Επί τοις αφορώσι τον Ανδρέα Γεωργίου, Αρ. Αίτησης Πτώχευσης: 250/2009, 17.09.2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:A222 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΠΤΩΧΕΥΣΕΩΝ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Πρ. Ε.Δ. Αρ. Αίτησης Πτώχευσης: 250/2009 Επί τοις αφορώσι τον Ανδρέα Γεωργίου, από τη Λεμεσό Ημερομηνία: 17.09.2009 Εμφανίσεις: Για Αιτητή: κα Παναγιώτου για κο Χαράλαμπο Γαλανό (για ν΄ακούσει απόφαση η κα Τερψοπούλου) Για Καθ' ου η αίτηση: κα Α. Αγαθοκλέους για κ.κ. Φοίβο, Χρήστο Κληρίδη, Ν. Πιριλλίδη & Συνεργάτες (για ν΄ακούσει απόφαση η κα Πιριλλίδου) ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση, η οποία καταχωρήθηκε στις 27.03.2009, ζητείται η έκδοση διατάγματος παραλαβής της περιουσίας του χρεώστη, Ανδρέα Γεωργίου από τη Λεμεσό για το λόγο ότι έχει διαπράξει πράξη πτώχευσης αφού σύμφωνα με τους Αιτητές παρέλειψε να συμμορφωθεί με την ειδοποίηση πτώχευσης αρ.151/2009, η οποία του επιδόθηκε στις 24.01.
- Μέσα από την αίτηση τους, οι Αιτητές ισχυρίζονται ότι: α) Ο Καθ' ου η αίτηση διέμενε ή διεξήγαγε εργασίες στη Λεμεσό το μεγαλύτερο μέρος της περιόδου των τελευταίων 6 μηνών. β) Το εξ' αποφάσεως χρέος του ανέρχεται στο ποσό των €59.801,05 πλέον τόκους πλέον έξοδα. γ) Δεν κατέχουν οποιανδήποτε εξασφάλιση επί της περιουσίας του Καθ' ου η αίτηση δια την πληρωμή του εξ' αποφάσεως χρέους. Η εν λόγω αίτηση συνοδεύεται από ένορκο δήλωση στην οποίαν προέβηκε αρμόδιος υπάλληλος των Αιτητών, ο οποίος, όπως δηλώνει, γνωρίζει τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, είναι πλήρως εξουσιοδοτημένος και επιβεβαιώνει ως αληθεί τα όσα περιέχονται στην αίτηση αυτή. Περαιτέρω, η υπό κρίση αίτηση συνοδεύεται από φωτοαντίγραφο έγγραφο δικαστικής απόφασης στην αγωγή υπ' αριθμό 5084/2006 ημερομηνίας 28.02.2008, η οποία αναφέρει το εξ' αποφάσεως χρέος του Καθ' ου η αίτηση (Εναγόμενος 4 στην εν λόγω αγωγή) που κλήθηκε να πληρώσει στους Αιτητές (Ενάγοντες στην ίδια αγωγή) υπό τη μορφή αλληλέγγυας και/ή κεχωρισμένης ευθύνης με τους συνεναγόμενους του αρ. 1, 2 και
- Μετά από εξέταση του φακέλλου, διαπιστώνεται ότι η αίτηση αυτή επιδόθηκε στον Καθ' ου η αίτηση προσωπικά στις 29.04.2009 (η Ένορκος Δήλωση Επιδότη καταχωρήθηκε ως Τεκμήριο 2) καθώς και στον Επίσημο Παραλήπτη στις 02.04.2009 (η Ένορκος Δήλωση Επιδότη καταχωρήθηκε ως Τεκμήριο 1). Στις 12.05.2009 ο Καθ' ου η αίτηση καταχώρησε ένσταση στην αίτηση πτώχευσης στην οποίαν προτάσσει τους εξής λόγους:
- Η αίτηση πτώχευσης και η ένορκος δήλωση που τη συνοδεύει δεν είναι έγκυρες και/ή νομότυπες.
- Η αίτηση πτώχευσης και η ένορκος δήλωση που τη συνοδεύει δεν πληρούν τις απαιτούμενες προϋποθέσεις που καθορίζει η σχετική νομολογία επί του θέματος.
- Δεν έχουν ληφθεί τα δέοντα μέτρα εκτέλεσης της απόφασης του Δικαστηρίου εναντίον του Καθ' ου η αίτηση.
- Η αίτηση πτώχευσης είναι πιεστική, καταχρηστική (frivolous and vexatious), εκβιαστική και αποτελεί προϊόν αλλότριου σκοπού.
- Ο Καθ' ου η αίτηση δεν είναι ιδιοκτήτης / δικαιούχος / κάτοχος οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου.
- Η έκδοση του διατάγματος θα συνεπάγεται και μη είσπραξη της οφειλής από τους πιστωτές.
- Το χρέος για το οποίο καταχωρήθηκε η αίτηση είναι εξασφαλισμένο.
- Οι πιστωτές έχουν παραβιάσει τα δικαιώματα του Καθ' ου η αίτηση κάτω από τον Περί Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμο του
- Η ένσταση εδράζεται στα άρθρα 2, 3, 4, 5, 6, 87, 90, 93 και 108 του Περί Πτωχεύσεως Νόμου Κεφ.5, στους Περί Πτωχεύσεως Κανονισμούς 7-9, 16, 17, 18, 44-46 (1, 2 και 3), 50, 51, 126 και 188, στη Διάταξη 40 Θεσμοί 7 και 11, στη Διάταξη 48 Θεσμοί 2-9, στη Διάταξη 39 Θεσμοί 2 και 6, στη Διάταξη 63 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, επί της συμφυούς εξουσίας, πρακτικής και νομολογίας του Δικαστηρίου. Η εν λόγω ένσταση υποστηρίζεται από ένορκο δήλωση του Καθ' ου η αίτηση στην οποίαν ο ίδιος επαναλαμβάνει τους λόγους για τους οποίους ενίσταται και που εξέθεσε στο σώμα της ένστασης του. Παράλληλα, ισχυρίζεται ότι οι Αιτητές δεν δικαιούνται να προχωρήσουν εναντίον του αφού σύμφωνα με τον Καθ' ου η αίτηση η παρούσα αίτηση πάσχει, είναι πρόωρη, νομικά αβάσιμη και απορριπτέα επειδή οι Αιτητές δεν εξέδωσαν προηγουμένως ένταλμα κατάσχεσης της κινητής του περιουσίας, δεν καταχώρησαν αίτηση έρευνας εναντίον του και γενικότερα δεν εξάντλησαν όλα τα μέτρα εκτέλεσης της εκδοθείσας δικαστικής απόφασης προτού καταχωρήσουν την παρούσα αίτηση, γεγονός που κατά τον ίδιο, αποδεικνύει ότι δεν διέπραξε πράξη πτώχευσης. Ο Καθ' ου η αίτηση επίσης ισχυρίζεται ότι η υπό κρίση αίτηση είναι εκδικητική καθότι οι Αιτητές είναι εξασφαλισμένοι με επιβάρυνση επί ακίνητης περιουσίας, με υποθήκη επί ακίνητης περιουσίας του Εναγομένου 1, εξασφαλισμένοι στο αντικείμενο ενοικιαγοράς και μέσω εγγυητικής επιστολής για το ποσό των €39.300,00 πλέον τόκο προς 8% από την Alpha Asset Finance Limited προς όφελος τους. Περαιτέρω, ο Καθ' ου η αίτηση αμφισβητεί ότι το οφειλόμενο ποσό ανέρχεται σ' αυτό που οι Αιτητές ισχυρίζονται αλλά ότι αυτό είναι μικρότερο καθότι έχουν καταβληθεί αρκετά ποσά έναντι της απαίτησης από τον πρωτοφειλέτη και τους υπόλοιπους εγγυητές τα οποία δεν έχουν αφαιρεθεί. Η δε ένσταση συνοδεύεται από πιστό αντίγραφο της δικαστικής απόφασης στην αγωγή υπ' αριθμό 5084/2006 ημερομηνίας 28.02.2008, φωτοαντίγραφο εγγράφων του κατ' ισχυρισμό εισοδήματος του Καθ' ου η αίτηση καθώς και φωτοαντίγραφο εγγράφου ανάλυσης κατ' ισχυρισμό εγκριμένων πιστωτικών διευκολύνσεων και εξασφαλίσεων αυτών ημερομηνίας 08.10.
- Κατά την ακροαματική διαδικασία της υπό κρίσης αίτησης καμία πλευρά δεν προσκόμισε μαρτυρία προς υποστήριξη και απόδειξη των θέσεων και ισχυρισμών της καθώς επίσης καμία πλευρά δεν εξάσκησε το δικαίωμα που είχε για αντεξέταση των ενόρκων δηλούντων στις ενόρκους δηλώσεις που συνοδεύουν την αίτηση και ένσταση. Αντίθετα, οι ευαπαιδεύτοι συνήγοροι περιορίστηκαν σε αγορεύσεις όπου ο μεν εκ μέρους του Αιτητή αφού επανέλαβε τα όσα περιέχονται στην αίτηση του απέρριψε όλους τους λόγους ένστασης με αναφορά σε νομολογία και ο δε για τον Καθ' ου η αίτηση αφού επανέλαβε τα όσα περιέχονται στην ένσταση του, επίσης με αναφορά σε νομολογία, κάλεσε το Δικαστήριο ν' απορρίψει την παρούσα αίτηση. Δεν προτίθεμαι να αναφέρω αυτολεξεί το περιεχόμενο των αγορεύσεων των 2 πλευρών αφού κάτι τέτοιο είναι ήδη καταγραμμένο μέσα από τα επίσημα πρακτικά που τηρούνται στα πλαίσια εκδίκασης της παρούσας υπόθεσης. Προτού προχωρήσω στην εξέταση των λόγων ένστασης και γενικότερα στην ουσία της παρούσας αίτησης, θεωρώ ορθό και χρήσιμο ν' αναφέρω τις βασικές αρχές που διέπουν την εκδίκαση αίτησης πτώχευσης. Η εκδίκαση αίτησης πτώχευσης διεξάγεται στη βάση μαρτυρίας που προσκομίζεται ενώπιον του Δικαστηρίου από την κάθε πλευρά κατά την ημέρα της ακρόασης της. Η αίτηση πτώχευσης είναι αυτοτελής και ανεξάρτητη αίτηση και ως εκ τούτου η απόδειξη ή ακρόαση της δεν βασίζεται στο περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων που τυχόν συνοδεύουν την αίτηση και την ένσταση, όπως ισχύει στις ενδιάμεσες αιτήσεις των πολιτικών υποθέσεων με βάση τη Διάταξη 48 Θεσμός 4
(2)των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και την υφιστάμενη νομολογία[1], αλλά σε μαρτυρία που προσφέρεται από μάρτυρες που θα καλέσει η κάθε πλευρά προς απόδειξη των θέσεων και ισχυρισμών τους κατά την ημέρα που η αίτηση ορίζεται για ακρόαση. Το βάρος απόδειξης ότι πρέπει να εκδοθεί διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του Καθ' ου η αίτηση βρίσκεται στους ώμους του Αιτητή. Από εκεί και πέρα, η κάθε πλευρά ευθύνεται για την απόδειξη των ισχυρισμών της, όπως αυτοί περιέχονται σε αίτηση και ένσταση αντίστοιχα. Η νομοθετική διάταξη που καθορίζει και ρυθμίζει τη διαδικασία πτώχευσης κατά νόμο, ουσία και τύπους είναι ο Περί Πτωχεύσεως Νόμος Κεφ.5 μετά των συναφών τροποποιήσεων (στο εξής καλείται ο 'νόμος') καθώς και οι Περί Πτωχεύσεως Κανονισμοί (στο εξής καλούνται 'οι κανονισμοί'), οι οποίοι εκδόθηκαν δυνάμει του άρθρου 108 του νόμου για την εφαρμογή των διατάξεων του νόμου αλλά και της διαδικασίας που διέπεται από αυτόν. Ειδικότερα, το άρθρο 6
(2)του Περί Πτωχεύσεως Νόμου Κεφ.6 μετά των συναφών τροποποιήσεων αναφέρει τα εξής: "Κατά την ακρόαση της αίτησης, το Δικαστήριο θα απαιτεί απόδειξη του χρέους που οφείλεται προς τον αιτούντα πιστωτή, της επίδοσης της αίτησης και της πράξης πτώχευσης... και το Δικαστήριο αν ικανοποιηθεί με τέτοια απόδειξη, θα εκδίδει διάταγμα παραλαβής σύμφωνα με την αίτηση." [Οι υπογραμμίσεις του παρόντος Δικαστηρίου] Σύμφωνα με το πιο πάνω άρθρο, κατά την ακρόαση αίτησης πτώχευσης, όπως είναι η παρούσα, ο πιστωτής (αιτητής) πρέπει να αποδείξει: (α) την οφειλή του συγκεκριμένου χρέους προς αυτόν και (β) την επίδοση της αίτησης πτώχευσης στο χρεώστη, η οποία να σημειωθεί ότι θα πρέπει να πραγματοποιηθεί προσωπικά σ' αυτόν (Καθ' ου η αίτηση) και (γ) τη διάπραξη πράξη πτώχευσης. Περαιτέρω, ο Κανονισμός 60 των Περί Πτωχεύσεως Κανονισμών προνοεί αναφορικά με την ακολουθούμενη διαδικασία τα εξής: "
(1)If the debtor does not appear at the hearing, the Court may make a receiving order on such proof of the statements in the petition as it may think sufficient.
(2)If the debtor appears to show cause against the petition, the petitioning creditor's debt, and the act of bankruptcy, or the matters notified by the debtor to be disputed, shall be proved;." Σε ελεύθερη ελληνική μετάφραση: "
(1)Αν ο οφειλέτης δεν εμφανισθεί κατά την ακρόαση, το Δικαστήριο δύναται να εκδόσει διάταγμα παραλαβής αφού αποδειχθούν οι δηλώσεις που περιλαμβάνονται στην αίτηση τις οποίες θεωρεί επαρκείς.
(2)Αν ο οφειλέτης εμφανίζεται για να δείξει λόγο εναντίον της αίτησης, το προς τον αιτούντα πιστωτή χρέος και η πράξη πτωχεύσεως ή τα ζητήματα που γνωστοποιήθηκαν από τον οφειλέτη ότι θα αμφισβητηθούν πρέπει να επαληθευτούν (αποδεικτούν),. " [Οι υπογραμμίσεις του παρόντος Δικαστηρίου] Επομένως, με βάση το άρθρο 6
(2)του νόμου και τον κανονισμό 60 προκύπτει ξεκάθαρα η υποχρέωση του Αιτητή να αποδείξει σε κάθε περίπτωση δια της προσκόμισης μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου την οφειλή του συγκεκριμένου χρέους προς αυτόν, την επίδοση της αίτησης πτώχευσης στο χρεώστη προσωπικά, τη διάπραξη πράξη πτώχευσης από μέρους του χρεώστη και γενικότερα κάθε ισχυρισμό που περιέχεται στην αίτηση πτώχευσης καθώς επίσης και κάθε ζήτημα που αμφισβητείται από τον Καθ' ου η αίτηση μέσα από την ένσταση του. Η υποχρέωση του Αιτητή για απόδειξη των προϋποθέσεων που θέτει το άρθρο 6
(2)του νόμου καθώς και κάθε δήλωσης που περιέχεται στην αίτηση πτώχευσης παραμένει και στην περίπτωση όπου ο χρεώστης δεν εμφανίζεται ενώπιον του Δικαστηρίου για να ενστεί ή και αμφισβητήσει οποιοδήποτε ισχυρισμό που περιέχεται στην εν λόγω αίτηση. Παράλληλα, ο Αιτητής καλείται να καταχωρήσει την αίτηση πτώχευσης σύμφωνα με τον τύπο και τα κριτήρια που θέτει τόσο ο νόμος όσο και οι πτωχευτικοί κανονισμοί. Αναμφίβολα κάθε πτωχευτική διαδικασία έχει καταλυτικές συνέπειες για τον Καθ' ου η αίτηση επειδή δύναται να οδηγήσει στην πτώχευση του με όλες τις συνεπαγόμενες αρνητικές, οικονομικές, κοινωνικές και ηθικές επιπτώσεις, πέραν βεβαίως των νομικών συνεπειών. Είναι για το λόγο αυτό που ο νόμος και οι κανονισμοί χρησιμοποιούν επιτακτικό λεκτικό και όπως σημειώνεται στο σύγγραμμα The Law and Practice in Bankruptcy των Williams & Hunter 19η έκδοση στη σελίδα 56 με αναφορά σε σχετική νομολογία, το Δικαστήριο και το Πρωτοκολλητείο έχουν καθήκον να εξετάσουν ότι όλες οι προϋποθέσεις του Νόμου και των Κανονισμών έχουν τηρηθεί.[2] Η υφιστάμενη νομολογία υποδεικνύει ότι οι προϋποθέσεις του νόμου και των κανονισμών πρέπει να τηρούνται με αυστηρότητα και σε ότι αφορά το χρέος σε συνδυασμό πάντοτε με την εκδοθείσα απόφαση. Έτσι το χρέος πρέπει να αποδεικτεί ότι υφίστατο όχι μόνο κατά την ημέρα καταχώρησης της αίτησης αλλά ακόμη και κατά την ακρόαση της μέχρι και την έκδοση του διατάγματος παραλαβής. Ακόμη και στην περίπτωση που ο χρεώστης δίνει ειδοποίηση ότι θα ενστεί και εμφανίζεται κατά την ακρόαση, αλλά δεν προσφέρει οποιαδήποτε μαρτυρία, οι αμφισβητούμενοι ισχυρισμοί θα πρέπει να αποδεικτούν στη βάση μαρτυρίας που ο Αιτητής θα πρέπει να προσκομίσει ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την ακρόαση της αίτησης. Η θέση ότι η απόδειξη ή η ακρόαση της αίτησης πτώχευσης δεν βασίζεται στο περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων που τυχόν συνοδεύουν την αίτηση και την ένσταση, όπως ισχύει στις ενδιάμεσες αιτήσεις των πολιτικών υποθέσεων με βάση τη Διάταξη 48 Θεσμός 4
(2)των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, τεκμηριώνεται από τον Κανονισμό 188 των Περί Πτωχεύσεως Κανονισμών ο οποίος αναφέρει τα εξής: "Where no provision is made in these rules in regard to any matter arising out of bankruptcy proceedings, the Rules of Court governing civil proceedings shall, in so far as they are not repugnant to these rules, apply to such matter." Σε ελεύθερη ελληνική μετάφραση: "Όταν δεν γίνεται καμία πρόνοια στους κανονισμούς αυτούς αναφορικά με ζήτημα που προκύπτει από διαδικασία πτώχευσης, οι διαδικαστικοί κανονισμοί που καλύπτουν αστικές διαδικασίες, εφόσον αυτές δεν είναι αντίθετες προς τους κανονισμούς αυτούς, θα εφαρμόζονται σε τέτοιο ζήτημα." Στην προκειμένη περίπτωση όμως το ζήτημα της απόδειξης διέπεται, όπως προανάφερα, ειδικά και συγκεκριμένα από τον Κανονισμό 60 των Περί Πτωχεύσεως Κανονισμών καθώς και το άρθρο 6
(2)του Περί Πτωχεύσεως Νόμου Κεφ.5 μετά των συναφών τροποποιήσεων και ως εκ τούτου οι διαδικαστικοί κανονισμοί που καλύπτουν αστικές διαδικασίες δεν βρίσκουν εδώ εφαρμογή. Όσον αφορά την ένσταση του Καθ' ου η αίτηση, θα περιοριστώ στο να αναφέρω ότι σύμφωνα με τους πτωχευτικούς κανονισμούς αλλά και το Πτωχευτικό Έντυπο αρ.8 δεν απαιτείται η καταχώρηση ενόρκου δηλώσεως μαζί με οποιαδήποτε έγγραφα καθότι οι λόγοι ένστασης και κατ' επέκταση το περιεχόμενο της θα πρέπει να αποδεικτεί κατά την ακρόαση της αίτησης πτώχευσης μέσω της προσκόμισης του αναγκαίου μαρτυρικού υλικού από και/ή εκ μέρους του Καθ' ου η αίτηση. Από τη στιγμή όμως που στην παρούσα υπόθεση καταχωρήθηκε ένορκος δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, τότε αυτή καθώς και τα έγγραφα που επισυνάπτονται σ' αυτήν εκλαμβάνονται ως αναπόσπαστο μέρος της ένστασης και κατ' επέκταση ως συνέχεια των θέσεων και ισχυρισμών του Καθ' ου η αίτηση, για τα οποία εξακολουθεί να απαιτείται η απόδειξη τους δια της προσκόμισης σχετικής μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου την ημέρα που η αίτηση πτώχευσης είναι ορισμένη για ακρόαση. Θα εξετάσω τώρα κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 6
(2)του Περί Πτωχεύσεως Νόμου Κεφ.6 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Κατόπιν μελέτης του φακέλλου της υπόθεσης, διαπιστώνω ότι στις 29.04.2009 πραγματοποιήθηκε επίδοση της υπό εξέτασης αίτησης στον Καθ' ου η αίτηση προσωπικά καθώς επίσης στις 02.04.2009 πραγματοποιήθηκε επίδοση στο γραφείο του Επίσημου Παραλήπτη. Εν πάσει περιπτώσει, ο Καθ' ου η αίτηση εμφανίζεται και εκπροσωπείται στην παρούσα διαδικασία δια δικηγόρου χωρίς να έχει θέσει θέμα κακής ή αντικανονικής επίδοσης. Ο δε Επίσημος Παραλήπτης δεν έχει εμφανιστεί στην παρούσα διαδικασία. Έχω λοιπόν ικανοποιηθεί ότι η παρούσα αίτηση έχει επιδοθεί προσωπικά στον Καθ' ου η αίτηση καθώς και στον Επίσημο Παραλήπτη σύμφωνα με τις πρόνοιες του νόμου και των κανονισμών. Συνεπώς, η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 6
(2)του νόμου έχει ικανοποιηθεί. Όσον αφορά την προϋπόθεση της ύπαρξης και του ύψους της οφειλής παρατηρώ ότι ενώ στην αίτηση υπάρχει ισχυρισμός ότι η οφειλή του Καθ' ου η αίτηση ανέρχεται στο ποσό των €59.801,05 πλέον τόκους πλέον έξοδα δυνάμει της δικαστικής απόφασης στην αγωγή υπ' αριθμό 5084/2006 ημερομηνίας 28.02.2008, την ημέρα που η παρούσα αίτηση ήταν ορισμένη για ακρόαση καμία μαρτυρία δεν παρουσιάστηκε εκ μέρους των Αιτητών ενώπιον του Δικαστηρίου που να επιβεβαιώνει, επαληθεύει και τεκμηριώνει τον πιο πάνω ισχυρισμό. Ως εκ τούτου, η θέση μέσα από το λεκτικό της αίτησης ότι υφίσταται θέμα ύπαρξης οφειλής από τον Καθ' ου η αίτηση ίσης με €59.801,05 πλέον τόκους πλέον έξοδα παρέμεινε μετέωρη και χωρίς οποιαδήποτε μαρτυρική στήριξη. Ούτε και μπορεί να εκληφθεί η ένορκος δήλωση του υπαλλήλου των Αιτητών ως μαρτυρία αλλά και να μπορούσε το πολύ σύντομο περιεχόμενο της στην ουσία δεν παραθέτει οποιαδήποτε στοιχείο ή πληροφορία ή γεγονός που θα μπορούσε να αποτελέσει μαρτυρία σχετική και ικανή να οδηγήσει σε απόδειξη των προϋποθέσεων που ο νόμος θέτει ότι πρέπει να εκπληρούνται κατά τρόπο αυστηρό στα πλαίσια εξέτασης αυτής της αίτησης, αφού πέραν του ότι ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι είναι υπάλληλος των Αιτητών και εξουσιοδοτημένος να προβεί στην εν λόγω ένορκη δήλωση το μόνο που αναφέρει είναι ότι οι διάφορες δηλώσεις που γίνονται στο σώμα της αίτησης είναι αληθείς. Στην υπόθεση Interpartemental Concern "Uralmetrom" v Besuno Ltd
(2004)1 ΑΑΔ 557 επισημάνθηκε πως η υιοθέτηση ενόρκως του περιεχομένου της αίτησης ή δικογραφήματος δεν τα καθιστά μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου. Η ίδια αρχή είχε ήδη υποδειχθεί και σε προηγούμενη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου.[3] Εφαρμόζοντας την αρχή αυτή στη δική μας υπόθεση, οδηγούμαι στο συμπέρασμα ότι το λεκτικό της ένορκης δήλωσης του υπαλλήλου των Αιτητών δεν αποτελεί μαρτυρία προς απόδειξη του περιεχομένου της αίτησης. Ακόμα όμως και να θεωρηθεί μαρτυρία το περιεχόμενο της εν λόγω ενόρκου δηλώσεως μαζί με τις θέσεις όπως αυτές σημειώνονται στην αίτηση ή και ακόμη να ληφθεί υπόψη ότι ο Καθ' ου η αίτηση αποδέχεται τη δημιουργία και ύπαρξη εξ' αποφάσεως χρέους δυνάμει της δικαστικής απόφασης ημερομηνίας 28.02.2008 που εκδόθηκε εναντίον του στην αγωγή υπ' αριθμό 5084/2006 κατά την ημερομηνία ακρόασης της παρούσας αίτησης, οι Αιτητές απέτυχαν να προσκομίσουν μαρτυρία που ν' αποδεικνύει το ακριβές ύψος του οφειλομένου ποσού από μέρους του Καθ' ου η απαίτηση, ιδιαίτερα μάλιστα όταν ο Καθ' ου η αίτηση μέσα από την ένσταση και ένορκο δήλωση που τη συνοδεύει και θεωρηθεί ότι αποτελεί αναπόσπαστο μέρος αυτής αμφισβητεί ότι το οφειλόμενο ποσό ανέρχεται σ' αυτό που οι Αιτητές ισχυρίζονται αλλά δηλώνει ότι αυτό είναι μικρότερο καθότι έχουν καταβληθεί αρκετά ποσά έναντι της απαίτησης από τον πρωτοφειλέτη και τους υπόλοιπους εγγυητές τα οποία δεν έχουν αφαιρεθεί. Το βάρος απόδειξης τόσο της επιβεβαίωσης ύπαρξης όσο και του προσδιορισμού του ύψους του οφειλομένου ποσού βρίσκεται στους ώμους των Αιτητών, οι οποίοι ενώ κλήθηκαν να το αποσείσουν δια της προσκόμισης μαρτυρίας αυτοί απέτυχαν να το καταφέρουν. Το ίδιο ισχύει και για την προϋπόθεση που υπάρχει για την απόδειξη της πράξης πτώχευσης. Συγκεκριμένα, καμία μαρτυρία προσκομίστηκε από και/ή εκ μέρους των Αιτητών ενώπιον του Δικαστηρίου που σκοπό θα είχε την κατάθεση του φακέλλου ειδοποίησις πτώχευσης καθώς και την προσκόμιση όλων των απαραίτητων πληροφοριών και λεπτομερειών που θα οδηγούσαν το Δικαστήριο στο συμπέρασμα κατά πόσο σημειώθηκε πράξη πτώχευσης με βάση τις πρόνοιες του νόμου[4], όπως ισχυρίζεται ο Αιτητής. Ενδεικτικά, αναφέρω ότι ενώπιον του Δικαστηρίου δεν έχουν προσκομιστεί πληροφορίες που αποδεικνύουν συμμόρφωση με τις πρόνοιες των Κανονισμών 39-43 των Περί Πτωχεύσεως Κανονισμών καθώς επίσης και με τα άρθρα 3 και 5 του Περί Πτωχεύσεως Νόμου Κεφ.5 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Ως αποτέλεσμα των προαναφερομένων, ο Αιτητής απέτυχε να προσκομίσει την απαιτούμενη μαρτυρία για να προωθήσει και να αποδείξει τους ισχυρισμούς του που περιέχονται στην παρούσα αίτηση. Ανεξαρτήτως της πιο πάνω κατάληξης του Δικαστηρίου που προδιαγράφει και τη τύχη της υπό κρίσης αίτησης, θα εξετάσω τώρα τους οκτώ λόγους ένστασης που προβάλλει ο Καθ' ου η αίτηση. Ως πρώτος λόγος ένστασης προβάλλεται ότι η αίτηση πτώχευσης και η ένορκος δήλωση που τη συνοδεύει δεν είναι έγκυρες και/ή νομότυπες. Εξετάζοντας την υπό κρίση αίτηση καθώς και την ένορκο δήλωση του κυρίου Νεόφυτου Παρέα, υπαλλήλου των Αιτητών στην όψη τους, δεν διαπιστώνω οτιδήποτε που να με οδηγεί στο συμπέρασμα ότι υπάρχει ζήτημα εγκυρότητας και νομοτυπίας. Αντίθετα, τα έγγραφα αυτά πληρούν τις τυπικότητες που θέτει ο νόμος και οι σχετικοί κανονισμοί. Συγκεκριμένα, η αίτηση υπεγράφηκε από τους Αιτητές και περιέχει αυτά που πρέπει να περιέχει, η δε ένορκος δήλωση υπεγράφηκε από αρμόδιο και εξουσιοδοτημένο υπάλληλο των Αιτητών και επαληθεύει το περιεχόμενο της αίτησης, ως απαιτούν ο νόμος και οι σχετικοί κανονισμοί.[5] Προς τούτο σχετικές είναι οι υποθέσεις Ανδρέας Σαββίδης v Χρηματοδοτήσεις "Πάνθηρας Λτδ"
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1411 και Σιάτης v Λοΐζου (αρ.2)
(1994)1 Α.Α.Δ. 226 καθώς και το σύγγραμμα The Law and Practice in Bankruptcy των Williams & Hunter 19η έκδοση στη σελίδα 489. Ειδικότερα, ο Κανονισμός 126
(2)των Περί Πτωχεύσεως Κανονισμών προνοεί πως σε περίπτωση που ο πιστωτής είναι εταιρεία, όπως στην προκειμένη περίπτωση, η αίτηση πτώχευσης μπορεί να παρουσιαστεί από οποιοδήποτε λειτουργό αυτής που εξουσιοδοτείται για το σκοπό αυτό καταχωρώντας ένορκη δήλωση ότι είναι λειτουργός και ότι εξουσιοδοτήθηκε κανονικά να υποβάλει την αίτηση, πράγμα που εδώ ισχύει. Επίσης στην υπόθεση Ανδρέας Σαββίδης v Χρηματοδοτήσεις "Πάνθηρας Λτδ"
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1411 κρίθηκε πως ένορκη δήλωση που καταχωρήθηκε προς υποστήριξη της αίτησης από λειτουργό που βρισκόταν στην υπηρεσία της εταιρείας και όπου αναφέρθηκε ότι ήταν εξουσιοδοτημένος από αυτούς να προβεί στην ένορκο δήλωση, ικανοποιεί τις διατάξεις του πιο πάνω κανονισμού εφ' όσον η ένορκη δήλωση έφερε τον ίδιο τίτλο και αριθμό καταχώρησης και οποιαδήποτε άλλη προσέγγιση θα τοποθετούσε τον τύπο υπεράνω ουσίας και δεν θα συνιστούσε ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του σκοπού του νόμου. Στη δική μας περίπτωση διαπιστώνω ότι ικανοποιείται το κριτήριο που τέθηκε στην προαναφερόμενη υπόθεση καθώς επίσης διαπιστώνω ότι ικανοποιούνται οι πρόνοιες του άρθρου 6
(1)του νόμου και του κανονισμού 126
(2). Περαιτέρω, παρατηρώντας εξ' όψεως την αίτηση διαπιστώνω ότι το περιεχόμενο της ικανοποιεί τις πρόνοιες του άρθρου 5 του νόμου αφού δηλώνονται τα εξής: α) Ο Καθ΄ ου η Αίτηση για 6 μήνες πριν την καταχώρηση της αίτησης είχε τη συνήθη αυτού διαμονή στην Κυπριακή Δημοκρατία και συγκεκριμένα στην Επαρχία Λεμεσού β) Η αίτηση αφορά ποσό που δεν είναι μικρότερο των €854,30 γ) Το χρέος προέρχεται από δικαστική απόφαση που δεν έχει ικανοποιηθεί και είναι εκκαθαρισμένο δ) Οι Αιτητές δεν είναι εξασφαλισμένοι πιστωτές. ε) Η αίτηση καταχωρήθηκε εντός 3 μηνών από την πράξη πτώχευσης Περαιτέρω, έχω ικανοποιηθεί ότι υπάρχει συμμόρφωση τόσο με τις πρόνοιες του Κανονισμού 7, ο οποίος καθορίζει τον τύπο της αίτησης, όσο και με τους Κανονισμούς 44, 45, 46 και 50 αλλά και με το Πτωχευτικό Έντυπο αρ.7, τα οποία καθορίζουν το πλαίσιο και κατ' επέκταση το περιεχόμενο της αίτησης. Με βάση τα πιο πάνω, δεν διαπιστώνω οποιαδήποτε παρατυπία και/ή ακυρότητα της αίτησης αλλά και της ενόρκου δηλώσεως που τη συνοδεύει. Ούτε και διαπιστώνω ότι η εν λόγω αίτηση είτε πάσχει είτε είναι πρόωρη. Ως εκ τούτου, κρίνω ότι ο πρώτος λόγος ένστασης είναι ανεδαφικός και γι' αυτό απορρίπτεται. Όσον αφορά τον δεύτερο λόγο ένστασης, ήτοι ότι η αίτηση πτώχευσης και η ένορκος δήλωση που τη συνοδεύει δεν πληρούν τις απαιτούμενες προϋποθέσεις που καθορίζει η σχετική νομολογία επί του θέματος, έχω ήδη εξηγήσει πιο πάνω και ως αποτέλεσμα αυτού εφαρμόζοντας τις ίδιες αρχές κρίνω ότι ούτε αυτός ο λόγος ευσταθεί και γι' αυτό απορρίπτεται. Ο τρίτος λόγος ένστασης αφορά τον ισχυρισμό του Καθ' ου η αίτηση ότι δεν έχουν ληφθεί τα δέοντα μέτρα εκτέλεσης της απόφασης του Δικαστηρίου εναντίον του Καθ' ου η αίτηση πριν από την καταχώρηση της παρούσας αίτησης. Το εάν έχουν ή όχι ληφθεί μέτρα εκτέλεσης της απόφασης του Δικαστηρίου αυτό δεν είναι κάτι που εξετάζεται στα πλαίσια της υπό κρίσης αίτησης. Ούτε και αποτελεί προϋπόθεση για καταχώρηση αίτησης πτώχευσης η εκ των προτέρων προσπάθεια λήψης μερικών ή όλων ή εξάντληση των μέτρων εκτέλεσης μιας δικαστικής απόφασης που παραθέτει ο Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμος Κεφ.6 μετά των συναφών τροποποιήσεων[6], όπως λανθασμένα ισχυρίζεται ο Καθ' ου η αίτηση. Συνεπώς, κρίνω ότι απορρίπτεται και αυτός ο λόγος ένστασης. Ο τέταρτος λόγος ένστασης αφορά τον ισχυρισμό του Καθ' ου η αίτηση ότι η αίτηση πτώχευσης είναι πιεστική, καταχρηστική, εκβιαστική και αποτελεί προϊόν αλλότριου σκοπού. Εδώ αξίζει να σημειωθεί ότι η πτωχευτική διαδικασία δεν είναι διαδικασία εκτέλεσης μιας απόφασης, ούτε είναι ο εξαναγκασμός του χρεώστη να εξοφλήσει το χρέος του.[7] Στόχος και σκοπός της πτωχευτικής διαδικασίας είναι η διασφάλιση της περιουσίας του Καθ' ου η αίτηση έτσι ώστε να χρησιμοποιηθεί εξ' ολοκλήρου ή μερικώς, όπως ο νόμος ορίζει, δικαίως και κατ' ισονομίαν προς όφελος και προστασία όλων των πιστωτών περιλαμβανομένων βεβαίως και των Αιτητών.[8] Κατάχρηση διαδικασίας θα μπορούσε να τεκμηριωθεί όταν και εφόσον υπάρχουν παράλληλες διαδικασίες[9] ή όταν επιδιώκεται με την αίτηση ένας εξόφθαλμα αλλότριος, με την καταχώρηση της αίτησης, σκοπός. Για το τι αποτελεί κατάχρηση σε μια πτωχευτική διαδικασία δύναται να γίνει αναφορά στο σύγγραμμα The Law and Practice in Bankruptcy των Williams & Hunter 19η έκδοση όπου στη σελίδα 62 αναφέρεται ότι η διακρίβωση ύπαρξης θέματος αυτού είναι πραγματικό. Στην προκειμένη περίπτωση ο Καθ' ου η αίτηση επικαλείται τόσο μέσα από την ένορκο δήλωση του που συνοδεύει την ένσταση όσο και μέσα από την επιχειρηματολογία της συνηγόρου του κατά την αγόρευση της διάφορους ισχυρισμούς, οι οποίοι όμως, με βάση τα όσα έχω ήδη αναφέρει αναφορικά με τις βασικές αρχές που διέπουν την εκδίκαση αίτησης πτώχευσης, παρέμειναν αστήρικτοι αφού καμία μαρτυρία προς τεκμηρίωση τους δεν παρουσιάστηκε από και/ή εκ μέρους του Καθ' ου η αίτηση κατά την ημέρα ακρόασης της παρούσας αίτησης. Επίσης αξίζει να διευκρινιστεί ότι στην υπόθεση Σοφοκλέους v Marketrends Finance Ltd Πολιτική Έφεση 12019 ημερομηνίας 20.07.2007 το Εφετείο δεν χαρακτήρισε ως καταχρηστική μια πτωχευτική διαδικασία η οποία προωθήθηκε με την κατάρρευση των διαβουλεύσεων για εξεύρεση τρόπου διευθέτησης του εξ' αποφάσεως χρέους. Κατά την αγόρευση της και προς υποστήριξη του επιχειρήματος της ότι η υπό κρίση αίτηση είναι πιεστική, καταχρηστική, εκβιαστική και αποτελεί προϊόν αλλότριου σκοπού, η ευπαίδευτος συνήγορος του Καθ' ου αίτηση με παρέπεμψε στην υπόθεση 1. London Clubs Ltd 2. Ritz Casino Ltd v Ρόδου Παπαδοπούλου
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 169. Η υπόθεση όμως αυτή διαφοροποιείται από τη δική μας περίπτωση αφού σ' αυτήν ο Αιτητής επέδωσε 2 ειδοποιήσεις πτώχευσης στον Καθ' ου η αίτηση, ως αποτέλεσμα 2 εκκρεμούντων δικαστικών αποφάσεων, τις οποίες όμως απέσυρε εκ των υστέρων όταν ο Καθ' ου η αίτηση συμφώνησε να πληρώνει Λ.Κ.£300,00 μηνιαίως. Στη συνέχεια και αφού ο Καθ' ου η αίτηση δεν ανταποκρίθηκε στην υπόσχεση του, ο Αιτητής επανήλθε με την καταχώρηση 2 νέων ειδοποιήσεων πτώχευσης. Το Ανώτατο Δικαστήριο τότε έκρινε πως η ενέργεια του Αιτητή να καταχωρήσει εκ νέου ειδοποιήσεις πτώχευσης και γενικότερα να χρησιμοποιήσει 2 φορές την πτωχευτική διαδικασία αποσκοπούσε στο να πιέσει τον Καθ' ου η αίτηση να πληρώσει το εξ' αποφάσεως χρέος του. Το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι η διαδικασία που ανελήφθηκε από τον Αιτητή ήταν καταπιεστική εις βάρος του Καθ' ου η αίτηση γιατί δεν απέβλεπε με την ορθή χρήση της δικαστικής διαδικασίας στην εκτέλεση των υπέρ του αποφάσεων αλλά με την κατάχρηση της να καταπιέσουν τον Καθ' ου η αίτηση. Η δική μας περίπτωση δεν αφορά τέτοιο θέμα και ως εκ τούτου η αρχή της καταπίεσης και/ή της κατάχρησης κσι/ή της εκδίκησης και/ή του αλλότριου σκοπού δεν βρίσκει εδώ οποιοδήποτε έρεισμα. Αξίζει ακόμη να επισημανθεί ότι η διαδικασία πτώχευσης δεν αποτελεί μέθοδο εκτέλεσης δικαστικής απόφασης και ως τέτοια δεν αποκλείεται η συνύπαρξη πτωχευτικής αίτησης με άλλη διαδικασία εκτέλεσης δικαστικής απόφασης.[10] Ούτε όμως αποτελεί προϋπόθεση για πράξη πτώχευσης η εκ των προτέρων λήψη μέτρων εκτέλεσης της δικαστικής απόφασης από μέρους του Αιτητή, όπως λανθασμένα ισχυρίζεται στην παρούσα υπόθεση ο Καθ' ου η αίτηση. Έχοντας εξετάσει ότι έγγραφα είχα ενώπιον μου για σκοπούς αυτού του προβαλλόμενου λόγου ένστασης, παρατηρώ ότι οι Αιτητές είχαν να λαμβάνουν ένα σεβαστό χρηματικό ποσό, που παρέμενε απλήρωτο για μεγάλο διάστημα, και δεν είναι δυνατό, με την καταχώριση της αίτησης, να αποδίδεται σ' αυτούς κίνητρο άλλο από την επιθυμία τους να εισπράξουν το οφειλόμενο ποσό, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι προέβηκαν σε οποιαδήποτε ενέργεια με σκοπό τον εξαναγκασμό του Καθ' ου η αίτηση να εξοφλήσει το χρέος του. Ούτε το γεγονός ότι εάν όντως έγιναν και/ή ναυάγησαν οποιεσδήποτε διαβουλεύσεις που έγιναν για εξεύρεση τρόπου διευθέτησης του εξ αποφάσεως χρέους οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η αίτηση πτώχευσης είναι είτε καταχρηστική είτε πιεστική, είτε εκβιαστική. Κατά συνέπεια, κρίνω ότι αυτός ο λόγος ένστασης πρέπει να απορριφθεί και απορρίπτεται. Ως πέμπτος λόγος ένστασης προβάλλεται ότι ο Καθ' ου η αίτηση δεν είναι ιδιοκτήτης / δικαιούχος / κάτοχος οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου. Αυτό όμως δεν είναι αντικείμενο που εξετάζεται στα πλαίσια αίτησης πτώχευσης με σκοπό την έκδοση ή όχι διατάγματος παραλαβής της περιουσίας του χρεώστη. Εάν υφίσταται τέτοιο θέμα τότε αυτό θα διαπιστωθεί με την εμπλοκή του Επίσημου Παραλήπτη σε μεταγενέστερο στάδιο και συγκεκριμένα κατά τη δημόσια εξέταση του Καθ' ου η αίτηση.[11] Όπως σημειώνεται στη σελίδα 60 του συγγράμματος The Law and Practice in Bankruptcy των Williams & Hunter 19η έκδοση, η πιθανότητα ή και ακόμη το ενδεχόμενο να μην υπάρχουν περιουσιακά στοιχεία δεν είναι λόγος για απόρριψη της αίτησης. Σε μια τέτοια διαδικασία και ιδιαίτερα σ' αυτό το στάδιο το Δικαστήριο δεν έχει ικανοποιητικά στοιχεία, τα οποία ενδεχομένως θα αποκαλυφθούν σε μεταγενέστερο στάδιο όταν γίνει η δημόσια εξέταση του χρεώστη, για να καταλήξει στο γεγονός ότι υπάρχει ή όχι περιουσία. Ακόμη όμως και ο ισχυρισμός αυτός του Καθ' ου η αίτηση να σχετίζεται με την εκδίκαση αίτησης πτώχευσης, ο Καθ' ου η αίτηση παρέλειψε να πρσοκομίσει οποιαδήποτε μαρτυρία που να τεκμηριώνει τον ισχυρισμό του ότι δεν είναι ιδιοκτήτης ή δικαιούχος ή κάτοχος οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου. Στην απουσία τέτοιας μαρτυρίας ο ισχυρισμός του παρέμεινε ανυπόστατος και ως εκ τούτου ο λόγος αυτός ένστασης απορρίπτεται. Με τον έκτο λόγο ένστασης ο Καθ' ου η αίτηση παραπονείται ότι η έκδοση του διατάγματος θα συνεπάγεται και μη είσπραξη της οφειλής από τους πιστωτές. Ούτε αυτό, με όλο το σεβασμό προς τον Καθ' ου η αίτηση, είναι αντικείμενο που εξετάζεται στα πλαίσια αίτησης πτώχευσης με σκοπό την έκδοση ή όχι διατάγματος παραλαβής της περιουσίας του χρεώστη. Συνεπώς και αυτός ο λόγος ένστασης απορρίπτεται. Ως έβδομος λόγος ένστασης προβάλλεται ότι το χρέος για το οποίο καταχωρήθηκε η αίτηση είναι εξασφαλισμένο σε βαθμό που να εκμηδενίζει ή να μειώνει το χρέος του καθ' ου η αίτηση σε λιγότερο από €854,30 που απαιτεί ο νόμος. Σύμφωνα με το άρθρο 2 του Περί Πτωχεύσεως Νόμου Κεφ.5 μετά των συναφών τροποποιήσεων, 'ασφαλισμένος πιστωτής' σημαίνει πρόσωπο το οποίο κατέχει υποθήκη, ενέχυρο, επιβάρυνση ή δικαίωμα επίσχεσης επί της περιουσίας του χρεώστη ή σε οποιοδήποτε μέρος αυτής, ως ασφάλεια για χρέος που οφείλεται σε αυτόν από το χρεώστη. [Η υπογράμμιση από το παρόν Δικαστήριο]. Το δε άρθρο 5
(2)του ιδίου νόμου προνοεί ότι "Αν ο αιτητής πιστωτής είναι ασφαλισμένος πιστωτής, οφείλει στην αίτηση του είτε να δηλώσει ότι προτίθεται να παραιτηθεί από την ασφάλεια του προς όφελος των πιστωτών σε περίπτωση που ο χρεώστης κηρυχτεί σε πτώχευση ή να δώσει εκτίμηση της ασφάλειας του. Στην τελευταία περίπτωση μπορεί να γίνει δεκτός ως αιτητής πιστωτής στην έκταση του υπόλοιπου του προς αυτόν οφειλόμενου χρέους, που πρόκειται μετά την αφαίρεση της εκτιμημένης αξίας, κατά τον ίδιο τρόπο ωσάν να ήταν μη ασφαλισμένος πιστωτής." Κατ' αρχήν πρέπει να ξεκαθαριστεί ότι καμία μαρτυρία που να τεκμηριώνει τον ισχυρισμό αυτό του Καθ' ου η αίτηση δεν έχει προσκομιστεί ενώπιον μου. Όπως ούτε μαρτυρία από μέρους του Αιτητή έχει προσκομιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου που να αποδεικνύει το δικό του ισχυρισμό σε σχέση μ' αυτό το αμφισβητούμενο ζήτημα. Σε περίπτωση όμως που η τυχόν εξασφάλιση αφορά περιουσία του πρωτοφειλέτη ή άλλων συνεναγομένων, αλλά όχι του Καθ' ου η αίτηση, στη δικαστική απόφαση ημερομηνίας 28.02.2008 στην αγωγή υπ' αριθμό 5084/2006 οι Αιτητές δεν είναι υποχρεωμένοι να δηλώσουν τέτοια εξασφάλιση, ούτε να την εκτιμήσουν αλλά ούτε και να παραιτηθούν από αυτή. Με βάση το πιο πάνω άρθρο, η πιο πάνω αρχή εφαρμόζεται μόνο όταν ο αιτητής πιστωτής κατέχει εξασφάλιση επί της περιουσίας του χρεώστη. Μόνο τότε δυνάμει του άρθρου 5
(2)του νόμου θεωρείται 'εξασφαλισμένος πιστωτής'. Αντίθετα, η εν λόγω αρχή δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση που ο αιτητής πιστωτής κατέχει εξασφάλιση επί της περιουσίας τρίτων προσώπων, άλλων από το χρεώστη. Η θέση αυτή υποδείκτηκε κατά τρόπο σαφή και κατηγορηματικό στην υπόθεση Επί τοις αφορώσι τον Τάκη Οικονομίδη v Λαϊκή Τράπεζα Λτδ
(1997)1 Α.Α.Δ.
- Ως εκ τούτου, συνεπεία απουσίας σχετικής μαρτυρίας από μέρους του Καθ' ου η αίτηση προς απόδειξη του εν λόγω ισχυρισμού του, ο λόγος ένστασης αυτός απορρίπτεται. Ο όγδοος λόγος ένστασης αφορά τον ισχυρισμό του Καθ' ου η αίτηση ότι οι πιστωτές έχουν παραβιάσει τα δικαιώματα του Καθ' ου η αίτηση κάτω από τον Περί Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμο του
- Εάν όντως υφίσταται τέτοιο θέμα, τότε ο Καθ' ου η αίτηση μπορεί να αναζητήσει προστασία και κατοχύρωση των οποιονδήποτε δικαιωμάτων του με βάση τον πιο πάνω νόμο μέσω διαφορετικών και ανεξάρτητων νομικών διαδικασιών. Δεν μπορεί όμως ένας τέτοιος ισχυρισμός από μόνος του να είναι ικανός στο να εμποδίσει ή αποτρέψει την εξέταση αίτησης πτώχευσης καθώς και την έκδοση διατάγματος παραλαβής της περιουσίας του χρεώστη στην περίπτωση που ικανοποιούνται τα κριτήρια και οι προϋποθέσεις που θέτει ο νόμος και οι κανονισμοί στη βάση προσκόμισης συναφούς μαρτυρικού υλικού που να δικαιολογεί κάτι τέτοιο. Εν πάσει περιπτώσει, αν ο Καθ' ου η αίτηση ήταν εγγυητής του Εναγομένου 1 και γι' αυτό εκδόθηκε στις 28.02.2008 εναντίον του δικαστική απόφαση στην αγωγή υπ' αριθμό 5084/2006 δεν έχει αναφερθεί να εκδόθηκε οποιονδήποτε διάταγμα αναστολής της εκτέλεσης της απόφασης εναντίον του.[12] Έχοντας υπόψην μου αυτά τα δεδομένα, κρίνω ότι αυτός ο λόγος ένστασης θα πρέπει να απορριφθεί και απορρίπτεται. Οφείλω επίσης ν' αναφέρω ότι δεν αγνοώ την αποτυχία του Αιτητή να αποδείξει ή τουλάχιστο να ανατρέψει ή έστω αντικρούσει τους ισχυρισμούς του Καθ' ου η αίτηση, δια της προσκόμισης ενώπιον του Δικαστηρίου σχετικής μαρτυρίας, αναφορικά με τα αμφισβητούμενα ζητήματα που του γνωστοποιήθηκαν μέσω της ένστασης του Καθ' ου η αίτηση. Υπό το φως όλων των πιο πάνω και έχοντας υπόψην μου ότι ο Αιτητής απέτυχε να αποδείξει τις προϋποθέσεις (α) και (γ) που απαιτεί, μεταξύ άλλων, το άρθρο 6
(2)του Περί Πτωχεύσεως Νόμου Κεφ.5 μετά των συναφών τροποποιήσεων για την επιτυχή κατάληξη της αίτησης πτώχευσης, ήτοι αναφορικά με την ύπαρξη και ακριβές προσδιορισμό του ύψους οφειλής προς αυτόν από τον Καθ' ου η αίτηση καθώς και την πράξη πτώχευσης από μέρους του Καθ' ου η αίτηση αλλά και για όλα τα αμφισβητούμενα ζητήματα που γνωστοποιήθηκαν μέσω της ένστασης του Καθ' ου η αίτηση για τα οποία ο Αιτητής δεν προσκόμισε μαρτυρία προς απόδειξη της δικής του θέσης, η παρούσα αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της παρούσας αγωγής, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ του Καθ' ου η αίτηση και εναντίον των Αιτητών. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Πρ. Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Bankruptcy Αναφορά: Αγωγές/Αίτηση Πτώχευσης/Διάταγμα Παραλαβής [1] Βλέπε Παρασκευά Δημητρίου v Γαβριήλ Γαβριήλ
(2001)1 ΑΑΔ 16 [2] "Since bankruptcy affects not only the debtor and his creditors but also the general public, the court has a duty to see that all the requirements of the Act and Rules have been observed. The petitioning creditor's debt must be proved not only to have existed at the date of the act of bankruptcy, and at the date of the presentation of the petition, but also to exist at the hearing and down to the making of the receiving order." [3] Βλέπε την υπόθεση Νίνος Μιχαηλίδης Λτδ ν. Κυριάκου Δρουσιωτη & άλλων
(1995)1 Α.Α.Δ. 877 [4] Βλέπε άρθρα 3 και 5 του Περί Πτωχεύσεως Νόμου Κεφ.5 μετά των συναφών τροποποιήσεων [5] Βλέπε άρθρα 5 και 6 του Περί Πτωχεύσεως Νόμου Κεφ.5 καθώς και Κανονισμό 126
(2)των Περί Πτωχεύσεως Κανονισμών [6] Βλέπε Πέτρος Μ. Πετράκη v Πέτρος Κίμωνος
(2006)1 Α.Α.Δ. 1311 [7] Βλέπε Αρέστη v Λαϊκή Τράπεζα Λτδ
(2002)1 Α.Α.Δ. 1258 [8] Βλέπε
- London Clubs Ltd
- Ritz Casino Ltd v Ρόδου Παπαδοπούλου
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 1699, Πέτρος Μ. Πετράκη v Πέτρος Κίμωνος
(2006)1 Α.Α.Δ. 1311, Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, τόμος 3
(2), παρ.1 [9] Βλέπε Τσιακλίδης v Ευαγγέλου
(2004)1(Β) Α.Α.Δ. 837 [10] Βλέπε Επί τοις αφορώσι τον Τάκη Οικονομίδη v Λαϊκή Τράπεζα Λτδ
(1997)1 Α.Α.Δ. 1255, Αναφορικά με την Αίτηση τουΧριστάκη Μιχαήλ
(1998)1 Α.Α.Δ. 1320 και Επί τοις αφορώσι τον Γεώργιο Αρέστη, Πολιτική Έφεση 10796, ημερομηνίας 13.09.2002 [11] Βλέπε άρθρο 16 του Περί Πτωχεύσεως Νόμου Κεφ.5 καθώς και Κανονισμούς 75-78 των Περί Πτωχεύσεως Κανονισμούς [12] Βλέπε άρθρο 9 του Περί Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμο του 2003, Ν.197(Ι)/2003μετά των συναφών τροποποιήσεων cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο