← Κύπρος

Ανδρούλας Κωνσταντίνου ν. Κούλας Παναγή κ.α., Αρ. Αγωγής: 1844/09, 8 Οκτωβρίου, 2009

Ανδρούλας Κωνσταντίνου ν. Κούλας Παναγή κ.α., Αρ. Αγωγής: 1844/09, 8 Οκτωβρίου, 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:A233 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Γ. Πετάση-Κορφιώτη, Πρ. Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1844/09 Μεταξύ: Ανδρούλας Κωνσταντίνου Ενάγουσας και

  1. Κούλας Παναγή
  2. Prestige Land & Advertisement Ltd
  3. Ρένος Ρωτή
  4. Μάριος Ρωτή Εναγομένων Αίτηση ημερομηνίας 9.7.2009 για έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος Ημερομηνία: 8 Οκτωβρίου, 2009 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Ενάγουσα/Αιτήτρια: κ. Δ. Μιχαήλ Για την Εναγόμενη 1/Καθ' ης η αίτηση: κ. Αργυρού Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με Γενικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα το οποίο καταχωρίσθηκε την 9.4.2009 η Ενάγουσα αξιοί εναντίον των Εναγομένων ποσό €95.500,00 το οποίο οι Εναγόμενοι έχουν ιδιοποιηθεί και/ή με το οποίο οι Εναγόμενοι επλούτισαν αδικαιολόγητα σε βάρος της Ενάγουσας και/ή δυνάμει παράβασης συμφωνίας και αποζημιώσεις συνεπεία αμέλειας και/ή δόλου και/ή καταδολίευσης πλέον τόκους και έξοδα. Κατόπιν Μονομερούς Αίτησης ημερομηνίας 9.7.2009 η Ενάγουσα -Αιτήτρια (στο εξής «η Aιτήτρια»), εξασφάλισε την ίδια ημέρα το πιο κάτω Παρεμπίπτον Διάταγμα (στο εξής το «Προσωρινό Διάταγμα») εναντίον της Εναγομένης 1- Καθ' ης η αίτηση (στο εξής η «Καθ' ης η αίτηση»): «Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να απαγορεύει στην Καθ' ης η αίτηση 1 και σε οποιοδήποτε αντιπρόσωπο και/ή υπηρέτη τους και/ή υπάλληλο τους και/ή άλλως πώς να αποξενώσουν και/ή επιβαρύνουν με οποιοδήποτε τρόπο, μέχρι τελικής εκδίκασης και έκδοσης απόφασης στην αγωγή με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό τα ακόλουθα ακίνητα και/ή οποιοδήποτε μέρος τους:

(1)Αρ. Εγγραφής 53794, στην περιοχή Νεάπολης, στην Λεμεσό.
(2)Αρ. Εγγραφής 53795, στην περιοχή Νεάπολης, στην Λεμεσό.
(3)Αρ. Εγγραφής 53796, στην περιοχή Νεάπολης, στην Λεμεσό.
(4)Αρ. Εγγραφής 54105, στην περιοχή Νεάπολης, στην Λεμεσό.
(5)Αρ. Εγγραφής 42052, στο χωριό Ερήμη, στην Λεμεσό.» Η αίτηση ημερομηνίας 9.7.2009 συνοδευόταν από ένορκη δήλωση της Αιτήτριας ίδιας ημερομηνίας. Το Προσωρινό Διάταγμα ορίστηκε επιστρεπτέο στις 16.7.2009 και ακολούθως, σύμφωνα με σχετικές οδηγίες του Δικαστηρίου, στις 22.7.2009 η Καθ' ης η αίτηση καταχώρισε ένσταση, η οποία συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της Καθ' ης η αίτηση ίδιας ημερομηνίας. Οι κυριότεροι λόγοι της ένστασης μπορούν να συνοψισθούν ως ακολούθως: (
  1. i)Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 4, 5 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας, Κεφ. 6, και η Αιτήτρια δεν κατέδειξε ότι έχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, δεν δικαιούται σε θεραπεία, αλλά και ούτε ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν οριστικοποιηθεί το Προσωρινό Διάταγμα. (
  2. ii)Η Αιτήτρια δεν προέβη σε πλήρη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων στην μονομερή της αίτηση, που αφορούν την έκδοση του Προσωρινού Διατάγματος. (iii) Η Αιτήτρια δεν εκθέτει τα γεγονότα με καλή πίστη. (
  3. iv)Η Αιτήτρια δεν έρχεται στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια (clean hands). (
  4. v)Με την έκδοση του Προσωρινού Διατάγματος υπήρξε κατάχρηση και το εν λόγω διάταγμα θα πρέπει να ακυρωθεί. (
  5. vi)Ουδέν κατεπείγον συντρέχει για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος μονομερώς. Περαιτέρω, κατόπιν σχετικής άδειας του Δικαστηρίου ημερομηνίας 27.7.2009, η Αιτήτρια καταχώρησε συμπληρωματική ένορκη δήλωση την 1.9.2009, ενώ ο συνήγορος της Καθ' ης η αίτηση δήλωσε στις 21.9.2009 ότι δεν θα καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση, αν και στις 27.7.2009 του είχε δοθεί αυτό το δικαίωμα. Αξίζει να σημειωθεί στο στάδιο αυτό, ότι από τις ένορκες δηλώσεις που τέθηκαν ενώπιον μου και τα τεκμήρια που επισυνάπτονται σε αυτές, και συγκεκριμένα τις εκτιμήσεις (Τεκμήριο Ζ στην ένορκη δήλωση ημερομηνίας 22.7.2009) και το Πιστοποιητικό Έρευνας του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας (Τεκμήριο 1 στη Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση ημερομηνίας 1.9.2009), φαίνεται ότι το ακίνητο υπό αναφορά
(5)στο Προσωρινό Διάταγμα φέρει αριθμό εγγραφής 4205, και όχι
  1. Η μαρτυρία Η θέση της Αιτήτριας Όπως έχει αναφερθεί πιο πάνω, η υπό εξέταση αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση και συμπληρωτική ένορκη δήλωση της Αιτήτριας, ημερομηνίας 9.7.2009 και 1.9.2009 αντίστοιχα, στις οποίες επισυνάπτεται αριθμός τεκμηρίων. Συνοψίζω κατωτέρω τα κυριότερα σημεία της ένορκης δήλωσης της Αιτήτριας ημερομηνίας 9.7.2009: Δυνάμει γραπτής συμφωνίας ημερομηνίας 4.9.2008 (στο εξής το «Αγοραπωλητήριο Έγγραφο»), η Ενάγουσα συμφώνησε να αγοράσει από τους Εναγομένους 3 και 4 το ακίνητο με αρ. εγγραφής 0/17405, Τεμ. 12, Φυλ/Σχ. 54/32, με κατοικία τριών υπνοδωματίων, στο χωρίο Πύργος, στην Λεμεσό (στο εξής το «Ακίνητο»). Η σχετική συμφωνία επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 1 στην Ένορκη Δήλωση ημερομηνίας 9.7.
  2. Ως τίμημα πώλησης συμφωνήθηκε το ποσό των €273,376.00 πλέον Φ.Π.Α., το οποίο θα καταβάλλετο ως ακολούθως: - €66.635,00 πλέον Φ.Π.Α. ως προκαταβολή, ταυτόχρονα με την υπογραφή του Αγοραπωλητηρίου Εγγράφου. - €205.032,00 πλέον Φ.Π.Α. ταυτόχρονα με την παράδοση και μεταβίβαση του Ακινήτου που θα γινόταν την 30.11.2008, και - €1.709,00 πλέον Φ.Π.Α. με την έκδοση του πιστοποιητικού εγκρίσεως και ξεχωριστού τίτλου για το Ακίνητο. Περαιτέρω, κατά τον ίδιο ως άνω χρόνο, με ειδικό πληρεξούσιο έγγραφο (το οποίο όμως δεν επισυνάπτεται στη σχετική ένορκη δήλωση) και/ή προφορική συμφωνία η Ενάγουσα εξουσιοδότησε τις Εναγόμενες 1 και 2, όπως προβούν στις απαραίτητες ενέργειες για την πληρωμή και αγορά του Ακινήτου καθώς και την καταχώρηση του Αγοραπωλητηρίου Εγγράφου στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού. Σημειώνεται ότι οι Εναγόμενες 1 και 2 κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ασχολούνταν με κτηματομεσιτικές εργασίες, διαφήμιση και προώθηση πώλησης ακινήτων και ήταν αυτές που, σύμφωνα με την Ενάγουσα, την βοήθησαν και βρήκε το Ακίνητο. Η Εναγομένη 1, με την οποία η Ενάγουσα διατηρούσε και φιλικές σχέσεις, είναι η διευθύντρια και κύρια μέτοχος της Εναγόμενης
  3. Προς εκπλήρωση του Αγοραπωλητηρίου Εγγράφου, η Ενάγουσα είχε εκδώσει τις τραπεζικές επιταγές ημερ. 5.9.2008, με αρ. 06964568 και αρ. 06964570, για τα ποσά των €85.500,00 και €10.000,00 αντίστοιχα, του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού (οι εν λόγω επιταγές επισυνάπτονται ως Τεκμήρια 2 και 3 στην ΄Ενορκη Δήλωση ημερ. 9.7.2009). Η επιταγή για το ποσό των €10.000,00 εκδόθηκε στο όνομα των Εναγόμενων 3 και 4 και είχε εξαργυρωθεί από αυτούς. Η επιταγή για το ποσό των €85.500,00 εκδόθηκε στο όνομα της Ενάγουσας, η οποία την οπισθογράφησε και ακολούθως την έδωσε στην Εναγομένη 1 για να πληρώσει σε μεταγενέστερο στάδιο τους Εναγόμενους 3 και 4 προς εκπλήρωση του Αγοραπωλητηρίου Εγγράφου. Παρόλα αυτά, η Ενάγουσα, ως ισχυρίζεται, περί την 6 ή 7 Σεπτεμβρίου του 2008 ανέφερε στην Εναγομένη 1 ότι δεν θέλει να προχωρήσει στην αγορά του Ακινήτου. Τότε, η Εναγομένη 1 της εισηγήθηκε να αγόραζε εκείνη το Ακίνητο, για να μην χάσει το ήδη καταβληθέν ποσό των €10.000, και έτσι να μην ακύρωνε το Αγοραπωλητήριο Έγγραφο. Περαιτέρω, η Εναγομένη 1 ζήτησε από την Ενάγουσα να εξακολουθήσει να κατέχει την επιταγή για το ποσό των €85.500,00 για να την δείχνει στους Εναγόμενους 3 και 4 για σκοπούς καλύτερης διεκπεραίωσης της υπόθεσης. Σύμφωνα όμως με την Ενάγουσα, η Εναγομένη 1 σε καμία περίπτωση δεν θα προέβαινε στην εξαργύρωση της. Μετά από οχλήσεις του Εναγόμενου 3 προς την Ενάγουσα κατά τον μήνα Νοέμβριο του 2008 σχετικά με την εκπλήρωση του Αγοραπωλητηρίου Εγγράφου, η Ενάγουσα έμαθε ότι οι Εναγόμενες 1 και 2 εξαργύρωσαν την επιταγή για το ποσό των €85.500,00 και ισχυρίζονταν ότι έδωσαν το μισό του ποσού των €85.500,00, δηλαδή το ποσό των €42.750,00, στους Εναγόμενους 3 και 4 κάτι που οι Εναγόμενοι 3 και 4, αρνούνταν κατηγορηματικά. Παρόλες τις προσπάθειες της Ενάγουσας κατά τον μήνα Νοέμβριο του 2008 για να εξακριβώσει τι ακριβώς είχε γίνει μεταξύ των εναγομένων και αν όντως πληρώθηκε ή όχι το εν λόγω ποσό και/ή οποιοδήποτε ποσό, αυτές κατέστησαν άκαρπες, και έτσι η Ενάγουσα αναγκάστηκε να καταγγείλει την υπόθεση στην Αστυνομία την 30.11.
  4. Η Αστυνομία πληροφόρησε την Ενάγουσα ότι η Εναγομένη 1 ισχυρίστηκε ότι έδωσε το χρηματικό ποσό των €42.750,00 στους Εναγόμενους 3 και 4 και παρουσίασε βεβαίωση/έγγραφο ημερ. 19.9.2008 υπογραμμένη από τον Εναγόμενο 3 ότι αυτός είχε παραλάβει το ποσό των €42.750,
  5. Παράλληλα όμως, ο Εναγόμενος 3 αρνήθηκε κατηγορηματικά αυτό τον ισχυρισμό της Εναγόμενης
  6. Στα πλαίσια των ερευνών της για να εξακριβωθεί το γνήσιο της υπογραφής στο εν λόγω έγγραφο, η Αστυνομία εξασφάλισε Έκθεση του Εργαστηρίου Γραφολογίας της Υπηρεσίας Εγκληματολογικών Ερευνών του Αρχηγείου Αστυνομίας ημερομηνίας 18.6.2009 (Τεκμήριο 7 επί της Ένορκης Δήλωσης ημερομηνίας 9.7.2009) η οποία αναφέρει ότι η αμφισβητούμενη υπογραφή του Εναγόμενου 3 στο έγγραφο ημερομηνίας 19.9.2008 δεν είναι η γνήσια υπογραφή του, αλλά αποτέλεσμα προσπάθειας αντιγραφής ή απομίμησης της γνήσιας υπογραφής του, από πρόσωπο που γνώριζε ή είχε στην κατοχή του την γνήσια υπογραφή του Εναγομένου
  7. Σημειώνεται ότι, η Έκθεση, Τεκμήριο 7, λήφθηκε από το δικηγόρο της Ενάγουσας την 21.6.
  8. Περαιτέρω, η Ενάγουσα διατείνεται ότι η Εναγομένη 1 ήτο πτωχεύσασα μέχρι την 19.9.2007 όπου μετέπειτα αποκαταστάθηκε και ότι ενόψει της επικείμενης κατηγορίας της από την Αστυνομία και της επιβάρυνσης των ακινήτων που αναφέρονται στην αίτηση ημερομηνίας 9.7.2009 με διάφορα εμπράγματα βάρη, υπάρχει άμεσος κίνδυνος η Εναγομένη 1 να προβεί στην αποξένωση των ακινήτων, με αποτέλεσμα η ίδια να μείνει χωρίς θεραπεία. Στη δε συμπληρωματική ένορκη δήλωση της ημερομηνίας 1.9.2009 η Ενάγουσα επισυνάπτει Πιστοποιητικό Έρευνας του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας ημερομηνίας 23.7.2009, όπου καταγράφονται τα ακίνητα στα οποία αφορά το Προσωρινό Διάταγμα και τα ΜΕMO και Υποθήκες τα οποία τα βαρύνουν. Η θέση της Καθ΄ης η αίτηση Η ένσταση η οποία υποβλήθηκε από την πλευρά της Καθ' ης η αίτηση υποστηρίχθηκε από ένορκη δήλωση της ίδιας της Εναγομένης 1, Κούλας Παναγή. Στην ένορκη δήλωση της Εναγομένης 1 ημερομηνίας 22.7.2009, προβάλλονται περιληπτικά οι ακόλουθοι ισχυρισμοί: Στις 18.9.2008 η Ενάγουσα διόρισε την ίδια και την Εναγομένη 2 ως πληρεξούσιους αντιπρόσωπους της για την αγορά του Ακινήτου με βάση το Αγοραπωλητήριο Έγγραφο. Η Ενάγουσα εξέδωσε την τραπεζική επιταγή του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού Λτδ, με αριθμό 06964568 ημερομηνίας 5.9.2008 για το ποσό των €85.500,00 επ' ονόματι της και την τραπεζική επιταγή του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού Λτδ με αριθμό 06964570 ημερομηνίας 5.9.2008 για το ποσό των €10.000,00 επ' ονόματι των Εναγομένων 3 και
  9. Η Ενάγουσα εξέδωσε την επιταγή για το ποσό των €85.500,00 επ' ονόματι της, και όχι επ' ονόματι των Εναγομένων 3 και 4, γιατί είχε σκοπό να προβεί και όντως προέβηκε στις 6.9.2008 σε αίτηση χορήγησης στεγαστικού δανείου για το ποσό των €150.000,00 στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού Λτδ, το οποίο ποσό θα αποτελούσε μέρος της αποπληρωμής του Αγοραπωλητηρίου Εγγράφου (αντίγραφο της αίτησης της Ενάγουσας για χορήγηση στεγαστικού δανείου του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού Λτδ για το ποσό των €150.000,00 επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Α στην ένορκη δήλωση ημερ. 22.7.2009). Η Εναγομένη 1 πληροφορήθηκε από το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού Λτδ ότι η εν λόγω αίτηση καθυστερούσε για έγκριση, λόγω του ότι η ίδια η Ενάγουσα είχε παραθέσει ψευδή στοιχεία και απέκρυψε ότι το όνομα της είναι καταχωρημένο στο μητρώο του Κέντρου Αρχείου Πληροφοριών («ΚΑΠ»). Συνεπεία των πιο πάνω, η Εναγομένη 1 είχε συνάντηση με την Ενάγουσα όπου την ενημέρωσε για το τι της είχε λεχθεί από το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού Λτδ και η ίδια τότε ζήτησε λίγες μέρες χρόνο με σκοπό να αποταθεί στο ΚΑΠ, για σκοπούς αφαίρεσης του ονόματος της από το εν λόγω μητρώο. Μέχρι η Ενάγουσα να έχει την οποιαδήποτε απάντηση από το ΚΑΠ, ο Εναγόμενος 3 πηγαινοερχόταν στο γραφείο της Εναγόμενης 1 και απειλούσε πως εάν δεν του εδίδετο το υπόλοιπο ποσό της προκαταβολής ως οι όροι του Αγοραπωλητηρίου Εγγράφου, θα το ακύρωνε και θα προέβαινε σε κατάσχεση του ποσού που του είχε δοθεί μέχρι εκείνη την ημέρα. Το εν λόγω γεγονός, όπως επίσης και διάφορα άλλα που περιγράφονται στην ένορκη δήλωση της Εναγομένης 1, αναφέρθηκαν στην Ενάγουσα από την Εναγομένη 1 και η ίδια της έδωσε οδηγίες όπως προχωρήσει στην κατάθεση του Αγοραπωλητηρίου Εγγράφου στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού όπως και έπραξε την 21/10/2008 και για το σκοπό αυτό κατέβαλε το ποσό των €541.
  10. Η τραπεζική επιταγή για το ποσό των €10.000,00 επ' ονόματι των Εναγομένων 3 και 4, έχει εξαργυρωθεί από τους ίδιους. Η δε τραπεζική επιταγή για το ποσό των €85.500 κατατέθηκε σε προσωπικό λογαριασμό της Εναγομένης 1 κατά ή περί της 10-12 Σεπτεμβρίου 2008, ως οι οδηγίες της Ενάγουσας, για να καταβληθεί στον Εναγόμενο 3 μέρος του ποσού της προκαταβολής που προνοούσε το Αγοραπωλητήριο Έγγραφο, όπως της είχε ζητηθεί από την Ενάγουσα. Περαιτέρω, μέρος του ποσού των €85.500,00 της εν λόγω επιταγής αφορούσε και την αμοιβή της Εναγόμενης 1 για τις υπηρεσίες της. Σε τηλεφωνική συνομιλία που είχε η Εναγομένη 1 με την Ενάγουσα, η ίδια η Ενάγουσα την πληροφόρησε ότι είχε συνεννοηθεί τηλεφωνικώς με τον Εναγόμενο 3 και του υποσχέθηκε να του καταβάλει μέσω της Εναγομένης 1, το ποσό των €42.750,00, και της έδωσε οδηγίες όπως καταβάλει το ποσό των €42.750,00 στον Εναγόμενο
  11. Σύμφωνα, τότε, με τις οδηγίες της Ενάγουσας, η Εναγομένη 1 κατέβαλε στις 19.9.2008 στον Εναγόμενο 3 το ποσό των €20.000,00 σε μετρητά και στις 24.9.2008 το ποσό των €22.750,00 μέσω τραπεζικής επιταγής επ' ονόματι της Εναγομένης 1, για το ποσό των €42.745,00 η οποία αργότερα οπισθογραφήθηκε. Παράλληλα, την 19.9.2008 ο Εναγόμενος 3 υπέγραψε το έγγραφο/βεβαίωση ημερομηνίας 19.9.2008, την γνησιότητα του οποίου η Εναγομένη 1 επιφυλάσσεται να αποδείξει σε μεταγενέστερο στάδιο. Η Εναγομένη 1 ισχυρίζεται ότι σε καμία περίπτωση η Ενάγουσα της ανέφερε ότι δεν ήθελε να προχωρήσει στην αγορά του Ακινήτου, όπως επίσης ότι μετά την απόρριψη της αίτησης δανείου από το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού Λτδ, η ίδια η Ενάγουσα της ζήτησε όπως την βοηθήσει οικονομικά ούτως ώστε να μην χάσει την προκαταβολή που ήδη είχε δώσει στον Εναγόμενο 3 και γι΄ αυτό το λόγο η Εναγομένη 1 αποτάθηκε στην Τράπεζα Πειραιώς για αίτηση χορήγησης δανείου με σκοπό να αγοράσει είτε αυτή προσωπικά είτε μία εκ των εταιρειών της το Ακίνητο, με απώτερο σκοπό να βοηθήσει την Ενάγουσα. Είναι, επίσης, παραδεκτό από την Εναγομένη 1 ότι ήταν σε πτώχευση μέχρι την 19.9.2007 οπότε και προέβηκε σε αποκατάσταση, αλλά η ίδια αρνείται ότι απασχόλησε την Αστυνομία με υποθέσεις απάτης, όπως της καταλογίζεται από την Ενάγουσα. Τέλος, η Εναγομένη 1 επισυνάπτει στην Ένορκη Δήλωση της ημερ. 22.7.2009, εκτιμήσεις ημερομηνίας 12.6.2008 και 11.12.2007 που έγιναν από τους εκτιμητές L. Constantinou & Co. Ltd και Γλαύκος Αγαθαγγέλου & Συνεργάτες αντίστοιχα. Η εκτίμηση των κ.κ. L. Constantinou & CO Ltd αφορά τις αξίες των ακινήτων με αριθμούς εγγραφής 53795, 53794 και 54105 κατά την 12.6.2008, ενώ η εκτίμηση των κ.κ. Γ. Αγαθαγγέλου & Συνεργάτες αφορά την αξία του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 4205 κατά την 11.12.
  12. Καμία από τις ενόρκως δηλούσες δεν αντεξετάστηκε και ως εκ τούτου, η μαρτυρία η οποία βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου για τους σκοπούς της υπό κρίση αίτησης περιορίζεται στις ένορκες δηλώσεις που καταχωρήθηκαν από τις δυο πλευρές. Αγορεύσεις Ήταν η εισήγηση του κ. Μιχαήλ ότι και οι τρεις προϋποθέσεις που καθορίζονται στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν. 14/60πληρούνται. Σε ό,τι αφορά την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση και την ορατή πιθανότητα να δικαιούται ο αιτών διάδικος σε θεραπεία, ο κ. Μιχαήλ ανέφερε ότι η Καθ' ης η αίτηση έχει καταχραστεί και/ή ιδιοποιηθεί το ποσό των €85.500,00, το οποίο της δόθηκε από την Αιτήτρια ώστε να καταβληθεί στους Εναγόμενους 3 και 4 ως οι όροι του Αγοραπωλητηρίου Εγγράφου και ενώ δίνεται κάποια εξήγηση για το ποσό των €42.500,00, κανένας ισχυρισμός δεν προβάλλεται για το υπόλοιπο ποσό των €42.500,
  13. Όσον δε αφορά την τρίτη προϋπόθεση, ο ευπαίδευτος συνήγορος της Αιτήτριας υπέβαλε ότι τα ακίνητα που έχουν δεσμευτεί με το Προσωρινό Διάταγμα, βαρύνονται με εμπράγματα βάρη αφού είναι υποθηκευμένα για συνολικό ποσό πέραν των €500.000,
  14. Ταυτόχρονα, σε ό,τι αφορά τις εκτιμήσεις οι οποίες επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, ο κ. Μιχαήλ ανέφερε ότι η συνολική αξία καταναγκαστικής πώλησης των ακινήτων είναι χαμηλότερη από το ποσό των €500.000,00 και ως εκ τούτου, κατά την εισήγησή του, ικανοποιείται και το στοιχείο της δυσκολίας να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Αναφερόμενος στη θέση της Καθ' ης η αίτηση σε σχέση με την παράλειψη της Αιτήτριας να αποκαλύψει ουσιώδη γεγονότα στην αίτησή της, ο κ. Μιχαήλ παρέπεμψε το Δικαστήριο σε σχετική νομολογία και υποστήριξε ότι η παράλειψη της Αιτήτριας να αναφέρει στην αίτηση της την υποβολή της αίτησης δανείου (Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση ημερομηνίας 22.7.2009) δεν είναι ουσιώδης αφού δεν αφορά την απαίτηση της Αιτήτριας. Ο κ. Αργυρού στη γραπτή του αγόρευση, η οποία δόθηκε προς διευκόλυνση του Δικαστηρίου, αφού κάνει εκτενή αναφορά στα γεγονότα που αφορούν στην παρούσα υπόθεση, παραπέμπει το Δικαστήριο σε νομολογία σχετικά με την έκδοση παρεμπιπτοντων διαταγμάτων. Με την αγόρευση του κ. Αργυρού προωθούνται ουσιαστικά οι πιο κάτω λόγοι ένστασης: - Στη βάση των γεγονότων που είναι ενώπιον του Δικαστηρίου η Αιτήτρια δεν έχει αποδείξει με την ένορκη δήλωσή της, ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, ούτε ότι υπάρχει υπό τις περιστάσεις ενδεχόμενο επιτυχίας. - Σε ό,τι δε αφορά την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν. 14/60, αυτή κατά την εισήγηση του, δεν ικανοποιείται αφου και αν ακόμα, θεωρητικά, η Αιτήτρια θα μπορούσε να πετύχει στην αγωγή της εναντίον της Καθ' ης η αίτηση, δεν ισχυρίζεται στην ένορκη δήλωσή της ότι δεν θα μπορέσει να αποζημιωθεί επαρκώς με αποζημιώσεις για την ζημιά την οποία ενδεχομένως θα επωμισθεί. - Η Αιτήτρια στην ένορκη δήλωση της ημερομηνίας 9.7.2009 απέκρυψε ουσιώδη γεγονότα, η μη αποκάλυψη των οποίων συνδέεται άμεσα με την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. - Η Αιτήτρια δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια. - Με την έκδοση του Προσωρινού Διατάγματος υπήρξε κατάχρηση από την πλευρά της Αιτήτριας αφού με το διάταγμα δεσμεύεται, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις οι οποίες επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, περιουσία αξίας πέραν των €538.000,00, η οποία είναι υπερβολική σε σχέση με τις χρηματικές απαιτήσεις της Αιτήτριας έναντι της Καθ' ης η αίτηση, οι οποίες σύμφωνα με την αγωγή της, ανέρχονται σε €95.500,
  15. - Το στοιχείο του κατεπείγοντος δεν αποδείχτηκε στην όψη του με την ένορκη δήλωση της Αιτήτριας αφού η έκδοση του παρεμπίπτοντος διατάγματος επιδιώχθηκε 10 μήνες μετά την καταχώρηση της αγωγής. Η νομική πτυχή Η αίτηση βασίζεται στα άρθρα 31 και 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν. 14/60, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6, άρθρα 4, 5, 7 και 9, στα άρθρα 37-42 και 44 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, στα άρθρα 12 και 30 τους Συντάγματος , στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48, ΘΘ. 1-3, 8 και 9, στη Νομολογία, την πρακτική και σύμφυτη εξουσία και διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Συνοψίζοντας τις προϋποθέσεις που πρέπει που απαραίτητα να συνυπάρχουν για να δικαιολογείται η έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος με βάση το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν. 14/60, αυτές είναι οι ακόλουθες: (α) η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, (β) η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο αιτών διάδικος σε θεραπεία ή ότι έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας, και (γ) ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. (Σχετικές είναι οι αποφάσεις Odysseos v. Pieris Estates
(1982)1 ΑΑΔ, 557, Acropol Shipping Co Ltd v. Rossis
(1976)1 ΑΑΔ σελ. 38, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 ΑΑΔ 263, National Bank of Greece v. Motovia
(1987)1 ΑΑΔ 303, KOT v. Θεωρή
(1989)1(Ε) ΑΑΔ 255, Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. X"Βασίλη
(1989)1(Ε) ΑΑΔ 152, και Cyprus Sulphur & Copper Co Ltd & άλλων ν. Παραλράμα Λτδ
(1990)1 ΑΑΔ 1051) Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση έχει επεξηγηθεί ότι ικανοποιείται με την κατάδειξη συζητήσιμης υπόθεσης, με αναφορά πάντοτε στα καταχωρημένα δικόγραφα. Το δεύτερο κριτήριο, που είναι σε κάποια έκταση αλληλένδετο με το πρώτο, επιβάλλει όπως ο αιτητής δείξει ότι έχει πιθανότητα επιτυχίας η οποία έχει επεξηγηθεί ως κάτι περισσότερο από απλή πιθανότητα αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι το μέτρο απόδειξης σε αστικές υποθέσεις. Σε σχέση με την τρίτη προϋπόθεση, ήτοι ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, αυτή εξετάζεται υπό το πρίσμα του κατά πόσον η απόδοση αποζημιώσεων θα ήταν επαρκής θεραπεία κάτω από τα γεγονότα της υπόθεσης. Το θέμα όμως δεν τελειώνει εδώ. Όπως υποδεικνύεται στην Οδυσσέως (πιο πάνω), στο τελικό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει να σταθμίσει κατά πόσον είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το διάταγμα (σχετική επί του θέματος είναι η απόφαση Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Πασχάλη Χ''Βασίλη (πιο πάνω)). Όπως αναφέρεται και πιο πάνω, η αίτηση βασίζεται, όχι μόνο επί του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 αλλά και στις πρόνοιες των άρθρων 4 και 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6. Δεδομένου ότι τα ακίνητα των οποίων ζητείται η δέσμευση δεν αποτελούν το αντικείμενο της αγωγής, θεωρώ ότι το άρθρο 4 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, δεν μπορεί να έχει εφαρμογή στην υπό κρίση αίτηση. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 5 του Κεφ. 6, το Δικαστήριο μπορεί να εκδώσει σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας διάταγμα με το οποίο ο εναγόμενος να εμποδίζεται από του να αποξενώσει τόσο μέρος της ακίνητης ιδιοκτησίας του, όσο κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου είναι αρκετό για να ικανοποιήσει την απαίτηση του ενάγοντα μαζί με τα έξοδα της δίκης. Στην υπόθεση Τσιολάκκης και άλλη ν. Στυλιανίδη
(1992)1 ΑΑΔ 782, υποδεικνύεται ότι ο όρος "good cause of action" στο άρθρο 5 του Κεφ. 6 έχει την ίδια έννοια με τον όρο «υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση» στο άρθρο 32
(1)του Νόμου 14/60 και ότι και στις δύο περιπτώσεις επιβάλλεται η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης ως προϋπόθεση για την έκδοση συντηρητικού διατάγματος. Στην πιο πάνω απόφαση (σελίδα 785) αναφέρεται ότι «το άλλο στοιχείο που πρέπει να αποδειχθεί για την παρεμπόδιση αποξένωσης γης βάσει του άρθρου 5
(2)του Κεφ. 6, είναι η πιθανότητα παρεμβολής εμποδίου (Hindered) στην ικανοποίηση απόφασης η οποία ήθελε εκδοθεί υπέρ του ενάγοντος». Ο συσχετισμός των προϋποθέσεων που καθορίζονται στα δυο πιο πάνω νομοθετήματα, ήτοι στο άρθρο 5 του Κεφ. 6 και στο άρθρο 32 του Ν. 14/60, αποτέλεσε αντικείμενο εξέτασης και ανάλυσης σε αρκετές αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Lakatamitis v. Theodorou
(1983)1 ΑΑΔ 520 και Ευρυπίδης Φ. Ζεμενίδης ν. Άννας Ζεμενίδη
(1992)1 ΑΑΔ 54). Μέσα από τη σχετική νομολογία μπορεί να εξαχθεί αβίαστα το συμπέρασμα ότι όταν το Δικαστήριο εκδίδει διάταγμα βάσει του άρθρου 32 του Νόμου 14/60, το οποίο θα μπορούσε να εκδοθεί και δυνάμει του άρθρου 5 του Κεφ. 6, πρέπει να λάβει υπόψη και τα ειδικά κριτήρια που εκτίθενται στο άρθρο 5 του Κεφ. 6. Έχοντας συνοψίσει τις νομικές αρχές που διέπουν την έκδοση παρεμπίπτοντων διαταγμάτων, θεωρώ ορθό να επισημάνω ότι σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας, το Δικαστήριο δεν επιχειρεί να αποφασίσει επί των αμφισβητούμενων γεγονότων επί της ουσίας της αγωγής. Τα δικαιώματα των διαδίκων θα αποφασιστούν μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας από το μόνο αρμόδιο σώμα που δεν είναι άλλο από το Δικαστήριο το οποίο θα εκδικάσει την ουσία της αγωγής. Απόκρυψη ουσιωδών στοιχείων - Η Αιτήτρια δεν προσήλθε με καθαρά χέρια Είναι καλά νομολογιακά θεμελιωμένο ότι το Δικαστήριο μπορεί να ακυρώσει εκδοθέν προσωρινό διάταγμα εάν φανεί ότι είχε γίνει απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων στη μονομερή αίτηση. Το καθήκον για πλήρη αποκάλυψη συναρτάται άμεσα με την καλή πίστη η οποία πρέπει να επιδεικνύεται οποτεδήποτε επιδιώκεται θεραπεία στην απουσία του αντιδίκου. Εκτενής ανάλυση του θέματος γίνεται στην απόφαση Brink's Mat Ltd v. Elcombe
(1988)1 WLR 350, η οποία και υιοθετήθηκε από τα κυπριακά Δικαστήρια. Το στοιχείο της εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για ακύρωση του διατάγματος. Η βάση του διατάγματος ανατρέπεται από τη μη αποκάλυψη γεγονότων εξ' αντικειμένου ουσιώδους σημασίας για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Στην υπόθεση M & Ch. Mitsingas Trading Ltd και άλλων ν. Timberland Co of USA
(1997)1 AΑΔ 1791 υποδείχθηκε ότι το ουσιώδες του γεγονότος προσδιορίζεται με αναφορά στα επίδικα θέματα του αιτήματος για απαγορευτικό διάταγμα όπως καθορίζονται στο άρθρο 32 του Νόμου 14/60. Σύμφωνα δε με την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερομηνίας 19.6.2009 στην Πολιτική Έφεση 181/2007, Κατερίνα Τσιερκέζου ν. Dragon Tourist Enterprises Ltd: «Το θέμα της απόκρυψης γεγονότων συνιστά ένα σημαντικό στοιχείο στην έκδοση ενός προσωρινού διατάγματος και το Δικαστήριο διατηρεί τη διακριτική ευχέρεια να εξετάσει αυτόβουλα αν ένας διάδικος έχει προβεί σε απόκρυψη γεγονότων, όταν από τη μαρτυρία που έχει παρουσιαστεί μια τέτοια ενέργεια κρίνεται επιβεβλημένη». Επιπλέον, σε μονομερείς αιτήσεις, ουσιώδη είναι και τα γεγονότα που σχετίζονται με το επείγον του ζητήματος. Το ζήτημα αυτό θα εξεταστεί προτού το Δικαστήριο επισέλθει στην ουσία της αίτησης καθοτι τυχόν κατάληξή μου ότι η Αιτήτρια απέκρυψε ουσιώδη γεγονότα θα οδηγούσε στην ακύρωση του διατάγματος. Η πλευρά της Καθ΄ ης η αίτηση υποστήριξε στον έκτο λόγο ένστασης ότι η Αιτήτρια στην Ένορκη Δήλωση της ημερομηνίας 9.7.2009 η οποία συνόδευε την μονομερή αίτηση της, απέκρυψε ουσιώδη γεγονότα, χωρίς ωστόσο να εξειδικεύονται τα γεγονότα αυτά. Η Καθ΄ ης η αίτηση ισχυρίζεται συγκεκριμένα ότι κατά την έκδοση του Προσωρινού Διατάγματος μονομερώς δεν αποκαλύφθηκε στο Δικαστήριο η υποβολή αίτησης από την Αιτήτρια στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού Λτδ για χορήγηση δανείου προς το σκοπό αποπληρωμής του τιμήματος πώλησης με βάση το Αγοραπωλητήριο Έγγραφο. Είναι μεν ορθή η θέση της Καθ΄ ης η αίτηση ότι δεν αποκαλύφθηκε το γεγονός αυτό, όμως θεωρώ ότι ακόμη και εάν το γεγονός της υποβολής της αίτησης αυτής από την Αιτήτρια ήταν γνωστό στο Δικαστήριο, δεν θα μπορούσε να επηρεάσει την κρίση του κατά την έκδοση του Προσωρινού Διατάγματος, δεδομένου του ισχυρισμού της Αιτήτριας ότι κατά ή περί την 6 ή 7 Σεπτεμβρίου 2008 ανέφερε στην Καθ' ης η αίτηση ότι δεν θέλει να προχωρήσει στην αγορά του Ακινήτου, όπως επίσης και του ότι το θέμα αυτό δεν αφορά την ουσία της διαφοράς των διαδίκων. Συναφής με το θέμα της απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων είναι και η θέση της Καθ΄ ης η αίτηση ότι η Αιτήτρια αφενός δεν εκθέτει τα γεγονότα με καλή πίστη και αφετέρου, δεν ήρθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια, όπως προστάζουν οι αρχές της επιείκειας. Η εμβέλεια του αξιώματος αυτού είναι ευρεία. Το Δικαστήριο με αναφορά στην προηγούμενη συμπεριφορά του ενάγοντα, όπως αυτή αποκαλύπτεται από το γεγονότα της επίδικης διαφοράς, μπορεί να τη θεωρήσει τόσο απρεπή ώστε να καθιστά τον αιτητή ανάξιο της βοήθειας του Δικαστηρίου με την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Η συμπεριφορά αυτή μπορεί να πάρει πολλές μορφές. Η αρχή όμως για «καθαρά χέρια» είναι πάντα σχετική, δηλαδή συναρτάται άμεσα με τη θεραπεία που ζητά ο ενάγοντας. Όπως αναφέρθηκε στην απόφαση Duchess of Argyll v. Duke of Argyll and others
(1965)1 All ER 611 "a person coming to equity for relief - and this is equitable relief which the plaintiff seeks- must come with clean hands; but the cleanliness required is to be judged in relation to the relief that is sought." Στην παράγραφο 26 της Ένορκης Δήλωσης της ημερομηνίας 22.7.2009, η Καθ' ης η αίτηση διατείνεται απλώς ότι τα χέρια της Αιτήτριας δεν είναι καθαρά, χωρίς ωστόσο να εξειδικεύεται η θέση της. Ως εκ τούτου, και παρά το ότι ο ευπαίδευτος συνήγορος της Καθ' ης η αίτηση παρέπεμψε το Δικαστήριο σε σχετική νομολογία, το θέμα αυτό δεν θα με απασχολήσει περαιτέρω. Εφαρμογή των προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 και των προνοιών του άρθρου 5 του Κεφ. 6. Στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο θα πρέπει να απαντήσει στο ερώτημα του κατά πόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 και τα ειδικά κριτήρια του άρθρου 5 του Κεφ. 6, εξετάζοντας παράλληλα τους λόγους ένστασης υπο στοιχεία Δ, Ε και Ζ. Για τους λόγους που θα αναφέρω αμέσως πιο κάτω, κρίνω ότι η Αιτήτρια έχει ικανοποιήσει το Δικαστήριο ως προς τις δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32
(1)του Νόμου 14/60 και την πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 5
(2)του Κεφ. 6. Το υλικό δε, με βάση το οποίο έχω ικανοποιηθεί για τις εν λόγω προϋποθέσεις, αποτελείται από παραδεκτά ως επί το πλείστον γεγονότα. Είναι κοινώς αποδεκτό γεγονός ότι οι δύο επιταγές για τα ποσά των € 10.000,00 και €85.500,00 δόθηκαν από την Αιτήτρια στην Καθ' ης η αίτηση για τους σκοπούς του Αγοραπωλητηρίου Εγγράφου. Είναι επίσης αποδεκτό ότι η επιταγή των €10.000,00 εξαργυρώθηκε από τους Εναγόμενους 3 και 4 και ότι η Καθ΄ ης η αίτηση κατέθεσε την επιταγή για το ποσό των €85.500,00 στο λογαριασμό της. Η διάσταση θέσεων, στην έκταση βέβαια που όντως δίνονται εξηγήσεις, είναι στο τι απέγινε το ποσό αυτό μετά την κατάθεσή του στο λογαριασμό της Καθ΄ ης η αίτηση. Χωρίς σε καμία περίπτωση να αποφασίζω επί της ουσίας της αγωγής, θεωρώ ότι τα πιο κάτω δεδομένα, όπως προκύπτουν από τις ένορκες δηλώσεις οι οποίες είναι ενώπιον μου, καταδεικνύουν ότι οι δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32
(1)του Νόμου 14/60 και η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 5
(2)του Κεφ. 6 πληρούνται: (α) Το ποσό των €85.500,00 κατατέθηκε στο λογαριασμό της Καθ΄ης η Αίτηση. (β) Υπάρχει Έκθεση του Εργαστηρίου Γραφολογίας της Υπηρεσίας Εγκληματολογικών Ερευνών του Αρχηγείου Αστυνομίας, η οποία αναφέρει ότι η αμφισβητούμενη υπογραφή του Εναγόμενου 3 στο έγγραφο ημερομηνίας 19.9.2008 δεν είναι η γνήσια υπογραφή του, αλλά αποτέλεσμα προσπάθειας αντιγραφής ή απομίμησης της γνήσιας υπογραφής του, από πρόσωπο που γνώριζε ή είχε στην κατοχή του την γνήσια υπογραφή του Εναγομένου
  1. (γ) Παρόλο που η Καθ΄ ης η αίτηση αμφισβητεί την ορθότητα της εν λόγω Έκθεσης και ισχυρίζεται ότι το ποσό των €42.750,00 πράγματι πληρώθηκε στον Εναγόμενο 3, εντούτοις δεν δίδει οποιαδήποτε εξήγηση για την τύχη του υπόλοιπου ποσού των €42.750,
  2. (δ) Στην παράγραφο 8 της ένορκης δήλωσης της ημερομηνίας 22.7.2009, η Καθ΄ης η αίτηση αναφέρει ότι μέρος του ποσού της επιταγής των €85.500,00 αφορούσε και την αμοιβή της για τις υπηρεσίες της προς την Αιτήτρια, χωρίς ωστόσο να δίδει οποιαδήποτε λεπτομέρεια σχετικά με τον ισχυρισμό αυτό. Θα εξετάσω τώρα κατά πόσον ικανοποιείται η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32
(1)του Νόμου 14/60 και η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 5
(2)του Κεφ. 6. Στην ένορκη δήλωσή της ημερομηνίας 22.7.2009, η Καθ΄ ης η αίτηση παραδέχεται ότι ήταν πτωχεύσασα μέχρι την 19.9.2007, οπότε και αποκαταστάθηκε, αλλά αρνείται κατηγορηματικά ότι απασχόλησε την αστυνομία με διάφορες υποθέσεις απάτης ως ο σχετικός ισχυρισμός της Αιτήτριας. Πέραν τούτου όμως, η Καθ' ης η αίτηση δεν υποδεικνύει οποιαδήποτε κινητή ή ακίνητη περιουσία της πέραν των ακινήτων στα οποία αφορά η υπό κρίση αίτηση. Με αυτά ως δεδομένα και έχοντας επίσης υπόψην τα όσα αναφέρω πιο κάτω στα πλαίσια εξέτασης του ισοζυγίου της ευχέρειας, κρίνω ότι ικανοποιείται και η τρίτη προϋπόθεση του εδαφίου
(1)του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 και όπως είναι φανερό, ικανοποιείται και η δεύτερη προϋπόθεση του εδαφίου
(2)του άρθρου 5 του Κεφ.6, χωρίς ωστόσο το Δικαστήριο να παραγνωρίζει τα όσα είχαν λεχθεί στην απόφαση Market rends (Capital Market) Ltd v. Μιχάλη Γεωργίου
(2002)1 ΑΑΔ 1759, ότι, δηλαδή, η εξουσία του Δικαστηρίου για δέσμευση περιουσιακών στοιχείων που δεν αποτελούν το αντικείμενο της αγωγής «πρέπει να ασκείται με φειδώ, και όχι ως μέτρο γενικής εξασφάλισης ενάγοντα που βρίσκεται αντιμέτωπος με τη μη πληρωμή χρέους». Στα πλαίσια εξέτασης του ισοζυγίου της ευχέρειας, κρίνω σκόπιμο να λάβω υπόψην τα ακόλουθα στοιχεία και να εξετάσω, μεταξύ άλλων, τον όγδοο λόγο ένστασης. (α) Στην ένορκη δήλωση της Αιτήτριας ημερομηνίας 9.7.2009 δεν προσκομίζονται εκτιμήσεις για τις αξίες των ακινήτων οι οποίες δεσμεύονται με το Προσωρινό Διάταγμα. (β) Οι εκτιμήσεις οι οποίες είναι ενώπιον του Δικαστηρίου είχαν προσκομισθεί από την Καθ΄ ης η αίτηση στα πλαίσια της ένστασής της και παρόλον που είχαν ετοιμαστεί ενάμιση και πλέον έτη πριν την έκδοση του Προσωρινού Διατάγματος, εντούτοις δεν αμφισβητήθηκαν ουσιαστικά από την Αιτήτρια. Η γενική αναφορά της Αιτήτριας στη Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωσή της ημερομηνίας 1.9.2009 ότι «η σημερινή αντικειμενική αξία των ακινήτων, μετά τη γνωστή κρίση στον τομέα των ακινήτων, είναι πολύ μικρότερη» δεν μπορεί να αποτελέσει στέρεα βάση για την κρίση του Δικαστηρίου διότι, αφενός μεν η ενόρκως δηλούσα δεν ισχυρίζεται ότι είναι ειδικός επί του θέματος και αφετέρου ούτως ή άλλως δεν προβάλλει κανένα συγκεκριμένο ισχυρισμό σχετικό με τη θέση αυτή. (γ) Ενώπιον του Δικαστηρίου είναι οι εκτιμήσεις αναφορικά με τις αξίες των ακινήτων με αριθμούς εγγραφής 53794, 53795, 54105 και
  1. Για το ακίνητο με αριθμό εγγραφής 53796 δεν δόθηκε εκτίμηση από καμία πλευρά και δεν υπάρχει κανένα άλλο στοιχείο ενώπιον του Δικαστηρίου, πέραν του ότι το εν λόγω ακίνητο είναι βεβαρημένο με διάφορα ΜΕΜΟ και με υποθήκη προς όφελος του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού Λίμιτεδ για ποσό €171.000,
  2. Ήταν βάρος της Αιτήτριας να διαφωτίσει το Δικαστήριο αναφορικά με την αξία του εν λόγω ακινήτου, κάτι το οποίο δεν έπραξε, και ούτως ή άλλως, δεν υπάρχει η απαραίτητη μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου, από οποιοδήποτε από τα μέρη, αναφορικά με την αξία του ακινήτου αυτού, η οποία είναι καθοριστικός παράγοντας προκειμένου να ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Σημειώνεται επίσης ότι σχετική μαρτυρία για την αξία του συγκεκριμένου ακινήτου επέλεξε να μην προσκομίσει ούτε η Καθ΄ ης η αίτηση. (δ) Η κατάσταση των ακινήτων με αριθμούς εγγραφής 53794, 53795, 53796, 54105 και 4205 όπως προκύπτει από τις εκτιμήσεις ημερομηνίας 12.6.2008 και 11.12.2007 που έγιναν από τους εκτιμητές L. Constantinou & Co. Ltd και Γλαύκος Αγαθαγγέλου & Συνεργάτες αντίστοιχα και από το Πιστοποιητικό Έρευνας του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας είναι ως ακολούθως׃ - Τα ακίνητα με αριθμούς εγγραφής 53794 και 53795 αποτελούνται απο δύο καταστήματα και ένα διαμέρισμα και βρίσκονται στην ενορία Νεάπολης της επαρχίας Λεμεσού. Οι αξίες τους κατά την 12.6.2008 ήταν ως ακολούθως: αγοραία αξία €177.000,00, αξία καταναγκαστικής πώλησης €140.000,00 και αξία ασφάλισης €177.000,
  3. Το μεν ακίνητο με αρ. εγγραφής 53794 βαρύνεται με διάφορα MEMO για συνολικό ποσό περίπου €28.000,00 πλέον τόκους και έξοδα και με την υποθήκη με αρ. Υ7023/08 για ποσό €250.000,00 προς όφελος της Marfin Popular Bank Public Co. Ltd. Το ακίνητο με αρ. εγγραφής 53795 βαρύνεται με ακριβώς τα ίδια ΜΕΜΟ και την Υποθήκη Υ7023/
  4. - Το ακίνητο με αριθμό εγγραφής 54105 είναι διαμέρισμα στην ενορία Νεάπολης στη Λεμεσό. Οι αξίες του εν λόγω ακινήτου κατά την 12.6.2008 ήταν: αγοραία αξία €146.000,00, αξία καταναγκαστικής πώλησης €120.000,00 και αξία ασφάλισης €146.000,
  5. Το ακίνητο αυτό βαρύνεται με τα ίδια ΜΕΜΟ και Υποθήκη που αναφέρονται σε σχέση με τα ακίνητα με αρ. εγγραφής 53794 και
  6. - Το ακίνητο με αριθμό εγγραφής 4205 είναι χωράφι στο χωριό Ερήμη στη Λεμεσό. Κατά την 11.12.2007 οι αξίες του ήταν ως ακολούθως: αγοραία αξία Λ.Κ. 126.000,00, αξία καταναγκαστικής πώλησης Λ.Κ. 100.800,
  7. Το ακίνητο αυτό βαρύνεται με τα ΜΕΜΟ με τα οποία βαρύνονται και τα πιο πάνω ακίνητα, ήτοι για το ποσό των €28.000 περίπου πλέον τόκους και έξοδα, και με την Υποθήκη υπ' αρ. Υ3098/08 για ποσό €171.000 προς όφελος του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού Λτδ. - Το ακίνητο με αρ. εγγραφής 53796 βαρύνεται με τα ίδια ΜΕΜΟ που βαρύνουν και όλα τα άλλα ακίνητα και με την Υποθήκη Υ3098/
  8. (ε) Όπως προκύπτει από το Γενικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα, η απαίτηση της Ενάγουσας εναντίον των εναγομένων είναι για ποσό €95.500,00 πλέον τόκους και έξοδα. (στ) Από την ένορκη δήλωση της Καθ΄ ης η αίτηση δεν φαίνεται να προβάλλεται η θέση πως η συνέχιση του Προσωρινού Διατάγματος σε ισχύ προκαλεί οποιαδήποτε ταλαιπωρία σε αυτήν. (ζ) Η Καθ΄ης η αίτηση δεν υποδεικνύει οποιαδήποτε κινητή ή ακίνητη περιουσία άλλη απο εκείνη η οποία δεσμεύεται με το Προσωρινό Διάταγμα. (η) Η Καθ΄ης η αίτηση δεν παρουσιάζει στοιχεία αναφορικά με την κατάσταση των σημερινών υποχρεώσεων της οι οποίες εξασφαλίζονται με τις υποθήκες οι οποίες αναφέρονται πιο πάνω. Έχοντας τούτα κατά νού και χωρίς να διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι οι πιο πάνω εκτιμήσεις έγιναν ενάμιση και πλέον έτη πριν από τη δέσμευσή των ακινήτων με το Προσωρινό Διάταγμα, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας είναι υπέρ της Αιτήτριας. Συνεκτιμώντας, όμως, όλα τα υπόλοιπα στοιχεία κρίνω ότι το Προσωρινό Διάταγμα θα πρέπει να εξακολουθήσει να ισχύει μόνο σε ό,τι αφορά τα ακίνητα με αριθμούς εγγραφής 53794, 53795, 54105 και 4205 της επαρχίας Λεμεσού, καθότι λαμβάνοντας υπόψην τις αξίες τους όπως προκύπτουν από τις ενώπιον μου εκτιμήσεις και τα εμπράγματα βάρη με τα οποία βαρύνονται, είναι αρκετά για να ικανοποιήσουν την Αιτήτρια σε περίπτωση που τυχόν εκδοθεί απόφαση υπέρ της στην αγωγή. Κρίνω όμως, παράλληλα, ότι με βάση τα όσα έχω αναφέρει στην παράγραφο (γ) πιο πάνω και ενόψει της κατάληξής μου για δέσμευση των ακινήτων με αριθμούς εγγραφής 53794, 53795, 54105 και 4205, δεν δικαιολογείται η δέσμευση του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 53796 και ως εκ τούτου το Προσωρινό Διάταγμα καθόσον αφορά το ακίνητο αυτό ακυρώνεται. Σημειώνεται ότι στην απόφαση C. Phasarias (Automotive Centre) Limited v. Σκυροποιϊα «Λεωνικ» Λιμιτεδ
(2001)1 ΑΑΔ 785 όπου εγέρθηκε μεταξύ άλλων η εισήγηση ότι η αξία του ακινήτου το οποίο ζητείτο να δεσμευτεί με Προσωρινό Διάταγμα υπερέβαινε κατά πολύ την αξίωση των εφεσείοντων-εναγόντων κρίθηκε ότι δεδομένης της απαίτησης των εφεσειόντων για ποσό Λ.Κ.34.285,50, ότι το μόνο ακίνητο που είχαν οι εφεσίβλητοι είχε αγοραία αξία Λ.Κ.180.000,00 και αξία καταναγκαστικής πώλησης 100.000,00, το ακίνητο ήταν ήδη υποθηκευμένο υπέρ τράπεζας για Λ.Κ.40.000,00, και ότι τα κινητά περιουσιακά στοιχεία των εφεσιβλήτων ήταν δεσμευμένα με σταθερές και διακινόμενες επιβαρύνσεις, το διάταγμα θα έπρεπε να είχε εκδοθεί από το πρωτόδικο Δικαστήριο. Κατεπείγον Το τελευταίο θέμα που θα εξετασθεί είναι το θέμα του κατεπείγοντος στην έκδοση του παρόντος διατάγματος. Έχει νομολογηθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ότι στο μονομερές στάδιο της αίτησης, ο παράγοντας του χρόνου είναι σημαντικός. Ο αιτητής θα πρέπει να δείξει το κατεπείγον της αίτησης ώστε να δικαιολογείται η μονομερής εξέταση της και να παρακαμθεί ο κανόνας της φυσικής δικαιοσύνης και το δικαίωμα της άλλης πλευράς να ακουστεί πριν την έκδοση του διατάγματος. Το άρθρο 9
(1)του Κεφ. 6 έχει εφαρμογή όλως εξαιρετικά, σε περίπτωση επείγουσας ή άλλης ειδικής περίστασης που να δικαιολογεί την έκδοση του διατάγματος μονομερώς. Απουσία του στοιχείου του κατεπείγοντος στερεί το Δικαστήριο από την ανάληψη σχετικής εξουσίας και επαναφέρει την ακύρωσή του λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας (Βλ. Αναφορικά με την Σταύρος Hotel Apartments
(1994)1 ΑΑΔ 836, Demstar v. Zim Israel (πιο πάνω), Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1 ΑΑΔ 598). Επίσης, σημαντικά είναι τα όσα λέχθηκαν από τον έντιμο Δικαστή Κωνσταντινίδη στο ακόλουθο απόσπασμα στην απόφαση C. Phasarias (Automotive Centre) Limited v. Σκυροποιϊα «Λεωνικ» Λιμιτεδ (πιο πάνω), στις σελίδες 789 - 790: «Δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε πως αναδύεται ως ανάγκη η προσαγωγή μαρτυρίας για πράγματι πρόθεση του εναγομένου για αποξένωση ή επιβάρυνση. Εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί. Ο κίνδυνος, δηλαδή, να μή ικανοποιηθεί η δικαστική απόφαση αν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία. (Βλ. Lakatamitis (ανωτέρω) στη σελ. 525). Έχουμε υπόψη την Κυριάκος Παναγιώτου ν. Σταυρινής Κολλάτου
(1999)1 Α.Α.Δ.
  1. Εκεί έγινε αναφορά σε πρόθεση αποξένωσης αλλά αυτή ήταν η μαρτυρία που υπήρχε και δεν απασχόλησε τέτοιο θέμα. Όπως δε εξηγήθηκε στην απόφαση του Λοΐζου Π. στην Ζεμενίδης (ανωτέρω) εκδίδεται το διάταγμα "ώστε να αποφευχθεί τέτοια αποξένωση ως αποτέλεσμα της οποίας να μή μπορεί να ικανοποιηθεί ο ενάγων". Τα ίδια και στην Τσιολάκκη και άλλη (ανωτέρω). Όπως αναφέρεται στην απόφαση του Πική Δ., όπως ήταν τότε, στη σελίδα 785, εκείνο που απαιτείται είναι "η πιθανότητα παρεμβολής εμποδίου (hindered) στην ικανοποίηση απόφασης η οποία ήθελε εκδοθεί υπέρ του ενάγοντος". Αποτελεί ισχυρισμό της Καθ' ης η αίτηση ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που κατέστησαν το διάταγμα κατεπείγον. Το Γενικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα καταχωρίσθηκε στις 9.4.2009 και αφού επιδόθηκε στις Εναγόμενες 1 και 2, αυτές καταχώρισαν Σημείωμα Εμφάνισης στις 27.4.
  2. Η αίτηση για έκδοση προσωρινού διατάγματος καταχωρίσθηκε την 9.7.2009 και ορίστηκε την ίδια ημέρα, οπότε και εκδόθηκε το σχετικό διάταγμα. Όπως προκύπτει από την ένορκη δήλωση της Αιτήτριας ημερομηνίας 9.7.2009, η Αιτήτρια κατά τον μήνα Νοέμβριο 2008 πληροφορήθηκε για την εξαργύρωση της επιταγής του ποσού των €85.500,00 και την 30.11.2008 προέβηκε σε σχετική καταγγελία στην Αστυνομία. Στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης, η Αστυνομία απέστειλε την βεβαίωση ημερομηνίας 19.9.2008 σε γραφολογικό κέντρο στη Λευκωσία για να εξακριβωθεί το γνήσιο της υπογραφής στο εν λόγω έγγραφο. Οι γραφολογικές εξετάσεις ολοκληρώθηκαν την 18.6.2009 και η σχετική έκθεση λήφθηκε από τον δικηγόρο της Αιτήτριας την 21.6.
  3. Παράλληλα, η Αιτήτρια δηλώνει ότι λίγες ημέρες πριν από την καταχώρηση της αίτησης ημερομηνίας 9.7.2009, πληροφορήθηκε από το Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού περί της ύπαρξης των ακινήτων τα οποία αναφέρονται στην αίτηση και για το γεγονός της επιβάρυνσης τους με ΜΕΜΟ και άλλα εμπράγματα βάρη. Τέλος, η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι ενόψει της επικείμενης απαγγελίας κατηγοριών στην Καθ' ης η αίτηση από την Αστυνομία, υπάρχει άμεσος κίνδυνος η Καθ' ης η αίτηση να προβεί στην αποξένωση των εν λόγω ακινήτων. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, όπως επίσης και την πιθανή επίδραση που θα είχε η αποξένωση ή η επιβάρυνση των ακινήτων, εάν εγίνονταν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί υπέρ της Αιτήτριας και τον κίνδυνο να μην ικανοποιηθεί η δικαστική απόφαση αν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία που αναφέρεται στην αίτηση, πιστεύω ότι υπήρχαν οι συνθήκες του κατεπείγοντος, ώστε να μην δικαιολογείται η ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος ούτε και για αυτό το λόγο. Συμπέρασμα του Δικαστηρίου Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω, το Προσωρινό Διάταγμα οριστικοποιείται μόνο σε ότι αφορά τη δέσμευση των πιο κάτω περιγραφόμενων ακινήτων και παραμένει σε ισχύ μέχρι το πέρας της αγωγής:
(1)Αριθμός εγγραφής 53794, στην περιοχή Νεάπολης στην επαρχία Λεμεσού.
(2)Αριθμός εγγραφής 53795, στην περιοχή Νεάπολης στην επαρχία Λεμεσού.
(3)Αριθμός εγγραφής 54105, στην περιοχή Νεάπολης στην επαρχία Λεμεσού.
(4)Αριθμός εγγραφής 4205, στο χωριό Ερήμη στην επαρχία Λεμεσού. Το Προσωρινό Διάταγμα καθόσον αφορά στο ακίνητο με αριθμό εγγραφής 53796, στην περιοχή Νεάπολης στην επαρχία Λεμεσού ακυρώνεται. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ της Αιτήτριας όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, θα είναι δε καταβλητέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ................ Γ. Πετάση-Κορφιώτη, Πρ. Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΛ Subject: Civil / Other Actions / Interim Αναφορά: / έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.