Παρασκευούλλας Αρμεύτη ν. Χριστάκη Θ. Γεωργίου, Αρ. Αγωγής: 4191/06, 17 Νοεμβρίου, 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:A265 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Γ. Πετάση-Κορφιώτη, Πρ. Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4191/06 Μεταξύ: Παρασκευούλλας Αρμεύτη Ενάγουσας και Χριστάκη Θ. Γεωργίου Εναγομένου Ημερομηνία: 17 Νοεμβρίου, 2009 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Ενάγουσα: κ. Κυπρίζογλου Για τον Εναγόμενο: κ. Θεοφανίδης Α Π Ο Φ Α Σ Η Εισαγωγή Με την παρούσα αγωγή η Ενάγουσα απαιτεί από τον Εναγόμενο συνολικό ποσό Λ.Κ.41.324,70 (€70.607,44), το οποίο ως αναφέρεται στην Έκθεση Απαίτησης αντιπροσωπεύει: (α) Ποσό Λ.Κ.26.000 (€44.423,64) το οποίο κατέβαλε η Ενάγουσα στην Ελληνική Τράπεζα Λτδ (στο εξής η «Ελληνική») ως εγγυήτρια προς εξόφληση του δανείου του Εναγόμενου με αριθμό λογαριασμού 248-01-116875-01, και (β) Ποσό Λ.Κ.15.324,70 (€26.183,60) το οποίο κατέβαλε η Ενάγουσα στη ΣΠΕ Αγίας Φύλας (στο εξής η «ΣΠΕ») προς εξόφληση του τρεχούμενου λογαριασμού του Εναγόμενου με αριθμό 40-01416-5, πλέον τόκους και έξοδα. Στην Έκθεση Υπεράσπισης, ο Εναγόμενος παραδέχεται ότι τα εν λόγω δάνεια είχαν συναφθεί από τον ίδιο με εγγυήτρια την Ενάγουσα, όμως κατά τον ισχυρισμό του τα δάνεια αυτά αφορούσαν την Ενάγουσα για ιατρικούς λόγους και για την ανέγερση κατοικίας, έγιναν δε στο όνομα του Εναγόμενου διότι αυτός εθεωρείτο φερέγγυος από τα διάφορα τραπεζικά ιδρύματα. Επίσης, πλην του ότι στις 18.10.2000 η Ενάγουσα παρέλαβε επιστολή από την Ελληνική με την οποία την καλούσαν ως ενυπόθηκη εγγυήτρια του Εναγόμενου όπως προβεί σε πλήρη και τελεία εξόφληση του δανείου επ' ονόματι του Εναγόμενου εντός 7 ημερών, όλοι οι υπόλοιποι ισχυρισμοί της Ενάγουσας ως φαίνονται στην Έκθεση Απαίτησης δεν είναι παραδεκτοί από τον Εναγόμενο. Με την Έκθεση Υπεράσπισης τίθεται, τέλος, ισχυρισμός ότι η Ενάγουσα στερείται του δικαιώματος έγερσης αγωγής για περιουσιακές διαφορές διότι παρήλθε ο χρόνος καταχώρησης τέτοιας αγωγής, όπως επίσης ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο είναι αναρμόδιο να εκδικάσει την παρούσα αγωγή καθότι αρμοδιότητα έχει το Οικογενειακό Δικαστήριο. Σημειώνεται, επίσης, ότι μαζί με την Έκθεση Υπεράσπισης είχε καταχωρηθεί από τον Εναγόμενο και Ανταξίωση όπου γινόταν αναφορά σε συμφωνία των διαδίκων για επίλυση των περιουσιακών τους διαφορών και εγειρόταν απαίτηση του Εναγόμενου εναντίον της Ενάγουσας για ποσό Λ.Κ.100.000 (€171.000) που αντιστοιχεί με το ποσό της κατ' ισχυρισμόν συνεισφοράς του Εναγόμενου στην κατοικία που οι διάδικοι είχαν αποκτήσει κατά τη διάρκεια του γάμου τους. Η Ανταξίωση του Εναγομένου αποσύρθηκε στις 15.5.2008 άνευ βλάβης των δικαιωμάτων του, με έξοδα προς όφελος της Ενάγουσας όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. Μαρτυρία Κατά την ακροαματική διαδικασία, κατέθεσαν για την Ενάγουσα η ίδια (ΜΕ1), η κα Ευαγγελία Πρωτοπαπά (ΜΕ2) Τμηματάρχης Α' στη ΣΠΕ, και ο κ. Ρένος Ιορδάνους (ΜΕ3) Διευθυντής Υποκαταστήματος της Ελληνικής. Προς υποστήριξη δε της εκδοχής του Εναγόμενου κατέθεσε μόνο ο ίδιος. Επίσης, κατά τη δίκη κατατέθηκαν τα ακόλουθα έγγραφα ως τεκμήρια: - Γραπτή Δήλωση της Ενάγουσας (ΜΕ1) ως μέρος της κυρίως εξέτασής της (Τεκμήριο Α). - Αντίγραφο Διατάγματος Λύσης του γάμου των διαδίκων ημερομηνίας 26.6.2003 στην Αίτηση του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λεμεσού αρ. 348/2000 (Τεκμήριο 1). - Αντίγραφο διπλοσυστημένης επιστολής της Ελληνικής προς την Ενάγουσα ημερομηνίας 18.10.2000 (Τεκμήριο 2). - Αντίγραφο απόδειξης ημερομηνίας 7.12.2004 για κατάθεση επιταγής στο λογαριασμό με αρ. 248-01-11687S-01 της Ελληνικής, (Τεκμήριο 3). - Aντίγραφο επιστολής της Ελληνικής προς την Ενάγουσα ημερομηνίας 21.12.2004 (Τεκμήριο 4). - Αντίγραφο απόδειξης πληρωμής της ΣΠΕ επ' ονόματι της Ενάγουσας υπ' αριθμό 089500 ημερομηνίας 7.12.2004 (Τεκμήριο 5). - Αντίγραφο απόδειξης κλεισίματος του λογαριασμού με αριθμό 40-01416-5 στη ΣΠΕ ημερομηνίας 7.12.2004 (Τεκμήριο 6). - Χρεωστικό Γραμμάτιο για ποσό Λ.Κ.8.000 ημερομηνίας 18.7.1996 (Τεκμήριο 7). - Σύμβαση και Δήλωση Υποθηκεύσεως Ακινήτου με αναφορά Υ4959/96 με ενυπόθηκη οφειλέτιδα την Ενάγουσα (Τεκμήριο 8). - Κατάσταση του Λογαριασμού του Εναγόμενου στη ΣΠΕ υπ' αρ. 67-40-01416-5 της ΣΠΕ ημερομηνίας 30.9.2009 (Τεκμήριο 9). - Αντίγραφο Διαιτητικής απόφασης ημερομηνίας 29.9.2000 εναντίον του Εναγόμενου (Τεκμήριο 10). - Τύπος Αρ. 44Α δυνάμει του Νόμου Περί Συνεργατικών Εταιρειών (Ν.22/85και 68/87) (Τεκμήριο 11). - Αίτηση του Εναγομένου προς ΣΠΕ για παροχή δανείου, ημερομηνίας 17.5.1996 (Τεκμήριο 12). - Συμφωνία ημερομηνίας 4.10.1989 μεταξύ του Εναγομένου και Ελληνικής για παραχώρηση πιστωτικών διευκολύνσεων (Τεκμήριο 13). - Κατάσταση του λογαριασμού του Εναγόμενου στην Ελληνική υπ' αρ. 248-01-116875-01 ημερομηνίας 8.10.2009 (Τεκμήριο 14). Ως ΜΕ1, κατέθεσε η Ενάγουσα, η οποία υιοθέτησε Γραπτή Δήλωσή της ως μέρος της κυρίως εξέτασης της. Στη γραπτή δήλωση της, η Ενάγουσα συνοπτικά αναφέρει τα εξής: - Η Ενάγουσα ήταν σύζυγος του Εναγόμενου, όμως ο γάμος τους διαλύθηκε στις 26.6.
- - Κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης τους, ο Εναγόμενος προέβηκε σε δάνεια επ' ονόματι του στην Ελληνική και στη ΣΠΕ για διάφορα ποσά (Τεκμήρια 7, 12 και 13) και η Ενάγουσα ήταν ενυπόθηκη εγγυήτρια στα εν λόγω δάνεια (Τεκμήριο 8). - Λόγω της παράλειψης εκ μέρους του Εναγόμενου ως πρωτοφειλέτη να πληρώσει τις υποχρεώσεις του προς την Ελληνική, στις 18.10.2000 η Ενάγουσα παρέλαβε επιστολή από την Ελληνική με την οποία την καλούσαν ως ενυπόθηκη εγγυήτρια του Εναγόμενου όπως προβεί σε πλήρη και τελεία εξόφληση του δανείου επ' ονόματι του Εναγόμενου εντός 7 ημερών για να αποφύγει τη λήψη δικαστικών μέτρων εναντίον της (Τεκμήριο 2). - Μετά την παραλαβή της επιστολής ημερομηνίας 18.10.2000 (Τεκμήριο 2), στις 7.12.2004 η Ενάγουσα προέβηκε στην πλήρη εξόφληση του δανείου στην Ελληνική επ' ονόματι του Εναγόμενου με αριθμό λογαριασμού 248-01-116875-01 με την πληρωμή του ποσού των Λ.Κ.26.000 (€44.423,64) και παρέλαβε απόδειξη εξόφλησης από την Ελληνική (Τεκμήριο 3), ως επίσης στις 21.12.2004 παρέλαβε από την εν λόγω τράπεζα επιστολή με την οποία την βεβαίωναν ότι η τράπεζα την είχε απαλλάξει πλήρως σε σχέση με την οφειλή του Εναγόμενου κατόπιν εξόφλησης του δανείου από αυτή (Τεκμήριο 4). - Περαιτέρω, στις 7.12.2004 η Ενάγουσα προέβηκε ως ενυπόθηκη εγγυήτρια στην εξόφληση του δανείου επ' ονόματι του Εναγόμενου στη ΣΠΕ με αριθμό λογαριασμού 40-01416-5 με πληρωμή του ποσού των Λ.Κ.15.324,70, (€26.183,60) και κατά την εν λόγω ημερομηνία παρέλαβε από τη ΣΠΕ απόδειξη κλεισίματος του αναφερόμενου λογαριασμού (Τεκμήριο 6). Η Ενάγουσα διευκρίνισε ότι τα επίδικα δάνεια έγιναν για σκοπούς της επιχείρησης του Εναγόμενου, ο οποίος είναι οπτικός και διατηρεί μέχρι σήμερα κατάστημα με οπτικά είδη στη Λεμεσό, και συγκεκριμένα για την πληρωμή των εμπόρων και των μισθών των υπαλλήλων του. Κατά την αντεξέτασή της, η Ενάγουσα ανέφερε ότι οι εγγυήσεις της για τα επίδικα δάνεια έγιναν μεν κατά τη διάρκεια του γάμου της με τον Εναγόμενο και ενόσω ανεγειρόταν η συζυγική οικία, αρνήθηκε όμως ότι τα δάνεια αυτά είχαν συναφθεί για τους σκοπούς του κτισίματος της συζυγικής οικίας, ως ήταν η θέση του συνηγόρου του Εναγόμενου, αφού όπως η ίδια ανάφερε είχαν συναφθεί άλλα δάνεια για αυτό το σκοπό, δίδοντας σχετικές λεπτομέρειες. Περαιτέρω, η Ενάγουσα αρνήθηκε κατηγορηματικά ότι τα επίδικα δάνεια είχαν ληφθεί για κάλυψη των ιατρικών εξόδων που επωμίσθηκαν οι διάδικοι προς το σκοπό τεκνοποίησης, παραθέτοντας τις σχετικές εξηγήσεις. Τέλος η Ενάγουσα ανέφερε ότι κάλεσε επανειλημμένα τον Εναγόμενο τόσο προσωπικά όσο και δια δικηγόρων να της καταβάλει τα πιο πάνω ποσά, όμως αυτός αρνήθηκε να πράξει τούτο. Ως ΜΕ2 κατέθεσε η κα Ευαγγελία Παρασκευά, η οποία από το 1984 εργάζεται στη ΣΠΕ, ενώ σήμερα κατέχει τη θέση του Τμηματάρχη Α'. Η ΜΕ2 κατέθεσε ότι δυνάμει Χρεωστικού Γραμματίου ημερομηνίας 18.7.1996 (Τεκμήριο 7) επ' ονόματι του Εναγόμενου με ενυπόθηκη εγγυήτρια την Ενάγουσα (Τεκμήριο 8) δόθηκε όριο Λ.