Επί τοις αφορώσι τον Sergei Piliugin, Αρ. Αίτησης 335/07, 16.12.2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:A283 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Τ. Ψαρά - Μιλτιάδου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης 335/07 Σε πτώχευση Επί τοις αφορώσι τον Sergei Piliugin, από τη Λεμεσό 16.12.2009 Για αιτητές (στο petition) : κος Αραούζος μετά του κ. Αγιομαμίτη Για καθ'ου η αίτηση: κος Κ. Μελάς μετά του κ. Αλ. Μελά (για εκφώνηση της απόφασης κα Ασσιώτου) ΑΠΟΦΑΣΗ (επί τεθέντων προδικαστικών σημείων) Επετράπηκε, μετά από αίτηση του καθ'ου η αίτηση, η προδίκαση νομικών σημείων που εγείρονται στην ένσταση του, πριν το Δικαστήριο ακούσει μαρτυρία επί της διαδικασίας, δυνάμει της Δ.27 Θ.2, των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Τα εγειρόμενα σημεία επί της ένστασης Ε και Θ στα οποία διατάχθηκε να προδικασθούν έχουν ως εξής: (Ε) Η αίτηση δεν υποστηρίζεται από έγκυρη ένορκη δήλωση και/ή ένορκη δήλωση που στηρίζει την αίτηση είναι ανυπόστατη και/ή άκυρη γιατί έγινε από αναρμόδιο και/ή μη εξουσιοδοτημένο καθόλου και/ή δεόντως πρόσωπο και είναι γραμμένη σε γλώσσα που δεν προβλέπεται και/ή αντιτίθεται στο Σύνταγμα. (Θ) Ο καθ'ου προτίθεται να αμφισβητήσει την πράξη πτώχευσης καθ' ότι η ειδοποίηση πτώχευσης δεν επιδόθηκε νομότυπα και/ή επιδόθηκε κατά παράβαση των σχετικών κανονισμών πράγμα που την καθιστά ανυπόστατη. Τα ίδια ισχύουν και για την επίδοση της αίτησης αυτής (είναι μόνο το θέμα της έκδοσης του Petition που προωθήθηκε και όχι της επίδοσης). Ο κ. Μελάς εισηγήθηκε στην αγόρευση του ότι το γεγονός της ύπαρξης ένορκης ομολογίας στην αγγλική γλώσσα που συνοδεύει την κυρίως αίτηση (petition) είναι καταλυτικής σημασίας ώστε να τεθεί εκ ποδών η όλη αίτηση, αφού με βάση τα συνταγματικά θέσμια (άρθρα 3
(1)
(4)και την σχετική νομολογία η ένορκη δήλωση που εκ των θεσμών είναι αναγκαία είναι μέρος της δικογραφίας και δεν είναι αποδεικτικό μέσο ώστε να εφαρμόζεται η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου δυνάμει του νόμου περί επίσημων γλωσσών της Δημοκρατίας Ν.67/88. Ακόμη ο κ. Μελάς ανέφερε ότι το petition πάσχει από ουσιώδη ελαττώματα και δη έλλειψη εξουσιοδότησης. Συγκεκριμένα δι' αυτής δεν εμφαίνεται νόμιμη εξουσιοδότηση Ξεκινώ με το πρώτο θέμα: Την συνοδευτική του Petition ένορκη δήλωση που είναι συντεταγμένη στην αγγλική γλώσσα. Ο σχετικός θεσμός που ορίζει την αναγκαιότητα συνοδευτικής ένορκης δήλωσης είναι η Δ.50(Ι) των Bankruptcy Rules που έχει ως εξής: "50 (I) Every creditor's petition shall be verified by affidavit, and when it is filed there shall be lodged with it two or more copies to be sealed for issue". Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το ερώτημα της εγκυρότητας της ένορκης ομολογίας συναρτάται με την ιδιότητα που θα της προσδοθεί. Είναι μέρος της δικογραφίας και χαρακτηρίζεται ως δικόγραφο ή είναι αποδεικτικό μέσο; Αν θα χαρακτηρισθεί δικόγραφο η ακυρότητα του είναι δεδομένη, όπως εισηγείται ο κ. Μελάς. Ο κ. Αραούζος στην αντιπέρα πλευρά, υποστήριξε σθεναρά την άποψη ότι δεν μπορεί το Δικαστήριο να απιοστεί από τον ίδιο το νόμο περί επισήμων γλωσσών, (άρθρο 5) και να δώσει άλλη ιδιότητα στην ένορκη δήλωση απ' αυτή που ο ίδιος ο τίτλος την χαρακτηρίζει. Οι δύο συνήγοροι έθεσαν προς επίρρωση των θέσεων τους σχετική νομολογία. Εχω εξετάσει τις αντίστοιχες εισηγήσεις, με βάση το νομικό πλαίσιο και την νομολογία που μου παρατέθη. Είναι επάναγκες να παρατεθεί το επίμαχο άρθρο 5 του Ν. 67/88 ως έχει τροποποιηθεί. «5
(1)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του Νόμου αυτού ή οποιουδήποτε άλλου νόμου, σε οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία γίνεται αποδεκτό ως αποδεικτικό μέσο και έγγραφο συνταγμένο σε οποιαδήποτε ξένη γλώσσα.
(2)Το δικαστήριο μπορεί, όταν το συμφέρον της δικαιοσύνης το επιβάλλει, να διατάξει τη μετάφραση εγγράφου ή μέρους αυτού στις επίσημες γλώσσες της Δημοκρατίας ή σ' οποιαδήποτε απ' αυτές.
(3)Δεν απαιτείται η μετάφραση εγγράφου, το οποίο συντάχθηκε στην αγγλική γλώσσα μέχρι τη 15η Αυγούστου 1989.
(4)Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, έγγραφο περιλαμβάνει και ένορκη δήλωση.» Στην υπόθεση Σοφοκλέους ν. Στυλιανού
(1992)1 Α.Α.Δ 81 συζητήθηκε για πρώτη φορά ο σχετικός νόμος και αποφασίσθηκε ότι με τον Περί Επισήμων Γλωσσών Ν. επαναλήφθηκε η πρόνοια του άρθρου 3(Ι) του Συντάγματος σύμφωνα με την οποία οι επίσημες γλώσσες της Δημοκρατίας είναι η ελληνική και τουρκική αφού καταργήθηκε ο Νόμος 51/65 περί Νόμων και Δικαστηρίων (Κείμενον και Διαδικασία). Περαιτέρω αναφέρθηκε ότι το άρθρο 5 που εισήχθηκε με το Ν. 154/90αφορούσε μόνον αποδεικτικά μέσα, με την εξής κατάληξη: «Οι πρόνοιες (του τροποποιητικού νόμου 154/90) είναι σαφείς και δεν υπάρχει το παραμικρό περιθώριο για να θεωρηθεί ότι καλύπτουν οτιδήποτε άλλο πέρα από εκείνο στο οποίο γίνεται ρητή αναφορά. Το αξίωμα που αναφέρθηκε δεν είχε θέση στην περίπτωση αυτή. Ανεξάρτητα από τα πιο πάνω, η ταξινόμηση μιας έννοιας ως ελάσσονος σε σχέση με άλλη προϋποθέτει ομοιογένεια μεταξύ τους. (Βλ. Δημοκρατία ν. Νίκος Σαμψών
(1991)1 Α.Α.Δ 858). Είναι ένα πράγμα η έκθεση και άλλο, εντελώς διαφορετικό, τα αποδεικτικά μέσα για τη θεμελίωση των ισχυρισμών που περιέχονται στην πρώτη. Αν όχι τίποτε άλλο, είναι αντικανονική η συμπερίληψη μαρτυρίας στο κείμενο των εγγράφων προτάσεων. (Βλ. Δ.19 κ.4 των Θεσμών περί Πολιτικής Δικονομίας). Με την παροχή της δυνατότητας προσαγωγής έγγραφων αποδεικτικών μέσων που είναι γραμμένα σε ξένη γλώσσα, ο νομοθέτης απλώς θέλησε να αντιμετωπίσει πρακτικές δυσκολίες που δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι υπάρχουν και στην περίπτωση των έγγραφων προτάσεων». Ο κ. Μελάς στάθηκε ιδιαίτερα στην απόφαση Kamal Hassanein v. Hellenic
(1994)1 A.A.Δ σελ. 304 στην οποία διατυπώθηκε άρνηση σε αίτημα δικηγόρου να αγορεύσει στο Δικαστήριο στην αγγλική γλώσσα με ταυτόχρονη μετάφραση στην ελληνική από διερμηνέα. Δεν υπάρχει αμφιβολία επί της αρχής που διατυπώθηκε ότι δηλαδή η διαδικασία στα Δικαστήρια επιβάλλεται να διεξάγεται σε μια από τις επίσημες γλώσσες της Δημοκρατίας, σύμφωνα με το άρθρ. 3.4 του Συντάγματος. Δεν παρέχεται από το Σύνταγμα οποιοδήποτε δικαίωμα για χαλάρωση του κανόνα. Εδώ όμως το θέμα τίθεται ως θέμα εγκυρότητας ή μη της εν λόγω ένορκης δήλωσης. Στην υπόθεση re Faz Aviation Ltd κ.α. (Aιτ. Αρ. 30/2007 ημερ. 13.6.2007 ο Δικαστής Φωτίου έκρινε ότι ένορκη δήλωση στα αγγλικά που συνοδεύει μονομερή αίτηση για έκδοση Συντηρητικού διατάγματος ήταν έγκυρη κατ' επίκληση ακριβώς του ιδίου άρθρου του ιδίου νόμου. Σχολιάζει σχετικά ο Δικαστής Φωτίου: «Επομένως δεν έχουμε περίπτωση που να υπήρχε ένορκη δήλωση στη μητρική του γλώσσα και να μην της έγινε πιστοποιημένη μετάφραση, αλλά μια πρωτογενή ένορκη δήλωση στα αγγλικά και σε καταληπτή από τον ενόρκως δηλούντα γλώσσα. Νομικά είναι επιτρεπτή τέτοια ένορκη δήλωση στην αγγλική δηλαδή γλώσσα, αλλά το Δικαστήριο έχει και εξουσία να δώσει οδηγίες όπως αυτή μεταφραστεί στα ελληνικά (Βλ. τον περί των Επισήμων Γλωσσών της Δημοκρατίας Νόμου του 1988 - Ν.67/88, όπως τροποποιήθηκε με το Ν. 154/90). Δεν έχω λοιπόν ικανοποιηθεί περί ύπαρξης, έστω και εκ πρώτης όψης, τέτοιου νομικού σφάλματος που να συνηγορεί υπέρ της παραχώρησης της αιτούμενης άδειας γι' αυτό το λόγο». Μετά από περίσκεψη και προβληματισμό κρίνω ότι δεν έχω εξουσία να κατατάξω την ένορκη δήλωση σε κάτι ευρύτερο από τον ίδιο τον τίτλο της και το περιεχόμενο της αφού ως ένορκη δήλωση βεβαιωτική γεγονότων αποτελεί μέσο πρωτογενούς αποδείξεως η οποία πρέπει εκ νέου να επιβεβαιωθεί με πρόσθετη μαρτυρία κατά το χρόνο της ακρόασης. Δεν μπορώ να προβώ σε ερμηνεία του Νόμου πλατύτερη από το ίδιο σαφές κείμενο του άρθρου που δίνει δυνατότητα αποδοχής ένορκης δήλωσης σε ξένη γλώσσα. Δεν υπάρχει στο νόμο κανένας διαχωρισμός κατηγοριών ένορκων δηλώσεων ώστε να μπορώ να δω θετικά την εισήγηση του κ. Μελά. Ένα σημείο που κρίνεται υπέρ της μη θεώρησης της ένορκης δήλωσης ως δικογραφία (pleading) είναι ότι άλλοι θεσμοί διέπουν τον τρόπο σύνταξης των δικογράφων (βλ. Δ.19) και άλλοι της σύνταξης των ενόρκων δηλώσεων (βλ. Δ.39). Ερχόμενη να εξετάσω την δεύτερη εισήγηση για ακυρότητα του petition διότι επ' αυτού δεν φαίνεται έγκυρη εξουσιοδότηση, θα πω ότι δεν με βρίσκει σύμφωνη αυτή η θέση. To petition σφραγισμένο και υπογραμμένο παρουσιαζόμενο ως ολότητα και με την επιβεβαιωτική ένορκη δήλωση δεν φανερώνει στην όψη του τουλάχιστον ουσιώδες ελάττωμα για να μιλούμε για θεμελιώδη ακυρότητα. Γενικά να αναφέρω ότι σε αιτήσεις που γίνονται από νομικά πρόσωπα η αίτηση υποβάλλεται από αξιωματούχο καθορίζοντας την ιδιότητα του με σφραγίδα της εταιρείας. Αυτά τα ελάχιστα φαίνεται εν προκειμένω να παρουσιάζονται (βλ. Williams and Hunter on Bankruptcy, 19η έκδ. σελ. 495) Δεν συζητούμε βέβαια το θέμα σε επίπεδο μαρτυρίας που τα μέρη που μπορούν να αναπτύξουν διαφορετικά τις θέσεις τους. Να σημειώσω για σκοπούς ολοκληρωμένης τοποθέτησης ότι οποιαδήποτε τυπικά ελαττώματα θα μπορούσαν να διορθωθούν με το Κ.2 των Πτωχευτικών Κανονισμών και το άρθρο 102 του περί Πτωχεύσεων Νόμου (βλ. ακόμη Williams and Hunter on Bankruptcy (ανωτέρω) σελ. 492). Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω τα προδικαστικά τεθέντα σημεία αποτυγχάνουν. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των αιτητών στην κυρίως αίτηση (petition) ως θα υπολογισθούν από Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............. Τ. Ψαρά - Μιλτιάδου, Π.Ε.Δ Πιστον Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Interim (Αναφορά: Πολιτική Δικονομία - πτωχευτική διαδικασία - τεθέντα προδικαστικά σημεία) (Re: tethenta prodikastika simia) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο