← Κύπρος

ΑΝΔΡΕΑΣ ΝΕΟΚΛΕΟΥΣ ΣΙΑ ν. CYLLENIUS HOLDING LTD κ.α., Γενική Αίτηση 365/09, 3.11.09

ΑΝΔΡΕΑΣ ΝΕΟΚΛΕΟΥΣ ΣΙΑ ν. CYLLENIUS HOLDING LTD κ.α., Γενική Αίτηση 365/09, 3.11.09 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:A251 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Σωκράτους, Α.Ε.Δ. Γενική Αίτηση 365/09 Μεταξύ: ΑΝΔΡΕΑΣ ΝΕΟΚΛΕΟΥΣ & ΣΙΑ, εκ Λεμεσού Αιτητών ΚΑΙ

  1. CYLLENIUS HOLDING LTD., εκ Λεμεσού
  2. SERGEY PUGACHEF, εκ Λεμεσού
  3. IOSSIF SANDLER, εκ Λεμεσού
  4. IGOR SIDOROV, εκ Λεμεσού
  5. TRANSBUNKER MANAGEMENT LTD., εκ Λεμεσού Καθ' ων η αίτηση --------------------- Αίτηση ημερ. 30.7.09 για εκδίκαση προδικαστικών σημείων. Ημερομηνία: 3.11.09 Εμφανίσεις: Για τους αιτητές: Κος Α. Μελάς Για τους καθ' ων η αίτηση: Κος Χριστοφόρου ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα ενδιάμεση αίτηση, οι αιτητές ζητούν όπως τα νομικά σημεία που εγείρονται με τις παραγράφους Α και Β της ένστασης τους, προδικαστούν από το Δικαστήριο. Το αίτημα αυτό άνκαι αρχικά συνάντησε την ένσταση της αντιδίκου πλευράς, εν τέλει με δήλωση τους ημερομηνίας 19.10.09 συναίνεσαν όπως τα εγειρόμενα προδικαστικά θέματα εκδικαστούν πριν την εκδίκαση της κυρίως αίτησης. Για καλύτερη κατανόηση των θεμάτων που εγείρονται, θα γίνει μια σύντομη αναφορά στα ζητήματα που εγείρονται με την παρούσα γενική αίτηση. Οι Αντρέας Νεοκλέους & Σία, αιτητές στην κυρίως γενική αίτηση, (εν τοις εφεξής Α. Νεοκλέους), κατεχώρησαν την ανωτέρω αίτηση εναντίον των προσώπων που φαίνονται στον τίτλο ως καθ' ων η αίτηση, (εν τοις εφεξής Cyllenius Ltd.), με την οποία ζητούν: «Διάταγμα και/ή άδεια του Δικαστηρίου που να επιτρέπει την εγγραφή και εκτέλεση απόφασης ημερομηνίας 12/7/06 ληφθείσας υπό της Επιτροπής Καθορισμού Δικηγορικής Αμοιβής του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση 1 έως 5.» Οι καθ' ων η αίτηση - Cyllenius Holding Ltd. κ.α., καταχώρησαν ένσταση με την οποία μεταξύ άλλων εγείρουν τα πιο κάτω νομικά θέματα με τα οποία ισχυρίζονται ότι η γενική αίτηση θα πρέπει ν' απορριφθεί: «Α. Η νομική βάση της αίτησης είναι ελλιπής και/ή αόριστη και/ή οι νόμοι και οι θεσμοί επί των οποίων στηρίζεται η παρούσα αίτηση δεν νομιμοποιούν τις αιτούμενες θεραπείες και/ή δεν προσδίδουν εις το Δικαστήριο εξουσία να ασχοληθεί με την παρούσα αίτηση. Β. Η αίτηση δεν έχει συνταχθεί δικονομικά ορθά και/ή πάσχει τυπικά και/ή δεν έχει περιβληθεί με τον ορθό δικονομικό τύπο και/ή μορφή και ως εκ τούτου είναι ανυπόστατη και/ή άκυρη και/ή ανύπαρκτη.» Υποστηρίζοντας την αίτηση του ο κ. Μελάς αναφερόμενος εις τον πρώτο λόγο ένστασης, υπέδειξε ότι η Γενική Αίτηση είναι ένας από τους τρόπους έναρξης διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου και διαφοροποιείται από την Ενδιάμεση Αίτηση, γι' αυτό η Δ.48 στην οποία η Γενική Αίτηση στηρίζεται, δεν μπορεί να προσδώσει δικαιοδοσία στο Δικαστήριο για να ασχοληθεί με την ουσία της αίτησης. Υπέδειξε περαιτέρω ότι η νομική βάση της αίτησης είναι ελλιπής και για το λόγο ότι βασίζεται στο Κεφ. 4 γενικά, χωρίς να εξειδικεύει συγκεκριμένο άρθρο και διερωτάται: Είναι υποχρεωμένο το Δικαστήριο και οι καθ' ων η αίτηση (αιτητές στην παρούσα ενδιάμεση διαδικασία) να ψάξουν όλο το νομοθέτημα για να διαπιστώσουν σε ποιο άρθρο θα έπρεπε να στηρίζεται η αίτηση; Η απάντηση την οποία ο ίδιος δίδει στο ερώτημα είναι αρνητική και παρέπεμψε προς τούτο σε σχετική νομολογία. Υποστηρίζοντας το λόγο ένστασης (Β), ανέφερε ότι ενώ η παρούσα διαδικασία έχει ενεργοποιηθεί με το ορθό δικονομικό διάβημα, εντούτοις ο τύπος, δηλαδή η φόρμα του διαβήματος είναι λανθασμένη αντικανονική και συνεπώς άκυρη και ανυπόστατη. Για υποστήριξη του αιτήματος του αυτού, παρέπεμψε σε σχετική νομολογία και προέβη σε ανάλυση της Δ.64 για να υποστηρίξει ότι η τροποποίηση της δεν δικαιολογεί παρέκκλιση από την εφαρμογή της και από τα όσα η νομολογία στην οποία παρέπεμψε καθιέρωσε, αν ληφθεί υπόψη ότι οι αιτητές δεν έλαβαν κανένα μέτρο για διόρθωση της παρατυπίας. Αγορεύοντας ο κ. Χριστοφόρου, υπεστήριξε ότι η υπό εκδίκαση ενδιάμεση αίτηση εκτός του ότι είναι εντελώς αβάσιμη, αποτελεί ακόμη ένα διαδικαστικό διάβημα που σκοπό έχει την καθυστέρηση της καταβολής στους αιτητές της δικηγορικής αμοιβής τους για προσφερθείσες υπηρεσίες. Υποστηρίζοντας το νομότυπο και έγκυρο της Γενικής Αίτησης με την οποία ξεκίνησε η παρούσα διαδικασία, υπέδειξε ότι νομική βάση της αίτησης είναι ο περί Δικηγόρων Νόμος και η σχετική με την αμοιβή των δικηγόρων κανονισμοί, στους οποίους γίνεται ρητή πρόνοια. Το Κεφ. 4, στο οποίο η νομική βάση της αίτησης παραπέμπει, αναφέρεται στη βάση της αίτησης διότι σύμφωνα με το άρθρο 16(Α)

(1)των Κανονισμών «οι αποφάσεις της Επιτροπής υπέχουν θέση Διαιτητικών αποφάσεων η αποφάσεων Διαιτητού και οιοσδήποτε από τους διαδίκους έχει το δικαίωμα να ζητήσει με αίτηση του στο Επαρχιακό Δικαστήριο την εγγραφή τους και επίσης όπως αυτές εκτελεστούν με την προβλεπόμενη διαδικασία και τους τρόπους εκτέλεσης, όπως ισχύει και στις άλλες αποφάσεις των Επαρχιακών Δικαστηρίων.» Είναι προφανές, συνέχισε ο κ. Χριστοφόρου, ότι η αναφορά στους Κανονισμούς, ότι οι αποφάσεις της Επιτροπής υπέχουν θέση διαιτητικών αποφάσεων σκοπεύει στο να προσδιορίσει το είδος και/ή τη φύση και/ή την νομική υπόσταση μιας απόφασης. Στη συνέχεια της αγόρευσης του υπεστήριξε πως για την περίπτωση για την οποία κριθεί ότι η νομική βάση ήταν ελλιπής, τότε η Δ.64 παρέχει τη δυνατότητα για διόρθωση της παρατυπίας. Παρέπεμψε δε το Δικαστήριο σε σχετική νομολογία. Με την αγόρευση του κ. Χριστοφόρου εγείρεται ακόμη ένα θέμα. Ότι η ένορκος δήλωση της Αθηνούλλας Χαραλάμπους που συνοδεύει την αίτηση για την διαδικασία αυτή δεν πληροί τις προϋποθέσεις που θέτει η Δ.39 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, δηλαδή περιέχει διαζευκτικούς ισχυρισμούς και θέσεις και έτσι δεν αποκαλύπτει με σαφήνεια τα γεγονότα στα οποία βασίζεται. Σε απάντηση αυτής της θέσης ο κ. Μελάς υπεστήριξε πως από τη στιγμή που οι «Α. Νεοκλέους» δεν έφεραν ένσταση στην αίτηση των «Cyllenius» για εκδίκαση των προδικαστικών σημείων, τότε δεν εγείρεται θέμα παρατυπίας ή ασάφειας της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την αίτηση. Εν πρώτοις θα πρέπει να υπογραμμισθεί το γεγονός πως τα θέματα τα οποία το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει είναι αμιγώς νομικά. Δεν απαιτείται η παράθεση οιωνδήποτε γεγονότων για να αποσαφηνισθούν ή επεξηγηθούν. Αν αυτή ήταν η περίπτωση τότε θα ακολουθείτο τελείως διαφορετική διαδικασία. Περαιτέρω θα πρέπει επίσης να υπομνησθεί ότι οι «Α. Νεοκλέους» δεν έφεραν ένσταση στην αίτηση των «Cyllenius» για προδικαστική εκδίκαση των θεμάτων που οι τελευταίοι ήγειραν με την ένσταση τους. Διά τούτο, η οποιαδήποτε ασάφεια υπήρχε, η οποία δεν υπάρχει αφού δεν τίθεται θέμα επεξήγησης γεγονότων, τότε αυτή αίρεται με την ανυπαρξία ένστασης και την αποδοχή από τους «Α. Νεοκλέους», εκδίκασης των προδικαστικών σημείων. Προδικαστικό Σημείο «Α» Η κρινόμενη γενική αίτηση στηρίζεται στον περί Δικηγόρων Νόμο, Κεφ. 2, άρθρο 24, στους περί Ελαχίστων Ορίων Αμοιβής των Ασκούντων Δικηγορίαν (Εξωδικαστηριακές Υποθέσεις) Κανονισμούς 1985-1999 άρθρα 14
(1), 16
(1), 16Α
(1)
(2)
(3), στους θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48, θ.1-3, Δ.64 στο Κεφ. 4 και στη συμφυή εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου. Οι περί Ελαχίστων Ορίων Αμοιβής των Ασκούντων Δικηγορία (Εξωδικαστηριακές Υποθέσεις) δια του άρθρου 14
(1)παρέχουν το δικαίωμα στους δικηγόρους να ζητήσουν πιστοποίηση της αμοιβής τους από την Επιτροπή και με τη διαδικασία που οι Κανονισμοί προβλέπουν. Το άρθρο 16Α
(1)των Κανονισμών προνοεί πως οι αποφάσεις της Επιτροπής υπέχουν θέση Διαιτητικών Αποφάσεων και οιοσδήποτε διάδικος έχει το δικαίωμα να αιτηθεί την εγγραφή της στο Επαρχιακό Δικαστήριο για να εκτελεσθεί, με τον τρόπο που εκτελούνται οι αποφάσεις των Επαρχιακών Δικαστηρίων. Είναι προφανές από τα ανωτέρω, πως γίνεται μνεία των διαιτητικών αποφάσεων και συνεπώς του Κεφ. 4, όχι διότι η διαδικασία ενώπιον της Επιτροπής, στηρίζεται ή διέπεται από οποιαδήποτε πρόνοια του Κεφ. 4, αλλά διότι με το ανωτέρω άρθρο, η απόφαση της Επιτροπής εξισούται με απόφαση διαιτητού. Οι σχετικοί με την κρινόμενη διαδικασία Κανονισμοί και Νόμοι είναι ο περί Δικαστηρίων και οι σχετικοί Κανονισμοί οι οποίοι ρητά και ξεκάθαρα καταγράφονται. Επομένως, αφ' ης στιγμής το ισχύον για την περίπτωση δικαιοδοτικό πλαίσιο περιγράφεται, δεν τίθεται θέμα παρατυπίας ή ακυρότητητας. Νομικό σημείο Β Έχει ανωτέρω καταγραφεί η σχετική ένσταση και οι θέσεις και εισηγήσεις του κ. Μελά επί τούτου. Το Δικαστήριο δεν έχει τη θέση του κ. Χριστοφόρου για το σημείο αυτό. Κρίνεται όμως πως η παραπομπή του στη Δ.64 και τις σχετικές επιπτώσεις σε παράτυπα δικονομικά μέτρα θεωρείται πως καλύπτει και αυτή τη πτυχή. Η σπουδαιότητα των δικονομικών κανόνων για την εύρυθμη απονομή της δικαιοσύνης είναι δύσκολο να υπερτονιστεί. Η σημασία τους κατοπτρίζεται στο ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση της Ολομέλειας στην Μαυρογένης ν. Βουλής των Αντιπροσώπων, Εκλογική Αίτηση 1/95 - 22.1.1996 (απόφαση πλειοψηφίας): «Οι διαδικαστικοί κανονισμοί σ' αυτή, όπως και σ' όλες τις διαδικασίες θεσμοθετούν τους κανόνες για την άσκηση της δικαστικής εξουσίας. Στην απουσία τους, δε θα υπήρχε σταθερό πλαίσιο άσκησης της δικαστικής λειτουργίας, η άσκηση της θα επαφιόταν στη βούληση των δικαστών που επιλαμβάνονται της κάθε υπόθεσης, με αντίκτυπο την αβεβαιότητα στην πορεία απονομής της δικαιοσύνης. Η τήρηση των δικονομικών κανόνων ενέχει μεγάλη σημασία για την απρόσκοπτη απονομή της δικαιοσύνης.» Με τον περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικό) Διαδικαστικό Κανονισμό του 1995 (εκδόθηκε 24.2.1995), καταργείται η διάκριση μεταξύ άκυρου και αντικανονικού δικονομικού μέτρου. Στην Θαλασσινός ν. Δημοκρατίας
(1995)3 Α.Α.Δ. 255, κρίθηκε ότι με τη νέα Δ.64 καταργείται η διάκριση μεταξύ άκυρου και αντικανονικού δικονομικού μέτρου. Εξισώνεται κάθε μορφή παρέκκλισης από τους θεσμούς με αντικανονικότητα δυνάμενη να θεραπευθεί. (Βλέπε Γιάννη ν. Αναπληρωτή Εφόρου Μηχανοκινήτων Οχημάτων
(1995)3 Α.Α.Δ. 334, Δημοκρατία ν. Lion Insurance Agency Ltd.
(1995)3 A.A.Δ. 510, Λοϊζου ν. Χαραλάμπους και Άλλων - (Π.Ε. 8946 - 15.2.1996). Η Δ.64 δημιουργεί ένα διαδικαστικό μέσο το οποίο μπορεί να χρησιμοποιήσει διάδικος για να θεραπεύσει παρατυπίες στη διαδικασία, εφόσον αυτές είναι θεραπεύσιμες. Το Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να προβαίνει αυτεπαγγέλτως σε διορθωτικές κινήσεις. Επαφίεται στον ενδιαφερόμενο διάδικο να λάβει τα κατάλληλα διορθωτικά μέτρα. (ΜΙ Ηoldings Pulbic Ltd. v. Τασούλα Παναγή
(2006)1 Α.Α.Δ. 299). Στην ανωτέρω υπόθεση τονίσθηκε η αναγκαιότητα για συμμόρφωση με τους θεσμούς, στην οποία πρωτόδικα είχε εκδοθεί απόφαση μετά από αίτηση για συνοπτική απόφαση, ενώ η αγωγή είχε καταχωρηθεί επί εντύπου κλητηρίου εντάλματος βάσει της Δ.2 θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, παρά το ότι η διατύπωση και η οπισθογράφηση ήταν ειδική και όχι γενική. Το πρωτόδικο Δικαστήριο θεωρώντας ότι η παράλειψη αυτή ήταν απλή παρατυπία από την οποία δεν προέκυψε αδικία στους εφεσείοντες, κατέληξε ότι επληρούτο η προϋπόθεση της Δ.18, θ.1(α) για την ύπαρξη οπισθογραφημένου κλητηρίου και εξέδωσε απόφαση υπέρ της ενάγουσας. Το Εφετείο εξετάζοντας το ζήτημα, με αναφορά στη Δ.64 θ.1, απεφάσισε πως ακόμη κι αν η χρήση λανθασμένου κλητηρίου συνιστά ή όχι απλή παρατυπία, σημείο στο οποίο έκρινε πως δεν ήταν απαραίτητο να υπεισέλθει, η Δ.64 δεν θα διόρθωνε τα πράγματα, διότι όπως έχει κατ' επανάληψη λεχθεί, δεν καταργεί τις διατάξεις των θεσμών οι οποίες πρέπει να τηρούνται. Με τη Δ.64 παρέχεται απλώς η ευκαιρία σε διάδικο που υπέδειξε πλημμέλεια στην εφαρμογή των θεσμών, στα πλαίσια που ορίζει η Δ.64, να διορθώσει το συγκεκριμένο διάβημα ώστε να μην θεωρείται άκυρο το δικόγραφο του (βλ. Remedica Ltd. v. Bayer Aktiengesellschalt
(1998)1 A.A.D. 1815). Η Δ.64 δεν αποτελεί πανάκεια για κάθε παράλειψη συμμόρφωσης με τους κανονισμούς (βλ. Πετρίχου ν. Χατζηιωσήφ
(1998)1 Α.Α.Δ.81, 84). Δημιουργεί ένα διαδικαστικό μέσο το οποίο μπορεί να χρησιμοποιήσει ο διάδικος για να θεραπεύσει παρατυπίες στη διαδικασία, εφόσον αυτές είναι θεραπεύσιμες. Η συγκεκριμένη διαταγή δεν παρέχει στο Δικαστήριο την εξουσία να προβαίνει αυτεπαγγέλτως σε διορθωτικές κινήσεις. Το Δικαστήριο υποχρεούται να εξετάζει την ενώπιον του κατάσταση όπως αυτή έχει δημιουργηθεί. Τα κατάλληλα διορθωτικά διαβήματα θα πρέπει να λαμβάνονται από τον ενδιαφερόμενο διάδικο (βλ. Οικονομίδου ν. Φλουρέντζος Χριστοδούλου και Υιοί Λίμιτεδ, Πολ. Έφεση 12031/22.9.2005). Η χρήση επομένως του σωστού δικονομικού τύπου (φόρμας) σε συνάρτηση με τους περαιτέρω χειρισμούς είναι αυτό που έχει σημασία στην υπόθεση. Στην κρινόμενη περίπτωση ο τύπος της αίτησης που χρησιμοποιείται για έναρξη της διαδικασίας είναι ο τύπος που προβλέπει η Δ.48 των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας για ενδιάμεσες αιτήσεις σε εκκρεμούσες αγωγές και διαδικασίες. Το ερώτημα είναι αν αυτό είναι το ορθό εναρκτήριο μέσο. Ο συνήγορος των Α. Νεοκλέους δεν απαντά σ' αυτό το ερώτημα, ενώ ο συνήγορος της Cyllenius, τον προσδιορίζει σε αυτό, των πρωτογενών αιτήσεων. Σειρά Νομοθετημάτων, όπως ο περί Πτωχεύσεως Νόμος, ο περί Εταιρειών, κλπ. προνοούν με συγκεκριμένα άρθρα τύπους αιτήσεων για έναρξη διαδικασίας ενώπιον των Δικαστηρίων. Το άρθρο 16Α των επίδικων κανονισμών τιτλοφορείται: Εγγραφή αποφάσεων Επιτροπής, τόκοι επί των αποφάσεων - Επιδίκαση εξόδων Διαδικασίας και προνοεί πως η απόφαση, εγγράφεται στο Επαρχιακό Δικαστήριο κατόπιν αίτησης οποιουδήποτε διαδίκου. Ο τύπος και η φόρμα της αίτησης δεν καθορίζεται. Ούτε ο περί Διαιτησίας Νόμος Κεφ. 4 προσδιορίζει οιονδήποτε τύπον αίτησης. Οι θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας Δ.49 προνοούν και προβλέπουν για την διαδικασία στις περιπτώσεις που αγωγή παραπέμπεται σε διαιτησία χωρίς όμως ειδική αναφορά σε τύπον αίτησης για εγγραφή της διαιτητικής απόφασης. Εξυπακούεται βέβαια πως όπου η διαιτητική απόφαση εκδίδεται στα πλαίσια εκκρεμοδικίας στο πολιτικό Δικαστήριο, τότε η οποιαδήποτε αίτηση λαμβάνει τη μορφή των ενδιάμεσων αιτήσεων της Δ.48. Οι θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας περιλαμβάνουν ακόμη μια πρόνοια την Δ.55, η οποία πραγματεύεται έναρξη διαδικασιών ενώπιον Δικαστηρίου, σε περιπτώσεις εκτός αγωγών και καθορίζει μάλιστα συγκεκριμένο τύπο, (φόρμα 50 και 51), του οποίου η έναρξη της διαδικασίας θα περιληφθεί και με τον οποίο η οποιαδήποτε διαφορά θα αχθεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Εκείνο βέβαια που ενέχει σημασία είναι πως σίγουρα ο τύπος που οι αιτητές στη Γενική Αίτηση επέλεξαν να οδηγήσουν τη διαφορά τους ενώπιον του Δικαστηρίου δεν ήταν ο ενδεδειγμένος. Είναι ο τύπος που πρooρίζεται αποκλειστικά για ενδιάμεσες αιτήσεις σε εκκρεμείς αγωγές και διαδικασίες. Τόσον ο τύπος της αίτησης στην όψη της όσον και η αναφορά στη νομική της βάση της Δ.48 θ.1, εκεί παραπέμπει. Συνεπώς το Δικαστήριο δεν έχει ενώπιον του το ορθό δικονομικό μέσο. Δεδομένου πως δεν έγινε διάβημα για διόρθωση αυτού του σφάλματος κρίνεται πως η χρήση και επίκληση της Δ.64 δεν θεραπεύει την δημιουργηθείσα κατάσταση. (Δέστε Παναγή ανωτέρω). Έχοντας υπόψη όλα τα ανωτέρω, η αίτηση των «Α. Νεοκλέους» για εγγραφή της απόφασης της Επιτροπής του Παγκυπρίου Δικηγορικού Συλλόγου, κρίνεται ανυπόστατη και συνεπώς απορριπτέα. Η Γενική αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των καθ' ων - αιτητών στην κρινόμενη αίτηση. (Υπ.) .............. Δ. Σωκράτους, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΑΛ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.