Lope Enterprises Limited ν. Sokolow SA Oddzial Zaklady Miesne W Kole, Αρ. Αγωγής: 5515/07, 30.10.2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:A249 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Δ. Ι. Κίτσιου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5515/07 Μεταξύ: Lope Enterprises Limited από Λεμεσό Εναγόντων και Sokolow S.A. Oddzial Zaklady Miesne W Kole από την Πολωνία Εναγομένων --------------------- Αίτηση ημερομηνίας 06.05.2009 για παραμερισμό ή ακύρωση απόφασης Ημερομηνία: 30.10.2009 Εμφανίσεις: Για Αιτήτρια-Εναγόμενη: κ. Ν. Αβρααμίδης για Λ. Παπαφιλίππου & Σία (κα Ιωαννίδου κατά την απόφαση) Για Καθ΄ ης η αίτηση-Ενάγουσα: κ. Ντ. Σαβεριάδης (κα Μαρκουλή κατά την απόφαση) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η Αίτηση: Στις 06.05.2009 η εναγόμενη (η οποία στο εξής θα καλείται η αιτήτρια) καταχώρησε αίτηση (στο εξής η επίδικη αίτηση) με την οποία αιτείται την έκδοση των πιο κάτω διαταγμάτων και εξηγούνται και οι λόγοι που υποστηρίζουν την αίτηση:
- Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να παραμερίζεται ή ακυρώνεται το διάταγμα για άδεια επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας που εκδόθηκε μετά από αίτηση της Ενάγουσας στην παρούσα αγωγή ημερομηνίας 11.10.
- Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να παραμερίζεται ή ακυρώνεται η επίδοση προς την Αιτήτρια: (α) του διατάγματος ημερομηνίας 02.10.2007, της μονομερούς αίτησης της Ενάγουσας αρ. 314/2007 ημερομηνίας 24.02.2007 και της Ένορκης Δήλωσης που τη συνοδεύει ιδίας ημερομηνίας. (β) του κλητηρίου εντάλματος. (γ) της φερόμενης ως ειδοποίησης κλητήριου εντάλματος.
- Διάταγμα του Δικαστηρίου που να παραμερίζει ή ακυρώνει την απόφαση που εκδόθηκε στην παρούσα αγωγή 21.05.
- Διάταγμα που να αναστέλλει κάθε διαδικασία στην παρούσα αγωγή, λόγω του ότι το Δικαστήριο τούτο δεν αποτελεί φορέα ευκολίας (forum non conveniens).
- Περαιτέρω ή άλλο διάταγμα ή θεραπεία που το Δικαστήριο θα κρίνει να εκδώσει υπό τις περιστάσεις. Οι αιτούμενες θεραπείες και διατάγματα βασίζονται σε παρατυπίες, ακυρότητες, έλλειψη δικαιοδοσίας και στο ότι Δικαστήριο τούτο δεν αποτελεί φορέα ευκολίας (forum non conveniens) ως ακολούθως: (α) Τα μονομερή ως άνω αναφερόμενα διατάγματα εκδόθηκαν υπό καθεστώς μη αποκάλυψης από την Ενάγουσα ουσιωδών γεγονότων και/ή μετά από απόκρυψη από το Δικαστήριο ουσιωδών γεγονότων. (β) Οι ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν τις μονομερείς αιτήσεις δεν έγιναν από κατάλληλο πρόσωπο και/ή από αξιωματούχο της ενάγουσας, και δεν εκθέτουν με ειλικρίνεια όλα τα ουσιώδη γεγονότα και δεν υπήρξε η δέουσα αρίθμηση των τεκμηρίων που τις συνοδεύουν. (γ) Η ενάγουσα δεν ικανοποίησε τις προϋποθέσεις και στοιχεία που προβλέπει η Δ.6 θ.4 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας. (δ) Η φερόμενη ειδοποίηση του κλητηρίου εντάλματος, που επιδόθηκε στην εναγόμενη, είναι ελαττωματική, διότι δεν περιέλαβε ολόκληρο το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης που είναι οπισθογραφημένη στο κλητήριο ένταλμα. (ε) Η φερόμενη επίδοση του κλητηρίου εντάλματος είναι άκυρη διότι παραβιάζει τη Δ.6 θ.6 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας. (στ) Τα έγγραφα που επιδόθηκαν στην εναγόμενη δεν συνοδεύοντο όλα από τις δέουσες και πλήρεις ή ακριβείς μεταφράσεις στην Πολωνική γλώσσα. (ζ) Η απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 21.05.2008 είναι νομικά άκυρη διότι εκδόθηκε με βάση την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος και όχι τη φερόμενη ειδοποίηση του κλητηρίου εντάλματος και χωρίς να προηγηθεί η δέουσα επίδοση των εναρκτήριων εγγράφων μαζί με ακριβείς μεταφράσεις στην Πολωνική γλώσσα. (η) Η εν λόγω απόφαση εκδόθηκε χωρίς να αποδειχθούν οι ισχυρισμοί και απαιτήσεις της ενάγουσας. (θ) Παραβιάστηκαν οι κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης και της δημόσιας τάξης, διότι δεν είχε τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και/ή το Δικαστήριο παραγνώρισε την υπεράσπιση που είχε σταλεί εκ μέρους της εναγόμενης με την οποία αμφισβητήθηκε η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου τούτου και εξέθετε την υπεράσπιση της. (ι) Η φερόμενη επίδοση παραβιάζει τις πρόνοιες του Κανονισμού (ΕΚ) αρ. 1348/2000 του Συμβουλίου της Ευρώπης, παράγραφο
(10)και άρθρα 2.2, 2.3, 3(α), (β), (γ), 4, 5, 7 και 19.
- (κ) Το Δικαστήριο τούτο στερείται δικαιοδοσίας σύμφωνα με τις πρόνοιες του Κανονισμού του Συμβουλίου της Ευρώπης (ΕΚ) Νο. 44/
- Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 θ.1, 2, 3, 7 και 8
(4), Δ.17 θ.10, Δ.6 θ.1, 4, 6 και 7, Δ.64 θ.1 και 2, Δ.39 θ.21, στον Κανονισμό (ΕΚ) αρ. 1348/2000 του Συμβουλίου της Ευρώπης, παράγραφο
(10), άρθρα 2.2, 2.3, 3(α), (β), (γ), 4, 5, 7 και 19.1 στον Κανονισμό (ΕΚ) αρ. 44/2001 του Συμβουλίου της Ευρώπης και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η Ένσταση: Στην πιο πάνω επίδικη αίτηση οι καθ΄ ων η αίτηση καταχώρησαν ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης στηριζόμενη στους ακόλουθους λόγους:
- Η παρούσα αγωγή έχει τελεσιδικίσει με την έκδοση της απόφασης ημερομηνίας 21.05.2008 και ως εκ τούτου το Δικαστήριο δεν δύναται στα πλαίσια της παρούσας αίτησης να εξετάσει θέματα επίδοσης, δικαιοδοσίας, φορέα ευκολίας (forum non convenience) και άλλων συναφών ισχυρισμών και/ή θεμάτων ως επίσης και την εγκυρότητα προηγουμένων σχετικών διαταγμάτων του σεβαστού Δικαστηρίου.
- Η έναρξη της διαδικασίας και όλα τα στάδια που ακολούθησαν συμπεριλαμβανομένης και της επίδοσης της αγωγής στους εναγόμενους έγιναν νομότυπα και σε πλήρη συμμόρφωση με τους κανόνες Πολιτικής Δικονομίας και των Κανονισμών του Συμβουλίου της Ευρώπης.
- Οι αιτητές/εναγόμενοι δεν έχουν προβάλει κανένα βάσιμο λόγο που να συνηγορεί στον παραμερισμό της απόφασης ημερομηνίας 21.05.
- Οι αιτητές δεν αποκαλύπτουν καμία υπεράσπιση στην απαίτηση των εναγόντων και παραδέχονται ουσιαστικά την οφειλή τους προς τους ενάγοντες.
- Οι αιτητές προσπαθούν να αφαιρέσουν (set-off) την οφειλή τους προς τους ενάγοντες από άλλη ισχυριζόμενη οφειλή προς αυτούς από τρίτη εταιρεία.
- Οι αιτητές έλαβαν γνώση της παρούσας αγωγής από την έναρξη της διαδικασίας χωρίς όμως να λάβουν τα δέοντα ή προβλεπόμενα μέτρα προς υπεράσπιση.
- Οι αιτητές κατεχώρησαν την παρούσα αίτηση σχεδόν ένα χρόνο από την έκδοση της απόφασης του Δικαστηρίου σε αυτή και σχεδόν τρεις μήνες μετά την αρχική ένορκη δήλωση του κ. Sovislo.
- Δεν πληρούνται οι νομικές και/ή νομολογιακές προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Η ένσταση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 Θ.1, 2, 3, 7 και 8
(4), Δ.17 Θ.10, Δ.6Θ.10, Δ.6 Θ.1, 4, 6 και 7, Δ.64 Θ.1 και 2, Δ.39 Θ.21, στον Κανονισμό (ΕΚ) αρ. 1348/2000 του Συμβουλίου της Ευρώπης, παρ.
(1), άρθρα 2.2, 2.3, 3(α), (β), (γ), 4, 5, 7 και 19.1 στον Κανονισμό (ΕΚ) αρ. 44/2001 του Συμβουλίου της Ευρώπης και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Σημειώνεται περαιτέρω πως τόσο η αίτηση όσο και η ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης συνοδεύονται από ένορκες δηλώσεις δικηγόρων, το μεγαλύτερο μέρος του περιεχομένου τους αποτελεί επιχειρήματα και τοποθετήσεις επί νομικών θεμάτων και όχι πραγματικών γεγονότων, ως εκ τούτου τα όσα αναφέρονται στις εν λόγω ένορκες δηλώσεις θα αξιολογηθούν αργότερα και δεν είναι απαραίτητο να παρατεθούν σ΄ αυτό το στάδιο. Κατά το στάδιο των αγορεύσεων οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων έχουν προωθήσει την εκδοχή των πελατών τους όπως εκφράζεται από τους λόγους που υποστηρίζουν την αίτηση και την ένσταση με επιχειρήματα επικαλούμενοι σχετική επί του θέματος νομολογία. Νομική πτυχή: Η ρύθμιση για την αίτηση παραμερισμού απόφασης ουσιαστικά στηρίζεται και πηγάζει μέσα από τη συνταγματική επιταγή για το δικαίωμα ακροάσεως, το οποίο πρέπει να έχει κάθε πολίτης, δηλαδή να δίδεται η ευκαιρία στον κάθε διάδικο να ακουστεί πριν την έκδοση απόφασης. Για το σκοπό αυτό λειτουργεί η πρόνοια της Διαταγής 5 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας η οποία προβλέπει τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να επιδίδεται το κλητήριο ένταλμα προκειμένου να δίδεται η ευκαιρία να λάβει γνώση κάθε πολίτης για διαδικασία που αρχίζει εναντίον του στο Δικαστήριο. Η εν λόγω διαταγή όταν τηρηθεί τότε το Δικαστήριο προχωρεί τη διαδικασία στην απουσία διαδίκου, ο οποίος δεν εμφανίζεται. Αν παρά την πιο πάνω πρόνοια για οποιοδήποτε λόγο υπάρξει παραβίαση της, δηλαδή η επίδοση δεν γίνει εντός των προϋποθέσεων και του τρόπου που προβλέπεται, τότε ο διάδικος εναντίον του οποίου εκδόθηκε απόφαση δικαιούται και προβλέπεται ως θεραπεία το αίτημα του για παραμερισμό της απόφασης προκειμένου να τηρηθεί πλήρως η συνταγματική επιταγή για το δικαίωμα ακροάσεως. Σε συνέχεια με το σημείο αυτό θεωρείται χρήσιμο να αναφερθεί ότι προκύπτει από τη νομολογία πως, όταν πρόκειται για κακή επίδοση τότε το Δικαστήριο έχει αυξημένη απόλυτη υποχρέωση να παραμερίσει την απόφαση, ενώ όταν πρόκειται για καλή επίδοση τότε θα εξετάσει το αίτημα του αιτητή υπό το πρίσμα διαφόρων πλέον παραγόντων και προϋποθέσεων όπως τις έχει καθιερώσει η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και οι οποίες παρατίθενται πιο κάτω. Κατ΄αρχήν το Δικαστήριο θα πρέπει να έχει κατά νου και να συνεκτιμήσει δύο βασικά στοιχεία. Το ένα στοιχείο είναι η αναγκαιότητα όπως κάθε αγωγή διεκπεραιώνεται και εκδίδεται απόφαση η οποία πρέπει να παραμένει οριστική και κατ΄επέκταση τελεσίδικη, ενώ το άλλο στοιχείο είναι το μέρος που αιτείται τον παραμερισμό της απόφασης να μην στερείται του δικαιώματος του να παρουσιάσει την υπόθεση του στο Δικαστήριο νοουμένου ότι εγείρει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Σχετικά με το θέμα της εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης η νομολογία επιβάλλει, βλέπε υπόθεση Πανίκος Νεάρχου ν. Γεώργιου Χαραλάμπους, Πολιτική Έφεση 8035, ημερομηνίας 21.10.1991, ότι το Δικαστήριο ερευνά τα ενώπιον του στοιχεία προκειμένου να διαγνώσει μόνο κατά πόσο υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή συζητήσιμο θέμα και, στο στάδιο αυτό δεν υπεισέρχεται στην ουσία του θέματος της υπεράσπισης, συνεπώς δεν προχωρεί στην αξιολόγηση της οποιασδήποτε μαρτυρίας ενώπιον του που προσάγεται για σκοπούς αντίκρουσης. Επιπλέον όμως, και εκτός από το θέμα της εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης, ο αιτητής πρέπει να δικαιολογήσει την παράλειψη του να εμφανιστεί στο Δικαστήριο, καθώς επίσης, θα πρέπει να αποδείξει ότι ενήργησε αμέσως και χωρίς αργοπορία προς την κατεύθυνση να ζητήσει την ακύρωση της απόφασης που εκδόθηκε εναντίον του. Σχετική προς τούτο προβάλει η υπόθεση Φυλακτού ν. Μιχαήλ
(1982)1 C.L.R., σελ. 204, στην οποία αναφέρθηκε ότι, η ανεξήγητη αργοπορία είναι παράγοντας που ασκεί έντονα αρνητική επίδραση κατά του διαδίκου ο οποίος παρέλειψε να ενεργήσει με την πρώτη δυνατή ευκαιρία, να ασκήσει το δικαίωμα του για παραμερισμό της απόφασης που εκδόθηκε εναντίον του. Επίσης στην υπόθεση Ζ. Μερκή ν. Yiannoukas Holiday Inns Ltd, Πολιτική Έφεση 8276, ημερομηνίας 28.11.1994, αναφέρθηκε ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται στις αιτήσεις παραμερισμού απόφασης ενώπιον του Δικαστηρίου γίνεται υπό μορφή ενόρκων δηλώσεων και οποιασδήποτε άλλης γραπτής μαρτυρίας που επισυνάπτεται στις ένορκες δηλώσεις, δεν προσκομίζεται προφορική μαρτυρία εκτός και αν οι διάδικοι ασκήσουν το δικαίωμα τους για αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Ως προς το θέμα αυτό ως Δικαστήριο προσθέτω ότι πλέον μετά την τροποποίηση της Διαταγής 48 Κ.4 στις 23.12.1999 η διαδικασία αυτή παραμένει ως η μόνη και ισχύει για όλες τις αιτήσεις, πλην βέβαια της αίτησης έρευνας για πληρωμή χρέους με μηνιαίες δόσεις ή άλλως πως, όπου πρόκειται για ιδιόμορφη διαδικασία. Τέλος και σε συνέχεια με τα πιο πάνω κρίνεται ορθό να γίνει παραπομπή στην υπόθεση Milouca Motor Trading Ltd v. Χρύσανθου Κούρτη,
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 941, παρατίθενται δε το πιο κάτω απόσπασμα από αυτήν: «Εάν ένας διάδικος μπορεί απρόσκοπτα να επιδιώκει το επανάνοιγμα υπόθεσης, η σφραγίδα της οριστικότητας την οποία φέρει η απόφαση και όλα όσα αυτό εξυπακούει, καθώς και η βεβαιότητα την οποία προάγει στη διαχείριση των υποθέσεων του ανθρώπου θα απωλεσθούν με οδυνηρές συνέπειες για την απονομή της δικαιοσύνης.» Ακόμη στην πιο πάνω απόφαση έχουν αναφερθεί και τα πιο κάτω: «Το απαύγασμα της νομολογίας κατατείνει στο ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να επιδεικνύει υπέρμετρο ζήλο στην αποστέρηση του δικαιώματος του διαδίκου να ακουστεί νοουμένου ότι αποκαλύπτει υπεράσπιση. Εντούτοις το Δικαστήριο μπορεί, παρά ταύτα, να αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση, εάν η διαγωγή του είναι τέτοια, ώστε να πλήττει το θεμέλιο της απονομής της δικαιοσύνης. Όπου η διαγωγή του διαδίκου ο οποίος εξαιτείται τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, είναι ασυγχώρητη, περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου, το Δικαστήριο δύναται ενασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια να αρνηθεί να παραμερίσει την απόφαση.» Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι στην πιο πάνω απόφαση παρ΄όλο που το πρωτόδικο Δικαστήριο δέχθηκε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση, το στοιχείο αυτό δεν κρίθηκε αρκετό για τον παραμερισμό της απόφασης και θεωρήθηκε καθοριστικό το στοιχείο της αργοπορίας στη λήψη μέτρων. Η εν λόγω απόφαση επικυρώθηκε από το Εφετείο. Αξιολόγηση των εκατέρωθεν ισχυρισμών: Με βάση τους εκατέρωθεν ισχυρισμούς όπως έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου κατ΄ αρχήν διαπιστώνεται πως το αίτημα για παραμερισμό ή ακύρωση του διατάγματος για άδεια επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας δεν μπορεί να εξεταστεί ως ανεξάρτητο θέμα αλλά μόνο ενταγμένο στις προϋποθέσεις που οφείλει το Δικαστήριο να εξετάσει, αφού ενώπιον του Δικαστηρίου δεν υπάρχει εμφάνιση καταχωρημένη αλλά έχει ήδη εκδοθεί μία απόφαση και στο στάδιο αυτό το μόνο που επιτρέπεται και θα πρέπει να δοθεί προτεραιότητα είναι να εξετασθεί κατά πόσο δικαιολογείται ο παραμερισμός της εν λόγω απόφασης. Πριν προχωρήσει το Δικαστήριο στην εξέταση των καθορισμένων από την νομολογία προϋποθέσεων διαπιστώνεται κατ΄ αρχήν, πως, η αίτηση παραμερισμού της απόφασης δεν υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση οποιουδήποτε προσώπου εκ μέρους των εναγομένων που να έχει προσωπική γνώση των γεγονότων, αλλά από τον δικηγόρο τους στην Πολωνία, δηλαδή με εξ ακοής μαρτυρία, αυτό αποτελεί και συνιστά αδυναμία στην απόδειξη των ουσιαστικών προϋποθέσεων που απαιτούνται στην παρούσα υπόθεση κυρίως για το θέμα εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Βύρων Τεγκεράκης ν. Δήμου Λευκωσίας
(2005)1 Α.Α.Δ. 289 η αίτηση παραμερισμού απόφασης δεν συνιστά ενδιάμεση αίτηση, ως εκ τούτου θα πρέπει να υποστηρίζεται από πρωτογενή μαρτυρία. Βεβαίως μετά την τροποποίηση στο Δίκαιο της Απόδειξης που επήλθε με το Νόμο 32(Ι)/2004 η εξ ακοής μαρτυρία είναι πλέον επιτρεπτή, καθορίζονται όμως στο άρθρο 27 του εν λόγω Νόμου προϋποθέσεις και κριτήρια προκειμένου να προσδοθεί βαρύτητα σε τέτοια μαρτυρία. Οι εξηγήσεις που δίδονται στις παραγράφους 23, 24 και 25 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την αίτηση, πέραν του ότι αναφέρονται σε άλλο θέμα, δεν αποτελούν επαρκή στοιχεία για να δοθεί μαρτυρία από το δικηγόρο τους. Όφειλαν και μπορούσαν οι αιτητές να καταθέσουν ενόρκως σε Πρεσβεία είτε στην Πολωνία είτε στη Γερμανία όπως έπραξε άλλωστε και ο δικηγόρος τους, καμία όμως εξήγηση δίδεται γιατί δεν έγινε αυτό. Ένα άλλο θέμα το οποίο χρήζει εξέτασης στο στάδιο αυτό είναι το ζήτημα του παραμερισμού της απόφασης ex debito justitiae. Το παράπονο των αιτητών συνδέεται με τη θέση πως η απόφαση εξασφαλίστηκε παράτυπα διότι αγνοήθηκε εμφάνιση ή Υπεράσπισης τους που βρισκόταν ήδη στο φάκελο του Δικαστηρίου. Η θέση αυτή δεν γίνεται αποδεκτή, ούτε εμφάνιση υπήρξε, ούτε Υπεράσπιση και να αγνοήθηκε. Το έγγραφο με τίτλο «Απάντηση στην Αγωγή» με επιστολόχαρτο του δικηγόρου τους από την Πολωνία δεν μπορεί να σημαίνει ούτε το ένα ούτε το άλλο. Οι αιτητές επέλεξαν να αντιδράσουν μ΄ αυτό το έγγραφο και δεν έδωσαν προς τούτο οποιαδήποτε εξήγηση, ενώ οι ενάγοντες αποκάλυψαν στο Δικαστήριο την ύπαρξη του συνεπώς δεν μπορούν οι αιτητές να ισχυρίζονται ότι απέκρυψαν οι ενάγοντες ουσιώδη γεγονότα. Η αποδοχή τέτοιας θέσης όπως την προώθησαν οι αιτητές θα σήμαινε πως οι διαδικασίες στα κυπριακά δικαστήρια θα μπορούσαν να προχωρούν παρά τις πρόνοιες των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας. Η υπόθεση Ευθυμίου ν. Χαραλάμπους
(2004)1 Α.Α.Δ. 700 την οποία επικαλέστηκε ο ευπαίδευτος συνήγορος των αιτητών δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής στην παρούσα υπόθεση, αφού στην εν λόγω υπόθεση είχε καταχωρηθεί νομότυπη εμφάνιση και παραγνωρίστηκε, γι΄ αυτό η απόφαση παραμερίστηκε ex debito justitiae. Μια άλλη θέση των αιτητών είναι πως υπάρχει θεμελιώδης αντικανονικότητα ως προς την επίδοση της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος. Ούτε αυτή η θέση ευσταθεί. Η ειδοποίηση έχει επιδοθεί νομότυπα γι΄ αυτό άλλωστε αντέδρασαν οι αιτητές με τον τρόπο που επέλεξαν, δεν δικαιολογείται από το ξεκάθαρο περιεχόμενο της ειδοποίησης να υπήρχε κάτι που να τους εμπόδισε να αντιληφθούν ότι εκκρεμούσε εναντίον τους δικαστική διαδικασία, ήταν άλλωστε ως αποδέχονται μεταφρασμένο στην πολωνική γλώσσα. Το γεγονός ότι μαζί με την ειδοποίηση επιδόθηκε και το κλητήριο ένταλμα, είναι βεβαίως κάτι που έγινε εκ του περισσού, όμως αυτό δεν φαίνεται να επέδρασε αρνητικά στη διαδικασία έκδοσης της απόφασης, η απόφαση εκδόθηκε στη βάση παράλειψης καταχώρισης εμφάνισης εντός 30 ημερών όπως όριζε η ειδοποίηση που επιδόθηκε στους αιτητές, έστω, και αν στο κλητήριο αναφέρεται ότι η υποχρέωση αυτή ήταν σε 10 ημέρες ή αν στην απόφαση αναφέρεται ότι επιδόθηκε το κλητήριο ένταλμα. Το τελευταίο στοιχείο ίσως να δικαιολογούσε την ανάγκη διόρθωσης της απόφασης όχι όμως παραμερισμού της απόφασης επί της ουσίας της. Αφού το Δικαστήριο έχει διέλθει με κάθε δυνατή προσοχή τη γραπτή μαρτυρία η οποία υποστηρίζει τόσο την αίτηση καθώς και την ένσταση, εφαρμόζοντας τις αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, κρίνονται και αποφασίζονται περαιτέρω τα πιο κάτω: 1) Απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση: Κατ΄ αρχή διαπιστώνεται πως μέσα από την αίτηση τους οι αιτητές δεν προβάλλουν ως αυτοτελή το συγκεκριμένο λόγο για παραμερισμό της απόφασης, και θα μπορούσε να ειπωθεί ότι δεν δικαιολογείται η εξέταση του. Επειδή όμως στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση γίνεται αναφορά σε ισχυρισμούς που αντανακλούν σε τέτοιο θέμα το Δικαστήριο θα το εξετάσει. Διαπιστώνεται περαιτέρω ότι από τη μαρτυρία που οι αιτητές έχουν παρουσιάσει δεν δικαιολογείται συμπέρασμα ότι έχουν αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση, αλλά όπως έχουν προωθήσει τη θέση τους, πρόκειται για την περίπτωση όπου ισχυρίζονται δικαίωμα συμψηφισμού εν όψει χρέους από άλλο τρίτο πρόσωπο εκτός από τους διαδίκους. Ωστόσο το θέμα του συμψηφισμού δεν αναγνωρίζεται στο δικαιϊκό μας σύστημα ως στοιχείο για ύπαρξη Υπεράσπισης. Επιπρόσθετα, για το θέμα αυτό στις παραγράφους 11 και 12 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την αίτηση γίνεται επίκληση γραπτών ακυρώσεων των συμφωνιών με βάση τις οποίες εκδόθηκαν τα τιμολόγια στα οποία στηρίχθηκαν οι ενάγοντες για να εξασφαλίσουν την απόφαση προς όφελος τους. Η διατύπωση όμως της θέσης, ότι τα έγγραφα αυτά, τα οποία αποτελούν το τεκμήριο Ε, έχουν υποδειχθεί από τους εναγόμενους προς τον δικηγόρο τους-ενόρκως δηλούντα (The copies of the writings containing the termination of these agreements are shown to me produced are marked Exhibit E - η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου) δεν ξεκαθαρίζει αν αυτά τα έγγραφα στάληκαν προς τους ενάγοντες ή ήταν σε γνώση τους, δεν υπάρχει άλλωστε κάτι που να το αποδεικνύει, συνεπώς η θέση αυτή δεν μπορεί να ληφθεί ως τέτοια που να προσδίδει εκ πρώτης όψεως Υπεράσπιση στους αιτητές. Επιπλέον μέσα από το περιεχόμενο των τεκμηρίων που επισυνάπτονται, κυρίως του τεκμηρίου Κ, στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση διαπιστώνεται (α) ότι εκείνο που διαφαίνεται είναι ότι οι αιτητές έχουν απαίτηση εναντίον τρίτου προσώπου γι΄ αυτό στην παράγραφο 36 επιφυλάσσουν το δικαίωμα τους να προσφύγουν εναντίον του και (β) ότι τα ποσά στα οποία γίνεται αναφορά αφορούν για τα έτη 2001 και 2002 ενώ η απαίτηση των εναγόντων αφορούσε τιμολόγια τα οποία εκδόθηκαν το 2006 και 2007 (βλέπε έκθεση απαίτησης παράγραφος 7 καθώς τα τιμολόγια). 2) Παράλειψη εμφάνισης στο Δικαστήριο και καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης παραμερισμού: Η ενώπιον του Δικαστηρίου προσαχθείσα από τους αιτητές μαρτυρία δικαιολογεί συμπέρασμα ότι ενώ τους είχε επιδοθεί η ειδοποίηση κλητηρίου με σαφείς οδηγίες ως προς την καταχώρηση εμφάνισης παρέλειψαν για λόγους άγνωστους στο Δικαστήριο να συμμορφωθούν με τις διαδικασίες που προβλέπει η Πολιτική Δικονομία και η θεσμοθετημένη διαδικασία εμφάνισης στα Κυπριακά Δικαστήρια, αντί αυτού απέστειλαν έγγραφο το οποίο αυτοί θεωρούν άλλοτε εμφάνιση και άλλοτε υπεράσπιση. Ουδόλως είναι δυνατό το έγγραφο το οποίο στάληκε προς το Πρωτοκολλητείο με τίτλο «Απάντηση στην Αγωγή» είναι δυνατό να θεωρηθεί είτε ως εμφάνιση είτε ως υπεράσπιση αφού δεν πληρεί τις προϋποθέσεις των προαναφερόμενων εγγράφων όπως αυτές προνοούνται στους Διαδικαστικούς Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας. Καμία εξήγηση υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου που να δικαιολογεί ή να είναι ικανή να δικαιολογήσει την παράλειψη εμφάνισης εκ μέρους των αιτητών. Περαιτέρω στην παράγραφο 4 της ένορκης δήλωσης του δικηγόρου των αιτητών αναφέρεται ότι αυτός έχει διαβάσει την απόφαση ημερομηνίας 21.05.2008 που εκδόθηκε στην αγωγή. Καμία μαρτυρία ή εξήγηση δίδεται ως προς το πότε οι εναγόμενοι έχουν λάβει γνώση της εν λόγω απόφασης. Η αναφορά στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση παράγραφος 3 ότι αντίγραφο της απόφασης επιδόθηκε στους εναγόμενους στις 20.02.2009 δεν εξυπακούει ότι είναι τότε που έλαβαν πρώτη φορά γνώση της απόφασης, στοιχείο το οποίο ενώπιον του Δικαστηρίου δεν αποδείχθηκε, δηλαδή πότε έλαβαν γνώση της απόφασης. Ωστόσο και αν ακόμη θεωρηθεί ότι στις 20.02.09 έλαβαν γνώση οι εναγόμενοι για πρώτη φορά κρίνεται πως οι εξηγήσεις που δίδονται δεν δικαιολογούν συμπέρασμα ότι ενέργησαν χωρίς αργοπορία. Η νομολογία επί του θέματος επιβάλλει όπως τέτοιες αιτήσεις για παραμερισμό απόφασης καταχωρούνται το συντομότερο δυνατό, και να μη υπάρχει καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης, ως εκ τούτου υπό αυτές τις συνθήκες το Δικαστήριο θεωρεί ότι οι αιτητές απέτυχαν να αποδείξουν την υπό συζήτηση προϋπόθεση. Το γεγονός της μη εμφάνισης με τον δέοντα τρόπο σε συνδυασμό με την παρέλευση πολύ μεγάλου χρονικού διαστήματος από την έκδοση της απόφασης κρίνεται ότι συνιστά τουλάχιστον παραγνώριση αν όχι περιφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας αλλά και των δικαιωμάτων του αντίδικου διαδίκου ο οποίος νομότυπα εξασφάλισε την εκδοθείσα απόφαση. Τέλος ένα άλλο θέμα το οποίο εγείρουν οι αιτητές είναι πως δεν υπήρχε δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων και άρα το Δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση στερείτο δικαιοδοσίας. Το παρόν Δικαστήριο γι΄ αυτό το θέμα περιορίζεται στο να παρατηρήσει πως στη συμφωνία που οι ενάγοντες επικαλέστηκαν και με βάση την οποία εξέδωσαν τιμολόγια και ακολούθησε η έκδοση της απόφασης προνοεί ως τόπο εκδίκασης τη Λεμεσό. Συμπέρασμα Δικαστηρίου: Με βάση όλα τα πιο πάνω τα οποία έχουν αναφερθεί κρίνεται ότι οι αιτητές έχουν αποτύχει να αποδείξουν τις απαραίτητες προϋποθέσεις που η νομολογία και οι αρχές του δικαίου μας έχουν καθορίσει προκειμένου να δικαιολογείται ο παραμερισμός ή η ακύρωση εκδοθείσας απόφασης. Τυχόν επανάνοιγμα της παρούσας υπόθεσης θα σήμαινε τη διαιώνιση των διαδικασιών και την καθυστέρηση αυτών, πρόσθετα δε και του θέματος της μη αποκάλυψης συζητήσιμης υπόθεσης ή εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης. Εν όψει των πιο πάνω είναι προφανές ότι δεν τίθεται ζήτημα εξέτασης του αιτήματος για αναστολή της διαδικασίας. Συνακόλουθα η αίτηση των αιτητών απορρίπτεται με έξοδα εναντίον τους και προς όφελος των εναγόντων-καθ΄ ων η αίτηση, να υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)............ Δ. Ι. Κίτσιος, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής /ΤΑ Subject: Civil/Other Actions/Interim Αναφορά: Πολιτική Δικονομία - Αίτηση παραμερισμού απόφασης λόγω μη εμφάνισης. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο