← Κύπρος

Alpha Bank Cyprus Ltd ν. Philip Stephen Daly κ.α., Αρ. Αγωγής 6557/07, 10.11.2009

Alpha Bank Cyprus Ltd ν. Philip Stephen Daly κ.α., Αρ. Αγωγής 6557/07, 10.11.2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:A259 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Χατζηγιάννη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 6557/07 Μεταξύ: Alpha Bank Cyprus Ltd, από τη Λεμεσό Εναγόντων και Philip Stephen Daly, από το Ηνωμένο Βασίλειο

  1. Judith Daly, από το Ηνωμένο Βασίλειο
  2. Paphomonte Estates Ltd, από τη Λεμεσό Εναγομένων ----------------------------------- Ημερομηνία: 10.11.2009 Για αιτητές-εναγομένους 3: κ. Λάντας Για καθ΄ων η αίτηση-ενάγοντες: κα Τερψοπούλου Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Εναγόμενοι 3 (στο εξής οι αιτητές) στοχεύουν σε παραμερισμό της απόφασης που εκδόθηκε στην απουσία τους, στις 18.9.08 κατ΄ επίκληση της Δ.33 θ.5 και Δ.48 θ.1, 2, 3 και 9(Η) των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών και στη βάση των λόγων που προβάλλουν στην ένορκη δήλωση ημερ. 10.3.09 που συνοδεύει την αίτηση τους. Η αίτηση προσέκρουσε σε ένσταση των Εναγόντων (στο εξής οι καθ΄ων η αίτηση) αλλά πριν την καταγραφή των εκατέρωθεν θέσεων θα ήταν χρήσιμο να γίνει σύντομη αναφορά στο ιστορικό της αγωγής. Οπως προκύπτει από το φάκελο του Δικαστηρίου, οι Ενάγοντες καταχώρησαν στις 14.12.07, κλητήριο ένταλμα ειδικό οπισθογραφημένο εναντίον των τριών Εναγομένων. Tην ίδια ημέρα απευθύνθηκαν με αίτηση τους στο Δικαστήριο και στις 9.1.08 εξασφάλισαν την άδεια του Δικαστηρίου για επίδοση της αγωγής στους Εναγόμενους 1 και 2 εκτός δικαιοδοσίας με διπλοσυστημένη επιστολή. Το κλητήριο ένταλμα δεν επιδόθηκε στους Εναγόμενους 1 και 2 εντός ενός έτους από την καταχώρηση της αγωγής και έπαυσε γι΄αυτούς να ισχύει. Παράλληλα, το κλητήριο ένταλμα επιδόθηκε στους αιτητές στις 26.6.08, όμως αυτοί παρέλειψαν να καταχωρήσουν εμφάνιση. Γι΄αυτό και οι καθ΄ων η αίτηση με μονομερή αίτηση τους ημερ. 27.8.08, εξασφάλισαν στις 18.9.08 προς όφελος τους και εναντίον των αιτητών απόφαση για €134.069 με τόκο προς 14,57750% ετησίως, επί ποσού €133.212,86 από 25.10.07 μέχρι εξόφλησης πλέον έξοδα. Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση προέρχεται από τον Ρηγίνο Χαραλάμπους, οικονομικό διευθυντή των αιτητών. Με αυτή υποστηρίζεται ότι όταν η αγωγή επιδόθηκε στους αιτητές, αυτοί ήρθαν σε επαφή με τους καθ΄ων η αίτηση, οι οποίοι τους βεβαίωσαν ότι σκοπός τους ήταν να πιέσουν τους Εναγόμενους 1, 2 και δεν θα προχωρούσαν τη δικαστική διαδικασία εναντίον των αιτητών, αν δεν επιδίδετο η αγωγή εναντίον των Εναγομένων 1 και
  3. Αυτός ήταν ο λόγος που οι αιτητές δεν καταχώρησαν εμφάνιση και υπεράσπιση αφού οι καθ΄ων η αίτηση τους βεβαίωσαν ότι όταν θα επιδίδετο η αγωγή στον πρωτοφειλέτη θα τους ειδοποιούσαν σχετικά. Ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι οι αιτητές πούλησαν στους Εναγόμενους 1 και 2 οικία στο Τεμάχιο
  4. Όταν οι Εναγόμενοι 1 και 2 ζήτησαν από τους καθ΄ων η αίτηση χρηματοδότηση, οι καθ΄ων η αίτηση ζήτησαν από τους αιτητές να εγγυηθούν τους Εναγόμενους 1 και
  5. Οι αιτητές για να αποδεχτούν να εγγυηθούν τους Εναγόμενους 1 και 2 ζήτησαν από τους καθ΄ων η αίτηση γραπτή βεβαίωση και απαλλαγή και στις 10.12.03 σύναψαν συμφωνία εγγύησης με τους Ενάγοντες με την οποία εγγυούνταν τις υποχρεώσεις του Εναγόμενου 1 προς τους καθ΄ων η αίτηση. Οι καθ΄ων η αίτηση παρέδωσαν επιστολή στους αιτητές ημερ. 10.12.03 (Τεκμήριο 1) με την οποία διαβεβαίωναν ότι οι υποχρεώσεις και η εγγύηση των αιτητών θα τερματιστούν νοουμένου ότι εγγραφεί Α΄ υποθήκη προς όφελος των καθ΄ων η αίτηση επί της πιο πάνω οικίας ως εξασφάλιση των υποχρεώσεων του Εναγόμενου 1 προς τους Ενάγοντες. Τον Οκτώβριο 2008 οι καθ΄ων η αίτηση έστειλαν στους αιτητές αντίγραφο της επίδικης απόφασης την οποία εξασφάλισαν κατά παράβαση της πιο πάνω υπόσχεσης τους. Οι αιτητές διαμαρτυρήθηκαν εκ νέου στους καθ΄ων η αίτηση οι οποίοι και πάλι τους διαβεβαίωσαν ότι προχώρησαν στην έκδοση απόφασης για τυπικούς λόγους και ότι θα προχωρούσαν και εναντίον των πρωτοφειλετών. Οι αιτητές με επιστολή του δικηγόρου τους ημερ. 20.11.08 (Τεκμήριο 3) κάλεσαν τους καθ΄ων η αίτηση με βάση το Τεκμήριο 1 να τους απαλλάξουν από την εγγύηση ταυτόχρονα με την παραχώρηση Α΄ υποθήκης στην εν λόγω οικία. Οι καθ΄ων η αίτηση κατά παράβαση του Τεκμηρίου 1 ουδέποτε απάντησαν στους αιτητές. Στις 9.2.09 οι δικηγόροι των αιτητών έλαβαν επιστολή από το δικηγόρο των καθ΄ων η αίτηση (Τεκμήριο 4) με την οποία απαντούσαν αρνητικά στο Τεκμήριο 3 και κάλεσαν τους αιτητές για πρώτη φορά να καταβάλουν άμεσα το οφειλόμενο ποσό. Οι δικηγόροι των αιτητών απάντησαν με επιστολή τους ημερ. 16.2.09 (Τεκμήριο 5). Προβάλλεται ότι οι αιτητές έχουν καλή υπεράσπιση αφού οι καθ΄ων η αίτηση χωρίς να επιδώσουν στους Εναγόμενους 1 και 2-πρωτοφειλέτες, εξασφάλισαν απόφαση εναντίον των αιτητών-εγγυητών με αποτέλεσμα να δεσμεύονται και οι πρωτοφειλέτες από την εκδοθείσα απόφαση, χωρίς να ακουστούν. Οι αιτητές περαιτέρω, έχουν σοβαρό και εύλογο λόγο που δεν καταχώρησαν εμφάνιση στο Δικαστήριο και καταχώρησαν την παρούσα αίτηση εντός ευλόγου χρόνου και χωρίς καμία καθυστέρηση. Με την ένσταση, η οποία υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση υπαλλήλου των καθ΄ων η αίτηση, διατυπώνεται η θέση ότι:
  6. Οι αιτητές δεν δικαιολόγησαν την καθυστέρηση και την αδράνεια τους για καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης και υπεράσπισης ως και την καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης, την οποία καταχώρησαν μετά τη λήψη μέτρων από τους καθ΄ων η αίτηση για εκτέλεση της απόφασης εναντίον τους.
  7. Επανάνοιγμα της υπόθεσης θα παραβίαζε το συνταγματικό δικαίωμα των καθ΄ων η αίτηση για εκδίκαση της υπόθεσης τους μέσα σε εύλογο χρόνο.
  8. Οι αιτητές δεν αποκαλύπτουν σοβαρή και καλή υπεράσπιση και προβάλλουν αόριστους, άσχετους και αναληθείς ισχυρισμούς. Ειδικότερα, ο ενόρκως δηλών ισχυρίζεται ότι οι καθ΄ων η αίτηση ουδέποτε διαβεβαίωσαν τους αιτητές ότι δεν θα προχωρούσαν εναντίον τους. Αντίθετα οι αιτητές διαβεβαίωναν τους καθ΄ων η αίτηση ότι θα διευθετείτο η υπόθεση και θα προέβαιναν σε ενέργειες για αποπληρωμή των οφειλών τους και δεν είναι οι καθ΄ων η αίτηση που ζήτησαν από τους αιτητές να εγγηθούν τους Εναγόμενους 1 και
  9. Οι καθ΄ων η αίτηση δέχονται την ύπαρξη της επιστολής ημερ. 10.12.03 όμως όταν οι αιτητές προσφέρθηκαν να υλοποιήσουν το περιεχόμενο της με επιστολή ημερ. 20.11.08, αυτό δεν μπορούσε να γίνει αποδεκτό από τους καθ΄ων η αίτηση για τους λόγους που αναφέρονται στην παράγραφο 6(δ) της ένορκης δήλωσης. Οι καθ΄ων η αίτηση, σύμφωνα με τον ενόρκως δηλούντα, αρνούνται ότι μετά την έκδοση της επίδικης απόφασης διαβεβαίωσαν τους αιτητές ότι προχώρησαν εναντίον τους για τυπικούς λόγους. Στην επιστολή των αιτητών ημερ. 20.11.08, απάντησαν με την επιστολή τους ημερ. 9.2.09 και οι αιτητές διαβεβαίωσαν επανειλημμένα τους καθ΄ων η αίτηση ότι θα πλήρωναν το ποσό. Επεξηγείται στην παράγραφο (η) της ένορκης δήλωσης γιατί δεν έγινε κατορθωτή η επίδοση της αγωγής στους Εναγόμενους 1 και 2 με αναφορά στις προσπάθειες που έγιναν από τους καθ΄ων η αίτηση μέσω Διαταγμάτων Δικαστηρίου για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και υποκατάστατη επίδοση. Σύμφωνα με την εγγύηση που οι αιτητές υπέγραψαν, σε περίπτωση νομικής ή ουσιαστικής αδυναμίας είσπραξης από τους πρωτοφειλέτες, οι αιτητές θα είχαν πλήρη ευθύνη προς τους καθ΄ων η αίτηση (Τεκμήριο 5). Οι καθ΄ων η αίτηση είχαν το δικαίωμα λήψης δικαστικών μέτρων εναντίον των αιτητών ωσάν να ήταν πρωτοφειλέτες, προτού προβούν στη λήψη οποιουδήποτε μέτρου εναντίον του πρωτοφειλέτη. Στις γραπτές τους αγορεύσεις οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δυο πλευρών ανέπτυξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους υπέρ και εναντίον της αίτησης με αναφορά στη σχετική νομολογία. Προτού προχωρήσω στην εξέταση της ουσίας της αίτησης - με αναφορά στις προϋποθέσεις που η νομολογία έχει καθιερώσει σε περιπτώσεις όπως η παρούσα - είναι αναγκαίο να ασχοληθώ με τη νομική βάση της αίτησης. Οι αιτητές στηρίζουν την αίτηση τους στη Δ.33 θ.5 η οποία παρέχει την εξουσία στο Δικαστήριο να παραμερίσει απόφαση που εκδόθηκε προς όφελος ενός διαδίκου, συνεπεία μη εμφάνισης του αντίδικου κατά την ακροαματική διαδικασία. Μάλιστα ο αιτητής θα πρέπει να καταχωρήσει την αίτηση του εντός 15 ημερών από την έκδοση της απόφασης. Η παρούσα περίπτωση δεν είναι τέτοια. Οι καθ΄ων η αίτηση εξασφάλισαν απόφαση προς όφελος τους και εναντίον των αιτητών κατόπιν μονομερούς αίτησης διότι οι αιτητές, παρόλο που τους επιδόθηκε η αγωγή στις 26.6.08 παρέλειψαν να καταχωρήσουν εμφάνιση. Ως εκ τούτου είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η νομική βάση της αίτησης είναι παντελώς εσφαλμένη και η ορθή δικονομική διάταξη στην οποία η παρούσα αίτηση θα έπρεπε να στηριχθεί είναι η Δ.17 θ.
  10. Παρά την πιο πάνω κατάληξη του Δικαστηρίου, θα προχωρήσω με την ουσία της αίτησης αφού οι νομικές αρχές που διέπουν το θέμα είναι οι ίδιες και για τις δυο περιπτώσεις. Η αίτηση για παραμερισμό απόφασης εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και πρωταρχικής σημασίας είναι η κατάδειξη από τον αιτητή ότι έχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση προκειμένου να επανανοίξει η υπόθεση (βλ. I. Kotsapas & Sons Ltd v. Titan Contructions & Engineering Co.

(1961)C.L.R.317, Νεάρχου ν. Χαραλάμπους
(1991)1 Α.Α.Δ.954, Mine & Quarry Services Ltd v. Γεωργίου (Μαύρου)
(1993)1 Α.Α.Δ.26, Merkis v. Yiannoukas and another
(1994)1 A.A.Δ.736 και Λουκά ν. Cyprus Pipes Industries Ltd
(1995)1 A.A.Δ.163). Επιπρόσθετα ο αιτητής θα πρέπει να καταδείξει στο Δικαστήριο σοβαρό και εύλογο λόγο για την παράλειψη του να εμφανιστεί στο Δικαστήριο, συνεπεία της οποίας λήφθηκε η εναντίον του απόφαση, ως και ότι επιδίωξε το επανάνοιγμα της υπόθεσης με την πρώτη δυνατή ευκαιρία (βλ. Mine & Quarry (ανωτέρω) και Χρυσάνθου κ.α. ν. Mariala Constructions Ltd
(1996)1 A.A.Δ.1129). Στην απόφαση Merkis (ανωτέρω) συνοψίζονται οι αρχές που διέπουν το εγειρόμενο θέμα στο πιο κάτω απόσπασμα: «Από το σκεπτικό της Evans v. Bartlam συνεπάγεται ότι:
(1)Η αίτηση για παραμερισμό αποφάσεως είναι θέμα το οποίο εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και πρωταρχικής σημασίας είναι το κατά πόσο ο αιτητής έχει πράγματι καλή υπεράσπιση.
(2)Ο αιτητής πρέπει να πείσει το Δικαστήριο ότι υπάρχει πράγματι σοβαρός και εύλογος λόγος που δεν παρουσιάσθηκε στο Δικαστήριο και άφησε να εκδοθεί απόφαση εναντίον του.
(3)Το Δικαστήριο δεν πρέπει να προχωρήσει ως θα έπραττε αν εκδίκαζε την υπόθεση και να αποφασίσει αν υπάρχει ή δεν υπάρχει υπεράσπιση.
(4)Το βάρος της απόδειξης είναι σίγουρα πάνω στον αιτητή, αλλά όχι για να αποδείξει την υπεράσπιση, απλώς για να δείξει στο Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση πάνω στην ουσία της υπόθεσης.
(5)Σχετικά με τη μαρτυρία την οποία πρέπει να προσκομίσει ο αιτητής για να αποδείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση επί της ουσίας της υπόθεσης και ότι υπήρχε σοβαρός και εύλογος λόγος που δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο, αυτή πρέπει να είναι υπό τη μορφή ενόρκων δηλώσεων και οποιαδήποτε άλλη έγγραφη μαρτυρία συνημμένη στις ενόρκους δηλώσεις. Δεν προσκομίζεται οποιαδήποτε άλλη προφορική μαρτυρία. Οι διάδικοι όμως έχουν το δικαίωμα να αντεξετάσουν οποιονδήποτε ομνύοντα επί της ένορκης δήλωσης του, αφού δώσουν τη σχετική ειδοποίηση σύμφωνα με τους κανόνες της Πολιτικής Δικονομίας.» Η νομολογία υποστηρίζει ότι μπορεί να απορριφθεί η αίτηση, παρά την αποκάλυψη συζητήσιμης υπεράσπισης, εφόσον διαπιστωθεί ότι ο Εναγόμενος επέδειξε αδιαφορία για την αγωγή, η οποία είναι δυνατό να θεωρηθεί μορφή καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων του αντίδικου. Στο καταληκτικό μέρος της απόφασης Milouca Motor Trading Ltd v. Χρ. Κούρτη
(1997)1Β Α.Α.Δ. σελ.941: «Η άνευ αποχρώντος λόγου παράλειψη του Εναγόμενου να εμφανιστεί και η αδικαιολόγητη καθυστέρηση του να αποταθεί για τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, μπορεί βάσιμα να αποτελέσουν λόγο για την απόρριψη του αιτήματος του. Διαφορετικά η πορεία της δικαστικής διαδικασίας και το αποτέλεσμα της θα αφήνονταν αιωρούμενα μέχρι την εκδήλωση της θέσης του Εναγόμενου σε σχέση με την εναντίον του αγωγή.» Γνώμονας για την άσκηση της διακριτικής εξουσίας πρέπει να είναι η ανάγκη εξισορρόπησης αφενός της ανάγκης διασφάλισης του δικαιώματος του κάθε διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεση του και αφετέρου της ανάγκης για ταχεία απονομή της δικαιοσύνης και την τελεσιδικία της δικαστικής απόφασης (βλ. Phylactou and Others v. Michael
(1982)1 C.L.R.204, 210). Στην απόφαση Παπανικολάου ν. Κότσαπα
(2004)1 Α.Α.Δ.1800 αποφασίστηκε ότι: «Όπως έχει επανειλημμένα τονισθεί, πρέπει να διασφαλίζονται από τη μια το δικαίωμα ακρόασης του διάδικου και από την άλλη η ανάγκη ταχείας διεκπεραίωσης των δικαστικών υποθέσεων. Η άνευ φειδούς επανάνοιξη υπόθεσης δημιουργεί αβεβαιότητα στην τελεσιδικία και γι΄αυτό, αν η συμπεριφορά διαδίκου είναι τέτοια που πλήττει τα θεμέλια της απονομής της δικαιοσύνης και καταδεικνύει καταφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας, το Δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί το αίτημα του διαδίκου. (Δέστε σχετικά Αννα Νικολάου Χαραλάμπους ν. Κ & Τ Αndreou Ltd κ.α. Π.Ε.11120, ημερ. 13.9.02 και Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R.204).» To πρώτο θέμα που θα πρέπει να αποφασιστεί είναι κατά πόσο οι αιτητές που έχουν και το βάρος απόδειξης, έδειξαν στο Δικαστήριο ότι έχουν καλή υπεράσπιση. Είναι η θέση των αιτητών, όπως προβάλλεται από την ένορκη δήλωση ημερ. 10.3.09, ότι έχουν καλή υπεράσπιση αφού οι καθ΄ων η αίτηση χωρίς να επιδώσουν στους Εναγομένους 1 και 2-πρωτοφειλέτες και χωρίς να διαγνωστούν τα επίδικα θέματα μεταξύ των καθ΄ων η αίτηση και των πρωτοφειλετών, οι καθ΄ων η αίτηση εξασφάλισαν απόφαση εναντίον των αιτητών - εγγυητών με αποτέλεσμα να δεσμεύονται οι πρωτοφειλέτες από την εκδοθείσα απόφαση χωρίς να ακουστούν. Προς τούτο επικαλέστηκαν την απόφαση Στέλιος Σιαμμάς ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2007)1(Β) Α.Α.Δ.
  1. Εχω την άποψη ότι τα γεγονότα της εν λόγω απόφασης Σιαμμάς διαφοροποιούνται ουσιωδώς από τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Στην υπόθεση Σιαμμάς το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε ακυρώσει την επίδοση στην πρωτοφειλέτιδα εταιρεία, στα πλαίσια αίτησης για συνοπτική απόφαση και είχε προχωρήσει στην έκδοση απόφασης εναντίον του εγγυητή. Το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι με αυτή τη διαδικασία το Δικαστήριο είχε αποφασίσει ουσιαστικά και τελεσίδικα την ύπαρξη του χρέους και την οφειλή της πρωτοφειλέτιδας εταιρείας και γι΄ αυτό παραμέρισε την πρωτόδικη απόφαση εναντίον του εγγυητή. Στην παρούσα υπόθεση τα γεγονότα είναι εντελώς διαφορετικά. Οι καθ΄ων η αίτηση παρά τις γνήσιες προσπάθειες τους δεν κατόρθωσαν να επιδώσουν το κλητήριο ένταλμα στους Εναγόμενους 1 και 2, πρωτοφειλέτες, οι οποίοι εγκατέλειψαν την Κύπρο και είναι αδύνατο για τους καθ΄ων η αίτηση να εντοπίσουν τη διεύθυνση διαμονής τους στην Αγγλία, η δε προσπάθεια τους να επιδώσουν με διπλοσυστημένη επιστολή σε συγκεκριμένη διεύθυνση στην Αγγλία απέτυχε. Εχω την άποψη ότι η υπόθεση Σιαμμάς δεν εισάγει απαρέκκλιτη νομική αρχή ότι για την έκδοση απόφασης εναντίον εγγυητή, θα πρέπει να προηγηθεί έκδοση απόφασης εναντίον του πρωτοφειλέτη. Κάτι τέτοιο θα οδηγούσε, κατά την άποψη μου, σε αντινομικά αποτελέσματα αφού σε όσες περιπτώσεις - όπως η παρούσα - θα εντοπίζεται πραγματική αδυναμία επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος στον πρωτοφειλέτη, αυτό θα λειτουργεί ως ανυπέρβλητο εμπόδιο για τον πιστωτή να προωθήσει αξίωση εναντίον του εγγυητή, πράγμα που θα ισοδυναμεί με αυτόματη απαλλαγή του εγγυητή. Επισημαίνω επί του προκειμένου και τις πρόνοιες του άρθρου 95 του περί Συμβάσεως Νόμου, Κεφ.149 που ξεκάθαρα προνοεί ότι: «Ελλείψει όρου περί του εναντίου εν τη συμβάσει της εγγυήσεως, απλή αποχή του πιστωτού από της εγέρσεως αγωγής ή της λήψεως ετέρων μέσων θεραπείας κατά του πρωτοφειλέτου, δεν απαλλάττει τον εγγυητήν.», κάτι που συνηγορεί με την πιο πάνω προσέγγιση. Σχετικοί για τα περιστατικά της παρούσας, είναι οι όροι 19 και 20 του εγγράφου εγγυήσεως (Τεκμήριο 5 στην ένορκη δήλωση των καθ΄ων η αίτηση) σύμφωνα με τους οποίους οι αιτητές συμφώνησαν ότι έχουν πλήρη ευθύνη προς τους καθ΄ων η αίτηση για το ποσό των υποχρεώσεων του πρωτοφειλέτη, ωσάν να είναι οι πρωτοφειλέτες, σε περίπτωση μεταξύ άλλων, που η είσπραξη οποιουδήποτε ποσού από τον πρωτοφειλέτη είναι αδύνατη εξαιτίας οποιουδήποτε νομικού ή ουσιαστικού κωλύματος. Επίσης, οι αιτητές έδωσαν στους καθ΄ων η αίτηση το δικαίωμα να εισπράξουν τα ποσά που οφείλονται από τον πρωτοφειλέτη και να προβαίνουν στη λήψη δικαστικών μέτρων εναντίον τους ωσάν να είναι πρωτοφειλέτες, προτού προβούν στη λήψη οποιουδήποτε μέτρου εναντίον του πρωτοφειλέτη. Επομένως, είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι οι αιτητές δεν ικανοποίησαν το Δικαστήριο ότι έχουν εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση στην αγωγή, κάτι που οδηγεί αναπόφευκτα στην απόρριψη της αίτησης. Παρά την πιο πάνω κατάληξη, προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο οι αιτητές έπεισαν το Δικαστήριο ότι υπήρχε πράγματι σοβαρός και εύλογος λόγος που δεν παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο και άφησαν να εκδοθεί απόφαση εναντίον τους. Το κλητήριο ένταλμα επιδόθηκε στους αιτητές στις 26.6.08 και η επίδικη απόφαση εκδόθηκε στις 18.9.
  2. Αποτελεί θέση των αιτητών ότι οι καθ΄ων η αίτηση τους πληροφόρησαν για την εν λόγω απόφαση εναντίον τους τον Οκτώβριο 2008 και η παρούσα αίτηση καταχωρίστηκε στις 10.3.09 δηλαδή μετά πάροδο 6 μηνών. Είναι η θέση των αιτητών ότι δεν καταχώρησαν εμφάνιση και υπεράσπιση διότι οι καθ΄ων η αίτηση τους διαβεβαίωσαν ότι όταν θα επιδίδετο η αγωγή στους πρωτοφειλέτες θα τους ειδοποιούσαν σχετικά και δεν θα προχωρούσαν τη δικαστική διαδικασία εναντίον τους αν η αγωγή δεν επιδίδετο στους Εναγόμενους 1 και
  3. Οι καθ΄ων η αίτηση αρνούνται ότι έδωσαν τέτοια διαβεβαίωση στους αιτητές, οι δε αιτητές που έχουν και το βάρος απόδειξης, παρέλειψαν να αντεξετάσουν σχετικά τον ενόρκως δηλούντα Νεόφυτο Παρέα. Πρόκειται για ισχυρισμό των αιτητών, γενικό και αόριστο που στερείται κάθε λογικής, σοβαρότητας και πειστικότητας και για όλους αυτούς τους λόγους δεν γίνεται αποδεκτός. Ως εκ τούτου, είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι οι αιτητές δεν έπεισαν το Δικαστήριο ότι υπήρχε σοβαρός και εύλογος λόγος που δεν καταχώρησαν εμφάνιση στο Δικαστήριο. Σ΄ότι αφορά την πάροδο των 6 μηνών μέχρι την καταχώρηση της αίτησης, η ανταλλαγή αλληλογραφίας μεταξύ των αιτητών και των καθ΄ων η αίτηση, δεν δικαιολογεί κατά την άποψη μου, την καθυστέρηση που αντικειμενικά παρατηρείται. Αντίθετα, η ανησυχία των αιτητών για την έκδοση απόφασης εναντίον τους, θα έπρεπε να τους οδηγήσει στην άμεση αντίδραση τους, έστω και αν παράλληλα κατέβαλλαν προσπάθειες για απαλλαγή τους από την εγγύηση, ως ήταν το αίτημα τους με την επιστολή τους ημερ. 20.11.
  4. Ως εκ τούτου, είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι οι αιτητές δεν ικανοποίησαν το Δικαστήριο ότι επιδίωξαν το επανάνοιγμα της υπόθεσης με την πρώτη δυνατή ευκαιρία. Αντίθετα παρατηρείται αντικειμενικά, αδικαιολόγητη καθυστέρηση εκ μέρους τους να αποταθούν για τον παραμερισμό της απόφασης. Αυτός είναι βάσιμος λόγος που οδηγεί επίσης σε απόρριψη της αίτησης. Για όλα τα πιο πάνω καταλήγω ότι, υπό τα περιστατικά της υπόθεσης, οι αιτητές αφενός μεν δεν έδειξαν εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση και αφετέρου η διαγωγή που επέδειξαν συνιστά καταφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας. Η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα σε βάρος των αιτητών και προς όφελος των καθ΄ων η αίτηση όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ.) ............... Στ. Χατζηγιάννη, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΚ Subject: Civil/Appl. Αnafora: Etisi gia paramerismo apofasis cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.