Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Νίκου Λοφίτη, Αρ. Αγωγής: 720/07, 22.09.2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:A223 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Δ. Ι. Κίτσιου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 720/07 Μεταξύ: Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Εναγόντων και Νίκου Λοφίτη, εκ Λεμεσού Εναγόμενου --------------------- Αίτηση ημερομηνίας 13.05.2009 για Τροποποίηση Υπεράσπισης Ημερομηνία: 22.09.2009 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενο-Αιτητή: κ. Μ. Ιωάννου Για Ενάγοντες-Καθ΄ ων η Αίτηση: κα Ανδρονίκου για Χρυσαφίνη & Πολυβίου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή: Οι ενάγοντες (τράπεζα) οι οποίοι από το 2005 έχουν καταστεί δικαιούχοι όλων των δικαιωμάτων της εταιρείας Τράπεζα Κύπρου (Φάκτορς) Λτδ έχουν καταχωρήσει στις 12.02.2007 την παρούσα αγωγή διεκδικώντας από τον εναγόμενο το ποσό των ΛΚ5.411,29 πλέον τόκους και έξοδα. Η απαίτηση των εναγόντων στηρίζεται σε συμφωνία ημερομηνίας 14.03.2001 την οποία σύναψε η Τράπεζα Κύπρου (Φάκτορς) Λτδ με νομικό πρόσωπο το οποίο σήμερα βρίσκεται υπό εκκαθάριση, παρείσχαν σ΄ αυτό διευκολύνσεις προεξόφλησης τιμολογίων, υπό την εγγύηση του εναγόμενου η οποία δόθηκε κατά τις 11.01.
- Ο εναγόμενος εγγυήθηκε όλες τις υποχρεώσεις του υπό εκκαθάριση νομικού προσώπου. Στη συνέχεια και κατά την εκτέλεση της συμφωνίας ημερομηνίας 14.03.2001 ενώ το υπό εκκαθάριση νομικό πρόσωπο εισέπραξε χρηματικά ποσά που ήταν οφειλόμενα από διάφορους χρεώστες, σταμάτησε να καταθέτει στο λογαριασμό που διατηρούσαν οι Τράπεζα Κύπρου (Φάκτορς) Λτδ για σκοπούς της συμφωνίας, οπότε οι τελευταίοι άσκησαν το δικαίωμα αναγωγής των τιμολογίων και ως εκ τούτου κατέστηκε πληρωτέο και απαιτητό προς αυτούς το ποσό που εισέπραξε το υπό εκκαθάριση νομικό πρόσωπο. Επειδή το τελευταίο παρέλειψε να συμμορφωθεί με την εξόφληση του οφειλόμενου ποσού κινήθηκε εναντίον του η αγωγή υπ΄ αριθμό 6557/03 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού για το ποσό των ΛΚ28.774,40 καθώς και εναντίον ακόμη ενός νομικού προσώπου αλλά και του νυν εναγόμενου. Η εν λόγω αγωγή ωστόσο αποσύρθηκε στις 12.12.2005 ενώ αργότερα πληρώθηκαν κατά καιρούς κάποια ποσά οπότε παρέμεινε ως υπόλοιπο το ποσό των ΛΚ5.411,29 το οποίο οι ενάγοντες διεκδικούν από τον εναγόμενο στην παρούσα αγωγή. Στην Υπεράσπιση που έχει καταχωρήσει ο εναγόμενος στις 18.06.2008, αποδέχεται ότι υπέγραψε ως εγγυητής τη συμφωνία 11.01.2001 απορρίπτει όμως τους υπόλοιπους ισχυρισμούς των εναγόντων. Περαιτέρω ισχυρίζεται πως οποιαδήποτε ποσά έχουν εισπραχθεί από τους πρωτοφειλέτες (δηλαδή το νομικό πρόσωπο υπό εκκαθάριση) από διάφορους χρεώστες, εισπράχθηκαν στη βάση της συμφωνίας ημερομηνίας 14.03.2001 και ουδέν ποσό οφείλεται στους ενάγοντες. Επιπλέον το ποσό που απαιτούν οι ενάγοντες προέρχεται από παράνομες επιβαρύνσεις ή χρεώσεις μετά τον τερματισμό της συμφωνίας. Τέλος ο εναγόμενος ισχυρίζεται πως οποιοδήποτε ποσό οφειλόταν στους ενάγοντες έχει εξοφληθεί και γι΄ αυτό αποσύρθηκε στις 12.12.2005 η αγωγή 6557/
- Η ακροαματική διαδικασία στην αγωγή δεν έχει ακόμη αρχίσει, είναι όμως προγραμματισμένη για ακρόαση στις 11.11.
- Αίτηση: Στις 13.05.2009 ο εναγόμενος (στο εξής ο αιτητής) καταχώρησε αίτηση με την οποία ζητά όπως του επιτραπεί από το Δικαστήριο να τροποποιήσει την Υπεράσπιση του επιθυμώντας να προβάλει πρόσθετους ισχυρισμούς οι οποίοι συνοπτικά και στην ουσία της συνίστανται στα πιο κάτω: (α) ότι λόγω της απόσυρσης της αγωγής 6557/03 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού δημιουργήθηκε δεδικασμένο διότι αποσύρθηκε χωρίς την άδεια του Δικαστηρίου. (β) ότι υπάρχει κατάχρηση διαδικασίας και/ή παράβαση των συνταγματικών δικαιωμάτων του εναγόμενου λόγω παρέλευσης 8 ετών από τη σύναψη της επίδικης συμφωνίας, η δε έγερση της αγωγής αυτής δημιουργεί προβλήματα στον εναγόμενο ως προς την αντιμετώπιση της απαίτησης των εναγόντων. (γ) Δεν υπάρχει αιτία αγωγής εναντίον του, διότι με επιστολή τους οι ενάγοντες και/ή προσφορά και/ή πρόταση ημερομηνίας 14.03.2001 εισηγήθηκαν και/ή αποδέχθηκαν όπως την πρωτοφειλέτιδα (νομικό πρόσωπο υπό εκκαθάριση) εγγυηθεί μόνο η μητρική της εταιρεία Alkioni Fish Farms Ltd. (δ) Αν αποδειχθεί ότι ο εναγόμενος εγγυήθηκε στις 11.01.2001 το υπό εκκαθάριση νομικό πρόσωπο, η εν λόγω εγγύηση έχει ακυρωθεί με μεταγενέστερη πρόταση και/ή προσφορά στις 14.03.
- (ε) ότι έγινε συμφωνία στις 14.03.2001 όπως όλες οι προγενέστερες συμφωνίες ακυρωθούν και/ή παύσουν να έχουν νομική ισχύ. (στ) Ουδέποτε κατέστηκαν απαιτητά οποιαδήποτε ποσά καθ΄ ότι η πρωτοφειλέτιδα εταιρεία εξόφλησε πλήρως τις υποχρεώσεις της με την καταβολή του ποσού των €55.268,00 διά τριών επιταγών στις 15.01.
- (η) Αν αποδειχθεί ότι ο εναγόμενος εγγυήθηκε τη συμφωνία ημερομηνίας 14.03.2001 τότε ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι απαλλάγηκε από αυτήν διότι:
- Οι ενάγοντες μετέβαλαν τους όρους της συμφωνίας χωρίς τη συναίνεση του εναγόμενου.
- Υπήρξε αλλαγή στα χρονοδιαγράμματα είσπραξης και πλήρης μεταβολή το φάκτορινκ χωρίς τη συναίνεση του εναγόμενου.
- Οι ενάγοντες δεν ήγειραν την αγωγή εναντίον της πρωτοφειλέτιδας κατά τον χρόνο που αυτή παρέβηκε τις συμβατικές της υποχρεώσεις.
- Οι ενάγοντες προέβηκαν σε συμβιβασμό και παρείσχαν παράταση χρόνου εκπληρώσεως των υποχρεώσεων της πρωτοφειλέτιδας κατά τρόπο που έχουν παραβλεφθεί τα δικαιώματα και συμφέροντα του εναγόμενου.
- Οι ενάγοντες τέλεσαν πράξεις ασυμβίβαστες προς τα δικαιώματα του εναγόμενου ο οποίος πλέον δεν είναι σε θέση να στραφεί εναντίον της πρωτοφειλέτιδας για τυχόν ποσά που θα πληρωθούν.
- Με την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας συνήφθηκαν και άλλες συμφωνίες οι οποίες είχαν σχέση και/ή επηρέαζαν την αρχική συμφωνία.
- Οι ενάγοντες κατά παράβαση της επίδικης συμφωνίας ουδέποτε απέστειλαν επιστολή στην πρωτοφειλέτιδα και/ή στον εναγόμενο ότι υπήρχε πρόβλημα στην είσπραξη από χρεώστες.
- Οι ενάγοντες τροποποίησαν τη συμφωνηθείσα αμοιβή προεξόφλησης από 8% σε 9% χωρίς την έγκριση ή ενημέρωση του εναγόμενου.
- Ουδέποτε ήγειραν οι ενάγοντες αγωγή εναντίον της πρωτοφειλέτιδας.
- Η πρωτοφειλέτιδα έχει εξοφλήσει το χρέος της. Την πιο πάνω αίτηση συνοδεύει ένορκη δήλωση του αιτητή με την οποία υποστηρίζει πως η ανάγκη για τροποποίηση προέκυψε μετά τον διορισμό πρόσθετου δικηγόρου και μελέτης του φακέλου της υπόθεσης του, ειδικότερα εν όψει των διαφόρων εγγράφων για τα οποία αυτός δεν αντιλαμβανόταν τη σημασία τους και δεν μπορούσε να προβάλει τους ισχυρισμούς που τώρα ζητά από το Δικαστήριο να του δοθεί σχετική άδεια. Εν όψει δε και του μεγάλου χρονικού διαστήματος που έχει παρέλθει από τις συμφωνίες του 2001 μέχρι την έγερση της αγωγής (6 χρόνια), η αίτηση είναι αναγκαία για να προβληθούν ενώπιον του Δικαστηρίου όλες οι θέσεις του και γίνεται με καλή πίστη. Ένσταση: Στην πιο πάνω αίτηση οι ενάγοντες (στο εξής καθ΄ ων η αίτηση) καταχώρησαν στις 03.09.2009 ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης προβάλλοντας τους ακόλουθους λόγους ένστασης: (α) Η παρούσα αίτηση είναι παράτυπη και/ή ανεπίτρεπτη και/ή αντίθετη και/ή κατά παράβαση των Διαδικαστικών Κανονισμών και της πρακτικής του Δικαστηρίου. (β) Η καταχώρηση της παρούσας αίτησης προσλαμβάνει τη μορφή περιφρόνησης του Δικαστηρίου και έκδηλη κατάχρηση της διαδικασίας, (abuse of the process of the Court). (γ) Υπάρχει πρωτοφανής και/ή υπέρμετρη και/ή αδικαιολόγητη καθυστέρηση (latches) στην υποβολή της παρούσας αίτησης με την οποία ζητείται ουσιαστικά η τροποποίηση και/ή αντικατάσταση της υφιστάμενης Υπεράσπισης του εναγόμενου, αναφορικά με τις παραγράφους 1 μέχρι 5 και αντικατάσταση της παραγράφου
- (δ) Οι ισχυρισμοί του ενάγοντα στην ένορκη του δήλωση αποτελούν προϊόν δεύτερης σκέψης εφόσον παρήλθε υπέρμετρος χρόνος από την καταχώριση της υπεράσπισης ημερομηνίας 18.06.2008 και συνεπώς η παρούσα αίτηση δεν γίνεται για να τεθούν τα ορθά γεγονότα της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου. (ε) Ο εναγόμενος απέτυχε να δώσει κάποια εξήγηση για την επιδειχθείσα καθυστέρηση. (στ) Η αιτούμενη τροποποίηση και/ή αντικατάσταση της Υπεράσπισης δεν είναι αποτέλεσμα λάθους και/ή αβλεψίας του αιτητή, αλλά προσπάθεια πρόκλησης περαιτέρω καθυστέρησης στην εκδίκαση της παρούσας αγωγής. (ζ) Με την παρούσα αίτηση ο εναγόμενος/αιτητής εισαγάγει ουσιαστικά νέα επίδικα θέματα και νέα γεγονότα με αποτέλεσμα να μεταβάλει άρδην και/ή να τροποποιεί την ουσία της υφιστάμενης Υπεράσπισης με νέους αβάσιμους και/ή λανθασμένους και/ή ανυποστήρικτους ισχυρισμούς που αναπόφευκτα συνεπάγονται στον επαναπροσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων και/ή την μετατροπή όλων των ήδη καταχωρησθέντων δικογράφων. (η) Η αιτούμενη τροποποίηση και/ή αντικατάσταση της Υπεράσπισης είναι αντινομική, καθυστερημένη, παράτυπη και/ή ελλιπής και/ή δεν θα έπρεπε να επιτραπεί καθότι αποτελεί προϊόν δευτέρας σκέψεως του εναγόμενου. (θ) Δεν υπάρχουν και/ή δεν απεκαλύφθησαν επαρκείς λόγοι και/ή στοιχεία που να καταδεικνύουν το ουσιώδες και/ή τη χρησιμότητα και/ή αναγκαιότητα της αιτούμενης τροποποίησης και/ή αντικατάστασης της υφιστάμενης Υπεράσπισης. (ι) Η παρούσα αίτηση έχει ως μόνο σκοπό να καθυστερήσει και/ή να εκτροχιάσει και/ή να δυσχεράνει και/ή επιβραδύνει την όλη διαδικασία και κατά συνέπεια να παρεμποδίσει την ακροαματική διαδικασία. (κ) Ο αιτητής δεν παρουσιάζει εύλογη αιτία που να δικαιολογεί την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος τροποποίησης και/ή αντικατάστασης της υφιστάμενης Υπεράσπισης. (λ) Το αιτούμενο διάταγμα θα επιφέρει τέτοια βλάβη στους ενάγοντες/καθ΄ ων η αίτηση που δεν θα είναι δυνατόν να αποζημιωθούν με έξοδα. Ο εναγόμενος με την παρούσα αίτηση του παρουσιάζει μια εντελώς νέα Υπεράσπιση και μια εντελώς νέα κατάσταση πραγμάτων αναφορικά με τους λόγους της Υπεράσπισης του προβάλλοντας νέα γεγονότα και επίδικα θέματα, κάτι το οποίο συνιστά κακοπιστία εκ μέρους του, κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας και θέτει τους ενάγοντες σε τέτοια δυσμενή θέση, η οποία δεν θα μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα. (μ) Η αιτούμενη τροποποίηση και/ή αντικατάσταση δεν δικαιολογείται υπό τις περιστάσεις και/ή δεν θα ήταν ορθό και δίκαιο να επιτραπεί σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας. (ν) Ο αιτητής δεν καταδεικνύει ακριβώς ποια σημεία της έκθεσης υπεράσπισης του επιδιώκει να τροποποιηθούν. (ξ) Οι τροποποιήσεις των δικογράφων επιτρέπονται μόνο για να διορθωθούν λάθη, τυχόν παραλείψεις τα οποία έγιναν καλόπιστα κατά την ετοιμασία των δικογράφων και όχι για να διαφοροποιήσουν κάθετα τους λόγους της Υπεράσπισης του εναγόμενου-αιτητή. (ο) Παραβλάπτονται τα συνταγματικά δικαιώματα των εναγόντων για μια δίκαιη και σύντομη εκδίκαση της παρούσας αγωγής θέτοντας τους σε δυσμένεια. Την πιο πάνω ειδοποίηση ένστασης συνοδεύει ένορκη δήλωση υπαλλήλου των καθ΄ ων η αίτηση. Την έχει αναγνώσει το Δικαστήριο, δυστυχώς και παρά το νόημα και το πνεύμα της Δ.39 όπου καθορίζει πως στις ένορκες δηλώσεις θα αναφέρονται μόνο γεγονότα, στην εν λόγω ένορκη δήλωση παρατίθενται επιχειρήματα και νομικές θέσεις κατόπιν συμβουλής των δικηγόρων. Είναι επιθυμία και παράκληση του Δικαστηρίου πως τέτοιες αναφορές σε ένορκες δηλώσεις αποφεύγονται. Ουσιαστικά στην εν λόγω ένορκη δήλωση επαναλαμβάνονται οι λόγοι ένστασης, γι΄ αυτό και το Δικαστήριο δεν θα αναφερθεί στο περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης αυτής αφού οι λόγοι ένστασης έχουν ήδη διατυπωθεί και θα αξιολογηθούν στη συνέχεια. Η ακροαματική διαδικασία της αίτησης διεξάχθηκε διά των αγορεύσεων των ευπαιδεύτων συνηγόρων των διαδίκων στη βάση του δικογράφου της κάθε πλευράς και ουδείς εκ των διαδίκων ζήτησε αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Η πλευρά του αιτητή υποστήριξε την αίτηση εισηγούμενη ότι η πάροδος μεγάλου χρονικού διαστήματος μέχρι την έγερση της αγωγής από πλευράς εναγόντων, η νέα μελέτη για σκοπούς ακρόασης με την προώθηση νέου δικηγόρου του εναγόμενου έφεραν στην επιφάνεια τα νέα στοιχεία που ο εναγόμενος επιθυμεί να προβάλει στην Υπεράσπιση του και τα οποία προκύπτουν από έγγραφα τα οποία τώρα αξιολογήθηκαν. Έγινε αναφορά στο γεγονός ότι ο αιτητής ενάγεται ως εγγυητής και δεν ήταν εύκολο γι΄ αυτό η συλλογή των απαραίτητων στοιχείων από την αρχή. Όσον αφορά οποιαδήποτε τυχόν καθυστέρηση στη διαδικασία αυτή δεν θα επέλθει σε βαθμό που δεν μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα, ωστόσο για τα έξοδα της αίτησης κάλεσε το Δικαστήριο να τα επιδικάσει προς όφελος του αιτητή αφού οι καθ΄ ων η αίτηση ενώ δεν έχουν οποιοδήποτε ουσιαστικό λόγο ένστασης ωστόσο επέμειναν στην ακρόαση της αίτησης. Από την άλλη πλευρά η συνήγορος των καθ΄ ων η αίτηση υιοθέτησε τους λόγους ένστασης εμμένοντας σ΄ όλους χωρίς περαιτέρω ανάπτυξη αυτών ζητώντας την απόρριψη της αίτησης. Νομική πτυχή: Η διαδικαστική διάταξη που προβλέπει για την τροποποίηση των δικογράφων είναι η Δ.25 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, έχει δε τύχει ερμηνείας από σωρεία αποφάσεων των Κυπριακών Δικαστηρίων και του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Θα μπορούσε κανείς να αναφέρει ότι υπάρχει εξαντλητική νομολογία για κάθε περίπτωση τροποποίησης δικογράφου. Μερικές από τις βασικές νομολογιακές αρχές αναφέρονται πιο κάτω προς κατατόπιση. Στην υπόθεση Δόμνα Ν. Χριστοδούλου ν. Αθηναίδος Ι. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934 αναφέρθηκαν τα εξής: «Αναμφίβολα η σύγχρονη τάση, όπως βγαίνει από την σχετική νομολογία, είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμα και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα». Στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Ανδρέα Παύλου, Πολιτική Έφεση 8355, ημερ. 29.5.1995 το Εφετείο ανέφερε ότι όσο φιλελεύθερη και αν δικαιολογείται να είναι η προσέγγιση, το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Η διακριτική αυτή εξουσία δεν ασκείται μόνο με αναφορά στο επανορθώσιμο των συνεπειών της τροποποίησης ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο, αλλά με γνώμονα το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης. Η θεμελιακή αρχή που το Δικαστήριο θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη του, στην άσκηση της διακριτικής του εξουσίας, σε αυτού του είδους τις αιτήσεις, τέθηκε με σαφήνεια επίσης στην απόφαση Περικτιόνη Χρίστου ν. Ανδρέα Στυλιανού Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704. Η υπόθεση αφορούσε αίτηση τροποποίησης της έκθεσης απαίτησης μετά την έναρξη της δίκης, για να συνάδει με τη μαρτυρία. Το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση. Το Ανώτατο Δικαστήριο ανέτρεψε την πρωτόδικη απόφαση τονίζοντας ότι εν πρώτοις, δεν είναι νομικά επιλήψιμη η επιδίωξη τροποποίησης για να συνάδει η προσαχθείσα μαρτυρία με το δικόγραφο του διαδίκου. Αναφέρει χαρακτηριστικά ο τότε Δικαστής Νικήτας στη σελίδα 707: «Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις, είναι πως η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατόν να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του Αιτητή είναι εμφανής. Στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου συνεκτιμάται και ο παράγων της καθυστέρησης στην υποβολή αίτησης σαν λογικής απόρροιας των διατάξεων του άρθρου 30.2 του συντάγματος που διατάσσει την διεξαγωγή και περάτωση της δίκης σε εύλογα χρονικά όρια .» Περαιτέρω στην υπόθεση Astor Manufacturing & Exporting Ltd κ.α. ν. Α. & G. Leventis κ.α.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726, επιβεβαιώθηκε η πιο πάνω αρχή. Λέχθηκε όμως ακόμη ότι ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός και το Δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας συνυπολογίζει όλους τους παράγοντες που η νομολογία καθιέρωσε ως διαδραματίζοντες ρόλο. Αναφορικά με τη φύση των νέων γεγονότων που μπορούν να εισαχθούν με το τροποποιημένο δικόγραφο, σχετική είναι και η υπόθεση Alexandra Rent a Car v. Δήμητρας Α. Νεάρχου
(1992)1 Α.Α.Δ., σελ. 11. Στην υπόθεση αυτή με την προτεινόμενη τροποποίηση δεν επιχειρείτο η εισαγωγή μαρτυρίας στο δικόγραφο, αλλά ουσιαστικά εδίνοντο περισσότερες και καλύτερες λεπτομέρειες των ισχυρισμών που προβάλλονταν με την έκθεση απαιτήσεως. Αν και το Εφετείο ανέφερε ότι δεν ενθαρρύνει τις συνεχείς τροποποιήσεις των δικογράφων, δέχθηκε ότι στην προκειμένη περίπτωση η τροποποίηση θα έπρεπε να γίνει αποδεκτή. Επίσης στην υπόθεση Saba & Co (T.M.P) v. T.M.P Agents, Πολ. Έφεση 8826, ημερ. 31.5.1994, λέχθηκε ότι η διαπίστωση πως επιδιώκεται νέα βάση αγωγής δεν οδηγεί χωρίς άλλο σε απόρριψη αίτησης για τροποποίηση. Το δικαστήριο όμως θα απορρίψει την αίτηση αν με την προτεινόμενη τροποποίηση επιφέρεται ριζική μετατροπή της φύσης της αξίωσης. Αναφορικά με το τι αποτελεί νέα βάση αγωγής γίνεται παραπομπή στο πιο κάτω απόσπασμα του Annual Practice
(1959)σελ 627 το οποίο παρατέθηκε στην ανωτέρω απόφαση Περικτιόνη Χρίστου ν. Ανδρέα Στυλιανού Αζά: "The court will not refuse to allow an amendment simply because it introduces a new case (Budding v. Murdoch, 1 Ch. D. 42, Hubbuck v. Helms, 56 L.J. Ch. p. 539). But it will do so where the amendment would change the action into one of a substantially different character which would more conveniently be the subject of a fresh action (Raleigh n. Goshen
(1988)1 Ch. p. 81)". Έχει νομολογηθεί επίσης ότι δεν παρέχεται ευχέρεια για τροποποίηση κλητηρίου, με την οποία εισάγεται νέα βάση αγωγής, η οποία δεν υφίστατο κατά το χρόνο έκδοσης του αρχικού κλητηρίου. Αυτό γιατί με την τροποποίηση δεν εισάγεται νέο κλητήριο ένταλμα αλλά η αγωγή συνεχίζεται ως εάν η τροποποίηση να περιλαμβανόταν από την αρχή. (Βλ. υπόθεση Ναυτοδικείου Gaber Alian Ali Al Somrani v. The Cyprus Ship "Poseidonia"
(1990)1 A.A.Δ. σελ. 990). Συνοψίζοντας τις πιο πάνω αρχές που η νομολογία καθιέρωσε προκύπτουν τα ακόλουθα στοιχεία και παρατηρήσεις:
- Η τροποποίηση δικογράφου εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Προκύπτει ως θεμελιακή αρχή ο προσδιορισμός της ουσίας της διαφοράς και η αποτροπή της πολλαπλότητας των διαδικασιών.
- Το Δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας λαμβάνει υπόψη και τον παράγοντα καθυστέρηση. Ο παράγοντας όμως αυτός δεν είναι καθοριστικός αλλά συνυπολογίζεται με όλους τους άλλους παράγοντες που η νομολογία καθιέρωσε.
- Το Δικαστήριο δεν θα δώσει την άδεια για τροποποίηση μόνο με τη διαπίστωση για το επανορθώσιμο της ζημιάς που επιφέρει στον αντίδικο αλλά θα πρέπει να συνεκτιμήσει όλους τους παράγοντες της υπόθεσης όπως καθιερώθηκαν από τη νομολογία.
- Δεν δίδεται άδεια για τροποποίηση στις περιπτώσεις που αυτή επιφέρει βλάβη στον αντίδικο η οποία δεν μπορεί να αποζημιώνεται με χρήμα και όπου η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής.
- Δεν δίδεται επίσης άδεια όπου με την τροποποίηση επιφέρεται ριζική μετατροπή της αξίωσης ή Υπεράσπισης ή όπου εισάγεται νέα βάση αγωγής ή Υπεράσπισης η οποία δεν υφίστατο στο χρόνο έκδοσης του κλητηρίου. Αξιολόγηση των εκατέρωθεν εκδοχών και συμπέρασμα: Πριν αποφασίσει τα θέματα ουσίας της αίτησης το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσο η αναφορά στην αίτηση του αιτητή για τροποποίηση έκθεσης απαίτησης και όχι Υπεράσπισης, είναι στοιχείο το οποίο προσδίδει στην αίτηση παρατυπία και/ή ότι είναι λανθασμένη ως ισχυρίζονται οι καθ΄ ων η αίτηση. Η αναφορά αυτή υπάρχει, ωστόσο επειδή στο αιτητικό της αίτησης είναι ξεκάθαρο το αίτημα για τροποποίηση της Υπεράσπισης κρίνεται ότι συνιστά απλή παρατυπία, αφού είναι αυτονόητο πως δεν θα ζητούσε τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης ο εναγόμενος, από δε ολόκληρο το κείμενο της αίτησης συνάγεται ότι είναι η Υπεράσπιση που ζητείται να τροποποιηθεί. Περαιτέρω οι καθ΄ ων η αίτηση ουδεμία βλάβη έχουν υποστεί ή θα υποστούν από αυτή την παρατυπία, αφού προέβαλαν την ένσταση τους χωρίς οποιοδήποτε κώλυμα ή βλάβη, η παρατυπία αυτή δεν σχετίζεται με το κείμενο του νέου δικογράφου οπότε θα παρέμενε ως κατάλοιπο στη συνέχεια. Δυνάμει των εξουσιών που παρέχονται στο Δικαστήριο από τη Δ.64 και σε συνάρτηση επίσης με τη Δ.25 Κ.5 η οποία είναι όμοια με τη Δ.28 Κ.12 των παλαιών Αγγλικών Θεσμών, όπου υπάρχει ευρεία εξουσία του Δικαστηρίου (βλέπε Annual Practice
(1958)σελ. 634) εκδίδεται διάταγμα απαλλαγής της εν λόγω παρατυπίας. Ερχόμενο το Δικαστήριο επί της ουσίας της αίτησης εξετάζεται λόγω της σημασίας που έχει στην επίδικη αίτηση πρώτα το θέμα της κακοπιστίας. Αναφορικά προς το ειδικό αυτό στοιχείο, όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Annual Practice 1958, σελ. 624, παρά το ότι γενικά τροποποιήσεις εγκρίνονται με σχετική ευκολία, εγείρεται δυσχέρεια εκεί όπου υπάρχει βάσιμη πεποίθηση ότι η αίτηση δεν διαπνέεται από καλή πίστη. Έτσι, όταν διάδικος επιχειρεί να τροποποιήσει το δικόγραφο του εισάγοντας για παράδειγμα για πρώτη φορά ισχυρισμούς περί δόλου ή απάτης κλπ, το Δικαστήριο θα διερωτηθεί γιατί αυτή η νέα θέση δεν είχε παρουσιαστεί αρχικά και δυνατόν να ζητήσει να ικανοποιηθεί ως προς την αλήθεια και το βάσιμο της προτεινόμενης τροποποίησης. Οι παραλείψεις ωστόσο των οποίων η ανάγκη διόρθωσης εντοπίστηκε σαν αποτέλεσμα της μελέτης της υπόθεσης, δεν στοιχειοθετούν κατά το Δικαστήριο ύπαρξη κακής πίστης. [Βλπ. και Βασιλειάδης ν. Πετρολίνα Λτδ
(1995)1 Α.Α.Δ. 16]. Ένας τέτοιος ισχυρισμός σημειώνεται ότι προβλήθηκε στην ένορκη δήλωση του αιτητή. Αξιολογώντας τη μαρτυρία-ένορκη δήλωση που υποστηρίζει τους λόγους ένστασης διαπιστώνεται πως μέσα από αυτή δεν δικαιολογείται συμπέρασμα ότι ο εναγόμενος καταχώρησε την επίδικη αίτηση με κακή πίστη, σημειώνεται δε πως παρά τον μεγάλο αριθμό λόγων ένστασης που προβάλλονται ουδείς λόγος υπάρχει για προώθηση κακής πίστης. Διαπιστώνεται περαιτέρω πως δεν έχουν τεθεί στοιχεία που να ικανοποιούν το Δικαστήριο ότι με την επιτυχία της επίδικης αίτησης οι ενάγοντες θα υποστούν οποιαδήποτε ανεπανόρθωτη βλάβη στα δικαιώματα τους η οποία να μην μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα λαμβανομένου υπόψη ότι η ακροαματική διαδικασία δεν έχει ακόμη αρχίσει. Συνεπώς ο γενικά διατυπωμένος ισχυρισμός των καθ΄ ων η αίτηση δεν ικανοποιεί το Δικαστήριο και απορρίπτεται. Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω και με αναφορά στους λόγους ένστασης χωρίς να παραγνωρίζεται η καθυστέρηση που υπάρχει ήδη στην εκδίκαση της αγωγής, και εν όψει του ότι δεν έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία από τους ενάγοντες τα οποία να στοιχειοθετούν, κακή πίστη σχετικά με την επίδικη αίτηση, ως επίσης, δεν έχουν τεθεί οποιαδήποτε στοιχεία ενώπιον του Δικαστηρίου ότι οι ενάγοντες θα υποστούν ανεπανόρθωτη βλάβη ή ζημιά η οποία να μην μπορούσε να αποκατασταθεί με έξοδα ή χρήμα, το Δικαστήριο κρίνει πως με βάση τις αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας θα ήταν ορθότερο να επιτρέψει την αιτούμενη τροποποίηση, ούτως ώστε, να εκδικαστούν στα πλαίσια της αγωγής όλα τα θέματα που ο εναγόμενος θεωρεί επίδικα στη διαφορά του με τους ενάγοντες. Σημειώνεται πως οι ισχυρισμοί που ζητά να εισαγάγει ο εναγόμενος σχετίζονται ουσιαστικά με την επίδικη συμφωνία για τις τραπεζικές διευκολύνσεις που δόθηκαν και ο εναγόμενος ως εγγυητής προβάλλει κάποιες θέσεις προς αναχαίτιση της ενδεχόμενης επιτυχίας της απαίτησης στη βάση αυτή, κρίνεται ότι δεν προωθεί νέες βάσεις υπεράσπισης ανεξάρτητες με αυτές που ήδη έχει θέσει στην καταχωρημένη Υπεράσπιση. Θα μπορούσε δε να ειπωθεί ότι μέρος των ισχυρισμών που επιθυμεί να τροποποιήσει αποτελούν είτε προώθηση των υφιστάμενων με περισσότερη λεπτομέρεια ή εξειδίκευση αυτών ούτως ώστε να έχει κατά τη δίκη την ευχέρεια να παρουσιάσει την ανάλογη μαρτυρία. Επιπρόσθετα για το θέμα της καθυστέρησης δεν μπορεί να παραγνωρίζεται το γεγονός ότι οι ενάγοντες ενώ καταχωρήθηκε αρχικά άλλη αγωγή την απέσυραν και καταχώρησαν την παρούσα αγωγή, έτσι, χωρίς ευθύνη του εναγόμενου η διαφορά δεν επιλύθηκε μέχρι σήμερα. Η ακρόαση της αγωγής είναι ήδη προγραμματισμένη στις 11.11.2009 και ως διαφαίνεται η ολοκλήρωση του τροποποιημένου δικογράφου είναι εφικτή μέχρι τότε χωρίς να επηρεάζεται η έναρξη της δίκης. Εν πάση περιπτώσει και αν ήθελε υπάρξει καθυστέρηση αυτή θα είναι πολύ μικρότερη της τροποποίησης παρά με την καθυστέρηση που επέδειξαν οι ενάγοντες στην προώθηση της απαίτησης τους. Συνακόλουθα τα όσα προβάλλονται από τους καθ΄ ων η αίτηση σχετικά με το θέμα της καθυστέρησης σχετιζόμενα και με τον ισχυρισμό για κατάχρηση διαδικασίας απορρίπτονται ως στοιχεία μη ικανά για απόρριψη του αιτήματος του αιτητή. Εν όψει όλων των πιο πάνω εκδίδεται διάταγμα τροποποίησης της Υπεράσπισης ως η παράγραφος (Α) και (Β) της επίδικης αίτησης. Τροποποιημένη Υπεράσπιση να καταχωρηθεί εντός 10 ημερών από σήμερα. Απάντηση στην Τροποποιημένη Υπεράσπιση να καταχωρηθεί εντός 15 ημερών από τη λήξη της προθεσμίας καταχώρησης Τροποποιημένης Υπεράσπισης. Αναφορικά με τα έξοδα, τόσο τα έξοδα της επίδικης αίτησης όσο και αυτά που θα απωλεσθούν εξαιτίας της Τροποποίησης κρίνεται πως δεν δικαιολογείται παρέκκλιση από τη μέχρι σήμερα νομολογία επί του θέματος των εξόδων, επιδικάζονται προς όφελος των καθ΄ ων η αίτηση-Εναγόντων και εναντίον του αιτητή-Εναγόμενου να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο για να πληρωθούν στο τέλος της δίκης. (Υπ.) .. ............ Δ. Ι. Κίτσιος, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής /ΤΑ Subject: Civil/Other Actions/Interim Αναφορά: Πολιτική Δικονομία - Τροποποίηση Υπεράσπισης - Παρατυπία στην αίτηση. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο