← Κύπρος

Hellenic Bank Public Company Limited ν. Έλενα Χρυσάνθου, Αρ. Αγωγής: 505/09, 16.11.2009

Hellenic Bank Public Company Limited ν. Έλενα Χρυσάνθου, Αρ. Αγωγής: 505/09, 16.11.2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:A263 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Δ. Ι. Κίτσιου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 505/09 Μεταξύ: Hellenic Bank Public Company Limited, εκ Λεμεσού Εναγόντων και Έλενα Χρυσάνθου, εκ Λεμεσού Εναγόμενης --------------------- Αίτηση ημερομηνίας 13.05.2009 για παραμερισμό ή ακύρωση απόφασης Ημερομηνία: 16.11.2009 Εμφανίσεις: Για Αιτήτρια-Εναγόμενη: κα Αντωνιάδου για κα Αργ. Ιωάννου Για Καθ΄ ων η αίτηση-Ενάγοντες: κ. Λ. Κοϊνάς για κ. Χαράλαμπο Γαλανό ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η Αίτηση: Στις 13.05.2009 η εναγόμενη (η οποία στο εξής θα καλείται η αιτήτρια) καταχώρησε αίτηση (στο εξής η επίδικη αίτηση) με την οποία αιτείται την έκδοση των πιο κάτω διαταγμάτων: Α) Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνει την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος της αγωγής προς την εναγόμενη διότι ήταν αντικανονική και/ή παράτυπη. Β) Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να παραμερίζει το υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο κλητήριο και/ή την επίδοση τούτου εις την εναγόμενη-αιτήτρια και/ή διάταγμα του Δικαστηρίου διά του οποίου να απορρίπτεται η αγωγή και/ή η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος της αγωγής στην εναγόμενη λόγω του ότι η καταχώρηση και έγερση τούτου είναι αντικανονική και/ή εσφαλμένη και/ή νομικά ελαττωματική και/ή κατά παράβαση των προνοιών των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών. Γ. Διάταγμα με το οποίο να ακυρώνεται και/ή παραμερίζεται η απόφαση ημερομηνίας 04.03.2009 την οποία εξέδωσε το Δικαστήριο σε βάρος των εναγομένων στην παρούσα αγωγή. Δ) Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία ή οδηγίες που θεωρεί ορθό και δίκαιο το Δικαστήριο. Η αίτηση βασίζεται επί των Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών Δ.1, Δ.2, Δ.5, Δ.16, Δ.17 Θ.10, Δ.26 Θ.14, Δ.48 Θ.1 & 2, 3 Θ.9 (
  2. h)επί της νομολογίας και των εγγενών εξουσιών και πρακτικής του Δικαστηρίου. Η επίδικη αίτηση υποστηρίζεται από επισυνημμένη ένορκη δήλωση του Γιώργου Χρυσάνθου, συζύγου της αιτήτριας. Τα ουσιαστικά γεγονότα που υποστηρίζουν την αίτηση είναι πως κατά το χρονικό διάστημα που καταχωρήθηκε η αγωγή εναντίον της συζύγου του η τελευταία διέμενε αλλά και συνεχίζει να διαμένει μέχρι σήμερα στη Ρωσία μαζί με την ανήλικη θυγατέρα τους για σκοπούς φοίτησης της τελευταίας σε σχολείο. Για την παρούσα αγωγή πληροφορήθηκε περί τις 20.04.09 όταν επισκέφθηκε τη μητέρα του η οποία είναι ηλικίας 74 ετών, οπότε περιέπεσε στην αντίληψη του αντίγραφο της αγωγής και ρώτησε σχετικά περί τίνος επρόκειτο, τότε του ειπώθηκε ότι το άφησε κάποιος εκεί αλλά αυτή δεν αντιλήφθηκε περί τίνος επρόκειτο. Περαιτέρω αναφέρεται ότι ουδέποτε αυτός μαζί με τη σύζυγο του διέμεναν στην κατοικία της μητέρας του. Επιπλέον, αναφέρει ότι η σύζυγος του ουδέποτε χρησιμοποίησε την πιστωτική κάρτα που αναφέρεται στην αγωγή και έτσι δεν οφείλει το ισχυριζόμενο ποσό. Ακόμη αναφέρει ότι το ισχυριζόμενο ποσό και αξιούμενο από τους ενάγοντες περιλαμβάνει παράνομες και αντισυμβατικές χρεώσεις ως προς το επιτόκιο και ανατοκισμό των ποσών. Σε συμπληρωματική ένορκη δήλωση του ο Γ. Χρυσάνθου επισυνάπτει φωτοαντίγραφα διαβατηρίου της συζύγου και της κόρης του για είσοδο τους στην Κυπριακή Δημοκρατία στις 12.06.09 από την Αγία Πετρούπολη και επιστροφή τους στις 28.08.09, περίοδο για την οποία ήρθαν στην Κύπρο για διακοπές και επέστρεψαν στη Ρωσία. Η Ένσταση: Στην πιο πάνω επίδικη αίτηση οι καθ΄ ων η αίτηση καταχώρησαν ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης στηριζόμενη στους ακόλουθους λόγους: α) Η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος στην εναγόμενη έγινε κανονικά και νομότυπα. β) Στην εναγόμενη είχαν γίνει επανειλημμένες επιδόσεις διαφόρων εγγράφων από τον επιδότη κ. Κώστα Χριστοδουλίδη, είτε στην ίδια προσωπικά είτε στην μητέρα του συζύγου της στην ίδια διεύθυνση χωρίς ουδέποτε να υποβάλει οιανδήποτε ένσταση για κακή επίδοση. γ) Η εναγόμενη δεν προβάλλει και/ή αποκαλύπτει σοβαρή και/ή καθόλου υπεράσπιση στην παρούσα αγωγή και/ή προβάλλει αντιφατικούς και/ή αόριστους και/ή αναληθείς ισχυρισμούς για την ύπαρξη δήθεν καλής υπεράσπισης. δ) Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. ε) Η αίτηση τελεί σε αντίθεση με τις αρχές της τελεσιδικίας και της απρόσκοπτης απονομής της δικαιοσύνης. Η ένσταση βασίζεται επί των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας Δ.17 Θ.2, 5, 10, 11, Δ.33 Θ.2, 3, 5, Δ.26 Θ.14, 15, Δ.48 Θ.1 και 4 καθώς και στην πρακτική και διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Σημειώνεται περαιτέρω πως η ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Άλκη Μάρκου, υπαλλήλου των εναγόντων, αυτός αναφέρει ότι η αγωγή καταχωρήθηκε στις 11.02.09 και επιδόθηκε στην πεθερά της εναγόμενης με την οποία αυτή διαμένει στις 12.02.09, συνεπώς πρόκειται για κανονική και νομότυπη επίδοση. Γίνεται επίσης αναφορά σε επανειλημμένες επιδόσεις διαφόρων εγγράφων στην εναγόμενη είτε προσωπικά είτε στη μητέρα του συζύγου της στην ίδια διεύθυνση χωρίς να υπάρξει ένσταση για κακή επίδοση. Στην εν λόγω ένορκη δήλωση γίνονται αναφορές σε επιχειρήματα και νομικά θέματα με τα οποία το Δικαστήριο θα ασχοληθεί στη συνέχεια και δεν κρίνει απαραίτητο να τα παραθέσει εκ νέου. Κατά το στάδιο των αγορεύσεων οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων έχουν προωθήσει την εκδοχή των πελατών τους, όπως αυτή εκφράζεται από τους λόγους που υποστηρίζουν την αίτηση και την ένσταση, με επιχειρήματα επικαλούμενοι σχετική επί του θέματος νομολογία. Νομική πτυχή: Η ρύθμιση για την αίτηση παραμερισμού απόφασης ουσιαστικά στηρίζεται και πηγάζει μέσα από τη συνταγματική επιταγή για το δικαίωμα ακροάσεως, το οποίο πρέπει να έχει κάθε πολίτης, δηλαδή να δίδεται η ευκαιρία στον κάθε διάδικο να ακουστεί πριν την έκδοση απόφασης. Για το σκοπό αυτό λειτουργεί η πρόνοια της Διαταγής 5 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας η οποία προβλέπει τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να επιδίδεται το κλητήριο ένταλμα προκειμένου να δίδεται η ευκαιρία να λάβει γνώση κάθε πολίτης για διαδικασία που αρχίζει εναντίον του στο Δικαστήριο. Η εν λόγω διαταγή όταν τηρηθεί τότε το Δικαστήριο προχωρεί τη διαδικασία στην απουσία διαδίκου, ο οποίος δεν εμφανίζεται. Αν παρά την πιο πάνω πρόνοια για οποιοδήποτε λόγο υπάρξει παραβίαση της, δηλαδή η επίδοση δεν γίνει εντός των προϋποθέσεων και του τρόπου που προβλέπεται, τότε ο διάδικος εναντίον του οποίου εκδόθηκε απόφαση δικαιούται και προβλέπεται ως θεραπεία το αίτημα του για παραμερισμό της απόφασης προκειμένου να τηρηθεί πλήρως η συνταγματική επιταγή για το δικαίωμα ακροάσεως. Σε συνέχεια με το σημείο αυτό θεωρείται χρήσιμο να αναφερθεί ότι προκύπτει από τη νομολογία πως, όταν πρόκειται για κακή επίδοση τότε το Δικαστήριο έχει αυξημένη απόλυτη υποχρέωση να παραμερίσει την απόφαση, ενώ όταν πρόκειται για καλή επίδοση τότε θα εξετάσει το αίτημα του αιτητή υπό το πρίσμα διαφόρων πλέον παραγόντων και προϋποθέσεων όπως τις έχει καθιερώσει η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και οι οποίες παρατίθενται πιο κάτω. Κατ΄αρχήν το Δικαστήριο θα πρέπει να έχει κατά νου και να συνεκτιμήσει δύο βασικά στοιχεία. Το ένα στοιχείο είναι η αναγκαιότητα όπως κάθε αγωγή διεκπεραιώνεται και εκδίδεται απόφαση η οποία πρέπει να παραμένει οριστική και κατ΄επέκταση τελεσίδικη, ενώ το άλλο στοιχείο είναι το μέρος που αιτείται τον παραμερισμό της απόφασης να μην στερείται του δικαιώματος του να παρουσιάσει την υπόθεση του στο Δικαστήριο νοουμένου ότι εγείρει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Σχετικά με το θέμα της εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης η νομολογία επιβάλλει, βλέπε υπόθεση Πανίκος Νεάρχου ν. Γεώργιου Χαραλάμπους, Πολιτική Έφεση 8035, ημερομηνίας 21.10.1991, ότι το Δικαστήριο ερευνά τα ενώπιον του στοιχεία προκειμένου να διαγνώσει μόνο κατά πόσο υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή συζητήσιμο θέμα και, στο στάδιο αυτό δεν υπεισέρχεται στην ουσία του θέματος της υπεράσπισης, συνεπώς δεν προχωρεί στην αξιολόγηση της οποιασδήποτε μαρτυρίας ενώπιον του που προσάγεται για σκοπούς αντίκρουσης. Επιπλέον όμως, και εκτός από το θέμα της εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης, ο αιτητής πρέπει να δικαιολογήσει την παράλειψη του να εμφανιστεί στο Δικαστήριο, καθώς επίσης, θα πρέπει να αποδείξει ότι ενήργησε αμέσως και χωρίς αργοπορία προς την κατεύθυνση να ζητήσει την ακύρωση της απόφασης που εκδόθηκε εναντίον του. Σχετική προς τούτο προβάλει η υπόθεση Φυλακτού ν. Μιχαήλ

(1982)1 C.L.R., σελ. 204, στην οποία αναφέρθηκε ότι, η ανεξήγητη αργοπορία είναι παράγοντας που ασκεί έντονα αρνητική επίδραση κατά του διαδίκου ο οποίος παρέλειψε να ενεργήσει με την πρώτη δυνατή ευκαιρία, να ασκήσει το δικαίωμα του για παραμερισμό της απόφασης που εκδόθηκε εναντίον του. Επίσης στην υπόθεση Ζ. Μερκή ν. Yiannoukas Holiday Inns Ltd, Πολιτική Έφεση 8276, ημερομηνίας 28.11.1994, αναφέρθηκε ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται στις αιτήσεις παραμερισμού απόφασης ενώπιον του Δικαστηρίου γίνεται υπό μορφή ενόρκων δηλώσεων και οποιασδήποτε άλλης γραπτής μαρτυρίας που επισυνάπτεται στις ένορκες δηλώσεις, δεν προσκομίζεται προφορική μαρτυρία εκτός και αν οι διάδικοι ασκήσουν το δικαίωμα τους για αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Ως προς το θέμα αυτό το Δικαστήριο παρατηρεί ότι πλέον μετά την τροποποίηση της Διαταγής 48 Κ.4 στις 23.12.1999 η διαδικασία αυτή παραμένει ως η μόνη και ισχύει για όλες τις αιτήσεις, πλην βέβαια της αίτησης έρευνας για πληρωμή χρέους με μηνιαίες δόσεις ή άλλως πως, όπου πρόκειται για ιδιόμορφη διαδικασία. Τέλος και σε συνέχεια με τα πιο πάνω κρίνεται ορθό να γίνει παραπομπή στην υπόθεση Milouca Motor Trading Ltd v. Χρύσανθου Κούρτη,
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 941, παρατίθενται δε το πιο κάτω απόσπασμα από αυτήν: «Εάν ένας διάδικος μπορεί απρόσκοπτα να επιδιώκει το επανάνοιγμα υπόθεσης, η σφραγίδα της οριστικότητας την οποία φέρει η απόφαση και όλα όσα αυτό εξυπακούει, καθώς και η βεβαιότητα την οποία προάγει στη διαχείριση των υποθέσεων του ανθρώπου θα απωλεσθούν με οδυνηρές συνέπειες για την απονομή της δικαιοσύνης.» Ακόμη στην πιο πάνω απόφαση έχουν αναφερθεί και τα πιο κάτω: «Το απαύγασμα της νομολογίας κατατείνει στο ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να επιδεικνύει υπέρμετρο ζήλο στην αποστέρηση του δικαιώματος του διαδίκου να ακουστεί νοουμένου ότι αποκαλύπτει υπεράσπιση. Εντούτοις το Δικαστήριο μπορεί, παρά ταύτα, να αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση, εάν η διαγωγή του είναι τέτοια, ώστε να πλήττει το θεμέλιο της απονομής της δικαιοσύνης. Όπου η διαγωγή του διαδίκου ο οποίος εξαιτείται τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, είναι ασυγχώρητη, περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου, το Δικαστήριο δύναται ενασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια να αρνηθεί να παραμερίσει την απόφαση.» Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι στην πιο πάνω απόφαση παρ΄όλο που το πρωτόδικο Δικαστήριο δέχθηκε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση, το στοιχείο αυτό δεν κρίθηκε αρκετό για τον παραμερισμό της απόφασης και θεωρήθηκε καθοριστικό το στοιχείο της αργοπορίας στη λήψη μέτρων. Η εν λόγω απόφαση επικυρώθηκε από το Εφετείο. Αξιολόγηση των εκατέρωθεν ισχυρισμών και συμπέρασμα Δικαστηρίου: Όπως είναι ξεκάθαρο από την αίτηση της εναγόμενης και τη μαρτυρία που την υποστηρίζει τίθεται ζήτημα κακής επίδοσης, αλλά και έλλειψης γνώσης για την ύπαρξη της αγωγής εναντίον της. Συνακόλουθα το θέμα αυτό δικαιολογείται να αποφασισθεί πριν την εξέταση των δύο βασικών προϋποθέσεων, ως προς το κατά πόσο νομιμοποιείται το Δικαστήριο να παραμερίσει την εκδοθείσα απόφαση. Λαμβάνοντας υπόψη την προσαχθείσα μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου κρίνεται ότι έχει αποδειχθεί, πως, κατά το χρόνο της καταχώρησης και επίδοσης της αγωγής μέχρι την έκδοση της απόφασης εναντίον της, αυτή, πρώτον, βρισκόταν στο εξωτερικό και δεύτερο δεν διέμενε στην οδό όπου έγινε η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος, δηλαδή δεν ήταν συγκάτοικος με την πεθερά της όπως αναφέρεται στην ένορκη δήλωση του επιδότη. Το συμπέρασμα αυτό προκύπτει από τα όσα έχει θέσει ο σύζυγος της αιτήτριας στην ένορκη δήλωση του καθώς και τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση, στοιχεία για τα οποία είναι άμεσα γνώστης ως εκ τούτου αποτελούν πρωτογενή μαρτυρία στην οποία το Δικαστήριο προσδίδει βαρύτητα, σε αντίθεση με όσα για το θέμα αυτό αναφέρονται στην αρχική ένορκη δήλωση και συμπληρωματική ένορκη δήλωση του υπαλλήλου των εναγόντων καθ΄ ων η αίτηση τα οποία δεν αντικρούουν τα θέματα αυτά παρά μόνο τίθεται γενική άρνηση. Αποτελεί συνεπώς συμπέρασμα του Δικαστηρίου πως τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης δικαιολογούν τη διαπίστωση ότι πρόκειται για κακή επίδοση εν όψει των πιο πάνω στοιχείων. Σημειώνεται πως αν και θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι, η πεθερά της αιτήτριας είναι μέλος της ευρύτερης έννοιας της οικογένειας της, ως διαφάνηκε η αιτήτρια δεν διέμενε μαζί της κατά την επίδοση, ως εκ τούτου το στοιχείο αυτό νομιμοποιεί το Δικαστήριο να διαχωρίσει την παρούσα υπόθεση από την υπόθεση Χριστάκη Γ. Θεοδώρου κ.ά. ν. Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Μακράσυκας
(2003)1 (Β) Α.Α.Δ. 1305 όπου η επίδοση κρίθηκε καλή επειδή το πρόσωπο (γιαγιά και πεθερά των εφεσειόντων) στο οποίο αφέθηκε το κλητήριο ένταλμα κατοικούσε σε βοηθητικά της οικίας των εφεσειόντων-εναγομένων. Τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης δεν είναι δυνατό να ενταχθούν στη ρύθμιση της Δ.5 Κ.2(i) αφού η αιτήτρια βρισκόταν στη Ρωσία. Συνακόλουθα των πιο πάνω ισχύουν και στην παρούσα περίπτωση τα όσα ειπώθηκαν στην υπόθεση Νικόλα Γιωργαλλίδη ν. Χρυσόστομου Χρίστου (Ττομή)
(1997)1 Α.Α.Δ. 247 τα οποία έχουν ως εξής: «Από τη στιγμή που η επίδοση κρίθηκε κακή και η διαπίστωση αυτή ήταν ορθή κατά τη γνώμη μας (βλ. Δ.5 θ.2 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας), το πρωτόδικο Δικαστήριο ήταν υποχρεωμένο ex debito justitiae να παραμερίσει την απόφαση και δεν ετίθετο θέμα άσκησης διακριτικής ευχέρειας. Έκαστος έχει το βασικό ανθρώπινο δικαίωμα να πληροφορηθεί για τα δικαστικά μέτρα εναντίον του, τους λόγους για τους οποίους καλείται να εμφανισθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και να προβάλει τους ισχυρισμούς του (βλ. Άρθρο 3.3 (α) και (β) του Συντάγματος)». Σημειώνεται πως η επίδοση στην πιο πάνω υπόθεση κρίθηκε κακή διότι παρόλο που επιδόθηκε στη γραμματέα του εφεσείοντα, αυτή δεν ήταν το αρμόδιο πρόσωπο στο χώρο εργασίας του για να παραλαμβάνει έγγραφα εκ μέρους του. Το πιο πάνω συμπέρασμα προφανώς έχει καθορίσει και την τύχη της παρούσας αίτησης, ωστόσο, θα προχωρήσει το Δικαστήριο στην εξέταση των δύο βασικών προϋποθέσεων και επί της ουσίας της αίτησης και αυτό σε περίπτωση που ήθελε ανατραπεί το συμπέρασμα του Δικαστηρίου επί του θέματος της επίδοσης. Αφού το Δικαστήριο έχει διέλθει με κάθε δυνατή προσοχή τη γραπτή μαρτυρία η οποία υποστηρίζει τόσο την αίτηση, καθώς και την ένσταση, εφαρμόζοντας τις αρχές που διέπουν τη διακριτική του ευχέρεια κρίνονται και αποφασίζονται περαιτέρω τα πιο κάτω: 1) Απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης Κρίνεται ότι η μαρτυρία που έχει προσαχθεί για απόδειξη αυτής της προϋπόθεσης εκ μέρους του ενόρκως δηλούντα και συζύγου της αιτήτριας, δεν επιτρέπει στο Δικαστήριο να θεωρήσει ότι έχει αποκαλυφθεί ενώπιον του εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Οι λόγοι είναι πως πρόκειται για αόριστες και γενικές αναφορές όπως αυτές αναφέρονται στις παραγράφους 8 και 9 της ένορκης δήλωσης ημερομηνίας 13.05.2009. Για το θέμα αυτό αφ΄ ενός μεν δεν υπάρχει πρωτογενής μαρτυρία αφού η αίτηση θεωρείται κύρια (βλέπε υπόθεση Βύρων Τεγκεράκης ν. Δήμου Λευκωσίας
(2005)1 Α.Α.Δ. 289) αφ΄ ετέρου ως εξ ακοής δεν αποκαλύπτει από πού γνωρίζει, ο ενόρκως δηλών και πως ότι η σύζυγος του δεν χρησιμοποίησε την επίδικη πιστωτική κάρτα ή ότι δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό. Τα ίδια στοιχεία αξιολόγησης ισχύουν και για την περίπτωση του ισχυρισμού ότι στο αξιούμενο από τους ενάγοντες ποσό περιλαμβάνονται παράνομες και αντισυμβατικές χρεώσεις. Επιπρόσθετα των πιο πάνω κρίνεται ότι το περιεχόμενο των εν λόγω ισχυρισμών για ύπαρξη υπεράσπισης αποτελεί αόριστη και γενικόλογη αναφορά χωρίς οποιοδήποτε συγκεκριμένο στοιχείο το οποίο θα ήταν ικανό θα θεωρηθεί ότι προσδίδει έρεισμα για ύπαρξη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης. Συνεπώς η υπό συζήτηση προϋπόθεση δεν έχει αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό. 2) Παράλειψη εμφάνισης στο Δικαστήριο και καθυστέρηση στην καταχώρηση αίτησης παραμερισμού: Η ενώπιον του Δικαστηρίου προσαχθείσα μαρτυρία δικαιολογεί το συμπέρασμα σε συνέχεια με τα πιο πάνω ότι η αιτήτρια δεν έλαβε γνώση της ύπαρξης του κλητηρίου, συνεπώς, αυτό το γεγονός αποτελεί δικαιολογία λογική στη μη καταχώρηση εμφάνισης. Όσον αφορά τώρα το σκέλος της καθυστέρησης στην καταχώρηση αίτησης για παραμερισμό, παρόλο που ο σύζυγος της αιτήτριας δεν αναφέρει πότε η αιτήτρια έλαβε γνώση για την ύπαρξη της απόφασης, κρίνεται ότι με αναφορά στη δική του γνώση για την ύπαρξη του κλητηρίου στις 20.04.2009 και με την καταχώρηση της επίδικης αίτησης στις 13.05.09, δικαιολογείται συμπέρασμα πως δεν υπήρξε καθυστέρηση τέτοια που να χαρακτηρίζεται ως αδικαιολόγητη ή ότι αυτή συνιστά περιφρόνηση των δικαστικών διαδικασιών. Συνακόλουθα των πιο πάνω και παρόλο που η αιτήτρια ικανοποίησε το Δικαστήριο ότι ενέργησε σχετικά σύντομα προς τον παραμερισμό της απόφασης, εφόσον διαπιστώθηκε ότι δεν απέδειξε την ύπαρξη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης, το Δικαστήριο δεν θα προχωρούσε στον παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης. Στο σημείο αυτό επιχειρείται η εξέταση κάποιων ζητημάτων που έχουν εγείρει οι καθ΄ ων η αίτηση πέραν των όσων έχουν ήδη αποφασισθεί. Ισχυρίζονται ότι ο σύζυγος της αιτήτριας δεν είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος για την ένορκη δήλωση στην οποία έχει προβεί. Κρίνεται πως η αναφορά του συζύγου της αιτήτριας ότι είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκη δήλωση είναι ικανοποιητική και η παράλειψη να αναφέρει ότι είναι εξουσιοδοτημένος από την αιτήτρια δεν είναι ουσιαστικής σημασίας και ικανή να αποφασίσει το Δικαστήριο ότι η εν λόγω ένορκη δήλωση είναι αντικανονική και κατά συνέπεια να μην ληφθεί υπόψη ως εισηγούνται οι καθ΄ ων η αίτηση. Οι καθ΄ ων η αίτηση εξασφάλισαν διάταγμα για αντεξέταση του Γ. Χρυσάνθου ωστόσο δεν έκαναν χρήση αυτού του δικαιώματος τους, συνεπώς δεν αντεξέτασαν γι΄ αυτό το θέμα ούτε και παρουσίασαν στοιχεία μαρτυρίας ότι δεν υπήρχε εξουσιοδότηση από την αιτήτρια, άλλωστε αυτή συνάγεται έμμεσα από την αίτηση της αλλά και τη μαρτυρία του συζύγου της στη συμπληρωματική του ένορκη δήλωση αναφορικά με την αποστολή φωτοαντιγράφου του διαβατηρίου της, έτσι δεν δικαιολογείται η αποδοχή της θέσης ότι ο Γ. Χρυσάνθου ενεργεί από μόνος του και χωρίς τη συγκατάθεση ή εξουσιοδότηση της αιτήτριας. Ούτε τα όσα προωθήθηκαν σχετικά με τη διεύθυνση της αιτήτριας όπως αυτή αναφέρεται στο τεκμήριο 1 με βάση το οποίο εκδόθηκε απόφαση, όπου δόθηκε ως διεύθυνση διαμονής το σπίτι της πεθεράς της. Τα στοιχεία διεύθυνσης τα οποία επικαλούνται οι αιτητές δόθηκαν το 2001 όπως φαίνεται από το φάκελο της υπόθεσης και ως εκ τούτου ουδόλως διαφοροποιούν το κρίσιμο ζήτημα εν όψει του ότι το πιο καθοριστικό στοιχείο με βάση το οποίο κρίθηκε το θέμα της επίδοσης, δηλαδή ότι στις 12.02.2009 που έγινε η επίδοση, ήταν πως η αιτήτρια δεν διέμενε μαζί με την πεθερά της αλλά ήταν στη Ρωσία και δεν έλαβε γνώση για την ύπαρξη της αγωγής εναντίον της. Με βάση όλα τα πιο πάνω τα οποία έχουν αναφερθεί και εν όψει του συμπεράσματος για κακή επίδοση του κλητηρίου εντάλματος, το Δικαστήριο εκδίδει διάταγμα ως η παράγραφος Α και Γ της αίτησης προς όφελος της αιτήτριας και εναντίον των καθ΄ ων η αίτηση. Αναφορικά δε με τα έξοδα λαμβανομένων υπόψη των όσων έχουν αποφασιστεί στην υπόθεση Γιωργαλλίδη (ανωτέρω) αλλά και του λόγου που παραμερίστηκε η εκδοθείσα απόφαση στην παρούσα υπόθεση, τα έξοδα που έχουν δημιουργηθεί στην αγωγή διαγράφονται. Καμία διαταγή για έξοδα στην παρούσα αίτηση. (Υπ.)............ Δ. Ι. Κίτσιος, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής /ΤΑ Subject: Civil/Other Actions/Interim Αναφορά: Πολιτική Δικονομία - Αίτηση παραμερισμού απόφασης λόγω μη εμφάνισης - κακή επίδοση. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.