← Κύπρος

RODOU CHARALAMBOUS SON LTD ν. PANPA ESTATES INVESTMENTS LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής Ανωτάτου Δικαστηρίου: 19/2006, 25 Νοεμβρίου 2009

RODOU CHARALAMBOUS SON LTD ν. PANPA ESTATES INVESTMENTS LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής Ανωτάτου Δικαστηρίου: 19/2006, 25 Νοεμβρίου 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΤΙΚΟΥ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΗΜΕΡ. 15.5.2007 ΕΝ ΤΩ ΑΝΩΤΑΤΩ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩ ΚΥΠΡΟΥ ΠΑΡΑΠΕΜΦΘΕΙΣΑ ΓΙΑ ΕΚΔΙΚΑΣΗ ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ δυνάμει Διαταγής του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερ. 7.3.2007 Αρ. Αγωγής Ανωτάτου Δικαστηρίου: 19/2006 Αρ. Αγωγής Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού: 2/2007 Μεταξύ: RODOU CHARALAMBOUS & SON LTD, από Λεμεσό Εναγόντων και

  1. PANPA ESTATES & INVESTMENTS LIMITED, από Λεμεσό
  2. Πανίκου Ονουφρίου, από Λεμεσό
  3. WW OVERSEAS SHIPMANAGEMENT LTD, από Λεμεσό Εναγομένων --------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 25 Νοεμβρίου 2009 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Ενάγουσα: κ. Α. Θεοφίλου Για τους Εναγόμενους 1 και 2: κ. Α. Γιωρκάτζιης Για την Εναγόμενη 3: ουδεμία εμφάνιση Α Π Ο Φ Α Σ Η Mε την πιο πάνω αγωγή οι ενάγοντες διεκδικούν από τους εναγόμενους 1, 2 και 3 το ποσό των £36.550 για ισχυριζόμενες προμήθειες αγαθών στο σκάφος «PRINCESS ASMINE» (στη συνέχεια «το σκάφος»). Με βάση τους ισχυρισμούς των εναγόντων που περιέχονται στην Αναφορά, όλα τα εμπορεύματα πωλήθηκαν και παραδόθηκαν στο σκάφος, κατόπιν οδηγιών της εναγόμενης 3, η οποία κατά τον ουσιώδη χρόνο, διαχειριζόταν το σκάφος, εκπροσωπώντας τους ιδιοκτήτες του. Ισχυρίζονται, επίσης, ότι η εναγόμενη 3 αποδέχθηκε το υπόλοιπο και εγγυήθηκε γραπτώς την αποπληρωμή του, όπως και οι εναγόμενοι 1 και 2, με προφορική εγγύηση του εναγόμενου 2, τόσο υπό την προσωπική του ιδιότητα, όσο και υπό την ιδιότητα του διευθυντή της εναγόμενης
  4. Με βάση κοινή δήλωση παραδεκτών γεγονότων (Έγγραφο «Γ»), η εναγόμενη 1 ήταν ιδιοκτήτρια του σκάφους κατά τη χρονική περίοδο μεταξύ 26.5.2004 και 2.4.
  5. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των εναγόντων που περιέχονται στην Αναφορά (παράγραφοι 2, 3 και 4) τα αγαθά παραδόθηκαν στο σκάφος σε διάφορες ημερομηνίες, μεταξύ 14.6.2003 και 14.7.
  6. Κατά την χρονική περίοδο που το σκάφος ήταν ιδιοκτησία της εναγόμενης 1 (δηλαδή από 26.5.2004 μέχρι 2.4.2006), οι ενάγοντες πώλησαν και παρέδωσαν στο σκάφος αγαθά συνολικής αξίας £9.054,
  7. Κατά τη χρονική περίοδο 14.6.2003 μέχρι 26.5.2004, ιδιοκτήτρια του σκάφους ήταν η εταιρεία PNP NAVIGATION LTD (στη συνέχεια «PNP»). Από όσα συνοπτικά εκτίθενται ανωτέρω, γίνεται αντιληπτό ότι η αξίωση των εναγόντων στηρίζεται σε δυο διαφορετικές αιτίες αγωγής. Για μεν την εναγόμενη 1 η αξίωση στηρίζεται τόσο σε προμήθειες αγαθών κατά την χρονική περίοδο που ήταν ιδιοκτήτρια του σκάφους, όσο και σε εγγύηση που δόθηκε από το διευθυντή της - εναγόμενο
  8. Όσον αφορά τον εναγόμενο 2, η αξίωση στηρίζεται στην εγγύηση που, κατ΄ ισχυρισμόν, έδωσε υπό την προσωπική του ιδιότητα, ενώ εναντίον της εναγόμενης 3, βάση της αγωγής αποτελεί, επίσης, η εγγύηση, που όπως ισχυρίζονται οι ενάγοντες δόθηκε γραπτώς τον Αύγουστο του έτους 2005, υπό τις περιστάσεις που θα αναφερθούν στη συνέχεια. Οι εναγόμενοι 1 και 2 αρνούνται τόσο τις ισχυριζόμενες πωλήσεις αγαθών, όσο και την προβαλλόμενη εγγύηση. Στις ξεχωριστές υπερασπίσεις (Απαντήσεις) που καταχώρισαν, υποστηρίζουν ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε συμβατική σχέση που να συνδέει τους ενάγοντες μαζί τους. Η οποιαδήποτε συμφωνία για παροχή αγαθών από τους ενάγοντες στο σκάφος, αναφέρει στο δικόγραφο της η εναγόμενη 1, έγινε με την εναγόμενη 3 ή με τρίτο πρόσωπο που ενεργούσε ως ανεξάρτητος συμβασιούχος και σε καμιά περίπτωση ως αντιπρόσωπος της. Υποστηρίζουν, περαιτέρω, πως η εναγόμενη 1 διευθετούσε όλες τις εκκρεμότητες που αφορούσαν το σκάφος, κατ΄ ευθείαν με την εναγόμενη 3, η οποία όφειλε, με τη σειρά της, να εξοφλεί τυχόν υποχρεώσεις του σκάφους. Η εναγόμενη 3 δεν καταχώρισε εμφάνιση και δεν εκπροσωπήθηκε στη διαδικασία. Για να αποδείξουν την αξίωση τους οι ενάγοντες κάλεσαν δύο μάρτυρες οι οποίοι παρουσίασαν τα τιμολόγια και άλλα έγγραφα που σχετίζονται με την επίδικη διαφορά. Πρώτος κατάθεσε ο διευθυντής της ενάγουσας Χρίστος Χρίστου (Μ.Ε.1), η μαρτυρία του οποίου συνοψίζεται στα ακόλουθα: Οι ενάγοντες, αναφέρει στη γραπτή του δήλωση που κατατέθηκε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του (Έγγραφο «Α»), ασχολούνται με εργασίες τροφοδοσίας πλοίων με διάφορα αγαθά. Κατά τον ουσιώδη χρόνο, είχαν συνεργασία με τους εναγόμενους 2 και 3 με βάση την οποία οι ενάγοντες τροφοδοτούσαν διάφορα πλοία συμφερόντων του εναγόμενου 2 τα οποία διαχειριζόταν η εναγόμενη
  9. Μεταξύ αυτών, ήταν και η θαλαμηγός «PRINCESS ASMINE» (το σκάφος). Σε διάφορες ημερομηνίες από 14.6.2003 μέχρι 14.7.2005, αναφέρει στη συνέχεια της δήλωσης του, οι ενάγοντες, κατόπιν οδηγιών της εναγομένης 3 πώλησαν και παρέδωσαν στο σκάφος, δυνάμει τιμολογίων (Τεκμήριο 1), αγαθά συνολικής αξίας £36.
  10. Όπως είναι παραδεκτό, κατά την ανωτέρω χρονική περίοδο, το σκάφος τελούσε υπό επιδιόρθωση, ευρισκόμενο ακινητοποιημένο στο καρνάγιο. Την οφειλή αποδέχθηκαν, όπως υποστήριξε, όλοι οι εναγόμενοι κάτω από τις ακόλουθες συνθήκες: Περί τα μέσα Μαΐου 2004, πληροφορήθηκε ότι το σκάφος θα μεταβιβαζόταν στην εναγομένη 1 από την ΡΝΡ και μετέβη στα γραφεία της εναγόμενης 3 ζητώντας πληρωμή του οφειλόμενου ποσού. Εμφανίστηκε, τότε, ο εναγόμενος 2, ο οποίος του ανάφερε πως ήταν δικές του και οι δύο εταιρείες, διαβεβαιώνοντας τον ότι δεν υπήρχε κίνδυνος να χάσει τα λεφτά του. Του δήλωσε, μάλιστα, ότι η νέα ιδιοκτήτρια του σκάφους (PANPA) θα αναλάμβανε τις οφειλές της προηγούμενης εταιρείας του (ΡΝΡ), αναλαμβάνοντας και ο ίδιος προσωπική ευθύνη για την πληρωμή όλων των προμηθειών των εναγόντων επί του σκάφους. Στηριζόμενος, συνέχισε, στις ανωτέρω διαβεβαιώσεις του εναγόμενου 2, συνέχισε να προμηθεύει το σκάφος με τα εμπορεύματα που του ζητούσε η εναγόμενη 3, μέχρι τις 14.7.
  11. Στις 17.8.2005 επισκέφθηκε και πάλι τα γραφεία της εναγόμενης 3 για να πληρωθεί. Αφού συμφωνήθηκε ότι το οφειλόμενο ποσό ανερχόταν στις £36.550 απαίτησε πληρωμή, διαφορετικά, όπως είπε, θα προέβαινε σε διαδικασία σύλληψης του σκάφους. Μερικές μέρες αργότερα, τον επισκέφθηκε ο διευθυντής της εναγόμενης 3 (Παναγιώτης Μαυρουδής - Μ.Ε.2) και τον έπεισε να δώσει 6-7 μήνες παράταση, διαβεβαιώνοντας τον ότι δεν είχε κίνδυνο να μην πληρωθεί, αφού το οφειλόμενο ποσό ήταν εγγυημένο από τους εναγόμενους 1 και
  12. Την ημέρα εκείνη, ο Μαυρουδής αναγνώρισε εγγράφως την οφειλή τόσο για το σκάφος όσο και για ακόμα ένα πλοίο («SEA EMPEROR») με γραπτή δήλωση (Τεκμήριο 2) με την οποία ανέλαβε υποχρέωση να εξοφλήσει το οφειλόμενο ποσό και η εναγόμενη
  13. Όταν παρήλθε η προθεσμία των 7 μηνών, κατέληξε, επικοινώνησε τόσο με τον Μαυρουδή όσο και με τον εναγόμενο 2 και ενώ αρχικά τον διαβεβαίωναν ότι θα εξοφλείτο το οφειλόμενο ποσό, αργότερα υπαναχώρησαν και ο εναγόμενος 2 του είπε, «κομπάζοντας», πως πουλήθηκε το σκάφος και δεν θα μπορούσε να το συλλάβει. Ο Παναγιώτης Μαυρουδής (Μ.Ε.2) επιβεβαίωσε ότι οι ενάγοντες τροφοδοτούσαν διάφορα πλοία με οδηγίες της εναγόμενης 3 την οποία αντιπροσώπευε, δυνάμει πληρεξουσίου. Ανάφερε, επίσης, πως κατά την επίδικη χρονική περίοδο οι ενάγοντες, μετά από οδηγίες της εναγόμενης 3, πώλησαν και παρέδωσαν στο σκάφος διάφορα εμπορεύματα συνολικής αξίας £36.
  14. Προκειμένου, μάλιστα, να πείσει το διευθυντή των εναγόντων (Μ.Ε.1) να μην προχωρήσει με δικαστικές διαδικασίες εναντίον του σκάφους, υπόγραψε γραπτή εγγύηση εκ μέρους της εναγομένης 3, αναγνωρίζοντας το οφειλόμενο υπόλοιπο προς τους ενάγοντες, τόσο για το επίδικο σκάφος, όσο και για το πλοίο «SEA EMPEROR». Στη συνέχεια της μαρτυρίας του αναγνώρισε δικές του υπογραφές στα τιμολόγια που κατατέθηκαν ως δέσμη (Τεκμήριο 1 α), διευκρινίζοντας πως τα εμπορεύματα παραδίδονταν στο σκάφος μετά από δικές του εντολές, σε συνεννόηση και με τον τεχνικό διευθυντή της εναγόμενης
  15. Όλα τα τιμολόγια, συνέχισε, ελέγχθηκαν και δεν πληρώθηκε οποιοδήποτε ποσό στους ενάγοντες για το συγκεκριμένο σκάφος. Σε σχέση με το ιδιοκτησιακό καθεστώς του σκάφους, υποστήριξε πως είχε και ο ίδιος συμφέροντα στην εναγόμενη 1 σε ποσοστό 50% μαζί με τον εναγόμενο
  16. Αποκλειστικός ιδιοκτήτης των μετοχών στην ΡΝΡ και IRENO CO LTD, ήταν, όπως είπε, ο εναγόμενος
  17. Ανέφερε, επίσης, ότι στην παρουσία του, το Μάιο του έτους 2004, ο εναγόμενος 2 είπε στο Μ.Ε.1 ότι θα μεταβίβαζε το σκάφος στην εναγόμενη 1 για δικούς του λόγους και ότι αναλάμβανε, τόσο ο ίδιος προσωπικά όσο και η εναγόμενη 1, να πληρώσουν όλες τις οφειλές από τις προμήθειες των εναγόντων στο σκάφος, μέχρι την πλήρη επιδιόρθωση του. Αντεξεταζόμενος ο Μ.Ε.2, δέχθηκε πως το Μάιο του έτους 2006 επήλθε ρήξη στις σχέσεις του με τον εναγόμενο 2 και ότι εκκρεμούν διάφορες δικαστικές διαδικασίες μεταξύ τους. Δέχθηκε, περαιτέρω, πως καταγγέλθηκε από τον εναγόμενο 2 για διάφορα σοβαρά αδικήματα και ανοίχθηκε εναντίον του ποινική υπόθεση που εκκρεμεί ενώπιον του Κακουργιοδικείου. Ανεξάρτητα όμως από τις όποιες διαφορές έχει με τον εναγόμενο 2, δήλωσε και επανέλαβε εμφαντικά πως η αξίωση των εναγόντων είναι γνήσια και αρνήθηκε ότι η μαρτυρία του είχε σκοπό να πλήξει τα συμφέροντα του εναγόμενου 2 για να τον εκδικηθεί. Ο εναγόμενος 2, υποστήριξε στη μαρτυρία του πως ουδεμία προσωπική ανάμιξη είχε με την επίδικη υπόθεση. Ουδέποτε, είπε, εγγυήθηκε προσωπικά ή δια λογαριασμό της εναγομένης 1, τυχόν οφειλές της εναγομένης 3 προς τους ενάγοντες. Όπως ανέφερε, η εναγόμενη 3, ήταν εταιρεία Ρώσων πελατών του και διαχειριζόταν πέντε πλοία, μεταξύ των οποίων και το επίδικο σκάφος. Κατά τον ουσιώδη χρόνο, πρόσθεσε, το σκάφος ήταν ιδιοκτησία της ΡΝΡ, αλλοδαπής εταιρείας, με μέτοχους Ρώσους πελάτες του δικηγορικού του γραφείου. Στη συνέχεια μεταβιβάστηκε στην εναγόμενη 1 εταιρεία στην οποία είχε συμφέροντα και ο ίδιος. Περί δε το τέλος του έτους 2005, εξαγόρασε και το μερίδιο των άλλων μετόχων για να καταστεί ο ίδιος και άλλα μέλη της οικογένειας του αποκλειστικοί δικαιούχοι της εταιρείας. Τον Απρίλιο του έτους 2006, το σκάφος πωλήθηκε στην εταιρεία «IRENO CO LTD» και ακολούθως μετονομάστηκε σε «ΑΡΓΩ». Σε σχέση με τις προμήθειες αγαθών από τους ενάγοντες στο επίδικο και άλλα σκάφη τα οποία διαχειριζόταν η εναγόμενη 3, ανέφερε πως ουδεμία ανάμιξη είχαν οι πλοιοκτήτριες εταιρείες ή ο ίδιος προσωπικά. ΟΙ συναλλαγές, είπε, γίνονταν μεταξύ των εναγόντων και της εναγομένης 3 η οποία είχε και την υποχρέωση να εξοφλεί τα τιμολόγια, σε συνεννόηση με τους πλοιοκτήτες οι οποίοι κατέβαλλαν προς την εναγόμενη 3 τα αντίστοιχα ποσά που πλήρωνε. Τα προβλήματα, πρόσθεσε, δημιουργήθηκαν γιατί εξαπατήθηκε ο ίδιος και οι πλοιοκτήτες από τον Μαυρουδή, ο οποίος ήταν ο υπεύθυνος «manager» της εναγομένης
  18. Ενώ εισέπραττε τα χρήματα από τους πλοιοκτήτες, εξήγησε, δεν τα κατέβαλλε στους προμηθευτές των πλοίων, όπως είχε υποχρέωση. Ουδέποτε, κατέληξε, συζήτησε με τον Χρίστου για την υπόθεση και ουδέποτε υποσχέθηκε να πληρώσει τις ισχυριζόμενες υποχρεώσεις για το σκάφος, όπως αναληθώς υποστήριξαν οι Χρίστου και Μαυρουδής. Οι εναγόμενοι 1 και 2 κάλεσαν ακόμα ένα μάρτυρα. Τον Σωτήρη Χατζησάββα, καπετάνιο, ο οποίος είχε εργοδοτηθεί από την εναγόμενη 3 το έτος
  19. Ανάφερε πως ήταν ενήμερος για τις επιδιορθώσεις που γίνονταν στο σκάφος την περίοδο 2003-2005 αλλά δεν είχε συνεχή επαφή και επίβλεψη των εργασιών, γιατί απουσίασε για μεγάλο χρονικό διάστημα στο εξωτερικό για εργασίες σε άλλα σκάφη που διαχειριζόταν η εναγόμενη
  20. Επέστρεψε, όπως είπε, το καλοκαίρι του έτους 2005 και ανέλαβε την ευθύνη του κοτέρου. Ήταν ενήμερος ότι οι ενάγοντες τροφοδοτούσαν το σκάφος με διάφορα αγαθά. Ο ρόλος του, πρόσθεσε, ήταν να ελέγχει τα τιμολόγια και να τα προωθεί για πληρωμή στο Μαυρουδή που ήταν υπεύθυνος για όλες τις πληρωμές. Όταν ανέλαβε δεν υπήρχαν εκκρεμότητες με τους ενάγοντες και δεν περιήλθε, τότε, στην αντίληψη του ότι υπήρχε οποιοδήποτε υπόλοιπο προς όφελος των εναγόντων. Η εκτίμηση του, είπε, είναι πως όλα τα τιμολόγια των εναγόντων έχουν εξοφληθεί. Από τα στοιχεία που ο ίδιος είχε παραλάβει και ελέγξει, δεν προέκυπτε οποιοδήποτε υπόλοιπο προς όφελος των εναγόντων. Όταν παρέλαβε την επιστολή των δικηγόρων των εναγόντων, κάλεσε τον Χρίστου να παρουσιάσει αποδεικτικά στοιχεία αλλά δεν ανταποκρίθηκε. Αντεξεταζόμενος, δέχθηκε πως όταν επέστρεψε στην Κύπρο το Μάιο-Ιούνιο 2005, αναλαμβάνοντας την ευθύνη του σκάφους, είχαν διεκπεραιωθεί όλες οι συναλλαγές με τους ενάγοντες. Υπήρξε μόνο μια παράδοση για την οποία εκδόθηκε το τιμολόγιο ημερ. 14.7.2005 αλλά δεν γνωρίζει αν πληρώθηκε. Τους λογαριασμούς, ανέφερε, προτού αναλάβει εκείνος, τους χειριζόταν ο Μαυρουδής με κάποιο άλλο υπάλληλο της εταιρείας ονόματι Slavomir. Ανέφερε, τέλος, πως δεν περιήλθε στην αντίληψη του οποιοδήποτε πρόβλημα σε σχέση με παράδοση αγαθών, τα οποία αναφέρονται σε τιμολόγια των εναγόντων. Έχω παρακολουθήσει με προσοχή όλους τους μάρτυρες να καταθέτουν ενόρκως ενώπιον του Δικαστηρίου. Αξιολογώντας τη μαρτυρία τους, έλαβα υπόψη το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Συνυπολόγισα, ασφαλώς, την αντιπαλότητα του εναγόμενου 2 με τον Μαυρουδή (ΜΕ2) που ήταν έκδηλη, λόγω και των σοβαρών διαφορών που έχουν από την αντιδικία τους σε άλλες υποθέσεις. Καλή εντύπωση σχημάτισα μόνο για τον ΜΕ
  21. Οι άλλοι 3 μάρτυρες δεν με εντυπωσίασαν για την ειλικρίνεια τους. Διέκρινα προσπάθεια να αποκρύψουν γεγονότα που σχετίζονται με την υπόθεση, για να εξυπηρετήσουν δικά τους συμφέροντα (ΜΥ1) ή να βοηθήσουν τη πλευρά που τους κάλεσε να δώσουν μαρτυρία (ΜΕ2 και ΜΥ2). Ειδικότερα: (α) Ο ΜΕ1 έδωσε πειστικές και ικανοποιητικές εξηγήσεις για τη συνεργασία που είχε η εταιρεία του με την εναγόμενη
  22. Η μαρτυρία του όσον αφορά τη πώληση και παράδοση αγαθών στο σκάφος, με εντολές της εναγόμενης 3, υποστηρίζεται από τα τιμολόγια (Τεκμήριο 1), τις παραγγελίες (Τεκμήρια 5 και 6), καθώς και από τις παραδοχές των ΜΥ1 και 2, ως προς το ζήτημα αυτό. Βρίσκω, επίσης, πειστική τη μαρτυρία του ότι ετηρείτο ξεχωριστός λογαριασμός για το συγκεκριμένο σκάφος, λόγω της ιδιαίτερης σχέσης και των συμφερόντων που είχε σ΄ αυτό ο εναγόμενος
  23. Το γεγονός αυτό, υποστηρίζεται και από τις καταστάσεις λογαριασμού (Τεκμήρια 4α και 4β) στις οποίες δεν περιλήφθηκαν τα τιμολόγια για το σκάφος. Υπάρχει μία μόνο εξαίρεση (στο Τεκμήριο 4α για ένα πολύ μικρό ποσό -£87.60-), που εύλογα μπορεί να αποδοθεί σε λάθος. Αποδεκτή κρίνεται και η μαρτυρία του πως δεν έχει εξοφληθεί ο επίδικος λογαριασμός και ότι οποιεσδήποτε πληρωμές έγιναν από την εναγόμενη 3, λογίστηκαν έναντι του λογαριασμού που ετηρείτο για τα άλλα σκάφη που διαχειριζόταν, γεγονός που προκύπτει από τα Τεκμήρια 4α και 4β. Αποδέχομαι, τέλος τη μαρτυρία του ως προς το επίμαχο ζήτημα που σχετίζεται με τη προσωπική εγγύηση του εναγόμενου
  24. Η αποδοχή της εκδοχής των εναγόντων, ως προς το ζήτημα αυτό, δεν στηρίζεται μόνο στη πολύ καλή εντύπωση την οποία έχω σχηματίσει για τον ΜΕ
  25. Προκύπτει και ως ένα λογικό συμπέρασμα από το σύνολο των γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση. Τα γεγονότα που οδήγησαν το Δικαστήριο να αποδεχτεί τη θέση των εναγόντων είναι τα ακόλουθα: Ι. Το γεγονός ότι το σκάφος ανήκε, ουσιαστικά, στον εναγόμενο 2, γεγονός που προσπάθησε, επιμελώς, να αποκρύψει από το Δικαστήριο, όπως θα αναφερθεί στη συνέχεια. ΙΙ. Το ότι ετηρείτο ξεχωριστή μερίδα από τους ενάγοντες για το σκάφος, με οδηγίες της εναγόμενης
  26. ΙΙΙ. Το γεγονός ότι δεν γίνονταν πληρωμές έναντι του λογαριασμού για τις προμήθειες των εναγόντων για το συγκεκριμένο σκάφος και, κυρίως, ΙV. Από το γεγονός ότι, κατά τον χρόνο που ενδιαφέρει, είχε τροχιοδρομηθεί η μεταβίβαση του σκάφους από την ΡΝΡ στην εναγόμενη
  27. Υπό τις περιστάσεις αυτές, κρίνεται λογική και αναμενόμενη η αξίωση των εναγόντων, τον Μάιο του 2004, για εξόφληση του υπολοίπου, με δεδομένο ότι το σκάφος θα άλλαζε ιδιοκτήτη και θα υπήρχαν εμπόδια στη διεκδίκηση της οφειλής από τους νέους ιδιοκτήτες του. Το γεγονός, ακόμη, ότι οι ενάγοντες, μετά την πώληση του σκάφους από την ΡΝΡ στην εναγόμενη 1, συνέχισαν να το τροφοδοτούν με προμήθειες, ενισχύει την εκδοχή τους. Ότι, δηλαδή, ο ΜΕ1 βασίστηκε στις διαβεβαιώσεις του εναγόμενου 2 ότι αναλάμβανε ο ίδιος και η νέα εταιρεία του να εξοφλήσουν κάθε οφειλή του σκάφους προς τους ενάγοντες. Έγινε μεγάλη συζήτηση από το συνήγορο των εναγομένων σε ένα Τεκμήριο (Τεκμήριο Β) το οποίο είχε καταθέσει ο ΜΕ1, στην ένορκη δήλωση που συνόδευε την αίτηση των εναγόντων για συντηρητικό διάταγμα, αναφέροντας ότι του το είχε παραδώσει ο Μαυρουδής στη συνάντηση που είχαν τον Αύγουστο του έτους
  28. Επειδή, όπως υπόδειξε ο συνήγορος, στο Τεκμήριο υπάρχει σφραγίδα του Πρωτοκολλητή που παραπέμπει σε μεταγενέστερη δικαστική διαδικασία μεταξύ εναγομένου 2 και Μαυρουδή (βλ. σχετικά το Τεκμήριο 10) δεν είναι δυνατόν να αληθεύει ο ισχυρισμός του. Το γεγονός αυτό, σύμφωνα με το συνήγορο, αποδεικνύει την σκευωρία που έγινε από τους ΜΕ1 και Μαυρουδή εις βάρος του εναγόμενου
  29. Εκτιμώ πως το εγειρόμενο σημείο είναι επουσιώδες και δεν πλήττει την αξιοπιστία του ΜΕ
  30. Δόθηκαν, εξ΄ άλλου, εξηγήσεις από τον ΜΕ1 για το γεγονός αυτό και δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο να απώλεσε τον τίτλο και να ζήτησε αντίγραφο, μεταγενέστερα, από τον Μαυρουδή. (β) Όσον αφορά τον ΜΕ2, θα πρέπει εξ΄ αρχής να πω πως δεν θα ήμουν διατεθειμένος να στηριχθώ στη μαρτυρία του για να καταλήξω σε ευρήματα ως προς τα διαφιλονικούμενα γεγονότα. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του στο βαθμό που υποστηρίζεται από την αξιόπιστη μαρτυρία του ΜΕ
  31. Κατά τα λοιπά ήταν έκδηλη η διάθεση του να πει οτιδήποτε θα έβλαπτε τον εναγόμενο 2 με τον οποίο έχει οικονομικές και άλλες διαφορές, όπως διαφάνηκε από τη μαρτυρία τους. Δεν θεωρώ γνήσιο το ενδιαφέρον του για να δικαιωθούν οι ενάγοντες, στους οποίους οφείλεται το ποσό και από την εναγόμενη 3, δυνάμει γραπτής εγγύησης την οποία υπόγραψε ο ίδιος. Στο βαθμό, όμως, που η μαρτυρία του υποστηρίζεται από τα έγγραφα που αφορούν την υπόθεση (Τεκμήρια 1, 5α, β, γ και 6) καθώς, όπως ήδη αναφέρθηκε και από τη μαρτυρία του ΜΕ1, γίνεται αποδεκτή. (γ) Για τους λόγους που εξηγώ στη συνέχεια δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία και τις εξηγήσεις που επιχείρησε να δώσει ο εναγόμενος 2 (ΜΥ1) για τα διαφιλονικούμενα γεγονότα. Ήταν διάχυτη, μέσα από τη μαρτυρία του, η απροθυμία του να αποκαλύψει τα προσωπικά συμφέροντα του στο επίδικο σκάφος και στα άλλα σκάφη που διαχειριζόταν η εναγόμενη
  32. Αρχικά, μάλιστα, επιχείρησε να αποστασιοποιηθεί πλήρως από τα γεγονότα της υπόθεσης, δηλώνοντας, τόσο στο δικόγραφο του όσο και στη κύρια εξέταση, πως δεν γνώριζε εάν οι ενάγοντες τροφοδοτούσαν το σκάφος με αγαθά. Στη συνέχεια της μαρτυρίας του δέχθηκε πως είχε περιέλθει στην αντίληψη του το γεγονός και ότι έβλεπε τα τιμολόγια των εναγόντων, υποστηρίζοντας, βέβαια, πως την ευθύνη για την πληρωμή τους την είχε αναλάβει η εναγόμενη
  33. Αναφορικά με το ιδιοκτησιακό καθεστώς του σκάφους η μαρτυρία του στερείται πειστικότητας. Το συμπέρασμα που προκύπτει από το σύνολο της μαρτυρίας και ιδιαίτερα από τα παραδεκτά γεγονότα (έγγραφο «Γ») και τα Τεκμήρια 11 α και β, είναι πως ο εναγόμενος 2 είχε προσωπικά συμφέροντα σε όλες τις εταιρείες που απέκτησαν, κατά καιρούς, το σκάφος. Οι γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί του πως οι μετοχές της ΡΝΡ ανήκαν αποκλειστικά σε ρώσους πελάτες του, τους οποίους δεν μπορούσε να αποκαλύψει, δεν γίνονται αποδεκτοί. Ανάλογη ήταν η θέση του και για άλλο ένα σκάφος το «SEA EMPEROR», θέση όμως που έρχεται σε αντίθεση με ένορκες δηλώσεις στις οποίες είχε προβεί στο παρελθόν (βλ. Τεκμήρια 14 και 15). Οι εξηγήσεις που προσπάθησε να δώσει, ότι ενεργούσε υπό κατεπιστευματοδοχική ιδιότητα, δεν πείθουν. Οι προηγηθείσες δηλώσεις του, ότι ήταν ο «πραγματικός ιδιοκτήτης», δεν συνάδουν με την ερμηνεία που επιχείρησε να δώσει με την ένορκη προφορική μαρτυρία του. Εκτιμώ πως, προσπάθησε να αποκρύψει τα συμφέροντα του στις πλοιοκτήτριες εταιρείες του σκάφους, με προφανή στόχο να καταδείξει πως δεν είχε λόγους να εγγυηθεί το επίδικο χρέος. Η θέση του εναγόμενου 2, πως ο Χρίστου συνομώτησε με το Μαυρουδή να τον εξαπατήσουν, παρουσιάζεται ανίσχυρη υπό τα περιστατικά της υπόθεσης. Δεν αποδέχομαι τη θέση του πως το τεκμήριο 2, αποτελεί μέρος της ισχυριζόμενης συνομωσίας τους. Εάν έτσι είχαν τα πράγματα, θα αναμενόταν να ισχυριστούν, - ψευδώς κατά τον ΜΥ1- ότι εγγυήθηκε και το χρέος του πλοίου «SEA EMPEROR» που ήταν πολύ μεγαλύτερο από το επίδικο. Δεν δέχομαι ότι ο Χρίστου εκμεταλλεύθηκε τη διένεξη του εναγόμενου 2 με τον Μαυρουδή και επιστράτευσε τον τελευταίο, για να εκμεταλλευτεί τον εναγόμενο 2 οικονομικά. Η αλήθεια, εκτιμώ, είναι πως ο εναγόμενος 2, εγγυήθηκε την πληρωμή του χρέους για το σκάφος, επειδή είχε προσωπικά συμφέροντα επί των μετοχών της πλοιοκτήτριας εταιρείας η οποία θα το μεταβίβαζε στην εναγόμενη
  34. Όταν το αντελήφθηκε ο Χρίστου και απαιτούσε να πληρωθεί, ανέλαβε προσωπικά και για λογαριασμό της εναγόμενης 1 την ευθύνη πληρωμής της οφειλής του σκάφους, για να αποτρέψει, προφανώς, δικαστική διαδικασία και πιθανή σύλληψη του σκάφους. Θα μπορούσε ακόμη να λεχθεί πως το λογικό συμπέρασμα που προκύπτει από τις συνεχείς μεταβιβάσεις του σκάφους σε διάφορες εταιρείες, δεν είναι άλλο από την προσπάθεια αποφυγής των υποχρεώσεων που βάραιναν το σκάφος. Ισχυρίστηκε, περαιτέρω, πως όλα τα τιμολόγια, πληρώνονταν από τις πλοιοκτήτριες εταιρείες στην εναγόμενη 3, η οποία όφειλε να εξοφλά τους ενάγοντες με βάση προφορική συμφωνία που είχε κάνει ο ίδιος με τον Μαυρουδή. Δεν είναι δυνατόν να γίνει δεκτός αυτός ο ισχυρισμός, χωρίς μάλιστα να παρουσιάζονται οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία για τις ισχυριζόμενες πληρωμές από τους πλοιοκτήτες προς την εναγόμενη
  35. Σε κάθε περίπτωση, η τυχόν συμφωνία του εναγόμενου 2 με τον Μαυρουδή δεν μπορεί να δεσμεύει τους ενάγοντες οι οποίοι δεν εξοφλήθηκαν ούτε από την πλοιοκτήτρια εταιρεία, ούτε από την εναγόμενη
  36. Το μόνο αποδεικτικό στοιχείο που παρουσιάστηκε είναι η επιταγή της εταιρείας GLOBAL MARITIME SERVICES LTD (που είναι αποδεκτό ότι ανήκει στο Μαυρουδή) για το ποσό των £7.193,56- (Τεκμήριο 7). Η εισήγηση είναι πως η επιταγή εκδόθηκε για εξόφληση τιμολογίων που επισυνάπτονται στις δύο επιστολές των εναγόντων, η μία από τις οποίες αφορά δύο τιμολόγια για το σκάφος, συνολικού ποσού £736.
  37. Ούτε αυτή η μαρτυρία κρίνεται ικανή να εξουδετερώσει ή αποδυναμώσει την εκδοχή των εναγόντων. Μια πρώτη παρατήρηση είναι πως η επιταγή δεν συνοδεύεται από επιστολή ή άλλο αποδεικτικό στοιχείο που να βεβαιώνει ότι όντως εκδόθηκε για εξόφληση των συγκεκριμένων τιμολογίων. Να σημειωθεί, επίσης, πως η επιταγή φέρει ημερομηνία 2.6.2004, ενώ οι επιστολές (ημερ. 15.1.04 και 12.2.2004, αντίστοιχα), αναφέρονται σε τιμολόγια που εκδόθηκαν τον Ιανουάριο και Φεβρουάριο του έτους
  38. Όπως ορθά επεσήμανε ο συνήγορος των εναγόντων, από τον Φεβρουάριο 2004 μέχρι την ημερομηνία έκδοσης της επιταγής, θα πρέπει να εκδόθηκαν εκατοντάδες άλλα τιμολόγια από τους ενάγοντες, αναφορικά με προμήθειες που παραδόθηκαν στα άλλα σκάφη που διαχειριζόταν η εναγόμενη
  39. Είναι πιθανό να εκδόθηκε για εξόφληση άλλων τιμολογίων και απλά συνέπεσε το άθροισμα των τιμολογίων αυτών να αντιστοιχεί με το ποσό της επιταγής Τεκμήριο
  40. (δ) Όσον αφορά, τέλος, τον ΜΥ2, παρόλο που δέχθηκε πως, όταν ανέλαβε την ευθύνη ελέγχου των επιδιορθώσεων του σκάφους, είχαν παραδοθεί όλα τα εμπορεύματα από τους ενάγοντες εκτός από ένα τιμολόγιο, ήταν έτοιμος να δηλώσει πως δεν υπήρχε οικονομική εκκρεμότητα με τους ενάγοντες. Η ευθύνη του, όπως ανέφερε, ήταν να ελέγχει τα τιμολόγια και να τα διαβιβάζει στον Μαυρουδή για πληρωμή. Εφόσον δεν είχε ελέγξει ο ίδιος τα τιμολόγια που προηγήθηκαν πως ήταν σε θέση να πει ότι διευθετήθηκε η πληρωμή τους; Ας σημειωθεί ότι το μόνο τιμολόγιο που είχε ελέγξει δεν ήταν σε θέση να πει αν εξοφλήθηκε. Αναφέρθηκε σε βιβλία και στοιχεία που είχε ελέγξει από τα οποία, όπως ισχυρίστηκε, δεν προέκυπτε υπόλοιπο, χωρίς να τα παρουσιάσει ή να καταθέσει αποδείξεις για τις ισχυριζόμενες πληρωμές των τιμολογίων. Για τους πιο πάνω λόγους αποδέχομαι τη μαρτυρία του ΜΕ1, επί των διαφιλονικούμενων γεγονότων της υπόθεσης και απορρίπτω την αντίθετη μαρτυρία των ΜΥ1 και 2, ως αναξιόπιστη. Ανάγονται, συνεπώς, σε ευρήματα του Δικαστηρίου τα γεγονότα όπως προκύπτουν από τη μαρτυρία του ΜΕ
  41. Ειδικότερα: (α) Κατά τη χρονική περίοδο Ιουνίου 2003 και Ιουλίου 2005, οι ενάγοντες πώλησαν και παρέδωσαν διάφορα αγαθά στο σκάφος συνολικής αξίας £36.550, κατόπιν οδηγιών της εναγόμενης 3 που ενεργούσε δια λογαριασμό των ιδιοκτητών του σκάφους. (β) Έναντι του ανωτέρου ποσού ουδέν ποσό καταβλήθηκε στους ενάγοντες, από την εναγόμενη 3 ή από τους ιδιοκτήτες του σκάφους. (γ) Τον Αύγουστο του έτους 2005, η εναγόμενη 3, αναγνώρισε γραπτώς ότι το οφειλόμενο ποσό ανερχόταν στις £36.550 και ανέλαβε την υποχρέωση αποπληρωμής του (Τεκμήριο 2). Είχε προηγηθεί έλεγχος των τιμολογίων που εξέδωσαν οι ενάγοντες σε σχέση με τα αγαθά με τα οποία είχαν προμηθεύσει το σκάφος. (δ) Υποχρέωση για αποπληρωμή κάθε υπολοίπου, σχετιζόμενου με προμήθειες των εναγόντων στο σκάφος, είχε αναλάβει και ο εναγόμενος 2, τον Μάϊο του έτους 2004, τόσο προσωπικά, όσο και δια λογαριασμό της εναγόμενης
  42. (ε) Όπως είναι παραδεκτό, ιδιοκτήτες του σκάφους κατά την επίδικη χρονική περίοδο ήταν: Ι. Η εταιρεία ΡΝΡ, από 20.5.2003 μέχρι 26.5.2004 και ΙΙ. Η εναγόμενη 1 από 26.5.2004 μέχρι 2.4.
  43. Αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο εναγόμενος 2, είχε προσωπικά συμφέροντα στο σκάφος. Δεν υπάρχει, βέβαια, αποδεκτή μαρτυρία που να επιτρέπει στο Δικαστήριο να καταλήξει σε ασφαλή ευρήματα ως προς το μετοχικό κεφάλαιο ή τους μετόχους των δύο εταιρειών. Δεν είναι επίδικο ζήτημα και δεν απαιτείται να αποφασιστεί ποιοι ήταν οι πραγματικοί ιδιοκτήτες των μετοχών στις δύο εταιρείες κατά τον ουσιώδη χρόνο. Θα αποφύγει το Δικαστήριο να καταλήξει σε ευρήματα ως προς το ζήτημα αυτό, ενόψει και της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, με βάση την οποία διεκδικείται μερίδιο, σε άλλη δικαστική διαδικασία, από τον Μαυρουδή. Είναι όμως βέβαιο ότι ο εναγόμενος 2 είχε συμφέροντα στις ιδιοκτήτριες εταιρείες του σκάφους. Η αξίωση εναντίον της εναγομένης 1, όπως έχει αναφερθεί, στηρίζεται τόσο σε προμήθειες αγαθών όσο και σε ανάληψη υποχρέωσης πληρωμής του ποσού που όφειλαν οι προηγούμενοι ιδιοκτήτες (ΡΝΡ). Σε σχέση με το μέρος της αξίωσης που αφορά πώληση αγαθών, οι ενάγοντες, με βάση την μαρτυρία που έγινε αποδεκτή, απέδειξαν ότι κατά τη χρονική περίοδο που η εναγόμενη 1 ήταν ιδιοκτήτρια του σκάφους, πώλησαν εμπορεύματα συνολικής αξίας €15.356,28 (£8.987,63). Αυτό είναι το άθροισμα των τιμολογίων που αφορούν τη χρονική περίοδο 26.5.2004 μέχρι 14.7.2005 και όχι £9.054,33, όπως αναφέρουν οι ενάγοντες στην αναφορά τους. Απέδειξαν, επίσης, ότι για ολόκληρη την επίδικη χρονική περίοδο (από 14.6.2003 μέχρι 14.7.2005) πώλησαν και παρέδωσαν αγαθά στο σκάφος συνολικής αξίας €62.449,38 (£36.550). Παρεμβάλλεται στο σημείο αυτό, ότι στην αγόρευση του ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγομένων εισηγήθηκε πως οι ενάγοντες απότυχαν να αποδείξουν, τόσο ότι προμήθευσαν το σκάφος με τα αναφερόμενα στα τιμολόγια αγαθά, όσο και την αξία τους. Διαφωνώ με την εισήγηση. Από τα Τεκμήρια 1, 5 και 6 και την αξιόπιστη μαρτυρία του ΜΕ1, έχει αποδειχθεί τόσο η παράδοση των αγαθών στο σκάφος, όσο και η αξία τους. Ας σημειωθεί πως ούτε οι ΜΥ1 και 2 αμφισβήτησαν, ουσιαστικά, τη παράδοση των αγαθών ή την αξία τους. Ο εναγόμενος 2, μάλιστα, απέστειλε επιστολή στον Έφορο Φ.Π.Α. (Τεκμήριο 12α), αποδεχόμενος ότι εκδόθηκαν τα επίδικα τιμολόγια για προμήθειες στο σκάφος. Το γεγονός, ότι με βάση την απάντηση του Εφόρου, (Τεκμήριο 12 β), κάποια από τα αγαθά του Τεκμηρίου 1, υπόκεινται σε συντελεστή Φ.Π.Α., δεν συνιστά εμπόδιο στη διεκδίκηση της αξίας των αγαθών που πώλησαν και παρέδωσαν οι ενάγοντες στο σκάφος. Οι εναγόμενοι υποστηρίζουν, επίσης, πως η αξίωση των εναγόντων δεν είναι γνήσια, επειδή με την επιστολή του δικηγόρου τους ζητούσαν μικρότερο ποσό (£26.550). Η εισήγηση είναι εντελώς άστοχη γιατί, όπως εξηγήθηκε από το ΜΕ1, επρόκειτο για τυπογραφικό λάθος που διέλαθε της προσοχής του δικηγόρου του, κατά τη δακτυλογράφηση της επιστολής. Άλλη εισήγηση των εναγομένων ήταν πως οι ενάγοντες δεν είχαν συμβληθεί μαζί τους αλλά με την εναγόμενη 3, η οποία είχε αναλάβει την υποχρέωση να εξοφλά τα τιμολόγια των εναγόντων. Ούτε αυτή η εισήγηση ευσταθεί. Με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου η εναγόμενη 3, έχοντας τη διαχείριση του σκάφους, ενεργούσε πάντοτε ως αντιπρόσωπος των ιδιοκτητών, γεγονός που ήταν, σε κάθε ουσιώδη χρόνο, γνωστό και αποδεκτό από όλους τους διαδίκους. Έχει, περαιτέρω, καταδειχθεί από τη μαρτυρία ότι οι εναγόμενοι 1 και 2 εγγυήθηκαν την αποπληρωμή κάθε οφειλόμενου ποσού, για όλες τις προμήθειες αγαθών από τους ενάγοντες στο σκάφος, αναλαμβάνοντας, συνάμα, ευθύνη πληρωμής του οφειλόμενου από την ΡΝΡ ποσού, για τις προμήθειες που έλαβαν χώρα πριν την ημερομηνία μεταβίβασης του σκάφους στην εναγόμενη
  44. Ο συνήγορος των εναγομένων εισηγήθηκε πως δεν μπορεί να επιτύχει η αξίωση στη βάση της εγγύησης, στο βαθμό που αφορά προμήθειες κατά την περίοδο που ήταν ιδιοκτήτρια η ΡΝΡ, επειδή δεν είναι εναγόμενη. Ούτε αυτή η θέση ευσταθεί. Από τις δηλώσεις και διαβεβαιώσεις του εναγόμενου 2 προς τον ΜΕ1, συνάγεται ότι ανέλαβε, τόσο υπό την προσωπική του ιδιότητα, όσο και δια λογαριασμό της εναγομένης 1, την υποχρέωση αποπληρωμής του οφειλόμενου από την ΡΝΡ ποσού μέχρι την ημέρα εκείνη. Υπό αυτή την έννοια, οι εναγόμενοι 1 και 2, ανέλαβαν πρωτογενή και ανεξάρτητη υποχρέωση αποπληρωμής της οφειλής της ιδιοκτήτριας εταιρείας του σκάφους, προς τους ενάγοντες (βλ. Chris Radiovision Ltd v. Marakish κ.α.

(2002)1 Α.Δ.Δ. 69). Καταλήγω, συνεπώς, ότι οι ενάγοντες απέδειξαν την αξίωση τους εναντίον της εναγομένης 1, τόσο στη βάση της προμήθειας αγαθών κατά το χρονικό διάστημα που ήταν ιδιοκτήτρια του σκάφους, για το ποσό των €15.362,68, όσο και στη βάση της εγγύησης για ολόκληρο το ποσό της αξίωσης. Απέδειξαν, επίσης, την αξίωση τους εναντίον του εναγόμενου 2 δυνάμει της προσωπικής του εγγύησης καθώς και εναντίον της εναγόμενης 3 δυνάμει της γραπτής εγγύησης, τεκμήριο 2. Εκδίδεται, κατά συνέπεια, απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων 1, 2, και 3, προσωπικά και αλληλέγγυα, για το ποσό των €62.449,38 με νόμιμο τόκο, πλέον έξοδα όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) Λ. Καλογήρου, Α.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΦΚ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.