A VALENTINO AUTO ELECTRIC LTD ν. ΜΙΧΑΛΗΣ ΓΙΑΝΝΑΚΟΥ, Αρ. Αγωγής: 649/2009, 12.11.2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:A261 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Πρ. Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 649/2009 Μεταξύ: A. VALENTINO AUTO ELECTRIC LTD, εκ Λεμεσού Εναγόντων και ΜΙΧΑΛΗΣ ΓΙΑΝΝΑΚΟΥ, εκ Λευκωσίας Εναγομένου Αίτηση Παραμερισμού Δικαστικής Απόφασης ημερομηνίας 13.08.2009 Ημερομηνία: 12.11.2009 Εμφανίσεις: Για Αιτητή: κα Μ. Κόκκινου για κ.κ. Χρίστο Μ. Τριανταφυλλίδη και Δημήτρη Μιχαηλίδη ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 15.05.2009 εκδόθηκε δικαστική απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον του Εναγομένου-Αιτητή (στο εξής καλείται 'ο Αιτητής') σύμφωνα με την οποίαν ο τελευταίος διατάκτηκε να πληρώσει το ποσό των €37.002,28 με τόκο προς 9% ετησίως επί του ποσού αυτού από 24.07.2008 μέχρι εξόφλησης πλέον δικηγορικά έξοδα, τόκο και έξοδα επίδοσης. Η πιο πάνω απόφαση εκδόθηκε μετά από εξέταση σχετικής αίτησης των Εναγόντων ημερομηνίας 05.05.2009 για έκδοση δικαστικής απόφασης λόγω μη καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης από μέρους του Εναγομένου. Η αίτηση Στις 13.08.2009 ο Αιτητής καταχώρησε την παρούσα αίτηση με την οποίαν ζητεί τα εξής: (α) Διάταγμα και/ή Απόφαση που να παραμερίζει (setting aside) και/ή ακυρώνει την απόφαση Δικαστηρίου ημερομηνίας 15.05.2009 και/ή (β) Διάταγμα και/ή Απόφαση που να αναστέλλει την ισχύ της δικαστικής απόφασης ημερομηνίας 15.05.2009 μέχρι και της πλήρους αποπερατώσεως της παρούσας αίτησης. (γ) Έξοδα. Η υπό κρίση αίτηση, η οποία έγινε δια κλήσεως, εδράζεται στη Διάταξη 17 Κανονισμούς 2, 3, 4, 5, 6 και 10, στη Διάταξη 26 Κανονισμό 14, στη Διάταξη 40 Κανονισμοί 2, 3, 7 και 11, στη Διάταξη 44 Κανονισμό 11, στη Διάταξη 48 Κανονισμοί 1, 2 και 9(h), στη Διάταξη 64 Κανονισμοί 1 και 2 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Θεσμών, στο άρθρο 30 του Συντάγματος, στην πρακτική και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και επί των γενικών αρχών του νόμου. Τα δε γεγονότα πάνω στα οποία στηρίζεται η αίτηση αυτή και που σύμφωνα με τον Αιτητή δικαιολογούν την επιτυχία της, περιέχονται σε ένορκο δήλωση του Αιτητή, κυρίου Μιχάλη Γιαννακού, ημερομηνίας 04.08.2009, ο οποίος εν συντομία και μεταξύ άλλων, δηλώνει πως: - Ουδέποτε ο επιδότης άφησε το κλητήριο ένταλμα στην παρουσία του και ουδέποτε ο ίδιος υπέγραψε ότι έλαβε το κλητήριο ένταλμα. - Έστω και εάν το κλητήριο ένταλμα αφέθηκε στην οικία της Παναγιώτας Γιαννακού δεν θα μπορούσε να λάβει γνώση αυτού αφού η οικία αυτή δεν είναι ο τόπος διαμονής του. - Είναι ασαφές που έχει τελικά επιδοθεί το κλητήριο ένταλμα επειδή ενώ αναγράφεται το όνομα Παναγιώτα Γιαννακού σε παρένθεση αναγράφονται οι λέξεις "Ελπίδα-Εγγονή". - Η επίδοση της αγωγής είναι αντικανονική και/ή παράτυπη και συνεπώς η εκδοθείσα δικαστική απόφαση θα πρέπει να παραμεριστεί. - Δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό στους Ενάγοντες και εν πάσει περιπτώσει το ποσό που εκδόθηκε εναντίον του είναι υπερβολικό και δεν ανταποκρίνεται στο πραγματικά οφειλόμενο. - Έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση στην αγωγή. Η ένσταση Στις 03.11.2009 καταχωρήθηκε ένσταση από μέρους των Εναγομένων, η οποία όμως την ημέρα της ακρόασης κρίθηκε από το Δικαστήριο ότι καταχωρήθηκε εκπρόθεσμα μετά από σχετικό αίτημα που υπέβαλε στο Δικαστήριο η ευπαίδευτη συνήγορος του Αιτητή, αφού πρώτα επιχειρηματολόγησαν επί τούτου οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων και ακολούθησε σχετική απόφαση του Δικαστηρίου. Ως αποτέλεσμα της εκπρόθεσμης καταχώρησης της, το περιεχόμενο της ένστασης αλλά και των ενόρκων δηλώσεων που τη συνοδεύουν δεν λαμβάνεται και δεν λήφθηκε υπόψη από το Δικαστήριο για σκοπούς εξέτασης της παρούσας αίτησης. Ακροαματική διαδικασία Στις 05.11.2009 διεξήχθηκε η ακρόαση της παρούσας αίτησης και αφού πρώτα το Δικαστήριο απέρριψε αίτημα αναβολής. Κατά την ακρόαση της υπό κρίσης αίτησης η ευπαίδευτη συνήγορος του Αιτητή περιορίστηκε σε αγόρευση προς υποστήριξη των ισχυρισμών του Αιτητή, η οποία βασικά επανέλαβε τις θέσεις του Αιτητή όπως αυτές διατυπώνονται μέσα από το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως του. Έχοντας σκιαγραφήσει τις πιο πάνω βασικές θέσεις και ισχυρισμούς του Αιτητή δεν προτίθεμαι να αναφέρω αυτολεξεί το περιεχόμενο της αίτησης και ενόρκου δηλώσεως που τη συνοδεύει όσο και την αγόρευση της ευπαιδεύτου συνηγόρων του Αιτητή αφού κάτι τέτοιο είναι ήδη καταγραμμένο μέσα από τα έγγραφα που υπέβαλε ενώπιον του Δικαστηρίου καθώς και μέσα από τα επίσημα πρακτικά που τηρούνται στα πλαίσια εκδίκασης της υπό κρίσης αίτησης. Οι θέσεις του Αιτητή έχουν μελετηθεί με προσοχή, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους και όπως προανέφερα δεν κρίνεται σκόπιμο να επαναληφθούν. Νομική Πτυχή Η εξουσία του Δικαστηρίου για παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης παρέχεται από τη Διάταξη 17 Κανονισμό 10 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και έχει διακριτικό χαρακτήρα.[1] Μέσα στα πλαίσια άσκησης της διακριτικής εξουσίας του το Δικαστήριο θα πρέπει να ισοζυγίσει δύο παράγοντες θεμελιώδεις για την απονομή της δικαιοσύνης, ήτοι από τη μια τη διασφάλιση του δικαιώματος ενός διαδίκου ν' ακουστεί και από την άλλη την ανάγκη προστασίας της τελεσιδικίας αλλά και της ταχείας διεκπεραίωσης των δικαστικών διαδικασιών.[2] Το βάρος απόδειξης σε τέτοιου είδους αιτήσεις το φέρει ο Αιτητής. Συγκεκριμένα, ο Κανονισμός 10 της Διάταξης 17, ο οποίος είναι πανομοιότυπος με το αγγλικό O.13 r.10, σημειώνει τα εξής: "Where judgment is entered pursuant to any of the preceeding rules of this Order, it shall be lawful for the Court in a proper case to set aside or vary such judgment upon such terms as may be just." Σε ελεύθερη μετάφραση: "Όταν εκδοθεί απόφαση σύμφωνα με τους προηγούμενους κανονισμούς αυτής της Διάταξης, θα είναι νόμιμο δια το Δικαστήριο στην κατάλληλη περίπτωση να παραμερίσει ή να διαφοροποιήσει τέτοια απόφαση με όρους που θα ήθελαν φανεί δίκαιοι." Η κυπριακή νομολογία έχει υποδείξει ότι ο Αιτητής για να επιτύχει παραμερισμό δικαστικής απόφασης θα πρέπει να δείξει και να πείσει ότι έχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή καλόπιστη συζητήσιμη υπόθεση και να εξηγήσει κατά τρόπο πειστικό ότι δικαιολογείται η μη εμφάνιση του στη διαδικασία, όπως και η όποια καθυστέρηση του να αποταθεί στο δικαστήριο για παραμερισμό της απόφασης. Τα κριτήρια αυτά πρέπει ν συντρέχουν. Οι πιο πάνω αρχές αναδύθηκαν μέσα από τη γνωστή αγγλική απόφαση Evans v Bartlam
(1937)2 All E.R. 646, η οποία και υιοθετήθηκε σε διάφορες αποφάσεις των κυπριακών δικαστηρίων όπως στην Ioannis Kotsapas & Sons Ltd v Titan Constructions and Engineering Company
(1961)1 C.L.R. 317, στη Christophorou v Kyriakoulli
(1963)2 C.L.R. 159, στη Phylactou v Michael
(1982)1 C.L.R. 204, Δ. Σκάρος v Π. Χριστοδούλου
(1998)1(Α) Α.Α.Δ. 291, Γιάννης άλλως Γιαννάκης Κουδουνάς v ΣΚΥΜΕ Λτδ κ.α.
(2000)1 Α.Α.Δ. 967, Γεώργιος Φρίξου Γιωργαλλίδης v Ταπελλογραφείο Κώστας Παύλου & Σία Λτδ
(2000)1 Α.Α.Δ. 1101, στην Bush κ.α. v Γιαννή
(2001)1 Α.Α.Δ. 1342 και στην Βύρων Τεγκεράκης, διαχειριστής της περιουσίας της αποβιωσάσης Κορίνας Τεγκεράκη (Χατζηπαναγή Γιάννη) v Δήμος Λευκωσίας
(2005)1 Α.Α.Δ. 289. Στην Ετήσια Δικονομική Πρακτική 1958 (The Annual Practice 1958) και ειδικότερα στη σελίδα 227 τονίζεται πως, αίτηση, όπως η υπό εξέταση στη προκειμένη περίπτωση, συνοδεύεται από ένορκο δήλωση η οποία πρέπει να περιέχει τέτοια μαρτυρία και πληροφορίες ώστε να πείσει επί της ουσίας για το αίτημα που υποβάλλεται δια της αίτησης, πάντοτε στη βάση των αρχών που θεμελιώνουν το εν λόγω αίτημα, όπως αυτές έχουν διαχρονικά προσδιοριστεί μέσα από τη νομολογία. Στο δε σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 37 στην παράγραφο 403 της σελίδας 296 αναγράφονται, ανάμεσα σ' άλλα, τα εξής υπό τον τίτλο 'Setting aside default judgment': ". the application must be supported by an affidavit of merits, stating the facts showing that the defendant has a defence on the merits, otherwise there may not be any point in setting it aside." Επίσης στην υπόθεση Phylactou v Michael
(1982)1 C.L.R. 204 επισημάνθηκε πως, παρά την ύπαρξη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης, το Δικαστήριο μπορεί ν' αρνηθεί να παραμερίσει μια εκδοθείσα δικαστική απόφαση και ουσιαστικά το επανάνοιγμα μιας υπόθεσης εάν η διαγωγή του αιτούντος είναι τέτοια ώστε να πλήττει το θεμέλιο της δικαιοσύνης. Στη δε υπόθεση Millouka Motor Trading Ltd v Χρύσανθου Κούρτη
(1997)1 Α.Α.Δ. 941 τονίστηκε ότι η χωρίς λόγο παράλειψη εμφάνισης και η αδικαιολόγητη καθυστέρηση να αποταθεί ένας για παραμερισμό δικαστικής απόφασης μπορούν βάσιμα να αποτελέσουν λόγο για απόρριψη της αίτησης παραμερισμού διαφορετικά η όλη πορεία της δικαστικής διαδικασίας θα άφηνε αιωρούμενα τα εκατέρωθεν δικαιώματα και θα ήταν δέσμια της κρίσης του εναγομένου σε σχέση με το χρόνο που ο ίδιος θα επέλεγε για να καταχωρήσει την αίτηση. Βέβαια τα πιο πάνω εφαρμόζονται υπό την προϋπόθεση ότι υπήρξε κανονική επίδοση του κλητηρίου εντάλματος στον εναγόμενο. Η μη επίδοση του κλητηρίου εντάλματος ή η κακή επίδοση του είναι μία από τις περιπτώσεις όπου δεν θα πρέπει να εκδοθεί απόφαση στην αγωγή. Η κακή ή αντικανονική επίδοση της αγωγής έχει ως αποτέλεσμα να μην ενημερωθεί ο εναγόμενος για τη διαδικασία εναντίον του και ως εκ τούτου το Δικαστήριο, αφού διαπιστώσει ότι η επίδοση υπήρξε κακή ή αντικανονική ή γενικότερα διαπιστώνονται λόγοι για ακύρωση στη βάση ex debito justitiae, είναι υποχρεωμένο να παραμερίσει την απόφαση με έξοδα υπέρ του αιτητή (εναγομένου) χωρίς να τίθεται θέμα άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του [βλέπε Νικόλας Γιωργαλλίδης v Χρυσόστομου Χρίστου (Ττομή)
(1997)1(Α) Α.Α.Δ. 247, Ιεράς Μητρόπολης Λεμεσού v Chr. P. Michaelides (Estates) Limited
(2002)1 Α.Α.Δ. 43 και J.Z. Classic Music Pro Ltd v Alkadia Music Land Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. 1151]. Επομένως, η κακή επίδοση του κλητηρίου εντάλματος εκθεμελιώνει την κανονικότητα της διαδικασίας που ακολουθήθηκε και γι' αυτό στην παρούσα περίπτωση είναι σημαντικό το Δικαστήριο να ερευνήσει εάν όντως υπήρξε καλή επίδοση και κατ' επέκταση εάν ο αιτητής έλαβε γνώση για τη δικαστική διαδικασία εναντίον του, προτού προχωρήσει και εξετάσει τους υπόλοιπους λόγους για τους οποίους ο Αιτητής ζητεί τον παραμερισμό της απόφασης. Στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 26 στην παράγραφο 559 σημειώνονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: "When a judgment in default of appearance or defence has been entered before the proper time, or there has been no service or no sufficient service, or it has been entered for a greater amount than in due, or there has been a breach of good faith, it will be set aside ex debito justitiae, apart from any consideration as to whether there is a good defence on the merits and the plaintiff is usually ordered to pay the costs occasioned by the judgment or order." Στον δε Τόμο 37 του ιδίου συγγράμματος και συγκεκριμένα στην παράγραφο 403 και σελίδα 297 αυτού επισημαίνονται, μεταξύ άλλων, τ' ακόλουθα: "In the case of an irregular judgment, the defendant is entitled to have it set aside ex debito justitiae and the court should not impose any terms whatever upon the defendant." Επιπλέον, στο σύγγραμμα Odger's on Pleading and Practice, 2η έκδοση στη σελίδα 58 αυτού τονίζονται, ανάμεσα σ' άλλα, τα πιο κάτω: ". where a judgment is irregularly obtained the defendant is entitled as of right to have it set aside on application by summons or by motion (under Order 2, rr.1,2). The irregularities relied on must be specified in the summons and the application must be made within a reasonable time and before any fresh step is taken after knowledge of the irregularity." Επίσης σύμφωνα με το νομικό ερμηνευτικό λεξικό Oxford Dictionary of Law, νέα έκδοση και ειδικότερα στη σελίδα 177 ο όρος ex debito justitiae σημαίνει "As a matter of right. The phrase is applied to remedies that the court is bound to give when they are claimed, as distinct from those that it has discretion to grant." Προχωρώ τώρα στην αξιολόγηση των θέσεων και ισχυρισμών του Αιτητή καθώς στα ευρήματα και συμπεράσματα του Δικαστηρίου. Αξιολόγηση θέσεων και ισχυρισμών του Αιτητή, ευρήματα και συμπεράσματα Δικαστηρίου Κατ' αρχήν, ο Αιτητής παραπονείται ότι η επίδοση της αγωγής είναι αντικανονική και/ή παράτυπη επειδή στο αντίγραφο του κλητηρίου εντάλματος που επιδόθηκε και συγκεκριμένα κάτω από το ονοματεπώνυμο της μητέρας του Αιτητή που είναι γραμμένο ολογράφως, αφού αυτό όπως ανάφερα πιο πάνω αφέθηκε σ' αυτήν άνευ της υπογραφής της, αναγράφεται μέσα σε παρένθεση η φράση 'εγγονή Ελπίδα'. Επομένως, κατά τον ίδιο, η δικαστική απόφαση θα πρέπει να παραμεριστεί στη βάση της αρχής ex debito justitiae. Έχοντας εξετάσει τα Τεκμήρια 5 και 6 της ενόρκου δηλώσεως του Αιτητή δεν θεωρώ ότι η φράση 'εγγονή Ελπίδα' που σημειώνεται στο τεκμήριο 6 από μόνη της είναι αρκετή για να επιδείξει αντικανονικότητα της επίδοσης και να προκαλέσει έτσι ακύρωση της. Ούτε και δημιουργεί οποιαδήποτε σύγχυση και/ή αμφισβήτηση ως προς το πρόσωπο προς το οποίο πραγματικά επιδόθηκε το κλητήριο ένταλμα. Επί του σημείου αυτού το τεκμήριο 5 είναι ξεκάθαρο και σημειώνει με σαφήνεια και χωρίς ίχνος αμφιβολίας ότι το εν λόγω έγγραφο επιδόθηκε στην Παναγιώτα Γιαννακού στις 03.03.2009, μητέρα και συγκάτοικο του Αιτητή, άνευ της υπογραφής της. Ούτε και το γεγονός ότι το κλητήριο ένταλμα επιδόθηκε στην κυρία Γιαννακού άνευ της υπογραφής της επηρεάζει τη νομιμότητα και εγκυρότητα της επίδοσης καθότι εάν ίσχυε κάτι τέτοιο τότε οποιοσδήποτε που επιθυμούσε να αποφύγει την επίδοση θα αρνιόταν να υπογράψει τη σχετική παραλαβή του εγγράφου, κάτι που θα ήταν αντίθετο με τις πρόνοιες της Διάταξης 5 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Θεσμών και γενικότερα τις νομολογημένες αρχές και κανόνες επίδοσης εγγράφων. Με βάση τα πιο πάνω, κρίνω ότι έχει γίνει καλή, έγκυρη, νόμιμη και κανονική επίδοση του κλητηρίου εντάλματος που συνάδει με τις πρόνοιες των σχετικών διατάξεων των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και συνεπώς ο ισχυρισμός του Αιτητή για κακή και/ή αντικανονική επίδοση του κλητηρίου εντάλματος και ότι η δικαστική απόφαση θα πρέπει να παραμεριστεί στη βάση της αρχής της ex debito justitiae απορρίπτεται ως αβάσιμος και ανεδαφικός. Ο Αιτητής περαιτέρω ισχυρίζεται ότι δεν του επιδόθηκε προσωπικά η αγωγή και έτσι δεν έλαβε προσωπική γνώση του περιεχομένου του κλητηρίου εντάλματος. Ακόμα όμως λέει ο Αιτητής και να αφέθηκε στην οικία της κυρίας Παναγιώτας Γιαννακού δεν θα μπορούσε να λάβει γνώση του εγγράφου αφού η οικία αυτή δεν είναι ο τόπος διαμονής του. Παρόλα αυτά αναφέρει ότι έδωσε οδηγίες στους δικηγόρους του να καταχωρήσουν σημείωμα εμφάνισης για να είναι σίγουρος ότι οι Ενάγοντες δεν θα προχωρούσαν στην έκδοση δικαστικής απόφασης εναντίον του. Η επίδοση εγγράφων, όπως το κλητήριο ένταλμα, διέπεται από τους δικονομικούς κανόνες της Διάταξης 5 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Θεσμών. Συγκεκριμένα, στον Κανονισμό 2 της Διάταξης 5 προνοείται, μεταξύ άλλων, πως όταν το πρόσωπο προς το οποίο πρόκειται να γίνει επίδοση εγγράφου δεν ανεβρεθεί στο σπίτι του ή στο συνήθη τόπο εργασίας του, η επίδοση θα θεωρείται ότι έγινε αν αντίγραφο αφεθεί σε ένα μέλος της οικογένειας του που να φαίνεται ότι είναι 16 ετών και άνω και είναι στην πόλη ή το χωριό του ή εντός της περιοχής του. Μέσα από διάφορες αποφάσεις και ελληνικά ερμηνευτικά λεξικά, ο όρος 'οικογένεια' επιδέχεται μία ποικιλία ερμηνειών ανάλογα με τα περιστατικά της υπόθεσης. Στην υπόθεση υπ' αριθμό 940/95 όμως μεταξύ Χαράλαμπος Τουμαζή v Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω (α) Υπουργού Οικονομικών (β) Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων, ημερομηνίας 19.03.1997 επιχειρήθηκε να ερμηνευθεί η έννοια της λέξης 'οικογένεια' με βάση το 'Σύντομο Εγκυκλοπαιδικό Λεξικό' του Ελευθερουδάκη και συγκεκριμένα αναφέρονται τα εξής: "Οικογένεια εν τη στενοτέρα εννοία ομάς αποτελούμενη εκ των δια νομίμου γάμου συνδεομένων γονέων και των τέκνων αυτών, εν τη ευρυτέρα εννοία ομάς περιλαμβάνουσα τους δύο γονείς τα τέκνα των και συζύγους των αρρένων τέκνων και τους τούτων απογόνους..." Στη δε υπόθεση υπ' αριθμό 935/94 μεταξύ Ανδρέα Γ. Θωμά v Κυπριακής Δημοκρατίας
(1996)1 Α.Α.Δ. 157 σημειώθηκε πως η έννοια της 'οικογένειας' καλύπτει και τα 'αδέλφια'. Μία ποιο χαλαρή, ευρύτερη και πιο ευέλικτη ερμηνεία της 'οικογένειας' δόθηκε στην υπόθεση Green v Marsden [1853] 1 Drew 646 όπου, ανάμεσα σ' άλλα, αναφέρθηκαν τα εξής: "it is still in itself a word of most loose and flexible description." και ακολούθως στην υπόθεση Χριστάκης Γεωργίου Θεοδώρου κ.α v Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Μακράσυκας
(2003)1 Α.Α.Δ. 1305 όπου λέχθηκε πως "το κατά πόσο συγκεκριμένο πρόσωπο θεωρείται μέλος μιας οικογένειας εξαρτάται όχι μόνο από τα περιστατικά της υπόθεσης αλλά και από τους σκοπούς της συγκεκριμένης νομικής πρόνοιας στην οποία η λέξη 'οικογένεια' απαντάται." Στην υπόθεση Χριστάκης Γεωργίου Θεοδώρου κ.α v Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Μακράσυκας
(2003)1 Α.Α.Δ. 1305 η επίδοση που έγινε στη γιαγιά του πρώτου εφεσείοντος και αντίστοιχα μητέρα και πεθερά της τρίτης εφεσείουσας και του δεύτερου εφεσείοντος εκ μέρους και για λογαριασμό των εφεσειόντων θεωρήθηκε ως κανονική και σύμφωνα με τις πρόνοιες της Διάταξης 5 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Θεσμών αφού κρίθηκε ως μέλος της οικογένειας των εφεσειόντων επειδή είχε στενή συγγενική σχέση μαζί τους, η οποία ήταν άνω των 16 ετών και διέμενε στον ίδιο χώρο μαζί τους και συγκεκριμένα στα βοηθητικά της οικίας των εφεσειόντων. Περαιτέρω, στην ίδια υπόθεση ειπώθηκε ότι σκοπός του νομοθέτη μέσα από την προαναφερόμενη διάταξη ήταν να διευκολύνει την επίδοση εγγράφων όπου αυτή δεν είναι δυνατό να επιτευχθεί στον ίδιο το διάδικο προσωπικά, φέρνοντας του όμως ταυτόχρονα το προς επίδοση έγγραφο εις γνώση του μέσω των προϋποθέσεων που θέτει η διάταξη αυτή. Στη δική μας περίπτωση και μέσα από την ένορκο δήλωση του Αιτητή δεν αμφισβητείται ότι η κυρία Παναγιώτα Γιαννακού είναι η μητέρα του Αιτητή, όπως αυτό σημειώνεται στο σχετικό επιδοτήριο έγγραφο που επισυνάπτεται στην εν λόγω ένορκο δήλωση ως Τεκμήριο 5. Παράλληλα, ουδεμία μαρτυρία προσφέρεται από τον Αιτητή για να στηρίξει τον ισχυρισμό του ότι δεν διαμένει στην οικία όπου έγινε η επίδοση. Ειδικότερα, κάποιος λογικά σκεπτόμενος ανέμενε από τον Αιτητή να αναφέρει στην ένορκο δήλωση του την ακριβής διεύθυνση της οικίας στην οποίαν ισχυρίζεται ότι διαμένει και που σύμφωνα με τον ίδιο είναι διαφορετική από αυτή που επιδόθηκε το κλητήριο ένταλμα (τεκμήριο 5), πράγμα που όμως δεν συμβαίνει. Ούτε όμως ο Αιτητής επισυνάπτει οποιοδήποτε έγγραφο που να υποστηρίζει τον ισχυρισμό του αυτό και ταυτόχρονα να βοηθά το Δικαστήριο στο να μπορεί να προσδιορίσει τη διεύθυνση της οικίας που ο ίδιος ισχυρίζεται ότι είναι διαφορετική από αυτή που επιδόθηκε το έγγραφο. Κατά συνέπεια, πρόκειται για ένα ακόμη γενικό και ασαφή ισχυρισμό που δεν μπορεί και δεν γίνεται αποδεκτός από το Δικαστήριο. Με βάση τις πιο πάνω ερμηνείες αλλά και τα περιστατικά και γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση, κρίνω πως η κυρία Παναγιώτα Γιαννακού είναι μητέρα και συγκάτοικος του Αιτητή και έτσι εμπίπτει στην έννοια του 'μέλους της οικογένειας που είναι 16 ετών και άνω' που προνοεί το γράμμα και πνεύμα του Κανονισμού 2 της Διάταξης 5 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Θεσμών. Από τη στιγμή που αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι η κυρία Γιαννακού είναι μητέρα και συγκάτοικος του Αιτητή, ο ισχυρισμός της ευπαιδεύτου συνηγόρου του Αιτητή κατά την αγόρευση της ότι το επιδοτήριο έγγραφο δεν αναφέρει εάν η επίδοση έγινε στο σπίτι του Αιτητή ή στο χώρο εργασίας του ουδεμία σχέση έχει. Έχοντας αναφέρει τα πιο πάνω, κρίνω ότι η επίδοση που έγινε είναι κανονική, επαρκής, νόμιμη και έγκυρη και εφόσον έγινε σύμφωνα με τις πρόνοιες των θεσμών και τις αρχές νομολογίας κρίνω πως ο Αιτητής έλαβε γνώση επί του περιεχομένου του κλητηρίου εντάλματος που του επιδόθηκε μέσω της μητέρας του Παναγιώτας Γιαννακού.[3] Αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι, ως αποτέλεσμα της επίδοσης αυτής, οι Ενάγοντες προχώρησαν σε απόδειξη της υπόθεσης τους αφού πρώτα παρήλθε ο χρόνος της εμφάνισης που οι διαδικαστικοί θεσμοί καθορίζουν μέσα από τις πρόνοιες των σχετικών διατάξεων τους. Συνεπεία της κανονικής διαδικασίας που ακολουθήθηκε, εκδόθηκε δικαστική απόφαση εναντίον του Αιτητή και εν ερήμην του. Επιπροσθέτως, μέσα από την ένορκο δήλωση του ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση στην αγωγή. Ειδικότερα στην παράγραφο 12 αναφέρει απλώς ότι δεν οφείλει στους Ενάγοντες οποιοδήποτε ποσό. Στη δε παράγραφο 13 αναφέρει ότι ακόμη και εάν αποδειχθεί ότι οι Ενάγοντες δικαιούνται οποιοδήποτε ποσό, το πραγματικά οφειλόμενο είναι μικρότερο από αυτό που εκδόθηκε η δικαστική απόφαση. Το τι αποτελεί "εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση"("prima facie defence") τέθηκε στην υπόθεση Evans v Bartlam
(1937)2 All E.R. 646 και επεξηγήθηκε ακολούθως στη μεταγενέστερη υπόθεση Land Securities plc v Receiver for the Metropolitan Police District
(1983)1 W.L.R. 439 από τον Megarry V.C. όπου, ανάμεσα σ' άλλα, ανάφερε τα εξής: "If the term prima facie case is used, I think that this is to be understood in the sense of a case made out by the landlord, without the need to evaluate any rebutting evidence put forward by the tenant. That is why Diplock L.J., at p.80 used the term bona fide arguable case, and the unanimous view of the Court that the point ought not to be tried twice over seems to point strongly to the phrase prima facie case bearing the meaning that I have indicated. " Η αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης ή καλόπιστης συζητήσιμης υπόθεσης πρέπει να προκύπτει χωρίς το Δικαστήριο να προχωρεί σε αξιολόγηση οποιασδήποτε μαρτυρίας που προσάγεται για σκοπούς απόδειξης ή κατάρριψης του ισχυρισμού αυτού και χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης.[4] Στην υπόθεση Phylactou v Michael
(1982)1 C.L.R. 204 επισημάνθηκε ότι θα ήταν αντινομικό εκ μέρους του πρωτόδικου Δικαστηρίου να αποφασίσει επί της ορθότητας οποιωνδήποτε γεγονότων που τίθενται ενώπιον του στο στάδιο της αίτησης, διότι το έργο του εξαντλείται στο να διακρίνει κατά πόσο αποκαλύπτεται επαρκής υπεράσπιση που είναι και το βασικό κριτήριο που θα δικαιολογούσε το επανάνοιγμα της υπόθεσης. Ο αιτητής έχει το βάρος να αποκαλύψει τα στοιχεία που θα συνιστούσαν την υπεράσπιση του. Το δε αποδεικτικό αυτό βάρος εξαντλείται με την παράθεση στην ένορκη δήλωση επαρκών στοιχείων[5] για την εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή καλόπιστης συζητήσιμης υπόθεσης έστω και εάν αυτό αμφισβητείται με την ένσταση, η οποία βεβαίως στην παρούσα περίπτωση δεν λαμβάνεται υπόψη. Επομένως, η μαρτυρία που πρέπει να προσκομιστεί από τον αιτητή για το σκοπό αυτό πρέπει να είναι υπό τη μορφή ένορκης δήλωσης ή άλλης έγγραφης μαρτυρίας που πρέπει να επισυνάπτεται στην αίτηση, χωρίς προφορική μαρτυρία αλλά βεβαίως ασκώντας, εάν κρίνει κάτι τέτοιο απαραίτητο, το δικαίωμα αντεξέτασης ενόρκως δηλούντα με βάση τη Διάταξη 39 Κανονισμό 1 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας.[6] Όπως έχω εξηγήσει πιο πάνω, για σκοπούς εξέτασης της αίτησης δεν τίθεται θέμα απόδειξης ισχυρισμών του αιτητή αλλά ούτε και αξιολογείται μαρτυρία που προσφέρεται με σκοπό την κατάρριψη αντιφατικών ισχυρισμών ή διαπίστωση γεγονότων στο στάδιο αυτό.