ΣΑΒΒΑΣ ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ ν. Ο ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 3676/2008, 24.11.2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:A270 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Πρ. Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3676/2008 Μεταξύ: ΣΑΒΒΑΣ ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ, εκ Λευκωσίας Ενάγοντας και Ο ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, εκ Λευκωσίας Εναγόμενοι Αίτηση για παροχή Περαιτέρω και Καλύτερες Λεπτομέρειες ημερομηνίας 13.07.2009 Ημερομηνία: 24.11.2009 Εμφανίσεις: Για Αιτητή: κ. Χρ. Τιμοθέου για κ.κ. Χρήστο Πουργουρίδη & Σία Για Καθ' ης η αίτηση: κ. Γ. Τριλλίδης για κ.κ. Πολάκη Σαρρή & Σία ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 22.09.2008 ο Αιτητής (Ενάγοντας) καταχώρησε γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα με το οποίο διεκδικεί γενικές και/ή επαυξημένες και/ή παραδειγματικές αποζημιώσεις πλέον νόμιμο τόκο και έξοδα για κατ' ισχυρισμό δυσφήμιση του, που σύμφωνα με τον Αιτητή, η Καθ' ης η αίτηση (Εναγόμενοι) διέπραξε μέσω της εφημερίδας 'Ο Φιλελεύθερος' με δημοσιεύματα της ημερομηνίας 12.06.2008, 13.06.2008, 14.06.2008, 16.06.2008 και 22.06.2008 περιλαμβανομένου και στο διαδίκτυο. Στις 10.02.2009 καταχωρήθηκε η έκθεση απαίτησης μέσα από την οποίαν ο Αιτητής, μεταξύ άλλων, αφού παραθέτει τα επίδικα δημοσιεύματα που σύμφωνα με τον ίδιο δημοσιεύτηκαν στην εφημερίδα 'Φιλελεύθερο' και/ή στο διαδίκτυο σε διάφορες ημερομηνίες, ισχυρίζεται ότι αυτά είναι δυσφημιστικά προς το πρόσωπο του αφού του απέδιδε τη διάπραξη ποινικών αδικημάτων και/ή έτειναν εκ της φύσεως τους στο να βλάψουν ή να επηρεάσουν με δυσμένεια την υπόληψη του και/ή ότι ενδέχετο να τον εκθέσουν σε γενικό μίσος, περιφρόνηση ή χλεύη και/ή ενδέχετο να προκαλέσουν την αποστροφή ή αποφυγή του από άλλους και/ή παραβίαζαν το τεκμήριο της αθωότητας του και/ή δημοσιεύτηκαν εις βάρος του κακόβουλα και/ή για εξυπηρέτηση αλλότριων σκοπών της Καθ' ης η αίτηση. Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω, ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι δυσφημίστηκε και/ή διασύρθηκε και/ή υπέστηκε δυσχέρεια και/ή θλίψη και/ή ανησυχία και/ή ότι η υπόληψη του επηρεάστηκε δυσμενώς και/ή ότι ο ίδιος περιέπεσε σε γενικό μίσος και/ή χλεύη και/ή περιφρόνηση και/ή ταπεινώθηκε και/ή εξευτελίστηκε ενώ παράλληλα παραβιάστηκε το τεκμήριο της αθωότητας του και/ή μειώθηκε η ικανότητα του προς εξεύρεση εργασίας. Η υπεράσπιση καταχωρήθηκε στις 19.05.2009 μέσα από την οποίαν η Καθ' ης η αίτηση ισχυρίζεται, ανάμεσα σ' άλλα, ότι τα επίδικα δημοσιεύματα, τα οποία εν πάσει περιπτώσει αρνείται ότι είναι δυσφημιστικά για τον Αιτητή, δεν αφορούσαν τον Αιτητή αλλά θέματα ευρύτερης πολιτικής και/ή κοινωνικής σημασίας ενώ ταυτόχρονα αποτελούν εύλογο σχόλιο επί δημοσίου συμφέροντος και/ή ενδιαφέροντος. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι ακόμη και εάν τα εν λόγω δημοσιεύματα κριθούν ότι είναι δυσφημιστικά, η δημοσίευση του δημοσιεύματος που εκτίθενται στην παράγραφο 3 της έκθεσης απαίτησης είναι προνομιούχα ενώ αυτού που σημειώνεται στην παράγραφο 4 της έκθεσης απαίτησης είναι απόλυτα προνομιούχα. Είναι ακόμη η θέση της Καθ' ης η αίτηση ότι η δημοσίευση των εν λόγω δημοσιευμάτων έγινε καλόπιστα, ειλικρινώς, είναι υπό επιφύλαξη προνομιούχα και εντός των αρχών της δημοσιογραφικής δεοντολογίας και/ή ερευνητικής δημοσιογραφίας αλλά και του καθήκοντος τους να ενημερώνουν το κοινό, αφού πρώτα επιβεβαιώθηκε και/ή διασταυρώθηκε η γνησιότητα και/ή το αληθές και/ή το αληθές του περιεχομένου τους. Ως εκ τούτου, κατά την Καθ' ης η αίτηση, ο Αιτητής δεν υπέστηκε αυτά που ισχυρίζεται ότι και επομένως δεν δικαιούται οποιεσδήποτε αποζημιώσεις. Στην απάντηση στην υπεράσπιση που καταχωρήθηκε στις 19.05.2009 ο Αιτητής, μεταξύ άλλων, αφού αρνείται τους ισχυρισμούς της Καθ' ης η αίτηση οι οποίοι δεν συνάδουν και/ή είναι ασυμβίβαστοι με τις θέσεις του που εκτίθενται στην έκθεση απαίτησης του, ισχυρίζεται ότι τα επίδικα δημοσιεύματα έγιναν κακόπιστα. Επιπλέον, ο Αιτητής επιφύλαξε το δικαίωμα του να ζητήσει περαιτέρω και/ή καλύτερες λεπτομέρειες και/ή να αιτηθούν τη διαγραφή των παραγράφων 12 και 13 της υπεράσπισης καθ' ότι σύμφωνα με τον ίδιο η Καθ' ης η αίτηση δεν δικογραφεί τη δυσφημιστική έννοια που είχαν τα δημοσιεύματα της στις οποίες έγειρις τις υπερασπίσεις του προνομίου υπό επιφύλαξη και εντίμου σχολίου αντίστοιχα όπως ούτε και διαχωρίζει μέσα από την παράγραφο 13 της υπεράσπισης τα κατ' ισχυρισμό αληθή γεγονότα από τα δικά τους κατ' ισχυρισμό σχόλια. Η αίτηση Στις 13.07.2009 ο Αιτητής καταχώρησε την παρούσα αίτηση με την οποίαν ζητεί την έκδοση δικαστικού διατάγματος που να διατάζει την παροχή από την Καθ' ης η αίτηση περαιτέρω και/ή καλύτερες λεπτομέρειες αναφορικά με την παράγραφο 13 της υπεράσπισης της Καθ' ης η αίτηση και συγκεκριμένα: "Ποια ήταν η δυσφημιστική έννοια που είχαν τα δημοσιεύματα των Εναγομένων και ποια από τα γραφόμενα ήταν τα δυσφημιστικά σχόλια τους εις βάρος του Ενάγοντα." Η υπό κρίση αίτηση, η οποία έγινε δια κλήσεως, εδράζεται στη Διάταξη 19 Κανονισμούς 6 και 7 και στη Διάταξη 48 Κανονισμούς 1, 2, 3, 4 και 9(i). Η αίτηση δεν συνοδεύεται από ένορκη δήλωση και όσον αφορά τα γεγονότα, που σύμφωνα με τον Αιτητή, δικαιολογούν την επιτυχία της παραπέμπει στο φάκελο υπόθεσης του Δικαστηρίου. Ας σημειωθεί ότι οι αιτούμενες λεπτομέρειες είχαν ζητηθεί προηγουμένως με επιστολή του δικηγόρου του Αιτητή ημερομηνίας 01.07.2009, αντίγραφο της οποίας επισυνάπτεται στην παρούσα αίτηση ως Παράρτημα 'Α', συμμορφωνόμενος ο Αιτητής έτσι με τις πρόνοιες της Διάταξης 19 Κανονισμό 7 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία είναι πανομοιότυπη με το αγγλικό O.17 r.7A. Η ένσταση Στις 08.10.2009 η Καθ' ης η αίτηση καταχώρησε ένσταση, που επίσης δεν συνοδεύεται από ένορκη δήλωση, επί των ακόλουθων λόγων: (α) Η υπεράσπιση και/ή η παράγραφος 13 αυτής περιέχει επαρκείς και/ή αναγκαίες λεπτομέρειες και/ή είναι συνταγμένη κατά τρόπο ώστε να μην υπάρχει χρεία περισσότερων λεπτομερειών και/ή καθορίζει με περισσή σαφήνεια τα επίδικα θέματα και/ή ουδέν περιθώριο αφήνει για να καταληφθεί εξ' απήνης κατά τη δίκη η άλλη πλευρά και/ή πληροί τους κανόνες δικογράφησης γενικώς και τους κανόνες δικογράφησης λιβέλων γενικότερα. (β) Η αξίωση για τις συγκεκριμένες λεπτομέρειες εδράζεται σε κανόνα πρακτικής (practice direction) των αγγλικών θεσμών πολιτικής δικονομίας σε θέματα δικογράφησης λιβέλων, ο οποίος δεν αντιστοιχεί σε καμία ή έστω παρόμοια πρόνοια ή επιταγή των κυπριακών θεσμών πολιτικής δικονομίας ή του κυπριακού δικαίου γενικότερα. (γ) Οι ζητούμενες λεπτομέρειες απάδουν προς τους ταχθέντες από πρωτογενές δίκαιο ή διαμορφωμένους από τη νομολογία σκοπούς δια τους οποίους χορηγούνται διατάγματα για περαιτέρω και/ή καλύτερες λεπτομέρειες. (δ) Η αίτηση είναι καταπιεστική και ουσία αβάσιμη. Η ένσταση στηρίζεται στη Διάταξη 19 Κανονισμούς 4, 6, 7 και 8, στη Διάταξη 21, στη Διάταξη 48 Κανονισμούς 1, 2, 4 και 9(i), στη γενική πρακτική και σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου. Εδώ επίσης ας σημειωθεί ότι η επιστολή του δικηγόρου του Αιτητή ημερομηνίας 01.07.2009 με την οποίαν είχαν αρχικά ζητηθεί οι αιτούμενες λεπτομέρειες, απαντήθηκε με επιστολή του δικηγόρου της Καθ' ης η αίτηση ημερομηνίας 08.07.2009, αντίγραφο της οποίας συνοδεύει την ένσταση. Ακροαματική διαδικασία Στις 14.10.2009 διεξήχθηκε η ακρόαση της υπό κρίσης αίτησης στη βάση αγορεύσεων όπου οι ευπαίδευτοι συνήγοροι στήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις και ισχυρισμούς τους στα δεδομένα της υπόθεσης και με παραπομπή σε κυπριακή και ξένη νομολογία καθώς και νομικά συγγράμματα. Έχοντας σκιαγραφήσει τις βασικές θέσεις και ισχυρισμούς των μερών δεν προτίθεμαι να αναφέρω αυτολεξεί το περιεχόμενο τόσο της αίτησης και ένστασης όσο και των αγορεύσεων των ευπαιδεύτων συνηγόρων των διαδίκων αφού κάτι τέτοιο είναι ήδη καταγραμμένο μέσα από τα έγγραφα που υπέβαλαν ενώπιον του Δικαστηρίου καθώς και μέσα από τα επίσημα πρακτικά που τηρούνται στα πλαίσια εκδίκασης της υπό κρίσης αίτησης. Οι θέσεις των μερών έχουν μελετηθεί με προσοχή, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους και όπως προανέφερα δεν κρίνεται σκόπιμο να επαναληφθούν. Νομική Πτυχή Σύμφωνα με την πάγια κυπριακή νομολογία, η δικογραφία συνιστά το θεμέλιο της δίκης και αποτελεί το αποκλειστικό μέσο για τον προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων.[1] Είναι γνωστό ότι τα δικόγραφα προκαθορίζουν τις παραμέτρους μέσα στις οποίες η κάθε πλευρά θα δικαιούται να προσκομίσει τη δική της μαρτυρία.[2] Γι' αυτό άλλωστε δεν είναι υπερβολή ο χαρακτηρισμός που παλαιά αποδόθηκε στις έγγραφες προτάσεις, ότι δηλαδή οι έγγραφες προτάσεις αποτελούν τις σιδηροδρομικές γραμμές πάνω στις οποίες θα κινηθεί το τρένο της αγωγής. Τα δικόγραφα θα πρέπει να ετοιμάζονται και να συντάσσονται σύμφωνα με τους κανόνες που τίθενται στη Διάταξη 19 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Θεσμών και ιδιαίτερα με τη συνδυασμένη εφαρμογή των Κανονισμών 4 και 6 αυτής, μέσα από τους οποίους, ανάμεσα σ' άλλα, προνοείται ρητώς πως κάθε δικόγραφο θα πρέπει να περιέχει μόνο σύντομη έκθεση των ουσιωδών γεγονότων επί των οποίων ο διάδικος στηρίζει την απαίτηση ή υπεράσπιση ή ανταπαίτηση του ή οποιοδήποτε άλλο ζήτημα που περιλαμβάνουν, ανάλογα με την περίπτωση, αλλά όχι μαρτυρία η οποία θα αποδειχθεί με γεγονότα. Η λέξη 'ουσιώδη' (material) σημαίνει αναγκαία για το σκοπό διατύπωσης μιας πλήρης αιτίας αγωγής. Η παράθεση όλων των ουσιωδών γεγονότων αποτελεί όχι μόνο βασικό προαπαιτούμενο αλλά και υποχρέωση ώστε η αντίδικη πλευρά να γνωρίζει τι έχει να αντιμετωπίσει.[3] Σημαντική προέκταση της πιο πάνω υποχρέωσης είναι η παράθεση λεπτομερειών για ένα δικογραφημένο ισχυρισμό, όταν και εφόσον αυτές ζητηθούν. Το όπλο της ένστασης γίνεται ανενεργό αν δεν ζητηθούν, στο κατάλληλο στάδιο, οι αναγκαίες, για ένα τέτοιο ισχυρισμό, λεπτομέρειες.[4] Ως χρόνος κατάλληλος για την έγερση τέτοιου αιτήματος είναι συνήθως αυτός πριν από την ακρόαση της αγωγής, ώστε να διευκρινίζονται τα επίδικα θέματα επαρκώς, τόσο για τους διαδίκους όσο και για το Δικαστήριο.[5] Συνεπώς, όταν οι προαναφερόμενοι θεμελιώδεις κανόνες δικογράφησης παραβιάζονται, η άλλη πλευρά δικαιούται να απευθυνθεί στο Δικαστήριο και να ζητήσει την έκδοση δικαστικού διατάγματος που να διατάζει τον αντίδικο να τον εφοδιάσει με τις απαιτούμενες υπό τις περιστάσεις λεπτομέρειες. Η έκδοση διατάγματος για παροχή περισσότερων και καλύτερων λεπτομερειών επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η οποία ασκείται δικαστικά.[6] Το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να διατάξει την παροχή περισσότερων και καλύτερων λεπτομερειών στις περιπτώσεις εκείνες που κρίνει ότι απουσιάζουν τέτοιες λεπτομέρειες που είναι αναγκαίες και θα έπρεπε να περιέχονται σ' ένα δικόγραφο έτσι ώστε να μέσα από αυτές να καθορίζονται με περισσότερη σαφήνεια τα επίδικα θέματα για να προσκομιστεί, κατά την ακρόαση, η σχετική μαρτυρία αλλά και για να σχηματίσει η άλλη πλευρά σαφή και πλήρη εικόνα της φύσης και έκτασης της υπόθεσης την οποία θα έχει να αντιμετωπίσει κατά τη δίκη και να μπορέσει έτσι να ετοιμάσει και παρουσιάσει τη δική της υπόθεση, χωρίς να καταλαμβάνεται εξαπίνης και χωρίς να βρεθεί προς του φάσματος τετελεσμένων γεγονότων.[7] Το τι αποτελεί αναγκαία λεπτομέρεια καθορίζεται με βάση τα περιστατικά και δεδομένα της κάθε υπόθεσης. Το βάρος απόδειξης σε τέτοιου είδους αιτήσεις το φέρει ο Αιτητής. Ο διακριτικός αυτός χαρακτήρας προκύπτει μέσα από τη Διάταξη 19 Κανονισμό 6 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία διέπει το θέμα αυτό. Συγκεκριμένα, η διάταξη αυτή, η οποία είναι πανομοιότυπη με το αγγλικό O.19 r.7, σημειώνει τα εξής: "A further and better statement of the nature of the claim or defence, or further and better particulars of any matter stated in any pleading, notice, or written proceeding requiring particulars, may in all cases be ordered, upon such terms, as to costs and otherwise, as may be just." Σε ελεύθερη μετάφραση: "Περαιτέρω και καλύτερη έκθεση της φύσης της απαίτησης ή υπεράσπισης ή περισσότερες και καλύτερες λεπτομέρειες οιουδήποτε ζητήματος που αναφέρεται σε οιονδήποτε δικόγραφο, ειδοποίηση ή γραπτή διαδικασία που απαιτεί λεπτομέρειες, μπορεί σε όλες τις περιπτώσεις να διαταχθεί, με τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα και οτιδήποτε άλλο που θα ήθελε φανεί δίκαιο." Αφετηρία έκδοσης διατάγματος για παροχή περαιτέρω και καλύτερων λεπτομερειών αποτελεί το ζήτημα του 'ουσιώδες γεγονότος'. Τέτοιου είδους λεπτομέρειες μπορούν να δοθούν μόνο σχετικά με τα ουσιώδη γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται το δικόγραφο και όχι αναφορικά με τη μαρτυρία που θα προσκομιστεί προς απόδειξη τους. Η παροχή τέτοιων λεπτομερειών σκοπεύουν στο να διευκρινίσουν και εξειδικεύσουν τα ισχυριζόμενα ουσιαστικά γεγονότα, αλλά κατ' ουδένα λόγο στο να εκμαιεύσουν ή να ιχνηλατήσουν ή να αποκαλύψουν την ίδια τη μαρτυρία με την οποίαν αυτά θα αποδειχθούν.[8] Στην υπόθεση Χριστοδούλου v Χρ. Μαρνέρος & Σία Λτδ
(1997)1 Α.Α.Δ. 718 υποδείχτηκαν τα εξής: "Τα δικόγραφα είναι ουσιώδη στον καθορισμό των επιδίκων θεμάτων και στον καθορισμό της βάσης επί της οποίας θα προχωρήσει η ακρόαση της υπόθεσης. Η σημασία τους τονίστηκε στην υπόθεση Christakis Loucaides v C.D. Hay and Sons Ltd
(1971)1 C.L.R. 134. Τα δικόγραφα δεν έχουν σκοπό μόνο τη διαφύλαξη της κανονικής διαδικασίας. Σκοπό έχουν να μην καταλαμβάνονται εξ' απροόπτου οι διάδικοι στους οποίους θα πρέπει να παρέχεται η δέουσα ευκαιρία να ετοιμάσουν την υπόθεση τους για ακρόαση. Εκτός αν τα επίδικα θέματα καθοριστούν δεόντως η ακρόαση παραμένει χωρίς οριοθέτηση και οι σκοποί της δικαιοσύνης μπορεί να παρακωλυθούν λόγω της αβεβαιότητας (G.I.P. Constructions Ltd v Panayiota Neophytou and Others
(1983)1 C.L.R. 669, 680). Σύμφωνα με τη Δ.19 θ.6, μπορεί να διαταχθεί η παροχή περαιτέρω και καλύτερων λεπτομερειών οιουδήποτε θέματος που αναφέρεται σε οιοδήποτε δικόγραφο, με τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα ή άλλως, όπως θα θεωρηθεί δίκαιο.Τα δικόγραφα πρέπει να περιέχουν όλες τις αναγκαίες λεπτομέρειες ώστε η άλλη πλευρά να μπορεί να σχηματίζει σαφή και πλήρη εικόνα για τη φύση και την έκταση της υπόθεσης που πρόκειται να αντιμετωπίσει στην ακρόαση και να μη βρίσκεται προ εκπλήξεως ή να καταλαμβάνεται εξαπίνης. Όταν ο κανόνας αυτός παραβιάζεται ο αντίδικος δικαιούται να αξιώνει και επιτυγχάνει την έκδοση διατάγματος που να διατάσσει τον αντίδικο να παράσχει τις αιτούμενες κάτω από τις περιστάσεις λεπτομέρειες (Κυπριακές Αερογραμμές Λτδ και Άλλοι v Credit Libanais S.A.L.
(1991)1 Α.Α.Δ. 649, 652). Στην υπόθεση National Supply Corporation of the Lybyan Arab Republic v Achaia Shipping Ltd
(1975)1 C.L.R. 427, 432, τονίστηκε η ανάγκη για ακρίβεια στα δικόγραφα ούτως ώστε ο αντίδικος να γνωρίζει με βεβαιότητα την πραγματική διαφορά και να ετοιμαστεί για δίκη." Στη δε υπόθεση Ευδόκιος Σάββα v Κυπριακών Αερογραμμών Λτδ (αρ.2)
(1992)1 Α.Α.Δ. 1146, επισημάνθηκαν, ανάμεσα σ' άλλα, τα ακόλουθα: "Η παροχή περαιτέρω λεπτομερειών σκοπεί στον εντοπισμό και όπου επιβάλλεται την διευκρίνιση των επίδικων θεμάτων, όπως αυτά στοιχειοθετούνται από τα ουσιώδη γεγονότα που στοιχειοθετούν το αγώγιμο δικαίωμα. Θα συνιστούσε εκτροπή, όπως αναγνωρίζει η νομολογία, η παροχή λεπτομερειών για επουσιώδη θέματα στα οποία γίνεται αναφορά σε δικόγραφα (Re Wells (Deceased)
(1962)1 All.E.R. 812). . Η μαρτυρία δεν αποτελεί αντικείμενο των εγγράφων προτάσεων, ούτε μπορεί να διαταχθούν λεπτομέρειες του περιεχομένου της εφόσον αποκαλύπτεται (Temperton v Russell
(1893)9 T.L.R. 318)." Αξιολόγηση λόγων ένστασης της Καθ' ης η αίτηση, θέσεων και ισχυρισμών του Αιτητή και συμπεράσματα Δικαστηρίου Προχωρώ τώρα στην αξιολόγηση της ουσίας της παρούσας αίτησης και συγκεκριμένα των θέσεων και ισχυρισμών των μερών, των λόγων ένστασης της Καθ' ης η αίτηση, καθώς και στα συμπεράσματα που το παρόν Δικαστήριο κατέληξε. Είναι η θέση του Αιτητή ότι ο ίδιος έχει δικαίωμα να γνωρίζει ποια δυσφημιστική έννοια αποδίδουν στα γραφόμενα της Καθ' ης η αίτηση και την οποίαν υπερασπίζονται για να μπορεί έτσι να την αντικρούσει με μαρτυρία την οποίαν πρώτος θα προσάξει. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Αιτητή υπέδειξε πως όταν ο εναγόμενος εγείρει ειδικές υπερασπίσεις στην περίπτωση λίβελου, όπως η αλήθεια και το έντιμο σχόλιο επί δημοσίου ενδιαφέροντος, είναι υπόχρεος να καθορίσει στο δικόγραφο του την ισχυριζόμενη δυσφημιστική έννοια που αποδίδει στα δημοσιεύματα του και από την οποίαν επικαλείται την υπεράσπιση του. Κατά τον Αιτητή, η Καθ' ης η αίτηση παρέλειψε να εκπληρώσει την υποχρέωση της αυτή. Η υποχρέωση αυτή της Καθ' ης η αίτηση, είπε ο συνήγορος του Αιτητή, που καταλήγει στον πυρήνα του δικαίου του λίβελου αλλά και του δικαιώματος του Αιτητή για δίκαιη δίκη, εκπηγάζει από τις αρχές κοινοδικαίου, οι οποίες εφαρμόζονται στο κυπριακό δίκαιο δυνάμει του άρθρου 29 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/
- Ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι τυχόν μη έγκριση της αίτησης θα περιπλέξει τα επίδικα θέματα και θα παρατείνει αχρείαστα την εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης. Αντίθετα, ο ευπαίδευτος συνήγορος της Καθ' ης η αίτηση ισχυρίστηκε ότι το είδος του αιτήματος που ο Αιτητής επικαλείται αποτελεί ρητή πρόνοια τους αγγλικούς θεσμούς, οι οποίοι όμως δεν τυγχάνουν εφαρμογής στην Κύπρο. Αλλά ούτε, πρόσθεσε ο κύριος Τριλλίδης, υπάρχει στο κυπριακό δίκαιο οποιαδήποτε αντίστοιχη διάταξη που να επιβάλλει τέτοια υποχρέωση στην Καθ' ης η αίτηση. Με αναφορά σε νομικά συγγράμματα καθώς και σε κυπριακή και αγγλική νομολογία διευκρίνισε ότι η Καθ' ης η αίτηση έχει ήδη δώσει λεπτομέρειες γεγονότων επί των οποίων στηρίζεται η παράγραφος 13 της υπεράσπισης της, κάτι που, κατά την άποψη του ευπαιδεύτου συνηγόρου, είναι επαρκές για την εκπλήρωση των κριτηρίων και προϋποθέσεων που η κυπριακή νομολογία έχει καθορίσει. Με τον πρώτο λόγο ένστασης η Καθ' ης η αίτηση ισχυρίζεται ότι η υπεράσπιση και/ή η παράγραφος 13 αυτής περιέχει επαρκείς και/ή αναγκαίες λεπτομέρειες και/ή είναι συνταγμένη κατά τρόπο ώστε να μην υπάρχει χρεία περισσότερων λεπτομερειών και/ή καθορίζει με περισσή σαφήνεια τα επίδικα θέματα και/ή ουδέν περιθώριο αφήνει για να καταληφθεί εξ' απήνης κατά τη δίκη η άλλη πλευρά και/ή πληροί τους κανόνες δικογράφησης γενικώς και τους κανόνες δικογράφησης λιβέλων γενικότερα. Σύμφωνα με τους κανόνες που διέπουν τη σύνταξη δικογράφου που αφορά λίβελο, θεωρείται ανεπαρκής υπεράσπιση η από μέρους του εναγομένου πρόταξη απλής γενικής άρνησης επί των ισχυρισμών του ενάγοντα. Αποτελεί βασική αρχή δικογράφησης υπόθεσης λιβέλου η σύνταξη και παρουσίαση σαφής, συγκεκριμένης και εξειδικευμένης υπεράσπισης στη βάση ουσιώδων γεγονότων, ζητημάτων και λεπτομερειών. Χαρακτηριστικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα από το νομικό σύγγραμμα Gatley on Libel and Slander, 8η έκδοση παράγραφος 1104 στη σελίδα 459 κάτω από τον υπότιτλο 'General denial insufficient' όπου, μεταξύ άλλων, διατυπώνονται τα εξής: "The defendant must not plead a general denial of the allegations in the statement of claim, but must take each allegation separately, and either admit it, or deny it, or say that he does not admit it... If the defendant proposes to contend that he words do not refer to the plaintiff, he should so plead. If the defendant contends that the words do not bear and are incapable of bearing any defamatory meaning, he should say so." Στη δε περίπτωση όπου ο Εναγόμενος, μέσα από το δικόγραφο του, εγείρει την ειδική υπεράσπιση του εντίμου-εύλογου σχολίου για δημόσιο συμφέρον και/ή ενδιαφέρον, όπως συμβαίνει στην υπό εξέταση αίτηση, ο εναγόμενος είναι υποχρεωμένος να δικογραφήσει τις λεπτομέρειες γεγονότων επί των οποίων εδράζεται η υπεράσπιση του εντίμου σχολίου. Εδώ αξίζει να παραθέσω ακόμη ένα σημαντικό απόσπασμα από το προαναφερόμενο νομικό σύγγραμμα και συγκεκριμένα από την παράγραφο 1130 στη σελίδα 470 κάτω από τον υπότιτλο 'Section
- Plea of Fair Comment' όπου, ανάμεσα σ' άλλα, επισημαίνονται τα εξής: "The defence of fair comment must always be specially pleaded. Though no facts be stated in the alleged libel, the subject-matter of the comment must be indicated with sufficient clarity to justify comment being made. If the defendant relies on any facts outside those stated in the alleged libel as the basis for this comment, he should plead: 'The said words are fair and bona fide comment on a matter of public interest', and he must give particulars of the facts on which the comment is based... If his comment is based solely on facts stated in the alleged libel he should say so in his plea. The plea itself states the matters upon which the comment is based and the defendant ties himself down to the admission that it is the statements of fact contained in the libel and no others, on which he intends to rely." Στην υπόθεση Marks and Another v Wilson-Boyd and others
(1939)2 All.E.R 605 τονίστηκε η ανάγκη συγκεκριμενοποίησης των ισχυρισμών της υπεράσπισης, που παραλληλίζονται και εξομοιώνονται από τη σκοπιά αυτή με το κατηγορητήριο σε ποινική υπόθεση: ". A plaintiff is entitled to know with certainty on what the defendant intends to rely in support of his plea. Indeed, it has been said that the justification ought to state the facts with as much particularity as an indictment. No doubt in the great majority of cases a plea in this bald form ought to be supplemented by particulars from which the plaintiff can ascertain the precise nature of the charge which it is proposed to make against him, for he needs this information in order to prepare his evidence for the trial. Each case, however, must depend on its particular facts. If the words charged as a libel are themselves so specific-that is, precise-that the plaintiff must know from them what the charge is, no further particulars are required." Η παράγραφος 13 της υπεράσπισης, για την οποίαν έχει καταχωρηθεί η υπό εξέταση αίτηση, δικογραφεί την νομοθετικά ρυθμισμένη ειδική υπεράσπιση του εντίμου-εύλογου σχολίου επί θέματος δημοσίου συμφέροντος και/ή ενδιαφέροντος που σύμφωνα με την Καθ' ης η αίτηση έγινε καλόπιστα.[9] Διαβάζοντας με προσοχή την παράγραφο αυτή παρατηρώ ότι αυτή είναι συγκεκριμένη και εξειδικευμένη ενώ ταυτόχρονα περιέχει λεπτομέρειες γεγονότων (βλέπε τα σημεία I έως X της παραγράφου 13 της υπεράσπισης) επί των οποίων εδράζεται η υπεράσπιση του ευλόγου σχολίου για δημόσιο συμφέρον και/ή ενδιαφέρον που εγείρεται μέσα από την εν λόγω παράγραφο του εγγράφου αυτού. Αυτό εξάλλου δεν αμφισβητείται από τον Αιτητή. Κατά συνέπεια, κρίνω ότι η εν λόγω παράγραφος ικανοποιεί τους πιο πάνω εξειδικευμένους κανόνες δικογράφησης αγωγής λιβέλου. Παράλληλα, κρίνω ότι η παράγραφος αυτή περιέχει υπό τις περιστάσεις επαρκείς, σαφείς, συγκεκριμένες και εξειδικευμένες λεπτομέρειες γεγονότων και ζητημάτων που καθορίζουν με σαφήνεια το είδος, τη φύση, τη βάση και το πλαίσιο-έκταση της υπεράσπισης αλλά και τις προϋποθέσεις κάτω από τις οποίες αυτή εγείρεται. Αυτό δίδει την ευκαιρία στον Αιτητή να είναι σε θέση να σχηματίσει σαφή και πλήρη εικόνα της φύσης και έκτασης της υπόθεσης την οποία θα έχει να αντιμετωπίσει κατά τη δίκη και να μπορέσει έτσι να ετοιμάσει και παρουσιάσει τη δική της υπόθεση, χωρίς να καταλαμβάνεται εξαπίνης και χωρίς να βρεθεί προς του φάσματος τετελεσμένων γεγονότων. Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω, η εν λόγω παράγραφος συνάδει με τις πρόνοιες και διατάξεις των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Θεσμών αναφορικά με τους γενικούς κανόνες δικογράφησης εγγράφων ενώ ταυτόχρονα πληροί τα κριτήρια, προϋποθέσεις και περιορισμούς που προσδιορίστηκαν διαχρονικά μέσα από την πάγια κυπριακή νομολογία, όπως αυτές έχουν ήδη επισημανθεί πιο πάνω. Με βάση τα πιο πάνω κρίνω ότι ο πρώτος λόγος ένστασης ευσταθεί και επομένως πετυχαίνει. Με το δεύτερο λόγο ένστασης τους η Καθ' ης η αίτηση ισχυρίζεται ότι η αξίωση για τις συγκεκριμένες λεπτομέρειες εδράζεται σε κανόνα πρακτικής (practice direction) των αγγλικών θεσμών πολιτικής δικονομίας σε θέματα δικογράφησης λιβέλων, ο οποίος δεν αντιστοιχεί σε καμία ή έστω παρόμοια πρόνοια ή επιταγή των κυπριακών θεσμών πολιτικής δικονομίας ή του κυπριακού δικαίου γενικότερα. Είναι αλήθεια ότι δεν έχω εντοπίσει οποιαδήποτε κυπριακή απόφαση που να υιοθετεί ή έστω να προκρίνει το λόγο και το σκεπτικό του Αιτητή στη βάση των οποίων καταχωρήθηκε η παρούσα αίτηση. Ούτε και το νομικό σύγγραμμα Gatley on Libel and Slander, 8η έκδοση περιέχει οτιδήποτε επί του θέματος αυτού. Αντίθετα, σημαντικά αποσπάσματα του εν λόγω συγγράμματος, τα οποία ομιλούν από μόνα τους και τεκμηριώνουν τα συμπεράσματα του Δικαστηρίου και που έχουν ήδη εκτεθεί πιο πάνω με οδηγούν στο συμπέρασμα ότι το σκεπτικό του Αιτητή δεν βρίσκει εδώ οποιοδήποτε νομικό έρεισμα. Την ίδια στιγμή, υποστηρικτικό προς τα συμπεράσματα του Δικαστηρίου είναι και το νομικό σύγγραμμα Bullen & Leake & Jacob's Precedents of Pleadings, 15η έκδοση, Τόμος 1, παράγραφος 28-39 κάτω από τον τίτλο 'Pleading' στις σελίδες 517 και 518, στα πλαίσια του οποίου εντάσσεται και υπακούει το περιεχόμενο της παραγράφου 13 της υπεράσπισης. Το ίδιο ισχύει και με το νομικό σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 28, παράγραφος 187, κάτω από τον τίτλο 'Fair comment' στη σελίδα 96 [10], το οποίο επίσης δεν φαίνεται να υιοθετεί ή έστω να προκρίνει το λόγο και το σκεπτικό του Αιτητή στη βάση των οποίων καταχωρήθηκε η υπό εξέταση αίτηση. Παράλληλα, μέσα από τα έγγραφα που διαβιβάστηκαν στο Δικαστήριο από τον ευπαίδευτο συνήγορο των Καθ' ων η αίτηση προς στοιχειοθέτηση της νομικής επιχειρηματολογίας του, προκύπτει πως ο λόγος και το σκεπτικό του Αιτητή στη βάση των οποίων καταχωρήθηκε η παρούσα αίτηση προέρχεται και εδράζεται σε αγγλικό κανόνα πρακτικής υπ' αριθμό 53 [βλέπε την παράγραφο 2.6 του εγγράφου που κατατέθηκε από την Καθ' ης η αίτηση στα πλαίσια εκδίκασης της παρούσας αίτησης υπό τον τίτλο 'Practice Direction-Defamation Claims' καθώς και από την αγγλική υπόθεση Burstein v Associated Newspapers Ltd
(2007)4 All.E.R. 319, στη σελίδα 324], ο οποίος όμως δεν τυγχάνει εφαρμογής στο κυπριακό δίκαιο. Πέραν των πιο πάνω, υπάρχει ένας επιπρόσθετος λόγος για τον οποίον θα είχα επιφυλάξεις ως προς την έκδοση διατάγματος για παροχή περαιτέρω και καλύτερων λεπτομερειών. Σε περίπτωση έκδοσης τέτοιου διατάγματος στη βάση του λόγου και σκεπτικού που ο Αιτητής αξιώνει, θα οδηγούσε σε καταστροφή μέρους της υπεράσπισης των Καθ' ων η αίτηση. Ειδικότερα, μέσα από τις παραγράφους 8 και 9 της υπεράσπισης τους, η Καθ' ης η αίτηση αρνείται ότι τα επίδικα δημοσιεύματα είναι δυσφημιστικά για τον Αιτητή στη φυσική ή συνηθισμένη τους έννοια ή άλλως πως και/ή ότι του απέδιδαν αυτά που ισχυρίζετο ο Αιτητής και/ή ότι προκάλεσαν βλάβη στον Αιτητή ή επηρέασαν κατά τρόπο δυσμενή την υπόληψη του Αιτητή. Επιπλέον, η Καθ' ης η αίτηση, μεταξύ άλλων, αρνείται ότι τα επίδικα δημοσιεύματα προκάλεσαν οποιαδήποτε ζημιά ή βλάβη στον Αιτητή. Επομένως, τυχόν έκδοση του διατάγματος που ο Αιτητής απαιτεί ουσιαστικά θα καταστούσε μέρος της υπεράσπισης άνευ αντικειμένου εις βάρος της Καθ' ης η αίτηση η, πράγμα ανεπίτρεπτο αφού θα περιόριζε τη φύση και έκταση της υπεράσπισης των Καθ' ων η αίτηση, αχρηστεύοντας στην ουσία μέρος της. Αυτό με τη σειρά του θα προκαλούσε ανεπανόρθωτη ζημιά στην υπόθεση της Καθ' ης η αίτηση και κατ' επέκταση δυσμενή επηρεασμό των συμφερόντων και δικαιωμάτων τους. Είναι γνωστό ότι στο κυπριακό δίκαιο επιτρέπεται η παρουσίαση διαζευκτικών βάσεων αγωγής στο βαθμό όμως που η μια δεν αναιρεί την άλλη ή μεταξύ τους δεν είναι εκ διαμέτρου αντίθετες και ασυμβίβαστες. Βέβαια στην προκειμένη περίπτωση δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο αφού η Καθ' ης η αίτηση δια των παραγράφων 8 και 9 της υπεράσπισης τους πρώτα προβάλλουν ως υπεράσπιση τους τον ισχυρισμό ότι τα επίδικα δημοσιεύματα δεν ήταν δυσφημιστικά για τον Αιτητή και συνεπώς καμία βλάβη ή ζημιά του προκάλεσαν και ακολούθως στην παράγραφο 13 αυτής προτάσσει ως μία εκ των διαζευκτικών αιτιών αγωγής τον ισχυρισμό ότι σε περίπτωση που το Δικαστήριο κρίνει τα εν λόγω δημοσιεύματα ως δυσφημιστικά, πράγμα το οποίο η ίδια απορρίπτειν κατηγορηματικά, τότε αυτά αποτελούν έντιμο-εύλογο σχόλιο επί δημοσίου συμφέροντος και/ή ενδιαφέροντος, ισχυρισμό που όπως προανάφερα συνοδεύεται από λεπτομέρειες γεγονότων που σύμφωνα με την Καθ' ης η αίτηση εδράζεται η ειδική αυτή υπεράσπιση της. Κατά συνέπεια, τυχόν έκδοσης τέτοιου διατάγματος θα εξανάγκαζε η Καθ' ης η αίτηση να εγκαταλείψει μέρος της υπεράσπισης τους, πράγμα ανεπιεικές και αντίθετο με το συμφέρον της απονομής της δικαιοσύνης. Η θέση του Αιτητή ότι το εν λόγω διάταγμα καταλήγει στον πυρήνα του Αιτητή για δίκαιη δίκη δεν με βρίσκει σύμφωνο. Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω ο Αιτητής δεν διατρέχει τέτοιο κίνδυνο, ούτε και επηρεάζεται κατά τρόπο δυσμενή οποιοδήποτε δικαίωμα του, ούτε και θα υποστεί οποιαδήποτε ζημιά ή βλάβη, αλλά αντίθετα είναι η Καθ' ης η αίτηση που θα υποστεί ανεπανόρθωτη βλάβη και ζημιά από τυχόν έκδοση τέτοιου διατάγματος. Κατά συνέπεια, κρίνω ότι και ο δεύτερος λόγος ένστασης ευσταθεί και επομένως πετυχαίνει. Με τον τρίτο λόγο ένσταση της η Καθ' ης η αίτηση ισχυρίζεται ότι οι ζητούμενες λεπτομέρειες απάδουν προς τους ταχθέντες από πρωτογενές δίκαιο ή διαμορφωμένους από τη νομολογία σκοπούς δια τους οποίους χορηγούνται διατάγματα για περαιτέρω και/ή καλύτερες λεπτομέρειες. Έχω ήδη ασχοληθεί πιο πάνω με το λόγο αυτό και απλώς επαναλαμβάνω ότι οι ζητούμενες λεπτομέρειες δεν είναι αναγκαίες αφού η επίδικη παράγραφος
(13)πληροί τις αρχές, τα κριτήρια, τις προϋποθέσεις και τους κανόνες δικογράφησης που θέτει τόσο η κυπριακή νομολογία όσο και οι σχετικές διατάξεις των περί πολιτικής δικονομίς διαδικαστικών θεσμών. Συνεπώς, και ο τρίτος λόγος ένστασης πετυχαίνει. Με τον τέταρτο και τελευταίο λόγο ένσταση της η Καθ' ης η αίτηση ισχυρίζεται ότι η παρούσα αίτηση είναι καταπιεστική και ουσία αβάσιμη. Το μόνο απλώς που χρειάζεται να αναφέρω σε σχέση με το λόγο αυτό είναι ότι η αίτηση αυτή παρέμεινε ατεκμηρίωτη αφού ο Αιτητής απέτυχε να αποσείσει το βάρος απόδειξης από τους ώμους του, ως όφειλε να πράξει. Υπό το φως των πιο πάνω νομολογιακών αρχών αλλά και παραμέτρων και περιστατικών που περιβάλλουν την παρούσα περίπτωση καθώς και στη βάση της νομικής επιχειρηματολογίας που τέθηκε ενώπιον μου και των συμπερασμάτων στα οποία κατέληξε το παρόν Δικαστήριο αλλά και με κριτήριο το συμφέρον της απονομής δικαιοσύνης, κρίνω πως η αίτηση έχει αποτύχει και ως εκ τούτου απορρίπτεται ως αβάσιμη. Τα έξοδα της παρούσας αίτησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ της Καθ' ης η αίτηση και εναντίον του Αιτητή και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Πρ. Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other/Interim Αναφορά: Πολιτική Δικονομία/Αίτηση για περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες/ Δ.19 Θ.6/Λίβελος [1] Τσαγγάρη v Γαβριηλίδου κ.α.
(2003)1 Α.Α.Δ. 472, Erimoudis Estates v Χριστοδουλίδη
(1995)1 Α.Α.Δ. 926 [2] Πολυκάρπου v Ederma Trading
(2000)1 Α.Α.Δ. 699 [3] Athina Leathergoods Ltd v Χαραλάμπους κ.α.
(2000)1 Α.Α.Δ. 787 [4] Κουρσουμά v Κοσμά
(1991)1 Α.Α.Δ. 973, Λεριός v Αλεξίου
(2000)1 Α.Α.Δ. 1195, Α.Η.Κ. κ.α. v Rawnsello
(2003)1 Α.Α.Δ. 1570 [5] Kertas v Interorient Navigation Co
(2001)1 Α.Α.Δ. 1475 [6] Ετήσια Δικονομική Πρακτική 1961 (The Annual Practice 1961), σελίδα 460 [7] National Supply Corporation of the Lybyan Arab Republic v Achaia Shipping Ltd
(1975)1 C.L.R. 427, Κυπριακές Αερογραμμές Λτδ και Άλλοι v Credit Libanais S.A.L.
(1991)1 Α.Α.Δ. 649 [8] Θεμιστοκλέους v Χρ. Γεωργιάδη Λτδ
(2000)1 Α.Α.Δ. 157 [9] Άρθρο 19 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμος, Κεφ.148 [10] 'Where a defendant pleads the general defence of fair comment the plaintiff is entitled to particulars of the facts on which the comment is based.' cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο