Ανδρέα Πατσαλίδη ν. GDL Trading Ltd, Αρ. Αγωγής: 4718/06, 27.11.2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:A274 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Δ. Ι. Κίτσιου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4718/06 Μεταξύ: Ανδρέα Πατσαλίδη, από τη Λεμεσό Ενάγοντα και G.D.L. Trading Ltd Εναγομένων --------------------- Ημερομηνία: 27.11.2009 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα: κ. Π. Κυπριανού για Μιχαλάκης Κυπριανού & Σία Για Εναγόμενους: κ. Α. Παναγιώτου για κ. Χ. Γαλανό (κα Τερψοπούλου κατά την απόφαση) Α Π Ο Φ Α Σ Η Εισαγωγή: Η απαίτηση του ενάγοντα στηρίζεται σε συμφωνία για πρόσληψη του και εργοδότηση του από τους εναγόμενους, οπότε αυτός δήλωσε παραίτηση από την υφιστάμενη μέχρι τότε εργασία του, ωστόσο αργότερα και πριν προσφέρει οποιεσδήποτε υπηρεσίες ακολούθησε ακύρωση της πρόσληψης του από τους εναγόμενους. Ως εκ τούτου ο ενάγοντας με την τροποποιημένη έκθεση απαίτησης του ζητά: Α. ΛΚ2.137,50 ως το σύνολο του μισθού που απώλεσε από τους προηγούμενους του εργοδότες για την περίοδο 30.09.2005 μέχρι 23.01.2006 (3.75 μήνες Χ ΛΚ570,00). Β. ΛΚ1.110,00 ως η διαφορά μεταξύ αφ΄ ενός του μισθού που απώλεσε από την προηγούμενη του εργασία από την 23.01.06 μέχρι 01.11.2006 και αφ΄ ετέρου του μισθού που πήρε από το ΣΥ.ΠΑ.Λ Λτδ. (Δηλαδή ΛΚ120 χ 9.25 μήνες). Γ. Γενικές και παραδειγματικές αποζημιώσεις. Η δικογραφημένη θέση των εναγομένων είναι πως θεωρούν παντελώς αβάσιμους και ανυπόστατους τους ισχυρισμούς του ενάγοντα που περιέχονται στην έκθεση απαίτησης του και υποστηρίζουν ότι αυτό που αναφέρθηκε στον ενάγοντα κατά την ημέρα της συνέντευξης, ήταν ότι θα ειδοποιείτο εντός της ημέρας εάν θα προσλαμβανόταν, γεγονός που ουδέποτε έγινε εκ μέρους των εναγομένων καθ΄ ότι οι τελευταίοι δεν επιθυμούσαν την πρόσληψη του ενάγοντα. Περαιτέρω, αρνούται ότι δήλωσαν οτιδήποτε στον ενάγοντα περί προσλήψεως και/ή ότι θα προσλαμβανόταν στην εν λόγω και/ή σε οποιαδήποτε άλλη θέση στην εταιρεία τους. Επιπρόσθετα οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι ουδέποτε προέβησαν σε οποιαδήποτε δήλωση πρόσληψης του ενάγοντα και ως εκ τούτου ουδέποτε ακύρωσαν αυτή και ουδέποτε παρέστη ανάγκη να γίνει κάτι τέτοιο. Προσαχθείσα μαρτυρία: Κατά την ακροαματική διαδικασία κατάθεσε ενόρκως ο ενάγοντας για την απόδειξη της απαίτησης του και δύο πρόσωπα για την υπεράσπιση. Κατατέθηκαν δε ως τεκμήρια τα πιο κάτω έγγραφα: Τεκμήριο 1: Απόδειξη πληρωμής μισθού Απριλίου 2005 στον ενάγοντα από την εταιρεία G & V Demetriades Trading Ltd. Τεκμήριο 2: Απόδειξη πληρωμής μισθού Ιουνίου 2006 στον ενάγοντα από ΣΥ.ΠΑ.Λ Ltd Τεκμήριο 3: Βεβαίωση για λήψη παροχής επιδόματος ανεργίας από το Γραφείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων προς τον ενάγοντα, ημερομηνίας 07.10.
- Τεκμήριο Α: Γραπτή δήλωση ενάγοντα (ως μέρος της κύριας εξέτασης του). ΜΕ, κατέθεσε ο Ανδρέας Πατσαλίδης, ενάγοντας, ως ανέφερε κατά τον Σεπτέμβριο του 2005 περιέπεσε στην αντίληψη του αγγελία με βάση την οποία οι εναγόμενοι ζητούσαν την πρόσληψη υπάλληλου στο λογιστήριο τους. Ενδιαφέρθηκε γραπτώς και στις 30.09.05 μετά από τηλεφωνική συνεννόηση, περί ώρα 12.30 πήγε σε προφορική συνέντευξη ενώπιον δυο αξιωματούχων των εναγομένων ονόματι Αριστείδου και Δημήτρη Γεωργίου ή Γεώργιου Δημητρίου. Ο τελευταίος μετά την ολοκλήρωση της συνέντευξης του δήλωσε ότι προσλαμβάνεται στη θέση και του ζήτησε αν μπορεί να εργαστεί από την προσεχή Δευτέρα. Αυτός απάντησε θετικά. Ήταν μέρα Παρασκευή οπότε επειδή είχε ήδη αποφασίσει ότι θα έφευγε από την προηγούμενη του εργασία, ειδοποίησε την εταιρεία στην οποία εργαζόταν ότι επρόκειτο να παραιτηθεί. Περί ώρα 3.00 μ.μ. της ίδιας μέρας δήλωσε στον διευθυντή της εταιρείας που εργαζόταν την παραίτηση του επίσημα, πήρε την επιταγή με το μισθό του Σεπτεμβρίου και έφυγε. Την ίδια μέρα ωστόσο περί ώρα 6.00 μ.μ. πήρε τηλεφώνημα από τον Αριστείδου ο οποίος του ανέφερε ότι είχε εντολή να του αναφέρει ότι δεν θα προχωρούσαν τελικά στην πρόσληψη του. Αυτός ζήτησε κάποιες εξηγήσεις οι οποίες δεν του δόθηκαν και ανέφερε επίσης πως ήδη είχε δώσει παραίτηση στην προηγούμενη του εργασία. Του αναφέρθηκε όμως ότι ήταν εντολή του κ. Γεωργίου ή Δημητρίου και ως εκ τούτου δεν μπορούσε να γίνει οτιδήποτε άλλο. Ως αποτέλεσμα της πιο πάνω ακύρωσης της συμφωνίας του με τους εναγόμενους αυτός παρέμεινε χωρίς δουλειά για περίοδο περίπου τριών μηνών και τριών εβδομάδων μέχρι που κατάφερε να εργοδοτηθεί ως λογιστής στο Σύνδεσμο Παντοπωλών Λεμεσού Λτδ κατά ή περί τις 23.01.
- Εν όψει των πιο πάνω ζητά όπως του καταβληθεί αποζημίωση είτε στη βάση του μισθού που είχε στην προηγούμενη του εργασία είτε του μισθού που εξασφάλισε στο Σύνδεσμο Παντοπωλών Λεμεσού Λτδ. ΜΥ1, κατέθεσε η Νίκη Αηφωτίτη, εργάζεται ως επιθεωρήτρια στο Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων στη Λεμεσό. Η μαρτυρία της ήταν τυπική και σύντομη. Δεν υπέστηκε οποιαδήποτε αντεξέταση. Αφορά στο ότι ο ενάγοντας έλαβε επίδομα ανεργίας από τις Κοινωνικές Ασφαλίσεις για την περίοδο 26.10.05-01.02.06 το ποσό των ΛΚ1.399,
- Σημείωσε δε ότι εξαιτίας του ότι ο ενάγοντας εγκατέλειψε από μόνος του την εργασία που είχε στην εταιρεία G & V Demetriades Trading Ltd του στερήθηκε επίδομα για τρεις εβδομάδες. ΜΥ2, κατέθεσε ο Δημήτρης Γεωργίου, είναι ο γενικός διευθυντής των εναγομένων. Ως ανέφερε έχει την ευθύνη πρόσληψης του προσωπικού. Εξήγησε τη συνήθη διαδικασία πρόσληψης των υπαλλήλων, αναφορικά δε με τον ενάγοντα δεν τον θυμόταν, υπέθεσε όμως ότι θα πρέπει να τον είδε στη συνέντευξη για προσλήψεις το Σεπτέμβριο του 2005 όταν επρόκειτο να πληρωθεί μία θέση στο λογιστήριο. Θυμόταν ότι υπήρχαν συνολικά τέσσερις ενδιαφερόμενοι και απέκλεισε το γεγονός να προσλήφθηκε ο ενάγοντας με τον τρόπο που αυτός ισχυρίστηκε, καθότι, μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχαν δει όλους τους υποψήφιους, συνεπώς ήταν πρόωρο να γίνει κάτι τέτοιο. Ήταν δε κατηγορηματικός ότι ούτε προσλήφθηκε ο ενάγοντας αλλά ούτε και του δόθηκε η εντύπωση ότι θα προσλαμβανόταν και απλά εκκρεμούσε κάτι το τυπικό. Κατά το στάδιο των αγορεύσεων η ευπαίδευτη συνήγορος των εναγομένων αναφέρθηκε σε αντιφάσεις και ανακρίβειες προερχόμενες από τη μαρτυρία του ενάγοντα, στοιχεία τα οποία δεν δικαιολογούν κατά την άποψη της να κριθεί αξιόπιστος. Εισηγήθηκε πως είναι πολύ παράξενο ο ενάγοντας να καταχωρήσει αγωγή 13 μήνες αργότερα από τότε που του λήφθηκε συνέντευξη και δεν ζήτησε αυτά που δικαιούνταν από την προηγούμενη του εργασία, ως εκ τούτου προβάλει εύλογη η θέση των εναγομένων ότι εκμεταλλεύθηκε το γεγονός της μη πρόσληψης του για να εξασφαλίσει χρήματα. Αντίθετα το Δικαστήριο θα πρέπει να κρίνει αξιόπιστη τη μαρτυρία των εναγομένων και ειδικότερα το ΜΥ2 ο οποίος με κατηγορηματικότητα απέρριψε τη μαρτυρία του ενάγοντα. Από την άλλη πλευρά ο ευπαίδευτος συνήγορος του ενάγοντα χαρακτήρισε την εκδοχή του ενάγοντα σαφή και αυθόρμητη η οποία συνάδει με τη κοινή λογική αφού πρώτον, δεν θα τερμάτιζε την προηγούμενη απασχόληση του εάν δεν προσλαμβανόταν από τους εναγόμενους, δεύτερον, δεν έδωσε μέσα από τη μαρτυρία του την εντύπωση ενός παράλογου και εξωφρενικού ανθρώπου αφού θα ήταν πολύ παρατραβηγμένο να ζητά αποζημιώσεις χωρίς λόγο και αιτία. Έγινε επίσης αναφορά στις πρόνοιες των άρθρων 4 και 73 του Κεφ. 149 και κάλεσε το Δικαστήριο να επιδικάσει αποζημιώσεις στον ενάγοντα για παράβαση της συμφωνίας στη βάση της απώλειας μισθού μέχρι που αυτός βρήκε εργασία σε νέο εργοδότη. Αξιολόγηση μαρτυρίας: Κατά την ακροαματική διαδικασία το Δικαστήριο είχε την ευχέρεια και παρακολούθησε με κάθε δυνατή προσοχή όλους τους μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιον του. Με γνώμονα την όλη συμπεριφορά και στάση τους στο εδώλιο του μάρτυρα, κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, καθώς και το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους σε συνυφασμό με το περιεχόμενο των τεκμηρίων που έχουν κατατεθεί στη δίκη, ακολουθεί η αξιολόγηση τους. Ο ενάγοντας και μοναδικός μάρτυρας για την απαίτηση του άφησε εξαιρετική εντύπωση στο Δικαστήριο, κατέθεσε με απλότητα και φυσιολογικό τρόπο για τα γεγονότα όπως αυτά εξελίχθηκαν και τα οποία παρουσιάζουν συνέπεια αλλά και συνοχή με τη λογική. Κατά την αντεξέταση του ήταν πρόθυμος και έδωσε κάθε δυνατή εξήγηση, παρέμεινε σταθερός και κατηγορηματικός χωρίς να εντοπίζεται οποιαδήποτε αντίφαση στη μαρτυρία του. Επίσης παρατηρείται ότι ουδέν στοιχείο υπερβολής υπήρξε, αντίθετα ήταν αρκετά συνεσταλμένος και με επίγνωση του ενδεχομένου για αρνητικό αποτέλεσμα στην υπόθεση του. Το Δικαστήριο τον κρίνει ως μάρτυρα της αλήθειας και χωρίς οποιοδήποτε ενδοιασμό τον κρίνει αξιόπιστο, ως εκ τούτου αποδέχεται πλήρως τη μαρτυρία του. Η ΜΥ1 επίσης κρίνεται αξιόπιστη και η μαρτυρία της αποδεκτή στο σύνολο της, ως διαφαίνεται δεν είχε οποιοδήποτε όφελος από την έκβαση της υπόθεσης. Το περιεχόμενο της μαρτυρίας της ήταν τέτοιο που προέκυπτε από την ιδιότητα της στο Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Σημειώνεται ότι η μάρτυρας αυτή δεν υποβλήθηκε σε αντεξέταση. Ο ΜΥ2 ήταν ο γενικός διευθυντής των εναγομένων, δεν άφησε καλή εντύπωση αφού η μαρτυρία του διεπόταν από αποτυχή προσπάθεια να στηρίξει απλά και μόνο τη θέση των εναγομένων. Ως αρνητικό στοιχείο σημειώνεται πως, από τη μαρτυρία του δεν διαφάνηκε να θυμόταν τον ενάγοντα ως εκ τούτου προβάλλει ως εύλογη απορία, πως θυμόταν όλα όσα σχετίζονται με τον ενάγοντα και κυρίως ότι δεν του ειπώθηκε κάτι θετικό για την πρόσληψη του το
- Τα όσα αναφέρθηκαν από το μάρτυρα γι΄ αυτό το θέμα κρίνονται ως τοποθέτηση στη βάση διαδικασίας που λογικά θα διεξαγόταν, δεν ανταποκρίνονται όμως στην αλήθεια των γεγονότων. Αρκεί εδώ να σημειωθεί ότι προς υποστήριξη της θέσης του επικαλέστηκε το γεγονός ότι επειδή οι ενδιαφερόμενοι συνολικά ήταν τέσσερις θα ακολουθούσαν συνεντεύξεις και άλλων δύο προσώπων και ως εκ τούτου ήταν πρόωρο να του ειπωθεί οτιδήποτε, ωστόσο κατά την αντεξέταση του ενάγοντα η πλευρά των εναγομένων υπέβαλε ότι οι ενδιαφερόμενοι για την πρόσληψη της θέσης ήταν τρεις. Γενικότερα η όλη μαρτυρία του μάρτυρα δεν είχε τη πειστικότητα και τον αυθορμητισμό στις απαντήσεις του. Συνακόλουθα η μαρτυρία του δεν γίνεται αποδεκτή. Ευρήματα Δικαστηρίου: Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση διαπιστώνεται ότι τα ουσιώδη πραγματικά γεγονότα που διέπουν την παρούσα υπόθεση, και τα οποία αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου έχουν ως ακολούθως: Κατόπιν αγγελίας σε εφημερίδα ο ενάγοντας συμμετείχε σε προφορική συνέντευξη στις 30.09.2005 περί ώρα 12:30, ημέρα Παρασκευή, ενώπιον δύο αξιωματούχων των εναγομένων προκειμένου να διεκδικήσει θέση στο λογιστήριο των εναγομένων. Υποβλήθηκαν ερωτήσεις στον ενάγοντα και μετά το πέρας της συνέντευξης ειπώθηκε σ΄ αυτόν ότι προσλήφθηκε στη θέση και του ζητήθηκε όπως αρχίσει την εργασία του από την προσεχή Δευτέρα. Συμφωνήθηκε δε μηνιαίως μισθός ΛΚ580,00 καθώς και το ωράριο. Είναι περαιτέρω εύρημα του Δικαστηρίου ότι στη βάση των πιο πάνω συνάφθηκε συμφωνία για απασχόληση του ενάγοντα ο οποίος στη βάση αυτή ειδοποίησε τους μέχρι τότε εργοδότες του για την πρόθεση του να σταματήσει την εργασία του οπότε το ίδιο απόγευμα πληρώθηκε για τον μήνα Σεπτέμβριο. Στη συνέχεια την ίδια μέρα περί ώρα 6.00 μ.μ. ο ενάγοντας δέχθηκε τηλεφώνημα από πρόσωπο εκ μέρους των εναγομένων το οποίο του ανέφερε ότι δεν θα προχωρούσαν στην πρόσληψη του, χωρίς όμως να του δοθεί οποιαδήποτε εξήγηση παρά το γεγονός ότι αυτός ζήτησε κάποια εξήγηση, αλλά και ανέφερε ότι είχε ήδη τερματίσει την απασχόληση του στην προηγούμενη του εργασία. Εν όψει των πιο πάνω ο ενάγοντας παρέμεινε χωρίς εργασία από 01.10.2005 μέχρι τις 23.01.2006 οπότε και εξασφάλισε νέα εργασία κατόπιν των προσπαθειών του μετά που δεν εργοδοτήθηκε στους εναγόμενους. Ο μισθός του στη νέα εργασία ήταν €740,
- Νομική πτυχή: Η παρούσα υπόθεση είναι πολιτική, η απόσειση του βάρους απόδειξης θα κριθεί με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Το βάρος απόδειξης βρίσκεται στον Ενάγοντα όπως αποδείξει τους ισχυρισμούς του οι οποίοι περιλαμβάνονται στην έκθεση απαίτησης. Η απόσειση του βάρους απόδειξης θα αποτιμηθεί υπό το φως της παραδεκτής μαρτυρίας και όχι το παραδεκτό της μαρτυρίας, υπό το πρίσμα πάντοτε του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου διευκρινίζεται και τονίζεται πως η απόσειση του βάρους απόδειξης συναρτάται αποκλειστικά με τη μαρτυρία η οποία κρίνεται αξιόπιστη. Λαμβανομένων υπόψη των επίδικων θεμάτων της παρούσας υπόθεσης κρίνεται ορθό να αναφερθεί πως το άρθρο 29 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, σκοπό έχει την εισαγωγή του Κανόνα του Κοινοδικαίου και ότι μόνο συμφωνίες οι όροι των οποίων είναι βέβαιοι έχουν νομική ισχύ. Τα στοιχεία μιας έγκυρης συμφωνίας αναφέρθηκαν στην υπόθεση Horrocks v. Forray
(1976)1 All E.R. 737, η οποία υιοθετήθηκε από την υπόθεση Michel Saab & Another v. The Holy Monastery of Ayios Neophytos
(1982)1 C.L.R. 499, και είναι τα ακόλουθα: «(α) Η σύμπτωση της διάνοιας των συμβαλλομένων μερών. (β) Εύλογη βεβαιότητα των όρων του συμβολαίου. Οι ουσιώδεις όροι της σύμβασης πρέπει να είναι διατυπωμένοι με σαφήνεια. (γ) Η συμφωνία πρέπει να συνοδεύεται με πρόθεση δημιουργίας νομικής δέσμευσης των συμβαλλομένων μερών, και (δ) Πρέπει να υπάρχει αντάλλαγμα που να πηγάζει από την υπόσχεση». Περαιτέρω κρίνεται ορθό να παρατεθεί το άρθρο 73 του Κεφ. 149 αναφορικά με το θέμα των αποζημιώσεων σε περίπτωση παράβασης συμφωνίας. «73.
(1)Εν περιπτώσει παραβάσεως της συμβάσεως, ο εκ των συμβαλλομένων ζημιούμενος εκ της τοιαύτης παραβάσεως δικαιούται αποζημιώσεως, παρά του υπαιτίου αντισυμβαλλομένου, διά πάσαν, συνεπεία ταύτης, επενεχθείσαν αυτώ απώλειαν ή ζημίαν, φυσικώς κατά τη συνήθη πορείαν των πραγμάτων προκύψασαν εκ της παραβάσεως, ή την οποίαν οι συμβαλλόμενοι, ότε συνήπτετο η σύμβασις, εγνώριζον ως ενδεχομένην συνέπειαν της παραβάσεως της συμβάσεως. Ουδεμία αποζημίωσις θέλει καταβληθή δι΄ απομεμακρυσμένην και έμμεσον απώλειαν ή ζημίαν επενεχθείσαν συνεπεία παραβάσεως της συμβάσεως.
(2).............................
(3)Κατά τον υπολογισμόν της απωλείας ή της ζημίας της προκυψάσης εκ της παραβάσεως της συμβάσεως, δέον όπως λαμβάνωνται υπ΄ όψιν τα μέσα άτινα υφίσταντο προς θεραπείαν της δυσχερείας της προκληθείσης συνεπεία της μη εκτελέσεως της συμβάσεως». Συμπέρασμα Δικαστηρίου: Λαμβάνοντας υπόψη τα πραγματικά γεγονότα όπως αυτά έχουν διατυπωθεί πιο πάνω με ευρήματα καθώς και νομική πτυχή που διέπει την παρούσα υπόθεση, κρίνεται αφ΄ ενός μεν ότι έχει συναφθεί έγκυρη συμφωνία μεταξύ των διαδίκων στις 30.09.2005 για να παρέχει τις υπηρεσίες του ο ενάγοντας στο λογιστήριο των εναγομένων επ΄ αμοιβή ΛΚ580,00 μηνιαίως. Περαιτέρω κρίνεται ότι με την ειδοποίηση προς τον ενάγοντα αργότερα ότι ακυρώνεται η πρόσληψη του, οι εναγόμενοι έχουν αθετήσει την υπόσχεση τους για να παρέχουν απασχόληση στον ενάγοντα, κατά παράβαση των συμφωνηθέντων και ως εκ τούτου είναι υπεύθυνοι για παράβαση σύμβασης αφού δεν του έδωσαν οποιοδήποτε λόγο. Αναζητώντας στοιχεία για καθορισμό των αποζημιώσεων που δικαιούται ο ενάγοντας αντλείται καθοδήγηση από τα όσα αναφέρονται στο σύγγραμμα McGregor on Damages, 14η έκδοση, παράγραφοι 932-950 όπου αναπτύσσονται οι διάφορες επιλογές προκειμένου για την επιδίκαση δίκαιων αποζημιώσεων. Λαμβανομένων υπόψη όλων των πραγματικών γεγονότων και περιστάσεων που βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου κρίνεται ότι είναι δίκαιο να αποδοθεί στον ενάγοντα η πραγματική του ζημία όπως αυτή προκύπτει από την πιο κάτω μαθηματική φόρμουλα. Δηλαδή εφόσον ο ενάγοντας παρέμεινε χωρίς εργασία για περίοδο 3 μηνών και τριών εβδομάδων και εδώ σημειώνεται πως δεν αμφισβητήθηκε η εν λόγω περίοδος και οι προσπάθειες του για ανεύρεση νέας εργασίας, προκειμένου να μειώσει τη ζημιά του (από 01.10.05 - 23.01.06) θα είχε αν εργαζόταν στους εναγόμενους συνολικές απολαβές €3.716,21 (€990,99 μηνιαίως από τις ΛΚ580,00 που θα έπαιρνε αν εργαζόταν στους εναγόμενους επί τρεις μήνες πλέον €743,24 για τις τρεις εβδομάδες) αφαιρουμένου όμως του ποσού των €2.390,74 (από ΛΚ1.399,24 το οποίο εισέπραξε ως επίδομα ανεργίας), συνεπώς η πραγματική του ζημιά παρέμεινε στα €1.325,47. Το εν λόγω ποσό κρίνεται ότι θα πρέπει να αποτελέσει και την αποζημίωση του ενάγοντα. Σημειώνεται περαιτέρω ότι καμία άλλη ζημιά ή απώλεια προωθήθηκε ή συμφωνήθηκε προερχόμενη από τη συμφωνία με τους εναγόμενους. Πριν ολοκληρωθεί η παρούσα απόφαση και επειδή ήταν εισήγηση της πλευράς του ενάγοντα όπως μη αφαιρεθεί ή ληφθεί υπόψη το ποσό το οποίο εισέπραξε ο ενάγοντας ως επίδομα ανεργίας το Δικαστήριο κρίνει ότι τέτοια εισήγηση δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή καθ΄ ότι ο ενάγοντας θα αποζημιωνόταν πέραν της πραγματικής του ζημιάς. Συνακόλουθα όλων των πιο πάνω εκδίδεται απόφαση προς όφελος του ενάγοντα και εναντίον των εναγομένων για το ποσό των €1.325,47 πλέον νόμιμο τόκο μέχρι εξοφλήσεως. Τα έξοδα της δίκης επιδικάζονται προς όφελος του ενάγοντα και εναντίον των εναγομένων, να υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........... Δ. Ι. Κίτσιος, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής /ΤΑ Subject: Civil/Other Actions/Final Αναφορά: Συμβάσεις - Πρόσληψη και απόλυση από εργασία πριν την έναρξη - Αποζημιώσεις. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο