων ή έστω να είχε ζητηθεί προκαταρκτική εκδίκαση με την αίτηση για οδηγίες, εντούτοις θεωρώ ότι η καθυστέρηση που σημειώθηκε ως προς την υποβολή τέτοιου αιτήματος δεν εμποδίζει, μέσα στα πλαίσια απονομής της δικαιοσύνης αλλά και του συμφέροντος της αγωγής που εξάλλου είναι και το κατ' εξοχήν έργο του Δικαστηρίου, την εξέταση ενός τέτοιου νομικού θέματος από το Δικαστήριο, ιδιαίτερα όταν του ζητηθεί να πράξει κάτι τέτοιο από τα μέρη σε χρόνο βέβαια πριν από την εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης. Το γεγονός αυτό ισχύει ακριβώς στη δική μας περίπτωση. Κατόπιν μελέτης του περιεχομένου της έκθεσης απαίτησης του Αιτητή, διαπιστώνω ότι το κατ' ισχυρισμό αγώγιμο δικαίωμα του Αιτητή εναντίον των Καθ' ων η αίτηση εδράζεται στις ακόλουθες κατ' ισχυρισμό βάσεις αγωγών: (α) Αμέλεια (β) Παράβαση των εκ του νόμου και/ή κανονισμών απορρεόντων καθηκόντων των Καθ' ων η αίτηση και/ή των αντιπροσώπων και/ή των υπαλλήλων και/ή των υπηρετών αυτών (γ) Παράβαση σύμβασης εργοδότησης. Όπως σημειώθηκε πιο πάνω, ο ευπαίδευτος συνήγορος των Καθ' ων η αίτηση ισχυρίστηκε πως το άρθρο 19 του Περί Υποχρεωτικής Ασφάλισης της Ευθύνης των Εργοδοτών Νόμος του 1989, Ν.174/1989περιέχει χρόνο παραγραφής αξιώσεων που καθορίζεται στα 2 έτη από την ημέρα του ατυχήματος και επειδή οι Καθ' ων η αίτηση προέβηκαν σε ασφαλιστική κάλυψη του Αιτητή, η ενέργεια του Αιτητή να καταχωρήσει την υπό τον άνω αριθμό και τίτλο αγωγή έξω από το χρονικό πλαίσιο που καθορίζει το εν λόγω άρθρο του νόμου αποστερεί τους Καθ' ων η αίτηση από το δικαίωμα να αξιώσουν από την ασφαλιστική εταιρεία τους το οποιοδήποτε ποσό αυτή θα κατέβαλλε σε περίπτωση που η αγωγή του Αιτητή πετύχει. Η ευπαίδευτη συνήγορος του Αιτητή όμως ισχυρίστηκε πως τυχόν καταχώρηση αγωγής πέραν από το χρονικό περιορισμό που θέτει το άρθρο 19 του Περί Υποχρεωτικής Ασφάλισης της Ευθύνης των Εργοδοτών Νόμος του 1989, Ν.174/1989απλώς απαλάττει τον ασφαλιστή από την υποχρέωση του να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό στον Ενάγοντα στην περίπτωση που αυτός επιτύχει στην αγωγή του. Ο Περί Υποχρεωτικής Ασφάλισης της Ευθύνης των Εργοδοτών Νόμος του 1989, Ν.174/1989 μετά των συναφών τροποποιήσεων αφορά την υποχρέωση του εργοδότη να είναι ασφαλισμένος με ασφαλιστή υπό την έννοια του Περί Ασφαλιστικών Εταιρειών Νόμο έναντι της ευθύνης του για ατύχημα ή επαγγελματική ασθένεια σε κάθε εργοδοτούμενο του στη βάση εκδοθέντος ασφαλιστηρίου εγγράφου και πιστοποιητικού ασφάλισης.[5] Στο ερμηνευτικό τμήμα του νόμου αυτού ο όρος 'εργοδότης' σημαίνει πρόσωπο με το οποίο ο εργοδοτούμενος έχει συνάψει σύμβαση εργασίας ή μαθητείας ή αν δεν υφίσταται κάτι τέτοιο όταν η σχέση μεταξύ τους είναι σχέση εργοδότη και εργοδοτουμένου. Ο δε όρος 'ατύχημα' σημαίνει οποιοδήποτε συμβάν ως αποτέλεσμα του οποίου προκαλείται θάνατος ή σωματική βλάβη σε εργοδοτούμενο κατά τη διάρκεια της απασχόλησης του.[6] Το άρθρο 9 του ιδίου νόμου σημειώνει τη γενική υποχρέωση του ασφαλιστή να καταβάλει στα πρόσωπα υπέρ των οποίων εκδόθηκε δικαστική απόφαση το επιδικασθέν ποσό αναφορικά με ευθύνη που καλύπτεται από το ασφαλιστήριο έγγραφο που εκδόθηκε για το σκοπό αυτό. Έχοντας μελετήσει προσεκτικά το πιο πάνω νόμο, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι η εισαγωγή του πιο πάνω νόμου έγινε με σκοπό να αναγκάσει τον εργοδότη να αναζητήσει ασφαλιστική κάλυψη από ασφαλιστή για τον εργοδοτούμενο του στην περίπτωση που ο τελευταίος υποστεί σωματικές βλάβες και/ή επαγγελματική νόσο κατά την διάρκεια της εργοδότησης του. Παράλληλα, ως αποτέλεσμα του νόμου αυτού, δημιουργείται η υποχρέωση στον ασφαλιστή να αποζημιώσει τον εργοδοτούμενο με το ποσό που επιδικάζεται από Δικαστήριο σε αγωγή που εγείρεται για το σκοπό αυτό. Όσον αφορά το άρθρο 19 του εν λόγω νόμου, αυτό οριοθετεί χρονικά την ευθύνη του ασφαλιστή για να καλύψει εργοδοτούμενο με βάση το ασφαλιστήριο έγγραφο που συνομολόγησε με τον εργοδότη. Τυχόν αξίωση για αποζημίωση η οποία εγείρεται πέραν των 2 ετών από την ημέρα του δυστυχήματος, απαλάττει τον ασφαλιστή από την υποχρέωση του να προβεί σε τέτοια αποζημίωση και οποιαδήποτε τέτοια απαίτηση από τον ασφαλιστή δεν δύναται να βασίζεται στο νόμο αυτό. Δεν απαλάττει όμως τον εργοδότη από τις αστικές και/ή οποιεσδήποτε άλλες ευθύνες και υποχρεώσεις που τυχόν έχει απέναντι στον εργοδοτούμενο του ως αδικοπραγούντας, οι οποίες ασφαλώς και παραμένουν. Πέραν των πιο πάνω, η προαναφερόμενη θέση ενισχύεται και από τα εξής δεδομένα: α) Υπάρχει ο Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμος, Κεφ.148 μετά των συναφών τροποποιήσεων στον οποίον περιλαμβάνεται και το θέμα της αμέλειας αλλά και γενικότερα της αστικής ευθύνης κάποιου ατόμου προς κάποιον άλλο και β) Ο ίδιος ο Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμος, Κεφ.148, μέσα από το άρθρο 68, περιέχει ειδική και ξεχωριστή διάταξη για παραγραφή αγωγών σε αστικό αδίκημα και γ) Το άρθρο 10
(4)του Περί Υποχρεωτικής Ασφάλισης της Ευθύνης των Εργοδοτών Νόμος του 1989, Ν.174/1989αναφέρει ρητά ότι 'αν η ευθύνη του ασφαλιστή έναντι του ασφαλισμένου (δηλαδή του εργοδότη) είναι λιγότερη της ευθύνης του ασφαλισμένου έναντι του εργοδοτουμένου, οι διατάξεις του παρόντος νόμου δεν θα επηρεάσουν τα δικαιώματα του εργοδοτουμένου έναντι του ασφαλισμένου σε ότι αφορά το υπόλοιπο.' και δ) Θα ήταν άδικο, παράλογο και λανθασμένο αλλά ούτε και πρόθεση του νομοθέτη ήταν και είναι εάν τυχόν επιλογή του εργοδότη να μην ασφαλιστεί έναντι ατυχήματος και/ή επαγγελματικής νόσου των εργοδοτουμένων του, κατά παράβαση των διατάξεων του Περί Υποχρεωτικής Ασφάλισης της Ευθύνης των Εργοδοτών Νόμος του 1989, Ν.174/1989, δημιουργούσε εμπόδιο και/ή κώλυμμα στον εργοδοτούμενο που σκοπεύει να διεκδικήσει τα δικαιώματα του τα οποία ενδεχομένως να απορρέουν μέσα από την όποια αμελή πράξη και/ή παράλειψη του εργοδότη στην περίπτωση ατυχήματος και πρόκληση σωματικής βλάβης σ' αυτόν ως αποτέλεσμα αμέλειας και/ή επιλήψιμης συμπεριφοράς του εργοδότη του κάτω από τη σφαίρα της αστικής και/ή οποιασδήποτε άλλης μορφής ευθύνης. Κατά συνέπεια, κρίνω ότι το άρθρο 19 του Περί Υποχρεωτικής Ασφάλισης της Ευθύνης των Εργοδοτών Νόμος του 1989, Ν.174/1989δεν παραγράφει το όποιο αγώγιμο δικαίωμα του Αιτητή που τυχόν να υπάρχει εναντίον των Καθ' ων η αίτηση μέσα από την υπό τον άνω αριθμό και τίτλο αγωγή. Ο δε ισχυρισμός των Καθ' ων η αίτηση ότι η ενέργεια του Αιτητή να καταχωρήσει αγωγή στο χρονικό στάδιο που επέλεξε τους αποστερεί το δικαίωμα ν' αξιώσουν από την ασφαλιστική εταιρεία τους το οποιοδήποτε ποσό αυτή θα κατέβαλλε σε περίπτωση που η αγωγή του Αιτητή πετύχει ουδεμία σχέση έχει με το θέμα της παραγραφής, το οποίο είναι το αντικείμενο εξέτασης στην υπό κρίση αίτηση και ως εκ τούτου δεν έχει εδώ οποιοδήποτε έρεισμα. Όσον αφορά το άρθρο 15Α του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλεια υπέρ Τρίτου) Νόμο, Κεφ.333, όπως αυτός αντικαταστάθηκε από το άρθρο 22 του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης έναντι Τρίτου) Νόμος του 2000, Ν.96(Ι)/2000μετά των συναφών τροποποιήσεων, τον οποίον επικαλέστηκε η ευπαίδευτος συνήγορος του Αιτητή κατά την αγόρευση της, διαπιστώνω ότι το εν λόγω άρθρο και κατ' επέκταση ο νόμος αυτός ουδεμία σχέση έχει με τα επίδικα θέματα της υπό τον άνω αριθμό και τίτλο αγωγής καθότι αυτός σχετίζεται με περιπτώσεις οδικών δυστυχημάτων που προκαλούνται από τη χρήση μηχανοκινήτων οχημάτων και την υποχρεωτική ασφαλιστική κάλυψη αυτών από τους ιδιοκτήτες τους ενώ η δική μας περίπτωση αφορά εργατικό ατύχημα που προκλήθηκε σε υπό ανέγερση οικοδομή. Παρά το γεγονός ότι ο καταργηθείς Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλεια υπέρ Τρίτου) Νόμο, Κεφ.333 αλλά και ο Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης έναντι Τρίτου) Νόμος του 2000, Ν.96(Ι)/2000μετά των συναφών τροποποιήσεων δεν σχετίζονται με την δική μας περίπτωση, εντούτοις αξίζει να αναφέρουμε την υπόθεση Καλλιόπης Θεοδοσίου v Khalid Yasin, αγωγή αρ. 5843/93 ημερομηνίας 23.02.1996 όπου αποφασίστηκε ότι το άρθρο 15Α που είχε εισαχθεί στον καταργηθέντα Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλεια υπέρ Τρίτου) Νόμο, Κεφ.333 με τον τροποποιητικό νόμο 206/91 και προνοούσε ότι η αγωγή κατά του αδικοπραγούντος έπρεπε να εγείρεται μέσα σε 2 χρόνια από την ημέρα του ατυχήματος, εφαρμοζόταν αυστηρά και αποκλειστικά στα πλαίσια του Κεφ.333 αφού ο νομοθέτης επιθυμούσε να θέσει χρονική παραγραφή μόνο σε σχέση με τις διατάξεις του Κεφ.333 και την κάλυψη από τις ασφαλιστικές εταιρείες αξιώσεων που τυχόν εγείρονταν. Συνεπώς, δεν επρόκειτο για γενικότερη και καθολική παραγραφή όλων των αστικών αδικημάτων περιλαμβανομένου και της έγερσης αγωγής εναντίον αδικοπραγούντα για σκοπούς αμέλειας καθότι εάν όντως υφίστατο κάτι τέτοιο ο νομοθέτης θα έπρεπε να εισάξει σχετική τροποποίηση στον Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο, Κεφ.148, πράγμα βεβαίως που δεν έπραξε. Ίδια προσέγγιση υιοθετήθηκε και στις υποθέσεις Θεοχάρη Θεοχάρους v Ανδρέα Καρασιαλή, αγωγή αρ. 2870/90 ημερομηνίας 09.12.1994 και Ευανθία Α. Κασάπη v 1. Δημήτριου Φεσά 2. Δώρας Κασιουλή υπό την ιδιότητα των ως διαχειριστών της περιουσίας του αποβιώσαντος Κυριάκου Κασιουλή
(1998)1 Α.Α.Δ. 341 όπου τονίστηκε ότι η εισαγωγή του χρόνου παραγραφής στο Κεφ.333 δεν σκόπευε να αποκλείσει την οποιαδήποτε θεραπεία ή αξίωση του ενάγοντα σε χρόνο μεταγενέστερο των 2 ετών, αλλά μόνο να αποκλείσει τη θεραπεία του αναφορικά με το δικαίωμα είσπραξης από την ασφάλεια. Κατ' αναλογία, το ίδιο σκεπτικό ισχύει και εφαρμόζεται τόσο για το άρθρο 22 του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης έναντι Τρίτου) Νόμος του 2000, Ν.96(Ι)/2000μετά των συναφών τροποποιήσεων που αντικατέστησε το Κεφ.333 όσο και για το άρθρο 19 του Περί Υποχρεωτικής Ασφάλισης της Ευθύνης των Εργοδοτών Νόμος του 1989, Ν.174/1989μετά των συναφών τροποποιήσεων, επιβεβαιώνοντας έτσι την ορθότητα του συμπεράσματος στο οποίο κατέληξε το Δικαστήριο προηγουμένως σχετικά με το άρθρο 19 του Ν.174/89, ως εξειδικευμένο νομοθέτημα που είναι. Η βασική νομοθεσία επί του θέματος παραγραφής στο κυπριακό δίκαιο είναι το Limitation Actions Law, Κεφ.15 μετά των συναφών τροποποιήσεων, το οποίο εφαρμόζεται σε αστικές υποθέσεις και διαδικασίες, συμπεριλαμβανομένων και διαδικασιών διαιτησίας.[7] Η εν λόγω νομοθεσία κωδικοποίησε στις 27.09.1945 όλες τις προϋπάρχουσες πρόνοιες σε σχέση με τις διάφορες περιόδους παραγραφής, τις οποίες και καθόρισε ανάλογα με το είδος της αξίωσης. Σε όσες αξιώσεις τα άρθρα 3 και 4 του Κεφ.15 δεν έχουν ειδικά προσδιορίσει περίοδο παραγραφής αυτή καθορίζεται στα έξι χρόνια από την ημέρα δημιουργίας του αγώγιμου δικαιώματος.[8] Ακολούθως, προέκυψε ανάγκη για διαφοροποίηση των περιόδων παραγραφής, ως αποτέλεσμα της οποίας υπήρξε η ψήφιση του Περί Αναστολής της Παραγραφής Νόμου του 1964, Ν.57/64όπου έγινε εισαγωγή της έννοιας της 'περιόδου αναστολής' που σύμφωνα με το άρθρο 2 αυτού είναι η περίοδος αρχομένη στις 21.12.1963 και θα έληγε σε ημερομηνία που θα καθοριζόταν στο μέλλον με διάταγμα του Υπουργικού Συμβουλίου. Εδώ να σημειωθεί ότι ο Ν.57/64προνοεί ότι η 'περίοδος αναστολής' δεν υπολογίζεται στο χρόνο παραγραφής μιας αγωγής.[9] Στη συνέχεια, συνεπεία της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο, ο Ν.57/64τροποποιήθηκε από τον Περί Αναστολής της Παραγραφής (Τροποποιητικός) Νόμος του 1982, Ν.36/82όπου η 'περίοδος αναστολής' σήμαινε πλέον την περίοδο από 21.12.1963 μέχρι 3 μήνες μετά τη λήξη της έκρυθμης κατάστασης μέσω σχετικής γνωστοποίησης από το Υπουργικό Συμβούλιο. Τελικά τόσο ο Ν.57/64όσο και ο Ν.36/82καταργήθηκαν από τον Περί Αναστολής του Χρόνου Παραγραφής (Προσωρινές Διατάξεις) Νόμο του 2002, Ν.110(Ι)/2002, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ την 01.06.
  1. Επίσης με το Ν.110(Ι)/2002καταργήθηκε και ο Περί Παραγραφής (Προσωρινές Διατάξεις) Νόμος του 1990, Ν.217/90που είχε τότε καθορίσει ότι αγωγές για αποζημιώσεις αμέλειας δεν ενέπιπταν στους Περί Αναστολής της Παραγραφής Νόμους του 1964 και
  2. Το θέμα της αμέλειας ως βάση αγωγής στην υπό τον άνω αριθμό και τίτλο αγωγή διέπεται από τον Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο, Κεφ.148 μετά των συναφών τροποποιήσεων.[10] Το άρθρο 68 του νόμου αυτού προνοεί συγκεκριμένη περίοδο παραγραφής αγωγών σε αστικό αδίκημα (τότε που καταχωρήθηκε η υπό τον άνω αριθμό και τίτλο αγωγή ήταν περίοδος 2 ετών αμέσως μετά την πράξη ή παράλειψη για την οποίαν εγέρθηκε η αγωγή). Όπως ήδη σημειώθηκε πιο πάνω, ο ευπαίδευτος συνήγορος των Καθ' ων η αίτηση ισχυρίστηκε ότι ένεκα της ύπαρξης του άρθρου αυτού η αγωγή καταχωρήθηκε εκπρόθεσμα αφού ενώ το ατύχημα επεσυνέβηκε στις 08.09.2003 η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε στις 13.03.
  3. Περαιτέρω, ισχυρίστηκε ότι οι πρόνοιες του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.148 δεν εμπίπτουν στις πρόνοιες του Περί Παραγραφής Νόμου, Κεφ.15 ενώ παράλληλα παραδέχτηκε ότι οι πρόνοιες του Περί Παραγραφής Νόμου, Κεφ.15 ως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα δεν μπορούν να τύχουν εφαρμογής και ειδικότερα οι πρόνοιες του άρθρου 8Α επειδή οι διατάξεις του εν λόγω νομοθετήματος έχουν ανασταλεί μέχρι την 31.03.
  4. Αντίθετα, η ευπαίδευτη συνήγορος του Αιτητή δήλωσε πως το άρθρο 68 του Κεφ.148 ήταν ανενεργό μέχρι την 01.06.2005 οπότε και ετέθη σε ισχύ ο Περί Παραγραφής Νόμος, Ν.110(Ι)/
  5. Επομένως, κατά την άποψη της, η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε εμπρόθεσμα. Η πιο πάνω θέση της δικηγόρου του Αιτητή με βρίσκει σύμφωνο αφού είναι γνωστό ότι η χρονική περίοδος παραγραφής που προνοεί το άρθρο 68 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.148 μετά των συναφών τροποποιήσεων είχε ανασταλεί επ' αόριστο με το Νόμο 57/64, ο οποίος στη συνέχεια καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε από τον Περί Αναστολής του Χρόνου Παραγραφής (Προσωρινές Διατάξεις) Νόμο του 2002, Ν.110(Ι)/2002που το άρθρο 4 αυτού προνοεί ρητά ότι δεν παραγράφεται οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα που είχε διατηρηθεί σε ισχύ με βάση τους καταργημένους νόμους, εκτός και αν συμπληρωθεί μετά την έναρξη της ισχύος του Ν.110(Ι)/2002, δηλαδή μετά την 01.06.2005, νέος και από την αρχή χρόνος παραγραφής για το συγκεκριμένο αγώγιμο δικαίωμα. Επομένως, ο χρόνος παραγραφής για το αγώγιμο δικαίωμα της αμέλειας αρχίζει να μετρά εξ' ολοκλήρου από τις 01.06.2005 και ολοκληρώνεται, σύμφωνα με το άρθρο 68 του Κεφ.148, 3 χρόνια αργότερα, ήτοι στις 31.05.
  6. Το ίδιο ισχύει και για τις υπόλοιπες βάσεις αγωγών που εντοπίστηκαν στην έκθεση απαίτησης του Αιτητή και για τις οποίες προνοούνται νομοθετικά αντίστοιχοι χρόνοι παραγραφής όχι λιγώτερο των 3 ετών. Προς ενίσχυση της κατάληξης του Δικαστηρίου ότι η χρονική περίοδος παραγραφής που προνοεί το άρθρο 68 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.148 μετά των συναφών τροποποιήσεων εμπίπτει στη σφαίρα του Ν.110(Ι)/2002 αρκεί ν' αναφέρω ότι ο όρος 'χρόνος παραγραφής' περιλαμβάνει οποιαδήποτε χρονική περίοδο που προβλέπεται σε διάταξη νομοθετικής φύσης που ισχύει κατά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του εν λόγω νόμου και στην οποίαν προβλέπεται ότι η αγωγή δεν δύναται να εγερθεί μετά την πάροδο της καθορισμένης χρονικής περιόδου, καλύπτοντας έτσι και το περιεχόμενο του άρθρου 68 του Κεφ.
  7. Ο δε όρος 'αγωγή' σημαίνει κάθε αστική διαδικασία που αρχίζει με οποιοδήποτε τρόπο ενώπιον οποιουδήποτε δικαστηρίου και περιλαμβάνει διαιτητική διαδικασία, καλύπτοντας έτσι αγώγιμα δικαιώματα περί αμέλειας, παράβασης σύμβασης εργοδότησης και παράβασης των εκ του νόμου και/ή κανονισμών απορρεόντων καθηκόντων.[11] Πέραν όμως και ανεξαρτήτως του γεγονότος αυτού, οφείλω να υποδείξω τη ρητή πρόνοια που περιέχεται στο Κεφ.15 και αναφέρει ότι η εφαρμογή των διατάξεων του εν λόγω νόμου (δηλαδή του Κεφ.15) αναστέλλονται μέχρι την 31ην Μαρτίου 2010.[12] Προς υποστήριξη των νομικών επιχειρημάτων του ο ευπαίδευτος συνήγορος των Καθ' ων η αίτηση με παρέπεμψε στην υπόθεση Δημήτρης Φεσσά και άλλη v Ευανθίας Α. Κασάπη
(1994)1 Α.Α.Δ. 337, η οποία όμως αφορά αγωγή για αποζημιώσεις σε αστικά αδικήματα που προκάλεσαν το θάνατο[13], σε αντίθεση με τη δική μας περίπτωση που αφορά αμέλεια, παράβαση σύμβασης εργοδότησης και παράβαση των εκ του νόμου και/ή κανονισμών απορρεόντων καθηκόντων τα οποία δεν προκάλεσαν το θάνατο του κατ' ισχυρισμό θύματος. Στην υπόθεση αυτή αποφασίστηκε ότι, ένεκα της ρητής πρόνοιας του Περί Αστικών Αδικημάτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 1985, Ν.156/85για έναρξη της ισχύος του από 01.01.1986 και ότι ο νόμος εφαρμοζόταν για αιτίες αγωγής που θα προέκυπταν μετά την ημερομηνία εφαρμογής του, ήταν καθαρό ότι ο νομοθέτης είχε επιδείξει σαφή πρόθεση να εφαρμοστεί η περίοδος παραγραφής για τις συγκεκριμένες αιτίες αγωγής, παρά την ύπαρξη γενικής αναστολής της παραγραφής με τον τότε Περί Αναστολής της Παραγραφής Νόμου του 1964, Ν.57/
  1. Αποφασίστηκε ακόμη ότι ο Ν.57/64εφαρμοζόταν σχετικά με περιόδους παραγραφής που ίσχυαν κατά την ημερομηνία που ο νόμος αυτός τέθηκε σε ισχύ και εφόσον ο Ν.156/85τέθηκε σε ισχύ σε μεταγενέστερη ημερομηνία δεν καλυπτόταν από τις πρόνοιες του Ν.57/
  2. Κατά συνέπεια, τα θανατηφόρα ατυχήματα δεν καλύπτονται από τις διατάξεις του Ν.57/64 και κατ' επέκταση δεν εμπίπτουν στη σφαίρα των προνοιών του Περί Αναστολής του Χρόνου Παραγραφής (Προσωρινές Διατάξεις) Νόμο του 2002, Ν.110(Ι)/2002μετά των συναφών τροποποιήσεων. Επειδή όμως η παρούσα αγωγή δεν σχετίζεται με αιτία αγωγής που προέρχεται από το Ν.156/85και συγκεκριμένα από αστικό αδίκημα που προκάλεσε το θάνατο (π.χ. θανατηφόρο τροχαίο ατύχημα), θεωρώ ότι η πιο πάνω υπόθεση δεν βρίσκει εδώ οποιοδήποτε έρεισμα. Στη βάση όλων αυτών των δεδομένων, κρίνω πως η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε εμπρόθεσμα και ως εκ τούτου δεν υφίσταται θέμα χρόνου παραγραφής αγώγιμου δικαιώματος για καμία από τις κατ' ισχυρισμό βάσεις αγωγής που περιέχονται στην έκθεση απαίτησης του Αιτητή αφού σύμφωνα με τις νομοθετικές διατάξεις δεν έχει ακόμη παρέλθει ο χρόνος παραγραφής που προνοείται ανάλογα γι' αυτές. Επιπλέον, ακόμη και εάν δεν ίσχυαν όλα τα πιο πάνω και υφίστατο θέμα χρόνου παραγραφής ως προς το θέμα της αμέλειας, το παρόν Δικαστήριο θα εξασκούσε τη διακριτική ευχέρεια που του παρέχει το άρθρο 8Α του Κεφ.15 για μη εφαρμογή των προνοιών παραγραφής της αξίωσης για αποζημιώσεις καθότι σε τέτοια περίπτωση θα επιθυμούσε πρώτα να ακούσει και να εκτιμήσει στο στάδιο εκδίκασης της ουσίας της υπόθεσης τους λόγους που οδήγησαν τον Αιτητή στην καθυστερημένη καταχώρηση της αγωγής καθώς επίσης και οποιοδήποτε άλλο παράγοντα που σχετίζεται με την καθυστέρηση και/ή το χρόνο αυτής αφού κάτι τέτοιο θα ήταν ορθό, λογικό, δίκαιο και θα αποσκοπούσε τελικά στην καλύτερη απονομή της δικαιοσύνης. Ως αποτέλεσμα όλων των πιο πάνω, η αίτηση απορρίπτεται. Όσον αφορά το θέμα των εξόδων, θεωρώ πως δεν θα πρέπει να επιδικαστούν υπέρ οποιουδήποτε διαδίκου καθότι, ενώ το θέμα της προδικαστικής εκδίκασης νομικού σημείου εγέρθηκε από τους Καθ' ων η αίτηση μέσα από την υπεράσπιση τους, εντούτοις αυτός που αποφάσισε τελικά, χωρίς επιτυχία όπως αποδείκτηκε, να προωθήσει το εν λόγω ζήτημα για να εκδικαστεί μέσω της καταχώρησης σχετικής αίτησης ήταν ο Αιτητής. Κατά συνέπεια, η αίτηση απορρίπτεται χωρίς οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα. Τέλος, δεν χρειάζεται τώρα να προβώ σε οποιοδήποτε διαδικαστικό μέτρο επειδή η παρούσα υπόθεση είναι ήδη ορισμένη για οδηγίες στις 29.09.2009 οπότε το ενδεχόμενο αυτό θα εξεταστεί την ημερομηνία εκείνη που θα τεθεί ενώπιον μου ο φάκελος της αγωγής αυτής. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Πρ. Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other/Interim Αναφορά: Πολιτική Δικονομία/Προδικαστική εκδίκαση νομικού σημείου/Παραγραφή αγωγής [1] Βλέπε Ανδρέας Πιερίδης v Kevork Keshishian και άλλων
(1996)1 Α.Α.Δ. 224, Κυπριακός Οργανισμός Τουρισμού v
(1)Philippa Estates Ltd
(2)Suncoast Management Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 1431 [2] Βλέπε Βιομηχανία Χαρίλαος Αλωνεύτης Λτδ κ.α. v Alpha Bank Ltd πρώην Lombard Natwest Bank
(2003)1 Α.Α.Δ. 990 [3] Βλέπε Karic Bank d.d. (Cyprus Offshore Banking Unit) v Χαρίλαος Αποστολίδης & Σία Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 530 [4] Επί τοις αφορώσι την Αίτησιν του Πέτρου Κυριακίδη δι' έκδοσιν Προνομιακών Διαταγμάτων Certiorari και Mandamus
(1992)1 Α.Α.Δ. 26 [5] Άρθρο 4 του Ν.174/89 [6] Άρθρα 2 και 5 του Ν.174/89 [7] Άρθρο 2 Κεφ.15 [8] Άρθρο 5 Κεφ.15 [9] Άρθρο 3 Ν.57/64 [10] Άρθρο 51 Κεφ.148 [11] Άρθρο 2 Ν.110(Ι)/2002 [12] Άρθρο 11 Κεφ.15 [13] Άρθρο 58 Κεφ.148 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.