← Κύπρος

Αναφορικά με τον Άντρο Ηροδότου, Ειδοποίηση Πτώχευσης αρ.: 2050/2009, 14 Δεκεμβρίου, 2009

Αναφορικά με τον Άντρο Ηροδότου, Ειδοποίηση Πτώχευσης αρ.: 2050/2009, 14 Δεκεμβρίου, 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:A282 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Γ. Πετάση-Κορφιώτη, Πρ. Ε.Δ. Ειδοποίηση Πτώχευσης αρ.: 2050/2009 ΣΕ ΠΤΩΧΕΥΣΗ Αναφορικά με τον Άντρο Ηροδότου, ΑΔΤ 646026 από Λεμεσό Χρεώστη Ημερομηνία: 14 Δεκεμβρίου, 2009 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Αιτητή - Χρεώστη: κ. Ερωτοκρίτου (κ. Ανδρονίκου για να ακούσει απόφαση) Για τους Καθ'ων η αίτηση - Καθ' ων η αίτηση: κα. Aνδρονίκου Α Π Ο Φ Α Σ Η H Alpha Asset Finance Ltd εξασφάλισε στις 14.3.2007 απόφαση εναντίον του Άντρου Ηροδότου (στο εξής ο «Αιτητής»), στα πλαίσια της αγωγής με αρ. 1290/2006 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού για το ποσό των £45.868,63 (αντίστοιχο σε €78.371,21) πλέον τόκους και έξοδα. Στις 23.9.2009 δόθηκε άδεια του Δικαστηρίου με την οποία επιτρέπεται στην Alpha Bank Cyprus Ltd να προχωρήσει με μέτρα εκτέλεσης στην εν λόγω αγωγή λόγω μεταβίβασης των εργασιών των Eναγόντων στην αγωγή, Alpha Asset Finance Ltd, σε αυτούς. Στις 14.10.2009 ο Πρωτοκολλητής του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού εξέδωσε Ειδοποίηση Πτώχευσης προς τον Αιτητή μετά από αίτημα της Alpha Bank Cyprus Ltd (στο εξής οι «Καθ' ων η αίτηση»). Η υπό αναφορά Ειδοποίηση Πτώχευσης επιδόθηκε προσωπικά στον Αιτητή στις 20.10.2009 και στη συνέχεια αυτός καταχώρησε στις 23.10.2009 ένορκη δήλωση ίδιας ημερομηνίας με την οποία επιδιώκεται ο παραμερισμός της Ειδοποίησης Πτώχευσης για τους ακόλουθους λόγους: (
  2. i)Η εκδίκαση της αγωγής του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού 1290/2006 αναφορικά με τους Εναγομένους 1, 2, 3, 6 και 7, συνεναγομένων του Αιτητή, δεν ολοκληρώθηκε και στα πλαίσια της εν λόγω αγωγής οι Καθ' ων η αίτηση έχουν περιορισμένες πιθανότητες επιτυχίας λόγω ισχυριζόμενης ακυρότητας της επίδικης συμφωνίας ενοικιαγοράς και ειδικότερα αδυναμίας των Καθ΄ων η αίτηση να μεταβιβάσουν το όχημα/αντικείμενο της συμφωνίας. Λόγω της μη συμμόρφωσης των Καθ' ων η αίτηση με τις συμβατικές τους υποχρεώσεις, έχει προκληθεί ζημιά στον Αιτητή η οποία υπερβαίνει το εξ αποφάσεως χρέος και επομένως η ύπαρξη ανταπαίτησης και/ή ανταξίωσης εναντίον των Καθ΄ων η αίτηση η οποία ισούται ή υπερβαίνει το απαιτούμενο ποσό πρέπει να θεωρείται δεδομένη. (
  3. ii)Το ισχυριζόμενο εξ αποφάσεως χρέος είναι κατά πολύ μικρότερο από αυτό το οποίο αναφέρεται στην Ειδοποίηση Πτώχευσης, ενώ οι Καθ' ων η αίτηση έχουν προβεί σε διάφορους παράνομους ανατοκισμούς, και σε κάθε περίπτωση είναι εξασφαλισμένοι πιστωτές. (iii) Η αίτηση των Καθ' ων η αίτηση για έκδοση ειδοποίησης πτώχευσης είναι παράτυπη αφού ελλείπει η νομική βάση αυτής και δεν αναγράφεται επί του τίτλου της αίτησης ο νόμος στον οποίο βασίζεται. (
  4. iv)Οι Καθ' ων η αίτηση έχουν αποποιηθεί το δικαίωμά τους να προχωρήσουν σε πτωχευτική διαδικασία εναντίον του Αιτητή λόγω του ότι η ακροαματική διαδικασία της αγωγής 1290/2006 αναφορικά με τους Εναγομένους 1, 2, 3, 6 και 7 δεν έχει ολοκληρωθεί. (
  5. iv)Η αίτηση για έκδοση Ειδοποίησης Πτώχευσης είναι πρόωρη, εκδικητική, κακόπιστη και καταχρηστική. (
  6. vi)Οι Καθ' ων η αίτηση ουδέποτε ενημέρωσαν τον Αιτητή ως εγγυητή για οποιαδήποτε καθυστέρηση καταβολής δόσεων και/ή αθέτηση συμφωνίας του πρωτοφειλέτη κατά παράβαση του περί Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμου 197(Ι)/2003. Κατά την ακροαματική διαδικασία και οι δύο πλευρές αρκέστηκαν σε αγορεύσεις υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους με παραπομπή στη σχετική νομοθεσία και νομολογία. Όσον αφορά τη νομική πτυχή του υπό εξέταση θέματος σημειώνονται τα ακόλουθα: Το άρθρο 3

(1)(ζ) του περί Πτωχεύσεως Νόμου, Κεφ.5, προνοεί τα ακόλουθα: «3.-
(1)Ο χρεώστης διαπράττει πράξη πτώχευσης σε καθεμιά από τις ακόλουθες περιπτώσεις: (ζ) αν πιστωτής εξασφαλίζει εναντίον του τελεσίδικη απόφαση ή τελικό διάταγμα για οποιοδήποτε ποσό, και, ενώ δεν αναστάλθηκε η εκτέλεση της απόφασης ή του διατάγματος, επέδωσε σε αυτόν στην Κύπρο ή αλλού με άδεια του Δικαστηρίου, ειδοποίηση πτώχευσης βάσει του Νόμου αυτού και μέσα σε επτά ημέρες μετά την επίδοση της ειδοποίησης σε αυτόν, σε περίπτωση που η επίδοση γίνεται στην Κύπρο και σε περίπτωση που η επίδοση γίνεται αλλού μέσα στον καθορισμένο από το διάταγμα που παρέχει την άδεια για επίδοση χρόνο, ο χρεώστης είτε συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις της ειδοποίησης, είτε ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει ανταπαίτηση, δικαίωμα συμψηφισμού ή ανταγωγή η οποία εξισώνεται ή υπερβαίνει το ποσό του εξ αποφάσεως χρέους ή το ποσό που διατάχτηκε να πληρωθεί, και την οποία δεν ήταν δυνατό να προβάλει στην αγωγή ή τη διαδικασία στην οποία εξασφαλίστηκε η απόφαση ή το διάταγμα». Η διαδικασία της ειδοποίησης πτώχευσης ρυθμίζεται από το Μέρος III των περί Πτωχεύσεως Κανονισμών και ειδικότερα από τους Κανονισμούς 38-43. Ειδικότερα. ο Κανονισμός 40
(2)προνοεί τα εξής: «40
(2)Θα πρέπει να οπισθογραφείται επίσης ένδειξη στον οφειλέτη ότι έχει ανταξίωση, συμψηφισμό ή ανταγωγή η οποία ισοδυναμεί ή υπερβαίνει το ποσό της εξ αποφάσεως οφειλής ή ποσό που διατάχθηκε να πληρωθεί και το οποίο δε μπορούσε να προβληθεί στην αγωγή ή στη διαδικασία στην οποία εξασφαλίστηκε η απόφαση ή το διάταγμα, πρέπει αυτός μέσα στο χρόνο που καθορίζεται στην ειδοποίηση να καταχωρήσει στον πρωτοκολλητή ένορκο δήλωση προς το σκοπό αυτό. Τέτοια ένορκος δήλωση θα οπισθογραφείται με διεύθυνση μέσα στην πόλη στην οποία μπορεί να αφήνονται ειδοποιήσεις στον οφειλέτη από τον πρωτοκολλητή». Η καταχώρηση τέτοιας ένορκης δήλωσης λειτουργεί, σύμφωνα με τον Κανονισμό 41, ως αίτηση για ακύρωση της ειδοποίησης πτώχευσης και σύμφωνα με τον Κανονισμό 40
(3)θα πρέπει να καταχωρείται, σε περιπτώσεις όπου η επίδοση γίνεται στη Δημοκρατία, εντός τριών ημερών από την επίδοση της ειδοποίησης στον χρεώστη. Στην παρούσα υπόθεση μια εκ των θέσεων των Καθ' ων η αίτηση είναι ότι ο Αιτητής επιδιώκει τον παραµερισµό της ειδοποίησης πτώχευσης και για λόγους άλλους από αυτούς που προβλέπονται στον Κανονισμό 40
(2), οι οποίοι και δεν θα πρέπει να εξεταστούν στα πλαίσια της παρούσας αίτησης. Στην υπόθεση Λαϊκή Τράπεζα Κύπρου Λτδ ν. Δημήτρη Δημητρίου, Πολ. Έφεση 278/06, απόφαση ημερομηνίας 17.4.2008, το Ανώτατο Δικαστήριο κατέληξε ότι ο ισχυρισμός της εξόφλησης του χρέους θα μπορούσε να εγερθεί μόνο σε ξεχωριστή αίτηση για παραμερισμό της ειδοποίησης πτώχευσης. Κρίθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι λανθασμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο παραμέρισε την ειδοποίηση πτώχευσης, αφού δεν είχε δικαιοδοσία να πράξει κάτι τέτοιο με βάση την καταχωρηθείσα ένορκη δήλωση. Από τα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση αυτή, όπου γίνεται αναφορά τόσο στο άρθρο 3
(1)(ζ) του περί Πτωχεύσεως Νόμου, Κεφ. 5 όσο και στις πρόνοιες των διατάξεων 40
(2)και 41 των περί Πτωχεύσεως Κανονισμών αλλά και στη σχετική κυπριακή και αγγλική νομολογία και αυθεντίες, προκύπτουν τα ακόλουθα: 1. Ο χρεώστης δεν μπορεί με την ένορκη δήλωση η οποία προβλέπεται στους Κανονισμούς 40
(2)και 41 των περί Πτωχεύσεως Κανονισμών να εγείρει οποιοδήποτε άλλο ζήτημα, πέραν αυτών που αναφέρονται στον Κανονισμό 40
(2), ήτοι ανταπαίτηση, ανταγωγή ή συμψηφισμό. 2. Άλλοι λόγοι ακύρωσης της ειδοποίησης πτώχευσης, εκτός από αυτούς που αναφέρονται στον Κανονισμό 40
(2), όπως παρατυπία στην έκδοση ή κακή επίδοση της ειδοποίησης, ως επίσης ισχυρισμοί για εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους, μπορούν μεν να προβληθούν αλλά σε τέτοια περίπτωση η ορθή διαδικασία είναι η καταχώρηση ξεχωριστής, ειδικής προς τούτο αίτησης, δηλαδή αίτησης προς ακύρωση και όχι η επιδίωξη ακύρωσης της ειδοποίησης πτώχευσης με ένορκη δήλωση. Στην υπό εξέταση διαδικασία είναι εμφανές από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του Αιτητή ότι πέραν από τον ισχυρισμό του περί ύπαρξης ανταπαίτησης ή ανταγωγής, ο Αιτητής επικαλείται και άλλους λόγους ακύρωσης της ειδοποίησης πτώχευσης, για τους οποίους δεν γίνεται πρόνοια στον Κανονισμό 40
(2), και συγκεκριμένα τα στοιχεία υπό αναφορά (
  1. ii)- (
  2. vi)πιο πάνω. Υπό αυτά τα δεδομένα οι πιο πάνω υπό (
  3. ii)- (
  4. vi)ισχυρισμοί του Αιτητή δεν δύναται να προβληθούν και προωθηθούν στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας και συνεπώς το Δικαστήριο δεν θα τους εξετάσει. Η μόνη θέση του Αιτητή η οποία μπορεί να προωθηθεί στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας είναι ο ισχυρισμός του για ύπαρξη ανταπαίτησης και/ή ανταγωγής. Το βάρος απόδειξης ισχυρισμού για ύπαρξη ανταπαίτησης και/ή ανταγωγής βρίσκεται αποκλειστικά στους ώμους του χρεώστη. Αυτό προκύπτει από το λεκτικό του άρθρου 3
(1)(ζ) του Κεφ.5 καθώς και του Κανονισμού 40
(2)των περί Πτωχεύσεως Κανονισμών (βλ. Re Ντίνος Ασπρής
(1988)1 JSC 93). Περαιτέρω, σε περίπτωση που ο χρεώστης εγείρει ως λόγο παραμερισμού την ύπαρξη ανταπαίτησης, ανταγωγής ή συμψηφισμού, πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει γνήσια ανταπαίτηση. Απλοί ισχυρισμοί για οποιαδήποτε ανταπαίτηση δεν αρκούν (βλ. Re Debtor
(1958)2 Ch. 81). Ειδικότερα, στο σύγγραμμα Williams on Bankruptcy (18η έκδοση) στις σελίδες 43-44 αναφέρεται ότι ο χρεώστης θα πρέπει να καταχωρήσει ένορκη δήλωση που να δείχνει σε εύλογο βαθμό λεπτομέρειας τη φύση και το ποσό του ισχυριζόμενου συμψηφισμού, ανταπαίτησης ή ανταξίωσης για να ικανοποιήσει το λεκτικό του Bankruptcy Rule 139 της Αγγλίας, το οποίο είναι παρόμοιο με τον Κανονισμό 41 των κυπριακών Κανονισμών, με εξαίρεση τη χρήση της φράσης «sufficient cause is shown». Στη σελίδα 34 του συγγράμματος Williams on Bankruptcy (16η έκδοση) αναφέρεται ότι για να παραμεριστεί ειδοποίηση πτώχευσης στη βάση ύπαρξης ανταπαίτησης, θα πρέπει ο χρεώστης να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει δικαίωμα για ανταπαίτηση και συμψηφισμό, το οποίο να είναι «effective and capable of being enforced" κατά τον χρόνο της αίτησης παραμερισμού. Στο δε σύγγραμμα Williams and Muir Hunter "The Law and Practice on Bankruptcy" (19η έκδοση) στη σελίδα 37 αναφέρεται ότι η απαίτηση του χρεώστη θα πρέπει ήδη να προωθείται μέσω αγωγής κατά τον χρόνο εξέτασης του αιτήματος παραμερισμού της ειδοποίησης πτώχευσης. Στην απόφαση In Re A Debtor (No. 75 of 1982) Ex Parte the Debtor v. National Westminster Bank Plc
(1984)1 WLR 353, λέχθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με την απόδειξη της ανταξίωσης από τον χρεώστη: «First, the affidavit or affidavits must show that he has a cross-demand against the creditor which is genuine. To satisfy that requirement, the cross-demand must be put forward in good faith and must have a reasonable probability of success, or, as it has also been expressed, must give rise to a triable issue. In the latter respect, there is no hard and fast rule as to the degree of proof required. It depends in each case on the particular facts and circumstances of that case. Secondly, the affidavit or affidavits must show that the cross-demand could not have been set up in the action in which the judgment relied on by the creditor was obtained. Thirdly, the affidavit or affidavits must show that the cross-demand equals or exceeds the amount of the judgment debt. For that purpose the cross-demand need not be for a liquidated sum or even for a sum of money at all. But it must be capable of being quantified in terms of money and the affidavit or affidavits must quantify it». Όπως αναφέρει ο Αιτητής στην ένορκη δήλωσή του, η αδυναμία των Καθ' ων η αίτηση να συμμορφωθούν με τις συμβατικές υποχρεώσεις τους στην αγωγή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού αρ. 1290/2006 και συγκεκριμένα η αδυναμία τους να μεταβιβάσουν το όχημα/αντικείμενο της συμφωνίας ενοικιαγοράς, του έχει προκαλέσει ζημιά η οποία υπερβαίνει το εξ αποφάσεως χρέος και επομένως η ύπαρξη ανταπαίτησης και/ή ανταξίωσης εναντίον των Καθ' ων η αίτηση η οποία ισούται ή υπερβαίνει το απαιτούμενο ποσό πρέπει να θεωρείται δεδομένη. Προκύπτει ότι στο στάδιο της καταχώρησης της ένορκης δήλωσης η οποία είναι αντικείμενο στην παρούσα διαδικασία δεν έχει καταχωρηθεί από μέρους του Αιτητή ανταπαίτηση είτε στα πλαίσια της αγωγής 1290/2006 είτε στα πλαίσια κάποιας άλλης αγωγής ή διαδικασίας, παρά το ότι θα μπορούσε να λεχθεί ότι η ισχυριζόμενη ανταπαίτηση του Αιτητή ενδεχομένως να συνδέεται με την αρχική απαίτηση των Καθ' ων η αίτηση στα πλαίσια της αγωγής 1290/2006. Διαπιστώνεται επίσης από το Δικαστήριο ότι ο Αιτητής, πέραν της γενικής θέσης του για ύπαρξη ανταπαίτησης και/ή ανταξίωσης, δεν έθεσε τέτοιους ισχυρισμούς και δεν έδωσε τις απαραίτητες και ικανοποιητικές λεπτομέρειες και στοιχεία ώστε να καταδεικνύεται η ύπαρξη γνήσιας ανταπαίτησης με πιθανότητες επιτυχίας. Συναφώς αναφέρεται ότι ο Αιτητής δεν έχει δώσει συγκεκριμένα στοιχεία ως προς το ύψος του ποσού που αφορά η ισχυριζόμενη ανταπαίτησή του, παρά μόνο περιορίστηκε στο να αναφέρει ότι η ανταπαίτηση ισούται ή υπερβαίνει το απαιτούμενο με την Ειδοποίηση Πτώχευσης ποσό. Επιπρόσθετα, και εάν ακόμη καταδεικνυόταν τέτοια ανταπαίτηση, δεν δόθηκε από τον Αιτητή κάποια ικανοποιητική εξήγηση γιατί αυτή δεν μπορούσε να εγερθεί στην αγωγή 1290/2006 όπου εκδόθηκε το εξ αποφάσεως χρέος εφόσον, όπως υποστηρίζει ο Αιτητής, η ανταπαίτηση του συνδέεται με τη συμφωνία ενοικιαγοράς που είναι το επίδικο θέμα στην εν λόγω αγωγή. Η δικαιολογία του Αιτητή ότι η εναντίον του εκδοθείσα απόφαση ημερομηνίας 14.3.2007 εκδόθηκε ερήμην του δεν μπορεί να γίνει δεκτή, ιδιαίτερα έχοντας υπόψην τη θέση του ευπαίδευτου συνήγορου του Αιτητή κατά την ακρόαση ότι ο Αιτητής, ακόμα και σε εκείνο το στάδιο, δεν είχε προχωρήσει με αίτηση παραμερισμού της εναντίον του εκδοθείσας απόφασης. Σε κάθε περίπτωση, ακόμη και αν θεωρηθεί ότι η ανταπαίτηση του Αιτητή δεν μπορούσε να εγερθεί στην αγωγή 1290/2006, η ανταπαίτηση αυτή δεν έχει προωθηθεί μέσω αγωγής κατά τον χρόνο εξέτασης του αιτήματος παραμερισμού της Ειδοποίησης Πτώχευσης αλλά εκφράζεται μόνο πιθανότητα έγερσής της. Ως εκ των πιο πάνω κρίνω ότι ο Αιτητής έχει αποτύχει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει γνήσια ανταπαίτηση ή ανταγωγή που ισοδυναμεί ή υπερβαίνει το εξ αποφάσεως χρέος και η οποία δεν μπορούσε να εγερθεί στη διαδικασία στην οποία εξασφαλίστηκε η απόφαση που αφορά στην Ειδοποίηση. Ανεξάρτητα από την πιο πάνω κατάληξή μου θα εξετάσω σε συντομία την εισήγηση του Αιτητή σε σχέση με την κατάχρηση της διαδικασίας. Καταρχήν θα ήθελα να σημειώσω ότι η θέση αυτή του Αιτητή δεν εξειδικεύεται στην ένορκη δήλωσή του. Παρομοίως, ούτε και στο στάδιο των αγορεύσεων ο ευπαίδευτος συνήγορος του Αιτητή ανέλυσε στο Δικαστήριο τον ισχυρισμό αυτό. Ως εκ τούτου, η θέση του Αιτητή αναφορικά με την κατάχρηση στην καταχώρηση και έκδοση της Ειδοποίησης Πτώχευσης παρέμεινε γενική, αόριστη και ατεκμηρίωτη και γι' αυτό δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Σε κάθε περίπτωση, ο Αιτητής δεν έχει αποδείξει ότι ο σκοπός της παρούσας πτωχευτικής διαδικασίας είναι άλλος από αυτός που ορίζει ο νόμος, ήτοι η προστασία και διασφάλιση της περιουσίας του υπό πτώχευση ώστε να χρησιμοποιηθεί για την ικανοποίηση εξ ολοκλήρου ή μερικώς και κατ' ισονομία όλων των πιστωτών (Βλ. London Clubs Ltd κ.α. v. Ρόδου Παπαδόπουλου
(2002)1 ΑΑΔ 1699). Για τους λόγους που επεξηγούνται πιο πάνω, η ένορκη δήλωση του Αιτητή με την οποία επιδιώκεται ο παραμερισμός της Ειδοποίησης Πτώχευσης που εκδόθηκε προς αυτόν απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Καθ' ων η αίτηση και εναντίον του Αιτητή, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η προθεσμία για συμμόρφωση προς την Ειδοποίηση Πτώχευσης, η οποία αναστάληκε μέχρι να ακουσθεί η παρούσα, αρχίζει από σήμερα. (Υπ.) ................ Γ. Πετάση-Κορφιώτη, Προσ. Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΛ Subject: Civil / General Applications / Bankruptcy Proceedings /Notice of Bankruptcy - counterclaim Αναφορά: τελική / Ένορκη Δήλωση για ακύρωση ειδοποίησης πτώχευσης cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.