Φάνη Βασιλειάδου ν. Σοφία Μαρνέρου κ.α., Αρ. Αγωγής 3585/09, 30.10.2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:A248 ΣTO EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Χατζηγιάννη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 3585/09 Μεταξύ: Φάνη Βασιλειάδου, από τη Λεμεσό Ενάγουσας και Σοφία Μαρνέρου, από τη Λεμεσό
- Celui Ltd, από τη Λεμεσό Εναγομένων --------------------------------- Αίτηση ημερ. 18.8.09 για προσωρινά Διατάγματα Ημερομηνία: 30.10.2009 Για Ενάγουσα-αιτήτρια: κα Χρ. Αριστείδου (κα Ν. Δημητρίου για ν΄ακούσει απόφαση) Για Εναγόμενη 1-καθ΄ης η αίτηση:κ. Κυπρίζογλου (κα Στυλιανού για ν΄ακούσει απόφαση) Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Ενάγουσα και η Εναγόμενη 1 είναι μέτοχοι της Εναγόμενης εταιρείας 2 και κατέχουν από 50 συνήθεις μετοχές ονομαστικής αξίας €1 η κάθε μια. Είναι επίσης διοικητικοί σύμβουλοι της εν λόγω εταιρείας, η οποία συστάθηκε την 21.7.07 με σκοπό το άνοιγμα καταστήματος υποδημάτων και βοηθητικών αντικειμένων "accessories", ο οποίος και επιτεύχθηκε με τη λειτουργία καταστήματος στη Λεωφ. Μακαρίου Γ΄ αρ.168Α στη Λεμεσό. Προβάλλεται ισχυρισμός από την Ενάγουσα ότι η Εναγόμενη 1 προέβηκε σε παράνομες, αυθαίρετες και αδικαιολόγητες ενέργειες, με αποτέλεσμα η Εναγόμενη εταιρεία 2 από 11.8.09, εξαναγκάσθηκε να παύσει τις εργασίες της και έκτοτε παραμένει βίαια και παράνομα εκτός του καταστήματος και αποστερείται τα περιουσιακά της στοιχεία, το καλό της όνομα, τη φήμη και πελατεία της. Επιπρόσθετα υπέστηκε και θα υποστεί ζημιές ως και απώλεια της προοπτικής κέρδους από την πώληση των αποθεματικών εμπορευμάτων της (stock). Με άξονα την πιο πάνω θέση, η Ενάγουσα καταχώρησε την παρούσα αγωγή αξιώνοντας εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 ως ακολούθως: «Α. €26.726 απόφαση εναντίον της Εναγομένης
- Β. Τόκους 9% επί του πιο πάνω ποσού. Γ. Διάταγμα όπως η Εναγόμενη 1 αποδώσει στην Εναγόμενη 2 και στην Ενάγουσα κατάσταση λογαριασμού κερδών από τις πωλήσεις της περιόδου των τελευταίων τριών μηνών. Δ. Διάταγμα εναντίον της Εναγόμενης 1 και υπέρ της Ενάγουσας για καθημερινή επιθεώρηση του λογιστικού και λογισμικού συστήματος των Εναγομένων
- Ε. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι όλες οι αποφάσεις που πήρε η Εναγόμενη 1 για τους Εναγόμενους 2 που αναφέρονται στην έκθεση απαίτησης είναι άκυρες. ΣΤ. Διάταγμα ακύρωσης των αποφάσεων που πήρε η Εναγόμενη 1 για τους Εναγόμενους 2 και αποκατάσταση των Εναγόμενων 2 στη θέση που είχαν πριν από τη λήψη των αποφάσεων αυτών και/ή αποζημιώσεις υπέρ των Εναγόμενων 2 και εναντίον της Εναγόμενης
- Ζ. Τιμωρητικές αποζημιώσεις.» Ταυτόχρονα με την καταχώρηση της αγωγής, η Ενάγουσα (στο εξής η αιτήτρια) καταχώρησε και μονομερή αίτηση - η οποία βασίζεται στα άρθρα 4, 5, 7 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.6, στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 1960 και στη Δ.48 θ.1, 2 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών - στη βάση της οποίας πέτυχε στις 18.8.09 τέσσερα ενδιάμεσα διατάγματα με τα οποία απαγορεύεται στην Εναγόμενη 1: «Α. να απομακρύνει, οικειοποιηθεί ή καθ΄ οποιονδήποτε άλλο τρόπο αποξενώσει το απόθεμα (ΣΤΟΚ) καθώς και οποιαδήποτε άλλα περιουσιακά στοιχεία των Εναγομένων 2 που βρίσκονται στο κατάστημα τους επί της Λεωφ. Μακαρίου Γ΄ 168Α. Β. να μετατρέψει τη λειτουργία της επιχείρησης που ασκούν οι Εναγόμενοι 2 στο πιο πάνω κατάστημα με το όνομα Celui και/ή να αντικαταστήσει το όνομα Celui και/ή να λειτουργήσει νέα επιχείρηση στο υποστατικό επί της Λεωφ. Μακαρίου Γ΄ 168Α. Γ. να παρεμποδίζει την είσοδο της Ενάγουσας στο κατάστημα των Εναγομένων 2 επί της Λεωφ. Μακαρίου Γ΄ 168Α και να επιθεωρεί και να προστατεύει το απόθεμα (ΣΤΟΚ) και τα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας. Δ. την αφαίρεση και/ή απομάκρυνση της διαφημιστικής πινακίδας με το όνομα των Εναγόμενων 2 από το υποστατικό των Εναγόμενων 2 που βρίσκεται στη Λεωφ. Μακαρίου Γ΄ 168Α στη Λεμεσό». Η αίτηση, η οποία υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της αιτήτριας, προσέκρουσε σε ένσταση η οποία υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της καθ΄ης η αίτηση. Η αιτήτρια ισχυρίζεται ότι η καθ΄ης η αίτηση ενεργούσε ως υπάλληλος πωλήτρια στο κατάστημα και η εναγόμενη εταιρεία 2 διατηρούσε λογιστικό και λογισμικό σύστημα το οποίο τηρείτο ενήμερο από την καθ΄ης η αίτηση και η ίδια είχε πρόσβαση σ΄αυτό αλλά ενημερώνετο και από την καθ΄ης η αίτηση. Ισχυρίσθηκε επίσης ότι η καθ΄ης η αίτηση 2-3 μήνες πριν την καταχώρηση της αγωγής, απαίτησε από την ίδια πρόσθετο κεφάλαιο κίνησης της εταιρείας. Επειδή η ίδια δεν ανταποκρίθηκε αμέσως, η καθ΄ης η αίτηση την 20.7.09 παράνομα, αυθαίρετα και αδικαιολόγητα σταμάτησε να την ενημερώνει για την πορεία των εργασιών του καταστήματος. Εκτοτε η καθ΄ης η αίτηση παράνομα, αυθαίρετα και αδικαιολόγητα αποφασίζει για την Εναγόμενη εταιρεία 2 και ειδικώτερα:
(1)Διοικεί και διαχειρίζεται από μόνη της τις υποθέσεις των Εναγομένων 2 και κατακρατεί τα εμπορεύματα αυτών.
(2)Διαχειρίζεται τα οικονομικά των Εναγομένων 2 ως να είναι δικά της και κατακρατεί τις εισπράξεις από πωλήσεις που πραγματοποιεί.
(3)Οικειοποιήθηκε και/ή προτίθεται να οικειοποιηθεί τα εμπορεύματα των Εναγομένων 2 και μεθοδεύει τη διοχέτευση τους σε νέα επιχείρηση που προγραμματίζει να λειτουργήσει μετά τις 19.8.2009.
(4)Αρνήθηκε να συνεργαστεί στην καταγραφή των εμπορευμάτων των Εναγομένων 2 και δεν αποδέχθηκε έλεγχο.
(5)Εκλεισε το κατάστημα των Εναγομένων 2 και διέγραψε το όνομα αυτής από το κατάστημα και αντικατέστησε τις κλειδωνιές με άλλες και παρεμποδίζει την είσοδο της Ενάγουσας σ΄αυτό από τις 11.8.2009.
(6)Ανακοίνωσε με διαφήμιση και/ή προβολή με SMS και/ή με άλλους τρόπους επικοινωνίας το άνοιγμα νέου καταστήματος στο ίδιο υποστατικό με νέο όνομα και νέα ιδιοκτησία από 19.8.2009.
(7)Τερμάτισε την ενοικίαση του πιο πάνω καταστήματος από τους Εναγόμενους 2 και κράτησε η ίδια την κατοχή.
(8)Γενικά τερμάτισε με μονομερή της απόφαση τις επιχειρηματικές δραστηριότητες των Εναγομένων
- Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω ενεργειών της καθ΄ης η αίτηση - όπως διατείνεται η αιτήτρια - η Εναγόμενη εταιρεία 2 εξαναγκάστηκε σε παύση των εργασιών της από 11.8.09, παράνομα παραμένει εκτός του καταστήματος, αποστερείται τα περιουσιακά της στοιχεία, το καλό της όνομα, φήμη και πελατεία και υφίσταται ζημιές ύψους €105,000, χάνει δε τις προοπτικές κέρδους από την πώληση των αποθεματικών εμπορευμάτων (stock). Ισχυρίζεται περαιτέρω η αιτήτρια ότι παραχώρησε δάνειο στην Εναγόμενη εταιρεία 2 ύψους €28.000 έναντι του οποίου της καταβλήθηκε το ποσό των €2.274 και παρέμεινε οφειλόμενο υπόλοιπο €26.
- Διευκρινίζει ότι αναφορικά με τις θεραπείες που ζητά προς όφελος των Εναγομένων 2 εγείρει την παρούσα αγωγή ως παράγωγη. Με επιστολή των δικηγόρων της (Τεκμήριο 2) ζήτησε από την καθ΄ης η αίτηση να σταματήσει τις πιο πάνω παράνομες ενέργειες και την κάλεσε σε συνεδρίαση συμβούλων (Τεκμήριο 3), όμως αυτή αρνήθηκε να τα πράξει. Στις 10.8.09 η καθ΄ης η αίτηση τοποθέτησε ανακοίνωση έξω από το κατάστημα στην οποία αναφέρεται ότι από 19.8.09 το κατάστημα θα λειτουργεί με νέο όνομα κάτω από διαφορετική ιδιοκτησία (Τεκμήριο 4) και κάλυψε τη διαφημιστική πινακίδα με την επωνυμία του καταστήματος (Τεκμήριο 5). Οι ενέργειες αυτές της καθ΄ης η αίτηση, δείχνουν την πρόθεση της να τερματίσει τις εργασίες της Εναγόμενης εταιρείας 2, την κατακράτηση και οικειοποίηση των περιουσιακών της στοιχείων και την αλλαγή του ιδιοκτησιακού καθεστώτος του καταστήματος. Η ένσταση της καθ΄ης η αίτηση βασίζεται σε έξη λόγους οι οποίοι συνοψίζονται στους εξής τρεις:
- Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις έκδοσης του Διατάγματος και δεν υφίσταται το στοιχείο του κατεπείγοντος που θα δικαιολογούσε την έκδοση του.
- Η αίτηση και η αγωγή κατ΄ επέκταση, πάσχει νομικά διότι παραβιάζεται ο κανόνας που επιτρέπει την καταχώρηση παράγωγης αγωγής σε ορισμένες μόνο περιπτώσεις.
- Η αιτήτρια απέκρυψε ουσιώδη γεγονότα από το Δικαστήριο και δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια, καταχώρησε δε καταχρηστικά την παρούσα αίτηση. Η καθ΄ης η αίτηση στην ένορκη της δήλωση, αφού έκαμε αναφορά στην οικονομική συνεισφορά της ως και της αιτήτριας για τις ανάγκες λειτουργίας του καταστήματος, ισχυρίστηκε ότι στις 20.7.09 ανέφερε στην αιτήτρια ότι θα έπρεπε να συνεισφέρει χρήματα για να καλυφθούν οι παραγγελίες του χειμώνα 2009-
- Ωστόσο η αιτήτρια, παρά τις επανειλημμένες εκκλήσεις της, αδιαφορούσε πλήρως για την πορεία της επιχείρησης και της δήλωσε πως δεν μπορούσε πλέον να ανταποκριθεί στις οικονομικές υποχρεώσεις της εταιρείας και ήθελε να αποχωρήσει από την εταιρεία. Η ίδια της πρότεινε να διορίσουν από κοινού δικηγόρο και λογιστή για να διευθετήσουν όλες τις εκκρεμότητες και η αιτήτρια συμφώνησε. Ωστόσο τις επόμενες μέρες, μέλη της οικογένειας της αιτήτριας εισέρχοντο στο κατάστημα και επεδείκνυαν προσβλητική συμπεριφορά στοχεύοντας στην κατάρρευση της επιχείρησης και διάλυση της εταιρείας. Στις 20.7.09 η αιτήτρια της ανέφερε ότι θα έφευγε οριστικά από την επιχείρηση και ότι θα έπρεπε μόνη της να αντεπεξέλθει στις οικονομικές υποχρεώσεις της επιχείρησης, πράγμα που η αιτήτρια έπραξε, παρά τις δικές της εκκλήσεις για να διευθετήσουν εξώδικα τα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας. Όταν, επιπρόσθετα, ζήτησε από την αιτήτρια να συνεισφέρει το ποσό που της αναλογούσε για πληρωμή του ΦΠΑ και του φόρου intrastat, αυτή της ανέφερε ότι δεν την ενδιέφερε πλέον η επιχείρηση και επαφίετο στην ίδια κατά πόσο θα πλήρωνε ή όχι τους φόρους πράγμα που τελικά έκαμε. Σύμφωνα με το Τεκμήριο 10, που αποτελεί κατάλογο αποθεματικού (stock), αυτό μέχρι 31.7.09 ανέρχεται σε €47.100 και βρίσκεται στην κατοχή της Εναγόμενης εταιρείας
- Παρά το γεγονός ότι η αιτήτρια από 20.7.09 έδωσε τη συναίνεση της για να αποφασίσει η ίδια για το μέλλον της επιχείρησης και όταν πλέον αποφάσισε η ίδια να αναλάβει τα ρίσκα της επιχείρησης και να συνεχίσει μόνη της την ίδια επιχείρηση, κάτω από άλλη ονομασία και με άλλο ιδιοκτησιακό καθεστώς στο ίδιο κατάστημα με άλλο ενοικιαστήριο συμβόλαιο ημερ. 1.8.09 (Τεκμήριο 16) η αιτήτρια άλλαξε γνώμη γι΄αυτό και εγέρθηκε η παρούσα αγωγή και εκδόθηκαν τα επίδικα προσωρινά διατάγματα. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι ανέπτυξαν τις θέσεις τους σε εμπεριστατωμένες αγορεύσεις επικαλούμενοι σωρεία αυθεντιών. Εχω εξετάσει με προσοχή το περιεχόμενο των εκατέρωθεν ενόρκων δηλώσεων, τα επισυναπτόμενα σ΄αυτές έγγραφα και όσα υποστηρίχθηκαν από τους συνήγορους των δυο πλευρών. Εγινε εισήγηση από τον ευπαίδευτο συνήγορο της καθ΄ης η αίτηση ότι η αιτήτρια απέκρυψε από το Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα και δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια. Αναφέρθηκε δε στα γεγονότα που αναφέρονται στις παραγράφους 8-25 της ένορκης δήλωσης της καθ΄ης η αίτηση. Παρατηρώ ότι τα όσα αναφέρονται στις εν λόγω παραγράφους, αφορούν ισχυρισμούς της καθ΄ης η αίτηση για τη συμπεριφορά που επέδειξε η αιτήτρια, η οποία οδήγησε στη διάλυση της συνεργασίας τους και της λειτουργίας της επιχείρησης της Εναγόμενης εταιρείας
- Εχω την άποψη ότι δεν πρόκειται για απόκρυψη των γεγονότων αυτών από την αιτήτρια, αλλά αποτελούν την εκδοχή της καθ΄ης η αίτηση για τα επίδικα θέματα, για τα οποία βέβαια το Δικαστήριο δεν θα προβεί σε αξιολόγηση και ευρήματα στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. Ως εκ τούτου η εισήγηση αυτή δεν γίνεται αποδεκτή και απορρίπτεται. Εγινε περαιτέρω εισήγηση από την πλευρά της καθ΄ης η αίτηση ότι δεν υφίσταται το στοιχείο του κατεπείγοντος και συνεπώς δεν εδικαιολογείτο η έκδοση των προσωρινών διαταγμάτων. Ούτε αυτή η εισήγηση δεν με βρίσκει σύμφωνη. Σύμφωνα με την αιτήτρια από 20.7.09 η συνεργασία τους με την καθ΄ης η αίτηση έπαυσε να υπάρχει και από 11.8.09, η εναγόμενη εταιρεία 2 έπαυσε τις εργασίες της στο επίδικο κατάστημα, γεγονότα με τα οποία η καθ΄ης η αίτηση συμφωνεί, προσθέτοντας επίσης ότι από 1.8.09 αποφάσισε τη λειτουργία της επιχείρησης στο ίδιο κατάστημα δυνάμει νέου ενοικιαστηρίου εγγράφου με άλλο ιδιοκτησιακό καθεστώς. Η αιτήτρια καταχώρησε την παρούσα αίτηση στις 18.8.09 δηλαδή αμέσως μετά τα πιο πάνω γεγονότα και χωρίς καμία καθυστέρηση, όταν στις 10.8.09 αντιλήφθηκε ότι η καθ΄ης η αίτηση είχε τοποθετήσει την ανακοίνωση έξω από το κατάστημα (Τεκμήριο 4) και κάλυψε τη διαφημιστική πινακίδα με την επωνυμία του καταστήματος (Τεκμήριο 5). Όπως ήδη έχει επισημανθεί η αιτήτρια προώθησε την αίτηση της στη βάση της παράγωγης αγωγής και ως πρώτο ζήτημα προβάλει ο προσδιορισμός της έννοιας και φύσης της εν λόγω αγωγής, θέμα που σχετίζεται με τις δυο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου
- Παρεμβάλλεται, στο σημείο αυτό, ότι οι προϋποθέσεις του εν λόγω άρθρου - ότι δηλαδή για να επιτύχει ένας αιτητής σε διάταγμα της εξεταζόμενης φύσης πρέπει να καταδείξει ότι (α) εγείρεται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, (β) έχει ορατή προοπτική και πιθανότητα ότι δικαιούται στις αξιούμενες με την αγωγή του θεραπείες και (γ) ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο - έτυχαν νομολογιακής ανάλυσης κατ΄ επανάληψη (βλ. Καρυδάς Taxi Co. v. Komodikis
(1975)1 C.L.R.321, Odysseos v. Pieris Estates and others
(1982)1 C.L.R.552, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R.263, Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ.248 και άλλες) και δεν θα εξυπηρετούσε κάποιο χρήσιμο σκοπό να επαναληφθεί η έννοια και η εμβέλεια της κάθε προϋπόθεσης. Η έννοια και φύση της παράγωγης αγωγής εξετάζεται στα συγγράμματα Pennington Company Law, 3η έκδοση, σελ.564, Palmers' Company Law (έκδοση 2000), Τόμος 2ος, σελ.8177, Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 7
(1), σελ.701 και έτυχε νομολογιακής ανάλυσης στην υπόθεση Wallersteiner v. Moir (No.2)
(1975)1 All E.R.
- Συνοπτικά, όπως προκύπτει από τις εν λόγω αναφορές, η παράγωγη αγωγή:
- Είναι δημιούργημα του Δικαίου της Επιείκειας και επομένως αυτός που την χρησιμοποιεί πρέπει να προσέρχεται στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια.
- Εγείρεται από μέλος (μέτοχο) μιας εταιρείας όχι για εξυπηρέτηση (άμεσου) προσωπικού οφέλους, αλλά προς όφελος της εταιρείας από την οποία και αντλεί το δικαίωμα αγωγής. Διαφωτιστικά επί του προκειμένου είναι τα πιο κάτω αποσπάσματα από τα συγγράμματα Pennington και Palmers (ανωτέρω): "The derivative character of a representative action brought by a member to enforce a right vested in the company is shown by the fact that judgment is given in favour of the company, so that the plaintiff obtains no benefit thereby directly, and also by the fact that the plaintiff can sue only if the company could sue itself, so that if the company has been dissolved no derivative action may be brought." .............................. "The plaintiff is seeking to enforce, not his own right of action, but a right of action vested in or derived from company. Hence in modern discussions the action is referred to as derivative action. The alleged wrongdoers are made the defendants in the action but the company itself is joined as a nominal defendant in order that it can be bound by the judgment. If the action succeeds, any property or damages recovered go, not to the plaintiff, but to the company. The plaintiff shareholder can complain in a derivative action of wrongs committed before he became a member."
- Μπορεί να εγερθεί όταν συνυπάρχουν δυο στοιχεία, του δόλου και του ελέγχου της εταιρείας από τους αδικοπραγήσαντες. Το πρώτο (γενικά) ικανοποιείται όταν ένας διοικητικός σύμβουλος παραβιάζει τα καθήκοντα του έναντι της εταιρείας και τη συναγωνίζεται για προσωπικό όφελος. Το δεύτερο, όταν οι αδικοπραγήσαντες έχουν τη δυνατότητα να εμποδίσουν την έγερση της αγωγής λόγω του ότι το διοικητικό συμβούλιο βρίσκεται υπό τον έλεγχο τους και, επομένως, είναι σε θέση να εμποδίσουν τη λήψη απόφασης για έγερση της αγωγής από την εταιρεία. Σε τέτοια περίπτωση, όπως παρατηρήθηκε, εφόσον η εταιρεία δεν μπορεί να είναι ενάγουσα θα πρέπει να γίνει εναγόμενη (if the company cannot be made a plaintiff it must be made a defendant). Τέλος, σε σχέση με τη δυνατότητα η αγωγή να είναι ταυτόχρονα προσωπική και παράγωγη, θα΄ταν χρήσιμο να παρατηρηθεί ότι μέχρι το 1982 επικρατούσε η άποψη ότι τέτοιος συνδυασμός δεν ήταν επιτρεπτός. Η άποψη αυτή ανατράπηκε για πρώτη φορά στην υπόθεση Prudential Assurance Co. Ltd v. Newman Industries Ltd (No.2)
(1981)Ch.257 και στη συνέχεια από την υπόθεση Heron International Ltd v. Lord Grade
(1983)BCLC 261-263 (βλ. Σύγγραμμα Gοwer's Principles of Modern Company Law, 6η έκδοση, σελ.668) και φαίνεται ότι τώρα υπάρχει τέτοια δυνατότητα, νοουμένου ότι τόσο η προσωπική όσο και η παράγωγη αγωγή απορρέουν από τα ίδια γεγονότα. Σε τέτοια περίπτωση ο ενάγοντας μπορεί να τύχει θεραπείας και επί προσωπικού επιπέδου αλλά μόνο σ΄ότι αφορά τη ζημιά που άμεσα υπέστη ως αποτέλεσμα της αδικοπραξίας. Το σχετικό απόσπασμα έχει ως ακολούθως: "It would thus seem that personal and derivative action may be joined, if they arise out of the same events, but that the plaintiff may seek a remedy in the personal action only in respect of the harm inflicted directly upon him." Εχοντας σκιαγραφήσει την έννοια, φύση και νομικές αρχές που διέπουν την παράγωγη αγωγή, είναι το κατάλληλο στάδιο να εξετασθεί ο σχετικός λόγος ένστασης. Αφορά τη θέση της καθ΄ης η αίτηση ότι υπό τα περιστατικά της υπόθεσης, η αιτήτρια έκδηλα δεν νομιμοποιείται σε έγερση παράγωγης αγωγής, ούτε στις αξιούμενες με αυτή θεραπείες. Εξέτασα με προσοχή τις εκατέρωθεν θέσεις επί του ζητήματος. Η αιτήτρια, όπως είναι παραδεκτό, είναι μέτοχος της Εναγόμενης εταιρείας
- Αποτελεί δε ισχυρισμό της αιτήτριας ότι η καθ΄ης η αίτηση, επίσης μέτοχος, από 20.7.09 αυθαίρετα, παράνομα και αδικαιολόγητα αποφασίζει για την Εναγόμενη εταιρεία 2 χωρίς να ενημερώνει την ίδια και προέβηκε στις ενέργειες - που αναφέρει στην παράγραφο 6 της ένορκης της δήλωσης ημερ. 18.8.09 - που έχουν άμεση σχέση με τη μονομερή διαχείριση της εταιρείας από την καθ΄ης η αίτηση, και ειδικότερα με τη διοίκηση, την οικονομική διαχείριση, την οικειοποίηση περιουσιακών στοιχείων και εμπορευμάτων καθώς επίσης και τον τερματισμό των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων της Εναγόμενης εταιρείας
- Το αποτέλεσμα αυτών των ενεργειών από την καθ΄ης η αίτηση, όπως διατείνεται η αιτήτρια, είναι η αναγκαστική παύση των εργασιών της Εναγόμενης εταιρείας 2 από 11.8.09,η οποία και αποστερείται των περιουσιακών της στοιχείων, το καλό της όνομα, τη φήμη και πελατεία και υφίσταται απώλειες και ζημιές ύψους €105.000 και χάνει τις προοπτικές κέρδους από την πώληση των αποθεματικών εμπορευμάτων (stock). Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της αιτήτριας, η καθ΄ης η αίτηση, διοικητική σύμβουλος της Εναγόμενης εταιρείας 2, με τις πιο πάνω ενέργειες της παραβιάζει τα καθήκοντα της έναντι της εταιρείας και την συναγωνίζεται για προσωπικό όφελος αφού έκλεισε το κατάστημα της εταιρείας, διέγραψε το όνομα της από το κατάστημα, αντικατέστησε τις κλειδωνιές, τερμάτισε την ενοικίαση του καταστήματος από την Εναγόμενη εταιρεία 2 και γενικά τερμάτισε τις επιχειρηματικές δραστηριότητες της εταιρείας. Επιπρόσθετα, εφόσον η αιτήτρια και η καθ΄ης η αίτηση είναι οι μοναδικές διοικητικοί σύμβουλοι της εταιρείας, είναι αυτονόητο ότι η καθ΄ης η αίτηση έχει τη δυνατότητα να εμποδίσει τη λήψη απόφασης για έγερση αγωγής από την Εναγόμενη εταιρεία
- Από τις θεραπείες που ζητούνται με την αγωγή προκύπτει ότι, η αγωγή είναι ταυτόχρονα προσωπική και παράγωγη, κάτι που είναι επιτρεπτό με βάση τις πιο πάνω νομικές αρχές. Εχοντας εξετάσει το περιεχόμενο των δυο ενόρκων δηλώσεων προκύπτουν τα εξής αδιαμφισβήτητα γεγονότα:
- Η αιτήτρια και η καθ΄ης η αίτηση είναι διοικητικοί σύμβουλοι και κατέχουν ίσο αριθμό μετοχών στην Εναγόμενη εταιρεία 2 κάτι που απαιτεί ομοφωνία για τη λήψη αποφάσεων εκ μέρους της εταιρείας και κατά συνέπεια για τη λειτουργία της εταιρείας.
- Η λειτουργία της Εναγόμενης εταιρείας 2, κάτω από αυτό το καθεστώς, έπαυσε από 11.8.09 για λόγους που είναι εκτός των αναγκών της παρούσας διαδικασίας.
- Η καθ΄ης η αίτηση από 1.8.09 αποφάσισε τη λειτουργία στο επίδικο κατάστημα άλλης επιχείρησης με διαφορετικό ιδιοκτησιακό καθεστώς, αφού στο μεταξύ η ενοικίαση του καταστήματος από την Εναγόμενη εταιρεία 2 τερματίσθηκε από 1.8.
- Τα επίδικα προσωρινά διατάγματα εκδόθηκαν στις 18.8.09 δηλαδή μεταγενέστερα των πιο πάνω ενεργειών της καθ΄ης η αίτηση και την παύση των εργασιών και της λειτουργίας της Εναγόμενης εταιρείας 2 στο επίδικο κατάστημα. Εχοντας υπόψη τα πιο πάνω καθώς επίσης και τις προϋποθέσεις του άρθρου 32 (ανωτέρω) παρατηρώ ότι η πρώτη προϋπόθεση σε σχέση με τις θεραπείες Ε και ΣΤ της Εκθεσης Απαίτησης έκδηλα δεν ικανοποιείται. Και τούτο γιατί οι θεραπείες αυτές όπως ζητούνται, προϋποθέτουν δυνατότητα δικαστικού εξαναγκασμού της καθ΄ης η αίτηση για να επαναφέρει σε λειτουργία ή να λειτουργήσει την εταιρεία, κάτι που δεν μπορεί να γίνει. Κατά συνέπεια η αιτήτρια δεν έχει ορατή προοπτική και πιθανότητα να πετύχει στην αγωγή της εν σχέσει με αυτές τις θεραπείες, θεραπείες με τις οποίες σχετίζονται άμεσα τα προσωρινά διατάγματα υπό Β, Γ, Δ. Ενόψει τούτου για τα εν λόγω διατάγματα δεν υπάρχει υπό τα περιστατικά της υπόθεσης άλλη επιλογή παρά η ακύρωση τους. Παραμένει προς εξέταση το Διάταγμα υπό παράγραφο (Α) το οποίο αφορά το απόθεμα (stock) που είχε η Εναγόμενη 2 εταιρεία κατά το χρόνο που έπαυσε να λειτουργεί το κατάστημα. Υπό τα περιστατικά της υπόθεσης το απόθεμα αυτό παρέμεινε υπό τον έλεγχο της καθ΄ης η αίτηση και σ΄ότι αφορά αυτό το θέμα, κρίνω ότι πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32 για το υπό κρίση Διάταγμα. Ασκώντας δε τη σχετική διακριτική ευχέρεια που έχει το Δικαστήριο επί του θέματος το υπό αναφορά Διάταγμα (Α) καθίσταται απόλυτο. Τα προσωρινά Διατάγματα υπό παράγραφο Β, Γ. Δ ακυρώνονται. Οσον αφορά τα έξοδα, θέμα που επίσης ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, κρίνω ότι η κάθε πλευρά να επωμισθεί τα δικά της έξοδα και αυτό για το λόγο ότι η αίτηση πέτυχε μερικώς. (Υπ.) ............. Στ. Χατζηγιάννη, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΚ Subject: Civil/Appl. Αnafora: Etisi gia prosorina diatagmata cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο