Ανδρέα Κυριάκου Ελευθερίου κ.α. ν. Γενικού Εισαγγελέως της Δημοκρατίας, Παραπομπή αρ. 55/2008, 30.9.2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:A227 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Σωκράτους, Α.Ε.Δ. Παραπομπή αρ. 55/2008 Μεταξύ:
- Ανδρέα Κυριάκου Ελευθερίου, από τη Λεμεσό
- Μελούλλας Ανδρέα Ελευθερίου, από τη Λεμεσό Αιτητών -και- Γενικού Εισαγγελέως της Δημοκρατίας, από τη Λευκωσία ως εκπροσωπούντος τη Κυπριακή Δημοκρατία Αποζημιούσας Αρχής -------------------------- Ημερομηνία: 30.9.2009 Για τους Απαιτητές: Κος Σωφρονίου Για την Αποζημιούσα Αρχή: Κα Αγαθαγγέλου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Αίτηση για επανακλήτευση μάρτυρα και λήψη απαντητικής μαρτυρίας) Μετά που η αποζημιούσα αρχή έκλεισε την υπόθεση της δηλώνοντας ότι δεν θα προσκομίσει άλλους μάρτυρες, ο συνήγορος των απαιτητών κ. Σωφρονίου, υπέβαλε προφορικό αίτημα επανακλήτευσης του δικού του μάρτυρα εμπειρογνώμονα - εκτιμητή κ. Αδάμου Καραντώνη για να παρουσιάσει απαντητική, όπως τη χαρακτήρισε, μαρτυρία. Η σκοπούμενη να παρουσιαστεί απαντητική μαρτυρία θα αφορά το ποσοστό ετήσιας αύξησης της τιμής τεσσάρων κτημάτων και θα είναι σχετική με το έγγραφο για αναγνώριση «Α», το οποίο κατατέθηκε κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης της Μ.Υ.1, εκτιμήτριας της αποζημιούσας αρχής. Η κα Αγαθαγγέλου έφερε ένσταση στο αίτημα των απαιτητών και ακολούθησαν αγορεύσεις των ευπαιδεύτων συνηγόρων επί του συγκεκριμένου αιτήματος. Ήταν η θέση του κ. Σωφρονίου ότι η αναγκαιότητα της μαρτυρίας του μάρτυρα του εκτιμητή κ. Καραντώνη, διεφάνη κατά την αντεξέταση της Μ.Υ.
- Σύμφωνα με τον συνήγορο, η εν λόγω μάρτυς και γενικότερα η πλευρά της αποζημιούσας αρχής, προσπάθησε να αποκρύψει αναγκαία στοιχεία, στερώντας το Δικαστήριο από τα απαραίτητα εφόδια που θα το βοηθήσει να αχθεί σε μια ορθολογιστική απόφαση. Υποστηρίζοντας περαιτέρω το αίτημα του υπογράμμισε ότι οι μάρτυρες που κατέθεσαν γι' αμφότερες τις πλευρές είναι εμπειρογνώμονες, σκοπός των οποίων είναι να παρέχουν στο Δικαστήριο τις αναγκαίες πληροφορίες για να το βοηθούν στο έργο του και σε αυτό το σκοπό εντάσσεται το παρόν αίτημα του. Εισηγήθηκε ότι με την έγκριση του αιτήματος δεν παραβλάπτονται τα δικαιώματα της αποζημιούσας αρχής, ούτε και θα τη φέρει εξ' απροόπτου. Παρέπεμψε το Δικαστήριο στην υπόθεση Σαβουλλάς ν. Λούκα
(1979)1 C.L.R. 336, η οποία αφορούσε παρόμοιο αίτημα, εισηγούμενος ότι οι αρχές που ισχύουν στις ποινικές υποθέσεις θα πρέπει κατ' αναλογία (mutatis mutandis) να ισχύουν και στις πολιτικές υποθέσεις. Την αντίθετη άποψη υποστηρίζει η κα Αγαθαγγέλου, η οποία χαρακτήρισε την σκοπούμενη να προσαχθεί μαρτυρία ως ανεπίτρεπτη. Ήταν η θέση της ότι η μαρτυρία αυτή θα μπορούσε να προσαχθεί κατά το χρόνο που ο εκτιμητής των απαιτητών κατέθετε, κάτι που εξ' αμελείας δεν έγινε. Αν επιτραπεί η επανακλήτευση του μάρτυρα αυτού, εισηγήθηκε η συνήγορος, θα αποτελεί καταστρατήγηση και κατάχρηση της διαδικασίας. Σκοπείται, συνέχισε η κα Αγαθαγγέλου, να καλυφθούν κενά τα οποία εύλογα μπορούσαν να προβλεφθούν κατά το χρόνο παράθεσης της μαρτυρίας του εκτιμητή των απαιτητών. Υπεραμυνόμενη των θέσεων της αποζημιούσης αρχής και απαντώντας στη θέση και μομφή του κ. Σωφρονίου ότι η εκτιμήτρια της αποζημιούσας αρχής και γενικότερα η πλευρά τους προσπάθησαν να αποκρύψουν στοιχεία από το Δικαστήριο, υπέδειξε ότι το έγγραφο για αναγνώριση «Α» δεν ήταν έγγραφο, ούτε τεκμήριο που βρισκόταν στους φακέλους του Κτηματολογίου και αποκρύβηκε. Αντίθετα ήταν μια μελέτη και ανάλυση που εκ των υστέρων ετοίμασε ο εκτιμητής των απαιτητών. Εν κατακλείδι, είναι εισήγηση της συνηγόρου της αποζημιούσας αρχής ότι το αίτημα δεν θα πρέπει να γίνει αποδεκτό. Η δυνατότητα επανάκλησης μάρτυρα διέπεται από τη Δ.38 θ.7, των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία παρέχεται πάντοτε μετά από άδεια του Δικαστηρίου κατ' ενάσκησιν της διακριτικής του εξουσίας. Τέτοια άδεια δίδεται μόνο σε ειδικές περιπτώσεις, όπου το θέμα εγείρεται ex improviso ή η μαρτυρία είναι τυπική. (Το Δικαιο της Απόδειξης, Τάκη Ηλιάδη, σελ. 237). Στην υπόθεση Σαβουλλάς (ανωτέρω) είχε υποβληθεί αίτημα εκ μέρους της υπεράσπισης του εναγομένου για επανακλήτευση μάρτυρα των εναγόντων, για περαιτέρω αντεξέταση. Το αίτημα απορρίφθηκε και το Εφετείο επικροτώντας την απόφαση υπέδειξε πως «Το Δικαστήριο δύναται σε κάθε στάδιο της δίκης είτε αυτεπάγγελτα είτε μετά από αίτημα ενός μέρους (διάδικου) να επανακλητεύσει μάρτυρα για περαιτέρω εξέταση ή αντεξέταση του αν και, μετά που το διάδικο μέρος κλείσει την υπόθεση του, αυτό θα επιτραπεί κάτω από εξαιρετικές περιστάσεις. Η προσκόμιση απαντητικής μαρτυρίας (evidence in reply) διέπεται από την Δ.33 θ.7(ii)(β) των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Στην Τsiartas and Another v. Taliotis
(1989)1 C.L.R. 216, μετά από εκτεταμένη επισκόπηση και ανάλυση της σχετικής νομολογίας, έχει υιοθετηθεί η πιο κάτω σύνοψη των σχετικών αρχών από τον Phipson on Evidence, 13η έκδοση, παραγ. 33-92: «33-92 Evidence in reply, whether oral or by affidavit, must as a general rule, be strictly confined to rebutting the defendant's case, and must not merely confirm that of the plaintiff. ................................. With the judge's leave, rebutting evidence may be called by the plaintiff in answer to evidence of the defendant in support of an issue, the proof of which lay upon him. The discretion may still be exercised in the plaintiff's favour where the nature of the defence became apparent during cross-examination of his own witnesses. The judge, however, has a discretion to admit further evidence either for his own satisfaction or where the interests of justice require it, and confirmatory evidence in rebuttal will generally be allowed when the party tendering is has been misled or taken by surprise.» Σε μετάφραση: «33-92 Απαντητική μαρτυρία, είτε αυτή είναι προφορική ή με ένορκη δήλωση, πρέπει κατά γενικό κανόνα να περιορίζεται αυστηρά στο να αντικρούει την υπόθεση του εναγομένου και δεν πρέπει απλώς να επιβεβαιώνει την υπόθεση του ενάγοντα ................................. Με την άδεια του δικαστηρίου μπορεί να δοθεί αντικρουστική μαρτυρία από τον ενάγοντα σε απάντηση της μαρτυρίας του εναγομένου προς υποστήριξη επίδικου θέματος η απόδειξη του οποίου εβάρυνε τον ίδιο. Η διακριτική ευχέρεια μπορεί ακόμη να ασκηθεί υπέρ του ενάγοντα όπου η φύση της υπεράσπισης έχει αποκαλυφθεί κατά την αντεξέταση των δικών του μαρτύρων. Ο Δικαστής έχει διακριτική ευχέρεια να δεχθεί περαιτέρω μαρτυρία είτε για την δική του ικανοποίηση ή όπου αυτό απαιτείται από το συμφέρον της δικαιοσύνης και επιβεβαιωτική αντικρουστική μαρτυρία γενικώς θα γίνεται επιτρεπτή όπου ο διάδικος που την προσφέρει έχει παραπλανηθεί ή έχει καταληφθεί εξ απροόπτου.» (βλ. Ματθαίου ν. Νικολάου κ.α. (Αρ. 2)
(1999)Α.Α.Δ.2080) Έχοντας υπ' όψη τις ανωτέρω αρχές και την αρχή ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου πρέπει να ασκείται με φειδώ, θα εξετασθεί η παρούσα υπόθεση. Το ποσοστό ετήσιας αύξησης των αξιών των ακινήτων δεν είναι επίδικο θέμα. Η αποδοχή όμως και υιοθέτηση του, συντελεί στην εξεύρεση της αξίας του υπό απαλλοτρίωση ακινήτου το οποίο αποτελεί επίδικο θέμα. Όπως ανωτέρω λέχθηκε, ο σκοπός επανάκλησης του εκτιμητή των απαιτητών, κ. Καραντώνη, είναι να περιγράψει και αναλύσει τέσσερα ακίνητα, τα οποία περιγράφονται στο έγγραφο «Α» για αναγνώριση, για τεκμηρίωση του ποσοστού ετήσιας αύξησης της αξίας των ακινήτων. Να σημειωθεί πως σ' αυτό το έγγραφο το ποσοστό που υιοθετείται ανέρχεται στο 145%. Το έγγραφο αυτό παρουσιάσθηκε στο Δικαστήριο κατά την αντεξέταση της εκτιμήτριας της αποζημιούσας αρχής, με μοναδικό σκοπό την υποβολή ερωτήσεων στη μάρτυρα, αφού πρόθεση των απαιτητών όπως εκφράσθηκε από τον κ. Σωφρονίου ήταν να προβεί σε αίτημα για απαντητική μαρτυρία και κατάθεση του εγγράφου, ως τεκμηρίου. (Αίτημα για το οποίο το Δικαστήριο δεν μπορούσε να προαποφασίσει). Παρατηρείται επίσης πως: (α) Το θέμα του ποσοστού ετήσιας αύξησης της αξίας των ακινήτων αποτελεί μέρος της εκτίμησης του εκτιμητή των απαιτητών και συνεπώς μέρος των δικογράφων, αφού επισυνάπτεται και επαναλαμβάνεται με την έκθεση απαίτησης. Καθορίζεται δε στο 20%. (β) Για το ίδιο θέμα, έδωσε εκτενή μαρτυρία ο ίδιος εκτιμητής και ανέλυσε τις θέσεις του τόσο στη κύρια εξέταση όσο και αντεξέταση του. (γ) Το ποσοστό ετήσιας αύξησης καθορίζεται από την εκτιμήτρια της αποζημιούσας αρχής στο 10%, η έκθεση της οποίας επίσης αποτελεί μέρος των δικογράφων. (δ) Το θέμα τούτο, δεν εγέρθηκε για πρώτη φορά από την εκτιμήτρια της αποζημιούσας αρχής κατά τη μαρτυρία της, ούτε αποτέλεσε άγνωστη για τους απαιτητές θέση. Αντίθετα, εισήχθη, και επροκλήθη η κατάθεση του εγγράφου για αναγνώριση «Α», από πλευράς των απαιτητών, κατά την αντεξέταση της μάρτυρος, παρουσιάζοντας ένα έγγραφο που οι ίδιοι κατείχαν. Για ένα θέμα που ήδη είχε προσφερθεί εκ μέρους τους μαρτυρία, από τον εκτιμητή τους. Έχοντας όλα αυτά υπ' όψη, και το γεγονός ότι το θέμα τούτο δεν αποτελεί θέμα η απόδειξη του οποίου βαρύνει την αποζημιούσα αρχή, και κυρίως πως οι απαιτητές, εξ' αρχής γνώριζαν τις εκ του προκειμένου θέσεις και εισηγήσεις της αποζημιούσας αρχής και το ποσοστό ετήσιας αύξησης που εισηγείται, κρίνεται πως εκείνο που ουσιαστικά θα γίνει αν επιτραπεί το αίτημα, είναι η παραχώρηση δεύτερης ευκαιρίας στους απαιτητές να καταθέσουν. Κάτι που δεν είναι δίκαιο, ούτε εύλογο γι' αυτό και η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, θα ασκηθεί εναντίον της έγκρισης του αιτήματος. Συνεπώς, το αίτημα απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της αποζημιούσας αρχής και εναντίον των απαιτητών, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) .............. Δ. Σωκράτους, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΑΛ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο