LOMBARD NORTH CENTRAL PLC ν. GHIULAM HABIB, Αρ. Αγωγής: 4110/2008, 03.11.2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:A250 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Πρ. Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4110/2008 Μεταξύ: LOMBARD NORTH CENTRAL PLC Εναγόντων και GHIULAM HABIB Εναγομένου Ημερομηνία: 03.11.2009 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κα Μύρια Αγαθοκλέους για κ.κ. George Pamborides LLC (για ν΄ ακούσει απόφαση η κα Ευαγγέλου) Για Eναγόμενο: Καμία εμφάνιση ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 20.10.2008 και αφού εξασφαλίστηκε δικαστικό διάταγμα σφράγισης γενικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος, οι Ενάγοντες καταχώρησαν την υπό τον άνω αριθμό και τίτλο αγωγή αξιώνοντας εναντίον του Εναγομένου τ' ακόλουθα: (α) Γενικές αποζημιώσεις για δόλο και/ή απάτη και/ή παράνομη οικειοποίηση του οχήματος μάρκας AUDI Q7, χρώματος μαύρου, με αριθμό εγγραφής Ηνωμένου Βασιλείου EA07KKW και αριθμό πλαισίου (chassis number) WAUZZZ4L07D09417 (στο εξής καλείται 'το όχημα') και/ή ψευδείς παραστάσεις και/ή άλλως πως. (β) Ποσό εκ STP£45.772,38 (βρεττανικές στερλίνες) και/ή το ισόποσο σε ευρώ, ως υπόλοιπο λογαριασμού και/ή ως αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας και/ή δυνάμει αδικιολόγητου πλουτισμού και/ή άλλως πως. (γ) Τόκο προς 8,5005% ετησίως επί του προαναφερομένου ποσού από 11.04.2008 μέχρι εξοφλήσεως και/ή νόμιμο τόκο. (δ) Διάταγμα Δικαστηρίου το οποίο να διατάσσει τον Εναγόμενο όπως παραδώσει στους Ενάγοντες το όχημα. (ε) Διάταγμα Δικαστηρίου το οποίο να διατάσσει την πώληση του πιο πάνω οχήματος σε δημόσιο πλειστηριασμό προς πληρωμή των προαναφερομένων ποσών καθώς και των εξόδων πώλησης και οποιοδήποτε περίσσευμα το οποίο υπάρξει να επιστραφεί στον Εναγόμενο που θα ευθύνεται και για τυχόν έλλειμμα. (στ) Δικηγορικά έξοδα πλέον Φ.Π.Α. Περαιτέρω, στις 20.10.2008 οι Ενάγοντες ζήτησαν και πέτυχαν την έκδοση ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος με το οποίο απαγορευόταν στον Εναγόμενο και/ή στους υπαλλήλους και/ή αντιπροσώπους του να λάβουν κατοχή του οχήματος που βρισκόταν υπό την κατοχή και/ή φύλαξη του τμήματος τελωνείων στο λιμάνι της Λεμεσού καθώς επίσης να προβούν σε οποιαδήποτε ενέργεια και/ή εκτελωνίσουν και/ή πωλήσουν και/ή με οποιονδήποτε τρόπο αποξενώσουν το όχημα μέχρι τελικής εκδίκασης της παρούσας αγωγής και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Ακολούθως, μέσω διαφόρων άλλων αιτήσεων, οι Ενάγοντες εξασφάλισαν δικαστικά διατάγματα με τα οποία δόθηκε άδεια: α) Για επίδοση της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος της αγωγής καθώς και του ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος εκτός δικαιοδοσίας και μέσω υποκατάστατου επίδοσης και συγκεκριμένα δια της αποστολής διπλοσυστημένης επιστολής στη διέυθυνση του Εναγομένου στη Μεγάλη Βρεττανία. β) Για υποκατάστατο επίδοση του προσωρινού διατάγματος και της μονομερούς αίτησης με βάση την οποίαν εκδόθηκε το εν λόγω διάταγμα μέσω υπηρεσίας ταχείας παράδοσης εγγράφων και δεμάτων (courier). γ) Για υποκατάστατο επίδοση της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος της αγωγής μέσω υπηρεσίας ταχείας παράδοσης εγγράφων και δεμάτων (courier). Επειδή, σύμφωνα με τους Ενάγοντες, τόσο το προσωρινό διάταγμα αλλά και η μονομερής αίτηση, με βάση την οποίαν εκδόθηκε, όσο και τα έγγραφα του κλητηρίου εντάλματος της αγωγής επιδόθηκαν στον Εναγόμενο μέσω της υπηρεσίας ταχείας παράδοσης εγγράφων και δεμάτων (courier) στις 12.02.2009 και επειδή ο Εναγόμενος παρέλειψε να καταχωρήσει εμφάνιση ως οι οδηγίες του Δικαστηρίου και αφού πρώτα καταχωρήθηκε η έκθεση απαίτησης στις 07.05.2009, οι Ενάγοντες με αίτηση τους ημερομηνίας 11.06.2009 αιτήθηκαν την έκδοση δικαστικής απόφασης σύμφωνα με το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης τους λόγω παράλειψης καταχώρησης εμφάνισης από μέρους του Εναγομένου. Είναι σημαντικό να διευκρινιστεί ότι μέχρι σήμερα ο Εναγόμενος παρέλειψε να καταχωρήσει οποιαδήποτε εμφάνιση ενώπιον του Δικαστηρίου αναφορικά με την αγωγή αυτή. Εδώ ας σημειωθεί επίσης ότι οι Ενάγοντες καταχώρησαν στο φάκελο του Δικαστηρίου γραπτή ένορκη δήλωση κάποιου Andrew Templeman, ο οποίος δηλώνει ότι είναι νομικός και τεχνικός διευθυντής των Εναγόντων. Η εν λόγω ένορκη δήλωση, η οποία είναι στην αγγλική γλώσσα και έχει πιστά μεταφραστεί στα ελληνικά από τον Κύπρο Κλεάνθους, ασκούμενο δικηγόρο στο γραφείο των δικηγόρων των Εναγόντων στην Κύπρο, περιέχει μαρτυρία καθώς και συνοδεύεται από διάφορα τεκμήρια που κατά την άποψη των Εναγόντων τεκμηριώνουν την απαίτηση τους. Ειδικότερα προς απόδειξη της απαίτησης τους οι Ενάγοντες επισύναψαν τα εξής έγγραφα ως τεκμήρια: Αντίγραφο τιμολογίου ημερομηνίας 15.11.2007 που αφορά την πώληση του οχήματος, αντίγραφο σύμβασης ενοικιαγοράς του οχήματος ημερομηνίας 13.11.2007, αντίγραφο επιστολής Εναγόντων ημερομηνίας 10.04.2008 και αντίγραφο κατάστασης λογαριασμού, πράξεις, ενέργειες και συναλλαγές οι οποίες όλες πραγματοποιήθηκαν στο Ηνωμένο Βασίλειο. Στα πλαίσια εξέτασης της αίτησης των Εναγόντων ημερομηνίας 11.06.2009 και κατ' επέκταση εκδίκασης της αγωγής, το Δικαστήριο αυτεπάγγελτα έθεσε θέμα δικαιοδοσίας, δηλαδή εξέφρασε επιφυλάξεις κατά πόσο κυπριακό Δικαστήριο κέκτηται δικαιοδοσίας να επιληφθεί την αγωγή αυτή με αποτέλεσμα η δικηγόρος των Εναγόντων να ζητήσει να αγορεύσει επί του θέματος, πράγμα που διεξήχθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου στις 12.10.2009. Συγκεκριμένα, η ευπαίδευτη συνήγορος των Εναγόντων ισχυρίστηκε, ανάμεσα σ' άλλα, ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού είναι αρμόδιο να εκδικάσει την παρούσα αγωγή για τους εξής λόγους: (α) Το ζήτημα της δικαιοδοσίας είναι δεδικασμένο αφού έχει αποφασιστεί στο στάδιο έκδοσης των προαναφερομένων δικαστικών διαταγμάτων. (β) Τα αστικά αδικήματα του δόλου και της απάτης διαπράχθηκαν από τον Εναγόμενο, είτε εξ' ολοκλήρου είτε μερικώς, στην Κύπρο και ειδικότερα στη Λεμεσό όπου βρίσκεται το όχημα. (γ) Το αντικείμενο του δόλου και της απάτης, δηλαδή το όχημα, βρίσκεται στην Κύπρο. (δ) Ο Εναγόμενος δεν αμφισβήτησε την επίδοση της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος και ότι δεν εκδήλωσε ενδιαφέρον να εμφανιστεί στην παρούσα διαδικασία. (ε) Με βάση τον Ευρωπαϊκό Κανονισμό (ΕΚ) αριθμό 44/2001 του Συμβουλίου της 22ας Δεκεμβρίου 2000. Καταλήγοντας η κυρία Αγαθοκλέους ισχυρίστηκε πως σε περίπτωση που η παρούσα αγωγή ανασταλεί θα δημιουργηθεί αδικία εις βάρος των Εναγόντων, οι οποίοι θα επωμιστούν με επιπλέον έξοδα που θα προκύψουν από την έγερση νέας διαδικασίας ενώπιον των αγγλικών δικαστηρίων. Δεν προτίθεμαι να αναφέρω αυτολεξεί τόσο το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων της παρούσας αίτησης όσο και το περιεχόμενο της αγόρευσης της ευπαιδεύτου συνηγόρου των Εναγόντων αφού κάτι τέτοιο είναι ήδη καταγραμμένο μέσα από τα έγγραφα που υπέβαλαν στο Δικαστήριο αλλά και από τα επίσημα πρακτικά που τηρούνται στα πλαίσια εκδίκασης της υπό κρίσης αίτησης. Έχει νομολογιακά τονιστεί ότι το θέμα της δικαιοδοσίας είναι πρωταρχικής και καίριας σημασίας και μπορεί να εγερθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας ακόμη και αυτεπάγγελτα (ex proprio motu) από το ίδιο το Δικαστήριο[1], ακόμη και στο στάδιο έκδοσης της απόφασης.[2] Τυχόν απόφαση για έλλειψη δικαιοδοσίας καθιστά άκυρη στο σύνολο της την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία και μάταια τα όσα προηγήθηκαν[3] και θα έχει ως αποτέλεσμα την αναστολή της διαδικασίας.[4] Δικαιοδοτικά ζητήματα κρίνονται στη βάση της έκθεσης απαίτησης[5], χωρίς βέβαια να αγνοούνται στοιχεία και λεπτομέρειες που διέρχονται στη αντίληψη του Δικαστηρίου μετά τη διαμόρφωση ολόκληρου του σκηνικού της υπόθεσης και γενικότερα του υποβάθρου της επικρατούσας κατάστασης πραγμάτων. Είναι αυτονόητο ότι η ύπαρξη δικαιοδοσίας αποτελεί προϋπόθεση για την επίλυση διαφοράς, η οποία τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου. Τα Επαρχιακά Δικαστήρια ιδρύθηκαν δυνάμει των προνοιών του Συντάγματος και του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60μετά των συναφών τροποποιήσεων και ασκούν πρωτοβάθμια δικαιοδοσία σε αστικές διαφορές. Αυτά δεν μπορούν να αναλάβουν ή να ασκήσουν δικαιοδοσία πέραν αυτής που τους παρέχει ο νόμος.[6] Δικαιοδοσία είναι η εξουσία του Δικαστηρίου, όπως αυτή καθορίζεται από το δικαιοδοτικό νόμο, να επιλαμβάνεται θεμάτων που εγείρονται ενώπιον του γι' απόφαση σύμφωνα με τους δικονομικούς κανόνες.[7] Μαζί με αυτά συνυπάρχουν και οι οποιοιδήποτε ευρωπαϊκοί κανονισμοί και οδηγίες που στο μεταξύ εκδίδονται, ως αποτέλεσμα της ένταξης της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και οι οποίοι τυγχάνουν αυξημένης ισχύος και υπερισχύουν του εθνικού δικαίου. Σύμφωνα με το άρθρο 21
(1)του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60 μετά των συναφών τροποποιήσεων, κατά τόπο αρμοδιότητα του Επαρχιακού Δικαστηρίου σε αγωγές υπάρχει όταν: (α) Η βάση της αγωγής έχει προκύψει είτε ολόκληρη είτε μερικώς εντός των ορίων της επαρχίας στην οποίαν το Δικαστήριο ιδρύθηκε. (β) Ο Εναγόμενος ή οποιοσδήποτε των Εναγομένων κατά το χρόνο της εγέρσεως της αγωγής διαμένει ή διεξάγει επάγγελμα εντός της επαρχίας εντός της οποίας το Δικαστήριο ιδρύθηκε. Η έννοια της "βάσης της αγωγής", όπως αυτή εκτίθεται στο ερμηνευτικό μέρος του Ν.14/60, περιλαμβάνει το σύνολο των γεγονότων που θεμελιώνουν το αγώγιμο δικαίωμα. Στην περίπτωση που η βάσης αγωγής αφορά παράβαση σύμβασης θα θεωρείται ότι έχει προκύψει εντός της δικαιοδοσίας εάν αυτή συνομολογήθηκε εντός αυτής ή η διάρρηξη της επήλθε εντός της περιοχής που βρίσκεται το επαρχιακό δικαστήριο, ανάλογα με την περίπτωση.[8] Η θέση αυτή επιβεβαιώθηκε στην υπόθεση C & K Kyriakou και Αδελφοί Λτδ v Ιωάννου
(1990)1 A.A.Δ. 479 καθώς και στη μεταγενέστερη υπόθεση Εύρος Χριστοφόρου και άλλη v Paneuropean Insurance Co Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. 1644. Στην δε υπόθεση Θεοχάρους v Παστελλή
(1993)1 A.A.Δ. 240 αποφασίστηκε ότι ο τόπος επιτέλεσης της υποχρέωσης αποπληρωμής χρέους με συμφωνηθείσες δόσεις έδωσε δικαιοδοσία στο Δικαστήριο στο οποίο εκδηλώθηκε η διάρρηξη της συμφωνίας με την μη πληρωμή. Εφαρμόζοντας το σκεπτικό αυτό προκύπτει πως κυπριακό δικαστήριο θα είναι αρμόδιο να εκδικάσει πολιτική υπόθεση όπου η βάσης αγωγής της αφορά παράβαση συμφωνίας όταν αυτή συνομολογήθηκε ή η διάρρηξη της εκδηλώθηκε στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Κατ' αναλογία στην περίπτωση αδικοπραξίας, το κυπριακό δικαστήριο θα είναι αρμόδιο και θα κέκτηται δικαιοδοσία όταν η αδικοπραξία προκύψει στην Κύπρο. Έχοντας υπόψη μου τις πιο πάνω αρχές και κατόπιν εξέτασης του φακέλλου της υπόθεσης, περιλαμβανομένου της έκθεσης απαίτησης των Εναγόντων, της ενόρκου δηλώσεως του κυρίου Andrew Templeman καθώς και των εγγράφων που τη συνοδεύουν, προκύπτει ότι οι βάσεις αγωγής της παρούσας υπόθεσης είναι οι ακόλουθες: (α) Παράβαση σύμβασης (β) Αδικαιολόγητος πλουτισμός (γ) Υπόλοιπο λογαριασμού (δ) Δόλος, απάτη, ψευδείς παραστάσεις και παράνομη κατακράτηση-οικειοποίηση οχήματος Περαιτέρω, μέσα από το περιεχόμενο του φακέλου της υπόθεσης αυτής διαπιστώνω τ' ακόλουθα:
- Κατά τη διάρκεια του ουσιώδη χρόνου μέχρι και σήμερα, οι Ενάγοντες είναι τραπεζικός οργανισμός στο Ηνωμένο Βασίλειο που εκεί διεξάγει τραπεζικές εργασίες και παρέχει πιστωτικές διευκολύνσεις σε πελάτες της περιλαμβανομένου και συμβολαίων ενοικιαγοράς (hire purchase agreements), γεγονός που προκύπτει μέσα από τα επισυναπτόμενα έγγραφα αλλά και που είναι παραδεκτό μέσα από την παράγραφο 1 της έκθεσης απαίτησης.
- Κατά τη διάρκεια του ουσιώδη χρόνου η διεύθυνση των Εναγόντων βρισκόταν και εξακολουθεί σήμερα να βρίσκεται στο Ηνωμένο Βασίλειο, γεγονός που προκύπτει μέσα από τα επισυναπτόμενα έγγραφα.
- Ο Εναγόμενος είχε κατά τη διάρκεια του ουσιώδη χρόνου αλλά και σήμερα έχει τη μόνιμη κατοικία του στο Ηνωμένο Βασίλειο, γεγονός που προκύπτει μέσα από τα επισυναπτόμενα έγγραφα.
- Η επίδικη συμφωνία την οποίαν ισχυρίζονται οι Ενάγοντες συνομολογήθηκε και υπεγράφηκε από τους διαδίκους στο Ηνωμένο Βασίλειο, γεγονός που προκύπτει μέσα από τα επισυναπτόμενα έγγραφα.
- Σύμφωνα πάντοτε με τους ισχυρισμούς των Εναγόντων αλλά και με βάση τα επισυναπτόμενα έγγραφα, η διάρρηξη της συμφωνίας που οι Ενάγοντες επικαλούνται εκδηλώθηκε στο Ηνωμένο Βασίλειο με τη μη πληρωμή των συμφωνημένων δόσεων από μέρους του Εναγομένου.
- Ο τόπος πληρωμής και τίμησης της ισχυριζόμενης συμφωνίας καθορίστηκε στο Ηνωμένο Βασίλειο, γεγονός που προκύπτει μέσα από τα επισυναπτόμενα έγγραφα.
- Με βάση την ενώπιον μου μαρτυρία αλλά και τα έγγραφα που τη συνοδεύουν, ο κατ' ισχυρισμό αδικαιολόγητος πλουτισμός αλλά και το κατ' ισχυρισμό χρεωστικό υπόλοιπο λογαριασμού, τα οποία οι Ενάγοντες επικαλούνται ως βάσεις αγωγών προέκυψαν στο Ηνωμένο Βασίλειο.
- Με βάση την ενώπιον μου μαρτυρία αλλά και τα έγγραφα που τη συνοδεύουν, το επίδικο όχημα μεταφέρθηκε από το Ηνωμένο Βασίλειο στην Κύπρο και συγκεκριμένα στο λιμάνι της Λεμεσού όπου και παραμένει μέχρι σήμερα.
- Οι Ενάγοντες μέσα από την παράγραφο 8 της έκθεσης απαίτησης τους παραδέχονται ότι είχαν δώσει οδηγίες στους δικηγόρους τους στο Ηνωμένο Βασίλειο με σκοπό την ανάκτηση του κατ' ισχυριζομένου οφειλομένου ποσού και την επιστροφή του επίδικου οχήματος στην κατοχή τους.
- Η συμφωνία, την οποίαν οι Ενάγοντες επικαλούνται και στην οποίαν στηρίζονται για να επιτύχουν τις αξιώσεις τους, διέπεται και ερμηνεύεται με βάση το αγγλικό δίκαιο. Προνοεί δε ρητά ότι σε περίπτωση διαφωνίας τους τα μέρη θα πρέπει ν' αποταθούν στο Ανώτατο Δικαστήριο της Αγγλίας (High Court of England). Οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι το ζήτημα της δικαιοδοσίας είναι δεδικασμένο αφού έχει αποφασιστεί στο στάδιο έκδοσης των προαναφερομένων δικαστικών διαταγμάτων. Με όλο το σεβασμό προς το πρόσωπο τους, αυτό δεν ισχύει αφού το Δικαστήριο έθεσε για πρώτη φορά και αυτεπάγγελτα ζήτημα δικαιοδοσίας στο στάδιο πριν από την έκδοση απόφασης, ως εδικαιούτο να πράξει, αφού πρώτα είχε ενώπιον του το πλέον διαμορφωμένο σκηνικό και αποκρυσταλλωμένη πλέον βάση πραγμάτων. Το Δικαστήριο έθεσε ευθύς θέμα δικαιοδοσίας στο στάδιο που είχε στην κατοχή του τα απαιτούμενα έγγραφα, στοιχεία και πληροφορίες που θα του επιτρέψουν να έχει μια ασφαλή και αποκρυσταλλωμένη κρίση επί του θέματος αυτού. Το ότι οι Ενάγοντες καταχώρησαν αγωγή στην Κύπρο και το ότι το Δικαστήριο στο παρελθόν επέτρεψε να σφραγίσουν ειδοποίηση κλητηρίου εντάλματος καθώς και υποκατάστατο επίδοση εκτός δικαιοδοσίας δεν σημαίνει ότι αποφάσισε για το θέμα της δικαιοδοσίας. Όπως έχω ήδη εξηγήσει, η συμφωνία που οι Ενάγοντες επικαλούνται συνομολογήθηκε στο Ηνωμένο Βασίλειο όπως και η κατ' ισχυρισμό διάρρηξη της εκδηλώθηκε στη χώρα αυτή. Εάν σ' αυτά προστεθεί και το γεγονός ότι ο τόπος πληρωμής και τίμησης της ισχυριζόμενης συμφωνίας καθορίστηκε στο Ηνωμένο Βασίλειο, τότε εύκολα κάποιος αντιλαμβάνεται ότι η εν λόγω βάσης αγωγής δεν δύναται να εκδικαστεί από κυπριακό δικαστήριο. Περαιτέρω, το Δικαστήριο δεν δύναται αλλά ούτε και δικαιούται να εκδώσει οποιαδήποτε απόφαση στη βάση συμφωνίας η οποία προνοεί ότι διέπεται, ερμηνεύεται και επιδέχεται εφαρμογής αρχών του αγγλικού δικαίου. Πόσο μάλλον δε όταν η ίδια η συμφωνία προνοεί ρητά ότι τα συμβαλλόμενα μέρη, που στην προκειμένη περίπτωση είναι οι διάδικοι, θα πρέπει να αναζητήσουν επίλυση της όποιας διαφωνίας που στο μεταξύ προκύψει, μέσα από τη δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Αγγλίας. Το ίδιο ισχύει και για το κατ' ισχυρισμό χρεωστικό υπόλοιπο λογαριασμού αλλά και τον κατ' ισχυρισμό αδικαιολόγητο πλουτισμό, ως επιπρόσθετες βάσεις αγωγής, καθότι αυτές προέκυψαν εξ' ολοκλήρου στο Ηνωμένο Βασίλειο. Οι Ενάγοντες ακόμη ισχυρίζονται ότι τα αστικά αδικήματα του δόλου και της απάτης διαπράχθηκαν από τον Εναγόμενο, είτε εξ' ολοκλήρου είτε μερικώς, στην Κύπρο και ειδικότερα στη Λεμεσό όπου βρίσκεται το όχημα καθώς επίσης ισχυρίζονται ότι το αντικείμενο του δόλου και της απάτης, δηλαδή το όχημα, βρίσκεται στην Κύπρο. Είναι γεγονός ότι με βάση την ενώπιον μου μαρτυρία το όχημα μεταφέρθηκε από το Ηνωμένο Βασίλειο στην Κύπρο από τον Εναγόμενο με σκοπό τον εκτελωνισμό του αλλά και κατοχή και χρήση, χωρίς βέβαια ν' αποκλείεται η πώληση ή οποιαδήποτε άλλη μορφή εκμετάλλευση του. Αυτό με οδηγεί στο συμπέρασμα ότι τα προαναφερόμενα αστικά αδικήματα προέκυψαν εν μέρει στην Κύπρο, πράγμα που σημαίνει ότι το κυπριακό δικαστήριο και ειδικότερα το παρόν Δικαστήριο κέκτηται δικαιοδοσία να εκδικάσει επίδικο θέμα που σχετίζεται με τα κατ' ισχυρισμό επίδικα αστικά αδικήματα. Οι Ενάγοντες επιπλέον ισχυρίζονται ότι δεν υφίσταται θέμα δικαιοδοσίας επειδή ο Εναγόμενος δεν αμφισβήτησε την επίδοση της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος και ότι δεν εκδήλωσε ενδιαφέρον να εμφανιστεί στην παρούσα διαδικασία. Με όλο το σεβασμό προς την ευπαίδευτο συνήγορο των Εναγόντων η οποία το έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου, αυτό ουδεμία σχέση έχει με το εάν υπάρχει ή όχι δικαιοδοσία από το Δικαστήριο. Το ζήτημα της δικαιοδοσίας είναι πραγματικό και καθορίζεται μέσα από συγκεκριμένες αρχές που έχουν προσδιοριστεί μέσα από τους εν ισχύ νόμους και υφιστάμενη νομολογία και επομένως δεν εξαρτάται από τη στάση που θα κρατήσει ο οποιοσδήποτε διάδικος. Περαιτέρω, οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι το Δικαστήριο κέκτηται δικαιοδοσία με βάση τον Ευρωπαϊκό Κανονισμό (ΕΚ) αριθμό 44/2001 του Συμβουλίου της 22ας Δεκεμβρίου 2000 (στο εξής καλείται 'ο ΕΚ 44/2001'). Παρ' όλο που οι Ενάγοντες επικαλούνται τον εν λόγω ευρωπαϊκό κανονισμό χωρίς να εδράζουν την αίτηση τους γι' απόφαση πάνω σ' αυτόν, εντούτοις θα προχωρήσω και θα εξετάσω το μέρος του περιεχομένου του που ενδεχομένως να έχει οποιαδήποτε σχέση με το θέμα της δικαιοδοσίας του. Ο εν λόγω κανονισμός αφορά τη διεθνή δικαιοδοσία καθώς και την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, όπως είναι και η προκειμένη περίπτωση. Ο εν λόγω κανονισμός θέσπισε διατάξεις σχετικά με την ενοποίηση των κανόνων σύγκρουσης δικαιοδοσίας στις αστικές και εμπορικές υποθέσεις με στόχο την ταχύτερη και αποτελεσματικότερη διεκπεραίωση της υπόθεσης. Μετά από προσεκτική μελέτη του ευρωπαϊκού κανονισμού αυτού οδηγούμαι στο συμπέρασμα ότι σκοπός του νομοθέτη ήταν να δημιουργήσει ένα υποστηρικτικό ρόλο που πρέπει να υπάρχει μεταξύ των κρατών-μελών αναφορικά με το ζήτημα της δικαιοδοσίας υπό τη μορφή συντρέχουσας βοήθειας. Μία περίπτωση που κατά τη γνώμη μου θα ενέπιπτε στο σκοπό αυτό του νομοθέτη θα είναι όταν καταχωρηθεί αγωγή στο δικαστήριο του κράτους μέλους που κέκτηται δικαιοδοσία και εξ' αιτίας κάποιου συγκεκριμένου λόγου ζητηθεί η έκδοση προσωρινού διατάγματος σε δικαστήριο άλλου κράτους μέλους, στα πλαίσια παροχής υποστήριξης και βοήθειας προς το δικαστήριο που διαθέτει τη δικαιοδοσία για την εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης με στόχο την ολοκλήρωση της εκδίκασης της υπόθεσης το ταχύτερο και αποτελεσματικότερο δυνατό τρόπο. Έτσι στο άρθρο 31 του τμήματος 10 του ΕΚ 44/2001 υπό τον τίτλο "ασφαλιστικά μέτρα" προνοεί ότι "Τα ασφαλιστικά μέτρα που προβλέπονται από το δίκαιο κράτους μέλους μπορούν να ζητηθούν από τις δικαστικές αρχές του κράτους αυτού, έστω και αν δικαστήριο άλλου κράτους μέλους έχει, σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό διεθνή δικαιοδοσία για την ουσία της υπόθεσης." Σε καμία όμως περίπτωση θεωρώ ότι σκοπός του νομοθέτη ήταν να υποκαταστήσει τη δικαιοδοσία δικαστηρίου κάποιου κράτους-μέλους με τη δικαιοδοσία δικαστηρίου κάποιου άλλου κράτους-μέλους. Διαπιστώνω ακόμη ότι ένας άλλος σκοπός του νομοθέτη ήταν να προστατεύσει και κατ' επέκταση να διατηρήσει την αυτονομία των μερών στο να επιλέγουν και να συμφωνούν, μέσα από τη σύμβαση την οποίαν υπογράφουν, το Δικαστήριο στη δικαιοδοσία του οποίου επιθυμούν να αποταθούν με σκοπό την επίλυση τυχόν διαφορών τους. Αυτό εξάλλου υποδεικνύεται στο προοίμιο του ευρωπαϊκού κανονισμού αυτού. Η πιο πάνω πρόθεση του νομοθέτη θα πρέπει να υιοθετηθεί από το κυπριακό δικαστήριο και συνεπώς θα πρέπει να γίνει σεβαστή η επιθυμία των μερών, όπως αυτή διατυπώνεται με σαφήνεια μέσα από μεταξύ τους γραπτή συμφωνία, η οποία υπογραμμίζει ότι η εν λόγω συμφωνία διέπεται από το αγγλικό δίκαιο και ότι το Ανώτατο Δικαστήριο της Αγγλίας είναι το αρμόδιο δικαστήριο που κέκτηται δικαιοδοσία και κατ' επέκταση διεθνή δικαιοδοσία υπό την έννοια του ΕΚ 44/2001 για να εκδικάσει οποιαδήποτε διαφωνία των μερών (βλέπε σελίδα 3 της επίδικης συμφωνίας - Τεκμήριο 2 της ενόρκου δηλώσεως του κυρίου Andrew Templeman). Σύμφωνα με το άρθρο 3
(1)του ΕΚ 44/2001 "Τα πρόσωπα που έχουν την κατοικία τους στο έδαφος κράτους μέλους μπορούν να εναχθούν ενώπιον των δικαστηρίων άλλου κράτους μέλους μόνο σύμφωνα με τους κανόνες που περιλαμβάνονται στα τμήματα 2 έως 7 του παρόντος κεφαλαίου." Ανατρέχοντας στο άρθρο 5
(1)του τμήματος 2 του κανονισμού διαπιστώνεται ότι αυτό δεν εφαρμόζεται στην δική μας περίπτωση καθότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που περιέχονται σ' αυτό, για όλους τους λόγους που έχουν ήδη επεξηγηθεί και αναλυθεί πιο πάνω αναφορικά με τις παραμέτρους που περιβάλλουν την παράβαση σύμβασης, ως βάση αγωγής. Αντίθετα, το άρθρο 16
(2)του τμήματος 4 του ευρωπαϊκού κανονισμού τονίζει ρητά ότι "Η αγωγή του αντισυμβαλλομένου κατά του καταναλωτή μπορεί να ασκηθεί μόνον ενώπιον των δικαστηρίων του κράτους μέλους, στο έδαφος του οποίου έχει την κατοικία του ο καταναλωτής", δηλαδή το Ηνωμένο Βασίλειο στην προκειμένη περίπτωση. Το δε άρθρο 17 του τμήματος 4 σημειώνει πως παρέκκλιση από τις διατάξεις του τμήματος 4 είναι δυνατή μόνο με συμφωνία η οποία διαθέτει τα χαρακτηριστικά που παραθέτονται στο εν λόγω άρθρο, τα οποία όμως δεν πληρούνται στη δική μας περίπτωση. Επίσης το άρθρο 23 του τμήματος 7 επιβεβαιώνει την δικαιοδοσία που στην παρούσα περίπτωση διαθέτει το Ανώτατο Δικαστήριο της Αγγλίας, το δικαστήριο το οποίο τα μέρη επέλεξαν και συμφώνησαν να έχει αρμοδιότητα να εκδικάζει τις οποιεσδήποτε διαφορές τους, οι οποίες πηγάζουν μέσα από τη μεταξύ τους συμφωνία. Σ' αντίθεση όμως με τα πιο πάνω άρθρα, θεωρώ ότι το άρθρο 5
(3)του τμήματος 2 του ευρωπαϊκού κανονισμού αυτού εφαρμόζεται στη δική μας περίπτωση αφού τα πιο πάνω αστικά αδικήματα προέκυψαν εν μέρει στην Κύπρο και ειδικότερα με την μεταφορά του επίδικου οχήματος στο λιμάνι της επαρχίας Λεμεσού. Ενόψει όλων των πιο πάνω και στη βάση των προσκομισθείσων εγγράφων αλλά και των παραμέτρων και περιστατικών που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση, κρίνω ότι το παρόν Δικαστήριο κέκτηται δικαιοδοσία εκδίκασης της εν λόγω αγωγής μόνο όμως όσον αφορά τα επίδικα θέματα των αστικών αδικημάτων. Αντίθετα, το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει τα ζητήματα της παράβασης συμφωνίας, υπόλοιπο λογαριασμού και αδικαιολόγητου πλουτισμού. Έχοντας διαπιστώσει δικαιοδοσία στα θέματα των αστικών αδικημάτων, προχωρώ στην εξέταση της αίτησης των Εναγόντων ημερομηνίας 11.06.2009 για έκδοση δικαστικής απόφασης λόγω μη καταχώρησης εμφάνισης από μέρους του Εναγομένου, πάντοτε στη βάση της ενώπιον μου προσκομισθείσας μαρτυρίας. Με βάση την ενώπιον του Δικαστηρίου κατατεθείσα μαρτυρία έχω ικανοποιηθεί ότι οι Ενάγοντες απέδειξαν την απαίτηση τους και ως εκ τούτου εκδίδεται απόφαση υπέρ τους και εναντίον του Εναγομένου για το ποσό των STP£45.772,38 [βρετανικές στερλίνες] (αντίστοιχο ποσό σε €52.014,07), ως αποζημιώσεις για τη ζημιά που οι Ενάγοντες υπέστησαν λόγω ενεργειών και παραστάσεων του Εναγομένου. Περαιτέρω, επί του ποσού αυτού επιδικάζεται νόμιμος τόκος από τις 06.10.2008 μέχρι εξόφλησης, ημερομηνία κατά την οποίαν, σύμφωνα με μαρτυρία των Εναγόντων, το όχημα μεταφέρθηκε στην Κύπρο. Επιπλέον, εκδίδονται διατάγματα ως οι παράγραφοι 11 (Δ) και (Ε) της έκθεσης απαίτησης των Εναγόντων. Τα έξοδα της παρούσας αγωγής, περιλαμβανομένων και αυτών που προέκυψαν συνεπεία του ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος καθώς και αυτών που αφορούσαν την σφράγιση ειδοποίησης κλητηρίου εντάλματος και υποκατάστατης επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων και εναντίον του Εναγομένου. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Πρ. Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other/Interim Αναφορά: Πολιτική Δικονομία/Διάφορα/Δικαιοδοσία Διακστηρίου/ΕΚ 44-2001 [1] Χρυσάνθη Ανδρέα Κουκούνη, υπό την ιδιότητα της ως διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντα Ανδρέα Κουκούνη κ.α. v Γεώργιου Νικολάου κ.α.
(2003)1 Α.Α.Δ. 1766 [2] Γεωργίου v Γεωργίου
(2001)1 Α.Α.Δ. 1592, Re Elbee Ltd, Αίτηση 135/97, ημερ. 23.12.1997, "Sevegep" Ltd v United Sea Transport Ltd κ.α.
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 729 [3] Kolokoudias v Varnavidou
(1988)1 CLR 566, Παναγιώτου v Χατζηκυριάκου
(1991)1 Α.Α.Δ.362, Θεοφάνους v Γεωργίου
(1996)1 Α.Α.Δ. 303, Δαδακαρίδης v Δαδακαρίδου
(1990)1 Α.Α.Δ. 566 [4] Αθηνούλλα Αντωνίου κ.α. v Ταμείου Προνοίας Υπαλλήλων Ξενοδοχειακής Βιομηχανίας
(2002)1 Α.Α.Δ. 204, Διάταξη 33 Κανονισμός 10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, Chloe Garment Industry Ltd v John Vassiliades Services Ltd, Πολιτική Έφεση 9627 ημερ. 28.11.1997 [5] Παυλίνα Γρηγορίου v Δημήτρη Γρηγορίου
(2001), υπό την ιδιότητα αυτού ως συνδιαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντα Γαβριήλ Γρηγορίου και άλλων
(2001)1 Α.Α.Δ. 1461 [6] Christofi and Others v Iacovidou
(1986)1 C.L.R. 236 [7] Μούρτζινος v Global Cruises Ltd
(1992)1 A.A.Δ. 1160, R.C.K. (Αρ.2)
(1993)1 Α.Α.Δ. 618 [8] Άρθρο 2 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60μετά των συναφών τροποποιήσεων cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο