← Κύπρος

Οργανισμού Χρημ. Τραπέζης Κύπρου Λτδ ν. Στέφανης Αττεσλή κ.α., Αρ. Αγωγής: 5979/04, 30 Δεκεμβρίου 2009

Οργανισμού Χρημ. Τραπέζης Κύπρου Λτδ ν. Στέφανης Αττεσλή κ.α., Αρ. Αγωγής: 5979/04, 30 Δεκεμβρίου 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:A289 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Καλογήρου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5979/04 Μεταξύ: Οργανισμού Χρημ. Τραπέζης Κύπρου Λτδ Εναγόντων και

  1. Στέφανης Αττεσλή
  2. Λουκή Αττεσλή
  3. Ολυμπίας Αττεσλή Εναγομένων Και ως τροποποιήθηκε δυνάμει διαταγής του Δικαστηρίου ημερ. 30.3.2006: Μεταξύ: Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Εναγόντων και
  4. Στέφανης Αττεσλή
  5. Λουκή Αττεσλή
  6. Ολυμπίας Αττεσλή Εναγομένων --------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 30 Δεκεμβρίου 2009 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Ενάγοντες: κα Θ. Καουτζάνη για Χρυσαφίνη & Πολυβίου Για τις Εναγόμενες 1 και 3: κ. Φρ. Χατζηχάννας Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι αξιώσεις των εναγόντων πηγάζουν από συμφωνία ενοικιαγοράς, με βάση την οποία ενοικίασαν μια βάρκα και διάφορα έπιπλα στην εναγόμενη 1 - μισθωτή - με την εγγύηση της εναγομένης 3 (μητέρας της). Εγγυητής ήταν και ο πατέρας της εναγόμενης 1 (εναγόμενος 2) αλλά η αγωγή εναντίον του διακόπηκε, λόγω του ότι έχει κηρυχθεί σε πτώχευση. Ο πρώην εναγόμενος 2 είχε διαδραματίσει στη συναλλαγή και το ρόλο του πωλητή/εμπόρου. Με βάση το τιμολόγιο (Τεκμήριο 1) η αξία της βάρκας ήταν £150.000 και των επίπλων £50.
  7. Το σύνολο του πληρωτέου ποσού, με βάση τη συμφωνία ενοικιαγοράς (Τεκμήριο 3) ήταν £231.000, από το οποίο οι £31.000 αφορούσαν δικαιώματα ενοικιαγοράς. Σε μεταγενέστερο χρόνο συμφωνήθηκε παράταση (Τεκμήριο 4), το δε συνολικό ποσό αυξήθηκε σε £277.500, πληρωτέο σε 60 μηνιαίες δόσεις των £4.625 η κάθε μια. Όπως ισχυρίζονται οι ενάγοντες, υποχρεώθηκαν να τερματίσουν τη συμφωνία γιατί οι εναγόμενες δεν συμμορφώθηκαν με τους όρους της συμφωνίας, αφού κατέβαλαν μόνο τα ενοίκια μέχρι 13.4.2003, παραλείποντας να εξοφλήσουν τις δόσεις που ακολουθούσαν. Με την παρούσα αγωγή διεκδικούν το υπόλοιπο, που υποστηρίζουν ότι ανέρχεται στο ποσό των £175.836,32, πλέον τόκους καθώς και διατάγματα παράδοσης και εκποίησης των ενοικιασθέντων αντικειμένων. Οι εναγόμενες αρνούνται τις αξιώσεις των εναγόντων, προβάλλοντας παρανομία της συμφωνίας. Ειδικότερα, ισχυρίζονται ότι η συναλλαγή αφορούσε δανειοδότηση εταιρειών του πρώην εναγομένου 2 για διενέργεια χρηματιστηριακών πράξεων και πήρε το μανδύα της ενοικιαγοράς, με εισήγηση και προτροπές των εναγόντων. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Για την πλευρά των εναγόντων κατέθεσαν έξι συνολικά μάρτυρες, πέντε αξιωματούχοι της Τράπεζας και η Πρωτοκολλητής στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού Λ. Θεοδοσίου (Μ.Ε.6). Η τελευταία, κλήθηκε από τους ενάγοντες μετά από σχετικό αίτημα για κατάθεση αντικρουστικής μαρτυρίας, αφού συμπληρώθηκε η μαρτυρία του μοναδικού μάρτυρα που είχαν καλέσει οι εναγόμενες, Λουκή Αττεσλή (Μ.Υ.1). Όπως ήταν αναμενόμενο, όλοι οι λειτουργοί των εναγόντων που κλήθηκαν και κατέθεσαν ως μάρτυρες στην υπόθεση, υποστήριξαν την εγκυρότητα της συναλλαγής. Η Δ. Ευαγγέλου (Μ.Ε.1) είχε, όπως ανέφερε, την εποπτεία των προβληματικών λογαριασμών και υπό την ιδιότητα της αυτή ενημερώθηκε για την επίδικη υπόθεση, μετά τον τερματισμό της συμφωνίας. Η γνώση της για τα γεγονότα της υπόθεσης, αντλήθηκε από τα έγγραφα που υπήρχαν στο φάκελο. Πρόκειται για τα ακόλουθα έγγραφα: (α) Τιμολόγιο πώλησης των αντικειμένων από τον πρώην εναγόμενο 2 στην εναγόμενη 1 (Τεκμήριο 1). (β) Πιστοποιητικό εγγραφής του σκάφους που αναφέρεται στο ανωτέρω τιμολόγιο ως ένα από τα αντικείμενα της ενοικιαγοράς (Τεκμήριο 2). Τα άλλα αντικείμενα του τιμολογίου περιγράφονται ως έπιπλα (σαλόνι, σύνθετο, πίνακες κ.ά.). (γ) Τη συμφωνία ενοικιαγοράς ημερ. 13.12.2000 (Τεκμήριο 3). (δ) Τη συμφωνία παράτασης ημερ. 13.6.2001 (Τεκμήριο 4). (ε) Την κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήριο 5), και αναθεωρημένη κατάσταση την οποία ετοίμασε η ίδια με μειωμένους τόκους (Τεκμήριο 6). (στ) Την επιστολή τερματισμού ημερ. 10.11.2003 (Τεκμήριο 7) καθώς και τις επιστολές προς τους εγγυητές (πρώην εναγόμενο 2 και εναγόμενη 3, Τεκμήρια 8 α και 8β, αντίστοιχα) και τέλος, (ζ) Αντίγραφο της επιταγής που εκδόθηκε από τους ενάγοντες στο όνομα του πωλητή (πρώην εναγόμενου 2), Τεκμήριο
  8. Όλα τα πιο πάνω έγγραφα, ανέφερε η μάρτυς, είναι συμπληρωμένα και υπογεγραμμένα από τα συμβαλλόμενα μέρη και δεν υπάρχει οτιδήποτε μεμπτό στην όλη διαδικασία. Πρόκειται, κατέληξε, για μια γνήσια συμφωνία ενοικιαγοράς, διαφωνώντας με υποβολές της υπεράσπισης περί συγκεκαλυμμένης συμφωνίας δανείου. Η Ελ. Ευσταθίου (Μ.Ε.2) ήταν, όπως εξήγησε, υπεύθυνη στο Τμήμα Ενοικιαγοράς των εναγόντων και υπό την ιδιότητα της αυτή, έλεγξε τα έγγραφα που σχετίζονται με την εξεταζόμενη υπόθεση. Αφού βεβαιώθηκε ότι τα έγγραφα ήταν δεόντως συμπληρωμένα και υπογραμμένα από τα συμβαλλόμενα μέρη, υπέγραψε τη συμφωνία εκ μέρους των εναγόντων και έδωσε οδηγίες να πληρωθεί ο πωλητής. Αναγνώρισε την υπογραφή της στα Τεκμήρια 3 και 4, διευκρινίζοντας πως δεν συνέταξε η ίδια τα έγγραφα, ούτε έλαβε μέρος στις συζητήσεις που είχαν προηγηθεί. Τρίτος μάρτυρας για τους ενάγοντες, κατέθεσε ο Βυρ. Βύρωνος (Μ.Ε.3) διευθυντής της υπηρεσίας Eίσπραξης Χρεών. Η εμπλοκή του με την υπόθεση, εξήγησε, σχετίζεται με τις ενέργειες που έγιναν από το Τμήμα του οποίου προΐσταται, για είσπραξη των χρεών του «Ομίλου Αττεσλής». Αφού ενημερώθηκε για τις υποχρεώσεις των εταιρειών του ομίλου, διευθέτησε συνάντηση η οποία έλαβε χώρα στις 28.3.2008, στην παρουσία του Λ. Αττεσλή και του δικηγόρου του. Κατά τη συνάντηση, συζητήθηκαν όλες οι υποχρεώσεις του Αττεσλή και των εταιρειών του προς τους ενάγοντες, συμπεριλαμβανομένης και της εξεταζόμενης υπόθεσης, χωρίς να αμφισβητηθούν τα υπόλοιπα. Έγιναν εισηγήσεις, πρόσθεσε, για συνολική διευθέτηση των χρεών αλλά οι διαπραγματεύσεις παγοποιήθηκαν, λόγω της πτώχευσης του Λ. Αττεσλή. Την ίδια θέση με το Μ.Ε.3 κατείχε και ο Αντρέας Καούλλας (Μ.Ε.4) μέχρι τον Ιανουάριο του έτους 2008 που τον είχε διαδεχθεί ο Μ.Ε.
  9. Ενημερώθηκε, όπως εξήγησε, για τις υποχρεώσεις του συγκροτήματος των εταιρειών Αττεσλή, τον Ιούνιο του 2003 και είχε συναντήσεις και συζητήσεις με τον Λ. Αττεσλή για εξεύρεση συμβιβαστικής λύσης. Έδωσε, είπε, παράταση μέχρι το τέλος Δεκεμβρίου 2003, καθυστερώντας την παραπομπή της υπόθεσης στο νομικό τμήμα της τράπεζας, στηριζόμενος σε υπόσχεση του Λ. Αττεσλή ότι θα κατέβαλλε ποσό £700.000, υπόσχεση που τελικά δεν τήρησε. Οι διαβουλεύσεις για εξεύρεση συμβιβαστικής λύσης συνεχίστηκαν, όπως ανέφερε και μετά την καταχώριση των αγωγών. Σε κάποιες μάλιστα υποθέσεις εκδόθηκαν «συμβιβαστικές» αποφάσεις, χωρίς να αμφισβητηθεί ποτέ οποιαδήποτε οφειλή. Στην ίδια υπηρεσία των εναγόντων - Εισπράξεις Χρεών - εργαζόταν, όπως ανέφερε, και ο πέμπτος μάρτυρας των εναγόντων, Αλέξης Γιαλλουρίδης (Μ.Ε.5). Ενημερώθηκε για την υπόθεση, από την ημερομηνία που είχε τερματιστεί η συμφωνία και αποστάληκαν στην υπηρεσία του τα σχετικά έγγραφα. Όπως ανέφερε, την χρηματοδότηση ενέκρινε η Δέσποινα Χριστοφίδου, η οποία κατά τον χρόνο εκείνο ήταν προϊστάμενη της υπηρεσίας «μεγάλων επιχειρήσεων». Αφυπηρέτησε, όμως, πρόωρα λόγω σοβαρής ασθένειας και απεβίωσε τελικά το Νοέμβριο του έτους
  10. Είπε, περαιτέρω, πως ερευνήθηκαν από την υπηρεσία του οι ισχυρισμοί των εναγομένων περί εικονικότητας και διαπίστωσε πως δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Ο ίδιος είχε μιλήσει προσωπικά με την μ. Χριστοφίδου η οποία τον διαβεβαίωσε πως δεν αληθεύουν οι ισχυρισμοί των εναγομένων. Ο συνήγορος των εναγομένων υπόβαλε σε όλους τους μάρτυρες των εναγόντων τις θέσεις της υπεράσπισης για εικονικότητα της συναλλαγής, τις οποίες, φυσικά, απέρριψαν. Ειδικότερα, τους υπέβαλε πως εκτός από τη βάρκα, η αξία της οποίας δεν υπερέβαινε το ποσό των £30.000, τα άλλα αντικείμενα που περιγράφονται στο τιμολόγιο, ήταν ανύπαρκτα. Οι μάρτυρες απάντησαν πως δεν είχαν λόγο να αμφισβητήσουν την ύπαρξη ή την αξία των αντικειμένων και ότι στηρίχθηκαν στις δηλώσεις και διαβεβαιώσεις του πωλητή και της εναγομένης 1 που περιέχονται στα Τεκμήρια 3 και
  11. Υποστήριξαν, περαιτέρω, πως δεν είχαν υποχρέωση να επιθεωρήσουν ή να προβούν σε εκτίμηση της αξίας των αντικειμένων. Ανάλογες έγγραφες διαβεβαιώσεις, όπως εξήγησε η Μ.Ε.2, δόθηκαν από τον πωλητή και για τα αντικείμενα των άλλων συμφωνιών (βλ. Τεκμήριο 15). Τους υποβλήθηκε, επίσης, η θέση πως ο Λ. Αττεσλής αποτάθηκε στο Τμήμα Μεγάλων Επιχειρήσεων για δάνειο ύψους £500.000 για να προβεί σε επενδύσεις στο Χρηματιστήριο και οι υπεύθυνοι του τμήματος τον προέτρεψαν να προβεί σε τέσσερις εικονικές συμφωνίες ενοικιαγοράς. Οι μάρτυρες αποδέχθηκαν ότι την ίδια ημέρα είχαν καταρτιστεί τέσσερα συνολικά συμβόλαια ενοικιαγοράς, για το συνολικό ποσό των £500.
