← Κύπρος

ΣΑΒΒΑΣ ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ ν. Ο ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 3676/2008, 02.12.2009

ΣΑΒΒΑΣ ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ ν. Ο ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 3676/2008, 02.12.2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:A278 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Πρ. Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3676/2008 Μεταξύ: ΣΑΒΒΑΣ ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ, εκ Λευκωσίας Ενάγοντας και Ο ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, εκ Λευκωσίας Εναγόμενοι Αίτηση για Διαγραφή Δικογράφου ημερομηνίας 24.08.2009 Ημερομηνία: 02.12.2009 Εμφανίσεις: Για Αιτήτρια: κ. Γ. Τριλλίδης για κ.κ. Πολάκη Σαρρή & Σία (για να ακούσει απόφαση η κα Ε. Σιάχουρου) Για Καθ' ου η αίτηση: κ. Ε. Πουργουρίδης για κ.κ. Χρ. Πουργουρίδη & Σία (για να ακούσει απόφαση ο κ. Τιμοθέου) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 22.09.2008 ο Καθ' ου η αίτηση (Ενάγοντας) καταχώρησε γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα με το οποίο διεκδικεί γενικές και/ή επαυξημένες και/ή παραδειγματικές αποζημιώσεις πλέον νόμιμο τόκο και έξοδα για κατ' ισχυρισμό δυσφήμιση του, που σύμφωνα με τον Αιτητή, η Αιτήτρια (Εναγόμενοι) διέπραξε μέσω της εφημερίδας 'Ο Φιλελεύθερος' με δημοσιεύματα της ημερομηνίας 12.06.2008, 13.06.2008, 14.06.2008, 16.06.2008 και 22.06.2008 περιλαμβανομένου και στο διαδίκτυο. Στις 10.02.2009 καταχωρήθηκε η έκθεση απαίτησης μέσα από την οποίαν ο Καθ' ου η αίτηση, μεταξύ άλλων, αφού παραθέτει τα επίδικα δημοσιεύματα που σύμφωνα με τον ίδιο δημοσιεύτηκαν στην εφημερίδα 'Φιλελεύθερο' και/ή στο διαδίκτυο σε διάφορες ημερομηνίες, ισχυρίζεται ότι αυτά είναι δυσφημιστικά προς το πρόσωπο του αφού του απέδιδε τη διάπραξη ποινικών αδικημάτων και/ή έτειναν εκ της φύσεως τους στο να βλάψουν ή να επηρεάσουν με δυσμένεια την υπόληψη του και/ή ότι ενδέχετο να τον εκθέσουν σε γενικό μίσος, περιφρόνηση ή χλεύη και/ή ενδέχετο να προκαλέσουν την αποστροφή ή αποφυγή του από άλλους και/ή παραβίαζαν το τεκμήριο της αθωότητας του και/ή δημοσιεύτηκαν εις βάρος του κακόβουλα και/ή για εξυπηρέτηση αλλότριων σκοπών της Αιτήτριας. Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω, ο Καθ' ου η αίτηση ισχυρίζεται ότι δυσφημίστηκε και/ή διασύρθηκε και/ή υπέστηκε δυσχέρεια και/ή θλίψη και/ή ανησυχία και/ή ότι η υπόληψη του επηρεάστηκε δυσμενώς και/ή ότι ο ίδιος περιέπεσε σε γενικό μίσος και/ή χλεύη και/ή περιφρόνηση και/ή ταπεινώθηκε και/ή εξευτελίστηκε ενώ παράλληλα παραβιάστηκε το τεκμήριο της αθωότητας του και/ή μειώθηκε η ικανότητα του προς εξεύρεση εργασίας. Η υπεράσπιση καταχωρήθηκε στις 19.05.2009 μέσα από την οποίαν η Αιτήτρια ισχυρίζεται, ανάμεσα σ' άλλα, ότι τα επίδικα δημοσιεύματα, τα οποία εν πάσει περιπτώσει αρνείται ότι είναι δυσφημιστικά για τον Καθ' ου η αίτηση, δεν αφορούσαν τον Καθ' ου η αίτηση αλλά θέματα ευρύτερης πολιτικής και/ή κοινωνικής σημασίας ενώ ταυτόχρονα αποτελούν εύλογο σχόλιο επί δημοσίου συμφέροντος και/ή ενδιαφέροντος. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι ακόμη και εάν τα εν λόγω δημοσιεύματα κριθούν ότι είναι δυσφημιστικά, η δημοσίευση του δημοσιεύματος που εκτίθενται στην παράγραφο 3 της έκθεσης απαίτησης είναι προνομιούχα ενώ αυτού που σημειώνεται στην παράγραφο 4 της έκθεσης απαίτησης είναι απόλυτα προνομιούχα. Είναι ακόμη η θέση της Αιτήτριας ότι η δημοσίευση των εν λόγω δημοσιευμάτων έγινε καλόπιστα, ειλικρινώς, είναι υπό επιφύλαξη προνομιούχα και εντός των αρχών της δημοσιογραφικής δεοντολογίας και/ή ερευνητικής δημοσιογραφίας αλλά και του καθήκοντος τους να ενημερώνουν το κοινό, αφού πρώτα επιβεβαιώθηκε και/ή διασταυρώθηκε η γνησιότητα και/ή το αληθές του περιεχομένου τους. Ως εκ τούτου, κατά την Αιτήτρια, ο Καθ' ου η αίτηση δεν υπέστηκε αυτά που ισχυρίζεται και επομένως δεν δικαιούται οποιεσδήποτε αποζημιώσεις. Στην απάντηση στην υπεράσπιση που καταχωρήθηκε στις 19.05.2009 ο Καθ' ου η αίτηση, μεταξύ άλλων, αφού αρνείται τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας οι οποίοι δεν συνάδουν και/ή είναι ασυμβίβαστοι με τις θέσεις του που εκτίθενται στην έκθεση απαίτησης του, κυρίως ισχυρίζεται ότι τα επίδικα δημοσιεύματα έγιναν κακόπιστα παραθέτοντας παράλληλα λεπτομέρειες κακοπιστίας. Η αίτηση Στις 24.08.2009 η Αιτήτρια καταχώρησε την παρούσα αίτηση με την οποίαν ζητεί τα εξής: (α) Διάταγμα και/ή απόφαση Δικαστηρίου που να διατάζει την απόρριψη της αγωγής και/ή τη διαγραφή της έκθεσης απαίτησης επειδή δεν αποκαλύπτει καλό και/ή εύλογο αγώγιμο δικαίωμα και/ή επειδή είναι ενοχλητική και/ή επιπόλαιη και/ή καταπιεστική και/ή κακόπιστη και/ή επειδή τείνει να προκαλέσει στην Αιτήτρια αχρείαστη ταλαιπωρία και/ή έξοδα. (β) Διαζευκτικά, διάταγμα Δικαστηρίου που να διατάζει τη διαγραφή μέρους της έκθεσης απαίτησης και ειδικότερα:
  2. i)Ολόκληρη την παράγραφο την παράγραφο 5 της έκθεσης απαίτησης
  3. ii)Ολόκληρη την παράγραφο την παράγραφο 6 της έκθεσης απαίτησης, πλην του τίτλου του δημοσιεύματος 'Αθώος ο 43χρονος, ένοχο το παιδί' iii) Ολόκληρη την παράγραφο την παράγραφο 7 της έκθεσης απαίτησης από τις λέξεις 'Στο μεταξύ ...' στην έκτη παράγραφο του δημοσιεύματος μέχρι το τέλος
  4. iv)Ολόκληρη την παράγραφο την παράγραφο 8 της έκθεσης απαίτησης καθ' ότι το περιεχόμενο αυτών, σύμφωνα με την Αιτήτρια, είναι άσχετο με τον Καθ' ου η αίτηση και/ή προκαλεί αμηχανία στην Αιτήτρια και/ή είναι ενοχλητικό και/ή αχρείαστο και/ή σκανδαλώδες και/ή καταπιεστικό και/ή τείνει να καθυστερήσει τη δίκαιη διεξαγωγή της δίκης. Η υπό κρίση αίτηση, η οποία έγινε δια κλήσεως, εδράζεται στη Διάταξη 19 Κανονισμούς 4 και 26, στη Διάταξη 27 Κανονισμούς 1, 2 και 3, Διάταξη 48 Κανονισμούς 1, 2

(1), 2
(2)και
(3), 8, 9(j) και (o), στη γενική πρακτική και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η αίτηση δεν συνοδεύεται από ένορκη δήλωση και όσον αφορά τα γεγονότα, που σύμφωνα με την Αιτήτρια, δικαιολογούν την επιτυχία της παραπέμπει στο φάκελο υπόθεσης του Δικαστηρίου. Η ένσταση Στις 09.11.2009 ο Καθ' ου η αίτηση καταχώρησε ένσταση, που επίσης δεν συνοδεύεται από ένορκη δήλωση, επί των ακόλουθων λόγων: (α) Η αγωγή αποκαλύπτει καλό και/ή αγώγιμο δικαίωμα. (β) Η έκθεση απαίτησης είναι συνταγμένη σύμφωνα με τους θεσμούς και/ή την ισχύουσα πρακτική και/ή νομολογία. (γ) Τα δημοσιεύματα που εκτίθενται στην έκθεση απαίτησης είναι σχετικά με τα επίδικα θέματα τα οποία περιλαμβάνουν παράπονο του Καθ' ου η αίτηση για παραβίαση του τεκμηρίου της αθωότητας του και/ή για δυσφήμηση. (δ) Η αίτηση είναι γενική και αόριστη και/ή ενοχλητική και/ή σκανδαλώδης και/ή καταχρηστική και/ή τείνει να καθυστερήσει τη σύντομη εκδίκαση της υπόθεσης. (ε) Η Αιτήτρια δεν εγείρει με την υπεράσπιση της οιονδήποτε νομικό ζήτημα προς εκδίκαση. (στ) Η παρούσα περίπτωση δεν είναι κατάλληλη για διαγραφή δικογράφου και/ή μέρος αυτού. Η ένσταση στηρίζεται στη στη Διάταξη 19 Κανονισμούς 4 και 26, στη Διάταξη 27 Κανονισμούς 1, 2 και 3 και στη Διάταξη 48 Κανονισμό 4. Ακροαματική διαδικασία Στις 13.11.2009 διεξήχθηκε η ακρόαση της υπό κρίσης αίτησης στη βάση αγορεύσεων όπου οι ευπαίδευτοι συνήγοροι στήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις και ισχυρισμούς τους στα δεδομένα της υπόθεσης και με παραπομπή σε κυπριακή και ξένη νομολογία καθώς και νομικά συγγράμματα. Έχοντας σκιαγραφήσει τις βασικές θέσεις και ισχυρισμούς των μερών δεν προτίθεμαι να αναφέρω αυτολεξεί το περιεχόμενο τόσο της αίτησης και ένστασης όσο και των αγορεύσεων των ευπαιδεύτων συνηγόρων των διαδίκων αφού κάτι τέτοιο είναι ήδη καταγραμμένο μέσα από τα έγγραφα που υπέβαλαν ενώπιον του Δικαστηρίου καθώς και μέσα από τα επίσημα πρακτικά που τηρούνται στα πλαίσια εκδίκασης της υπό κρίσης αίτησης. Οι θέσεις των μερών έχουν μελετηθεί με προσοχή, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους και όπως προανέφερα δεν κρίνεται σκόπιμο να επαναληφθούν. Οι αιτούμενες προς διαγραφή παραγράφοι της έκθεσης απαίτησης Προτού προχωρήσω στην εξέταση της υπό κρίσης αίτησης, θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω αυτούσια τις παραγράφους και μέρη της έκθεσης απαίτησης για τις οποίες η Αιτήτρια επιδιώκει τη διαγραφή τους. Παράγραφος 5 'Περαιτέρω και κατά ή περί τις 14/6/2008 η Ενάγουσα δημοσίευσε στην σελίδα 7 του «Φιλελεύθερου» και/ή στο διαδίκτυο ως άνω αναφέρεται και αναφορικά με τον Ενάγοντα τα ακόλουθα: «Γιατί να μιλούν τα παιδιά;» «Γιατί να μιλούν τα σεξουαλικά κακοποιημένα παιδιά; Με ποια ψυχική δύναμη και ποια αντοχή μια έφηβος να αποφασίσει να σπάσει τη σιωπή της και να καταγγείλει τη σεξουαλική παραβίασή της; Γιατί ένα παιδί να αποτολμήσει να ανοίξει την ψυχή του και να καταγγείλει το χρόνιο εφιάλτη που τραυματίζει ανεπανόρθωτα τον ψυχισμό του; Σεβαστή η ετυμηγορία των Δικαστηρίων, πλην όμως, οι πρόσφατες διαδοχικές αποφάσεις σε υποθέσεις σεξουαλικής κακοποίησης παιδιών, ίσως και να αποτρέψουν άλλα θύματα από του να καταγγείλουν την κακοποίησή τους. Από φόβο, μήπως αφού περάσουν από μια ψυχοφθόρα διαδικασία, τελικά βρεθούν μόνα και εκτεθειμένα.' Παράγραφος 6 'Περαιτέρω και κατά ή περί τις 16/6/2008 η Ενάγουσα δημοσίευσε στην σελίδα 2 του «Φιλελεύθερου» και/ή στο διαδίκτυο ως άνω αναφέρεται και αναφορικά με τον Ενάγοντα τα ακόλουθα: «Αθώος ο 43χρονος ένοχο το παιδί» «ΦΑΝΤΑΣΟΥ να είσαι ένα παιδί που δέχεται σεξουαλική παρενόχληση μέσα στο ίδιο σου το σπίτι. Τι κάνεις; Κατά τους δικαστές θα πρέπει αμέσως να βρεις την κοινωνική λειτουργό να της το αναφέρεις κι όχι να το υπόκεισαι για δύο χρόνια και να μην πεις τίποτα. Κι όταν αποφασίσεις να το πεις, να επιλέξεις τις φίλες σου κι όχι την κοινωνική λειτουργό. Όλα αυτά για το δικαστήριο είναι ενδείξεις πως το παιδί δεν υπέστη σεξουαλική παρενόχληση. Κι αν είχε και κάποια αμφιβολία το δικαστήριο πως το παιδί ψεύδεται κι είναι αθώος ο κατηγορούμενος, όταν η μικρή κατέθεσε χωρίς να δείχνει σημάδια αναστάτωσης ή ντροπής, τότε το δικαστήριο σιγουρεύτηκε και κήρυξε αθώο τον κατηγορούμενο (και ένοχη την μικρή). Φαντάσου να είσαι ένα παιδί που δέχεται σεξουαλική παρενόχληση μέσα στο ίδιο σου το σπίτι. Τι κάνεις; Για ένα άνθρωπο που μπορεί να μπει σε θέση ενός παιδιού, το παιδί ντρέπεται. Δεν μπορεί να καταλάβει καλά καλά τι συμβαίνει. Αν δε, αυτός που το κακοποιεί είναι ο πατέρας ή ο πατριός του, δεν τολμά να πει οτιδήποτε σε κάποιο άλλο συγγενικό άτομο, ενοχοποιώντας τον εαυτό του ή καταφεύγοντας πολλές φορές στον κόσμο της φαντασίας για να πειστεί ότι δεν συμβαίνει στ΄ αλήθεια, ότι είναι ένα κακό όνειρο που θα περάσει. Κι αν κάποια στιγμή, μεγαλώνοντας, δει τα πράγματα διαφορετικά και δεν το αντέχει άλλο, το πιο πιθανό θα το μοιραστεί με τις φίλες της. Κι αν αναγκαστεί να το μαρτυρήσει μπροστά σε άλλους, άγνωστους που το κοιτάνε με επιφύλαξη, μπορεί και να αποστασιοποιηθεί συναισθηματικά λες και συμβαίνει σε κάποιον άλλο κι όχι σ΄ αυτό, λες και περιγράφει μια ιστορία που δεν το αφορά. Ένα παιδί μπορεί και να ψεύδεται ή να υπερβάλλει. Δεν μπορείς όμως να το κρίνεις αυτό επειδή δεν κοκκινίζει όταν λέει ότι υπέστη σεξουαλική κακοποίηση. Ή γιατί σε πρόωρη νεανική ηλικία ανέπτυξε ολοκληρωμένη σχέση με συνομήλικο της. Άρα -κατά το δικαστήριο- τα τραβούσε η ψυχή της από τα δέκα της. Άρα να την καθίσουμε αυτή στο εδώλιο.»' Παράγραφος 7 'Περαιτέρω και κατά ή περί τις 22/6/2008 η Ενάγουσα δημοσίευσε στην σελίδα 58 του «Φιλελεύθερου» και/ή στο διαδίκτυο ως άνω αναφέρεται και αναφορικά με τον Ενάγοντα τα ακόλουθα: «Ποινές - χάδι για αδικήματα σεξουαλικής εκμετάλλευσης ανηλίκων» «Σκεπτικισμό σε νομικούς κύκλους και αγανάκτηση ανάμεσα σε πολίτες προκάλεσαν οι τελευταίες δύο αποφάσεις του Εφετείου που εκδόθηκαν για αδικήματα βιασμού, σεξουαλικής εκμετάλλευσης και άσεμνων επιθέσεων σε ανήλικες. Η πρώτη απόφαση αφορά την αθώωση 43χρονου ο οποίος εκατηγορείτο για σεξουαλική εκμετάλλευση 11χρονης και άσεμνες επιθέσεις εναντίον της ίδιας. Οι σεξουαλικές παρενοχλήσεις συνεχίζονταν μέχρι που η παραπονούμενη έγινε 14 χρονών, ενώ όταν έδιδε κατάθεση στο Κακουργιοδικείο εναντίον του κατηγορούμενου ήταν 17 χρονών. Ο Κατηγορούμενος ήταν εξ αγχιστείας θείος της παραπονούμενης. Ο κύριος λόγος που το Εφετείο αθώωσε τον κατηγορούμενο, ο οποίος είχε καταδικαστεί από το Κακουργιοδικείο σε φυλάκιση έξι χρόνων, ήταν ότι «το Κακουργιοδικείο έσφαλε όταν κατέληξε στην καταδίκη του εφεσείοντα (κατηγορούμενου) βασιζόμενο αποκλειστικά στη μαρτυρία της παραπονούμενης, χωρίς να αναζητήσει ενισχυτική μαρτυρία. Αξίζει εδώ να αναφερθεί πως δεν είναι αναγκαία από τη Νομοθεσία η ύπαρξη ενισχυτικής μαρτυρίας, τη στιγμή μάλιστα που το Εφετείο δεν κήρυξε τελείως αναξιόπιστη τη μαρτυρία της παραπονούμενης. Για το σημείο αυτό στην αθωωτική απόφαση του Εφετείου σημειώνονται τα ακόλουθα: «.