← Κύπρος

Ιωάννης Γιάγκου ν. Ανδρέας Ψαράς κ.α., Αρ. Αγωγής: 7275/2001, 17.12.2009

Ιωάννης Γιάγκου ν. Ανδρέας Ψαράς κ.α., Αρ. Αγωγής: 7275/2001, 17.12.2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:A284 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Πρ. Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 7275/2001 Μεταξύ: Ιωάννης Γιάγκου, από τη Λεμεσό Εναγόντων και

  1. Ανδρέας Ψαράς, από τη Λεμεσό
  2. NEW CYFISH DISTRIBUTORS LTD, από τη Λευκωσία Εναγομένων Αίτηση Παραμερισμού Δικαστικής Απόφασης ημερομηνίας 03.07.2009 Ημερομηνία: 17.12.2009 Εμφανίσεις: Για Αιτητή-Εναγόμενο 1: κ. Μ. Παρασκευάς (η κα Στ. Γεωργιάδου για ν' ακούσει απόφαση) Για Καθ΄ου η αίτηση-Ενάγοντα: κ. Ντ. Καψάλης μαζί με κ. Κ. Νεοκλέους ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 22.01.2008 (προφανώς η ημερομηνία 22.1.2007 που εμφανίζεται στο δακτυλογραφημένο κείμενο αποτελεί τυπογραφικό λάθος) εκδόθηκε δικαστική απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον του Εναγομένου 1-Αιτητή (στο εξής καλείται 'ο Αιτητής') και Εναγομένου 2 σύμφωνα με την οποίαν οι Εναγόμενοι διατάκτηκαν να πληρώσουν αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα το ποσό των €51.000,00 ως γενικές αποζημιώσεις με τόκο προς 8% ετησίως επί του ποσού αυτού από 30.10.2001 μέχρι εξόφλησης πλέον το ποσό των €213,58 με τόκο προς 8% ετησίως επί του ποσού αυτού από 30.10.2001 μέχρι εξόφλησης πλέον δικηγορικά έξοδα εκ €950,31 με τόκο προς 8% ετησίως επί του ποσού αυτού από 30.10.2001 μέχρι εξόφλησης πλέον έξοδα επίδοσης εκ €37,59 και έξοδα κλήτευσης μαρτύρων εκ €205,
  3. Η πιο πάνω απόφαση εκδόθηκε μετά από εξέταση σχετικής αίτησης του Ενάγοντα ημερομηνίας 12.07.2007 για έκδοση δικαστικής απόφασης λόγω μη καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης από μέρους των Εναγομένων 1 και
  4. Η αίτηση Στις 03.07.2009 ο Αιτητής καταχώρησε την παρούσα αίτηση με την οποίαν ζητεί την έκδοση διατάγματος που να παραμερίζει την απόφαση Δικαστηρίου ημερομηνίας 22.01.2008 αναφορικά με την υπό τον άνω αριθμό και τίτλο αγωγή. Ο Ενάγοντας ζητεί επίσης τα έξοδα της παρούσας αίτησης. Η υπό κρίση αίτηση, η οποία έγινε δια κλήσεως, εδράζεται στη Διάταξη 17 Κανονισμό 10, στη Διάταξη 26 Κανονισμό 14, στη Διάταξη 40 Κανονισμοί 2, 3, 7 και 11, στη Διάταξη 44 Κανονισμό 11, στη Διάταξη 48 Κανονισμό 2 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Θεσμών, στο άρθρο 30.2 του Συντάγματος, στο άρθρο 6.1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, στη νομολογία, στη γενική πρακτική και σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου. Τα δε γεγονότα πάνω στα οποία στηρίζεται η αίτηση αυτή και που σύμφωνα με τον Αιτητή δικαιολογούν την επιτυχία της, περιέχονται σε ένορκο δήλωση του Αιτητή, κυρίου Ανδρέα Ψαρή, ημερομηνίας 02.07.2009, ο οποίος εν συντομία και μεταξύ άλλων, δηλώνει πως: - Έχοντας προσωπική γνώση των γεγονότων της υπόθεσης αυτής παραδέχεται ότι στις 22.01.2007 (προφανώς εννοεί 22.01.2008) εκδόθηκε απόφαση ερήμην του από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας (προφανώς εννοεί Λεμεσού) στην αγωγή 7275/2001 λόγω παράλειψης καταχώρησης εμφάνισης από μέρους του. - Στις 02.06.2009 του επιδόθηκε η δικαστική απόφαση στην υπό τον άνω αριθμό και τίτλο αγωγή. - Ουδέποτε πήρε και ουδέποτε του επιδόθηκε οποιοδήποτε δικαστικό έγγραφο αγωγής. - Εξουσιοδότησε τον δικηγόρο του να προβεί σε έρευνα του φακέλου της υπόθεσης, πράγμα που έπραξε. - Από την έρευνα του φακέλου διαπίστωσε ότι η αγωγή επιδόθηκε στον αδελφό του στην οικία των γονιών του, αλλά ο ίδιος την περίοδο εκείνη δεν διέμενε μαζί τους και ούτε τους επισκεπτόταν συχνά. - Έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή αφού ο Ενάγοντας οδηγούσε το μοτοποδήλατο του παράνομα, ήταν 17 ετών, δεν είχε άδεια οδηγού και οδηγούσε χωρίς κράνος. - Θεωρούσε ότι η υπόθεση είχε διευθετηθεί μεταξύ των εμπλεκομένων ασφαλιστικών εταιρειών. - Όταν έλαβε γνώση και κλήθηκε να παρουσιαστεί στο ποινικό δικαστήριο για την υπόθεση αυτή παρουσιάστηκε αμέσως και παραδέκτηκε αμέσως. - Ευθύς μετά που του επιδόθηκε η αγωγή ο δικηγόρος του προέβηκε σε έρευνα του φακέλου του Δικαστηρίου και μετά από ολιγοήμερες διακοπές καταχώρησε την παρούσα αίτηση (στις 03.07.2009). Μετά από σχετικό αίτημα του Αιτητή και άδειας του Δικαστηρίου στη βάση της Διάταξης 48 Κανονισμού 4

(2)των περί πολιτικής δικονομίας διαδικαστικών θεσμών καταχωρήθηκε επιπρόσθετη ένορκος δήλωση από τον αδελφό του Αιτητή, κύριο Περικλή Ψαρή, ημερομηνίας 24.11.2009, οποίος συνοπτικά αναφέρει, ανάμεσα σ΄ άλλα τα εξής: - Επικοινώνησε μαζί του ο αδελφός του (Αιτητής) στις αρχές Ιουνίου (του έτους 2009) και του ανάφερε ότι εκδόθηκε απόφαση εναντίον του για ένα τροχαίο ατύχημα που έγινε το 1999 και ότι κατόπιν έρευνας του φακέλου του Δικαστηρίου διαπιστώθηκε ότι υπήρχε δική του υπογραφή (του Περικλή Ψαρή) στην επίδοση της αγωγής στη διεύθυνση των γονιών του, ήτοι οδός Πλουτάρχου 38Α Άγιος Ιωάννης στη Λεμεσό. - Δεν αντιλήφθηκε καθόλου τη φύση, τη σημασία και τη σοβαρότητα του εγγράφου που φαίνεται να υπέγραψε και για το λόγο αυτό προφανώς δεν ενημέρωσε τον αδελφό του για την ύπαρξη του. - Το 2001 διέμενε με τους γονείς του στο πατρικό του αλλά ο αδελφός του δεν διέμενε εκεί αλλά ούτε και τους επισκεπτόταν. Δεν τον έβλεπε σχεδόν καθόλου αφού δεν είχε στενές σχέσεις μαζί του. Η ένσταση Στις 21.10.2009 καταχωρήθηκε ένσταση από μέρους του Καθ' ου η αίτηση επί των ακόλουθων λόγων: (α) Ο Αιτητής με την ένορκη δήλωση του δεν αποκαλύπτει και/ή δεν αποδεικνύει ικανοποιητικούς και/ή επαρκείς λόγους υπεράσπισης ώστε να καθίσταται αναγκαία η επανάνοιξη της υπόθεσης. (β) Ο Αιτητής δεν προβάλλει σοβαρούς και ικανοποιητικούς λόγους γιατί η επίδοση της αγωγής που έγινε σε μέλος της οικογένειας του δεν ήταν καλή επίδοση και δεν έχει παραθέσει κανένα στοιχείο για την αιτιολόγηση του ισχυρισμού αυτού. (γ) Ο Αιτητής δεν προβάλλει λογική εξήγηση γιατί παρέλειψε να καταχωρήσει εμφάνιση. (δ) Ο Αιτητής με την παράλειψη του να καταχωρήσει εμφάνιση συμπεριφέρθηκε περιφρονητικά προς τους θεσμούς και το Δικαστήριο και το γεγονός αυτό συνιστά ένα επιπρόσθετο λόγο που θα πρέπει το Δικαστήριο να λάβει υπ' όψη του για την απόρριψη της αίτησης του. (ε) Η ένορκος δήλωση του Ανδρέα Ψαρή που υποστηρίζει την αίτηση του ημερομηνίας 03.07.2009 πάσχει. Η ένσταση στηρίζεται στη Διάταξη 5 Κανονισμούς 1, 2 και 3, Διάταξη 17, Διάταξη 40 Κανονισμούς 1, 11 και 14, Διάταξη 48 Κανονισμοί 1, 2, 3, 4 και 9, Διάταξη 33 Κανονισμό 5 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Θεσμούς, στη σχετική επί του θέματος νομολογία, στις σχετικές συνταγματικές διατάξεις, επί των γενικών και συμφυών εξουσιών και πρακτική του Δικαστηρίου. Η ένσταση συνοδεύεται από την ένορκο δήλωση του Καθ' ου η αίτηση, κυρίου Ιωάννη Γιάγκου, ημερομηνίας 21.10.2009, στην οποία περιέχονται γεγονότα που κατά τη γνώμη του τεκμηριώνουν τους λόγους ένστασης και κατ' επέκταση δικαιολογούν την απόρριψη της παρούσας αίτησης. Τα γεγονότα που περιέχονται στην ένορκο δήλωση του κυρίου Γιάγκου συνοψίζονται ως εξής: · Την περίοδο που επιδόθηκε η αγωγή ο Αιτητής συγκατοικούσε με τους γονείς του. · Ο Αιτητής προσπαθεί να μεταθέσει την ευθύνη που είχε ο ίδιος πάνω στον Καθ' ου η αίτηση · Αφού ο Αιτητής δεν ενημέρωσε την ασφαλιστική εταιρεία που κάλυπτε ασφαλιστικά το όχημα που οδηγούσε τότε πως θεωρούσε ότι η υπόθεση είχε 'κλείσει' με συμβιβασμό από τις ασφαλιστικές εταιρείες. · Αφού ο Αιτητής δεν ενημέρωσε την ασφαλιστική εταιρεία που τον κάλυπτε ασφαλιστικά τότε πως αυτή θα γνώριζε για το δυστύχημα που ο Αιτητής είχε προξενήσει και για το οποίο έπρεπε να ενημερωθεί για τυχόν ευθύνες του Αιτητή. · Ο Αιτητής φέρει αποκλειστική ευθύνη για την πρόκληση του δυστυχήματος αφού ανέκοψε την πορεία του μοτοποδηλάτου που ο Καθ' ου η αίτηση οδηγούσε. · Ο Αιτητής συμπεριφέρθηκε περιφρονητικά προς τους θεσμούς και το Δικαστήριο επειδή δεν ενημέρωσε την ασφαλιστική εταιρεία και λόγω του ότι δεν καταχώρησε υπεράσπιση. · Μέσα από την ένορκη δήλωση του ο Αιτητής δεν αποκαλύπτει καλή υπεράσπιση που να δικαιολογεί τον παραμερισμό και/ή την ακύρωση της εκδοθείσας δικαστικής απόφασης. Μετά από σχετικό αίτημα του Καθ' ου η αίτηση και άδειας του Δικαστηρίου στη βάση της Διάταξης 48 Κανονισμού 4
(2)των περί πολιτικής δικονομίας διαδικαστικών θεσμών καταχωρήθηκαν επιπρόσθετες ένορκες δηλώσεις από τον επιδότη των ποινικών υποθέσεων της αστυνομίας, κυρίου Σωφρόνιου Παντελή Σωφρονίου, ημερομηνίας 13.11.2009 καθώς και από την πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, κυρία Σωτηρούλα Θρασυβούλου, ημερομηνίας 23.11.2009, η οποία όπως δήλωσε έχει στην κατοχή της τους φακέλους των ποινικών υποθέσεων. Ειδικότερα, ο κύριος Σωφρονίου αναφέρει, ανάμεσα σ' άλλα, ότι: · Στις 10.08.2000 επέδωσε την ποινική υπόθεση υπ' αριθμό 14334 με κατηγορούμενο τον Αιτητή στη μητέρα του στην οδό Πλουτάρχου 38Α, στην ενορία Αγίου Ιωάννη στη Λεμεσό. · Η μητέρα του Αιτητή του ανάφερε ότι συγκατοικεί με τον Αιτητή Η δε κυρία Θρασυβούλου με την ένορκο δήλωση της επιβεβαιώνει την επίδοση και την καταχώρηση ένορκης δήλωσης από τον επιδότη (κύριο Σωφρονίου) σχετικά με την προαναφερόμενη ποινική υπόθεση. Επίσης, ανάφερε ότι ο Αιτητής στην εν λόγω ποινική υπόθεση καταδικάστηκε σε πρόστιμο ύψους Λ.Κ.£90 και έξοδα εκ Λ.Κ.£10 επισυνάπτοντας παράλληλα ως τεκμήρια αντίγραφο του κατηγορητηρίου και της ένορκης δήλωσης επιδόσεως της πιο πάνω ποινικής υπόθεσης στη μητέρα του Αιτητή. Ακροαματική διαδικασία Στις 08.12.2009 διεξήχθηκε η ακρόαση της παρούσας αίτησης στη βάση των γεγονότων που περιέχονταν στις ενόρκους δηλώσεις αλλά και της προφορικής μαρτυρίας που δόθηκε στα πλαίσια αντεξέτασης ενόρκως δηλούντα.[1] Κατά την ακρόαση της υπό κρίσης αίτησης ο ευπαίδευτος συνήγορος του Αιτητή περιορίστηκε σε αγόρευση προς υποστήριξη των ισχυρισμών του Αιτητή, ο οποίος, με παραπομπή σε νομολογία, βασικά επανέλαβε τις θέσεις και ισχυρισμούς του Αιτητή, όπως αυτές σημειώνονται μέσα από τις ενόρκους δηλώσεις που υποστηρίζουν την αίτηση. Αντίθετα, ο ευπαίδευτος συνήγορος του Καθ' ου η αίτηση άσκησε το δικαίωμα αντεξέτασης που του παρέχει η Διάταξη 39 Κανονισμός 1 των περί πολιτικής δικονομίας διαδικαστικών θεσμών και προχώρησε στην αντεξέταση του ενόρκως δηλούντα Περικλή Ψαρή. Παράλληλα, κατά τη νομική επιχειρηματολογία του επέμεινε, επίσης με παραπομπή σε νομολογία, στις θέσεις και ισχυρισμούς του Καθ' ου η αίτηση, όπως αυτές εκφράζονται μέσα από τις επισυνημμένες ενόρκους δηλώσεις που στηρίζουν την ένσταση. Κατά τη διάρκεια της ακρόασης, αμφότερα τα μέρη συμφώνησαν και δήλωσαν για σκοπούς εκδίκασης της παρούσας αίτησης ότι ο Ανδρέας Ψαράς που αναφέρεται στον τίτλο της υπό τον άνω αριθμό αγωγής αλλά και στις ενόρκους δηλώσεις του κυρίου Σωφρονίου και κυρίας Θρασυβούλου πρόκειται για το ίδιο άτομο με το όνομα Ανδρέας Ψαρής που επίσης εμφανίζεται μέσα από τις ενόρκους δηλώσεις του Αιτητή και του Καθ' ου η αίτηση. Το ίδιο έπραξαν και στην περίπτωση όπου δήλωσαν ότι εκ παραδρομής σημειώθηκε η φράση 'Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας' αντίς 'Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού' που ήταν το ορθό. Παράλληλα, ο ευπαίδευτος συνήγορος του Καθ' ου η αίτηση απέσυρε τους ισχυρισμούς που διατύπωσε περί μη ύπαρξης υπογραφής επί της ενόρκου δηλώσεως του Αιτητή. Έχοντας σκιαγραφήσει τις πιο πάνω βασικές θέσεις και ισχυρισμούς του Αιτητή και Καθ' ου η αίτηση δεν προτίθεμαι να αναφέρω αυτολεξεί το περιεχόμενο της αίτησης, της ένστασης και ενόρκων δηλώσεων που τις συνοδεύουν όσο και τις αγορεύσεις των ευπαιδεύτων συνηγόρων των διαδίκων αφού κάτι τέτοιο είναι ήδη καταγραμμένο μέσα από τα έγγραφα που υπέβαλαν ενώπιον του Δικαστηρίου καθώς και μέσα από τα επίσημα πρακτικά που τηρούνται στα πλαίσια εκδίκασης της υπό κρίσης αίτησης. Οι θέσεις των μερών έχουν μελετηθεί με προσοχή, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους και όπως προανάφερα δεν κρίνεται σκόπιμο να επαναληφθούν. Νομική Πτυχή Η εξουσία του Δικαστηρίου για παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης παρέχεται από τη Διάταξη 17 Κανονισμό 10 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας έχει διακριτικό χαρακτήρα και ασκείται δικαστικά.[2] Μέσα στα πλαίσια άσκησης της διακριτικής εξουσίας του το Δικαστήριο θα πρέπει να ισοζυγίσει δύο παράγοντες θεμελιώδεις για την απονομή της δικαιοσύνης, ήτοι από τη μια τη διασφάλιση του δικαιώματος ενός διαδίκου ν' ακουστεί και από την άλλη την ανάγκη προστασίας της τελεσιδικίας αλλά και της ταχείας διεκπεραίωσης των δικαστικών διαδικασιών.[3] Το βάρος απόδειξης σε τέτοιου είδους αιτήσεις το φέρει ο Αιτητής, ο οποίος καλείται μέσα από το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων και τυχόν επισυνημμένων τεκμηρίων που συνοδεύουν την αίτηση του να το αποσείσει. Συγκεκριμένα, ο Κανονισμός 10 της Διάταξης 17, ο οποίος είναι πανομοιότυπος με το αγγλικό O.13 r.10, σημειώνει τα εξής: "Where judgment is entered pursuant to any of the preceeding rules of this Order, it shall be lawful for the Court in a proper case to set aside or vary such judgment upon such terms as may be just." Σε ελεύθερη μετάφραση: "Όταν εκδοθεί απόφαση σύμφωνα με τους προηγούμενους κανονισμούς αυτής της Διάταξης, θα είναι νόμιμο δια το Δικαστήριο στην κατάλληλη περίπτωση να παραμερίσει ή να διαφοροποιήσει τέτοια απόφαση με όρους που θα ήθελαν φανεί δίκαιοι." Η κυπριακή νομολογία έχει υποδείξει ότι ο Αιτητής για να επιτύχει παραμερισμό δικαστικής απόφασης θα πρέπει να δείξει και να πείσει ότι έχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή καλόπιστη συζητήσιμη υπόθεση και να εξηγήσει κατά τρόπο πειστικό ότι δικαιολογείται η μη εμφάνιση του στη διαδικασία, όπως και η όποια καθυστέρηση του να αποταθεί στο δικαστήριο για παραμερισμό της απόφασης. Τα κριτήρια αυτά πρέπει να συντρέχουν. Οι πιο πάνω αρχές αναδύθηκαν μέσα από τη γνωστή αγγλική απόφαση Evans v Bartlam
(1937)2 All E.R. 646, η οποία και υιοθετήθηκε σε διάφορες αποφάσεις των κυπριακών δικαστηρίων όπως στην Ioannis Kotsapas & Sons Ltd v Titan Constructions and Engineering Company
(1961)1 C.L.R. 317, στη Christophorou v Kyriakoulli
(1963)2 C.L.R. 159, στη Phylactou v Michael
(1982)1 C.L.R. 204, Δ. Σκάρος v Π. Χριστοδούλου
(1998)1(Α) Α.Α.Δ. 291, Γιάννης άλλως Γιαννάκης Κουδουνάς v ΣΚΥΜΕ Λτδ κ.α.
(2000)1 Α.Α.Δ. 967, Γεώργιος Φρίξου Γιωργαλλίδης v Ταπελλογραφείο Κώστας Παύλου & Σία Λτδ
(2000)1 Α.Α.Δ. 1101, στην Bush κ.α. v Γιαννή
(2001)1 Α.Α.Δ. 1342 και στην Βύρων Τεγκεράκης, διαχειριστής της περιουσίας της αποβιωσάσης Κορίνας Τεγκεράκη (Χατζηπαναγή Γιάννη) v Δήμος Λευκωσίας
(2005)1 Α.Α.Δ. 289. Στην Ετήσια Δικονομική Πρακτική 1958 (The Annual Practice 1958) και ειδικότερα στη σελίδα 227 τονίζεται πως, αίτηση, όπως η υπό εξέταση στη προκειμένη περίπτωση, συνοδεύεται από ένορκο δήλωση η οποία πρέπει να περιέχει τέτοια μαρτυρία και πληροφορίες ώστε να πείσει επί της ουσίας για το αίτημα που υποβάλλεται δια της αίτησης, πάντοτε στη βάση των αρχών που θεμελιώνουν το εν λόγω αίτημα, όπως αυτές έχουν διαχρονικά προσδιοριστεί μέσα από τη νομολογία. Στο δε σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 37 στην παράγραφο 403 της σελίδας 296 αναγράφονται, ανάμεσα σ' άλλα, τα εξής υπό τον τίτλο 'Setting aside default judgment': ". the application must be supported by an affidavit of merits, stating the facts showing that the defendant has a defence on the merits, otherwise there may not be any point in setting it aside." Επίσης στην υπόθεση Phylactou v Michael
(1982)1 C.L.R. 204 επισημάνθηκε πως, παρά την ύπαρξη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης, το Δικαστήριο μπορεί ν' αρνηθεί να παραμερίσει μια εκδοθείσα δικαστική απόφαση και ουσιαστικά το επανάνοιγμα μιας υπόθεσης εάν η διαγωγή του αιτούντος είναι τέτοια ώστε να πλήττει το θεμέλιο της δικαιοσύνης. Στη δε υπόθεση Millouka Motor Trading Ltd v Χρύσανθου Κούρτη
(1997)1 Α.Α.Δ. 941 τονίστηκε ότι η χωρίς λόγο παράλειψη εμφάνισης και η αδικαιολόγητη καθυστέρηση να αποταθεί ένας για παραμερισμό δικαστικής απόφασης μπορούν βάσιμα να αποτελέσουν λόγο για απόρριψη της αίτησης παραμερισμού διαφορετικά η όλη πορεία της δικαστικής διαδικασίας θα άφηνε αιωρούμενα τα εκατέρωθεν δικαιώματα και θα ήταν δέσμια της κρίσης του εναγομένου σε σχέση με το χρόνο που ο ίδιος θα επέλεγε για να καταχωρήσει την αίτηση. Ίδια προσέγγιση υιοθετήθηκε και στην υπόθεση Salamis Shipping Services Ltd v Bata (Cyprus) Ltd
(2004)1 Α.Α.Δ. 1767 χαρακτηριστικά τονίζονται τα εξής: "Ο Εναγόμενος, για να επιτύχει παραμερισμό της απόφασης, θα πρέπει να δείξει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση και να εξηγήσει τη μη εμφάνιση του στη διαδικασία, όπως και την όποια καθυστέρηση του να αποταθεί στο δικαστήριο για παραμερισμό της απόφασης." Σύμφωνα με την προαναφερόμενη νομολογία, προκύπτει σαφώς ότι τα κριτήρια με βάση τα οποία το Δικαστήριο κατευθύνεται στην απόφαση του σε παρόμοιες αιτήσεις, όπως η υπό εξέταση αίτηση, πρέπει να ικανοποιούνται σωρευτικά. Βέβαια τα πιο πάνω εφαρμόζονται υπό την προϋπόθεση ότι υπήρξε κανονική επίδοση του κλητηρίου εντάλματος στον εναγόμενο. Η μη επίδοση του κλητηρίου εντάλματος ή η κακή επίδοση του είναι μία από τις περιπτώσεις όπου δεν θα πρέπει να εκδοθεί απόφαση στην αγωγή. Η κακή ή αντικανονική επίδοση της αγωγής έχει ως αποτέλεσμα να μην ενημερωθεί ο εναγόμενος για τη διαδικασία εναντίον του και ως εκ τούτου το Δικαστήριο, αφού διαπιστώσει ότι η επίδοση υπήρξε κακή ή αντικανονική ή γενικότερα διαπιστώνονται λόγοι για ακύρωση στη βάση ex debito justitiae, είναι υποχρεωμένο να παραμερίσει την απόφαση με έξοδα υπέρ του αιτητή (εναγομένου) χωρίς να τίθεται θέμα άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του [βλέπε Νικόλας Γιωργαλλίδης v Χρυσόστομου Χρίστου (Ττομή)
(1997)1(Α) Α.Α.Δ. 247, Ιεράς Μητρόπολης Λεμεσού v Chr. P. Michaelides (Estates) Limited
(2002)1 Α.Α.Δ. 43 και J.Z. Classic Music Pro Ltd v Alkadia Music Land Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. 1151]. Επομένως, η κακή επίδοση του κλητηρίου εντάλματος εκθεμελιώνει την κανονικότητα της διαδικασίας που ακολουθήθηκε και γι' αυτό στην παρούσα περίπτωση είναι σημαντικό το Δικαστήριο να ερευνήσει εάν όντως υπήρξε καλή επίδοση και κατ' επέκταση εάν ο αιτητής έλαβε γνώση για τη δικαστική διαδικασία εναντίον του, προτού προχωρήσει και εξετάσει τους υπόλοιπους λόγους για τους οποίους ο Αιτητής ζητεί τον παραμερισμό της απόφασης. Στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 26 στην παράγραφο 559 σημειώνονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: "When a judgment in default of appearance or defence has been entered before the proper time, or there has been no service or no sufficient service, or it has been entered for a greater amount than in due, or there has been a breach of good faith, it will be set aside ex debito justitiae, apart from any consideration as to whether there is a good defence on the merits and the plaintiff is usually ordered to pay the costs occasioned by the judgment or order." Στον δε Τόμο 37 του ιδίου συγγράμματος και συγκεκριμένα στην παράγραφο 403 και σελίδα 297 αυτού επισημαίνονται, μεταξύ άλλων, τ' ακόλουθα: "In the case of an irregular judgment, the defendant is entitled to have it set aside ex debito justitiae and the court should not impose any terms whatever upon the defendant." Επιπλέον, στο σύγγραμμα Odger's on Pleading and Practice, 2η έκδοση στη σελίδα 58 αυτού τονίζονται, ανάμεσα σ' άλλα, τα πιο κάτω: ". where a judgment is irregularly obtained the defendant is entitled as of right to have it set aside on application by summons or by motion (under Order 2, rr.1,2). The irregularities relied on must be specified in the summons and the application must be made within a reasonable time and before any fresh step is taken after knowledge of the irregularity." Επίσης σύμφωνα με το νομικό ερμηνευτικό λεξικό Oxford Dictionary of Law, νέα έκδοση και ειδικότερα στη σελίδα 177 ο όρος ex debito justitiae σημαίνει "As a matter of right. The phrase is applied to remedies that the court is bound to give when they are claimed, as distinct from those that it has discretion to grant." Προχωρώ τώρα στην αξιολόγηση των θέσεων και ισχυρισμών του Αιτητή, των λόγων ένστασης του Καθ' ου η αίτηση, της ενώπιον μου προσαχθείσας προφορικής μαρτυρίας καθώς και στα ευρήματα και συμπεράσματα που το Δικαστήριο αυτό κατέληξε. Αξιολόγηση προσαχθείσας προφορικής μαρτυρίας Κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης του ενόρκως δηλούντα Περικλή Ψαρή το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία και ευχέρεια να παρακολουθήσει με κάθε δυνατή προσοχή τον εν λόγω μάρτυρα ο οποίος κατάθεσε ενώπιον του. Με κριτήρια την όλη στάση και συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της εκδίκασης της παρούσας αίτησης καθώς και το περιεχόμενο της μαρτυρίας του, σε συνυφασμό με την υπόλοιπη μαρτυρία που έχει προσαχθεί ενώπιον μου υπό τη μορφή ενόρκων δηλώσεων καθώς και των τεκμηρίων που τις συνοδεύουν το Δικαστήριο προχωρεί στην αξιολόγηση της. Ο πιο πάνω μάρτυρας δεν μου έκανε καλή εντύπωση. Δεν ήταν ειλικρινής μάρτυρας και δεν είπε την αλήθεια. Ήλθε στο Δικαστήριο με μοναδικό σκοπό να βοηθήσει την υπόθεση του αδελφού του που είναι ο Αιτητής στην υπό εξέταση αίτηση. Ούτε πειστικός ούτε θετικός ήταν με τις απαντήσεις που έδινε στις ερωτήσεις που του υπεβλήθησαν. Χωρίς ευθέως να παραδέχεται ότι υπέγραψε για την παραλαβή της αγωγής στο σπίτι των γονιών του όπου διέμενε, ταυτόχρονα δεν απέκλεισε και δεν απέρριψε κάτι τέτοιο λέγοντας στο τέλος ότι μπορεί και να το έπραξε με αποτέλεσμα να μην αμφισβητεί την ένορκο δήλωση επίδοσης της αγωγής του επιδότη, η οποία του υπoδείχθηκε κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης του. Αρχικά είχε πει ότι δεν θυμόταν εάν παρέλαβε το συγκεκριμένο έγγραφο αλλά στη συνέχεια ελίχθηκε και διαφοροποιήθηκε. Ανάφερε επίσης κατά την αντεξέταση του ότι ο αδελφός του (Αιτητής) δεν διέμενε στο σπίτι των γονιών του την περίοδο 1999-2001 ούτε και τους επισκεπτόταν συχνά αφού δεν διατηρούσαν, όπως είπε, τότε στενές σχέσεις. Το ίδιο ανάφερε και στην παράγραφο 4 της ενόρκου δηλώσεως του αποφεύγοντας όμως επιμελώς να αναφέρει που διέμενε ο αδελφός του εκείνη την περίοδο, τουλάχιστο εάν διέμενε στην ίδια πόλη με αυτούς, απλά ισχυριζόμενος και πάλι ότι δεν θυμόταν. Ο ίδιος παραδέχεται ότι διέμενε με τη μητέρα του στην οδό Πλουτάρχου 38Α, στην ενορία Αγίου Ιωάννη στη Λεμεσό. Ωστόσο ο ισχυρισμός του περί μη διαμονής του Αιτητή μαζί με τον ίδιο και τη μητέρα του καταρρίπτεται από την ένορκη δήλωση του κυρίου Σωφρονίου που δήλωσε ότι ο ίδιος στις 10.08.2000 επίδωσε το κατηγορητήριο της ποινικής υπόθεσης υπ΄ αριθμό 14334 που αφορούσε τον Αιτητή στη μητέρα του και συγκεκριμένα στην οδό Πλουτάρχου 38Α, στην ενορία Αγίου Ιωάννη στη Λεμεσό, η οποία του ανάφερε ότι συγκατοικούσε με τον Αιτητή στην εν λόγω διεύθυνση. Η θέση αυτή του κυρίου Σωφρονίου τεκμηριώνεται και από την παράγραφο 7 της ενόρκου δηλώσεως του Αιτητή που ρητά σημειώνει ότι ο ίδιος έλαβε γνώση για την επίδοση του κατηγορητηρίου και εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου σχετικά με την πιο πάνω ποινική υπόθεση όπου και παραδέχθηκε στην κατηγορία της οδήγησης μηχανοκινήτου οχήματος χωρίς να καταβάλει την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή. Ο Περικλής Ψαρής αναφέρει ακόμη ότι εκείνη την περίοδο έρχονταν κλήσεις και για τον πατέρα του τις οποίες θυμάται σε αντίθεση με την υπό τον άνω αριθμό και τίτλο αγωγή που δεν θυμάται χωρίς να αναφέρει εάν για οποιαδήποτε από τις κλήσεις του πατέρα του δημιουργήθηκε το ίδιο πρόβλημα ως αποτέλεσμα της σοβαρότητας και σημασίας που επιδείκνυε στην παραλαβή των εγγράφων αυτών. Είναι πάντως άξιο απορίας γιατί ο εν λόγω μάρτυρας προτού υπογράψει την παραλαβή του κλητηρίου εντάλματος δεν ρώτησε τον επιδότη που του το διαβίβαζε σε ποιον απευθύνετο το έγγραφο ή γιατί ο ίδιος δεν έλεγξε κάτι τέτοιο έτσι ώστε να ενημερώσει τον επιδότη ότι δεν θα παραλάβει το εν λόγω έγγραφο αφού, όπως είναι η θέση του, ο Αιτητής δεν συγκατοικούσε μαζί του και δεν γνώριζε που κατοικούσε. Είναι επίσης άξιο απορίας πως είναι δυνατό ο μάρτυρας αυτός να θυμόταν ότι παρέλαβε διάφορες κλήσεις για τον πατέρα του ενώ να μην θυμάται ότι παρέλαβε κλητήριο ένταλμα εκ μέρους και για λογαριασμό του Αιτητή με τον οποίον, όπως ισχυρίζεται, δεν συγκατοικούσε, δεν είχε στενές σχέσεις και ούτε γνώριζε που διέμενε. Είναι ακόμη άξιο απορίας γιατί ενώ επέδειχνε σοβαρότητα για τη φύση και τις συνέπειες παραλαβής διαφόρων εγγράφων εκ μέρους και για λογαριασμό του πατέρα του ισχυρίζεται ότι δεν έπραξε το ίδιο ή δεν ένιωθε κάτι τέτοιο όταν παρέλαβε το κλητήριο ένταλμα εκ μέρους και για λογαριασμό του Αιτητή. Είναι τέλος άξιο απορίας γιατί ο μάρτυρας αυτός τελικά αποδέκτηκε να παραλάβει έγγραφο για άτομο με το οποίο, όπως ο ίδιος ισχυρίζεται, δεν διατηρούσε στενές σχέσεις και δεν γνώριζε που διέμενε. Έχοντας τα πιο πάνω υπόψη μου δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού ως αληθή, εκτός μόνο εκεί που αναφέρει ότι είναι αδελφός του Αιτητή που διέμενε μαζί με τη μητέρα του στην οδό Πλουτάρχου 38Α, στην ενορία Αγίου Ιωάννη στη Λεμεσό και ότι την περίοδο εκείνη ήταν 20 ετών καθώς και το ότι παρέλαβε την υπό τον άνω αριθμό και τίτλο αγωγή που αφορούσε τον Αιτητή, γεγονότα τα οποία δεν θα μπορούσαν να ήταν διαφορετικά αφού ούτως ή άλλως επαληθεύονται από τις υπόλοιπες ενόρκους δηλώσεις και τα επισυνημμένα σ' αυτές τεκμήρια που συνοδεύουν την αίτηση και την ένσταση. Αξιολόγηση θέσεων και ισχυρισμών του Αιτητή, λόγων ένστασης του Καθ' ου η αίτηση, ευρήματα και συμπεράσματα Δικαστηρίου Ο Αιτητής παραπονείται, εμμέσως πλην σαφώς, ότι η επίδοση της αγωγής είναι αντικανονική και/ή παράτυπη επειδή δεν έλαβε γνώση γι' αυτήν αφού όπως ισχυρίζεται το 2001 δεν διέμενε με τους γονείς του στο πατρικό του σπίτι.. Επομένως, χωρίς ο ίδιος ευθέως να το επικαλείται, υπαινίσσεται ότι η δικαστική απόφαση θα πρέπει να παραμεριστεί στη βάση της αρχής ex debito justitiae. Η επίδοση εγγράφων, όπως το κλητήριο ένταλμα, διέπεται από τους δικονομικούς κανόνες της Διάταξης 5 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Θεσμών. Συγκεκριμένα, στον Κανονισμό 2 της Διάταξης 5 προνοείται, μεταξύ άλλων, πως όταν το πρόσωπο προς το οποίο πρόκειται να γίνει επίδοση εγγράφου δεν ανεβρεθεί στο σπίτι του ή στο συνήθη τόπο εργασίας του, η επίδοση θα θεωρείται ότι έγινε αν αντίγραφο αφεθεί σε ένα μέλος της οικογένειας του που να φαίνεται ότι είναι 16 ετών και άνω και είναι στην πόλη ή το χωριό του ή εντός της περιοχής του. Μέσα από διάφορες αποφάσεις και ελληνικά ερμηνευτικά λεξικά, ο όρος 'οικογένεια' επιδέχεται μία ποικιλία ερμηνειών ανάλογα με τα περιστατικά της υπόθεσης. Στην υπόθεση υπ' αριθμό 940/95 όμως μεταξύ Χαράλαμπος Τουμαζή v Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω (α) Υπουργού Οικονομικών (β) Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων, ημερομηνίας 19.03.1997 επιχειρήθηκε να ερμηνευθεί η έννοια της λέξης 'οικογένεια' με βάση το 'Σύντομο Εγκυκλοπαιδικό Λεξικό' του Ελευθερουδάκη και συγκεκριμένα αναφέρονται τα εξής: "Οικογένεια εν τη στενοτέρα εννοία ομάς αποτελούμενη εκ των δια νομίμου γάμου συνδεομένων γονέων και των τέκνων αυτών, εν τη ευρυτέρα εννοία ομάς περιλαμβάνουσα τους δύο γονείς τα τέκνα των και συζύγους των αρρένων τέκνων και τους τούτων απογόνους..." Στη δε υπόθεση υπ' αριθμό 935/94 μεταξύ Ανδρέα Γ. Θωμά v Κυπριακής Δημοκρατίας
(1996)1 Α.Α.Δ. 157 σημειώθηκε πως η έννοια της 'οικογένειας' καλύπτει και τα 'αδέλφια'. Μία ποιο χαλαρή, ευρύτερη και πιο ευέλικτη ερμηνεία της 'οικογένειας' δόθηκε στην υπόθεση Green v Marsden [1853] 1 Drew 646 όπου, ανάμεσα σ' άλλα, αναφέρθηκαν τα εξής: "it is still in itself a word of most loose and flexible description." και ακολούθως στην υπόθεση Χριστάκης Γεωργίου Θεοδώρου κ.α v Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Μακράσυκας
(2003)1 Α.Α.Δ. 1305 όπου λέχθηκε πως "το κατά πόσο συγκεκριμένο πρόσωπο θεωρείται μέλος μιας οικογένειας εξαρτάται όχι μόνο από τα περιστατικά της υπόθεσης αλλά και από τους σκοπούς της συγκεκριμένης νομικής πρόνοιας στην οποία η λέξη 'οικογένεια' απαντάται." Στην υπόθεση Χριστάκης Γεωργίου Θεοδώρου κ.α v Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Μακράσυκας
(2003)1 Α.Α.Δ. 1305 η επίδοση που έγινε στη γιαγιά του πρώτου εφεσείοντος και αντίστοιχα μητέρα και πεθερά της τρίτης εφεσείουσας και του δεύτερου εφεσείοντος εκ μέρους και για λογαριασμό των εφεσειόντων θεωρήθηκε ως κανονική και σύμφωνα με τις πρόνοιες της Διάταξης 5 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Θεσμών αφού κρίθηκε ως μέλος της οικογένειας των εφεσειόντων επειδή είχε στενή συγγενική σχέση μαζί τους, η οποία ήταν άνω των 16 ετών και διέμενε στον ίδιο χώρο μαζί τους και συγκεκριμένα στα βοηθητικά της οικίας των εφεσειόντων. Περαιτέρω, στην ίδια υπόθεση ειπώθηκε ότι σκοπός του νομοθέτη μέσα από την προαναφερόμενη διάταξη ήταν να διευκολύνει την επίδοση εγγράφων όπου αυτή δεν είναι δυνατό να επιτευχθεί στον ίδιο το διάδικο προσωπικά, φέρνοντας του όμως ταυτόχρονα το προς επίδοση έγγραφο εις γνώση του μέσω των προϋποθέσεων που θέτει η διάταξη αυτή. Στην προκειμένη περίπτωση ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι δεν διέμενε με τον αδελφό και τους γονείς του στην οδό Πλουτάρχου 38Α, στην ενορία Αγίου Ιωάννη στη Λεμεσό. Παρ' όλα αυτά όμως, ουδεμία μαρτυρία προσφέρεται από τον Αιτητή για να στηρίξει και να αποδείξει τον ισχυρισμό του ότι δεν διαμένει στην οικία όπου έγινε η επίδοση, ως όφειλε να πράξει. Ειδικότερα, κάποιος λογικά σκεπτόμενος ανέμενε από τον Αιτητή να αναφέρει στην ένορκο δήλωση του την ακριβής διεύθυνση της οικίας στην οποίαν ισχυρίζεται ότι διαμένει και που σύμφωνα με τον ίδιο είναι διαφορετική από αυτή που επιδόθηκε το κλητήριο ένταλμα, πράγμα που όμως δεν συμβαίνει. Ούτε όμως ο Αιτητής επισυνάπτει οποιοδήποτε έγγραφο που να υποστηρίζει τον ισχυρισμό του αυτό και ταυτόχρονα να βοηθά το Δικαστήριο στο να μπορεί να προσδιορίσει τη διεύθυνση της οικίας που ο ίδιος ισχυρίζεται ότι είναι διαφορετική από αυτή που επιδόθηκε το έγγραφο, ως επίσης όφειλε να πράξει. Αντίθετα, στην παράγραφο 9 της ενόρκου δηλώσεως του ο Αιτητής αποκαλύπτει ότι στις 22.10.2001, δηλαδή 8 ημέρες πριν από την επίδοση της αγωγής, ο ίδιος βρισκόταν στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού για την αντίστοιχη ποινική υπόθεση, της οποίας το κατηγορητήριο επιδόθηκε στη μητέρα του Αιτητή στην προαναφερόμενη οδό, γεγονός για το οποίο, σύμφωνα με τον ίδιο τον Αιτητή, είχε ενημερωθεί (βλέπε παράγραφο 7 της ενόρκου δηλώσεως του Αιτητή). Κοντά σ' αυτά θα πρόσθετα και την παρατήρηση μου ότι εφόσον ο Αιτητής ήταν εμπλεκόμενο μέρος στο δυστύχημα και ταυτόχρονα, όπως ο ίδιος ισχυρίζεται, υπάλληλος της Εναγομένης 2 ανέμενα από τον ίδιο να επιμένει μέχρις ότου επιβεβαιωθεί στη βάση τεκμηρίων ή εγγράφων ή άλλως πως ότι η υπό τον άνω αριθμό και τίτλο αγωγή είχε πλήρως διευθετηθεί εξωδίκως είτε μεταξύ των ασφαλιστικών εταιρειών είτε άλλως πως. Αυτό βέβαια δεν έγινε ποτέ από μέρους του Αιτητή, ο οποίος αρκείται στο ν' αναφέρει απλώς ότι θεωρούσε ότι η υπόθεση είχε κλείσει με συμβιβασμό από τις ασφαλιστικές εταιρείες χωρίς όμως ποτέ να δηλώσει που στηρίζει αυτό το συλλογισμό του ή να αποκαλύψει ή να δώσει λεπτομέρειες επί των οποίων κατέληξε στην εκτίμηση του αυτή. Ο Αιτητής ουσιαστικά δεν επέδειξε οποιοδήποτε ενδιαφέρον και ουδέποτε φαίνεται να προέβηκε σε οποιαδήποτε ενέργεια από την ημέρα που εμπλάκηκε στο δυστύχημα που θα τον οδηγούσε στο να εξακριβώσει εάν είχε οποιεσδήποτε νομικές ή άλλες συνέπειες. Κατά συνέπεια, πρόκειται για ένα ακόμη γενικό και ασαφή ισχυρισμό που δεν μπορεί και δεν γίνεται αποδεκτός από το Δικαστήριο. Με βάση τις πιο πάνω ερμηνείες, νομολογιακές αρχές, τα περιστατικά και γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση αλλά και στη βάση της ενώπιον μου προσκομισθείσας μαρτυρίας, αποτελούν ευρήματα του παρόντος Δικαστηρίου τα εξής: (α) Στις 30.10.2001 ο κύριος Περικλής Ψαρής που είναι αδελφός του Αιτητή παρέλαβε και υπέγραψε προς τούτο, εκ μέρους και για λογαριασμό του Αιτητή, το κλητήριο ένταλμα της υπό τον άνω αριθμό και τίτλο αγωγή που του επιδόθηκε στο πατρικό του σπίτι στην οδό Πλουτάρχου 38Α, στην ενορία Αγίου Ιωάννη στη Λεμεσό. (β) Την περίοδο της επίδοσης της υπό τον άνω αριθμό και τίτλο αγωγής ο κύριος Περικλής Ψαρής ήταν 20 ετών. (γ) Την περίοδο της επίδοσης της υπό τον άνω αριθμό και τίτλο αγωγής ο Αιτητής συγκατοικούσε μαζί με τους γονείς του και τον αδελφό του (Περικλή Ψαρή) στην οδό Πλουτάρχου 38Α, στην ενορία Αγίου Ιωάννη στη Λεμεσό. Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω ευρημάτων, κρίνω ότι έχει γίνει καλή, έγκυρη, νόμιμη και κανονική επίδοση του κλητηρίου εντάλματος που συνάδει με τις πρόνοιες των σχετικών διατάξεων των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και συνεπώς ο υπαινιγμός ή έμμεσος ισχυρισμός του Αιτητή για κακή και/ή αντικανονική επίδοση του κλητηρίου εντάλματος και ότι η δικαστική απόφαση θα πρέπει να παραμεριστεί στη βάση της αρχής της ex debito justitiae απορρίπτεται ως αβάσιμος και ανεδαφικός. Περαιτέρω, ένεκα των πιο πάνω ερμηνειών, νομολογιακών αρχών, των περιστατικών και γεγονότων που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση καθώς και των ευρημάτων του παρόντος Δικαστηρίου, κρίνω πως ο κύριος Περικλής Ψαρής, όντας 20 ετών, αδελφός και συγκάτοικος του Αιτητή, εμπίπτει στην έννοια του 'μέλους της οικογένειας που είναι 16 ετών και άνω' που προνοεί το γράμμα και πνεύμα του Κανονισμού 2 της Διάταξης 5 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Θεσμών αναφορικά με την επίδοση κλητηρίου εντάλματος. Έχοντας αναφέρει τα πιο πάνω, κρίνω ότι η επίδοση που έγινε είναι κανονική, επαρκής, νόμιμη και έγκυρη και εφόσον έγινε σύμφωνα με τις πρόνοιες των θεσμών και τις αρχές νομολογίας κρίνω πως ο Αιτητής έλαβε γνώση επί του περιεχομένου του κλητηρίου εντάλματος που του επιδόθηκε μέσω του αδελφού του Περικλή Ψαρή.[4] Αποτελεί ακόμη εύρημα του Δικαστηρίου ότι, ως αποτέλεσμα της επίδοσης αυτής, ο Ενάγοντας προχώρησε σε απόδειξη της υπόθεσης του αφού πρώτα παρήλθε ο χρόνος της εμφάνισης που οι διαδικαστικοί θεσμοί καθορίζουν μέσα από τις πρόνοιες των σχετικών διατάξεων τους. Συνεπεία της κανονικής διαδικασίας που ακολουθήθηκε, εκδόθηκε δικαστική απόφαση εναντίον του Αιτητή και εν ερήμην του. Ως αποτέλεσμα του πιο πάνω, ο δεύτερος λόγος ένστασης επιτυγχάνει. Εξετάζω τώρα το κριτήριο του κατά πόσο ή όχι δικαιολογείται η μη εμφάνιση του Αιτητή στη διαδικασία. Όπως είναι γνωστό, το συνταγματικό δικαίωμα ενός ατόμου να ακούγεται ενώπιον του Δικαστηρίου αντισταθμίζεται και εξισορροπείται από την υποχρέωση του Δικαστηρίου να διασφαλίζει την ολοκλήρωση μιας υπόθεσης εντός εύλογου χρονικού διαστήματος, η οποία υποχρέωση επίσης κατοχυρώνεται συνταγματικά.[5] Διαφορετικά, η υιοθέτηση μιας προσέγγισης και αντιμετώπισης που ισοδυναμεί με αυτόματη, μονόπλευρη και ανεπιφύλακτη αποδοχή του εκάστοτε αιτητή για παραμερισμό δικαστικής απόφασης ουσιαστικά θα παραβίαζε το συνταγματικό δικαίωμα του ενάγοντα για εκδίκαση της υπόθεσης του μέσα σε εύλογο χρόνο και συνεπώς θα έθετε σε κίνδυνο την αποτελεσματικότητα και αξιοπιστία των θεσμών απονομής δικαιοσύνης και έτσι θα τον εξέθετε σε χλευασμό.[6] Έχοντας εξετάσει το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως του Αιτητή και μελετήσει το φάκελο της υπόθεσης του Δικαστηρίου αλλά και σε συνδυασμό με τα πιο πάνω ευρήματα του Δικαστηρίου, κρίνω ότι η μη εμφάνιση του Αιτητή στη διαδικασία δεν είναι δικαιολογημένη. Θεωρώ ότι δεν δόθηκε οποιαδήποτε ικανοποιητική εξήγηση από μέρους του Αιτητή αναφορικά με τη μη εμφάνιση του στη διαδικασία. Αντίθετα, θεωρώ την προσκομισθείσα μαρτυρία περί του θέματος αυτού αδύνατη, ανεπαρκής και γενικά μη πειστική. Οι λόγοι που ο Αιτητής προέταξε υπήρξαν αστήρικτοι και μη πειστικοί και ως εκ τούτου απορρίφθηκαν από το Δικαστήριο με βάση την προαναφερόμενη αιτιολόγηση του. Ούτε και έχω πειστεί ότι ο παραμερισμός της εκδοθείσας απόφασης θα αποβεί τελικά χρήσιμος. Παράλληλα, χωρίς να μου διαφεύγει το γεγονός ότι η δικαστική απόφαση εκδόθηκε περίπου 18 μήνες πριν από την καταχώρηση της παρούσας αίτησης, θεωρώ ότι ο Αιτητής επέδειξε αδικαιολόγητη αδιαφορία για την εναντίον του αγωγή και η συμπεριφορά του αυτή ήταν υπό τις περιστάσεις ασυγχώρητη και περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων του αντιδίκου του. Κατ' επέκταση, ο Αιτητής απέτυχε να ικανοποιήσει το κριτήριο αυτό. Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω, ο τρίτος και τέταρτος λόγος ένστασης επιτυγχάνουν. Εξετάζω τώρα το κριτήριο της όποιας τυχόν καθυστέρησης του Αιτητή να αποταθεί στο δικαστήριο για παραμερισμό της απόφασης. Το θέμα του κατά πόσο υπήρξε ή όχι μεγάλη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση για παραμερισμό της απόφασης συναρτάται με τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση. Κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της περιστατικά. Σε σχέση με το κριτήριο αυτό παρατηρώ τα εξής: - Ο ισχυρισμός του Αιτητή ότι στις 02.06.2009 του επιδόθηκε η εκδοθείσα δικαστική απόφαση της υπό τον άνω αριθμό και τίτλο αγωγή παρέμεινε αναντίλεκτος και ως εκ τούτου τον αποδέχομαι. - Κατόπιν μελέτης του φακέλου της υπόθεσης του Δικαστηρίου διαπιστώνω ότι στις 04.06.2009 καταχωρήθηκε από τον Αιτητή γραπτή εξουσιοδότηση με την οποίαν εξουσιοδοτούσε τον δικηγόρο του να προβεί σε έρευνα του φακέλου της υπόθεσης στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού αναφορικά με την υπό τον άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, συνοδευόμενη από τύπο διορισμού δικηγόρου υπό του εναγομένου. - Με βάση το περιεχόμενο του φακέλου της υπόθεσης του Δικαστηρίου η υπό εξέταση αίτηση παραμερισμού καταχωρήθηκε στις 03.07.2009. Εξετάζοντας το κριτήριο αυτό παρατηρώ ότι η καταχώρηση της παρούσας αίτησης έγινε περίπου 1 (ένα) μήνα από την ημέρα που ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι έλαβε γνώση για την εκδοθείσα δικαστική απόφαση. Θεωρώ ότι ο χρόνος αυτός που διέρρευσε δεν είναι υπό τις περιστάσεις υπερβολικός, παρ΄ όλο που μέχρι την καταχώρηση της υπό κρίσης αίτησης προηγήθηκαν διακοπές από την πλευρά του Αιτητή (βλέπε παράγραφο 14 της ενόρκου δηλώσεως του Αιτητή), γεγονός που θα μπορούσε να εκληφθεί ως μη αυστηρή προσήλωση αλλά και επίδειξη της δέουσας σοβαρότητας προς τη διαδικασία αυτή. Εν πάση περιπτώσει, το κριτήριο αυτό εκπληρείται. Παρ' όλο που η μοίρα της παρούσας αίτησης φαίνεται να είναι προδιαγεγραμμένη επειδή δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις, εντούτοις για σκοπούς ολοκλήρωσης θα εξετάσω και το τελευταίο κριτήριο που απαιτείται. Ο Αιτητής μέσα από την ένορκο δήλωση του ισχυρίζεται ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση στην αγωγή. Ειδικότερα, ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι ο Καθ' ου η αίτηση οδηγούσε το μοτοποδήλατο του παράνομα, ήταν 17 ετών, δεν είχε άδεια οδηγού και οδηγούσε χωρίς κράνος. Το τι αποτελεί "εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση"("prima facie defence") τέθηκε στην υπόθεση Evans v Bartlam
(1937)2 All E.R. 646 και επεξηγήθηκε ακολούθως στη μεταγενέστερη υπόθεση Land Securities plc v Receiver for the Metropolitan Police District
(1983)1 W.L.R. 439 από τον Megarry V.C. όπου, ανάμεσα σ' άλλα, ανάφερε τα εξής: "If the term prima facie case is used, I think that this is to be understood in the sense of a case made out by the landlord, without the need to evaluate any rebutting evidence put forward by the tenant. That is why Diplock L.J., at p.80 used the term bona fide arguable case, and the unanimous view of the Court that the point ought not to be tried twice over seems to point strongly to the phrase prima facie case bearing the meaning that I have indicated. " Η αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης ή καλόπιστης συζητήσιμης υπόθεσης πρέπει να προκύπτει χωρίς το Δικαστήριο να προχωρεί σε αξιολόγηση οποιασδήποτε μαρτυρίας που προσάγεται για σκοπούς απόδειξης ή κατάρριψης του ισχυρισμού αυτού και χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης.[7] Στην υπόθεση Phylactou v Michael
(1982)1 C.L.R. 204 επισημάνθηκε ότι θα ήταν αντινομικό εκ μέρους του πρωτόδικου Δικαστηρίου να αποφασίσει επί της ορθότητας οποιωνδήποτε γεγονότων που τίθενται ενώπιον του στο στάδιο της αίτησης, διότι το έργο του εξαντλείται στο να διακρίνει κατά πόσο αποκαλύπτεται επαρκής υπεράσπιση που είναι και το βασικό κριτήριο που θα δικαιολογούσε το επανάνοιγμα της υπόθεσης. Ο Αιτητής έχει το βάρος να αποκαλύψει τα στοιχεία που θα συνιστούσαν την υπεράσπιση του. Το δε αποδεικτικό αυτό βάρος εξαντλείται με την παράθεση στην ένορκη δήλωση επαρκών στοιχείων[8] για την εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή καλόπιστης συζητήσιμης υπόθεσης έστω και εάν αυτό αμφισβητείται με την ένσταση, η οποία βεβαίως στην παρούσα περίπτωση δεν λαμβάνεται υπόψη. Επομένως, η μαρτυρία που πρέπει να προσκομιστεί από τον αιτητή για το σκοπό αυτό πρέπει να είναι υπό τη μορφή ένορκης δήλωσης ή άλλης έγγραφης μαρτυρίας που πρέπει να επισυνάπτεται στην αίτηση, χωρίς προφορική μαρτυρία αλλά βεβαίως ασκώντας, εάν κρίνει κάτι τέτοιο απαραίτητο, το δικαίωμα αντεξέτασης ενόρκως δηλούντα με βάση τη Διάταξη 39 Κανονισμό 1 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας.[9] Όπως έχω εξηγήσει πιο πάνω, για σκοπούς εξέτασης της αίτησης δεν τίθεται θέμα απόδειξης ισχυρισμών του αιτητή αλλά ούτε και αξιολογείται μαρτυρία που προσφέρεται με σκοπό την κατάρριψη αντιφατικών ισχυρισμών ή διαπίστωση γεγονότων στο στάδιο αυτό.[10] Παρ' όλα αυτά, γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί δεν υποδηλούν την ύπαρξη εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή καλόπιστη συζητήσιμη υπόθεση. Απαιτείται κάτι περισσότερο από την απλή παράθεση μιας εκδοχής από τον αιτητή. Αποδοχή ισχυρισμών χωρίς ίχνος υποστηρικτικού υλικού που να προσδίδει σ' αυτούς κάποια βαρύτητα θα ισοδυναμούσε με κλονισμό της βεβαιότητας που πρέπει να υπάρχει τόσο για την τελεσιδικία των δικαστικών αποφάσεων όσο και για τα δικαιώματα των πολιτών.[11] Στην προκειμένη περίπτωση ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι επειδή δεν έλαβε γνώση για την καταχώρηση της αγωγής αποστερήθηκε του δικαιώματος και της ευκαιρίας να ενημερώσει την ασφαλιστική εταιρεία που κάλυπτε ασφαλιστικά το αυτοκίνητο της Εναγομένης 2 για να ευνοηθεί έτσι από μια διευθέτηση της υπόθεσης. Με όλο το σεβασμό προς τον Αιτητή αυτή η θέση ουδεμία σχέση έχει με το αντικείμενο εξέτασης της παρούσας αίτησης. Ούτε και αποτελεί στοιχείο ύπαρξης εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης ή καλόπιστης συζητήσιμης υπόθεσης. Ως εργοδοτούμενος της εναγομένης 2, ο Αιτητής όφειλε ευθύς με την πρόκληση του δυστυχήματος να ειδοποιήσει τον εργοδότη του και σε συνεργασία με τον τελευταίο να ειδοποιήσουν αμέσως την ασφαλιστική εταιρεία που κάλυπτε το εμπλεκόμενο όχημα, πράγμα που φαίνεται ότι δεν έπραξε. Το εάν ή όχι τελικά η ασφαλιστική εταιρεία αποζημίωνε τον ενάγοντα σε καμία περίπτωση απαλάσσει είτε τον Αιτητή είτε την εναγόμενη 2 από την όποιαν ευθύνη είχαν για την πρόκληση του δυστυχήματος, οι οποίοι σε κάθε περίπτωση παρέμεναν υπόλογοι προς τον ενάγοντα. Εν πάσει περιπτώσει, το επιχείρημα αυτό του Αιτητή καταρρίπτεται καθ' ότι μέσα από το φάκελο της υπόθεσης του Δικαστηρίου διαπιστώνω ότι ο ενάγοντας απέστειλε συστημένη επιστολή ημερομηνίας 06.10.2001 (προφανώς η ορθή ημερομηνία είναι 06.11.2001) στην ασφαλιστική εταιρεία που κάλυπτε ασφαλιστικά το όχημα της εναγομένης 2 που εμπλάκηκε στο δυστύχημα, ήτοι στην Εθνική Ασφαλιστική (Κύπρου) Λτδ, με την οποίαν ειδοποίησε την εν λόγω ασφαλιστική εταιρεία για την καταχώρηση της υπό τον άνω αριθμό και τίτλο αγωγή και ταυτόχρονα τη διεκδίκηση αποζημιώσεων σχετικά με το όχημα που κατά τον ουσιώδη για την αγωγή χρόνο οδηγείτο από τον Αιτητή και ήταν ιδιοκτησίας της εναγομένης 2. Ούτε ο ισχυρισμός του ευπαιδεύτου συνηγόρου του Αιτητή ότι η εναγομένη 2 έχει εκ προστήσεως ευθύνη έχει οποιαδήποτε σχέση με το αντικείμενο εξέτασης της παρούσας αίτησης. Ούτε και αποτελεί στοιχείο ύπαρξης εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης ή καλόπιστης συζητήσιμης υπόθεσης. Εν πάσει περιπτώσει, η εκδοθείσα δικαστική απόφαση σημειώνει αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένη ευθύνη καταβολής αποζημιώσεων στον Καθ' ου η αίτηση από μέρους του Αιτητή και της εναγομένης 2. Ως εκ τούτου, ο εν λόγω ισχυρισμός απορρίπτεται ως αβάσιμος. Επιπλέον, ο Αιτητής επικαλείται την ύπαρξη συντρέχουσας αμέλειας από μέρους του Καθ' ου η αίτηση ως εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης ή καλόπιστης συζητήσιμης υπόθεσης. Μελετώντας το φάκελο της υπόθεσης του Δικαστηρίου, παρατηρώ ότι μέσα από την αστυνομική έκθεση του τροχαίου δυστυχήματος αποκαλύπτεται ότι ο Καθ' ου η αίτηση, ο οποίος ήταν ο οδηγός του μοτοποδηλάτου με αριθμούς εγγραφής ΕΖΒ888, θα κατηγορείτο επειδή οδηγούσε χωρίς άδεια οδηγού, χωρίς ασφάλεια, χωρίς κράνος και χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη. Λογική προέκταση του πιο πάνω, ιδίως του ισχυρισμού για οδήγηση μοτοποδηλάτου χωρίς κράνος τη στιγμή που η έκθεση απαίτησης περιέχει σωματικές βλάβες που ο Καθ' ου η αίτηση υπέστηκε στο κεφάλι και το πρόσωπο του, θα ήταν η παράθεση τους ως μέρος λεπτομερειών που θα εκτίθονταν σε ενδεχόμενο ισχυρισμό του Αιτητή για συντρέχουσα αμέλεια από μέρους του Καθ' ου η αίτηση σε περίπτωση που ο Αιτητής καταχωρούσε σημείωμα εμφάνισης εκδηλώνοντας έτσι την πρόθεση του να υπερασπιστεί τον εαυτό του στην υπό τον άνω αριθμό και τίτλο αγωγή. Κατά συνέπεια, θεωρώ ότι με βάση τις νομολογιακές αρχές που υπάρχουν επί του θέματος αυτού το κριτήριο αυτό εκπληρείται. Ως αποτέλεσμα του πιο πάνω, ο πρώτος λόγος ένστασης αποτυγχάνει. Όσον αφορά τον τέταρτο λόγο ένστασης αυτός απορρίπτεται λόγω μη προώθησης του. Καταλήγοντας, θα εξετάσω το ενδεχόμενο σύγκρισης της παρούσας υπόθεσης με τις κυπριακές αποφάσεις στις οποίες ευγενικά με παρέπεμψε ο ευπαίδευτος συνήγορος του Αιτητή προς τεκμηρίωση των νομικών επιχειρημάτων του. Συγκεκριμένα, η υπόθεση Ζήνωνα Μερκή, ο οποίος εμπορεύεται με την επωνυμία Merkis General bonded Warehouse v Yiannoukas Holiday Inns Limited και άλλου
(1994)1 Α.Α.Δ. 736 διαφοροποιείται από τη δική μας περίπτωση αφού στην υπόθεση εκείνη, πέραν του γεγονότος ότι η απόφαση του πρωτόδικου δικαστηρίου παραμερίστηκε μόνο πάνω σε νομικά σημεία που δεν αφορούν την παρούσα υπόθεση, η ενέργεια της θυγατέρας του εναγομένου να παραλάβει στο χώρο εργασίας της έγγραφο της αγωγής που αφορούσε τον πατέρα της και το οποίο εξέλαβε ως έγγραφο του οργανισμού κάτω από τον οποίον εργαζόταν και να το τοποθετήσει σ' ένα από τους εμπορικούς φακέλους του στα πλαίσια διεξαγωγής των εργασιών κρίθηκε ως ικανοποιητικός λόγος για τη μη εμφάνιση του πατέρα στη δικαστική διαδικασία αφού στερήθηκε της ευκαιρίας να λάβει γνώση για την επίδοση της αγωγής και έτσι να καταχωρήσει εμφάνιση στην εν λόγω διαδικασία. Στην προκειμένη όμως περίπτωση τα γεγονότα και περιστατικά είναι διαφορετικά καθ' ότι το κλητήριο ένταλμα επιδόθηκε στον αδελφό του Αιτητή και στην οικία όπου, σύμφωνα με εύρημα του Δικαστηρίου, διέμενε ο Αιτητής κατά τον ουσιώδη χρόνο της επίδοσης. Καμία αξιόπιστη μαρτυρία έχει προσφερθεί από μέρους του Αιτητή, ως όφειλε να πράξει, που να με οδηγεί στο συμπέρασμα ότι υπήρξε απόκρυψη του εγγράφου αυτού από τον Αιτητή. Ακόμη και εάν θεωρήσουμε τα λεγόμενα του Περικλή Ψαρή ως αληθή, όπως αυτά εκφράστηκαν κατά την αντεξέταση του, προκύπτει ότι ο Περικλής Ψαρή παρέλαβε το κλητήριο ένταλμα που του επιδόθηκε και το τοποθέτησε ('μάλλον' όπως ο ίδιος χαρακτηριστικά είπε) πάνω από την τηλεόραση, σε χώρο που εύκολα γινόταν αντιληπτό από οποιονδήποτε ένοικο της οικίας. Ο ισχυρισμός του Περικλή Ψαρή ότι εκείνη την περίοδο είχε παραλάβει διάφορες τέτοιες κλήσεις και για τον πατέρα του υποδεικνύει ότι ο εν λόγω μάρτυρας γνώριζε τη φύση και σοβαρότητα παραλαβής τέτοιων εγγράφων, τα οποία και τοποθετούσε, όπως ο ίδιος άφησε να εννοηθεί, σε περίοπτη θέση για να λαμβάνουν γνώση τα άτομα προς τα οποία απευθύνονταν. Η υπόθεση Ντίνος Μουγής v Χαράλαμπου Σπανούδη
(1996)1 Α.Α.Δ. 997 επιβεβαιώνει ότι η αδικαιολόγητη παράλειψη εμφάνισης, όπως συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση, αποτελεί λόγο απόρριψης αιτήματος για επανάνοιγμα υπόθεσης καθ' ότι θα συνιστούσε υπονόμευση της απονομής της δικαιοσύνης και θα παραβίαζε το δικαίωμα του αντιδίκου για εκδίκαση της υπόθεσης του σε εύλογο χρόνο. Όσον αφορά τις υποθέσεις Άννα Νικολάου Χαραλάμπους v Κ. & T. Andreou Ltd κ.α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1296 και Αντωνίτσα Φιλίππου κ.α. v Νίκου Παναγή κ.α.
(2000)1 Α.Α.Δ. 1275 δεν προσφέρουν οποιαδήποτε βοήθεια στα νομικά επιχειρήματα του ευπαιδεύτου συνηγόρου του Αιτητή. Ένεκα του γεγονότος ότι οι προϋποθέσεις παραμερισμού δικαστικής απόφασης στην περίπτωση όπου υπάρχει κανονική επίδοση του κλητηρίου εντάλματος και γενικά δεν ισχύει η αρχή του ex debito justitiae, όπως η προκειμένη περίπτωση, πρέπει να συντρέχουν, γεγονός το οποίο δεν υφίσταται στην προκειμένη περίπτωση, η παρούσα αίτηση είναι καταδικασμένη σε αποτυχία. Υπό το φως των πιο πάνω νομολογιακών αρχών αλλά και παραμέτρων και περιστατικών που περιβάλλουν την παρούσα περίπτωση καθώς και στη βάση της προσκομισθείσας μαρτυρίας, συμπερασμάτων και ευρημάτων στα οποία κατέληξε το παρόν Δικαστήριο αλλά και με κριτήριο το συμφέρον της απονομής δικαιοσύνης, κρίνω πως η αίτηση έχει αποτύχει και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Τα έξοδα της παρούσας αίτησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ του Καθ' ου η αίτηση και εναντίον του Αιτητή. Οι δύο ευπαίδευτοι συνήγοροι του Καθ' ου η αίτηση δικαιούνται έκαστος από ½ των δικηγορικών εξόδων. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Πρ. Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other/Interim Αναφορά: Πολιτική Δικονομία/Αίτηση παραμερισμού δικαστικής απόφασης/ Εφαρμοστέες αρχές [1] Διάταξη 39 Κανονισμός 1 και Διάταξη 48 Κανονισμός 4
(2)των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Θεσμών [2] Milouca Motor Tr. Ltd v Κούρτη
(1997)1 Α.Α.Δ. 941, Mine & Quarry Services Ltd v Ανδρέα Γεωργίου (Μαύρου)
(1993)1 Α.Α.Δ. 26, Κώστας Φραντζής v Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(1996)1 Α.Α.Δ. 1094 [3] Μούγης v Σπανούδης
(1996)1 Α.Α.Δ. 997 και F.P.P. Fish Processing Ltd v Nicolaou Aqua Culture Ltd
(2000)1 Α.Α.Δ. 2054 [4]
  1. David Charles Orams
  2. Linda Elizabeth Orams v Μελέτη Αποστολίδη
(2006)1 Α.Α.Δ. 1402 [5] Άρθρο 30
(2)του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας [6] Μούγης v Σπανούδης
(1996)1 Α.Α.Δ. 997 και Ανδρέας Λυσιώτη v Κυπριακής Δημοκρατίας
(2000)1 Α.Α.Δ. 364 [7] Φραντζής v Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(1996)1 Α.Α.Δ. 1094 [8] Χριστάκης Πίττας v Unigoods Trading Company Ltd
(2004)1 Α.Α.Δ. 1761 [9] Iacovou Brothers (Constructions) Ltd v Fashionwise Ltd
(2000)1 Α.Α.Δ. 1377 [10] Σ.Π.Ε. Παλλουριώτισσας v Δέσποινας Αρτέμη
(2001)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1762 [11] Καλλής v Alpha Bank Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. 793 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.