  12. Αρνήθηκαν, όμως, ότι έγιναν με την προτροπή ή με πρωτοβουλία των εναγόντων, υποστηρίζοντας πως επρόκειτο για γνήσιες ενοικιαγορές με υπαρκτά αντικείμενα. Παρεμβάλλεται στο σημείο αυτό, πως αντίγραφα των αγωγών που είχαν καταχωριστεί για τα άλλα τρία συμβόλαια καθώς και των αποφάσεων που εκδόθηκαν, στα πλαίσια εκείνων των αγωγών, κατατέθηκαν από κοινού ως τεκμήρια 10 α

(1)- 10γ
(1)αντίστοιχα. Θεωρώ, επίσης, κατάλληλο το σημείο να αναφερθώ, σε συντομία, στη διάσταση που παρατηρήθηκε ως προς τα γεγονότα που περιβάλλουν την έκδοση απόφασης στην αγωγή 415/04 (Τεκμήριο 10γ
(1)) που σχετίζεται με ένα από τα τέσσερα συμβόλαια ενοικιαγοράς στα οποία γίνεται αναφορά πιο πάνω. Η διαφωνία προέκυψε μετά τη μαρτυρία του Λ. Αττεσλή (Μ.Υ.1) ο οποίος υποστήριξε πως, κατά τις διαπραγματεύσεις που είχε με την Τράπεζα για διευθέτηση των υποχρεώσεων του συγκροτήματος των εταιρειών του, δεν συζητήθηκε η παρούσα υπόθεση, γιατί θεωρούσε την επίδικη και τις άλλες τρεις συμφωνίες ενοικιαγοράς παράνομες. Υποστήριξε επίσης πως δεν είχε δώσει οδηγίες σε δικηγόρο να δεχθεί απόφαση στην αγωγή 415/04, Τεκμήριο 10(γ)
(1). Επειδή υπήρξε ασάφεια στο πρακτικό της απόφασης, το Δικαστήριο επέτρεψε μετά από αίτηση που καταχώρισαν οι ενάγοντες, την παρουσίαση αντικρουστικής μαρτυρίας ως προς το ζήτημα αυτό. Σχετική είναι η ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 10.6.2009, στην οποία εξηγούνται οι λόγοι για τους οποίους έγινε αποδεκτό το αίτημα. Ακολούθησε η μαρτυρία της Πρωτοκολλητού Θεοδοσίου (Μ.Ε.6) η οποία αναφέρθηκε στο περιεχόμενο του φακέλου και κατέθεσε αντίγραφα του Σημειώματος Εμφάνισης δια δικηγόρου που καταχώρισαν οι εναγόμενοι στην αγωγή 415/04 (Τεκμήριο 20 α), της αλλαγής δικηγόρου (Τεκμήριο 20 β) και των πρακτικών του Δικαστηρίου ημερ. 18.10.2007 (Τεκμήριο 21). Από τα ανωτέρω έγγραφα προκύπτει η εκπροσώπηση των εναγομένων από δικηγόρο, ο οποίος είχε συγκατατεθεί στην έκδοση απόφασης. Σε προγενέστερο στάδιο κατατέθηκαν αντίγραφα των υπερασπίσεων που είχαν καταχωρηθεί από τους δικηγόρους των εναγομένων στις άλλες τρεις αγωγές (Τεκμήρια 10 δ-ζ). Να σημειωθεί, τέλος, πως σε σχέση με το ζήτημα αυτό ο συνήγορος των εναγομένων είχε υποβάλει στο Μ.Ε.4 τη θέση πως ο Αττεσλής αποδέχθηκε, ουσιαστικά, όλα τα χρέη εκτός από το χρέος που σχετίζεται με την επίδικη ενοικιαγορά. Στη δική του μαρτυρία, ο Μ.Υ.1 Λ. Αττεσλής (στη συνέχεια «ο Αττεσλής») υποστήριξε, με συντομία, τα ακόλουθα: Κατά τον ουσιώδη χρόνο εδραστηριοποείτο στον τομέα των ναυτιλιακών εργασιών, μέσω διαφόρων εταιρειών ενώ, παράλληλα, ασχολείτο με διάφορες επενδύσεις κινητών (αξιών) και ακινήτων. Το Δεκέμβριο του έτους 2000, συνέχισε, αποτάθηκε στο Τμήμα Μεγάλων Επιχειρήσεων της Τράπεζας Κύπρου, ζητώντας να δανειοδοτηθούν οι εταιρείες του με το ποσό των £500.000 για αγορές μετοχών που ήταν εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου (Χ.Α.Κ.). Αποτάθηκε , αρχικά, στον υπεύθυνο των λογαριασμών του, και εκείνος τον παρέπεμψε στη διευθύντρια του Τμήματος Μεγάλων Επιχειρήσεων Λεμεσού - μ. Χριστοφίδου -, η οποία του ανέφερε πως η Τράπεζα ήταν πρόθυμη να του παραχωρήσει το δάνειο αλλά του συνέστησε να αποταθεί στον Οργανισμό Χρηματοδότησης της Τράπεζας για ταχύτερη και ευχερέστερη εξυπηρέτηση. Όπως εξήγησε, ο ίδιος ζητούσε άμεσα το δάνειο ενώ, όπως του είπε η Χριστοφίδου, η διαδικασία μέσω της Τράπεζας θα καθυστερούσε 2-3 εβδομάδες, γιατί το αίτημα του θα διαβιβαζόταν στα κεντρικά γραφεία της Λευκωσίας για έγκριση. Αποτάθηκε την επομένη στον Οργανισμό, τα άτομα του οποίου είχαν ενημερωθεί από την Χριστοφίδου και εκεί του συνέστησαν να καταρτίσουν τέσσερα εικονικά συμβόλαια ενοικιαγοράς για να συμπληρωθεί το ζητούμενο που ήταν η χρηματοδότηση του με το ποσό των £500.000. Καταρτίστηκαν, έτσι, τέσσερις εικονικές συμφωνίες ενοικιαγοράς, αφού συμπληρώθηκαν από υπάλληλο της Τράπεζας τα τέσσερα τιμολόγια (Τεκμήρια 1, 10 α, β και γ) με ανύπαρκτα αντικείμενα, εκτός από το σκάφος, η αξία του οποίου ήταν πέριξ των £20.000-£25.000. Σε σχέση με την αξία του σκάφους κατάθεσε τα αποδεικτικά στοιχεία της εισαγωγής του (Τεκμήρια 17 α και β) με βάση τα οποία η αξία του τότε
(1994)ήταν £9.
  1. Υπολογίζει την αξία του το έτος 2000 στο ποσό των £20.000-£25.000, γιατί είχαν γίνει, στο μεταξύ, κάποιες επιδιορθώσεις και βελτιώσεις στο σκάφος. Συμπληρώνοντας τα έγγραφα, τόνισε, οι εκπρόσωποι των εναγόντων γνώριζαν ότι τα έπιπλα ήταν ανύπαρκτα και το μόνο που τους ενδιέφερε ήταν η εξασφάλιση αποπληρωμής του ποσού, το οποίο διασφαλίστηκε με εν λευκώ υπογραφή εγγράφων πώλησης 1.499.999 μετοχών της εταιρείας L. Atteshlis Shipping Ltd, αξίας τότε, £1.618,920, όπως βεβαιώνεται σε σχετικό πίνακα (Τεκμήριο 16). Σε σχέση με την επίδικη συμφωνία, υποστήριξε πως η θυγατέρα του Στέφανη (εναγόμενη 1) δεν ήταν ενήμερη, ούτε και έλαβε μέρος στις συζητήσεις, τα δε έγγραφα της ενοικιαγοράς τα υπόγραψε στην οικία τους, όπου την είχε επισκεφθεί για το σκοπό αυτό η υπάλληλος του Οργανισμού Γαλήνη Παμπόρη. Η Στέφανη, πρόσθεσε, ήταν φοιτήτρια στην Αγγλία την περίοδο εκείνη, γεγονός που ήταν σε γνώση των εναγόντων και αυτό είναι ένα πρόσθετο, κατά την άποψη του, στοιχείο για την εικονικότητα της συμφωνίας. Ως αποδεικτικά στοιχεία φοίτησης της θυγατέρας του στο Λονδίνο, την περίοδο εκείνη, κατέθεσε αντίγραφα εμβασμάτων (Τεκμήρια 17 α και β) καθώς και αντίγραφο του ασφαλιστικού εγγράφου και τραπεζικού λογαριασμού (Τεκμήρια 17 γ και δ, αντίστοιχα) από τα οποία προκύπτει η διαμονή της στο Λονδίνο. Πώς ήταν δυνατόν, διερωτήθηκε, να μπορούσε να πληρώνει μια φοιτήτρια δόση ύψους £9.625, όπως καθορίστηκε στην επίδικη συμφωνία; Όλα τα ανωτέρω, κατέληξε, συνηγορούν με τη θέση του πως η συμφωνία ήταν εικονική. Ανέφερε, τέλος, πως το ποσό της δανειοδότησης εγκρίθηκε άμεσα και του παραδόθηκαν τέσσερις επιταγές για το συνολικό ποσό των £500.000 τις οποίες κατέθεσε σε λογαριασμούς των εταιρειών του, γεγονός που γνώριζαν οι υπάλληλοι των εναγόντων. Κατά την αντεξέταση, υποδείχθηκε στο μάρτυρα πως τα χρήματα από την επίδικη ενοικιαγορά καταβλήθηκαν από τους ενάγοντες στον ίδιο, ως πωλητή, με την επιταγή Τεκμήριο 9, η οποία κατατέθηκε σε κοινό λογαριασμό που διατηρούσε με τη σύζυγο του και όχι σε λογαριασμό των εταιρειών του, όπως υποστήριξε. Απάντησε πως πιθανόν να κατατέθηκαν, αρχικά, τα χρήματα σε προσωπικό του λογαριασμό αλλά στη συνέχει κατέληξαν στις εταιρείες του. Του ζητήθηκε περαιτέρω να παρουσιάσει στοιχεία για τις ισχυριζόμενες επενδύσεις σε μετοχές. Ανάφερε πως δεν είχε μαζί του λεπτομέρειες και στοιχεία των αγορών αλλά ήταν βέβαιος ότι επενδύθηκε μεγάλο μέρος από το ποσό της δανειοδότησης σε επενδύσεις στο Χρηματιστήριο. Πιθανόν, εξήγησε, να μην επενδύθηκαν όλα τα χρήματα εάν έκρινε πως δεν ήταν προς το συμφέρον των εταιρειών του. Επανέλαβε, τέλος, τις θέσεις του περί εικονικότητας και κατά την αντεξέταση του, υποστηρίζοντας πως όλα τα αντικείμενα, εκτός από τη βάρκα, ήταν ανύπαρκτα. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ Σχημάτισα θετική εντύπωση για όλους τους μάρτυρες των εναγόντων. Περιορίστηκαν να καταθέσουν όσα γεγονότα περιέπεσαν στην αντίληψη τους και δεν διέκρινα προσπάθεια να αποκρύψουν οποιοδήποτε στοιχείο αφορά την υπόθεση. Η μαρτυρία των Μ.Ε.1 και 2 υποστηρίζεται από τα Τεκμήρια και περιορίζεται ουσιαστικά στο περιεχόμενο τους, αφού δεν ήταν παρούσες στις συζητήσεις, που είχε ο Αττεσλής με άλλους λειτουργούς των εναγόντων. Ειλικρινείς ήταν και οι Μ.Ε.3, 4 και 5, οι οποίοι αναφέρθηκαν στις συναντήσεις που είχαν με τον Αττεσλή, στα πλαίσια των προσπαθειών για είσπραξη των χρεών του. Το μόνο σημείο της μαρτυρίας τους που αμφισβητήθηκε από τον Αττεσλή ήταν η αναφορά τους πως δεν είχε αμφισβητήσει το επίδικο ή το υπόλοιπο ποσό οποιασδήποτε άλλης υπόθεσης. Αποδέχομαι τη μαρτυρία τους η οποία διακρίνεται από σαφήνεια και σταθερότητα. Το γεγονός ότι ο Αττεσλής συζητούσε με τους μάρτυρες για σκοπούς εξεύρεσης συμβιβαστικής διεθέτησης, δεν τελεί υπό αμφισβήτηση. Το μόνο, ουσιαστικά, σημείο της μαρτυρίας τους με το οποίο διαφώνησε ήταν πως δεν αμφισβήτησε την επίδικη υποχρέωση που δεν έχει και ιδιαίτερη σημασία για την υπόθεση. Είναι το Δικαστήριο που, τελικά, θα αποφασίσει, ως προς την εγκυρότητα της επίδικης συμφωνίας και για το βάσιμο της αξίωσης των εναγόντων. Όσον αφορά τη μαρτυρία της Μ.Ε.6, δεν εγείρεται θέμα ως προς την αξιοπιστία της. Κατέθεσε, απλά, στοιχεία που περιέχονται στο φάκελο της υπόθεσης (Τεκμήρια 20 και 21). Αποδέχομαι τη μαρτυρία όλων των μαρτύρων που κατέθεσαν για την πλευρά των εναγόντων, ως ορθή και αληθινή. Η εντύπωση που σχημάτισα για τον Αττεσλή δεν είναι καλή. Εκείνο που φάνηκε από τη μαρτυρία του ήταν ότι προσπάθησε να παρουσιάσει τα γεγονότα κατά τρόπο που να εξυπηρετεί την υπεράσπιση των εναγομένων 1 και 3 (θυγατέρας και συζύγου του), αδιαφορώντας για την αλήθεια των όσων κατέθεσε. Αρχίζοντας από τη διασύνδεση της παρούσας με τις άλλες τρεις αγωγές (τεκμήρια 10 α, 10 β και 10γ) η εκδοχή του παρουσιάζει πειστικότητα. Το ζητούμενο ήταν η χρηματοδότηση του με το συνολικό ποσό των £500.000 και αυτό είναι πασίδηλο από την ημερομηνία καταρτισμού των συμβολαίων και των προσώπων που συμμετείχαν στις τέσσερις συμφωνίες. Ορθή κρίνεται και η μαρτυρία του ότι, αρχικά, είχε αποταθεί για δανειοδότηση στην υπηρεσία «Μεγάλων Επιχειρήσεων» της τράπεζας. Το γεγονός αυτό υποστηρίζεται και από τη μαρτυρία του Μ.Ε.
  2. Η μαρτυρία του, όμως, ελέγχεται ως προς το τι του λέχθηκε και τι επακολούθησε. Δεν είναι δυνατόν να αποδεχθώ ότι η υπεύθυνη της υπηρεσίας εκείνης ή άλλοι αξιωματούχοι των εναγόντων του εισηγήθηκαν να συνάψει εικονικά συμβόλαια ενοικιαγοράς. Ο Αττεσλής, όπως δήλωσε, ζητούσε άμεσα δανειοδότηση. Υπό τις περιστάσεις ήταν λογικό και αναμενόμενο να παραπεμθεί στον Οργανισμό, για ευχερέστερη και ταχύτερη δανειοδότηση. Ούτε μπορώ να αποδεχθώ τη μαρτυρία του πως υπάλληλος του Οργανισμού συμπλήρωσε τα τιμολόγια, βάζοντας πλασματικά αντικείμενα, με μοναδικό σκοπό να συμπληρωθεί μια εικονική αξία, ανύπαρκτων αντικειμένων. Το γεογνός ότι στο επίδικο τιμολόγιο καταγράφεται και περιγράφεται (με αριθμό εγγραφής) σκάφος που ήταν, όντως ιδιοκτησία του Αττεσλή, καταρρίπτει τον ισχυρισμό του. Ο αριθμός εγγραφής του σκάφους (LL6131) συνάδει με τον τίτλο ιδιοκτησίας (Τεκμήριο 2) τον οποίο είχε παραδώσει, προφανώς, ο Αττεσλής στους λειτουργούς των εναγόντων, στους οποίους είχε αποταθεί για την χρηματοδότηση. Αλλά και ως προς τα έπιπλα δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία του ότι ήταν ανύπαρκτα. Δέχθηκε, εξ άλλου, αντεξεταζόμενος, πως στην κατοικία του υπήρχαν πολλά έπιπλα και σαλόνια τα οποία, όπως υποστήριξε, ήταν της συζύγου του. Αντίφαση διαπιστώνεται και στη μαρτυρία του ως προς τις ενέργειες του σε σχέση με τις άλλες τρεις αγωγές, που αφορούσαν τα συμβόλαια ενοικιαγοράς για το ισχυριζόμενο συγκεκαλυμένο δάνειο των £500.
  3. Ενώ ο ίδιος υποστήριξε στη μαρτυρία του πως αμφισβητούσε την εγκυρότητα όλων των συμβολαίων, ο συνήγορος του υπόβαλε στο Μ.Ε.4 πως είχε αποδεχθεί τις οφειλές για τα άλλα τρία συμβόλαια. Όσον αφορά τη στάση που τήρησε στις δικαστικές διαδικασίες, η μαρτυρία του υπήρξε ασαφής και συγκεχυμένη. Άλλοτε υποστήριζε πως δεν ανέθεσε σε δικηγόρους να υπερασπίσουν τις αγωγές και άλλοτε πως δεν θυμόταν. Ανέφερε επίσης πως στις συζητήσεις που είχε, κατά καιρούς, με αξιωματούχους των εναγόντων, τους δήλωσε πως δεν αποδεχόταν τις οφειλές για τις τέσσερις συμφωνίες ενοικιαγορών. Σε άλλο σημείο της μαρτυρίας του είπε ότι τους δήλωσε πως αποδεχόταν ο ίδιος προσωπικά τις οφειλές αλλά όχι τα άλλα μέλη της οικογένειας του, επεξηγώντας πως τήρησε αυτή τη στάση γιατί ο ίδιος είχε επωφεληθεί με το ποσό του δανείου. Αυτό, βέβαια, έρχεται σε αντίθεση με την αρχική του θέση πως τα δάνεια αφορούσαν τις εταιρείες του και όχι τον ίδιο προσωπικά. Έχει, περαιτέρω, καταδειχθεί με τα τεκμήρια 10 α-ζ και τα Τεκμήρια 20 και 21 πως όχι μόνο εκπροσωπήθηκε από δικηγόρο σε όλες τις αγωγές αλλά σε μία από αυτές εκδόθηκε εκ συμφώνου απόφαση. Για όλους τους λόγους που εξήγησα, δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία του Αττεσλή περί εικονικότητας της επίδικης συμφωνίας και ανυπαρξίας, δήθεν, των αντικειμένων. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση, έχοντας υπόψη και το σύνολο του μαρτυρικού υλικού, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: (α) Περί τις αρχές Δεκεμβρίου του έτους 2000, ο Λ. Αττεσλής αποτάθηκε στην Τράπεζα Κύπρου, με την οποία διατηρούσε λογαριασμούς, τόσο προσωπικά όσο και διαφόρων εταιρειών του, ζητώντας να δανειοδοτηθεί άμεσα με το ποσό των £500.
  4. Οι υπεύθυνοι του Τμήματος του εξήγησαν ότι για την έγκριση της δανειοδότησης απαιτούσε να ακολουθηθεί κάποια διαδικασία που θα έπαιρνε χρόνο 2-3 εβδομάδων. Του εισηγήθηκαν, εάν ήθελε γρηγορότερη εξυπηρέτηση, να αποταθεί στον Οργανισμό Χρηματοδότησης της Τράπεζας. (β) Στις 13.12.2000 επισκέφθηκε τα γραφεία του Οργανισμού, ζητώντας να χρηματοδοτηθεί με το ίδιο ποσό. Αφού του εξηγήθηκε η διαδικασία από τους εκεί λειτουργούς, αποδέχθηκε να καταρτιστούν τέσσερις ξεχωριστές συμφωνίες ενοικιαγοράς, με πωλητές τον ίδιο και μία εκ των εταιρειών του και αγοραστές άλλα μέλη της οικογένειας του. Ως αντικείμενα των ενοικιαγορών προσφέρθηκαν διάφορα περιουσιακά στοιχεία του ιδίου και της εταιρείας του, τα οποία, αφού κατέγραψαν υπάλληλοι των εναγόντων, εκδόθηκαν τα τιμολόγια για κάθε μια από τις τέσσερις συμφωνίες. (γ) Για την επίδικη συμφωνία πρότεινε προς τους ενάγοντες την πώληση από τον ίδιο προς τη θυγατέρα του Στέφανη (εναγόμενη 1) ενός σκάφους και διαφόρων επίπλων και συσκευών που βρίσκονταν στην οικία του, ως το τιμολόγιο Τεκμήριο
  5. Οι ενάγοντες αποδέχθηκαν την πρόταση με βάση και τη δήλωση που υπόγραψε ο Αττεσλής (Τεκμήριο 14) με την οποία βεβαίωσε την κυριότητα των αντικειμένων. (δ) Αφού εκδόθηκε το τιμολόγιο, Τεκμήριο 1, το οποίο υπόγραψε και η εναγόμενη 1 ως η αγοράστρια των αντικειμένων, καταρτίστηκε η συμφωνία ενοικιαγοράς, Τεκμήριο 3, την οποία υπόγραψε ο ίδιος ως εγγυητής και πωλητής των αντικειμένων, η εναγόμενη 1, ως μισθωτής και η σύζυγος του - εναγόμενη 3 - ως εγγυήτρια. (ε) Η συμφωνία εγκρίθηκε από τους ενάγοντες, οι οποίοι κατέβαλαν το ποσό των £200.000 στον Αττεσλή, με την επιταγή, Τεκμήριο
  6. (στ) Οι ενάγοντες δεν επιθεώρησαν τα αντικείμενα, στηριζόμενοι στις βεβαιώσεις του Αττεσλή και της θυγατέρας του, τόσο για την ύπαρξη όσο και για την αξία τους. Είχαν, βέβαια, παραλάβει και αντίγραφο του τίτλου ιδιοκτησίας του σκάφους (Τεκμήριο 2) τον οποίο τους είχε παραδώσει ο Αττεσλής. (ζ) Στις 13.6.2001, συμφωνήθηκε μεταξύ των μερών παράταση της συμφωνίας ενοικιαγοράς και καταρτίστηκε το Τεκμήριο 4, με βάση το οποίο αυξήθηκαν οι δόσεις, από 24 σε 60 και μειώθηκε το ποσό της κάθε δόσης, από £9.625 που είχε καθοριστεί αρχικά σε £4.
  7. Παράλληλα, συμφωνήθηκε αύξηση των δικαιωμάτων ενοικιαγοράς, από £31.000 σε £77.
  8. (η) Η εναγόμενη 1 κατέβαλε, μέσω του Αττεσλή και των εταιρειών του, τις δόσεις μέχρι τον Απρίλιο του έτους 2003 αλλά παρέλειψε να εξοφλήσει τις δόσεις που ακολουθούσαν, παραβιάζοντας, έτσι, τους όρους της συμφωνίας. (θ) Με την επιστολή ημερομηνίας 10.11.2003 προς την εναγόμενη 1 (Τεκμήριο 7) οι ενάγοντες τερμάτισαν τη συμφωνία και απαίτησαν πληρωμή των καθυστερημένων ενοικίων και των οφειλόμενων τόκων. Απαίτησαν, περαιτέρω, πληρωμή του χρεωστικού υπολοίπου από τους εγγυητές, με τις επιστολές Τεκμήρια 8 α και 8 β. (ι) Όπως είναι παραδεκτό, οι εναγόμενες δεν κατέβαλαν οποιοδήποτε ποσό μετά τον τερματισμό και εξακολουθούν να παραμένουν απλήρωτα όλα τα ληγμένα ενοίκια και οι τόκοι υπερημερίας, όπως παρουσιάζονται στην αναθεωρημένη κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο
  9. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ - ΚΑΤΑΛΗΞΗ Το ζήτημα της εικονικότητας σε συμφωνίες ενοικιαγορών έχει απασχολήσει τα Δικαστήρια κατ΄ επανάληψη (βλ. μεταξύ άλλων, Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Κωνσταντίνου κ.α.
(2001)1 Α.Α.Δ. 1432, T.J.S. Enterprises Ltd κ.α. ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2005)1 Α.Α.Δ. 108, Κωνσταντίνου κ.α. ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2006)1 Α.Α.Δ. 781, Γεώργιος Κυριάκου Χίνης ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ, Πολιτική Έφεση αρ 299/2006, ημερ. 21.3.2008 και Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Γεώργιος Κυριάκου Χίνης, Πολιτική Έφεση αρ. 37/2006, ημερ. 14.7.2008). Από τη θεώρηση της νομολογίας προκύπτουν οι ακόλουθες γενικές αρχές: (α) Η Τράπεζα οφείλει να αποδείξει ότι καταρτίστηκε μια έγκυρη συμφωνία ενοικιαγοράς. (β) Ο εναγόμενος φέρει το βάρος απόδειξης του ισχυρισμού του ότι η συμφωνία είναι εικονική. (γ) Είναι παραδεκτή εξωγενής μαρτυρία προκειμένου να καταδειχθεί η πραγματική φύση της συναλλαγής. (δ) Εφόσον διαπιστωθεί εικονικότητα, η σύμβαση θεωρείται άκυρη, με συνέπεια την αποτυχία της αξίωσης του ενάγοντα που στηρίχθηκε σε ανύπαρκτη συναλλαγή. (δ) Πρόσωπο που έχει παρουσιάσει τον εαυτό του ως τον πωλητή των αντικειμένων, κωλύεται να αρνηθεί το γεγονός αυτό, εφόσον η Τράπεζα στηρίχθηκε στη δήλωση αυτή, χωρίς να έχει λόγους να πιστεύει ότι τα αντικείμενα ήταν πλασματικά. Υποδείχθηκε, επίσης, πως παρόλο που η συνήθης μορφή ενοικιαγοράς είναι τριμερής με: (α) τον έμπορο, (β) τον χρηματοδότη και (γ) το μισθωτή, δεν αποκλείεται και η διμερής σχέση, στην περίπτωση όπου ο αρχικός ιδιοκτήτης των αντικειμένων είναι ο ίδιος ο μισθωτής (βλ. Κωνσταντίνου (ανωτέρω) και Οργαν. Χρηματ. Τραπέζης Κύπρου Λτδ ν. Παντελή κ.α.
(2004)1 Α.Α.Δ. 854). Στην κρινόμενη υπόθεση η επίδικη συμφωνία έχει τη συνήθη τριμερή μορφή. Ο Αττεσλής (πωλητής) ο οποίος βεβαίωσε με ξεχωριστή δήλωση ότι είναι ιδιοκτήτης των αντικειμένων, η εναγόμενη 1 (μισθωτής) και οι ενάγοντες (χρηματοδότης). Οι ενάγοντες απέδειξαν την εγκυρότητα της συμφωνίας, εφόσον δεν αμφισβητήθηκε η υπογραφή των εγγράφων, ούτε υπάρχει ισχυρισμός ότι ελλείπει οποιοδήποτε τυπικό προαπαιτούμενο για την εγκυρότητα της συμφωνίας. Από την άλλη, οι εναγόμενες όχι μόνο δεν απέδειξαν εικονικότητα, αλλά με τη μαρτυρία του Αττεσλή, όπως αξιολογήθηκε, επιβεβαιώθηκε η ύπαρξη των αντικειμένων. Υπενθυμίζω, ότι έγινε αποδεκτό πως το σκάφος ήταν υπαρκτό, ενώ δέχθηκε στη μαρτυρία του πως στην οικία του υπήρχαν πολλά έπιπλα. Το γεγονός ότι δεν εξειδικεύονται με περισσότερη λεπτομέρεια τα έπιπλα και οι συσκευές, δεν δημιουργεί πρόβλημα ούτε συνηγορεί υπέρ της εκδοχής των εναγομένων για εικονικότητα, όπως εισηγήθηκε ο συνήγορος τους. Ούτε το γεγονός ότι το τιμολόγιο συμπληρώθηκε με τη βοήθεια λειτουργού του Οργανισμού θα μπορούσε να αποβεί μοιραίο για την υπόθεση των εναγόντων. Ο υπάλληλος κατέγραψε στο τιμολόγιο τα στοιχεία του σκάφους και των επίπλων, καθώς και την αξία τους, όπως ήταν το αίτημα των εναγομένων. Προβλήθηκαν και άλλοι λόγοι από τον ευπαίδευτο συνήγορο των εναγομένων, οι οποίοι, κατά την εκτίμηση του, υποστηρίζουν την εκδοχή της υπεράσπισης ή/και αποδυναμώνουν την υπόθεση των εναγόντων. Μια από τις εισηγήσεις του, σχετίζεται με την ενεχυρίαση μετοχών του Αττεσλή αξίας, πέραν του £1,5 εκ. Το γεγονός αυτό, κατά την άποψη του, υποδηλώνει πως το μόνο που ενδιέφερε τους ενάγοντες ήταν η εξασφάλιση του ποσού του δανείου που είχαν παραχωρήσει οι ενάγοντες στους πελάτες του. Δεν συμφωνώ με την εισήγηση. Τα έγγραφα ενεχυρίασης των μετοχών, Τεκμήρια 11 και 11 α, ζητήθηκαν από τον Αττεσλή ως πρόσθετη εξασφάλιση των εναγόντων. Δεν συνηγορεί υπέρ της εκδοχής της εικονικότητας της ενοικιαγοράς, όπως υποστήριξε ο συνήγορος των εναγομένων. Μια άλλη εισήγηση σχετίζεται με τη φοιτητική ιδιότητα της εναγόμενης 1, όπως προέκυψε από τα τεκμήρια 18 (α)-(δ). Η εισήγηση είναι αβάσιμη, καθόσον η ίδια δήλωσε πως ήταν υπάλληλος του Ομίλου Αττεσλής. Ακόμη και στην περίπτωση που αποδεχόμουν ότι οι ενάγοντες γνώριζαν πως ήταν φοιτήτρια, αυτό δεν αποτελούσε εμπόδιο για την έγκριση της συμφωνίας, εφόσον αποδέχθηκε, με την εγγύηση του Αττεσλή και της συζύγου του, να καταβάλλει τη δόση που καθορίστηκε στη συμφωνία. Υποστήριξε, επίσης, πως η παράλειψη των εναγόντων να καλέσουν ως μάρτυρες τα πρόσωπα που συνέταξαν τα έγγραφα ενοικιαγοράς, δημιουργεί σοβαρό ρήγμα στην υπόθεση των εναγόντων. Ούτε αυτή η εισήγηση ευσταθεί. Οι ενάγοντες με τη μαρτυρία που προσκόμισαν και τα έγγραφα που παρουσίασαν, απέδειξαν τον καταρτισμό της συμφωνίας και την εγκυρότητα της. Όπως εξηγήθηκε, δεν υπήρχαν ενδείξεις για εικονικότητα της συμφωνίας. Όπως, εξ άλλου, προέκυψε από τη μαρτυρία, η υπεύθυνη του Τμήματος Μεγάλων Επιχειρήσεων (Χριστοφίδου), η οποία, όπως υποστήριξε ο Αττεσλής, επινόησε την εικονική δανειοδότησή του, απεβίωσε το Νοέμβριο του έτους 2008. Όσον αφορά την Γαλήνη Παμπόρη, παρουσιάζεται στη συμφωνία ως μάρτυρας των υπογραφών, στοιχείο που δεν τελεί υπό αμφισβήτηση. Τα γεγονότα της παρούσας διακρίνονται από τα περιστατικά της υπόθεσης Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Κυριάκου Χίνη (ανωτέρω), την οποία επικαλέστηκε ο συνήγορος των εναγομένων για να στηρίξει την εισήγηση του. Στην υπόθεση εκείνη, είχε κριθεί ότι «τα πράγματα βοούσαν», ως προς την εικονικότητα της ενοικιαγοράς και για το λόγο αυτό υιοθετήθηκε η πρωτόδικη προσέγγιση πως οι ενάγοντες όφειλαν να καλέσουν ως μάρτυρα την υπάλληλο, η οποία παρουσιαζόταν ως το πρόσωπο που είχε παροτρύνει τον εναγόμενο να προχωρήσει σε εικονική συμφωνία. Η διασύνδεση, τέλος, της επίδικης υπόθεσης με τις άλλες τρεις συμφωνίες της ίδιας ημέρας, κάθε άλλο παρά βοήθησε την εκδοχή των εναγομένων. Όπως προέκυψε από τη μαρτυρία, δεν προωθήθηκε η υπεράσπιση της εικονικότητας την οποία είχαν προβάλει, ενώ σε μια από αυτές (Τεκμήριο 10 γ) εκδόθηκε εκ συμφώνου απόφαση. Το γεγονός ότι, όπως υποστήριξε ο Αττεσλής, η επιθυμία του ήταν να δανειοδοτηθεί με σκοπό να επενδύσει σε μετοχές, είναι εντελώς αδιάφορο αφού, εν τέλει, συμφώνησε και προχώρησε στη σύναψη μιας καθόλα έγκυρης συμφωνίας ενοικιαγοράς (βλ. Γεώργιος Κυριάκου Χίνης, ημερ. 21.3.2008, (ανωτέρω)). Επιπρόσθετα από τα ανωτέρω, εκτιμώ ότι, υπό τα περιστατικά της υπόθεσης αυτής, τυγχάνει εφαρμογής η αρχή του κωλύματος λόγω παραστάσεων. Ο Αττεσλής είχε δηλώσει γραπτώς ότι ήταν ιδιοκτήτης των αντικειμένων (Τεκμήριο 14). Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με την παρουσίαση του τίτλου για το σκάφος και τη δήλωση της εναγομένης 1 που περιέχεται στο Τεκμήριο 3, ότι παρέλαβε τα αντικείμενα, εμποδίζει τις εναγόμενες να ισχυρίζονται ότι δεν υπήρχαν έπιπλα. Οι ενάγοντες κατάρτισαν τη συμφωνία, βασιζόμενοι στις ανωτέρω δηλώσεις, τόσο για την ύπαρξη των αντικειμένων, όσο και για την αξία τους και θα ήταν άδικο να επιτραπεί στις εναγόμενες να εγείρουν ζήτημα ανυπαρξίας των αντικειμένων (βλ. Ιωάννου ν. Οργανισμού Χρηματοδότησης Τραπέζης Κύπρου Λτδ
(1999)1 Α.Α.Δ. 1522 και T.J.S. Enterprises Ltd κ.α. (ανωτέρω). Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η υπεράσπιση της εικονικότητας της επίδικης συμφωνίας αποτυγχάνει. Καταλήγω ότι η ενοικιαγορά ήταν γνήσια και τα αντικείμενα υπαρκτά. Οι ενάγοντες δικαιούνται να αποκατασταθούν για τις ζημιές που έχουν υποστεί οι οποίες, όπως υποδεικνύεται από τη νομολογία (βλ. Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ ν. Παντελή κ.α. - ανωτέρω -) ισοδυναμούν με τα ποσά των καθυστερημένων δόσεων κατά τον χρόνο τερματισμού πλέον το υπόλοιπο της συμφωνίας με τους τόκους. Με την αναντίλεκτη μαρτυρία της Μ.Ε.1, οι ενάγοντες έχουν αποδείξει ότι το υπόλοιπο είναι όπως παρουσιάζεται στην αναθεωρημένη κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 6. Δεν προβλήθηκε, εξ άλλου, ισχυρισμός ότι πληρώθηκαν ποσά πέραν αυτών που αναφέρονται στο Τεκμήριο 6, ή ότι το υπόλοιπο θα έπρεπε να ήταν διαφορετικό. Εκδίδεται, κατά συνέπεια, απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων 1 και 3, προσωπικά και αλληλέγγυα, για το ποσό των €398.013,31 με τόκο 9% ετησίως επί ποσού €300.443,78 από 18.6.2008 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον έξοδα όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Εκδίδεται, περαιτέρω, διάταγμα εναντίον της εναγομένης 1 ως η παράγραφος 11(Β)
(1)και
(2)της έκθεσης απαίτησης. Από το διάταγμα, εξαιρείται η βάρκα, η οποία, όπως είναι παραδεκτό, πωλήθηκε σε άλλη διαδικασία που εκκρεμούσε ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου. (Υπ.) ............... Λ. Καλογήρου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΦΚ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.