να επαναλάβουμε πως δεν αναφέρουμε τα πιο πάνω για να υποδείξουμε πως η μαρτυρία της παραπονούμενης είναι καθ΄ ολοκληρία μολυσμένη, αλλά για να καταλήξουμε στο συμπέρασμα πως βάσει των στοιχείων που εντοπίσαμε στη μαρτυρία που έγινε δεκτή από το Κακουργιοδικείο, την οποία όμως δεν σχολιάζει (το Κακουργιοδικείο) θα έπρεπε να αναζητηθεί ενισχυτική μαρτυρία για τη μαρτυρία της παραπονούμενης». Με τη θέση αυτή φαίνεται πως το Εφετείο προχωρεί στην κατάργηση της νομικής πρόνοιας που υπογραμμίζει ότι το Δικαστήριο μπορεί να στηριχθεί πάνω στη μαρτυρία παραπονούμενου αν αυτός κριθεί αξιόπιστος, χωρίς να υπάρχει η ανάγκη ενισχυτικής μαρτυρίας. Ερείστω εν παρόδω πάγια θέση του Εφετείου ήταν ότι δεν επεμβαίνει στην αξιολόγηση της μαρτυρίας, θέμα το οποίο άπτεται της αρμοδιότητας του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Επίσης το Εφετείο φαίνεται να υιοθέτησε την κρίση του Κακουργιδικείου σχετικά με την επιστημονική μαρτυρία της κλινικής ψυχολόγου που έδωσε μαρτυρία, πλην όμως η μαρτυρία αυτή δεν λήφθηκε υπόψη. Το σχετικό απόσπασμα στην απόφαση του Εφετείου είναι το εξής: «Η κλινική ψυχολόγος, στην μακροσκελή κατάθεση της στο Δικαστήριο, έδωσε εξηγήσεις γιατί η παραπονούμενη η οποιοσδήποτε ανήλικος θύμα σεξουαλικής προσβολής μπορεί να αργήσει να αναφέρει ή να καταγγείλει αυτό που έχει βιώσει. Το Κακουργιοδικείο δέχθηκε την επιστημονική άποψη της κλινικής ψυχολόγου και εμείς δεν έχουμε λόγο να διαφωνήσουμε. Παραμένει όμως ως αντικειμενικό γεγονός πως η καταγγελία έγινε δύο χρόνια όχι μετά τη διάπραξη ενός συγκεκριμένου σεξουαλικού αδικήματος εις βάρος της παραπονούμενης, αλλά οκτώ συνεχών τέτοιων αδικημάτων για περίοδο δύο χρόνων». Στο μεταξύ στη δεύτερη απόφαση το Εφετείο μείωσε την ποινή από δέκα χρόνια φυλάκιση σε πέντε, 50χρονου πατριού που κρίθηκε ένοχος για βιασμό της ανήλικης κόρης της συζύγου του. Η μείωση της ποινής έγινε παρά το γεγονός ότι το Εφετείο συμφώνησε με το Κακουργιοδικείο «.κακίζοντας με την πιο σκληρή γλώσσα και σαφή ρητό τρόπο τη συμπεριφορά του εφεσείοντος, η οποία εκτός από το ότι είναι έντονα αντικοινωνική, προκαλεί και την αηδία κάθε νοήμονα ανθρώπου». Στην υπόθεση αυτή η παραπονούμενη είναι σήμερα 20 χρόνων και ο εφεσείοντας παντρεύτηκε τη μητέρα της όταν η κόρη ήταν βρέφος. Ο εφεσείοντας άρχισε να παρενοχλεί σεξουαλικά την παραπονούμενη όταν αυτή ήταν εφτά χρονών και όταν έγινε έντεκα χρονών ο εφεσείων είχε ολοκληρωμένες σεξουαλικές σχέσεις με την παραπονούμενη. Όπως αναφέρθηκε στο Κακουργιοδικείο η παραπονούμενη είχε εγκλωβιστεί σε αυτή τη συνήθεια από την οποία δεν μπορούσε να ξεφύγει. Το σημείο στο οποίο κρίθηκε η μείωση της ποινής από το Εφετείο ήταν ότι «δεν βρισκόμαστε μπροστά από περίπτωση βιασμού, με τη γνωστή κοινή έννοια, δηλαδή της σεξουαλικής επαφής ανδρός με γυναίκα χωρίς τη θέληση της. Το τελευταίο δε αυτό στοιχείο, της έλλειψης δηλαδή της συναίνεσης της γυναίκας στη σεξουαλική επαφή απαραιτήτως πρέπει να αποδειχθεί από την κατηγορούσα αρχή ως το βασικά συστατικό του εγκλήματος». Το Κακουργιοδικείο όταν επελήφθη της κατηγορίας του βιασμού, σημείωσε στην απόφαση του πως « μολονότι η παραπονούμενη δεν εκδήλωνε ένσταση στις προσεγγίσεις του εφεσείοντος μήτε ακόμη και όταν είχε ολοκληρωμένες σχέσεις μαζί του, εντούτοις ενδόμυχος δεν συναινούσε σε αυτές». ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ Τι θα ισχύει πλέον; Οι πιο πάνω αποφάσεις του Εφετείου που αποτελούν νομολογία και επομένως δείκτη για τα πρωτόδικα Δικαστήρια, φαίνεται να δημιούργησαν κάποια σύγχυση, όπως από δω και μπρος: (α) Οι κατηγορούμενοι για σεξουαλικά αδικήματα σε βάρος ανήλικων θα αθωώνονται ελλείψει ενισχυτικής μαρτυρίας; Και αυτό παρά το γεγονός πως οι παραπονούμενες κρίνονται αξιόπιστες; (β) Οι επιστημονικές μαρτυρίες-αυθεντίες δεν θα λαμβάνονται υπόψη; (γ) Θα αποτελεί ουσιώδες στοιχείο η έγκαιρη ή άμεση έκφραση παραπόνου από μέρος των παραπονουμένων; (δ) Πως μπορεί ένα κοριτσάκι να αντιδράσει στο βιασμό του από ένα μέλος της οικογένειας του; Εισήγηση για αλλαγή Νομοθεσίας Αναφορικά με την πρώτη υπόθεση της σεξουαλικής εκμετάλλευσης ανήλικου βάσει του Ν. 3
(1)/2000, το Εφετείο υπέδειξε τα ακόλουθα: «Η σεξουαλική εκμετάλλευση ορίζεται στο ερμηνευτικό άρθρο
(2)του Νόμου ως εξής: (α) την παρότρυνση ή τον εξαναγκασμό ανηλίκου να συμμετάσχει σε οποιαδήποτε σεξουαλική δραστηριότητα. (β) την εκμετάλλευση ανηλίκου με την εκπόρνευση του ή με τη συμμετοχή του σε άλλες σεξουαλικές πρακτικές. (γ) την εκμετάλλευση ανηλίκου με συμμετοχή του σε πορνογραφικές παραστάσεις και υλικό, περιλαμβανομένης της παραγωγής, πώλησης και διανομής ή άλλων μορφών εμπορίας παρόμοιου υλικού, καθώς και της κατοχής τέτοιου υλικού. Και ερωτάται σε ποια από τις πιο πάνω τρεις περιπτώσεις εμπίπτει η συμπεριφορά του εφεσείοντος, εφόσον δεν αναφέρεται στο κατηγορητήριο; Σίγουρα όχι στη (β) και (γ). Ενδεχομένως να ισχύει η περίπτωση (α). Ποια όμως η εμβέλεια της παρότρυνσης συμμετοχής, σε «οποιαδήποτε» μάλιστα σεξουαλική δραστηριότητα ανήλικου, η ηλικία του οποίου ορίζεται κάτω των 18 χρονών. Μήπως η παρότρυνση περιλαμβάνει και το σύνηθες φλέρτ όταν ακολουθήσει και κάποια χειρονομία με σεξουαλικό στίγμα; Να υπενθυμίσουμε δε πως η ποινή που προβλέπεται για το αδίκημα της σεξουαλικής εκμετάλλευσης είναι φυλάκιση μέχρι 20 χρόνια. Ο καθένας λοιπόν, σύμφωνα με την πιο πάνω αρχή δικαίου, δικαιούται να γνωρίζει με ακρίβεια το περιεχόμενο του ποινικού αδικήματος και την προβλεπόμενη ποινή σε περίπτωση διάπραξης του. Δηλαδή πρέπει να γνωρίζει επακριβώς ποία ή ποίες πράξεις του είναι κολάσιμες, και τις συνέπειες που θα υποστεί. Τα πιο πάνω σχόλια γίνονται για να βοηθηθεί ο νομοθέτης να καθορίσει με μεγαλύτερη ακρίβεια τα αδικήματα που θέλει να δημιουργήσει και βεβαίως που είναι στην απόλυτη συνταγματική του αρμοδιότητα. Κατά τέτοιο όμως τρόπο που ο Νόμος να συνάδει με τις βασικές αρχές δικαίου, και ιδιαίτερα τη Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων που έχουμε προσυπογράψει.»' Παράγραφος 8 'Αποτελεί τη θέση του Ενάγοντα πως τα ως άνω δημοσιεύματα αναφέρονταν σε αυτόν και/ή έγιναν αντιληπτά ότι αναφέρονταν σε αυτόν συνεπεία των πιο κάτω γεγονότων τα οποία γνώριζαν οι συγγενείς και/ή οι φίλοι και/ή γνωστοί του και/ή ήταν δημοσίως γνωστά από προηγούμενα δημοσιεύματα της Εναγόμενης στον «Φιλελεύθερο» ημερομηνίας 19/9/2006 και/ή 20/9/2006 και/ή 21/7/2007: (α) Ο Ενάγοντας είχε συλληφθεί από την αστυνομία και αργότερα κατηγορηθεί ενώπιον κακουργιοδικείου για αδικήματα κατά των ηθών και παραπονούμενη στην υπόθεση ήταν η αδελφότεκνη της συζύγου του, η οποία κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν ανήλικη. (β) Ο Ενάγοντας καταδικάστηκε πρωτόδικα, του υπεβλήθηκε ποινή φυλάκισης, άσκησε την έφεση υπ΄ αριθμό 152/07 και στις 9/6/2008 αθωώθηκε από το Εφετείο σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετώπισε. Στην σύνθεση του Εφετείου συμμετείχαν οι Δικαστές Αρτεμίδης, Κραμβής και Χατζηχαμπής. (γ) Τα όσα αναφέρονται στα επίδικα δημοσιεύματα ως ευρήματα και/ή διαπιστώσεις και/ή συμπεράσματα του Ανωτάτου Δικαστηρίου, είχαν λεχθεί από το Ανώτατο στην αθωωτική του απόφαση στην ως άνω αναφερόμενη ποινική έφεση η οποία απαγγέλθηκε δημόσια και/ή στην παρουσία πολλών γνωστών και/ή συγγενών και/ή φίλων του Ενάγοντα. Περαιτέρω η εν λόγω απόφαση συνιστά δημόσια γνώση. (δ) Τα επίδικα δημοσιεύματα αφορούσαν το ίδιο θέμα και/ή αποτελούσαν συνέχεια το ένα του άλλου, επί του ιδίου θέματος και/ή επί της ως άνω αναφερόμενης απόφασης του Εφετείου και/ή επαναλάμβαναν διαπιστώσεις και/ή ευρήματα του Εφετείου που περιέχονται στην ως άνω απόφαση του.' Νομική Πτυχή Η έκδοση διατάγματος για διαγραφή ενός δικογράφου και/ή μέρος αυτού αποτελεί εξαιρετικό μέτρο που ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η οποία ασκείται δικαστικά μετά περισσής φειδούς και σε εξαιρετικές περιπτώσεις που είναι απλές, προφανείς, ξεκάθαρες και οφθαλμοφανείς όπως π.χ. όταν αδιαμφισβήτητα το δικόγραφο στερείται νομικού ή πραγματικού ερείσματος ή είναι αναντίλεκτα νομικά ανυπόστατο.[1] Όπως ειπώθηκε στην παλαιά αγγλική υπόθεση Knowles v Roberts
(1888)38 Ch. D. σελίδα 270 το Δικαστήριο δεν θα επιβάλει στα μέρη πως να διαμορφώσουν την υπόθεση τους, μία γενική αρχή η οποία θα πρέπει να διατηρείται ως ιερή. Παρ' όλα αυτά, η αρχή αυτή ευθυγραμμίζεται πλήρως με τους κανόνες δικογράφησης έγγραφων προτάσεων[2] ενώ ταυτόχρονα υπόκειται σε περιορισμούς όπως αυτοί έχουν διατυπωθεί μέσα από τους διαδικαστικούς κανόνες πολιτικής δικονομίας αλλά και από την πάγια κυπριακή νομολογία που είναι συναφής με το θέμα αυτό.[3] Αν κάποιος διάδικος εισάγει δικόγραφο που είναι αχρείαστο και τείνει να επηρεάσει δυσμενώς και να καθυστερήσει την εκδίκαση της αγωγής, τότε το δικόγραφο αυτό είναι πέραν των δικαιωμάτων του. Το βάρος απόδειξης σε τέτοιου είδους αιτήσεις το φέρει ο Αιτητής. Είναι δε σημαντικό να τονιστεί ότι η άσκηση της εξουσίας κρίνεται με βάση το ίδιο το δικόγραφο, το περιεχόμενο του και τις αντικειμενικές συνέπειες που συνεπάγεται η τεκμηρίωση των ισχυρισμών του. Δεν τίθεται θέμα μαρτυρίας και αξιολόγησης των εκατέρωθεν ισχυρισμών μέσα από τις έγγραφες προτάσεις.[4] Ο διακριτικός αυτός χαρακτήρας προκύπτει μέσα από τη Διάταξη 19 Κανονισμό 26 και στη Διάταξη 27 Κανονισμό 3 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, οι οποίες, αφού είναι πανομοιότυπες με τους παλαιούς αγγλικούς θεσμούς O.19 r.27 και O.25 r.4 αντίστοιχα, που κυρίως διέπουν το αντικείμενο της υπό κρίσης αίτησης. Συγκεκριμένα, ο Κανονισμός 26 της Διάταξης 19, ο οποίος σχετίζεται με την διαγραφή μέρους δικογράφου[5] (διαγραφή ισχυρισμών από δικόγραφο) και όχι ολόκληρης της αγωγής, σημειώνει τα εξής: "The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, order to be struck out or amended any matter in any indorsement or pleading which may be unnecessary or scandalous or which may tend to prejudice, embarrass, or delay the fair trial of the action." Σε ελεύθερη μετάφραση: "Το Δικαστήριο ή Δικαστής μπορεί καθ' οιονδήποτε στάδιο της διαδικασίας να διατάξει τη διαγραφή ή τροποποίηση οιουδήποτε ζητήματος σε οιανδήποτε οπισθογράφηση ή δικόγραφο η οποία μπορεί να θεωρηθεί μη αναγκαία ή σκανδαλώδης ή που θα τείνει να προκαταβάλει, περιπλέξει ή καθυστερήσει την όλη εκδίκαση της αγωγής." Ο δε Κανονισμός 3 της Διάταξης 27 που αφορά διαγραφή ολόκληρης της αγωγής τονίζει τα ακόλουθα: "The Court may order any pleading to be struck out on the ground that it discloses no reasonable cause of action or answer, and in any such case or in case of the action or defence being shown by the pleadings to be frivolous or vexatious, the Court may order the action to be stayed or dismissed, or judgment to be entered accordingly as may be just." Σε ελεύθερη μετάφραση: "Το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει όπως οιονδήποτε δικόγραφο διαγραφεί για το λόγο ότι δεν περιέχει λογικό αγώγιμο δικαίωμα ή απάντηση και σε τέτοια περίπτωση ή σε περίπτωση που η αγωγή ή υπεράσπιση φανεί από τα δικόγραφα ότι είναι μηδαμινή ή ενοχλητική το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει όπως η αγωγή ανασταλεί ή απορριφθεί, ή να εκδώσει απόφαση που θα είναι δικαία." Επομένως, με βάση το λεκτικό του Κανονισμού 26 της Διάταξης 19 το Δικαστήριο μπορεί καθ' οιονδήποτε στάδιο να διαγράψει ισχυρισμό από δικόγραφο όταν αυτός είναι περιττός ή σκανδαλώδης ή τείνει να βλάψει, περιπλέξει ή καθυστερήσει τη δίκαιη εκδίκαση της υπόθεσης. Εάν ένα θέμα διατυπώνεται αχρείαστα και είναι πλήρως μη ουσιώδες με τέτοιο τρόπο που ο αντίδικος θα πρέπει να απαντήσει σ' αυτό και επομένως προκύπτουν θέματα άσχετα με τα επίδικα, με περαιτέρω αποτέλεσμα τη δημιουργία εξόδων ή ταλαιπωρία ή καθυστέρηση στη δίκη τότε το άσχετο θέμα θα πρέπει να διαγραφεί. Αναφορικά με το ότι οι ισχυρισμοί τείνουν να προκαλέσουν βλάβη ή αμηχανία ή καθυστέρηση στη δίκαιη διεξαγωγή της δίκης, η νομολογία έχει υποδείξει ότι τα Δικαστήρια ερμηνεύουν φιλελεύθερα τις πιο πάνω λέξεις. Από τη μία θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το συνταγματικό δικαίωμα κάθε διαδίκου για ελεύθερη παρουσίαση της υπόθεσης του και πρόσβαση στο δικαϊκό σύστημα και από την άλλη να επιδεικνύεται σεβασμός και τήρησης των κανόνων διαδικασίας και δικογράφησης έγγραφων προτάσεων (στην προκειμένη περίπτωση για λίβελο). Το Δικαστήριο, προτού αποφασίσει κατά πόσο ένας ισχυρισμός θα διαγραφεί ή όχι, λαμβάνει υπόψη του, ανάμεσα σ' άλλα, τη φύση της αγωγής και εάν το σκανδαλώδη θέμα επηρεάζει αποφασιστικώς το αποτέλεσμα της αγωγής. Μόνο έτσι εξυπηρετείται ορθά η έννοια της απόδοσης δικαιοσύνης. Παρ' όλο που η αίτηση για διαγραφή στη βάση του Κανονισμού 26 της Διάταξης 19 δύναται να καταχωρηθεί καθ' οιονδήποτε στάδιο εντούτοις, για σκοπούς καλύτερης εξυπηρέτησης και εφαρμογής της, θα πρέπει τέτοια αίτηση να υποβάλλεται το ταχύτερο δυνατό και κατά κανόνα αμέσως μετά την παράδοση του δικογράφου που προκαλεί το παράπονο, εν πάσει δε περιπτώσει πριν από την ολοκλήρωση των δικογράφων[6]. Κατ' εξαίρεση δε δυνατό να γίνει μετά το κλείσιμο των δικογράφων, αλλά το Δικαστήριο δυνατό ν' αρνηθεί ν' ακούσει τέτοια αίτηση όταν πλέον η υπόθεση ορίζεται για ακρόαση.[7] Στην σελίδα 478 της Ετήσιας Δικονομικής Πρακτικής του 1961 (The Annual Practice 1961) σημειώνεται πως το γεγονός απλώς ότι το δικόγραφο περιέχει κάποιο περιττό ή αχρείαστο ισχυρισμό που όμως δεν προκαλεί ζημιά ή βλάβη στον αντίδικο δεν αποτελεί επαρκή λόγο για διαγραφή του. Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση όπου ουσιώδη γεγονότα δικογραφούνται σε περιττή ή αχρείαστη έκταση ή ακόμη δικογραφούνται τέτοια γεγονότα σε περιττή ή αχρείαστη λεπτομέρεια.[8] Επίσης και στην περίπτωση που ένας ισχυρισμός αποδεικτεί ότι τελικά είναι αναληθής. Το ίδιο δεν δικαιολογείται να διαγραφεί ένας ισχυρισμός απλώς επειδή δεν θα πετύχει επειδή σχετίζεται με αδύνατη υπόθεση. Ένας ισχυρισμός θεωρείται σκανδαλώδης και συνεπώς διαγραπτέος όταν αυτός, χωρίς να είναι σχετικός με τη βάση αγωγής είναι προσβλητικός ή περιέχει οποιαδήποτε ενοχή εις βάρος του αντιδίκου ή αποδίδει στον αντίδικο κακή συμπεριφορά ή κακή πίστη και τείνει έτσι να βλάψει την άλλη πλευρά. Όσον αφορά την πιθανότητα διαγραφής ολόκληρου δικογράφου όπως είναι η έκθεση απαίτησης, το λεκτικό του Κανονισμού 3 της Διάταξης 27 υποδεικνύει ότι αυτό είναι εφικτό όταν η αγωγή δεν αποκαλύπτει καλή βάση αγωγής ή είναι επιπόλαιη ή ενοχλητική.[9] Όταν το Δικαστήριο εξετάζει τέτοιο αίτημα θα πρέπει να σιγουρευτεί ότι η έκθεση απαίτησης είναι αναντίλεκτα ανυπόστατη και εξώφθαλμα στερείται νομικού ή πραγματικού ερείσματος. Με άλλα λόγια όταν μέσα από το περιεχόμενο του δικογράφου δεν αποκαλύπτεται αγώγιμο δικαίωμα κατά τρόπο αδιαμφισβήτητο. Διαφορετικά δεν δικαιολογείται η έγκριση τέτοιου αιτήματος όσο και εάν η προοπτική επιτυχίας της αγωγής εμφανίζεται απομακρυσμένη. Σχετική επί του προκειμένου είναι η υπόθεση Έρμος Χατζηκυριάκος v Διομήδη Κυθρεώτη
(1996)1 Α.Α.Δ. 1119. Επομένως, εφόσον μέσα από το δικόγραφο εντοπίζεται κάποια αιτία αγωγής ή εγείρεται ζήτημα το οποίο είναι κατάλληλο για να αποφασιστεί από το Δικαστήριο, επιβάλλεται η διατήρηση της διαδικασίας. Μία αδικαιολόγητη διαγραφή δικογράφου θα εκτόπιζε το διάδικο που το ετοίμασε από την τροχιά της δίκης κάτι που θα οδηγούσε σε παραβίαση του δικαιώματος του διαδίκου να προσφύγει ενώπιον δικαστηρίου στο οποίο δικαιούται να καταφύγει δυνάμει του άρθρου 30.1 του Συντάγματος.[10] Σύμφωνα με την υπόθεση In Re Pelmako Development Ltd
(1991)1 Α.Α.Δ. 246, "η διαγραφή δικογράφου συνιστά εξαιρετικό μέτρο το οποίο δικαιολογείται μόνο όταν αδιαμφισβήτητα το δικόγραφο στερείται νομικού ή πραγματικού ερείσματος. Υποδεικνύεται επίσης στην πρωτόδικη απόφαση ότι το δικόγραφο του οποίου επιδιώκεται η διαγραφή, αξιολογείται αυτοτελώς με βάση την αντικειμενική υπόσταση του περιεχομένου του, ανεξάρτητα από τη μαρτυρία η οποία το υποστηρίζει [βλ. Buttes Gas & Oil Co v Hammer
(1975)2 W.L.R. 425]. Σημειώνεται ότι η επίκληση της συμφυούς δικαιοδοσίας του δικαστηρίου για τη διαγραφή δικογράφου ασκείται με εξαιρετική φειδώ και μόνο εφόσο διαπιστώνεται ότι το δικόγραφο συνιστά κατάχρηση της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου δηλαδή, χρήση των μέσων του δικαίου για αλλότριους σκοπούς." Όσον αφορά υποθέσεις δυσφήμησης ισχύουν οι ίδιες πιο πάνω αρχές. Επιπλέον, χρήσιμη αναφορά για την έκθεση απαίτησης μπορεί να γίνει στο σύγγραμμα Bullen & Leake & Jacob's Precedents of Pleadings, 15η έκδοση στην παράγραφο 28-14 της σελίδας 511 υπό τον τίτλο 'Pleading the Particulars of Claim' και υπότιτλο 'Libel' αναφέρονται τα πιο κάτω: "The words must be set out verbatim in the particulars of claim. It is not enough to set out their substance or effect (Harris v Warre [1879] 4 C.P.D. 125 at 127; Collins v Jones
(1955)1 Q.B. 564). In considering whether an article, or any extract from it, is defamatory, the contents of the entire article must be considered (Charleston v News Group Newspapers Ltd [1995] 2 A.C. 65). In cases in which the material complained of is so long that it cannot reasonably be pleaded in the body of the particulars of claim, the material may be included as a schedule to the particulars of claim." Στο ίδιο σύγγραμμα (Bullen & Leake & Jacob's Precedents of Pleadings, 12η έκδοση στη σελίδα 145) αναφέρονται τα εξής: "A pleading or an action is frivolous when it is without substance or groundless or fanciful and it is vexatious when it lacks bona fides and it is hopeless or oppressive and tends to cause the opposite party unnecessary anxiety, trouble and expense." Καθοδήγηση επίσης άντλησα και από το σύγγραμμα Gatley on Libel and Slander, 8η έκδοση στην παράγραφο 1087 στις σελίδες 454-455 υπό τον τίτλο 'Section 9. Application to strike out statement of claim' μέσα από το οποίο αναφέρονται τα εξής: "If the statement of claim discloses no cause of action, the defendant can apply to have it struck out and the action dismissed. He should, however, only take such a step where it is plain and obvious. that the statement of claim as it stands is insufficient..." Επιπλέον, στο ίδιο σύγγραμμα αλλά στην παράγραφο 1090 αυτού των σελίδων 455-456 τονίζονται τ' ακόλουθα: "The question whether words complained of are capable of a defamatory meaning is not, however, suitable for such an application. It is not common to strike out the statement of claim on the ground that the words complained of are incapable of a defamatory meaning, though there is no reason for not doing so in a plain case." Επίσης, μέσα από την παράγραφο 1069 του ιδίου συγγράμματος και συγκεκριμένα στη σελίδα 443 τονίζεται ότι υπάρχουν φορές όπου ο ενάγοντας μπορεί να παραθέσει ολόκληρο το άρθρο στην έκθεση απαίτησης και να βασίζεται στη σημασία που έχει τούτο στην ολότητα του, δηλαδή όταν και εφόσον υπάρχει ισχυρισμός ότι ολόκληρο το κείμενο επενεργεί στη διατύπωση του δυσφημιστικού υλικού.[11] Σε τέτοια περίπτωση ο ενάγοντας δεν είναι υποχρεωμένος να αναφέρει μόνο τα δυσφημιστικά αποσπάσματα αλλά ολόκληρο το δημοσίευμα και κατ' επέκταση όλο το δυσφημιστικό υλικό. Στην υπόθεση Παγκύπρια Εταιρεία Αρτοποιών Λτδ v Σοφοκλή Τ. Σαββίδη
(1997)1 Α.Α.Δ. 685 αναγνωρίστηκε ότι στις περιπτώσεις δημοσιευμάτων εφημερίδας σε αγωγή λιβέλου επιβάλλεται η παράθεση του ακριβούς κειμένου, εκεί δηλαδή που τα ουσιαστικά γεγονότα ταυτίζονται με τις λέξεις. Γίνεται εκεί δε ακόμη αναφορά για την υπόθεση 'Αλήθεια' Εκδοτική Εταιρεία Λτδ και άλλος v Χαράλαμπου Λεωνίδα
(1997)1 Α.Α.Δ. 550. Αξιολόγηση λόγων ένστασης του Καθ' ου η αίτηση, θέσεων και ισχυρισμών της Αιτήτριας και συμπεράσματα Δικαστηρίου Μέσα σε αυτό το δικονομικό πλαίσιο εντάσσεται η αξιολόγηση της ουσίας της παρούσας αίτησης, οι θέσεις και ισχυρισμοί των μερών, οι λόγοι ένστασης του Καθ' ου η αίτηση καθώς και τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξε το παρόν Δικαστήριο. Με τον πρώτο λόγο ένστασης ο Καθ' ου η αίτηση ισχυρίζεται ότι η αγωγή αποκαλύπτει καλό και/ή αγώγιμο δικαίωμα και συνεπώς δεν θα έπρεπε η έκθεση απαίτησης να διαγραφεί, ως αιτείται η Αιτήτρια. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Καθ' ου η αίτηση ισχυρίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι ο λίβελλος, βάση του οποίου ετοιμάστηκε το δικόγραφο, αυτονόητα εγείρει εύλογη αιτία αγωγής. Περαιτέρω, ο κύριος Πουργουρίδης ισχυρίστηκε πως η Αιτήτρια με την αίτηση της καλεί το Δικαστήριο να ερμηνεύσει από τώρα τα επίδικα δημοσιεύματα καθώς επίσης στο στάδιο αυτό καλεί το Δικαστήριο να καταλήξει σε συμπεράσματα που αποτελούν το αντικείμενο της αγωγής, πράγμα ανεπίτρεπτο. Αντίθετα, ο ευπαίδευτος συνήγορος της Αιτήτριας ζητεί τη διαγραφή ολόκληρης της έκθεσης απαίτησης επειδή, κατά την άποψη του: (α) Δεν αποκαλύπτει αγώγιμο δικαίωμα και επειδή (β) Είναι ενοχλητική λόγω καταγραφής των δημοσιευμάτων σε όλο τους το εύρος και σε όλη τους την έκταση χωρίς ο Καθ' ου η αίτηση να προσδιορίζει το μέρος ή τα μέρη των δημοσιευμάτων που κατά τη γνώμη του Καθ' ου η αίτηση είναι δυσφημιστικά και αφού η παρούσα υπόθεση δεν είναι από τις εξαιρετικές περιπτώσεις που μπορεί να γίνει επίκληση όλων των δημοσιευμάτων και επειδή (γ) Ο Καθ' ου η αίτηση εγείρει μέσα από την έκθεση απαίτησης του δύο αμοιβαία αποκλειόμενες αιτίες αγωγής, ήτοι του υπό νομική έννοια υπαινιγμού (legal or true innuendo) και του ψευδοϋπαινιγμού (false innuendo) και δυσφήμιση στη βάση της φυσικής έννοιας των επίδικων δημοσιευμάτων, οι οποίες κατά τρόπο ανεπίτρεπτο προωθούνται ταυτόχρονα, παραπέμποντας το Δικαστήριο στις παραγράφους 8, 9 και 10 του εν λόγω δικογράφου. Έχω επανειλημμένα και με μεγάλη προσοχή μελετήσει το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης και διαπιστώνω ότι αφορά κατ' ισχυρισμό λίβελο. Χωρίς να υπεισέρχομαι στην ουσία της υπόθεσης, παραπέμπω στις παραγράφους 10 και 11 της έκθεσης απαίτησης όπου γίνεται άμεση επίκληση του αστικού αδικήματος της δυσφήμησης στη βάση του οποίου δικογραφούνται διάφορα δημοσιεύματα που κατά τη γνώμη του Καθ' ου η αίτηση είναι δυσφημιστικά προς το πρόσωπο του καθώς επίσης παρέχονται λεπτομέρειες γεγονότων που κατά τον Καθ' ου η αίτηση είναι ουσιώδη για την κατ' ισχυρισμό αιτία αγωγής ή αιτίες αγωγών πάνω στην οποίαν ή οποίες διεκδικεί αποζημιώσεις από την Αιτήτρια. Κατ' επέκταση από την όψη και μέσα από την ολότητα του δικογράφου αυτού αναδύεται εύλογη βάση αγωγής. Θεωρώ ότι το εν λόγω έγγραφο δεν είναι αναντίλεκτα ανυπόστατο αλλά ούτε και στερείται νομικού ή πραγματικού ερείσματος. Πρόκειται για ένα δικόγραφο που στηρίζεται στο αγώγιμο δικαίωμα του λιβέλου που, όπως ανέφερα πιο πάνω, περιέχει λεπτομέρειες γεγονότων και διάφορα δημοσιεύματα με κάποια πιθανότητα επιτυχίας.[12] Με γνώμονα τα πιο πάνω, το Δικαστήριο δεν θα υποδείξει αλλά ούτε και επιθυμεί να υποδείξει στον Καθ' ου η αίτηση πως να ετοιμάσει την έκθεση απαίτησης του. Από τη στιγμή που ο ίδιος ο Καθ' ου η αίτηση θεωρεί ορθό να δικογραφήσει ολόκληρο το περιεχόμενο των επίδικων δημοσιευμάτων επειδή πιστεύει ότι ο κατ' ισχυρισμός λίβελος αναδύεται μέσα από την ολότητα των εν λόγω δημοσιευμάτων, που εν πάσει περιπτώσει και προωθεί μέσα από το εν λόγω δικόγραφο, ενέργεια η οποία δεν είναι αντίθετη με τους κανόνες δικογράφησης αγωγών λιβέλου, το Δικαστήριο δεν κρίνει ορθό να παρέμβει.[13] Οποιαδήποτε παρέμβαση του Δικαστηρίου στο στάδιο αυτό θα είναι άστοχη και λανθασμένη. Είναι γνωστό ότι στο παρόν στάδιο το Δικαστήριο δεν αξιολογεί την ουσία της υπόθεσης. Ούτε και προβαίνει σε οποιαδήποτε συμπεράσματα ή ερμηνείες. Αυτό είναι έργο του Δικαστηρίου μετά την ολοκλήρωση της ακρόασης και αφού πρώτα τεθεί ενώπιον του η μαρτυρία. Για να πραγματοποιηθεί όμως αυτό θα πρέπει να δοθεί η ευκαιρία στους διαδίκους να παρουσιάσουν την υπόθεση τους όπως οι ίδιοι πιστεύουν καλύτερα. Διαφορετικά, ελοχεύει ο κίνδυνος να παραβιαστεί το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα του διαδίκου να ακουστεί η εκδοχή του ενώπιον του Δικαστηρίου, πράγμα ανεπίτρεπτο και αντίθετο προς το συμφέρον της απονομής της δικαιοσύνης.[14] Επιπλέον, χωρίς να προδικάζεται οτιδήποτε ή να προαποφασίζεται οποιοδήποτε θέμα ή να εξετάζω την ουσία της υπόθεσης, αλλά λαμβάνοντας υπόψη τη φύση του κατ' ισχυριζόμενου αγώγιμου δικαιώματος καθώς και τον τρόπο με τον οποίον έχει συνταχθεί η έκθεση απαίτησης, θεωρώ ότι το περιεχόμενο του εν λόγω δικογράφου δεν είναι ενοχλητικό όπως ούτε και επιπόλαιο. Ούτε και αμηχανία προκαλεί στην άλλη πλευρά, πάντοτε βέβαια για σκοπούς εξέτασης της παρούσας αίτησης. Ούτε και θεωρώ ότι υπό τις περιστάσεις θα προκληθεί οποιαδήποτε καθυστέρηση στη δίκαιη διεξαγωγή της δίκης. Επομένως κρίνω ότι, υπό τις περιστάσεις, θα είναι ορθό και δίκαιο αλλά και προς το συμφέρον της απονομής της δικαιοσύνης εάν παραμείνει και κατ' επέκταση τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου ολόκληρο και αυτούσιο το υλικό, βάση του οποίου, κατά τον Καθ' ου η αίτηση, δημιουργείται το κατ' ισχυρισμό αγώγιμο δικαίωμα του λιβέλου, έτσι ώστε το Δικαστήριο μετά την προσαγωγή μαρτυρίας από εκατέρωθεν τα μέρη να μπορέσει να σχηματίσει ολοκληρωμένη εικόνα και να καταλήξει έτσι σε ορθά και ασφαλή ευρήματα και συμπεράσματα. Θεωρώ ότι η παρούσα περίπτωση είναι από αυτές που δικαιολογείται η αυτούσια παράθεση ολόκληρου του περιεχομένου των δημοσιευμάτων στη βάση των οποίων προωθείται ο λίβελος ως αιτία αγωγής. Αναφορικά με τη θέση της Αιτήτριας ότι ο Καθ' ου η αίτηση προωθεί ταυτόχρονα μέσα από την έκθεση απαίτησης του δύο αμοιβαία αποκλειόμενες αιτίες αγωγής, παρατηρώ τα εξής: η παράγραφος 8 της έκθεσης απαίτησης αφορά το υπό νομική έννοια υπαινιγμό, η δε παράγραφος 9 σχετίζεται με το ψευδοϋπαινιγμό ενώ η παράγραφος 10 του εν λόγω δικογράφου αφορά δυσφήμιση στη βάση της φυσικής και συνηθισμένης έννοιας των επίδικων δημοσιευμάτων. Εάν ισχύει κάτι τέτοιο, τότε πρόκειται για τρεις μορφές δυσφήμησης-λιβέλου, οι οποίες, με τον τρόπο που εκτίθενται στην έκθεση απαίτησης αντικρίζονται μέσα από την ολότητα του περιεχομένου των επίδικων δημοσιευμάτων. Δεν σημαίνει ότι οι μορφές αυτής δυσφήμησης προκύπτουν απαραίτητα μέσα από τα ίδια ακριβώς γεγονότα. Ιδιαίτερα όταν η παρούσα αγωγή στηρίζεται σε διάφορα επίδικα δημοσιεύματα που κατά τον Καθ' ου η αίτηση συνδέονται μεταξύ τους τόσο θεματικά όσο και χρονικά, το περιεχόμενο των οποίων θεωρείται από τον Καθ' ου η αίτηση ως δυσφημιστικό. Κατ' επέκταση, δεν μπορεί να αποκλειστεί η πιθανότητα αυτές οι μορφές δυσφήμησης να αναδύονται μέσα από διαφορετικά γεγονότα αλλά πάντοτε μέσα από το πλαίσιο και πλέγμα γεγονότων που δικογραφείται μέσα από τα διάφορα επίδικα δημοσιεύματα. Το Δικαστήριο θα είναι σε θέση να αντιληφθεί με βεβαιότητα κάτι τέτοιο μετά που θα ξεκαθαρίσει το όλο σκηνικό της υπόθεσης, δηλαδή μετά την προσκόμιση σχετικής μαρτυρίας ενώπιον του. Κατά συνέπεια, οι εν λόγω μορφές δυσφήμησης δεν θεωρούνται, υπό τις περιστάσεις, αμοιβαία αποκλειόμενες αιτίες αγωγής, όπως ισχυρίζεται η Αιτήτρια, με αποτέλεσμα να μην δικαιολογείται η διαγραφή της έκθεσης απαίτησης εξ' αιτίας αυτού του ισχυρισμού. Έχοντας περαιτέρω υπόψην μου το πεδίο εφαρμογής Κανονισμού 3 της Διάταξης 27, θεωρώ ότι ούτε κάτω από το θεσμό αυτό δικαιολογείται η διαγραφή ολόκληρης της έκθεσης απαίτησης. Με βάση τα πιο πάνω κρίνω ότι ο πρώτος λόγος ένστασης επιτυγχάνει. Με το δεύτερο λόγο ένστασης ο Καθ' ου η αίτηση ισχυρίζεται ότι η έκθεση απαίτησης είναι συνταγμένη σύμφωνα με τους θεσμούς και/ή την ισχύουσα πρακτική και/ή νομολογία. Αντίθετη είναι η γνώμη της Αιτήτριας. Χωρίς να υπεισέρχομαι στην ουσία της υπόθεσης και χωρίς να αξιολογείται η έκθεση απαίτησης ή οποιοδήπτε δικόγραφο της υπό τον άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, δεν διαπιστώνω οτιδήποτε από την όψη της έκθεσης απαίτησης που να υποδεικνύει ότι δεν συνάδει με τους κανόνες και αρχές που θέτει ο Κανονισμός 4 της Διάταξης 19 των περί πολιτικής δικονομίας διαδικαστικών θεσμών. Συνεπώς και αυτός ο λόγος ένστασης επιτυγχάνει. Με τον τρίτο λόγο ένστασης ο Καθ' ου η αίτηση ισχυρίζεται ότι τα δημοσιεύματα που εκτίθενται στην έκθεση απαίτησης είναι σχετικά με τα επίδικα θέματα τα οποία περιλαμβάνουν παράπονο του Καθ' ου η αίτηση για παραβίαση του τεκμηρίου της αθωότητας του και/ή για δυσφήμηση. Αντίθετη βέβαια είναι η άποψη της Αιτήτριας όπου επιζητεί τη διαγραφή των παραγράφων 5, 6, 8 και μέρος της παραγράφου 7 της έκθεσης απαίτησης. Όσον αφορά την παράγραφο 5 της έκθεσης απαίτησης παρατηρώ ότι αυτή αφορά κατ' ισχυρισμό δημοσίευμα ημερομηνίας 14.06.2008 της Αιτήτριας στην εφημερίδα 'Φιλελεύθερο'. Το εν λόγω δημοσίευμα στην όψη του φαίνεται ότι αποτελεί προέκταση και συνέχεια των δημοσιευμάτων ημερομηνίας 12.06.2008 και 13.06.2008, όπως αυτά παρουσιάζονται στις παραγράφους 3 και 4 αντίστοιχα της έκθεσης απαίτησης, ενώ ταυτόχρονα συνδέεται θεματικά με τα δημοσιεύματα ημερομηνίας 16.06.2008 και 22.06.2008, όπως αυτά επίσης παρουσιάζονται στην έκθεση απαίτησης και ειδικότερα στις παραγράφους 6 και 7 αυτής. Χωρίς να υπεισέρχομαι στην ουσία της υπόθεσης και χωρίς να αξιολογείται το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης ή οποιοδήπτε δικόγραφο της υπό τον άνω αριθμό και τίτλο αγωγή δεν διαπιστώνω, υπό τις περιστάσεις, οτιδήποτε μέσα από την έκθεση απαίτησης που εξώφθαλμα να μην σχετίζεται είτε έμμεσα είτε άμεσα χρονικά και θεματικά με τα επίδικα θέματα της υπόθεσης αυτής και κατ' επέκταση με τη βάση αγωγής που αφορά λίβελο. Περαιτέρω, αφού πρώτα λάβω υπόψη μου τη φύση της αγωγής, τους αυστηρούς και εξειδικευμένους κανόνες δικογράφησης έγγραφων προτάσεων σε αγωγή λιβέλου αλλά και το κατά πόσο η εν λόγω παράγραφος επηρεάζει αποφασιστικώς το αποτέλεσμα της αγωγής, κρίνω ότι η εν λόγω παράγραφος δεν είναι είτε ενοχλητική είτε αχρείαστη είτε σκανδαλώδης είτε καταπιεστική όπως ούτε θεωρώ ότι τείνει να καθυστερήσει τη δίκαιη διεξαγωγή της δίκης ώστε να δικαιολογείται η διαγραφή της. Σχετικά με την παράγραφο 6 της έκθεσης απαίτησης, παρατηρώ ότι αυτή αφορά κατ' ισχυρισμό δημοσίευμα ημερομηνίας 16.06.2008 της Αιτήτριας στην εφημερίδα 'Φιλελεύθερο'. Σε γενικές γραμμές το περιεχόμενο του επίδικου δημοσιεύματος φαίνεται να σχετίζεται με τον τίτλο που αυτό φέρει ("Αθώος ο 43χρονος ένοχο το παιδί") και για τον οποίον η Αιτήτρια δεν επιδιώκει τη διαγραφή του. Περαιτέρω, το εν λόγω δημοσίευμα στην όψη του φαίνεται να αποτελεί προέκταση και συνέχεια των δημοσιευμάτων ημερομηνίας 12.06.2008, 13.06.2008 και 14.06.2008, ενώ ταυτόχρονα συνδέεται θεματικά και χρονικά με το δημοσίευμα ημερομηνίας 22.06.2008, τα οποία ήδη εκτίθενται αυτούσια στην έκθεση απαίτησης. Χωρίς να υπεισέρχομαι στην ουσία της υπόθεσης και χωρίς να αξιολογείται το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης ή οποιοδήπτε δικόγραφο της υπό τον άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, δεν διαπιστώνω, υπό τις περιστάσεις, οτιδήποτε μέσα από την έκθεση απαίτησης που εξώφθαλμα να μην σχετίζεται είτε έμμεσα είτε άμεσα με τα επίδικα θέματα της υπόθεσης αυτής και κατ' επέκταση με τη βάση αγωγής που αφορά λίβελο. Περαιτέρω, αφού πρώτα λάβω υπόψη μου τη φύση της αγωγής, τους αυστηρούς και εξειδικευμένους κανόνες δικογράφησης έγγραφων προτάσεων σε αγωγή λιβέλου αλλά και το κατά πόσο η εν λόγω παράγραφος επηρεάζει αποφασιστικώς το αποτέλεσμα της αγωγής, κρίνω ότι η εν λόγω παράγραφος δεν είναι είτε ενοχλητική είτε αχρείαστη είτε σκανδαλώδης είτε καταπιεστική όπως ούτε θεωρώ ότι τείνει να καθυστερήσει τη δίκαιη διεξαγωγή της δίκης ώστε να δικαιολογείται η διαγραφή της. Αναφορικά με την παράγραφο 7 της έκθεσης απαίτησης, παρατηρώ ότι αυτή αφορά κατ' ισχυρισμό δημοσίευμα ημερομηνίας 22.06.2008 της Αιτήτριας στην εφημερίδα 'Φιλελεύθερο'. Πάντοτε για σκοπούς εξέτασης της παρούσας αίτησης, το κομμάτι που επιζητείται η διαγραφή του φαίνεται ότι αποτελεί μέρος, προέκταση και συνέχεια του κομματιού του επιδίκου δημοσιεύματος για το οποίο δεν επιδιώκεται η διαγραφή του και για το οποίο υπάρχει ισχυρισμός ότι αφορά τον Καθ' ου η αίτηση. Παράλληλα, το όλο δημοσίευμα αυτό αποτελεί επέκταση και συνέχεια των δημοσιευμάτων ημερομηνίας 12.06.2008, 13.06.2008, 14.06.2008 και 16.06.2008, τα οποία ήδη εκτίθενται αυτούσια στην έκθεση απαίτησης. Εξάλλου, όπως έχω ήδη αναφέρει πιο πάνω, η παρούσα περίπτωση είναι από αυτές που δικαιολογείται η αυτούσια παράθεση ολόκληρου του περιεχομένου επίδικου δημοσιεύματος στη βάση των οποίων προωθείται ο λίβελος ως αιτία αγωγής. Χωρίς να υπεισέρχομαι στην ουσία της υπόθεσης και χωρίς να αξιολογείται το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης ή οποιοδήπτε δικόγραφο της υπό τον άνω αριθμό και τίτλο αγωγή αλλά λαμβάνοντας υπόψη μου τη φύση της αγωγής, τους αυστηρούς και εξειδικευμένους κανόνες δικογράφησης έγγραφων προτάσεων σε αγωγή λιβέλου, το κατά πόσο η εν λόγω παράγραφος επηρεάζει αποφασιστικώς το αποτέλεσμα της αγωγής καθώς επίσης ότι το υπό διαγραφή κομμάτι αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του εν λόγω επίδικου δημοσιεύματος που αυτούσια παρατίθεται στην έκθεση απαίτησης αλλά και το ότι αυτό συνδέεται θεματικά και χρονικά αποτελώντας έτσι συνέχεια και προέκταση διαφόρων άλλων προγενέστερων δημοσιευμάτων, που σύμφωνα με τον Καθ' ου η αίτηση επίσης δημοσιεύτηκαν από την Αιτήτρια στην εφημερίδα 'Φιλελεύθερο', κρίνω ότι, υπό τις περιστάσεις, δεν διαπιστώνεται οτιδήποτε μέσα από την έκθεση απαίτησης που εξώφθαλμα να μην σχετίζεται είτε έμμεσα είτε άμεσα με τα επίδικα θέματα της υπόθεσης αυτής και κατ' επέκταση με τη βάση αγωγής που αφορά λίβελο. Επιπροσθέτως, κρίνω ότι η εν λόγω παράγραφος ούτε είναι είτε ενοχλητική είτε αχρείαστη είτε σκανδαλώδης είτε καταπιεστική όπως ούτε θεωρώ ότι τείνει να καθυστερήσει τη δίκαιη διεξαγωγή της δίκης ώστε να δικαιολογείται η διαγραφή της. Επιπλέον, για σκοπούς εξέτασης της υπό κρίσης αίτησης, δεν μπορώ να αγνοήσω, τουλάχιστο στο παρόν στάδιο, τον ισχυρισμό του Καθ' ου η αίτηση καθώς και το επιχείρημα του ευπαιδεύτου συνηγόρου του που ειπώθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την αγόρευση του, ότι τα προαναφερόμενα δημοσιεύματα συνδέονται μεταξύ τους θεματικά και χρονικά με βασικό άξονα και πυρήνα τον ίδιο τον Αιτητή και την κατ' ισχυρισμό συμπεριφορά που επέδειξε. Όσον αφορά την παράγραφο 8 της έκθεσης απαίτησης, παρατηρώ ότι αυτή αφορά ουσιώδη, κατά τον Καθ' ου η αίτηση, γεγονότα που σύμφωνα με τον ίδιο αποκαλύφθησαν μέσω προγενέστερων δημοσιευμάτων που η Αιτήτρια δημοσίευσε στην εφημερίδα 'Φιλελεύθερο', ήτοι σύμφωνα με τον Καθ' ου η αίτηση στις 19.09.2006, 20.09.2006 και 21.07.2007, επί τη βάση των οποίων, μεταξύ άλλων, προωθείται ο λίβελος ως αιτία αγωγής. Επομένως, η παράγραφος αυτή φαίνεται να συνδέεται θεματικά με τα επίδικα δημοσιεύματα, στη βάση των οποίων επίσης προωθείται ο λίβελος ως αιτία αγωγής. Χωρίς να υπεισέρχομαι στην ουσία της υπόθεσης και χωρίς να αξιολογείται το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης ή οποιοδήπτε δικόγραφο της υπό τον άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, δεν διαπιστώνω, υπό τις περιστάσεις, οτιδήποτε μέσα από την έκθεση απαίτησης που εξώφθαλμα να μην σχετίζεται είτε έμμεσα είτε άμεσα με τα επίδικα θέματα της υπόθεσης αυτής και κατ' επέκταση με τη βάση αγωγής που αφορά λίβελο. Περαιτέρω, αφού πρώτα λάβω υπόψη μου τη φύση της αγωγής, τους αυστηρούς και εξειδικευμένους κανόνες δικογράφησης έγγραφων προτάσεων σε αγωγή λιβέλου αλλά και το κατά πόσο η εν λόγω παράγραφος επηρεάζει αποφασιστικώς το αποτέλεσμα της αγωγής, κρίνω ότι η εν λόγω παράγραφος δεν είναι είτε ενοχλητική είτε αχρείαστη είτε σκανδαλώδης είτε καταπιεστική όπως ούτε θεωρώ ότι τείνει να καθυστερήσει τη δίκαιη διεξαγωγή της δίκης ώστε να δικαιολογείται η διαγραφή της. Επομένως και αυτός ο λόγος ένστασης επιτυγχάνει. Με τον τέταρτο λόγο ένστασης ο Καθ' ου η αίτηση ισχυρίζεται ότι η αίτηση είναι γενική και αόριστη και/ή ενοχλητική και/ή σκανδαλώδης και/ή καταχρηστική και/ή τείνει να καθυστερήσει τη σύντομη εκδίκαση της υπόθεσης. Βασικά ο λόγος αυτός δεν έχει τεκμηριωθεί και ως εκ τούτου παρέμεινε μετέωρος. Με τον πέμπτο λόγο ένστασης ο Καθ' ου η αίτηση ισχυρίζεται ότι η Αιτήτρια δεν εγείρει με την υπεράσπιση της οιονδήποτε νομικό ζήτημα προς εκδίκαση. Στην ουσία ο λόγος αυτός δεν έχει προωθηθεί και έτσι θεωρείται ότι εγκαταλείφθηκε. Με τον έκτο λόγο ένστασης ο Καθ' ου η αίτηση ισχυρίζεται ότι η παρούσα περίπτωση δεν είναι κατάλληλη για διαγραφή δικογράφου και/ή μέρος αυτού. Έχω ήδη αναφερθεί επί της ουσίας του λόγου αυτού και νομίζω ότι είναι ορατή πλέον η κατάληξη της. Κατά συνέπεια και αυτός ο λόγος ένστασης επιτυγχάνει. Ένα άλλο όμως σημείο που θα ήθελα να θίξω είναι το στάδιο που επιλέχθηκε για να υποβληθεί η παρούσα αίτηση. Συγκεκριμένα, ενώ μία τέτοια αίτηση θα πρέπει να υποβάλλεται το ταχύτερο δυνατό και κατά κανόνα αμέσως μετά την παράδοση του δικογράφου που προκαλεί το παράπονο, δηλαδή στην προκειμένη περίπτωση αμέσως μετά την παράδοση της έκθεσης απαίτησης στην Αιτήτρια, εν πάσει δε περιπτώσει πριν από την ολοκλήρωση των δικογράφων (βλέπε Νίκος Σιακόλας v Federal Bank of Lebanon (S.A.L.)
(1998)1 ΑΑΔ 1338), η Αιτήτρια επέλεξε να την καταχωρήσει μετά το κλείσιμο των δικογράφων και μετά που η ίδια απάντησε επί ολόκληρου του περιεχομένου του εν λόγω δικογράφου περιλαμβανομένου των ισχυρισμών της έκθεσης απαίτησης επί των οποίων τώρα ζητεί τη διαγραφή τους υπό τη μορφή ενιαίας υπεράσπισης. Κάποιος λογικά σκεπτόμενος θα ανέμενε αίτημα διαγραφής αγωγής ή και ισχυρισμών από την έκθεση απαίτησης, με βάση τη φύση, το εύρος και την έκταση της διαγραφής που εδώ ζητείται, ευθύς με την καταχώρηση της έκθεσης απαίτησης, πράγμα που εδώ δεν συμβαίνει. Δεν θα έλεγα ότι είναι από τις περιπτώσεις που εμπίπτουν στην εξαίρεση του κανόνα. Πέραν και ανεξαρτήτως των πιο πάνω, πιστεύω πως, υπό τις περιστάσεις, θα ήταν άδικο, ανεπιεικές και αντίθετο με το συμφέρον της απονομής δικαιοσύνης να επιτραπεί, είτε η διαγραφή ολόκληρης της έκθεσης απαίτησης είτε η διαγραφή των συγκεκριμένων ισχυρισμών της έκθεσης απαίτησης που η Αιτήτρια εισηγήθηκε, τη στιγμή που η τελευταία αποφάσισε ν' απαντήσει κατά τρόπο σαφή και ξεχωριστό επί κάθε ισχυρισμού που εγείρεται μέσα από τις παραγράφους που επιδιώκεται η διαγραφή τους και γενικότερα επί ολόκληρου του περιεχομένου της έκθεσης απαίτησης, δίδοντας έτσι τη δική της ολοκληρωμένη εκδοχή. Με αυτή την ενέργεια και επιλογή της, θεωρώ ότι καμία δυσμενή επίδραση θα προκληθεί επί των δικαιωμάτων της Αιτήτριας εάν δεν υιοθετηθεί το αίτημα της τόσο για διαγραφή ολόκληρου του περιεχομένου της έκθεσης απαίτησης όσο και η ζητούμενη διαγραφή των συγκεκριμένων παραγράφων. Επ' αυτού καταρρίπτονται επίσης και τα επιχειρήματα της Αιτήτριας περί άσχετους, ενοχλητικούς, αχρείαστους, καταπιεστικούς και σκανδαλώδεις ισχυρισμούς που προκαλούσαν αμηχανία στην Αιτήτρια, οι οποίοι περιέχονταν στις παραγράφους 5, 6, 7 (μέρος) και 8 της έκθεσης απαίτησης και που τείνουν να καθυστερήσουν τη δίκαιη διεξαγωγή της δίκης. Υπό το φως των πιο πάνω νομολογιακών αρχών αλλά και παραμέτρων και περιστατικών που περιβάλλουν την παρούσα περίπτωση καθώς και στη βάση της νομικής επιχειρηματολογίας που τέθηκε ενώπιον μου και των συμπερασμάτων στα οποία κατέληξε το παρόν Δικαστήριο αλλά και με κριτήριο το συμφέρον της απονομής δικαιοσύνης, κρίνω πως η αίτηση έχει αποτύχει και ως εκ τούτου απορρίπτεται ως αβάσιμη. Τα έξοδα της παρούσας αίτησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ του Καθ' ου η αίτηση και εναντίον της Αιτήτριας και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Πρ. Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other/Interim Αναφορά: Πολιτική Δικονομία/Αίτηση για διαγραφή έκθεσης απαίτησης/Διαγραφή ισχυρισμών από δικόγραφο/Δ.19 Θ.6/Λίβελος [1] In Re Pelmako Development Ltd
(1991)1 Α.Α.Δ. 246, Cyber Group Ltd v Κυριάκος Χαραλαμπίδη και άλλοι
(2004)1 Α.Α.Δ. 1852 [2] Διάταξη 19 Κανονισμός 4 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας [3] Cyber Group Ltd v Κυριάκος Χαραλαμπίδη και άλλοι
(2004)1 Α.Α.Δ. 1852 [4] In Re Pelmako Development Ltd
(1991)1 Α.Α.Δ. 246 [5] Νίκος Σιακόλας v Federal Bank of Lebanon (S.A.L.)
(1998)1 ΑΑΔ 1338, Βιομηχανία Χαρίλαος Αλωνεύτης Λτδ κ.α. v Alpha Bank πρώηνLombard Natwest Bank Ltd
(2003)1 Α.Α.Δ. 990 [6] Νίκος Σιακόλας v Federal Bank of Lebanon (S.A.L.)
(1998)1 ΑΑΔ 1338 [7] Bullen & League and Jacobs, Precedents of Pleadings, 12η έκδοση, σελίδα 141, The Annual Practice 1961, σελίδα 477 [8] Bullen & League, 12η έκδοση, σελ. 146-148, 'Pleadings Tending to Prejudice, Embarrass or Delay Fair Trial' [9] Νίκος Σιακόλας v Federal Bank of Lebanon (S.A.L.)
(1998)1 ΑΑΔ 1338 [10] In Re Pelmako Development Ltd
(1991)1 Α.Α.Δ.. 246, Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω του Γενικού Εισαγγελέα v Αργύρης Γεωργίου
(2003)1 Α.Α.Δ. 704, Λοΐζος Λουκά & Υιοί Λτδ v Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος
(1999)1 Α.Α.Δ. 1316 [11] S & K Holdings v Throgmorton Publications
(1972)1 W.L.R. 1036 [12] Κυπριακή Δημοκρατία μέσω Γενικού Εισαγγελέα v Αργύρη Γεωργίου
(2003)1 Α.Α.Δ. 704 [13] Βλέπε παραγράφους 8, 9, 10 και 11 της έκθεσης απαίτησης [14] Άρθρο 30.1 & 2 του Συντάγματος cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.