← Κύπρος

ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΛΤΔ ν. ΠΕΤΡΟ Γ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ, Αρ. Γεν. Αίτησης: 431/2009, 07.10.2009

ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΛΤΔ ν. ΠΕΤΡΟ Γ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ, Αρ. Γεν. Αίτησης: 431/2009, 07.10.2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:A232 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Πρ. Ε.Δ. Αρ. Γεν. Αίτησης: 431/2009 Μεταξύ: ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΛΤΔ, Αιτητών και ΠΕΤΡΟ Γ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ Καθ' ου η Αίτηση Ημερομηνία: 07.10.2009 Εμφανίσεις: Για Αιτητές: κα Χειλέτικου για κ.κ. Λυσάνδρου & Θωμά Δ.Ε.Π.Ε. (η κα Καλυβίτου για ν' ακούσει απόφαση) Για Καθ' ου η αίτηση: κα Ιακώβου για κ. Γεώργιο Τσίκκο ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 08.05.2009 οι Αιτητές καταχώρησαν την παρούσα γενική αίτηση με την οποίαν ζητούν την παροχή άδειας και/ή έκδοσης δικαστικού διατάγματος που θα επιτρέπει την εγγραφή και εκτέλεση διαιτητικής απόφασης ως απόφασης δικαστηρίου. Η υπό κρίση αίτηση, η οποία έγινε δια κλήσεως, εδράζεται στο άρθρο 21 του Περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ.4, στο άρθρο 52 του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου μετά των συναφών τροποποιήσεων, στο Θεσμό 79 των Περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμών, στη Διάταξη 48 Κανονισμούς 1, 2 και 3 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Θεσμούς καθώς και επί της συμφυούς εξουσίας του Δικαστηρίου. Τα δε γεγονότα πάνω στα οποία στηρίζεται η αίτηση αυτή και που σύμφωνα με τους Αιτητές δικαιολογούν την έκδοση του προαναφερομένου διατάγματος και αιτημάτων τους, περιέχονται σε ένορκο δήλωση του κυρίου Χρίστου Σαββίδη ημερομηνίας 08.05.2009, ο οποίος εν συντομία δηλώνει πως: - Είναι στην υπηρεσία των Αιτητών και συγκεκριμένα υπεύθυνος στο τμήμα παρακολούθησης χορηγήσεων. Γνωρίζει καλά τα γεγονότα της υπόθεσης αυτής και είναι πλήρως εξουσιοδοτημένος όπως προβεί στην εν λόγω ένορκο δήλωση. - Στις 19.05.1999 εκδόθηκε διαιτητική απόφαση υπέρ των Αιτητών και εναντίον του Καθ' ου η αίτηση για το ποσό των €48.148,94 (αντίστοιχο σε Λ.Κ.£28.180,32) πλέον τόκο προς 8,5% ετησίως επί του ποσού αυτού από 01.01.1999 μέχρι εξόφλησης πλέον €29,05 (αντίστοιχο σε Λ.Κ.£17,00) έξοδα διαιτησίας. Αντίγραφο της πιο πάνω διαιτητικής απόφασης επισυνάφθηκε ως Τεκμήριο 1 της ενόρκου δηλώσεως. - Αντίγραφο της εν λόγω διαιτητικής απόφασης επιδόθηκε στον Καθ' ου η αίτηση από ιδιώτη επιδότη στις 23.02.2009. Αντίγραφο της ενόρκου δηλώσεως επίδοσης επισυνάφθηκε ως Τεκμήριο 2. - Ο Καθ' ου η αίτηση δεν εφεσίβαλε και/ή δεν άσκησε οποιοδήποτε ένδικο μέσο εναντίον της εκδοθείσας διαιτητικής απόφασης. - Ο Καθ' ου η αίτηση δεν πλήρωσε κανένα ποσό ως έναντι και/ή προς εξόφληση του χρέους του που δημιουργήθηκε συνεπεία της εκδοθείσας διαιτητικής απόφασης. Στις 24.09.2009 καταχωρήθηκε ένσταση από μέρους του Καθ' ου η αίτηση επί των ακόλουθων λόγων:

(1)Η διαιτητική απόφαση του Διαιτητή είναι παράτυπη και αντικανονική.
(2)Έχουν πληρωθεί ποσά τα οποία δεν έχουν αφαιρεθεί και πουθενά δεν αναφέρονται.
(3)Η διαιτητική απόφαση λήφθηκε πριν 10 χρόνια.
(4)Δεν έχουν τηρηθεί οι διαδικασίες που προβλέπει ο νόμος.
(5)Έχει γίνει κακή επίδοση της διαιτητικής απόφασης, η οποία επιδόθηκε 10 χρόνια μετά από την ημερομηνία που εκδόθηκε.
(6)Η εν λόγω διαιτητική απόφαση δεν μπορεί να εγγραφεί καθώς έχουν παρέλθει 6 και πλέον χρόνια από την ημερομηνία που λήφθηκε.
(7)Η απόφαση του διαιτητή δεν είναι δεόντως αιτιολογημένη. Η ένσταση στηρίζεται στα άρθρα 82-85 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.6, στη Διάταξη 48, στη Διάταξη 40 Θεσμό 8 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Θεσμών, στο άρθρο 24 του Κεφ.4, στις γενικές εξουσίες του Δικαστηρίου και στο άρθρο 42 του Νόμου 14/60. Τα γεγονότα περιέχονται στην ένορκο δήλωση του Καθ' ου αίτηση, η οποία περιορίζεται στο να περιέχει απλώς γενική άρνηση επί όλων των παραγράφων της ενόρκου δηλώσεως των Αιτητών και παράλληλα επανάληψη των λόγων ένστασης. Κατά την ακρόαση της υπό εξέτασης αίτησης, η ευπαίδευτος συνήγορος του Καθ' ου η αίτηση απέσυρε τον δεύτερο λόγο ένστασης του Καθ' ου η αίτηση. Εδώ αξίζει να σημειωθεί ότι καμία μαρτυρία δόθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου από και/ή εκ μέρους των διαδίκων, οι οποίοι περιορίστηκαν σε νομική επιχειρηματολογία μέσω των ευπαιδεύτων συνηγόρων τους. Στην αγόρευση της, η ευπαίδευτος συνήγορος των Αιτητών αφού, μεταξύ άλλων, επανέλαβε το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως του κυρίου Σαββίδη, δικαιολόγησε τις ενέργειες των Αιτητών επί του άρθρου 52
(5)του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου Ν.22/85αλλά και επί του άρθρου 21 του Περί Διαιτησίας Νόμου Κεφ.
  1. Περαιτέρω, η συνήγορος των Αιτητών ισχυρίστηκε πως ο ισχυρισμός που προβάλλει ο Καθ' ου η αίτηση ότι η διαιτητική απόφαση δεν μπορεί να εγγραφεί επειδή έχουν παρέλθει 6 χρόνια δεν ευσταθεί καθότι δεν καταχωρήθηκε και δεν εγγράφηκε στα αρχεία του πρωτοκολλητείου ως απόφαση του Δικαστηρίου για να μπορούν να εφαρμοστούν οι θεσμοί της Πολιτικής Δικονομίας. Προς απόδειξη του νομικού αυτού επιχειρήματος της παρέπεμψε το Δικαστήριο σε κυπριακή νομολογία. Η κυρία Χειλέτικου επίσης ισχυρίστηκε πως παρόλο που η πρόνοια που αφορά την περίοδο παραγραφής διαιτησίας, ήτοι περίοδος 10 ετών, δεν διευκρινίζει οτιδήποτε σχετικά με περιορισμό ως προς την περίοδο εγγραφής διαιτητικής απόφασης, εντούτοις η εν λόγω πρόνοια δεν εφαρμόζεται αφού το άρθρο 11 του Κεφ.15 τονίζει ότι οι διατάξεις του Κεφ.15 έχουν ανασταλεί μέχρι και τις 31.03.
  2. Ως εκ τούτου, κάλεσε το Δικαστήριο ν' απορρίψει την ένσταση του Καθ' ου η αίτηση και ταυτόχρονα να εγκρίνει την αίτηση των Αιτητών με έξοδα υπέρ τους. Αντίθετη ήταν η επιχειρηματολογία της ευπαιδεύτου συνηγόρου του Καθ' ου η αίτηση, η οποία, ανάμεσα σ' άλλα, δήλωσε ότι ο πρώτος, τρίτος, τέταρτος, πέμπτος και έκτος λόγος ένστασης συνδέονται μεταξύ τους και περιστρέφονται, σύμφωνα με τη θέση της κυρίας Ιακώβου, γύρω από το ότι η διαιτητική απόφαση δεν επιδόθηκε στον Καθ' ου η αίτηση προσωπικά αλλά ούτε και σύντομα από την ημερομηνία εκδόσεως της και στο ότι δεν ανανεώθηκε λόγω παρέλευσης 6 ετών. Κάλεσε, συνεπώς, το Δικαστήριο ν' απορρίψει την αίτηση αυτή. Δεν προτίθεμαι να αναφέρω αυτολεξεί τόσο το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων της παρούσας αίτησης και ένστασης όσο και το περιεχόμενο των αγορεύσεων των ευπαιδεύτων συνηγόρων των διαδίκων αφού κάτι τέτοιο είναι ήδη καταγραμμένο μέσα από τα έγγραφα που υπέβαλαν στο Δικαστήριο αλλά και από τα επίσημα πρακτικά που τηρούνται στα πλαίσια εκδίκασης της υπό κρίσης αίτησης και έχουν ήδη ληφθεί υπόψη και αναλόγως αξιολογηθεί από το Δικαστήριο. Κατ' αρχή θεωρώ ορθό και χρήσιμο ν' αναφέρω ότι η εξέταση γενικών αιτήσεων γίνεται στη βάση εξειδικευμένων λόγων ένστασης. Όλα τα αμφισβητούμενα γεγονότα και θέματα που προκύπτουν μέσα από τις ενόρκους δηλώσεις της αίτησης και ένστασης και υποστηρίζουν τις εκατέρωθεν θέσεις των διαδίκων αποδεικνύονται με μαρτυρία που προσκομίζεται ενώπιον του Δικαστηρίου από και/ή εκ μέρους των μερών. Είναι αυτονόητο πως για γεγονότα ή θέματα που δεν αμφισβητούνται δεν απαιτείται η απόδειξη τους. Εξυπακούεται επίσης πως ούτε για γεγονότα ή ζητήματα που ενώ αρχικά αμβισβητούνταν με τη στάση ή συμπεριφορά τους οι διάδικοι και/ή συνήγοροι τους εκ των υστέρων είτε τα παραδέχονται είτε δεν εμμένουν σε άρνηση τους, απαιτείται η απόδειξη τους δια της προσκόμισης σχετικής μαρτυρίας. Στην υπό εξέταση γενική αίτηση, προβάλλονται συνολικά 7 (εφτά) λόγοι ένστασης. Παρόλο που μέσα από την ένορκο δήλωση του ο Καθ' ου η αίτηση προβαίνει σε γενική άρνηση επί του περιεχομένου της ενόρκου δηλώσεως των Αιτητών, εντούτοις μέσα από το περιεχόμενο τόσο της ένστασης όσο και της ενόρκου δηλώσεως του αλλά και μέσα από τη νομική επιχειρηματολογία της συνηγόρου του, ο Καθ' ου η αίτηση αποδέχεται πως: α) Εκδόθηκε διαιτητική απόφαση υπέρ των Αιτητών και εναντίον του πριν από 10 χρόνια και συγκεκριμένα στις 19.05.1999 για το ποσό των €48.148,94 (αντίστοιχο σε Λ.Κ.£28.180,32) πλέον τόκο προς 8,5% ετησίως επί του ποσού αυτού από 01.01.1999 μέχρι εξόφλησης πλέον €29,05 (αντίστοιχο σε Λ.Κ.£17,00) έξοδα διαιτησίας. β) Η διαιτητική αυτή απόφαση επιδόθηκε κατά το έτος 2009 και συγκεκριμένα στις 23.02.
  3. γ) Ο Καθ' ου η αίτηση δεν εφεσίβαλε και/ή δεν άσκησε οποιοδήποτε ένδικο μέσο εναντίον της εκδοθείσας διαιτητικής απόφασης. Περαιτέρω, χωρίς την περί του αντιθέτου προσκόμιση οποιασδήποτε μαρτυρίας αλλά και χωρίς οποιαδήποτε αναφορά από την ευπαίδευτο συνήγορο του Καθ' ου η αίτηση κατά τη νομική επιχειρηματολογία της, προκύπτει πως ο Καθ' ου η αίτηση δια της στάσεως και συμπεριφοράς του δεν αρνείται πλέον πως ο ενόρκως δηλών των Αιτητών, κύριος Χρήστος Σαββίδης, είναι στην υπηρεσία των Αιτητών και συγκεκριμένα υπεύθυνος στο τμήμα παρακολούθησης χορηγήσεων και ότι γνωρίζει καλά τα γεγονότα της υπόθεσης αυτής και ότι είναι πλήρως εξουσιοδοτημένος να προβεί στην προαναφερόμενη ένορκο δήλωση. Εξάλλου πρέπει να τονιστεί ότι το θέμα αυτό δεν αποτελεί λόγο ένστασης του Καθ' ου η αίτηση και ως εκ τούτου ούτως ή άλλως δεν θα έχρηζε εξέτασης. Επίσης, με την απόσυρση του δεύτερου λόγου ένστασης ο Καθ' ου η αίτηση αποδέχεται πλέον τον ισχυρισμό των Αιτητών ότι δεν πλήρωσε κανένα ποσό ως έναντι και/ή προς εξόφληση του χρέους του που δημιουργήθηκε συνεπεία της εκδοθείσας διαιτητικής απόφασης. Βέβαια και να μην αποσύρετο ο εν λόγω λόγος ένστασης, αυτός θα παρέμενε υπό τις περιστάσεις ατεκμηρίωτος και μετέωρος αφού δεν έτυχε οποιασδήποτε μαρτυρικής υποστήριξης και συνεπώς αναπόφευκτα θα απορρίπτετο από το Δικαστήριο ως αβάσιμος. Επομένως, με βάση τα πιο πάνω αλλά και τους προβαλλόμενους λόγους ένστασης του Καθ' ου η αίτηση (αυτοί βέβαια που δεν αποσύρθηκαν), η εξέταση της υπό κρίση αίτησης περιορίζεται αποκλειστικά σε νομικά θέματα, για την απόδειξη των οποίων δεν απαιτείται η προσκόμιση οποιασδήποτε μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου. Η παραπομπή και υποβολή διαφορών σε διαιτησία στην Κύπρο γενικά διέπεται από τον Περί Διαιτησίας Νόμο, Κεφάλαιο 4 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Μέσα από το νόμο αυτό σκιαγράφεται πλαίσιο, μεταξύ άλλων, διαδικασίας διαιτησίας, εξουσίες και καθήκοντα διαιτητή καθώς δικαιώματα και υποχρεώσεις μερών. Όταν όμως ειδικότερα προκύψει διαφορά μεταξύ της εταιρείας, της επιτροπείας ή του συμβουλίου αυτής και μέλους της, πρώην μέλους, προσώπου αξιούντος μέσω μέλους καταθετών, οφειλετών ή των εγγυητών τους αναφορικά με εργασίες συνεργατικής εταιρείας, τότε, σε συνάρτηση με το Κεφάλαιο 4, εφαρμόζεται και ο Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμος του 1985, Ν.22/1985 μετά των συναφών τροποποιήσεων μαζί με τους Περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμούς του 1987, Κ.Δ.Π.142/87 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Συγκεκριμένα το άρθρο 52
(2)(β) του νόμου αυτού καθώς και το άρθρο 79 της Κ.Δ.Π. 142/87 παρέχουν την ευκαιρία παραπομπής διαφοράς προς επίλυση της σε διαιτησία σύμφωνα με τις πρόνοιες του Περί Διαιτησίας Νόμο, Κεφάλαιο 4 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Οποιοσδήποτε θεωρεί τον εαυτό του αδικημένον από την απόφαση του διαιτητή μπορεί να την εφεσιβάλει στο Δικαστήριο εντός 21 ημερών από της γνωστοποιήσεως σ' αυτόν της αποφάσεως.[1] Σε περίπτωση όμως που η εκδοθείσα διαιτητική απόφαση δεν εφεσιβληθεί εντός της πιο πάνω χρονικής προθεσμίας ή η έφεση που έχει υποβληθεί εναντίον αυτής έχει εγκαταλειφθεί ή αποσυρθεί τότε είναι τελική και εκτελείται κατά τον ίδιο τρόπο ως αν ήταν απόφαση πολιτικού δικαστηρίου.[2] Η εκτέλεση διαιτητικής απόφασης γίνεται κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου και σε τέτοια περίπτωση δύναται να καταχωρηθεί δικαστική απόφαση με περιεχόμενο εκείνο της διαιτητικής απόφασης.[3] Στην αίτηση αρ. 14/2008 Αλέκου Αλεξάνδρου ημερομηνίας 21.03.2008 (υπόθεση έκδοση προνομιακού εντάλματος τύπου certiorari) τονίστηκε πως η αίτηση για την εγγραφή της διαιτητικής απόφασης στο Επαρχιακό Δικαστήριο θα έπρεπε να είχε γίνει όχι μονομερώς, αλλά δια κλήσεως, ώστε να δινόταν το δικαίωμα να ακουστεί και η άλλη πλευρά. Έγινε μάλιστα παραπομπή και στις υποθέσεις Αιτήσεις 152/1999, Βασούλα Τάσου (Κακουρή), 11.8.2000, 101/2001, Χριστόδουλος Πιττάκας, 5.12.2001, και 82/2006, Γιάννος Αλεξάνδρου κ.ά., 16.2.2007. Έχοντας στο μυαλό μου τις πιο πάνω νομικές αρχές καθώς και το συναφές νομοθετικό πλαίσιο, προκύπτει αβίαστα το συμπέρασμα πως στην περίπτωση εγγραφής και εκτέλεσης διαιτητικής απόφασης πρέπει να ικανοποιούνται σωρευτικά οι εξής προϋποθέσεις: α) Να έχει εκδοθεί διαιτητική απόφαση β) Η διαιτητική απόφαση να έχει κοινοποιηθεί στους διαδίκους έτσι ώστε να λάβουν γνώση γι' αυτήν και το περιεχόμενο της γ) Να έχει εκπνεύσει ο χρόνος των 21 ημερών από της γνωστοποιήσεως στους διαδίκους της διαιτητικής αποφάσεως, την οποίαν θέτουν τα εδάφια
(4)και
(5)του άρθρου 52 του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου του 1985, Ν.22/1985μετά των συναφών τροποποιήσεων και να μην έχει ασκηθεί οποιαδήποτε έφεση επί της εν λόγω αποφάσεως δ) Η αίτηση για εγγραφή και εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης να έχει γίνει δια κλήσεως. Στην προκειμένη υπόθεση διαπιστώνω ότι έχει εκδοθεί διαιτητική απόφαση προς όφελος των Αιτητών και εναντίον του Καθ' ου η αίτηση για το ποσό των €48.148,94 (αντίστοιχο σε Λ.Κ.£28.180,32) πλέον τόκο προς 8,5% ετησίως επί του ποσού αυτού από 01.01.1999 μέχρι εξόφλησης πλέον €29,05 (αντίστοιχο σε Λ.Κ.£17,00) έξοδα διαιτησίας. Η διαιτητική αυτή απόφαση φέρει ημερομηνία έκδοσης την 19ην Μαΐου του έτους 1999 και τόπο έκδοσης της τη Λεμεσό (τεκμήριο 1 της ενόρκου δηλώσεως της αίτησης). Υπενθυμίζεται ότι το ότι εκδόθηκε διαιτητική απόφαση υπέρ των Αιτητών και εναντίον του Καθ' ου η αίτηση δεν αμφισβητείται από τον Καθ' ου η αίτηση. Ούτε το περιεχόμενο της διαιτητικής απόφασης αλλά και ο χρόνος και τόπος έκδοσης της αμφισβητείται από τον Καθ' ου η αίτηση. Εξάλλου, κατά την ακρόαση της αίτησης καμία περί του αντιθέτου μαρτυρία έχει προσκομιστεί από τον Καθ' ου η αίτηση. Περαιτέρω, διαπιστώνω ότι πιστό αντίγραφο της διαιτητικής απόφασης αυτής επιδόθηκε στις 23.02.2009 σε κάποια Ρούλλα Κωνσταντίνου, η οποία σύμφωνα με τον ιδιώτη επιδότη, είναι η σύζυγος του Καθ' ου η αίτηση και συγκατοικεί μαζί του (τεκμήριο 2 της ενόρκου δηλώσεως της αίτησης). Το γεγονός ότι η εν λόγω διαιτητική απόφαση επιδόθηκε στην πιο πάνω κυρία κατά την πιο πάνω ημερομηνία δεν αμφισβητείται από τον Καθ' ου η αίτηση όπως ούτε αμφισβητείται ότι η κυρία αυτή είναι σύζυγος του Καθ' ου η αίτηση και διαμένει μαζί του. Εν πάσει περιπτώσει, κατά την ακρόαση της αίτησης καμία περί του αντιθέτου μαρτυρία έχει προσκομιστεί από τον Καθ' ου η αίτηση. Κατά συνέπεια, προκύπτει ότι η προαναφερόμενη κυρία παρέλαβε πιστό αντίγραφο της διαιτητικής απόφασης εκ μέρους και για λογαριασμό του Καθ' ου η αίτηση. Επίσης, διαπιστώνω ότι από την ημέρα επίδοσης του πιστού αντιγράφου της εκδοθείσας διαιτητικής απόφασης στη σύζυγο του Καθ' ου η αίτηση έχει εκπνεύσει η προθεσμία των 21 ημερών που από το νόμο παρέχεται για τυχόν άσκηση δικαιώματος έφεσης επί της ουσίας, διαδικασίας και του περιεχομένου της διαιτητικής απόφασης, χωρίς το δικαίωμα αυτό να έχει ασκηθεί από τον Καθ' ου η αίτηση. Ούτε αυτό το γεγονός αμφισβητείται από τον Καθ' ου η αίτηση. Εξάλλου, κατά την ακρόαση της αίτησης καμία περί του αντιθέτου μαρτυρία έχει προσκομιστεί από τον Καθ' ου η αίτηση αναφορικά με τα θέματα αυτά. Ως αποτέλεσμα αυτού, οι Αιτητές καταχώρησαν στις 08.05.2009 την υπό κρίση αίτηση δια κλήσεως, η οποία επίσης επιδόθηκε στη σύζυγο του Καθ' ου η αίτηση στις 12.05.2009. Ο Καθ' ου η αίτηση δεν αμφισβητεί ότι η υπό κρίση αίτηση επιδόθηκε στη σύζυγο του. Είναι προφανώς γι' αυτό το λόγο που κατά την ακρόαση της αίτησης καμία περί του αντιθέτου μαρτυρία έχει προσκομιστεί από τον Καθ' ου η αίτηση. Στη συνέχεια, ο Καθ' ου η αίτηση 1 καταχώρησε ένσταση ως αναφέρθηκε πιο πάνω. Με τον πρώτο λόγο ένστασης του ο Καθ' ου η αίτηση ισχυρίζεται ότι η απόφαση του Διαιτητή είναι παράτυπη και αντικανονική. Ο Καθ' ου η αίτηση όμως δεν εξειδικεύει ποια ακριβώς είναι η παρατυπία και η αντικανονικότητα που ισχυρίζεται. Εν πάσει περιπτώσει, δεν έχω διαπιστώσει οποιαδήποτε παρατυπία ή αντικανονικότητα της εκδοθείσας διαιτητικής απόφασης και ως εκ τούτου ο πρώτος λόγος ένστασης απορρίπτεται ως αβάσιμος. Με τον τέταρτο λόγο ένστασης ο Καθ' ου η αίτηση παραπονείται πως δεν έχουν τηρηθεί οι διαδικασίες του νόμου. Έχω ήδη εξηγήσει ότι η διαιτητική απόφαση επιδόθηκε στη σύζυγο του Καθ' ου η αίτηση, έχει εκπνεύσει ο χρόνος που προβλέπεται για τυχόν έφεση της διαιτητικής απόφασης χωρίς ν' ασκηθεί το δικαίωμα αυτό και έχει επιδοθεί στη σύζυγο του Καθ' ου η αίτηση αίτηση δια κλήσεως με σκοπό την εγγραφή και εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης. Όλα αυτά σύμφωνα με τον Περί Διαιτησίας Νόμο, Κεφάλαιο 4 μετά των συναφών τροποποιήσεων καθώς και τον Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμος του 1985, Ν.22/1985μετά των συναφών τροποποιήσεων με τους Περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμούς του 1987, Κ.Δ.Π.142/87 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Κατά συνέπεια, κρίνω ότι έχουν τηρηθεί όλες οι διαδικασίες που προβλέπονται μέσα από την εν ισχύ νομοθεσία και επομένως απορρίπτεται και αυτός ο λόγος ένστασης ως αβάσιμος. Με τον πέμπτο λόγο ένστασης ο Καθ' ου η αίτηση παραπονείται ότι έχει γίνει κακή επίδοση της διαιτητικής απόφασης. Αποδίδει τον ισχυρισμό του περί 'κακής επίδοσης' στο γεγονός ότι η διαιτητική απόφαση δεν του επιδόθηκε προσωπικά αλλά στη σύζυγο του με την οποίαν διαμένει. Δεν παραπονείται όμως για κακή επίδοση της αίτησης που καταχωρήθηκε με σκοπό την άδεια του Δικαστηρίου για εγγραφή και εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης, η οποία επίσης επιδόθηκε στη σύζυγο του Καθ' ου η αίτηση. Σύμφωνα με την υφιστάμενη νομολογία αλλά και το λεκτικό και πνεύμα του άρθρου 52
(4)του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου του 1985, Ν.22/1985μετά των συναφών τροποποιήσεων, γνωστοποίηση της διαιτητικής απόφασης δεν σημαίνει απαραίτητα, αποκλειστικά και μόνο προσωπική επίδοση. Σκοπός του νομοθέτη δεν ήταν να παρακάμψει τις δικονομικές αρχές επίδοσης εγγράφων σε φυσικά πρόσωπα. Επομένως, σχετικά με την επίδοση διαιτητικής απόφασης, ως νομικό έγγραφο που είναι, ισχύουν και εφαρμόζονται οι δικονομικοί κανόνες, όπως αυτοί τέθηκαν στον Κανονισμό 2 της Διάταξης 5 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Θεσμών, όπου, μεταξύ άλλων, προνοείται πως όταν το πρόσωπο προς το οποίο πρόκειται να γίνει επίδοση εγγράφου δεν ανεβρεθεί στο σπίτι του ή στο συνήθη τόπο εργασίας του, η επίδοση θα θεωρείται ότι έγινε αν αντίγραφο αφεθεί σε ένα μέλος της οικογένειας του που να φαίνεται ότι είναι 16 ετών και άνω και είναι στην πόλη ή το χωριό του ή εντός της περιοχής του. Μέσα από διάφορες αποφάσεις και ελληνικά ερμηνευτικά λεξικά, ο όρος 'οικογένεια' επιδέχεται μία ποικιλία ερμηνειών ανάλογα με τα περιστατικά της υπόθεσης. Στην υπόθεση υπ' αριθμό 940/95 όμως μεταξύ Χαράλαμπος Τουμαζή v Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω (α) Υπουργού Οικονομικών (β) Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων, ημερομηνίας 19.03.1997 επιχειρήθηκε να ερμηνευθεί η έννοια της λέξης 'οικογένεια' με βάση το 'Σύντομο Εγκυκλοπαιδικό Λεξικό' του Ελευθερουδάκη και συγκεκριμένα αναφέρονται τα εξής: "Οικογένεια εν τη στενοτέρα εννοία ομάς αποτελούμενη εκ των δια νομίμου γάμου συνδεομένων γονέων και των τέκνων αυτών, εν τη ευρυτέρα εννοία ομάς περιλαμβάνουσα τους δύο γονείς τα τέκνα των και συζύγους των αρρένων τέκνων και τους τούτων απογόνους..." Στη δε υπόθεση υπ' αριθμό 935/94 μεταξύ Ανδρέα Γ. Θωμά v Κυπριακής Δημοκρατίας, ημερομηνίας 30.01.1996 σημειώθηκε πως η έννοια της 'οικογένειας' καλύπτει και τα 'αδέλφια'. Μία ποιο χαλαρή, ευρύτερη και πιο ευέλικτη ερμηνεία της 'οικογένειας' δόθηκε στην υπόθεση Green v Marsden [1853] 1 Drew 646 όπου, ανάμεσα σ' άλλα, αναφέρθηκαν τα εξής: "it is still in itself a word of most loose and flexible description." και ακολούθως στην υπόθεση Χριστάκης Γεωργίου Θεοδώρου κ.α v Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Μακράσυκας
(2003)1 Α.Α.Δ. 1305 όπου λέχθηκε πως "το κατά πόσο συγκεκριμένο πρόσωπο θεωρείται μέλος μιας οικογένειας εξαρτάται όχι μόνο από τα περιστατικά της υπόθεσης αλλά και από τους σκοπούς της συγκεκριμένης νομικής πρόνοιας στην οποία η λέξη 'οικογένεια' απαντάται." Με βάση τις πιο πάνω ερμηνείες αλλά και τα περιστατικά και γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση, κρίνω πως η κυρία Ρούλλα Κωνσταντίνου, ως σύζυγος και συγκάτοικος του Καθ' ου η αίτηση, γεγονός που είναι κοινά παραδεκτό από τους διαδίκους στην παρούσα υπόθεση, εμπίπτει στην έννοια του 'μέλους της οικογένειας που είναι 16 ετών και άνω' που προνοεί το γράμμα και πνεύμα του Κανονισμού 2 της Διάταξης 5 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Θεσμών. Στην υπόθεση Χριστάκης Γεωργίου Θεοδώρου κ.α v Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Μακράσυκας
(2003)1 Α.Α.Δ. 1305 η επίδοση που έγινε στη γιαγιά του πρώτου εφεσείοντος και αντίστοιχα μητέρα και πεθερά της τρίτης εφεσείουσας και του δεύτερου εφεσείοντος εκ μέρους και για λογαριασμό των εφεσειόντων θεωρήθηκε ως κανονική και σύμφωνα με τις πρόνοιες της Διάταξης 5 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Θεσμών αφού κρίθηκε ως μέλος της οικογένειας των εφεσειόντων επειδή είχε στενή συγγενική σχέση μαζί τους, η οποία ήταν άνω των 16 ετών και διέμενε στον ίδιο χώρο μαζί τους και συγκεκριμένα στα βοηθητικά της οικίας των εφεσειόντων. Περαιτέρω, στην ίδια υπόθεση ειπώθηκε ότι σκοπός του νομοθέτη μέσα από την προαναφερόμενη διάταξη ήταν να διευκολύνει την επίδοση εγγράφων όπου αυτή δεν είναι δυνατό να επιτευχθεί στον ίδιο το διάδικο προσωπικά, φέρνοντας του όμως ταυτόχρονα το προς επίδοση έγγραφο εις γνώση του μέσω των προϋποθέσεων που θέτει η διάταξη αυτή. Ούτε και η επίδοση της διαιτητικής απόφασης μετά από 10 χρόνια την καθιστά κακή, όπως λανθασμένα ισχυρίζεται ο Καθ' ου η αίτηση. Το εάν μία επίδοση ενός εγγράφου είναι ορθή ή λανθασμένη, καλή ή κακή, νόμιμη ή παράνομη, κανονική ή αντικανονική δεν κρίνεται μέσα από χρονικούς περιορισμούς αλλά μέσα από τις προβλεπόμενες διατάξεις και πρόνοιες των διαδικαστικών θεσμών πολιτικής δικονομίας σε συνάρτηση με την υφιστάμενη νομολογία. Κατά συνέπεια και με βάση τα περιστατικά που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση, κρίνω ότι η επίδοση της διαιτητικής απόφασης που έγινε στη σύζυγο του Καθ' ου η αίτηση κυρία Ρούλλα Κωνσταντίνου εκ μέρους και για λογαριασμό του Καθ' ου η αίτηση, έστω και με μεγάλη καθυστέρηση, είναι υπό τις περιστάσεις καλή, νόμιμη και κανονική και συνάδει με το γράμμα και πνεύμα της Διάταξης 5 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Θεσμών. Ως αποτέλεσμα της νόμιμης και κανονικής επίδοσης του εγγράφου αυτού, κρίνω πως ο Καθ' ου η αίτηση έλαβε νόμιμα και κανονικά γνώση για το περιεχόμενο της εν λόγω εκδοθείσας διαιτητικής απόφασης με βάση την υφιστάμενη νομοθεσία και τους διαδικαστικούς θεσμούς πολιτικής δικονομίας χωρίς να προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια με σκοπό την άσκηση του δικαιώματος καταχώρησης έφεσης επ' αυτής. Ενώ είχε την ευκαιρία να προβεί στα υπό του νόμου προβλεπόμενα ένδικα μέσα για αμφισβήτηση της εγκυρότητας ή νομιμότητας της διαιτητικής απόφασης δεν το έπραξε με αποτέλεσμα να εκπνεύσει ο χρόνος εφέσεως που παρέχεται από το νόμο. Εξάλλου, από τη στιγμή που ο Καθ' ου η αίτηση έλαβε γνώση για την παρούσα αίτηση, η οποία επιδόθηκε στη σύζυγο του, χωρίς οποιοδήποτε παράπονο και/ή πρόβλημα με αποτέλεσμα την απρόσκοπτη εκπροσώπηση του στην παρούσα διαδικασία, θεωρώ ότι ο Καθ' ου η αίτηση έλαβε γνώση και για το περιεχόμενο της εκδοθείσας διαιτητικής απόφασης, η οποία επιδόθηκε με τον ίδιο τρόπο. Συνεπώς, απορρίπτεται και αυτός ο λόγος ένστασης. Αναφορικά με τον έβδομο λόγο ένστασης, ο Καθ' ου η αίτηση ισχυρίζεται ότι η απόφαση του διαιτητή δεν είναι δεόντως αιτιολογημένη. Παρέλειψε όμως να επεξηγήσει και/ή να δώσει οποιεσδήποτε λεπτομέρειες που να στοιχειοθετούν τον ισχυρισμό αυτό. Κατά συνέπεια, ο εν λόγω λόγος ένστασης απορρίπτεται ως ατεκμηρίωτος. Σχετικά με τον έκτο λόγο ένστασης, ο Καθ' ου η αίτηση ισχυρίζεται ότι η εκδοθείσα διαιτητική απόφαση δεν μπορεί να εγγραφεί καθώς έχουν παρέλθει 6 και πλέον χρόνια από την ημερομηνία που λήφθηκε. Η ευπαίδευτος συνήγορος του Καθ' ου η αίτηση είναι της άποψης πως θα έπρεπε να προηγηθεί αίτηση για ανανέωση της διαιτητικής απόφασης λόγω παρέλευσης 6 ετών από την ημέρα έκδοσης της και μετά να καταχωρηθεί η παρούσα αίτηση. Αντίθετα, η ευπαίδευτος συνήγορος των Αιτητών ανάφερε ότι ο ισχυρισμός αυτός των Αιτητών δεν ευσταθεί αφού η διαιτητική απόφαση δεν καταχωρήθηκε και δεν εγγράφηκε στα αρχεία του πρωτοκολλητείου ως απόφαση του Δικαστηρίου για να μπορούν να εφαρμοστούν οι θεσμοί της Πολιτικής Δικονομίας. Περαιτέρω, οι Αιτητές ισχυρίστηκαν ότι η πρόνοια που αφορά την περίοδο παραγραφής διαιτησίας δεν εφαρμόζεται επειδή οι διατάξεις του Κεφ.15 έχουν ανασταλεί μέχρι τις 31.03.
  1. Στην υπόθεση Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Αγίας Νάπας v Άντυς Κυριακίδης κ.α., Πολιτική Έφεση αρ.188/2006, ημερομηνίας 09.06.2008 αποφασίστηκε ότι για να προχωρήσει η εκτέλεση μιας διαιτητικής απόφασης που εκδόθηκε θα πρέπει πρώτα να εγγραφεί δια της καταχωρήσεως της στα αρχεία του πρωτοκολλητείου ως απόφαση Δικαστηρίου. Χρειάζεται επομένως η εμπλοκή του Δικαστηρίου για να δώσει τέτοια άδεια για εγγραφή και παράλληλα να εποπτεύει την εκτέλεση και ανανέωση της. Στην προκειμένη περίπτωση, είναι προφανές ότι εκκρεμεί η καταχώρηση της εκδοθείσας διαιτητικής απόφασης στο αρχείο του πρωτοκολλητείου. Εξ' ου και η καταχώρηση της παρούσας αίτησης που αποσκοπεί στην απόκτηση της άδειας του Δικαστηρίου με σκοπό την εγγραφή και εκτέλεση της ως δικαστικής απόφασης. Στο παρόν στάδιο η διαιτητική απόφαση δεν αποτελεί δικαστική απόφαση. Η ανάγκη καταχώρησης αίτησης για ανανέωση απόφασης λόγω παρέλευσης 6 ετών αφορά μόνο δικαστικές αποφάσεις με βάση τους Διαδικαστικούς Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και όχι διαιτητικές αποφάσεις. Δεν φαίνεται επομένως να υπάρχει χρονικός περιορισμός εγγραφής διαιτητικής απόφασης. Ούτε και το Κεφ.15, που εν πάσει περιπτώσει οι διατάξεις του οποίου έχουν ανασταλεί μέχρι τις 31.03.2010, περιέχει οποιαδήποτε πρόνοια που να τεκμηριώνει τον ισχυρισμό αυτό του Καθ' ου η αίτηση. Γενικά, θα έλεγα ότι δεν υπάρχει οποιοσδήποτε χρονικός περιορισμός σχετικά με την εγγραφή διαιτητικής απόφασης. Συνεπώς και αυτός ο λόγος ένστασης απορρίπτεται ως ανεδαφικός. Όσον αφορά τον τρίτο λόγο ένστασης, ο Καθ' ου η αίτηση ισχυρίζεται πως η διαιτητική απόφαση λήφθηκε πριν από 10 περίπου χρόνια. Είναι γεγονός και δεν έχει αμφισβητηθεί από τους Αιτητές ότι ενώ η διαιτητική απόφαση εκδόθηκε στις 19.05.1999, το περιεχόμενο της γνωστοποιήθηκε στον Καθ' ου η αίτηση στις 23.02.
  2. Παράλληλα, η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε στις 08.05.
  3. Κανένας όμως λόγος που να δικαιολογεί αυτή τη μεγάλη καθυστέρηση έχει παρουσιαστεί ενώπιον του Δικαστηρίου από τους Αιτητές. Από την άλλη όμως, αυτό από μόνο του δεν είναι αρκετό για να στερήσει το δικαίωμα των Αιτητών από του να προχωρήσουν, έστω και καθυστερημένα με την εγγραφή και στη συνέχεια με την εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης. Εξάλλου, το ότι οι Αιτητές υποχρεώνονται στο να αιτηθούν από το Δικαστήριο άδεια για εγγραφή και εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης οφείλεται στην παράλειψη του Καθ' ου η αίτηση να εξοφλήσει το χρέος του, το οποίο δεν αμφισβητεί και που προέκυψε μέσα από την εν λόγω διαιτητική απόφαση, την οποίαν διαιτητική απόφαση ουδέποτε αμφισβήτησε και στην οποίαν, σύμφωνα με το περιεχόμενο της το οποίο επίσης δεν αμφισβητήθηκε από τον Καθ' ου η αίτηση, ο Καθ' ου η αίτηση ήταν παρών και παραδέκτηκε το χρέος του. Κατά συνέπεια, μέσα στα πλαίσια ορθής απονομής της δικαιοσύνης, η αποτυχία αυτή των Αιτητών δεν θα πρέπει να επιβραβευτεί και ταυτόχρονα να τιμωρηθούν οι Αιτητές από του να στερηθούν να εισπράξουν τελικά το λαβείν τους. Υπό το φως όλων των πιο πάνω, δίδεται άδεια όπως η διαιτητική απόφαση υπέρ των Αιτητών και εναντίον του Καθ' ου η Αίτηση εγγραφεί ώστε να καταχωριστεί και εκτελεστεί σαν δικαστική απόφαση. Όσον αφορά τα έξοδα της παρούσας αίτησης θεωρώ πως θα πρέπει να υπάρξει παρέκκλιση από το γενικό κανόνα και να μην ακολουθήσουν έτσι το αποτέλεσμα. Ένεκα της μεγάλης και αδικαιολόγητης καθυστέρησης που προκλήθηκε ως προς την ημερομηνία επίδοσης της διαιτητικής απόφασης και ακολούθως της καταχώρησης της παρούσας αίτησης σε σχέση με την ημερομηνία έκδοσης της και εξασκώντας τη διακριτική ευχέρεια που μου παρέχει ο νόμος, αποφασίζω όπως μη εκδώσω οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Πρ. Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other/Interim Αναφορά: Πολιτική Δικονομία/Εγγραφή διαιτητικής απόφασης [1] Άρθρο 52
(4)του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμος του 1985, Ν.22/1985μετά των συναφών τροποποιήσεων [2] Άρθρο 52
(5)του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμος του 1985, Ν.22/1985μετά των συναφών τροποποιήσεων [3] Άρθρο 21 του Περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφάλαιο 4 μετά των συναφών τροποποιήσεων cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.