[7] Παρ' όλα αυτά, γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί δεν υποδηλούν την ύπαρξη εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή καλόπιστη συζητήσιμη υπόθεση. Απαιτείται κάτι περισσότερο από την απλή παράθεση μιας εκδοχής από τον αιτητή. Αποδοχή ισχυρισμών χωρίς ίχνος υποστηρικτικού υλικού που να προσδίδει σ' αυτούς κάποια βαρύτητα θα ισοδυναμούσε με κλονισμό της βεβαιότητας που πρέπει να υπάρχει τόσο για την τελεσιδικία των δικαστικών αποφάσεων όσο και για τα δικαιώματα των πολιτών.[8] Στην προκειμένη περίπτωση ο Αιτητής προβάλλει γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς περί ύπαρξης εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης ή καλόπιστης συζητήσιμης υπόθεσης. Δεν προσκομίζει όμως οποιοδήποτε υλικό που να υποστηρίζει τον ισχυρισμό του αυτό. Ούτε και παρέχει και οποιεσδήποτε λεπτομέρειες, πληροφορίες ή στοιχεία που να προσδίδουν βαρύτητα στους ισχυρισμούς αυτούς του Αιτητή. Ούτε και επισυνάπτει οποιαδήποτε έγγραφα, ως υποχρέωση που είχε στα πλαίσια στήριξης του εν λόγω ισχυρισμού του. Ο Αιτητής όχι μόνο δεν υλοποιεί οποιοδήποτε από τα πιο πάνω, αλλά αντίθετα ενώ από τη μια ισχυρίζεται ότι δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό από την άλλη δηλώνει πως εάν αποδειχθεί ότι οι Ενάγοντες δικαιούνται οποιοδήποτε ποσό το πραγματικά οφειλόμενο είναι μικρότερο από αυτό που εκδόθηκε στη δικαστική απόφαση, χωρίς όμως να αναφέρει στοιχεία για το ακριβές ύψος αυτού του ποσού που επικαλείται. Κατά συνέπεια, κρίνω ότι ο Αιτητής απέτυχε να ικανοποιήσει το κριτήριο ύπαρξης εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης ή καλόπιστης συζητήσιμης υπόθεσης. Παρά το γεγονός ότι οι προϋποθέσεις παραμερισμού δικαστικής απόφασης όπου υπήρξε κανονική επίδοση του κλητηρίου εντάλματος και γενικά δεν ισχύει η αρχή του ex debito justitiae, όπως η προκειμένη περίπτωση, πρέπει να συντρέχουν, εντούτοις προχωρώ και εξετάζω το κριτήριο του κατά πόσο ή όχι δικαιολογείται η μη εμφάνιση του Αιτητή στη διαδικασία, καθώς και η όποια καθυστέρηση του να αποταθεί στο δικαστήριο για παραμερισμό της απόφασης και σε σχέση με αυτό παρατηρώ τα εξής: (α) Στις 23.04.2009 ο Αιτητής δια του δικηγόρου του ενημερώθηκε γραπτώς από το δικηγόρο των Εναγομένων ότι η υπό τον άνω αριθμό και τίτλο αγωγή βρισκόταν στο στάδιο της απόδειξης και ότι εάν δεν καταχωρείτο σημείωμα εμφάνισης θα εκδίδετο απόφαση εναντίον του εν τη απουσία του (βλέπε τεκμήριο 1). (β) Παρά την πιο πάνω σαφή προειδοποίηση, ο Αιτητής, όχι μόνο δεν προβαίνει σε έρευνα του σχετικού φακέλου στο Δικαστήριο για να διαπιστώσει εάν όντως υπήρχε ή όχι επίδοση και σε ποιον, όχι μόνο δεν ελέγχει κατά πόσο το κλητήριο ένταλμα έχει επιδοθεί στην ίδια διεύθυνση που του επιδόθηκε η υπόθεση υπ' αριθμό 3347/2009, όχι μόνο δεν ελέγχει κατά πόσο το κλητήριο ένταλμα επιδόθηκε στην οικία όπου διαμένει η μητέρα του, εντούτοις απλώς αναμένει από το δικηγόρο του Ενάγοντα να του αποστείλει τα έγγραφα των εν λόγω υποθέσεων, χωρίς ο ίδιος όμως ποτέ να προβεί σε οποιαδήποτε συγκεκριμένη ενέργεια που θα τον βοηθούσε να κρίνει κατά πόσο έπρεπε ή όχι να καταχωρήσει εμφάνιση. Απλώς περίμενε παθητικά τους Ενάγοντες στο να τον βοηθήσουν. Αυτό όμως δεν απάλλασσε τον Αιτητή από του να καταχωρούσε έγκαιρα σημείωμα εμφάνισης έτσι ώστε να μην αφήσει την υπόθεση να προχωρήσει ερήμην του, ο οποίος υπό τις περιστάσεις εκδήλωσε ασυγχώρητη και αδικαιολόγητη αδιαφορία. (γ) Εδώ αξίζει να σημειωθεί ότι ο Αιτητής δεν επισύναψε απόδειξη αποστολής και/ή παραλαβής από το δικηγόρο των Εναγόντων της επιστολής ημερομηνίας 04.05.2009 που ισχυρίζεται ότι διαβίβασε μέσω τέλεφαξ (τεκμήριο 2), σύμφωνα με την οποίαν καλούσε το δικηγόρο του Αιτητή να του αποστείλει τα έγγραφα των προαναφερομένων υποθέσεων. Κατά συνέπεια, ο Αιτητής απέτυχε ν' αποδείξει αποστολή του τεκμηρίου 2 στον προορισμό που ισχυρίζεται ότι το απέστειλε. (δ) Ο Αιτητής δεν έλαβε υπόψη του το επείγον και τη σοβαρότητα της κατάστασης τη στιγμή που είχε προειδοποιηθεί γραπτώς για το ενδεχόμενο έκδοσης δικαστικής απόφασης εναντίον του. (ε) Ο Αιτητής δεν εξηγεί το λόγο γιατί καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης στις 18.05.2009 ενώ δεν καταχώρησε το έγγραφο αυτό μεταξύ της περιόδου 23.04.2009, που είχε ειδοποιηθεί γραπτώς από τους Ενάγοντες για τον κίνδυνο έκδοσης δικαστικής απόφασης εναντίον του και τις 15.05.2009 ημερομηνία έκδοσης της δικαστικής απόφασης. (στ) Ο Αιτητής δεν δικαιολογεί το χρόνο που διέρρευσε από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης, ήτοι 15.05.2009, ή έστω από την ημερομηνία που ο ίδιος ισχυρίζεται ότι έλαβε γνώση για την εκδοθείσα απόφαση, ήτοι 09.06.2009 (βλέπε παράγραφο 6 της ενόρκου δηλώσεως του Αιτητή), μέχρι την ημερομηνία καταχώρησης της παρούσας αίτησης, ήτοι 13.08.2009. Όπως είναι γνωστό το συνταγματικό δικαίωμα ενός ατόμου να ακούγεται ενώπιον του Δικαστηρίου αντισταθμίζεται και εξισορροπείται από την υποχρέωση του Δικαστηρίου να διασφαλίζει την ολοκλήρωση μιας υπόθεσης εντός εύλογου χρονικού διαστήματος, η οποία υποχρέωση επίσης κατοχυρώνεται συνταγματικά.[9] Διαφορετικά, η υιοθέτηση μιας προσέγγισης και αντιμετώπισης που ισοδυναμεί με αυτόματη, μονόπλευρη και ανεπιφύλακτη αποδοχή του εκάστοτε αιτητή για παραμερισμό δικαστικής απόφασης ουσιαστικά θα παραβίαζε το συνταγματικό δικαίωμα του ενάγοντα για εκδίκαση της υπόθεσης του μέσα σε εύλογο χρόνο και συνεπώς θα έθετε σε κίνδυνο την αποτελεσματικότητα και αξιοπιστία των θεσμών απονομής δικαιοσύνης και έτσι θα τον εξέθετε σε χλευασμό.[10] Στην προκειμένη περίπτωση θεωρώ ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε ικανοποιητική εξήγηση από μέρους του Αιτητή αναφορικά με τη μη εμφάνιση του στη διαδικασία. Αντίθετα, θεωρώ την προσκομισθείσα μαρτυρία περί του θέματος αυτού αδύνατη, ανεπαρκής και γενικά μη πειστική. Ταυτόχρονα, υπήρξε υπέρμετρη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση από μέρους του Αιτητή για να αποταθεί στο δικαστήριο για παραμερισμό της απόφασης σε τέτοιο βαθμό και κατά τέτοιο τρόπο ώστε τυχόν επαναφορά της υπόθεσης να αντιστρατεύεται την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Ούτε και έχω πειστεί ότι ο παραμερισμός της εκδοθείσας απόφασης θα αποβεί τελικά χρήσιμος. Παράλληλα, ο Αιτητής επέδειξε αδικαιολόγητη αδιαφορία για την εναντίον του αγωγή και η συμπεριφορά του αυτή ήταν υπό τις περιστάσεις ασυγχώρητη και περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων του αντιδίκου του. Υπό το φως των πιο πάνω νομολογιακών αρχών αλλά και παραμέτρων και περιστατικών που περιβάλλουν την παρούσα περίπτωση καθώς και στη βάση της προσκομισθείσας μαρτυρίας και συμπερασμάτων στα οποία κατέληξε το παρόν Δικαστήριο αλλά και με κριτήριο το συμφέρον της απονομής δικαιοσύνης, κρίνω πως η αίτηση έχει αποτύχει και ως εκ τούτου απορρίπτεται στην ολότητα της. Ένεκα της εκπρόθεσμης καταχώρησης της ένστασης, θεωρώ λογικό και δίκαιο όπως μην εκδώσω οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Πρ. Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other/Interim Αναφορά: Πολιτική Δικονομία/Αίτηση για παραμερισμό δικαστικής απόφασης/Κακή και αντικανονική επίδοση κλητηρίου εντάλματος/η αρχή του ex debito justitiae [1] Milouca Motor Tr. Ltd v Κούρτη
(1997)1 Α.Α.Δ. 941, Mine & Quarry Services Ltd v Ανδρέα Γεωργίου (Μαύρου)
(1993)1 Α.Α.Δ. 26, Κώστας Φραντζής v Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(1996)1 Α.Α.Δ. 1094 [2] Μούγης v Σπανούδης
(1996)1 Α.Α.Δ. 997 και F.P.P. Fish Processing Ltd v Nicolaou Aqua Culture Ltd
(2000)1 Α.Α.Δ. 2054 [3]
- David Charles Orams
- Linda Elizabeth Orams v Μελέτη Αποστολίδη
(2006)1 Α.Α.Δ. 1402 [4] Φραντζής v Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(1996)1 Α.Α.Δ. 1094 [5] Χριστάκης Πίττας v Unigoods Trading Company Ltd
(2004)1 Α.Α.Δ. 1761 [6] Iacovou Brothers (Constructions) Ltd v Fashionwise Ltd
(2000)1 Α.Α.Δ. 1377 [7] Σ.Π.Ε. Παλλουριώτισσας v Δέσποινας Αρτέμη
(2001)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1762 [8] Καλλής v Alpha Bank Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. 793 [9] Άρθρο 30
(2)του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας [10] Μούγης v Σπανούδης
(1996)1 Α.Α.Δ. 997 και Ανδρέας Λυσιώτη v Κυπριακής Δημοκρατίας
(2000)1 Α.Α.Δ. 364 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο