← Κύπρος

CH G EMPORIUM CARS LTD ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Αρ. Αγωγής: 5983/05, 23.10.2009

CH G EMPORIUM CARS LTD ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Αρ. Αγωγής: 5983/05, 23.10.2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:A246 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Δ. Ι. Κίτσιου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5983/05 Μεταξύ: CH & G EMPORIUM CARS LTD, από τη Λεμεσό Εναγόντων και Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, από τη Λευκωσία Εναγόμενου Ως ετροποποιήθηκε βάσει διατάγματος Δικαστηρίου ημερομηνίας 28.02.07 Μεταξύ: CH & Α EMPORIUM CARS LTD, από τη Λεμεσό Εναγόντων και Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, από τη Λευκωσία Εναγόμενου --------------------- Ημερομηνία: 23.10.2009 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κ. Α. Χαραλάμπους για Χρύσης Δημητριάδης & Σία (κ. Α. Μυλωνάς κατά την απόφαση) Για Εναγόμενο: κα Μ. Αλεξάνδρου Α Π Ο Φ Α Σ Η Εισαγωγή: Η απαίτηση της ενάγουσας εταιρείας στην παρούσα αγωγή εναντίον του εναγόμενου αφορά γενικές και/ή ειδικές αποζημιώσεις συνεπεία ισχυριζόμενης παράνομης κατακράτησης και/ή αδικαιολόγητης κατακράτησης και/ή μεταφοράς και/ή φύλαξης του οχήματος (Subaru Impreza) από τις αστυνομικές αρχές κατά τις 10.11.2005 και/ή συνεπεία παραβίασης συνταγματικών δικαιωμάτων από πράξεις και/ή ενέργειες των αστυνομικών αρχών. Περαιτέρω ζητούνται γενικές και/ή ειδικές αποζημιώσεις για απώλεια κέρδους και/ή διαφυγόντος κέρδους και/ή για απώλεια φήμης και/ή πελατείας. Ζητούνται επίσης αυξημένες και/ή παραδειγματικές αποζημιώσεις συνεπεία των παράνομων πράξεων και/ή ενεργειών στις οποίες προέβηκαν οι αστυνομικές αρχές. Η ουσία των ισχυρισμών της ενάγουσας συνίστανται στο ότι είναι εταιρεία η οποία ασχολείται μεταξύ άλλων με την εισαγωγή οχημάτων στην Κύπρο. Περί το τέλος του έτους 2004 εισήγαγαν στην Κύπρο μαζί με άλλα οχήματα και το επίδικο όχημα μάρκας Subaru Impreza με αριθμούς πλαισίου GDB-025790 το οποίο αγόρασαν 13.500 (USD$) δολάρια Αμερικής. Στις 10.11.2005 ο Ανδρέας Αντωνίου, διευθυντής της ενάγουσας εταιρείας τέθηκε υπό σύλληψη στη βάση διερεύνησης υπόθεσης κλεπταποδοχής έξι

(6)οχημάτων συμπεριλαμβανομένου του πιο πάνω περιγραφόμενου. Στη συνέχεια οι αστυνομικές αρχές προχώρησαν σε εκτέλεση εντάλματος έρευνας στα γραφεία και υποστατικά της ενάγουσας εταιρείας καθώς και στην οικία του διευθυντή της, ο οποίος έδωσε κάθε αναγκαίο στοιχείο στις αστυνομικές αρχές σχετικά με την εισαγωγή των έξι οχημάτων για τα οποία υπήρχε υπόνοια, πλην των εγγράφων του επίδικου οχήματος τα οποία δόθηκαν την επόμενη μέρα μέσω του δικηγόρου του ενάγοντα. Περαιτέρω η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι κατά τις 10.11.2005 οι αστυνομικές αρχές προχώρησαν, παράνομα και/ή χωρίς έγκριση και/ή εξουσιοδότηση και/ή συγκατάθεση της ενάγουσας σε κατάσχεση και/ή κατακράτηση και/ή δέσμευση του επίδικου οχήματος με αποτέλεσμα η ενάγουσα να υποστεί ζημιές, απώλειες και έξοδα. Δίδονται δε λεπτομέρειες στην έκθεση απαίτησης για τις ενέργειες οι οποίες κατέστησαν τη κράτηση του οχήματος παράνομη. Επιπλέον η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι οι αστυνομικές αρχές παράνομα και/ή αδικαιολόγητα και/ή κακόβουλα και/ή εκδικητικά ζήτησαν και εξασφάλισαν στις 14.11.2005 διάταγμα κατακράτησης του επίδικου οχήματος και παρά το ότι δεν υπήρχε στη διάθεση της αστυνομίας μαρτυρία η οποία να στοιχειοθετούσε αδίκημα εναντίον της ενάγουσας ή του διευθυντή της για τον οποίο είχε ήδη απορριφθεί από Δικαστήριο αίτηση προσωποκράτησης του στις 11.11.
  1. Η ενάγουσα ισχυρίζεται τέλος ότι η κράτηση του επίδικου οχήματος από 10.11.2005 μέχρι τις 24.11.2005 όπου αυτό επεστράφηκε στην αποθήκη αποταμίευσης απ΄ όπου παραλήφθηκε στις 10.11.2005 ήταν παράνομη. Εξαιτίας της συμπεριφοράς των αστυνομικών αρχών η ενάγουσα υπέστηκε ζημιά καθ΄ ότι ενώ έκανε πάρα πολλές προσπάθειες δεν μπόρεσε να πωλήσει το επίδικο όχημα και ως εκ τούτου η ζημιά της ανέρχεται στο ποσό των ΛΚ21.200,
  2. Ο εναγόμενος στην Υπεράσπιση του ως βασική θέση προώθησε το ότι η κατάσχεση και κατακράτηση του επίδικου οχήματος από τις 10.11.2005 μέχρι 24.11.2005 ήταν νόμιμη και κατ΄ εφαρμογή των προνοιών των σχετικών νόμων και κανονισμών κατόπιν άσκησης νόμιμης εξουσίας. Η θέση αυτή στηρίζεται στα πιο κάτω στοιχεία: (α) Στις 10.11.2005 η κατάσχεση του οχήματος έλαβε χώρα κατόπιν εντάλματος έρευνας εκδοθέν από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού στις 09.11.2005 στα πλαίσια εξάσκησης ποινικής δικαιοδοσίας και το οποίο ένταλμα έρευνας εξουσιοδοτούσε ρητά τον εναγόμενο και/ή τους αντιπροσώπους του όπως σε περίπτωση ανεύρεσης των τεκμηρίων που σχετίζονται με την υπό έρευνα υπόθεση κλεπταποδοχής να κατασχεθούν και προσκομισθούν ενώπιον του Δικαστηρίου. (β) Επιπρόσθετα η πιο πάνω κατάσχεση του οχήματος έλαβε χώρα και κατόπιν γραπτής συγκατάθεσης του Ανδρέα Αντωνίου ημερομηνίας 10.11.
  3. (γ) Στις 14.11.2005 εξασφαλίσθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού διάταγμα κατακράτησης του οχήματος μέχρι τη συμπλήρωση των εξετάσεων της υπό έρευνα υπόθεσης κλεπταποδοχής. Περαιτέρω τίθεται ο ισχυρισμός από την Υπεράσπιση ότι το παρόν Δικαστήριο δεν δύναται να εξετάσει τη νομιμότητα των ενταλμάτων έρευνας και/ή διατάγματος κατακράτησης του επίδικου οχήματος που εκδόθηκαν από άλλο ισόβαθμο ποινικό Δικαστήριο. Συνακόλουθα εφόσον ουδέποτε η κατακράτηση του επίδικου οχήματος υπήρξε παράνομη δεν υπάρχει αιτία αγωγής. Επιπρόσθετα ο εναγόμενος ισχυρίζεται πως αν αποδειχθεί ότι η ενάγουσα έχει υποστεί οποιαδήποτε ζημιά αυτή δεν οφείλεται στην κατακράτηση του οχήματος από τις αστυνομικές αρχές η οποία διήρκησε μόνο δεκατέσσερις
(14)ημέρες αλλά προκλήθηκε λόγω της καθυστέρησης εκ μέρους της ενάγουσας πώλησης του δηλαδή έντεκα
(11)μήνες από την ημερομηνία εισαγωγής του μέχρι την επιστροφή από τον εναγόμενο προς τον ιδιοκτήτη. Προσαχθείσα μαρτυρία: Για την απόδειξη της απαίτησης της η ενάγουσα παρουσίασε τέσσερις
(4)μάρτυρες και η πλευρά του εναγόμενου δύο
(2)μάρτυρες υπεράσπισης. Κατά τη δίκη κατατέθηκαν ως τεκμήρια τα πιο κάτω έγγραφα: Τεκμήριο 1: Γραπτή συγκατάθεση για έρευνα προς το ΤΑΕ Λεμεσού ημερομηνίας 10.11.
  1. Τεκμήριο 2: Απόδειξη παραλαβής τεκμηρίων από ΜΕ1 ημερομηνίας 24.11.
  2. Τεκμήριο 3: Βεβαίωση Τμήματος Οδικών Μεταφορών Λεμεσού ημερομηνίας 25.04.
  3. Τεκμήριο 4: Πιστοποιητικό Αλλαγής Ονόματος ημερομηνίας 13.11.
  4. Τεκμήριο 5: Τα γεγονότα που υποστήριξαν την αίτηση προσωποκράτησης του ΜΕ
  5. Τεκμήριο 6: Απόφαση Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού στην αίτηση προσωποκράτησης του ΜΕ1 ημερομηνίας 11.11.
  6. Τεκμήριο 7: Πιστοποιητικό εξαγωγής οχήματος (2 σελίδες) ταυτόχρονα στην αραβική και αγγλική γλώσσα. Τεκμήριο 8: Τιμολόγιο προς ενάγουσα εταιρεία ημερομηνίας 11.11.
  7. Τεκμήριο 9: Έγγραφο της Societe Generale Cyprus προς ενάγουσα εταιρεία ημερομηνίας 23.11.
  8. Τεκμήριο 10: Γραπτή κατάθεση ΜΕ1 στην Αστυνομία ημερομηνίας 10.11.
  9. Τεκμήριο 11: Συμφωνία μεταξύ ΜΕ1 και ΜΕ2 ημερομηνίας 10.02.
  10. Τεκμήριο 12: Επιστολή από δικηγορικό γραφείο εναγόντων προς Αστυνομικό Διευθυντή Λεμεσού ημερομηνίας 14.11.
  11. Τεκμήριο 12(α): Επισυνημμένη σελίδα με ίδιο περιεχόμενο και στοιχεία μηχανήματος αποστολής τηλεομοιοτύπου. Τεκμήριο 13: Επιστολή από δικηγορικό γραφείο εναγόντων προς Αρχηγό Αστυνομίας ημερομηνίας 16.11.
  12. Τεκμήριο 13(α): Αντίγραφο απόδειξης παραλαβής/παράδοσης από Κυπριακά Ταχυδρομεία ημερομηνίας 21.11.
  13. Τεκμήριο 14: Επιστολή από Αστυνομική Διεύθυνση Λεμεσού προς το δικηγόρο της ενάγουσας εταιρείας ημερομηνίας 07.12.
  14. Τεκμήριο 15: Μονομερής αίτηση στην αίτηση 180/05 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. Τεκμήριο 15(α): Συνοδευτική ένορκη δήλωση ΜΥ2 επί της αίτησης ημερομηνίας 14.11.
  15. Τεκμήριο 16: Ένταλμα έρευνας ημερομηνίας 09.11.
  16. Τεκμήριο 16(α): Επισυνημμένο χειρόγραφο κείμενο. Τεκμήριο 17: Άδεια Αρχιτελωνείου για εξάσκηση επαγγέλματος αποταμίευσης αποθηκών ΜΕ3 αρ.
  17. Τεκμήριο 18: Έκθεση Χρίστου Μαννούρη (ΜΕ4) για το επίδικο αυτοκίνητο ημερομηνίας 27.04.
  18. Τεκμήριο 19: Όρκος για ένταλμα έρευνας Αστ.1680 Δ. Δημητρίου (ΜΥ1) ημερομηνίας 09.11.
  19. Τεκμήριο 20: Ένταλμα σύλληψης Ανδρέα Αντωνίου (ΜΕ1) ημερομηνίας 09.11.
  20. Τεκμήριο 21: Επιστολή Αστυνομικής Διεύθυνσης Λεμεσού προς Τελωνειακές Αρχές ημερομηνίας 14.11.
  21. Τεκμήριο 22: Επιστολή Αρχηγείο Αστυνομίας προς Αστυνομικό Διευθυντή Λεμεσού ημερομηνίας 21.03.
  22. Τεκμήριο 23: Επιστολή Αστυνομικής Διεύθυνσης Λεμεσού προς Αρχηγό Αστυνομίας ημερομηνίας 22.07.
  23. Τεκμήριο 24: Επιστολή από Interpol για τα έξι κλοπιμαία αυτοκίνητα μαζί με επισυναπτόμενη χειρόγραφη επιστολή ημερομηνίας 09.08.
  24. Τεκμήριο 25: Έγγραφο αποτελούμενο από 7 σελίδες ημερομηνίας 22.09.2005 (στην πρώτη σελίδα υπάρχουν πρωτότυπα γράμματα με μπλε μελάνι τα οποία δεν είναι του Δικαστηρίου). Τεκμήριο 26: Export certificate ημερομηνίας 13.06.
  25. Τεκμήριο A: Γραπτή δήλωση Αστ. 1680 Δημήτρη Δημητρίου (ΜΥ1). Σημειώνεται ακόμη πως οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων κατέθεσαν εκ συμφώνου αριθμό από τα πιο πάνω έγγραφα καθώς και παραδεκτά γεγονότα (πρόκειται για το περιεχόμενο των τεκμηρίων 1 έως 4) γεγονός το οποίο εξοικονόμησε χρόνο και συντόμευσε τη διαδικασία της ακρόασης. ΜΕ1, κατέθεσε ο Ανδρέας Αντωνίου, είναι διευθυντής στην ενάγουσα εταιρεία, η ουσία της μαρτυρίας του καθώς και το παράπονο του ήταν πως ενώ από την αρχή που ενημερώθηκε από την Αστυνομία για διερεύνηση αδικημάτων έδωσε όλα τα απαραίτητα έγγραφα σχετικά με τα οχήματα που εισήγαγε στην Κύπρο η ενάγουσα, και ενώ υπήρχε όλος ο χρόνος για διερεύνηση χωρίς την κράτηση του επίδικου οχήματος η αστυνομία το κράτησε και ως αποτέλεσμα δυσφημίστηκε το όχημα οπότε ήταν αιτία για να μην το πωλήσει στον Μ. Κουλουμά, παρά το ότι είχε ήδη μαζί του συνάψει συμφωνία πώλησης. Ο εν λόγω μάρτυρας επέμεινε πως αρχικά εισήγαγε το επίδικο όχημα για τον ίδιο για σκοπούς συμμετοχής σε αγώνες ράλι (Rally) αυτό ήδη έγινε μία φορά αφού προηγουμένως είχε καταβάλει το ποσό των ΛΚ15.000,00 περίπου για να το μετατρέψει σε αγωνιστικό όχημα. Η τιμή στην οποία συμφώνησε να πωλήσει το όχημα στον Μ. Κουλουμά ήταν περί τις ΛΚ21.000,00 ή ΛΚ22.000,00 εν πάση περιπτώσει από την πώληση θα έκανε κέρδος περί τις ΛΚ5.000,
  26. Ως εξήγησε το όχημα πριν κατασχεθεί από την αστυνομία ήταν σε αποθήκη αποταμίευσης λόγω του ότι ήταν αφορολόγητο εξαιτίας του ότι θα συμμετείχε σε αγώνες ταχύτητας (Rally). Ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες κατασχέθηκε το επίδικο όχημα αυτός δεν έφερε ένσταση στην έρευνα επειδή του αναφέρθηκε από την αστυνομία ότι υπήρχε γραπτή συγκατάθεση από τον ιδιοκτήτη της αποθήκης αποταμίευσης και το Τελωνείο, πράγμα που δεν είναι αληθές, το έθεσε δε στον αστυνομικό που ήταν παρών, δηλαδή ότι δεν υπήρχε άδεια για μετακίνηση του οχήματος, και ότι αυτό θα ήταν παράνομο, ωστόσο ως του αναφέρθηκε οι οδηγίες ήταν να μεταφερθεί το όχημα στην αστυνομία Λεμεσού. Στη συνέχεια και αφού στις 14.11.2005 ακολούθησε έκδοση Διατάγματος κράτησης του επίδικου οχήματος αυτός δεν έλαβε γνώση, καθότι δεν του επιδόθηκε το Διάταγμα ως επίσης ουδέποτε καταχωρήθηκε ποινική υπόθεση ενώπιον του είτε της ενάγουσας. Τέλος ανέφερε ότι την 10.11.2005 οπότε η αστυνομία κατάσχε το επίδικο όχημα ήταν η μέρα που θα του κατέβαλλε το ποσό της συμφωνίας πώλησης ο Μ. Κουλουμάς, όμως, λόγω της κράτησης του οχήματος από την Αστυνομία ο τελευταίος άλλαξε γνώμη παρόλο που προσπάθησε να τον μεταπείσει. Μετά την αποτυχία πώλησης του οχήματος στον Κουλουμά αλλά και μετά την επιστροφή του οχήματος από την αστυνομία στις 24.11.2005, προσπάθησε να το πωλήσει όμως λόγω της γνωστοποίησης του γεγονότος ότι το αυτοκίνητο κατασχέθηκε από την Αστυνομία, και ότι υπήρχαν υποψίες ότι ήταν κλοπιμαίο ακόμη και ο Πρόεδρος της Ομοσπονδίας δεν το δεχόταν για να τρέξει σε αγώνες ταχύτητας. Περί το Νοέμβριο του 2005 η αγοραία αξία του οχήματος ήταν ΛΚ25.000,00 περίπου ενώ σήμερα είναι μηδέν καθότι βγήκαν νέα μοντέλα, άλλαξαν οι κανονισμοί συμμετοχής στους αγώνες ταχύτητας, ενώ στο δρόμο δεν μπορεί να οδηγηθεί λόγω του ότι είναι καθαρά αγωνιστικό. ΜΕ2, κατέθεσε ο Μανώλης Κουλουμάς, ως ανέφερε έχει εργοστάσιο αγωνιστικών αυτοκινήτων και είναι Πρόεδρος της Κυπριακής Ομοσπονδίας Αγωνιστικού Αυτοκινήτου. Περί το Φεβρουάριο του 2005 του ανατέθηκε από την ενάγουσα εταιρεία κατόπιν συμφωνίας (τεκμήριο 11) η μετατροπή ενός οχήματος Subaru Impreza σε αγωνιστικό όχημα. Οι εργασίες κράτησαν 2-3 μήνες. Αργότερα περί το έτος 2005 πάλι, αυτός ενδιαφέρθηκε να αγοράσει το συγκεκριμένο αυτοκίνητο καθότι, μπορούσε λόγω της ιδιότητας του είτε να το νοικιάζει σε αθλητές, είτε να τρέξει ο ίδιος σε αγώνες ταχύτητας, είτε και να το πωλήσει. Η προσπάθεια του με την ενάγουσα εταιρεία μέσω του διευθυντή της Ανδρέα Αντωνίου είχε προχωρήσει αρκετά, αφού είχαν συμφωνήσει και κατέληξαν στην πληρωμή του ποσού ΛΚ21.500,00 λαμβανομένου υπόψη ότι αυτός θα του έδινε ένα άλλο αυτοκίνητο (Renault Scenic) αξίας περί τις ΛΚ5.000,
  27. Η αγορά ωστόσο του οχήματος Impreza δεν ολοκληρώθηκε καθότι στις 10.11.2005 ενώ βρισκόταν στο γραφείο του Ανδρέα Αντωνίου με σκοπό να γίνει διευθέτηση για να μεταφερθεί το όχημα σε δική του αποθήκη αποταμίευσης παρουσιάστηκε η Αστυνομία και εκεί αναφέρθηκε ότι το όχημα ήταν κλοπιμαίο, αυτός ξαφνιάστηκε οπότε στη συνέχεια παρόλο που ο Ανδρέας Αντωνίου τον διαβεβαίωνε ότι δεν υπήρχε οποιοδήποτε πρόβλημα με το αυτοκίνητο, αυτός έπαψε να ενδιαφέρεται για να το αγοράσει. Είχε δε υπόψη του και κάποιες αναφορές του υπεύθυνου του ΤΑΕ Λεμεσού ο οποίος του έλεγε ότι το εν λόγω όχημα ήταν κλοπιμαίο. Ακόμη ανέφερε ότι ο ίδιος ως Πρόεδρος της Κυπριακής Ομοσπονδίας Αγωνιστικών Αυτοκινήτων δεν επέτρεψε τη συμμετοχή του αυτοκινήτου Impreza σε αγώνες που ακολούθησαν μετά το πιο πάνω συμβάν της 10.11.
  28. Θα επέτρεπε τέτοια συμμετοχή εάν παρουσιαζόταν πιστοποιητικό ότι το αυτοκίνητο δεν είναι κλοπιμαίο και εάν ξεκαθάριζε εντελώς το καθεστώς του. Τέλος, πρόσθεσε ότι εξ όσων αυτός γνωρίζει η πώληση του εν λόγω οχήματος είναι σήμερα πολύ δύσκολη καθότι έχουν αλλάξει 7 μοντέλα για το συγκεκριμένο όχημα, αρκετά εξαρτήματα θα πρέπει να αλλαχθούν αφού έχει λήξει η περίοδος τους και οι προδιαγραφές έχουν αλλάξει καθώς και οι σχετικοί κανονισμοί. Η δε αξία του σήμερα είναι πολύ μικρή και δεν μπορεί να είναι πέραν των €5.000,
  29. ΜΕ3, κατέθεσε ο Δημήτρης Παναγιώτου, είναι τελωνειακός πράκτορας και Πρόεδρος Τελωνειακών Πρακτόρων, είναι δε διευθυντής της εταιρείας Δ. & Κ. Παναγιώτου Λτδ η οποία συνολικά κατέχει έξι άδειες αποθήκης αποταμίευσης. Μία εκ των αποθηκών αποταμίευσης της εν λόγω εταιρείας βρίσκεται στα Κάτω Πολεμίδια και ενοικιάζεται μόνο ο χώρος ο οποίος είναι περιφραγμένος. Τον έλεγχο της εν λόγω αποθήκης τον έχει αποκλειστικά η εταιρεία του, εξήγησε τη διαδικασία που απαιτείται ώστε να μετακινηθεί ένα όχημα εκτός αποθήκης αποταμίευσης. Όταν στις 10.11.2005 η Αστυνομία προχώρησε σε κατάσχεση του οχήματος Impreza της ενάγουσας εταιρείας αυτός δεν ενημερώθηκε προηγουμένως ενώ όταν αργότερα μίλησε με τον κ. Κουδουνά που εργάζεται στο Τελωνείο ο τελευταίος του ανέφερε πως ούτε αυτός είχε ειδοποιηθεί για την κατάσχεση και άρα ήταν παράνομη η ενέργεια. Θα έπρεπε, συνέχισε, να ενημερωθεί αυτός για να δώσει την έγκριση του και εξέφρασε παράπονο ότι η αστυνομία μπήκε μέσα στην αποθήκη του και χωρίς να τον ρωτήσουν πήραν το αυτοκίνητο και έφυγαν. ΜΕ4, ήταν ο Χρίστος Μανούρης κατέθεσε ως μηχανολόγος, εκτιμητής μέλος του Συνδέσμου Εκτιμητών Κύπρου ο οποίος ανέφερε ότι έχει εμπειρία στις συναρμολογήσεις και εφαρμογές για αυτοκίνητα που συμμετέχουν σε αγώνες ταχύτητας, ο ίδιος έχει τρέξει σε αγώνες ταχύτητας. Κατόπιν οδηγιών από την ενάγουσα εταιρεία εκτίμησε την αγοραία αξία του επίδικου οχήματος Subaru Impreza τόσο κατά το έτος 2005 όσο και κατά το έτος
  30. Ετοίμασε σχετική έκθεση (τεκμήριο 18) το περιεχόμενο της οποίας αποτέλεσε μέρος της κύριας εξέτασης του. Σύμφωνα με το τεκμήριο 18 η αγοραία αξία του εν λόγω οχήματος το έτος 2005 ήταν €51.258,00 ενώ το έτος 2009 €5.000,
  31. ΜΥ1, κατέθεσε ο Δημήτρης Δημητρίου Αστ. 1680, υπηρετεί στην Αστυνομική Διεύθυνση Λεμεσού και είναι απεσπασμένος στο ΤΑΕ (Τμήμα Ανιχνεύσεως Εγκλημάτων). Κατά το 2005 ήταν απεσπασμένος στο ΤΑΕ Λεμεσού. Την 01.04.05 έλαβε επιστολή από το Υπουργείο Δικαιοσύνης σύμφωνα με την οποία ο διευθυντής της εταιρείας πώλησης αυτοκινήτων, με την ονομασία "CH & G EMPORIUM MOTORS LTD", που ήταν ο Ανδρέας Αντωνίου, εισήγαγε αυτοκίνητα πολυτελείας τα οποία δεν έφεραν κανένα διακριτικό όσον αφορά την ιπποδύναμη τους, ενώ άλλα στοιχεία φαίνονταν παραβιασμένα ή είχαν αλλοιωμένους τους αριθμούς πλαισίου τους και ενδεχομένως να ήταν κλοπιμαία. Στις 11.07.05 κλήθηκε στο ΤΑΕ Λεμεσού ο Ανδρέας Αντωνίου και ανέφερε ότι ουδέποτε εισήγαγε αυτοκίνητα στη Δημοκρατία τα οποία ήταν κλοπιμαία. Αφού εξασφαλίστηκαν στοιχεία για τις εισαγωγές αυτοκινήτων του Αντωνίου ζητήθηκε η διενέργεια εξετάσεων από την INTERPOL, σύμφωνα με τους αριθμούς πλαισίων. Σύμφωνα με τις εξετάσεις που έγιναν μέσω της INTERPOL Ιαπωνίας διαπιστώθηκε ότι αυτοκίνητα τα οποία εισήχθηκαν στην Κύπρο από τον Αντωνίου ήταν καταγγελμένα ως κλοπιμαία, μεταξύ αυτών και το Subaru Impreza αρ. πλαισίου GDB-
  32. Από εξετάσεις που έγιναν μέσω του Τμήματος Οδικών Μεταφορών Λευκωσίας διαπιστώθηκε ότι τα υπόλοιπα ύποπτα αυτοκίνητα, πλην του αυτοκινήτου Subaru Impreza GDB-025790, εκτελωνίστηκαν και ενεγράφησαν σε τρίτα πρόσωπα στη Λευκωσία, Λεμεσό και Λάρνακα. Στις 09.11.05 και περί ώρα 20.15 εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης εναντίον του Ανδρέα Αντωνίου και την ίδια ημέρα και ώρα 20.55 εκδόθηκε ένταλμα έρευνας για την οικία του Ανδρέα Αντωνίου, τα υποστατικά του οδός Οδυσσέως 12, Άγιος Ιωάννης καθώς και τα γραφεία της εταιρείας του οδός 82ος δρόμος Αρ. 37, Κάτω Πολεμίδια, Λεμεσός. Κατόπιν των πιο πάνω στις 10.11.05 και ώρα 10.20 ο μάρτυρας συνέλαβε τον Ανδρέα Αντωνίου με δικαστικό ένταλμα σύλληψης ενώ κατόπιν του εντάλματος έρευνας ακολούθησε έρευνα μεταξύ των ωρών 10.30-11.35 στην αποθήκη τελωνειακής αποταμίευσης (BONDED), με αρ. Α502600CY, της εταιρείας D & K Panayiotou Ltd που βρισκόταν στον 82ο δρόμο αρ. 87, Κάτω Πολεμίδια στη Λεμεσό και δεν εντοπίστηκε το αυτοκίνητο μάρκας Subaru Impreza με αρ. πλαισίου GDB-
  33. Την ίδια ημέρα (10.11.05) λήφθηκε ανακριτική κατάθεση από τον Αντωνίου στην οποία ανέφερε ότι τα αυτοκίνητα τα εισήγαγε από τα Αραβικά Εμιράτα με όλες τις νόμιμες διαδικασίες και όλα τα νόμιμα έγγραφα και δεν γνώριζε ότι αυτά ήταν κλοπιμαία. Ανακρινόμενος ο Αντωνίου για το που βρισκόταν το αυτοκίνητο μάρκας Subaru Impreza με αρ. πλαισίου GDB-025790, το οποίο αναζητείτο, του ανέφερε πως αυτό δεν εκτελωνίστηκε και ότι ήταν σε μηχανικό, έδωσε δε οδηγίες σε υπάλληλο του για να το μεταφέρει στην αποθήκη αποταμίευσης που διατηρούσε η εταιρεία του στον 82ο δρόμο αρ. 37, Κάτω Πολεμίδια στη Λεμεσό. Στη συνέχεια την ίδια πάλι ημέρα (10.11.2005) ο Αντωνίου έδωσε γραπτή συγκατάθεση για έρευνα στην αποθήκη αποταμίευσης στον 82ο δρόμο αρ. 37, Κάτω Πολεμίδια στη Λεμεσό όπου και εντοπίστηκε το αυτοκίνητο το οποίο αναζητείτο, οπότε παραλήφθηκε ως τεκμήριο από την Αστυνομία. Κατά την κατάσχεση του αυτοκινήτου ήταν παρών ο Ανδρέας Αντωνίου. Για το εν λόγω όχημα εκδόθηκε στις 14.11.05 από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού διάταγμα κατακράτησης του μέχρι τη συμπλήρωση των εξετάσεων. Για τη διαδικασία της έρευνας και την παραλαβή του αυτοκινήτου ενημερώθηκε σχετικά στις 10.11.05 και ο Τελωνειακός Λειτουργός Θ. Μιχαηλίδης και έδωσε τη συγκατάθεση του ενώ ως ανέφερε ο μάρτυρας δεν χρειαζόταν η συγκατάθεση του ιδιοκτήτη της Αποθήκης Αποταμίευσης. Από τον έλεγχο που διενεργήθηκε στο πιο πάνω όχημα διαπιστώθηκε ότι εκ πρώτης όψεως δεν υπήρχε οποιαδήποτε παραβίαση στον αρ. πλαισίου ή στον αριθμό μηχανής του και ότι ήταν ο ίδιος με αυτό που εισάχθηκε και εκτελωνίστηκε. Στις 24.11.05 και ώρα 18.40 αφού ολοκληρώθηκαν οι έρευνες για την υπόθεση κλεπταποδοχής και κατόπιν οδηγιών του Γενικού Εισαγγελέα επιστράφηκε το επίδικο αυτοκίνητο στον Ανδρέα Αντωνίου. ΜΥ2, κατέθεσε ο Κυριάκος Κουδουνάς, είναι Λειτουργός Α΄ και υπεύθυνος του Κλάδου Αποθηκών Τελωνειακής Αποταμίευσης στο Τμήμα Τελωνείου. Η προσωπική του γνώση αναφορικά με την παρούσα υπόθεση ήταν πως περιήλθε στην κατοχή του στις 14.11.2005 επιστολή από την Αστυνομία προς το Τμήμα Τελωνείων (πρόκειται για το τεκμήριο 21). Η επιστολή αυτή του στάληκε την ίδια μέρα από το Θεόδωρο Μιχαηλίδη ο οποίος εκτελούσε χρέη αναπληρωτή ανώτερου τελωνειακού λειτουργού Λεμεσού καθότι ο υπεύθυνος Π. Θεοδοσίου για τη Λεμεσό ήταν με άδεια. Στην εν λόγω επιστολή δεν του ζητήθηκε οποιοδήποτε σχόλιο είτε οδηγία ως προς τα γεγονότα, ως εκ τούτου την αρχειοθέτησε στα αρχεία του ηλεκτρονικού υπολογιστή του τμήματος. Κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι η επιστολή την οποία αρχειοθέτησε λέει ότι το Τμήμα Τελωνείων συγκατατέθηκε στην κατάσχεση του οχήματος Impreza είναι όμως μεταγενέστερης χρονολογίας. Κατά το στάδιο των αγορεύσεων η ευπαίδευτη συνήγορος του εναγόμενου αναφέρθηκε στα στοιχεία του αστικού αδικήματος της κατακράτησης εισηγούμενη ότι στην παρούσα υπόθεση δεν αποδείχθηκε ότι η κράτηση από την αστυνομία ήταν παράνομη καθ΄ ότι: (α) υπήρχε δικαστικό ένταλμα έρευνας και λόγω υποψιών κατασχέθηκε (β) ακολούθησε στις 14.11.2005 διάταγμα Δικαστηρίου για κράτηση του οχήματος και όταν στις 24.11.2005 ολοκληρώθηκαν ο έρευνες της αστυνομίας το όχημα επιστράφηκε στην αποθήκη αποταμίευσης απ΄ όπου κατασχέθηκε. Περαιτέρω σε επίπεδο μαρτυρίας έγιναν αναφορές σε στοιχεία κυρίως της μαρτυρίας του ΜΕ1, διευθυντή των εναγόντων, τα οποία αντιμάχονται τη θέση ότι πρόκειται για παράνομη κράτηση, αλλά και για την ύπαρξη ζημιάς και το ύψος αυτής. Σε κάθε περίπτωση υπήρχε συγκατάθεση στην έρευνα και τα όσα προωθήθηκαν στη δίκη ενάντια σ΄ αυτό το γεγονός ήταν εκ των υστέρων σκέψεις. Διαζευκτικά η υπεράσπιση εισηγήθηκε πως αν ήθελε κριθεί ότι η κράτηση του οχήματος ήταν παράνομη η ζημιά την οποία δικαιούνται οι ενάγοντες είναι για την περίοδο των 14 ημερών και εφ΄ όσον σ΄ αυτήν τη χρονική περίοδο επήλθε μείωση της αξίας του οχήματος τους, ωστόσο, δεν δόθηκε μαρτυρία προς τούτο, συνεπώς το Δικαστήριο δεν έχει βάση υπολογισμού της τρέχουσας ζημιάς και μόνο ονομαστικές αποζημιώσεις είναι δυνατόν να επιδικαστούν. Από την άλλη πλευρά ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγόντων εισηγήθηκε ότι η μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου έχει καταδείξει ότι ουδέν στοιχείο επιλήψιμο υπήρξε ή προέκυψε κατά τη διάρκεια των ερευνών της αστυνομίας γεγονός το οποίο καθιστά παράνομη την κράτηση του οχήματος έστω κι αν εξασφαλίστηκε διάταγμα κράτησης του στις 14.11.
  34. Επιπλέον πρόκειται για παράνομη κράτηση καθότι κατά τις 10.11.05 όπου έγινε η κατάσχεση του οχήματος δεν υπήρχε εξουσία προς τούτο από πλευράς της αστυνομίας αλλά ούτε και δόθηκε συγκατάθεση από τον ιδιοκτήτη της αποθήκης αποταμίευσης είτε από τον διευθυντή Τελωνείων. Σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να κριθεί ότι ο ΜΕ1 έδωσε συγκατάθεση για κατάσχεση του οχήματος αλλά αυτή αφορούσε μόνο την έρευνα. Ως συνέπεια της παράνομης συμπεριφοράς της Αστυνομίας ήταν η μη υλοποίηση της συμφωνίας πώλησης του οχήματος των εναγόντων με τον Μανώλη Κουλουμά ενώ στη συνέχεια λόγω των γεγονότων κράτησης του οχήματος και της εμμονής της αστυνομίας να θεωρεί το όχημα ως κλοπιμαίο το ενδιαφέρον για αγορά από τρίτα πρόσωπα εξέλειπε και ως εκ τούτου οι ενάγοντες υπέστησαν ζημιά λόγω της μειωμένης αξίας του οχήματος για τους λόγους που εξήγησαν οι ΜΕ1, 2 και
  35. Προς υποστήριξη των πιο πάνω κατά τη θέση του συνηγόρου των εναγόντων, λειτουργούν η όλη καθυστέρηση στην διερεύνηση της υπόθεσης εκ μέρους της αστυνομίας αφού από τον Ιούνιο του 2005 ο ΜΕ1 είχε δώσει όλα τα στοιχεία και ο διευθυντής των εναγόντων ήταν συνεργάσιμος, καθώς επίσης το ότι από τις 10.11.05 μέχρι τις 14.11.05 όπου εξασφαλίστηκε διάταγμα το όχημα κρατείτο παράνομα, το στοιχείο δε αυτό συμπαρασύρει μαζί του και την επόμενη περίοδο ως παράνομη έστω και αν εκδόθηκε διάταγμα Δικαστηρίου. Τέλος οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι ο εναγόμενος δεν απέσεισε το βάρος που του αναλογεί σύμφωνα με το νόμο ότι η κράτηση του οχήματος ήταν νόμιμη. Αξιολόγηση μαρτυρίας: Κατά την ακροαματική διαδικασία το Δικαστήριο είχε την ευχέρεια και παρακολούθησε με κάθε δυνατή προσοχή όλους τους μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιον του. Με γνώμονα την όλη συμπεριφορά και στάση τους στο εδώλιο του μάρτυρα, κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, καθώς και το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους σε συνυφασμό με το περιεχόμενο των τεκμηρίων που έχουν κατατεθεί στη δίκη, ακολουθεί η αξιολόγηση τους. Ο ΜΕ1 ήταν ο διευθυντής των εναγόντων, σε γενικές γραμμές και σε μεγάλο μέρος της η μαρτυρία του, ως διαφαίνεται αποτελεί κοινό έδαφος ως προς τα γεγονότα και όπως αυτά έχουν εξελιχθεί από το αρχικό στάδιο όπου υπήρχαν υπόνοιες για εμπλοκή, κάποιων από τα οχήματα που οι ενάγοντες εισήγαγαν, σε αδικήματα τα οποία η Αστυνομία διερεύνησε. Ωστόσο σε κάποια ουσιώδη σημεία η μαρτυρία του για τους λόγους που εξηγούνται δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή, αφορά στα πιο κάτω:
(1)Ότι κατά την έρευνα που διεξάχθηκε στις 10.11.05 στην παρουσία του, του ζητήθηκε να υπογράψει έγγραφο κατάσχεσης του οχήματος Subaru ωστόσο αυτός αρνήθηκε. Η θέση αυτή κρίνεται ότι είχε στόχο τη δημιουργία συνθηκών τέτοιων που να μην υπήρχε το δικαίωμα ή η εξουσία στην Αστυνομία για να κατάσχει το εν λόγω όχημα και προφανώς να υποστηρίζεται πλέον η θέση των εναγόντων ότι επρόκειτο για παράνομη κράτηση. Τούτο όμως είναι σε αντίθεση με το περιεχόμενο του τεκμηρίου 1 με το οποίο ο ΜΕ1, αφ΄ ενός μεν, έδωσε τη συγκατάθεση του για έρευνα στα υποστατικά των εναγόντων, αφ΄ ετέρου, με την πληροφόρηση προς αυτόν ότι εάν βρισκόταν οτιδήποτε σχετικά με την υπόθεση κλεπταποδοχής η οποία διερευνόταν τότε θα διδόταν ως μαρτυρία στο Δικαστήριο. Η προσπάθεια του να δοθεί άλλη ερμηνεία κρίνεται ότι συνιστά σκέψεις εκ των υστέρων. Επίσης στην αντεξέταση επ΄ αυτού του σημείου δεν εκφράστηκε με την ίδια βεβαιότητα που εκφράστηκε στην κύρια εξέταση ως προς την ύπαρξη δύο ξεχωριστών εγγράφων (το ένα για έρευνα και το άλλο για κατάσχεση) εκ μέρους της Αστυνομίας.
(2)Αρνητική εντύπωση άφησε στο Δικαστήριο αναφέροντας ότι η σημερινή αξία του οχήματος Impreza είναι μηδέν, αφού στην πορεία της δίκης φάνηκε ότι με τη μαρτυρία του εκτιμητή (ΜΕ4) υποστηρίζεται, χωρίς αυτό να γίνεται αποδεκτό από το Δικαστήριο, ότι η σημερινή αξία είναι περίπου €5.000,00. Επί του ιδίου σημείου προβάλλει ως απορία εύλογη η αποφυγή απάντησης εκ μέρους του ΜΕ1 κατά πόσο είχε εκτίμηση για την αξία του επίδικου οχήματος, όπου, απάντησε ότι ήταν με βάση τη δική του εκτίμηση λόγω της δουλειάς του. Εν πάση περιπτώσει όμως εδώ ήταν αναμενόμενο να επικαλεστεί την εκτίμηση του ΜΕ4 ο οποίος αργότερα κλήθηκε ως μάρτυρα. Σημειώνεται επίσης ότι ο ΜΕ1 έδωσε μαρτυρία στις 30.04.09 και η αντεξέταση του συνεχίστηκε στις 04.05.09 ενώ το τεκμήριο 18 που είναι η εκτίμηση που ετοίμασε ο ΜΕ4 φέρει ημερομηνία 27.04.09, με αναφορά στο περιεχόμενο του ότι είχαν δοθεί οδηγίες από τις 24.04.09 για ετοιμασία της εκτίμησης. Τα τελευταία αυτά στοιχεία έχουν δημιουργήσει εντύπωση τέτοια η οποία δεν μπορεί παρά να κλονίζει την αξιοπιστία του ΜΕ1.
(3)Μια άλλη μαρτυρία η οποία είχε τον ίδιο στόχο και σκοπό και δη την κατάδειξη ότι επρόκειτο για παράνομη κατάσχεση, και τούτο παρά την υπογραφή και παροχή συγκατάθεσης με το τεκμήριο 1, ο ΜΕ1 ανέφερε ότι είχε τηλεφωνήσει στον Τελώνη Πανίκο Θεοδότου ο οποίος του ανέφερε ότι δεν είχε ιδέα για την έρευνα, έτσι ο ΜΕ1 να εμμένει για το παράνομο αυτής, παρά τη συγκατάθεση του και ουδέποτε επέλεξε να καλέσει τον εν λόγω μάρτυρα να ενισχύσει τα ουσιώδους σημασίας λεγόμενα του, αντίθετα, από το τεκμήριο 21 το οποίο κατατέθηκε από το ΜΥ1 και του οποίου το περιεχόμενο δεν αμφισβητήθηκε από τους ενάγοντες, ανατρέπει τη θέση του ΜΕ1 αφού διαφαίνεται ότι άλλος λειτουργός του τελωνείου έλαβε γνώση για την κατάσχεση του οχήματος.
(4)Επίσης ως μη πειστική προβάλλει και η μαρτυρία του σχετικά με την πληρωμή προς τον Μ. Κουλουμά (ΜΕ2) των ΛΚ15.000,00 για μετατροπή του επίδικου οχήματος σε αγωνιστικό αφού η αναφορά αυτή ήταν χωρίς την παρουσίαση οποιασδήποτε απόδειξης ή τιμολογίου παρά την αμφισβήτηση τέτοιας πληρωμής, κρίνεται πως θα ήταν αναμενόμενο έστω κάποια στοιχεία να υπήρχαν ως ενίσχυση και απόδειξη τέτοιου μεγάλου ποσού. Οι ενάγοντες είναι εταιρεία και όχι ένα οποιοδήποτε απλό πρόσωπο που ίσως να μην τηρεί στοιχεία.
(5)Επίσης ως προς το θέμα της εκτέλεσης της συμφωνίας που είχε κάνει με τον Μ. Κουλουμά (ΜΕ2) για να του πωλήσει το επίδικο όχημα κατά τις 10.11.05 κρίνεται ότι πρόκειται για μία μεθοδευμένη σύμπτωση και όχι τόσο τυχαία όπως την παρουσίασε. Παρατηρείται ακόμη ότι ενώ στην κύρια εξέταση έκανε αναφορά για ύπαρξη συμφωνίας, στην αντεξέταση ανέφερε για ύπαρξη διαπραγματεύσεων και ως ημέρα που θα έκλεινε η συμφωνία την 10.11.
  1. Τα πιο πάνω στοιχεία κρίνεται ότι νομιμοποιούν το Δικαστήριο να θεωρήσει ότι θα ήταν ακροασφαλές να δεχθεί τη μαρτυρία του ΜΕ1 επί των πιο πάνω σημείων και ως εκ τούτου την απορρίπτει. ΜΕ2 ήταν ο Μ. Κουλουμάς, κρίνεται ότι το περιεχόμενο της μαρτυρίας του ήταν τέτοιο που σκοπό είχε την υποβοήθηση της θέσης των εναγόντων ως φίλος και γνωστός του ΜΕ
  2. Η αδυναμία να παρουσιαστεί οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο, είτε απόδειξη είσπραξης είτε τιμολόγιο για το ύψος των ΛΚ15.000,00 που ανέφερε ότι εισέπραξε για να μετατρέψει το επίδικο όχημα σε αγωνιστικό κρίνεται ως μειονεκτικό στοιχείο στην αξιοπιστία του. Πρόσθετα, και επί του ιδίου σημείου σε ερώτηση πως πληρώθηκε απάντησε ως εξής: «Και με επιταγή ίσως και με μετρητά». Το αβέβαιο και αόριστο της απάντησης του είναι πρόδηλο. Είναι όμως και εκ του πονηρού για να καλύψει τυχόν όλα τα σενάρια. Επίσης ως μη πειστική κρίνεται η θέση ότι το Διοικητικό Συμβούλιο της Ομοσπονδίας Αγωνιστικού Αυτοκινήτου πήρε απόφαση να μην επιτρέψει τη συμμετοχή του επίδικου οχήματος σε αγώνες ταχύτητας εξαιτίας του ότι το όχημα κατασχέθηκε ως κλοπιμαίο. Η μαρτυρία αυτή αγνοεί ότι υπήρχαν πληροφορίες ότι ήταν δηλωμένο ως κλοπιμαίο το όχημα και άρα έτσι κι αλλιώς, ως ήταν η μαρτυρία του σε άλλα σημεία της, δεν θα έπρεπε λογικά να γίνει δεκτό το όχημα να συμμετέχει. Δηλαδή έτσι κι αλλιώς το καθεστώς του οχήματος δεν επέτρεπε τη συμμετοχή του και όχι η κατάσχεση ως ήθελε να παρουσιάσει ο μάρτυρας, προφανώς για την ενίσχυση της θέσης των εναγόντων. Ήταν ακόμη αναμενόμενο να παρουσιάσει τέτοια επίσημη απόφαση της Ομοσπονδίας προκειμένου να είναι πιο πειστικός. Ακόμη, ενώ στην κύρια εξέταση του παρουσίαζε ως θέση της Αστυνομίας και μελών της με τους οποίους μίλησε αυτός προσωπικά, ότι το επίδικο αυτοκίνητο ήταν κλοπιμαίο, στην αντεξέταση ανέφερε πως όταν αργότερα ξαναενδιαφέρθηκε να μάθει για την κατάσταση του αυτοκινήτου ανέφερε πως δεν του είπαν ότι είναι κλοπιμαίο αλλά ότι εξεταζόταν υπόθεση γι΄ αυτό. Κρίνεται ότι η μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα δεν είχε τα εχέγγυα μίας αξιόπιστης μαρτυρίας. ΜΕ3 ήταν ο Δημήτρης Παναγιώτου, διευθυντής στην εταιρεία D & K Panayiotou Ltd, ιδιοκτήτες αποθηκών αποταμίευσης, η ουσιαστική μαρτυρία του έγκειται στο ότι δεν ειδοποιήθηκε κατά την έρευνα που έγινε από την Αστυνομία στις 10.11.05 κάτι το οποίο η πλευρά του εναγόμενου μέσω του ΜΥ1 αποδέχθηκε προβάλλοντας τη θέση ότι δεν απαιτούνταν τέτοια γνωστοποίηση ή άδεια. Επομένως εφόσον υπάρχει το παραδεκτό αυτό γεγονός είναι θέμα πλέον νομικής σημασίας που θα του αποδοθεί και όχι πραγματικών γεγονότων. Συνεπώς η υπόλοιπη μαρτυρία του αν και διαφάνηκε να διακατέχεται από πικρία και εχθρικά αισθήματα εναντίον της Αστυνομίας, λόγω παρόμοιων διαφωνιών στο παρελθόν, η υπόλοιπη μαρτυρία του είναι ουδέτερης σημασίας και ως εκ τούτου η περαιτέρω ενασχόληση μ΄ αυτήν εκ μέρους του Δικαστηρίου κρίνεται αχρείαστη. ΜΕ4 κατέθεσε ο Χρίστος Μανούρης, η μαρτυρία του αφορά την αξία του επίδικου οχήματος το 2005 και το
  3. Παρά το ότι σε γενικές γραμμές άφησε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο τόσο ως προς τις γνώσεις του αλλά και την εμπειρία του για το θέμα για το οποίο κλήθηκε να μαρτυρήσει, το αποτέλεσμα της εκτίμησης του παρουσιάζει κενά και αδυναμίες τα οποία δεν επιτρέπουν στο Δικαστήριο να το δεχθεί ως αξιόπιστο. Ως τέτοια κενά λειτουργούν τα πιο κάτω:
(1)Στην εκτίμηση του, τεκμήριο 18, αναφέρει ως αξία του οχήματος το 2005 το ποσό των €51.258,00. Κατά την αντεξέταση του για ανάλυση αυτού του ποσού φάνηκε μη πειστικός εν όψει της αναφοράς του για €25.000,00-€30.000,00 μόνο για το στήσιμο του οχήματος ως ανέφερε, πρόκειται όμως για μεγάλο περιθώριο €5.000,00 κυρίως αν ληφθεί υπόψη ότι εννοούσε τα εξαρτήματα για τα οποία υπήρχαν τιμολόγια ως ανέφερε και τα είδε. Δεν εξήγησε γιατί αυτή η διακύμανση του ποσού με διαφορά €5.000,00.
(2)Όταν δε ρωτήθηκε περαιτέρω για το υπόλοιπο ποσό πέραν των €42.000,00 που συνολικά ήταν σύμφωνα με την ανάλυση του ανέφερε πως υπήρχαν και τα (€9.000,00) εργατικά, χωρίς όμως κάποια βάση υπολογισμού στα εργατικά, είτε στη βάση της χρονικής διάρκειας ή του επιπέδου των μηχανικών που ασχολήθηκαν είτε κάποιου τιμοκαταλόγου για τέτοιες εργασίες.
(3)Την αρχική τιμή των €12.000,00 ως αξία του οχήματος την καθόρισε από τιμές ως ανέφερε διαφόρων περιοδικών του 2005, εδώ προβάλλει το ερώτημα γιατί δεν χρησιμοποίησε την τιμή αγοράς από τους ενάγοντες εφ΄ όσον πολύ εύκολα θα μπορούσε να τη μάθει.
(4)Τέλος παραμένει ως αμφιβολία αν πράγματι η έκθεση του είχε ετοιμαστεί στις 27.04.2009 ως αναγράφεται σ΄ αυτήν αφού δεν την επικαλέστηκε ο διευθυντής των εναγόντων (ΜΕ1) στη δική του μαρτυρία κάτι που ήταν λογικά αναμενόμενο όταν έδινε μαρτυρία στις 30.04.2009 και 04.05.
  1. Εν όψει των πιο πάνω κρίνεται ότι θα ήταν ακροασφαλές να γίνει αποδεκτό το αποτέλεσμα της εκτίμησης του για την αξία του οχήματος τόσο για το έτος 2005 όσο και για το 2009 αφού η εντύπωση που αφέθηκε στο Δικαστήριο είναι πως αυτή ετοιμάστηκε προς υποβοήθηση της εκδοχής των εναγόντων και ως εκ τούτου η σχετική μαρτυρία του δεν γίνεται αποδεκτή. ΜΥ1 κατέθεσε ο Αστυφ. 1680 Δ. Δημητρίου, εξεταστής στην διερευνόμενη υπόθεση κλεπταποδοχής οχημάτων τα οποία εισάγονταν στην Κύπρο από τους ενάγοντες. Η μαρτυρία του υπήρξε θετική, συγκεκριμένη και επεξηγηματική όπου αυτό επιβαλλόταν. Υπήρξε επίσης πλήρως διαφωτιστική τόσο σε προφορικές αναφορές αλλά και με τις παρουσιάσεις όλων των αναγκαίων εγγράφων που είχαν περιέλθει στην κατοχή του ως εξεταστή, μέρος αυτών κατατέθηκαν ως τεκμήρια στη δίκη. Δεν εντοπίζεται οποιαδήποτε τάση υπερβολής στις απαντήσεις του ή υπεκφυγής σε ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν. Υπήρξε δε συνεπής παρά τη μακρά αντεξέταση στην οποία υποβλήθηκε αφήνοντας πολύ καλή εικόνα και ως εκ τούτου το Δικαστήριο, ελλείψει και οποιουδήποτε κλονιστικού στοιχείου της αξιοπιστίας του, αποφασίζει ότι νομιμοποιείται να τον κρίνει αξιόπιστο. Συνεπώς αποδέχεται τη μαρτυρία του. ΜΥ2 ήταν ο λειτουργός του Τμήματος Τελωνείου Κυριάκος Κουδουνάς. Η μαρτυρία του περιορίστηκε στην παραλαβή και την ύπαρξη του τεκμηρίου
  2. Δεν κατέθεσε οτιδήποτε πέραν του περιεχομένου αυτής της επιστολής αλλά μόνο ότι παρέλαβε την επιστολή αυτή στις 14.11.05 και πως εφόσον δεν υπήρχαν οποιεσδήποτε οδηγίες, αυτός την αρχειοθέτησε στα αρχεία των ηλεκτρονικών υπολογιστών του Τμήματος Τελωνείων. Δεν είχε προσωπική γνώση για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες διεξάχθηκε η έρευνα στην αποθήκη αποταμίευσης όπου ανευρέθηκε το επίδικο όχημα. Χωρίς οποιοδήποτε ενδοιασμό το Δικαστήριο αποδέχεται τη μαρτυρία του η οποία ήταν τέτοιας φύσης και επιπέδου που δεν αφήνει οποιεσδήποτε υποψίες για την αξιοπιστία του. Ευρήματα Δικαστηρίου: Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση διαπιστώνεται ότι τα ουσιώδη πραγματικά γεγονότα που διέπουν την παρούσα υπόθεση και τα οποία αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου έχουν ως ακολούθως: Την 01.04.05 στάληκε επιστολή από το Υπουργείο Δικαιοσύνης την οποία παρέλαβε ο ΜΥ1 ο οποίος εκτελούσε τα καθήκοντα του ως αστυφύλακας στο ΤΑΕ Λεμεσού. Δόθηκε πληροφορία ότι ο Ανδρέας Αντωνίου, διευθυντής της ενάγουσας εταιρείας εισαγωγής αυτοκινήτων πολυτελείας εισήγαγε αυτοκίνητα με παραβιασμένα στοιχεία ή αλλοιωμένα και ενδεχομένως τα αυτοκίνητα να ήταν κλοπιμαία. Στις 11.07.05 ο Ανδρέας Αντωνίου κλήθηκε στα γραφεία του ΤΑΕ Λεμεσού και έδωσε στοιχεία για τις εισαγωγές αυτοκινήτων από την ενάγουσα εταιρεία. Στη συνέχεια ακολούθησαν κάποιες εξετάσεις ενώ σε αλληλογραφία της αστυνομίας με την Interpol Ιαπωνίας φαινόταν ότι αυτά τα οχήματα που εισήγαγε ο Αντωνίου, έξι στον αριθμό, ήταν καταγγελμένα ως κλοπιμαία στην Ιαπωνία. Πέντε εξ αυτών είχαν ήδη εν τω μεταξύ πωληθεί και εγγραφεί σε πρόσωπα στη Λεμεσό, Λευκωσία και Λάρνακα. Στις 09.11.05 εξασφαλίστηκε ένταλμα σύλληψης εναντίον του Ανδρέα Αντωνίου ενώ την ίδια ημέρα εξασφαλίστηκε και ένταλμα έρευνας για την οικία του, τα υποστατικά του και τα γραφεία της εταιρείας του. Στις 10.11.05 ακολούθησε σύλληψη του Ανδρέα Αντωνίου ο οποίος έδωσε λεπτομέρειες αναφορικά με την εισαγωγή των 6 αυτοκινήτων που αφορούσε η υπόθεση που εξέταζε η αστυνομία δίδοντας όλα τα έγγραφα των οχημάτων πλην των εγγράφων για το επίδικο όχημα (βλέπε και παράγραφο 5 της έκθεσης απαίτησης). Την ίδια μέρα με βάση το ένταλμα έρευνας (τεκμήριο 16) διεξάχθηκε έρευνα όμως δεν εντοπίστηκε το επίδικο όχημα στην αποθήκη αποταμίευσης όπου έπρεπε να ήταν και ως αναφέρθηκε από τον ΜΕ1 αυτό βρισκόταν σε μηχανικό ως εκ τούτου έδωσε οδηγίες και μεταφέρθηκε το όχημα πίσω στην αποθήκη αποταμίευσης οπότε την ίδια ημέρα κατόπιν έρευνας που διεξήγαγε η Αστυνομία με γραπτή συγκατάθεση του διευθυντή των εναγόντων (τεκμήριο 1) στην αποθήκη αποταμίευσης που χρησιμοποιούσαν οι ενάγοντες εντοπίστηκε το επίδικο όχημα Subaru Impreza, το οποίο δεν είχε εντοπισθεί στην προηγούμενη έρευνα και κατασχέθηκε από την Αστυνομία οπότε μεταφέρθηκε στα γραφεία του ΤΑΕ. Για την εν λόγω κατάσχεση ενημερώθηκε το Τμήμα Τελωνείου στη Λεμεσό και έδωσε τη συγκατάθεση του (βλέπε τεκμήριο 21). Ακολούθως στις 14.11.05 οι ενάγοντες με επιστολή τους ζήτησαν την επιστροφή του εν λόγω οχήματος προβάλλοντας τη θέση ότι επρόκειτο για παράνομη κράτηση. Είναι ακόμη εύρημα ότι η Αστυνομία στις 14.11.05 εξασφάλισε διάταγμα κράτησης του επίδικου αυτοκινήτου από ποινικό Δικαστήριο μέχρι συμπλήρωσης των εξετάσεων. Επειδή δεν προέκυψε σχετική μαρτυρία κατά τη δίκη το Δικαστήριο αδυνατεί να προβεί σε εύρημα εάν η επιστολή του δικηγόρου των εναγόντων προηγήθηκε χρονικά της εξασφάλισης του διατάγματος κράτησης του οχήματος ή συνέβηκε το αντίθετο. Στις 24.11.05 και εφόσον κρίθηκε από την αστυνομία ότι το επίδικο όχημα δεν ήταν απαραίτητο για περαιτέρω κράτηση ή εξετάσεις αυτό επιστράφηκε από την Αστυνομία στους ενάγοντες, πιο συγκεκριμένα στην αποθήκη αποταμίευσης την οποία χρησιμοποιούσαν οι ενάγοντες, απ΄ όπου παραλήφθηκε στις 10.11.
  3. Νομική πτυχή: Η παρούσα υπόθεση είναι πολιτική, η απόσειση του βάρους απόδειξης θα κριθεί με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους Ενάγοντες όπως αποδείξουν τους ισχυρισμούς τους οι οποίοι περιλαμβάνονται στην έκθεση απαίτησης. Η απόσειση του βάρους απόδειξης θα αποτιμηθεί υπό το φως της παραδεκτής μαρτυρίας και όχι το παραδεκτό της μαρτυρίας, υπό το πρίσμα πάντοτε του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου διευκρινίζεται και τονίζεται πως η απόσειση του βάρους απόδειξης συναρτάται αποκλειστικά με την μαρτυρία η οποία κρίνεται αξιόπιστη. Περαιτέρω εφόσον η απαίτηση των εναγόντων στηρίζεται στο αστικό αδίκημα της παράνομης κράτησης του οχήματος Impreza κρίνεται ορθό όπως γίνει υπενθύμιση βασικών αρχών που διέπουν το εν λόγω αδίκημα όπως αυτές διατυπώνονται στο σύγγραμμα Αστικά Αδικήματα των κ.κ. Π. Αρτέμη και Γ. Ερωτοκρίτου σελίδες 123 επ.: «Φύση αδικήματος. - Το αδίκημα συνίσταται σε παρακράτηση πράγματος και άρνηση επιστροφής του στον ενάγοντα ή παρεμπόδιση του ενάγοντα από ανάληψη κατοχής του. Το βασικό στοιχείο είναι η παράνομη κατακράτηση που καταμαρτυρείται με άρνηση επιστροφής του αντικειμένου όταν αυτή απαιτηθεί. Η παράνομη κατακράτηση πράγματος είναι συνεχιζόμενο αδίκημα και το αγώγιμο δικαίωμα εγείρεται κατά πρώτο την ημέρα της άρνησης του εναγόμενου να το επιστρέψει και συνεχίζεται μέχρι την παράδοση του πράγματος ή την έκδοση απόφασης. Το αδίκημα αφορά επέμβαση στο δικαίωμα κατοχής και έτσι δικαίωμα να ενάγει έχει το πρόσωπο που είτε κατέχει το αντικείμενο ή έχει δικαίωμα άμεσης κατοχής του. Κυριότητα του αντικειμένου δεν είναι απαραίτητη προϋπόθεση». «Θεραπεία - Όπως έχει εξηγηθεί στην υπόθεση General and Finance Facilities Ltd v. Cooks Cars (Romford) Ltd
(1963)1 W.L.R. 644 η οποία αναφέρεται και στην Panayi v. Artemiou & Others
(1976)3 J.S.C. 510 στη σελ. 535 - 23-02 σε αγωγή για παράνομη κατακράτηση πράγματος, η απόφαση μπορεί να έχει τρεις μορφές σχετικά με τη θεραπεία: (α) την αξία του αντικειμένου και αποζημιώσεις για τη κατακράτηση του, (β) επιστροφή του αντικειμένου ή πληρωμή της αξίας του και, (γ) επιστροφή του αντικειμένου και αποζημιώσεις για την κατακράτηση του. Στην περίπτωση (β) ο εναγόμενος έχει δικαίωμα επιλογής: είτε θα επιστρέψει το αντικείμενο ή θα πληρώσει την αξία του». Συμπέρασμα Δικαστηρίου: Λαμβανομένων υπόψη των ευρημάτων επί των πραγματικών γεγονότων καθώς επίσης της νομικής πτυχής που διέπει την παρούσα υπόθεση κρίνεται πως οι ενάγοντες έχουν αποτύχει να αποδείξουν ότι η κράτηση του οχήματος Impreza από τις 10.11.2005 μέχρι τις 24.11.2005 ήταν παράνομη, ενώ αντίθετα ο εναγόμενος έχοντας το βάρος απόδειξης για την νομιμότητα της κράτησης το έχει αποσείσει για τους πιο κάτω λόγους: (α) Κατ΄ αρχήν το παρόν Δικαστήριο ως πρωτόδικο δεν έχει δικαιοδοσία να ελέγξει και κατά συνέπεια να αποφασίσει περί της μη εγκυρότητας του διατάγματος ημερομηνίας 14.11.2005 το οποίο εξέδωσε ισόβαθμο Δικαστήριο με ποινική δικαιοδοσία (βλέπε υπόθεση Saleh Ali Al-Hamad and another v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 117). Συνεπώς η κράτηση του οχήματος στην πιο πάνω περίοδο ήταν εκ μέρους της Αστυνομίας καθ΄ όλα νόμιμη και δεν μπορεί να ελεγχθεί πλέον από το παρόν Δικαστήριο, όφειλαν δε οι ενάγοντες να αποταθούν με άλλη διαδικασία προκειμένου να αμφισβητήσουν τη νομιμότητα του ή να τερματίσουν την ισχύ του αν αυτό ήταν λανθασμένο (βλέπε υπόθεση Πολιτική Αίτηση 56/09 ημερομηνίας 24.07.2009 - Αναφορικά με την αίτηση του Πάρη Γεωργιάδη). (β) Κατά δεύτερο λόγο, παραμένει το χρονικό διάστημα από 10.11.2005 όπου κατασχέθηκε το όχημα μέχρι τις 14.11.2005 οπότε ζητήθηκε και εξασφαλίστηκε η κράτηση του με διάταγμα Δικαστηρίου. Η διαφοροποίηση για το συγκεκριμένο θέμα έγκειται μόνο στο ότι όταν κατασχέθηκε το όχημα είχε προηγηθεί συγκατάθεση του διευθυντή των εναγόντων (τεκμήριο 1), αυτό το στοιχείο κρίνεται ότι έδιδε στην Αστυνομία το δικαίωμα, εφόσον εντόπισε το όχημα το οποίο ήδη αναζητούσε και εφόσον το θεωρούσε ύποπτο σε σχέση με την διερευνόμενη υπόθεση κλεπταποδοχής, με βάση τις διατάξεις του Άρθρου 32 του Κεφ. 155 να το κατάσχει. Ανάλογο δικαίωμα προκύπτει από τις διατάξεις των Άρθρων 25
(2)και 27 του Κεφ. 155 όταν πρόκειται για έρευνα χωρίς ένταλμα, εφ΄ όσον υπήρξε η συγκατάθεση με περιεχόμενο αν βρεθεί οτιδήποτε θα παρουσιαζόταν ως μαρτυρία δεν θα ήταν ορθό όταν η αστυνομία εντόπισε το όχημα που έψαχνε να μη μπορεί να το κατάσχει άλλωστε κάτι τέτοιο συμβαίνει στην περίπτωση του άρθρου 25
(2). Συνεπώς εφόσον η Αστυνομία είχε τέτοιο δικαίωμα για έρευνα εν όψει της συγκατάθεσης (τεκμήριο 1) το οποίο θα μπορούσε να ελεγχθεί εάν ασκήθηκε ορθά μόνο από Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, η κατάσχεση του οχήματος παραμένει για το παρόν Δικαστήριο νόμιμη. Ένα επιμέρους στοιχείο το οποίο έχει απασχολήσει το Δικαστήριο επί του πιο πάνω θέματος είναι η παρέλευση του χρόνου των τεσσάρων ημερών από την κατάσχεση μέχρι την προσφυγή από την αστυνομία στο Δικαστήριο για εξασφάλιση διατάγματος κράτησης του οχήματος. Εν όψει του ότι, σε αντίθεση με ότι προβλέπεται στην Ποινική Δικονομία για παρουσίαση προσώπου στο Δικαστήριο σε χρόνο όχι πέραν των 24 ωρών για κράτηση του, δεν υπάρχει τέτοια πρόνοια, όταν πρόκειται για τεκμήρια-αντικείμενα που κατάσχονται κατά τη διάρκεια έρευνας και εφόσον το Δικαστήριο αυτό δεν έχει εξουσία να ελέγξει τη διαδικασία που ακολουθήθηκε, καθώς επίσης εφόσον η Αστυνομία δεν παρέβηκε κάποια προθεσμία προβλεπόμενη από την Ποινική Δικονομία αφού δεν προβλέπεται τέτοια, δεν επιτρέπεται στο Δικαστήριο αυτό να συμπεράνει ότι η παρέλευση των πιο πάνω ημερών κατέστησε παράνομη την κράτηση του οχήματος γι΄ αυτό το χρονικό διάστημα, χωρίς βεβαίως και να αποφασίζεται ότι η περίοδος αυτή θα είναι σε κάθε άλλη περίπτωση ή περίσταση η λογική ή εύλογη. (γ) Περαιτέρω και αν ακόμη ήθελε ανατραπεί το συμπέρασμα του Δικαστηρίου για νόμιμη κράτηση του οχήματος την περίοδο από 10.11.2005 μέχρι τις 14.11.2005, με το τεκμήριο 12 οι ενάγοντες ζήτησαν την επιστροφή του οχήματος στις 14.11.2005 οπότε σύμφωνα με τα προαναφερθέντα στη νομική πτυχή το αγώγιμο δικαίωμα για παράνομη κράτηση δημιουργείται (βλέπε νομική πτυχή ανωτέρω) από την ημέρα αυτή όταν δηλαδή η αστυνομία εξασφάλισε διάταγμα κράτησης του επίδικου οχήματος, συνεπώς το κρατούσε πλέον νόμιμα, αφού δεν έχει διαφοροποιηθεί το εν λόγω διάταγμα από προβλεπόμενη διαδικασία. Ανεξάρτητα του πιο πάνω συμπεράσματος και αν ήθελε αυτό ανατραπεί, το Δικαστήριο προχωρεί στο θέμα τυχόν αποζημίωσης που θα δικαιούνταν οι ενάγοντες αν υπήρξε παράνομη κράτηση του οχήματος τους. Κατ΄ αρχήν μια σοβαρή αδυναμία στην απόδοση του ποσού των ΛΚ21.200,00, που διεκδικούν στην έκθεση απαίτησης τους οι ενάγοντες με τις λεπτομέρειες που παραθέτουν είναι ο τρόπος που έχουν προσδιορίσει το ποσό αυτό ως ζημιά. Δεν αναγνωρίζεται τέτοιος τρόπος ως θεραπεία για αδίκημα παράνομης κατακράτησης, οι θεραπείες έχουν ήδη προαναφερθεί στην ενότητα νομική πτυχή της παρούσας απόφασης. Η απαίτηση των εναγόντων προφανώς στηρίζεται σε βάση άλλη από τη δικογραφημένη και ως εκ τούτου δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη. Επιπρόσθετα στο ίδιο θέμα υπάρχει ακόμη ένα σοβαρό αρνητικό στοιχείο ως προς την επιτυχία τέτοιας απαίτησης, πρόκειται για την ίδια την κατάσταση και το ιστορικό του αυτοκινήτου, αφού ήταν δηλωμένο ως κλοπιμαίο στην Ιαπωνία, το ότι κατασχέθηκε από την αστυνομία για σκοπούς διερεύνησης δεν μπορεί να αποδοθεί ευθύνη στην αστυνομία υπό την έννοια ότι η ενέργεια της του στέρησε το δικαίωμα να συμμετέχει σε αγώνες ταχύτητας και ως εκ τούτου του στέρησε τη χρήση του ή την πώληση του για τέτοιο σκοπό αφού σύμφωνα με τους ενάγοντες δεν είναι για συνήθεις δρόμους η χρησιμότητα του καθότι έτσι κι αλλιώς αν γίνονταν αποδεκτά τα όσα προώθησαν οι ενάγοντες με τους μάρτυρες τους το όχημα, δεν θα είχε τέτοιο δικαίωμα συμμετοχής ούτως ή άλλως και δεν είναι δικαιολογημένο να αποδοθεί ευθύνη για τέτοια ζημιά από στέρηση συμμετοχής σε αγώνες ταχύτητας. Το πρόβλημα αυτό το μετέφερε μαζί του το αυτοκίνητο λόγω των συνθηκών κάτω από τις οποίες αγοράστηκε, αυτός είναι ένας κίνδυνος τον οποίο θα πρέπει να αναλαμβάνουν οι αγοραστές, στην περίπτωση αυτή οι ενάγοντες. Διαφορετική τοποθέτηση θα σήμαινε πως η αστυνομία θα εμποδιζόταν να διερευνήσει πληροφορίες ή στοιχεία που ενδεχομένως να σχετίζονται με διάπραξη αδικημάτων προκειμένου να μην γινόταν γνωστό το ιστορικό ενός αυτοκινήτου. Ανεξάρτητα των πιο πάνω, σημειώνεται πως, στην παρούσα υπόθεση το όχημα επιστράφηκε στις 14 ημέρες από την κράτηση του και οποιαδήποτε τυχόν παράνομη κράτηση του για την περίοδο αυτή αφ΄ ενός δεν ήταν ικανή να μειώσει την αξία του, αυτό άλλωστε αποδέχθηκε και ο ΜΕ4 εκτιμητής. Αφ΄ ετέρου η μόνη αποζημίωση που θα μπορούσε να επιδικαστεί, εφ΄ όσον το όχημα έχει επιστραφεί θα ήταν μόνο τυχόν απώλεια από τη χρήση του γι΄ αυτήν την περίοδο ή άλλη συναφής ζημιά, όμως καμία τέτοια μαρτυρία υπήρξε προς τούτο, αντίθετα όπως διαπιστώθηκε αυτό θα βρισκόταν σε αποθήκη αποταμίευσης ακινητοποιημένο, ως εκ τούτου μόνο ονομαστικές αποζημιώσεις θα δικαιολογούνταν. Εν όψει όλων των πιο πάνω κρίνεται ότι η αγωγή των εναγόντων δεν μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται με έξοδα εναντίον τους και προς όφελος του εναγόμενου, να υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........... Δ. Ι. Κίτσιος, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής /ΤΑ Subject: Civil/Other actions/Final Αναφορά: Αστικά αδικήματα - παράνομη κράτηση οχήματος - αποζημιώσεις cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.