Κ.8.000 (€13.668,82) σε τρεχούμενο λογαριασμό επ' ονόματι του Εναγομένου. Κατά την εν λόγω ημερομηνία παραχωρήθηκε και δάνειο στον Εναγόμενο για ποσό Λ.Κ.12.000 προς το σκοπό κάλυψης άλλου λογαριασμού. Δυνάμει του Χρεωστικού Γραμματίου (Τεκμήριο 7), ανοίχθηκε στο όνομα του Εναγόμενου ο λογαριασμός με αριθμό 40-01416-5, ο οποίος λειτουργούσε κανονικά μέχρι την 21.5.1999 οπότε και έγινε η τελευταία κατάθεση/πληρωμή και ο Εναγόμενος δεν ανταποκρινόταν πλέον στις υποχρεώσεις του. Σε μεταγενέστερο στάδιο, η ΣΠΕ σταμάτησε να δέχεται καταθέσεις στον εν λόγω λογαριασμό και στις 29.9.2000 εκδόθηκε διαιτητική απόφαση όπως το τότε υπόλοιπο του λογαριασμού πλέον τόκοι και έξοδα πληρωθούν αλληλεγγύως από τον Εναγομένο και την υποθήκη Υ4959/96 (Τεκμήριο 10). Η εν λόγω απόφαση κοινοποιήθηκε στον Εναγόμενο (Τεκμήριο 11) αλλά αυτός δεν προέβηκε σε οποιαδήποτε πληρωμή και ως εκ τούτου η ΣΠΕ προχώρησε με δικαστικά μέτρα εναντίον του. Το υπόλοιπο του λογαριασμού εκ Λ.Κ.15.324,70 (€26.183,60) εξοφλήθηκε από την Ενάγουσα, αφού είχε προηγηθεί αίτηση της ΣΠΕ για πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου. Κατά την αντεξέταση της, η ΜΕ2 ανέφερε ότι δεν γνώριζε με ποιο τρόπο δαπανήθηκαν τα χρήματα που παραχωρήθηκαν στον τρεχούμενο λογαριασμό με αριθμό 40-01416-5, ούτε το σκοπό για τον οποίο είχε συναφθεί το δάνειο στο οποίο έκανε αναφορά στην κυρίως εξέταση της. Κατά την επανεξέταση της ΜΕ2, κατατέθηκε η αίτηση για παροχή δανείου ημερομηνίας 17.5.1996 (Τεκμήριο 12), όπου αναφέρεται ότι το αιτούμενο δάνειο, το οποίο τελικά παραχωρήθηκε, θα χρησιμοποιείτο αφενός για άνοιγμα τρεχούμενου λογαριασμού για ποσό Λ.Κ.8.000 και Λ.Κ.12.000 υπό μορφή δανείου για εξόφληση άλλου δανείου στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού για ποσό Λ.Κ.10.
- Ως ΜΕ3 κατέθεσε στο Δικαστήριο ο κ. Ρένος Ιορδάνους, υπάλληλος της Ελληνικής από το 1987 και τώρα Διευθυντής Υποκαταστήματος. Ο κ. Ιορδάνους ανέφερε ότι δυνάμει γραπτής συμφωνίας ημερομηνίας 4.10.1989 (Τεκμήριο 13), είχε ανοιχθεί επ' ονόματι του Εναγόμενου ο λογαριασμός με αριθμό 248-01-116875-01, ο οποίος και λειτούργησε με πιστωτική διευκόλυνση του Εναγομένου υπό μορφή ορίου σε τρεχούμενο λογαριασμό, το ύψος δε του ορίου θα υπόκειτο στην απόλυτη κρίση της τράπεζας. Σε μεταγενέστερο στάδιο κατά το έτος 1998, η Ενάγουσα εγγυήθηκε τις υποχρεώσεις του Εναγομένου προς την Ελληνική για το ποσό των Λ.Κ.30.000 πλέον τόκους και έδωσε περαιτέρω εξασφάλιση με την Υποθήκη Υ809/98 για ποσό Λ.Κ.25.000 πλέον τόκους. Ο ΜΕ3 ανέφερε επίσης ότι, όπως προκύπτει από το Έντυπο Πληροφοριών του εν λόγω λογαριασμού (Τεκμήριο 14), η διευκόλυνση που δόθηκε στον Εναγόμενο ήταν στα πλαίσια σχεδίων της τράπεζας για δανειοδότηση μικρών επιχειρήσεων. Ο ΜΕ3 κατέθεσε επίσης ότι σε αυτό τον λογαριασμό του Εναγομένου κατατέθηκε στις 7.12.2004 ποσό Λ.Κ.26.000 (Τεκμήριο 3) και με επιστολή ημερομηνίας 21.12.2004 (Τεκμήριο 4) η Ελληνική απάλλαξε την Ενάγουσα σε σχέση με την οφειλή του Εναγομένου δυνάμει της προσωπικής και/ή ενυπόθηκης εγγύησης της. Κατά την αντεξέταση, ο ΜΕ3 ανέφερε ότι δεν γνώριζε πού ξοδεύτηκαν τα χρήματα/η πίστωση που παραχωρήθηκε στο σχετικό λογαριασμό του Εναγομένου. Κατά την κυρίως εξέτασή του ο Εναγόμενος ανέφερε συνοπτικά τα ακόλουθα: - Το δάνειο στη ΣΠΕ έγινε ώστε να εξοφληθεί άλλο δάνειο που έγινε παλαιότερα στη ΣΠΕ Λεμεσού για την ανέγερση της συζυγικής οικίας και εξασφαλιστεί όριο σε τρεχούμενο λογαριασμό για κάλυψη διαφόρων άλλων εξόδων όπως ιατρικών και τρέχοντων εξόδων του σπιτιού. - Όταν άρχισαν τα προβλήματα στις σχέσεις του με την Ενάγουσα, ο ίδιος σταμάτησε να πληρώνει τις δόσεις. - Όταν λήφθηκαν δικαστικά μέτρα εναντίον του, το Δικαστήριο αποφάσισε όπως αυτός εξοφλήσει το εξ αποφάσεως χρέος του και έξοδα διά μηνιαίων δόσεων, με την οποία απόφαση και συμμορφώθηκε μέχρι που έγινε μια συμφωνία με την Ενάγουσα ότι θα προχωρούσαν σε ενοικίαση της συζυγικής οικίας και το ενοίκιο που θα ελάμβαναν θα κατατίθετο έναντι των κοινών υποχρεώσεων τους στη ΣΠΕ. Μετά τη συμφωνία αυτή, σταμάτησε να πληρώνει τις μηνιαίες δόσεις. - Το δάνειο από την Ελληνική εξασφαλίστηκε ώστε να εξοφληθεί άλλο δάνειο στην Παγκυπριακή για ποσό Λ.Κ.6.500 που συνήφθηκε εκείνη την περίοδο από την Ενάγουσα για σκοπούς ανέγερσης της κατοικίας. Επίσης, όπως ισχυρίστηκε, το δάνειο δηλώθηκε ότι αφορούσε τους σκοπούς της επιχείρησης του γιατί με αυτό τον τρόπο ήταν πιο εύκολο να το εξασφαλίσουν. Κατά την αντεξέτασή του, ο Εναγόμενος δέχθηκε ότι όταν το ποσό των Λ.Κ.15.324,70 (€26.183,80) κατέστη πληρωτέο στη ΣΠΕ, δεν πλήρωσε οποιοδήποτε ποσό επικαλούμενος την μεταξύ των διαδίκων συμφωνία για πληρωμή της δόσης από το ενοίκιο της συζυγικής κατοικίας, όπως επίσης ότι ουδέν ποσό επλήρωσε στην Ελληνική έναντι του τότε οφειλόμενου υπολοίπου του λογαριασμού με αρ. 248-01-116875-
- Αγορεύσεις Κατά το στάδιο των αγορεύσεων, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων προώθησαν τις εκδοχές των πελατών τους όπως αυτές εμφαίνονται ή προκύπτουν από τα δικόγραφα τους. Ειδικότερα, ο ευπαίδευτος συνήγορος της Ενάγουσας εισηγήθηκε ότι με βάση την προσκομισθείσα μαρτυρία σε συνδυασμό με τη νομική πτυχή που καλύπτει το επίδικο ζήτημα, η Ενάγουσα έχει αποδείξει ότι ο Εναγόμενος ως πρωτοφειλέτης οφείλει να της πληρώσει το ποσό των Λ.Κ.41.324,70 (€70.607,44) πλέον νόμιμο τόκο και έξοδα εφόσον αυτή προέβηκε στην πληρωμή και εξόφλησή των οφειλών του Εναγομένου ως εγγυήτρια. Ο κ. Κυπρίζογλου παρέπεμψε το Δικαστήριο στις διατάξεις του Περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, που διέπουν το ζήτημα που εγείρεται στην παρούσα αγωγή και σε σχετική νομολογία. Από την άλλη, ο ευπαίδευτος συνήγορος του Εναγόμενου προώθησε τη θέση ότι η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί λόγω του ότι με τα εγειρόμενα στην αγωγή ζητήματα επιχειρείται η επίλυση των περιουσιακών διαφορών των διαδίκων από το Επαρχιακό Δικαστήριο, το οποίο κατά την εισήγηση του είναι αναρμόδιο, όπως επίσης ότι η αγωγή έχει καταχωρηθεί εκπρόθεσμα. Επί της ουσίας, ήταν η θέση του κ. Θεοφανίδη ότι η Ενάγουσα κατά τη μαρτυρία της ήταν αναξιόπιστη και ως εκ τούτου το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να την πιστέψει, με αποτέλεσμα η αγωγή να μην μπορεί να επιτύχει. Νομική Πτυχή Το άρθρο 84 του Περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149 προβλέπει τα ακόλουθα: «"Σύμβαση εγγύησης" είναι η σύμβαση προς εκπλήρωση της υπόσχεσης ή υποχρέωσης τρίτου, σε περίπτωση μη εκπλήρωσης από τον τρίτο· το πρόσωπο που παρέχει την εγγύηση καλείται "εγγυητής", το πρόσωπο υπέρ του οποίου παρέχεται "πρωτοφειλέτης", και το πρόσωπο προς το οποίο παρέχεται "πιστωτής". Σύμφωνα με το άρθρο 98 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149: «
- Αν το χρέος, για το οποίο δόθηκε η εγγύηση, καταστεί απαιτητό ή ο πρωτοφειλέτης παραλείψει να εκπληρώσει υποχρέωση που καλύπτεται από την εγγύηση, ο εγγυητής, με την καταβολή ή την εκπλήρωση όλων για τα οποία ευθύνεται, υποκαθίσταται σε όλα τα δικαιώματα του πιστωτή έναντι του πρωτοφειλέτη». Η ακριβής έκταση της ρητής, εκ μέρους του πρωτοφειλέτη, κάλυψης προς τον εγγυητή είναι ζήτημα ερμηνείας της κάθε περίπτωσης. (Βλ. Dumbell v. Isle of Man Rail Co
(1880)42 L.T 745, P.C.). Το δικαίωμα του εγγυητή για κάλυψη εναντίον του πρωτοφειλέτη προκύπτει όταν ο εγγυητής πληρώσει στον πιστωτή την οφειλή που ήταν υποχρεωμένος να καταβάλει ο πρωτοφειλέτης. (Βλ. Re Richardson
(1911)2 Κ.Β. 705 - Re Βeavan
(1913)2 Ch. 595). Μέχρι το χρόνο της πληρωμής της εγγύησης, το δικαίωμα του εγγυητή για κάλυψη εναντίον του πρωτοφειλέτη δε συνιστά χρέος που οφείλεται στον εγγυητή από τον πρωτοφειλέτη. (Βλ. Re Mitchell
(1913)1 Ch 201 - Re Fenton
(1931)Ch 85, C.A. στις σελίδες 113,114 - Re a debtor
(1956)1 W.L.R. 1226). Πέραν του ρητού δικαιώματος για κάλυψη που έχει ο εγγυητής και το οποίο παρέχει ο πρωτοφειλέτης, ο εγγυητής έχει επιπλέον και σιωπηρό δικαίωμα κάλυψης. To σιωπηρό δικαίωμα που έχει ο εγγυητής εναντίον του πρωτοφειλέτη, δεν είναι το ίδιο με εκείνο που έχει ο πιστωτής εναντίον του πρωτοφειλέτη, αλλά μοιάζει με το δικαίωμα που έχει ο εγγυητής εναντίον άλλου εγγυητή. (Βλ. Woods v. Creaghe
(1828)2 Hog 50). To άρθρο 103 του περί Συμβάσεων Νόμου 149 αναφέρει τα εξής σχετικά με τη σιωπηρή υπόσχεση για κάλυψη του εγγυητή: «103. Σε κάθε σύμβαση εγγύησης περιέχεται σιωπηρή υπόσχεση του πρωτοφειλέτη για κάλυψη τον εγγυητή, και ο εγγυητής δικαιούται να αναζητήσει από τον πρωτοφειλέτη κάθε ποσό καλώς καταβληθέν από αυτόν δυνάμει της εγγύησης, αλλά δεν δύναται να αναζητήσει ποσό κακώς καταβληθέν.» Σύμφωνα με το σιωπηρό δικαίωμα κάλυψης ο εγγυητής, έχει, εκτός αν η σύμβαση προβλέπει διαφορετικά, άμεσο αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του πρωτοφειλέτη (Βλ. Davis v. Humphreys
(1840)6 M & W 153). Το δικαίωμα αυτό προκύπτει μόλις ο εγγυητής πληρώσει στον πιστωτή οτιδήποτε οφείλει ο πρωτοφειλέτης. Δε δικαιούται όμως να επιταχύνει το δικαίωμα αυτό πληρώνοντας το εγγυηθέν χρέος πριν καταστεί απαιτητό (Βλ. Coppin v. Gray
(1842)1 Y & Z. Ch. Cas. 205). Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, Τόμος 18, σελίδες 479-481, η πληρωμή από τον εγγυητή της οφειλής του πρωτοφειλέτη, την οποία εγγυήθηκε να πληρώσει, παρέχει το δικαίωμα στον εγγυητή να ενάξει τον πρωτοφειλέτη για κάλυψη και με τον τρόπο αυτό ο εγγυητής, γίνεται πιστωτής του πρωτοφειλέτη. Το δικαίωμα κάλυψης προκύπτει μόλις πληρωθεί το καλυπτόμενο από την εγγύηση χρέος και περιλαμβάνει την ανάκτηση του ποσού που πραγματικά πλήρωσε ο εγγυητής πλέον τόκους. (Βλ. Re fox, Walker & Co, Ex Parte Bishop
(1880)15 Ch. D. 400 C.A, Hitchman v. Stewart
(1855)3 Drew 271 και Lawson v. Wright
(1786)1 COX Eq. Cas. 275, στη σελίδα 277). Σε περίπτωση δε, που εγγυητής υποστεί οποιαδήποτε ζημιά πέραν της πληρωμής του χρέους που εγγυήθηκε μαζί με τους τόκους, δικαιούται να εξασφαλίσει επίσης αποζημίωση για τη ζημιά την οποία έχει υποστεί. Σχετική με το υπό εξέταση ζήτημα στην παρούσα αγωγή είναι επίσης η απόφαση Ηλιάδα Επιφανείου ν. Οδυσσέα Οδυσσέως
(2001)1 ΑΑΔ 161 όπου λέχθηκε ότι το γεγονός ότι η εφεσείουσα υπέγραψε σύμβαση και δήλωση υποθήκευσης ακινήτου της ως ασφάλεια για δάνειο το οποίο δόθηκε στον τότε γαμπρό της, εφεσίβλητο, δεν την καθιστούσαν πρωτοφειλέτιδα δεδομένου ότι δεν είχε λάβει το ποσό αυτό, αλλά εγγυήτρια η οποία αναλάμβανε να πληρώσει το δάνειο σε περίπτωση που ο εφεσίβλητος παρέλειπε να το πράξει και ως εκ τούτου είχε το αναφερόμενο στο άρθρο 98 του Κεφ. 149 δικαίωμα. Το Ανώτατο Δικαστήριο προχώρησε και έκρινε ότι με βάση τα γεγονότα σε εκείνη την υπόθεση και τα δικόγραφα που είχαν καταχωρηθεί, θα μπορούσε να εκδοθεί απόφαση εναντίον του εφεσίβλητου και με βάση το άρθρο 69 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.
- Αξιολόγηση Μαρτυρίας Κατά την ακροαματική διαδικασία, το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να παρακολουθήσει με προσοχή όλους τους μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιον του. Έχοντας υπόψη την όλη στάση και συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα, όπως επίσης το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, θα προχωρήσω αμέσως να κρίνω την αξιοπιστία τους. Η Ενάγουσα (ΜΕ1), τόσο κατά την κυρίως εξέταση της όσο και κατά την αντεξέταση της από τον συνήγορο του Εναγόμενου ήταν σταθερή και συνεπής στις θέσεις της. Επίσης, έδωσε καθαρές εξηγήσεις σε σχέση με τα χρήματα που χρειάστηκε μαζί με τον Εναγόμενο για την ανέγερση της συζυγικής κατοικίας και, μεταξύ άλλων, ότι είχαν εξασφαλίσει αρχικά δάνειο από την ΣΠΕ Λεμεσού, το οποίο σε μεταγενέστερο στάδιο εξοφλήθηκε από δάνειο που συνήψε ο Εναγόμενος με τη ΣΠΕ, παράλληλα με το όριο στον τρεχούμενο λογαριασμό που λήφθηκε για τους σκοπούς της επιχείρησης του Εναγόμενου. Περαιτέρω, η Ενάγουσα ήταν ξεκάθαρη και κατηγορηματική ότι τα επίδικα δάνεια δεν είχαν ληφθεί για ιατρικούς λόγους που την αφορούσαν, ούτε για την ανέγερση της κατοικίας. Εν πάση περιπτώσει, σε σχέση με αυτή τη σταθερή της θέση δεν παρουσιάστηκαν στοιχεία από την άλλη πλευρά ώστε να κλονίζεται η αξιοπιστία της Ενάγουσας ή η δυναμική των ισχυρισμών της. Επίσης, η μαρτυρία της Ενάγουσας ως προς το σκοπό για τον οποίο είχαν ληφθεί τα επίδικα δάνεια συνάδει τόσο με τη μαρτυρία των ΜΕ2 και ΜΕ3, όσο και με τα κατατεθειμένα τεκμήρια. Συγκεκριμένα: - Το δάνειο από την Ελληνική όπως προκύπτει από το Τεκμήριο 14, ήταν δάνειο το οποίο παραχωρείται σε μικρές επιχειρήσεις. - Το δάνειο που λήφθηκε από τον Εναγόμενο από τη ΣΠΕ για το ποσό των Λ.Κ.12.000, είχε εξασφαλιστεί προς εξόφληση του δανείου στη ΣΠΕ Λεμεσού για το ποσό των Λ.Κ.10.000 (Τεκμήριο 12) και δεν υπάρχει οποιοδήποτε στοιχείο που να υποδηλώνει ότι το όριο στον τρεχούμενο λογαριασμό παραχωρήθηκε για τον ίδιο σκοπό. Τούτων δοθέντων, όπως επίσης και την καλή εντύπωση που μου έκανε η Ενάγουσα, δέχομαι τη μαρτυρία της στην ολότητα της. Η μαρτυρία των ΜΕ2 και ΜΕ3 είναι επίσης αποδεκτή στο σύνολο της αφού τόσο η ΜΕ2, όσο και ο ΜΕ3 ήταν μάρτυρες οι οποίοι ήταν αντικειμενικοί και ήρθαν στο Δικαστήριο για να πουν τα γεγονότα που γνώριζαν με αναφορά στα σχετικά έγγραφα, χωρίς σκοπό να βοηθήσουν οποιονδήποτε διάδικο. Εκεί δε που δεν γνώριζαν κάτι για το οποίο ερωτούνταν και από τους δύο συνηγόρους, δεν δίσταζαν να απαντήσουν ότι δεν ήταν σε θέση να δώσουν απάντηση. Σε κάθε περίπτωση, δεν έχω διαπιστώσει οποιαδήποτε αντίφαση στη μαρτυρία τους. Παράλληλα, η μαρτυρία και των δύο ουσιαστικά δεν αμφισβητήθηκε από την πλευρά του Εναγόμενου, η δε αντεξέταση τους επικεντρώθηκε στους σκοπούς για τους οποίους είχαν συναφθεί τα επίδικα δάνεια, αναφορικά με τους οποίους δεν είχαν σχετική γνώση ώστε να απαντήσουν. Ο Εναγόμενος στο κυριότερο μέρος της μαρτυρίας του δεν επιχείρησε να αμφισβητήσει ούτε τη σύναψη των δανείων και την εγγύηση των υποχρεώσεων του από την Ενάγουσα ούτε το ότι η Ενάγουσα εξόφλησε τα υπόλοιπα των επίδικων λογαριασμών, δεδομένης της μη πληρωμής από αυτόν. Ήταν όμως η θέση του ότι τα επίδικα δάνεια είχαν συναφθεί από αυτόν με εγγυήτρια την Ενάγουσα, αλλά: - Το δάνειο στην Ελληνική δεν έγινε για τους σκοπούς της επιχείρησης του αλλά για να εξοφληθούν τρία δάνεια της Ενάγουσας στην Παγκυπριακή και ένα δάνειο στην Ελληνική, τα οποία είχαν γίνει στα πλαίσια ανέγερσης της συζυγικής οικίας. - Το όριο σε τρεχούμενο που παραχωρήθηκε από τη ΣΠΕ με σκοπό να καλύψει γενικά έξοδα του σπιτιού όπως επίσης ιατρικά έξοδα, χωρίς ωστόσο να εξειδικεύσει τη θέση του αυτή και ενώ κατά το στάδιο που έδιδε τη σχετική απάντηση δίστασε να απαντήσει με σαφήνεια. Παρά την αποδοχή της μαρτυρίας της Ενάγουσας (ΜΕ1) η οποία με έχει ικανοποιήσει για την αλήθεια της, με δεδομένη την υπεράσπιση του Εναγομένου όπως προκύπτει από το δικόγραφο του, σε κάθε περίπτωση το Δικαστήριο θα ανέμενε ότι ο Εναγόμενος θα κατέθετε στοιχεία και αποδείξεις ώστε να υποστηρίξει την εκδοχή του ότι τα επίδικα δάνεια είχαν ληφθεί για τους συγκεκριμένους σκοπούς που επικαλείται και θα καθόριζε συγκεκριμένα κονδύλια τα οποία δαπανήθηκαν προς τους σκοπούς αυτούς, ωστόσο καμία μαρτυρία υπήρχε, επομένως και οι ανάλογες υποβολές στην Ενάγουσα (ΜΕ1) κατά την αντεξέτασή της παρέμειναν μετέωρες. Σχετικό είναι επίσης το γεγονός ότι ενώ κατά την αντεξέταση της ΜΕ2, η μάρτυρας ανέφερε ότι θα ήταν σε θέση να παρουσιάσει τις επιταγές που αφορούσαν τον επίδικο τρεχούμενο λογαριασμό στη ΣΠΕ ώστε να φανεί πού δαπανήθηκαν τα χρήματα που εξασφάλισε ο Εναγόμενος δυνάμει του Χρεωστικού Γραμματίου (Τεκμήριο 7), εντούτοις δεν της ζητήθηκε να προσκομίσει τα στοιχεία αυτά. Ως εκ τούτου, δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία του Εναγόμενου σε ό,τι αφορά τους σκοπούς για τους οποίους είχαν συναφθεί τα επίδικα δάνεια, ο οποίος, σε αντίθεση με την Ενάγουσα, δεν προέβαλε οποιονδήποτε τεκμηριωμένο ισχυρισμό ώστε να υποστηρίξει τη θέση του η οποία προβάλλεται στην Έκθεση Υπεράσπισης. Ευρήματα του Δικαστηρίου Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση και την ενώπιον του Δικαστηρίου αποδεκτή μαρτυρία, διαπιστώνεται ότι τα ουσιώδη πραγματικά γεγονότα που συνθέτουν την παρούσα υπόθεση και τα οποία αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου, έχουν ως ακολούθως: Οι διάδικοι ήταν μεταξύ τους σύζυγοι μέχρι την 26.6.2003, οπότε και ο γάμος τους διαλύθηκε με Διάταγμα του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λεμεσού στην Αίτηση 348/00 (Τεκμήριο 1). Κατά τη διάρκεια του γάμου τους ο Εναγόμενος εξασφάλισε διάφορα δάνεια. Κατά την 4.10.1989 ο Εναγόμενος υπέγραψε συμφωνία με την Ελληνική για παροχή σε αυτόν πιστωτικής διευκόλυνσης σε τρεχούμενο λογαριασμό για τους σκοπούς της επιχείρησης που διατηρεί, ήτοι κατάστημα με οπτικά είδη (Τεκμήριο 13). Σε μεταγενέστερο στάδιο η Ενάγουσα εγγυήθηκε τις υποχρεώσεις του Εναγόμενου δυνάμει της πιο πάνω συμφωνίας με έγγραφο εγγύησης και με ενυπόθηκη εγγύηση με αρ. Υ4809/98 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού (τα έγγραφα αυτά δεν κατατέθηκαν στο Δικαστήριο αλλά σε κάθε περίπτωση τα γεγονότα αυτά είναι παραδεκτά από τον Εναγόμενο και προκύπτουν και από την επιστολή, Τεκμήριο 2, το περιεχόμενο της οποίας δεν αμφισβητήθηκε). Σχετικά με τη συμφωνία αυτή, ανοίχθηκε επ' ονόματι του Εναγόμενου ο λογαριασμός στην Ελληνική με αρ. 248-01-116875-
- Ο τύπος του δανείου αυτού ήταν δάνειο που παραχωρείται σε μικρές επιχειρήσεις (Τεκμήριο 14). Περαιτέρω, είναι εύρημα ότι κατά την 17.5.1996 ο Εναγόμενος αιτήθηκε από τη ΣΠΕ δάνειο και όριο σε τρεχούμενο λογαριασμό. Τα χρήματα που θα λαμβάνονταν ως δάνειο επρόκειτο να χρησιμοποιηθούν για εξόφληση άλλου δανείου στη ΣΠΕ Λεμεσού για ποσό Λ.Κ.10.
- Κατόπιν της αίτησης αυτής, (Τεκμήριο 12) παραχωρήθηκε δάνειο στον Εναγόμενο για ποσό Λ.Κ.12.000 και όριο σε τρεχούμενο λογαριασμό για ποσό Λ.Κ.8.000 δυνάμει Χρεωστικού Γραμματίου ημερομηνίας 18.7.1996 (Τεκμήριο 7). Η Ενάγουσα εγγυήθηκε τις υποχρεώσεις του Εναγόμενου για το Χρεωστικό Γραμμάτιο δυνάμει προσωπικής και ενυπόθηκης εγγύησης, Υ4959/06 (Τεκμήριο 8). Στη βάση του Χρεωστικού Γραμματίου ανοίχθηκε επ' ονόματι του Εναγόμενου, ο λογαριασμός υπ' αρ. 40-01416-5 στη ΣΠΕ. Επειδή ο Εναγόμενος ως πρωτοφειλέτης δεν εκπλήρωνε τις υποχρεώσεις του στην Ελληνική και το ποσό του λογαριασμού 248-01-116875-01 είχε καταστεί πληρωτέο και απαιτητό, κατά την 18.10.2000, η Ελληνική ζήτησε από την Ενάγουσα ως εγγυήτρια των υποχρεώσεων του Εναγόμενου να προβεί σε εξόφληση του λογαριασμού για να αποφύγει μέτρα εναντίον της (Τεκμήριο 2). Κατά την 7.12.2004 η Ενάγουσα κατέβαλε στην Ελληνική το ποσό των Λ.Κ.26.000 προς εξόφληση του λογαριασμού με αριθμό 248-01-116875-01 (Τεκμήριο 3). Κατόπιν αυτού, η Ελληνική ενημέρωσε την Ενάγουσα ότι αυτή απαλλάσσεται πλήρως σε σχέση με την οφειλή του Εναγόμενου δυνάμει της προσωπικής και/ή ενυπόθηκης εγγύησης της (Τεκμήριο 4). Επίσης, λόγω του ότι ο Εναγόμενος δεν εκπλήρωνε τις υποχρεώσεις του δυνάμει του Χρεωστικού Γραμματίου (Τεκμήριο 8), στις 29.9.2000 η ΣΠΕ εξασφάλισε διαιτητική απόφαση σε σχέση με τον Εναγόμενο (Τεκμήριο 10) και την υποθήκη Υ4959/96 και προχώρησε με δικαστικά μέτρα εναντίον του Εναγόμενου και σε αίτηση εκποίησης τους ενυπόθηκου ακινήτου. Την 7.12.2004 η Ενάγουσα κατέθεσε στο λογαριασμό του Εναγόμενου στη ΣΠΕ με αρ. 40-01416-5 το ποσό των Λ.Κ.15.324,70 (€26.183,60) προς εξόφληση του υπολοίπου του λογαριασμού (Τεκμήριο 6). Η Ενάγουσα αποτάθηκε προς τον Εναγόμενο για καταβολή του ποσού που η ίδια πλήρωσε εκ μέρους του, αλλά μέχρι σήμερα ο Εναγόμενος δεν έχει καταβάλει στην Ενάγουσα οποιοδήποτε ποσό σε σχέση με τις πιο πάνω πληρωμές. Συμπέρασμα του Δικαστηρίου Σε ό,τι αφορά τη θέση του Εναγόμενου ότι δικαιοδοσία να εκδικάσει την παρούσα αγωγή έχει το Οικογενειακό Δικαστήριο και όχι το Επαρχιακό Δικαστήριο, όπως επίσης ότι η Ενάγουσα στερείται του δικαιώματος έγερσης αγωγής για περιουσιακές διαφορές διότι παρήλθε ο χρόνος καταχώρησης τέτοιας αγωγής, κρίνω ότι με βάση την ενώπιον μου μαρτυρία η παρούσα αγωγή δεν αφορά περιουσιακές διαφορές των διαδίκων, αλλά απαίτηση εγγυητή για κάλυψη από πρωτοφειλέτη δυνάμει των σχετικών προνοιών του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.
- Ως εκ τούτου, αυτό το σκέλος της υπεράσπισης του Εναγομένου απορρίπτεται. Σχετικά επίσης σημειώνεται ότι το συνολικό ποσό των Λ.Κ.41.324,70 (€70.607,44) καταβλήθηκε μετά τη λύση του γάμου των διαδίκων. Περαιτέρω, η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου του Εναγομένου ότι οι μαρτυρίες που παρουσίασε η Ενάγουσα από τη ΣΠΕ και την Ελληνική λήφθηκαν κατά παράβαση του Περί Επεξεργασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (Προστασία του Ατόμου) Νόμου Ν. 138
(1)/2001 και του άρθρου 15 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας παρέμεινε χωρίς τεκμηρίωση και ως εκ τούτου ούτε αυτή η εισήγηση μπορεί να επιτύχει. Αξίζει να σημειωθεί στο στάδιο αυτό, ότι παρόμοιο ζήτημα είχε εγερθεί υπό μορφή ένστασης από τον συνήγορο του Εναγομένου κατά την κατάθεση των εγγράφων, Τεκμήρια 12-14, στα πλαίσια της επανεξέτασης της ΜΕ2 και της κυρίως εξέτασης του ΜΕ
- Συγκεκριμένα, ο κ. Θεοφανίδης είχε επικαλεστεί τις πρόνοιες των άρθρων 2 και 7 του Ν. 138(Ι)/2001, όμως η ένσταση του είχε απορριφθεί με σχετική ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου, μεταξύ άλλων, για το λόγο ότι αυτή δεν είχε τεκμηριωθεί επαρκώς. Με βάση την εν λόγω απόφαση του Δικαστηρίου, τα έγγραφα αυτά κατατέθηκαν στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας και ως εκ τούτου αποτελούν αποδεκτή μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου. Σε κάθε περίπτωση, τα έγγραφα τα οποία κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 12-14 αφορούσαν τους συγκεκριμένους διαδίκους και ήταν σχετικά με τα επίδικα θέματα και την απόδειξη της απαίτησης της Ενάγουσας. Λαμβάνοντας υπόψη τις νομικές αρχές οι οποίες αναλύονται εκτενώς πιο πάνω, και ειδικότερα τα άρθρα 98 και 103 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, καθώς επίσης και τα ευρήματα του Δικαστηρίου επί των πραγματικών γεγονότων, κρίνω ότι Εναγόμενος ως πρωτοφειλέτης στους λογαριασμούς 248-01-116875-01 και 40-01416-5 στην Ελληνική και στη ΣΠΕ αντίστοιχα, έχει υποχρέωση να καλύψει την Ενάγουσα για το συνολικό ποσό των Λ.Κ.41.324,70 (€70.607,44), το οποίο η Ενάγουσα κατέβαλε ως εγγυήτρια προς εξόφληση των εν λόγω λογαριασμών. Με βάση τις νομικές αρχές όπως καθιερώνονται τόσο από τη σχετική νομοθεσία, όσο και τη νομολογία, με την πληρωμή από την Ενάγουσα της οφειλής του Εναγομένου ως πρωτοφειλέτη, την οποία η Ενάγουσα εγγυήθηκε να πληρώσει, η Ενάγουσα γίνεται πιστωτής του Εναγομένου, ο οποίος και υποχρεούται να την καλύψει. Ο Εναγόμενος με τα δικόγραφα του ισχυρίστηκε ότι τα επίδικα δάνεια είχαν εξασφαλιστεί για σκοπούς που αφορούσαν στην Ενάγουσα, ήτοι για ανέγερση κατοικίας και για ιατρικούς λόγους, χωρίς ωστόσο να τεκμηριώνει τη θέση του αυτή με σχετική και αποδεκτή μαρτυρία. Σε ό,τι αφορά το όριο στον τρεχούμενο λογαριασμό, το οποίο παραχωρήθηκε από τη ΣΠΕ, δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου οποιοδήποτε στοιχείο που να τεκμηριώνει τη θέση του Εναγόμενου ότι το όριο παραχωρήθηκε για διάφορα οικογενειακά και ιατρικά έξοδα πέραν του γενικού ισχυρισμού του. Παράλληλα, για το δάνειο στην Ελληνική η θέση του Εναγομένου ότι το δάνειο εξασφαλίστηκε για να εξοφληθούν άλλα δάνεια της Ενάγουσας που είχαν ληφθεί κατά την ανέγερση της συζυγικής κατοικίας καταρρίπτεται αφού όπως προκύπτει από το Τεκμήριο 14 και τη μαρτυρία του ΜΕ3 αυτό λήφθηκε στα πλαίσια σχεδίων της τράπεζας για δανειοδότηση μικρών επιχειρήσεων, επιβεβαιώνοντας έτσι τη μαρτυρία της Ενάγουσας (ΜΕ1). Για όλους τους πιο πάνω λόγους, κρίνω ότι η παρούσα αγωγή θα πρέπει να επιτύχει. Εκδίδεται επομένως απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγομένου για ποσό €70.607,44 (Λ.Κ.41.324,70). Το πιο πάνω ποσό θα φέρει νόμιμο τόκο από την ημέρα καταχώρησης της αγωγής, ήτοι την 22.9.2006, σύμφωνα με το άρθρο 33 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/
- Δεδομένου του αποτελέσματος στην αγωγή, τα έξοδα της αγωγής επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγόμενου όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................ Γ. Πετάση-Κορφιώτη, Πρ. Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΛ/ΓΚ Subject: Civil / Other Actions / Final Αναφορά: / Τελική/Κάλυψη Εγγυητή cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο