Ανδρέας Νικολάου Μιχαήλ ν. Μιχαήλ Σκουτέλλα, Αρ. Αγωγής: 2188/2002, 31.12.2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:A290 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Πρ. Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2188/2002 Μεταξύ: Ανδρέας Νικολάου Μιχαήλ, εκ Λεμεσού Ενάγοντα και Μιχαήλ Σκουτέλλα, εκ Λεμεσού Εναγομένου Ημερομηνία: 31.12.2009 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα: κα Σ. Τόκα Για Εναγόμενο: κ. Λ. Κολατσής (για ν΄ακούσει απόφαση η κα Χαριλάου) ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή: Η παρούσα αγωγή τέθηκε ενώπιον μου με σκοπό την επανεκδίκαση της ουσίας της, ως αποτέλεσμα σχετικής απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Πολιτική Έφεση Αρ. 81/2007 ημερομηνίας 19.11.2008 με διαδίκους τα ίδια με την υπόθεση αυτή μέρη. Με την Έκθεση Απαίτησης του ο Ενάγοντας αξιώνει εναντίον του Εναγομένου διάφορες θεραπείες, το λεκτικό των οποίων, στα πλαίσια εξέτασης της παρούσας αγωγής, κρίνεται σκόπιμο να υποβληθεί αυτούσιο πιο κάτω: "A. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι το Πωλητήριον Έγγραφον ημερμ. 15.12.2000 δυνάμει του οποίου ο Ενάγων επώλησεν προς τον Εναγομένον το Κτήμα παρεβιάσθη και/ή διερρήχθη και/ή ηθετήθη ουσιωδώς παρά του Εναγομένου. Β. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι το Πωλητήριον Έγγραφον ετερματίσθη νομίμως και δεόντως παρά του Ενάγοντος δι' επιστολής του ημερομηνίας 8.11.
- Γ. Διάταγμα του Δικαστηρίου διαττάτον τον Εναγόμενον όπως προβεί εις την ακύρωσιν και/ή ανάκλησιν και/ή απόσυρσιν του Πωλητηρίου Εγγράφου εκ του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού και/ή Διάταγμα του Δικαστηρίου δια του οποίου να εξουσιοδοτείται ο Ενάγων και/ή οιονδήποτε παρ' αυτού εντεταλμένον πρόσωπον και/ή ο διευθυντής του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού όπως προβεί εις την απόσυρσιν και/ή ακύρωσιν και/ή ανάκλησιν του Πωλητηρίου Εγγράφου εκ του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού. Δ. Διάταγμα του Δικαστηρίου διαττάτον τον Εναγόμενον και/ή τους υπαλλήλους και/ή αντιπροσώπους του όπως εγκαταλείψει και παραδώσει ελευθέραν κατοχήν του Κτήματος προς τον Ενάγοντα. Ε. Γενικάς αποζημιώσεις και/ή ειδικάς αποζημιώσεις εκ Λ.Κ.33,000,00 δια παράβασιν και/ή διάρρηξιν και/ή αθέτησιν του Πωλητηρίου Εγγράφου υπαιτιότητι του Εναγομένου. ΣΤ. Ειδικάς αποζημιώσεις εκ Λ.Κ.5,555.00 δια παράβασιν και/ή διάρρηξιν και/ή αθέτησιν του Πωλητηρίου Εγγράφου υπαιτιότητι του Εναγομένου. Ζ. Δήλωσιν του Δικαστηρίου ότι ο Ενάγων δικαιούται να κρατήσει και/ή συμψηφίσει το παρά του Εναγομένου πληρωθέν και/ή πιστωθέν συνολικόν ποσόν εκ Λ.Κ.500,00 έναντι ζημιάς και/ή απωλείας του και/ή άλλως. Η. Νομίμους τόκους. Θ. Έξοδα και Φ.Π.Α. " Στην Τροποποιημένη Υπεράσπιση του ο Εναγόμενος αρνείται ότι ευθύνεται για οποιαδήποτε παράβαση του πωλητηρίου εγγράφου ημερομηνίας 15.12.2000 και ισχυρίζεται ότι η εν λόγω συμφωνία ουδέποτε τερματίστηκε επειδή ο Ενάγοντας ουδέποτε έδωσε τη δέουσα ή συμφωνημένη ή οποιαδήποτε ειδοποίηση για τερματισμό ή ακύρωση της. Περαιτέρω, αρνείται ότι ο Ενάγοντας δικαιούται τις αποζημιώσεις που διεκδικεί και ταυτόχρονα δηλώνει την προθυμία και ετοιμότητα του να καταβάλει στον Ενάγοντα το υπόλοιπο του τιμήματος αγοράς, πέραν από το ποσό που ήδη πλήρωσε, όπως αυτό θα αναπροσαρμοζόταν (προφανώς μειωμένο σε σχέση με το συμφωνημένο τίμημα αγοράς) κατά τρόπο δίκαιο και εύλογο σύμφωνα με την πραγματική έκταση του υπό πώληση κτήματος, ήτοι 1.078 τετραγωνικά μέτρα, η οποία έκταση, κατά τον ισχυρισμό του Εναγομένου, ήταν μειωμένη έναντι της έκτασης που συμφωνήθηκε και δηλώθηκε στο πιο πάνω πωλητήριο έγγραφο και που ήταν 1.524 τετραγωνικά μέτρα. Κατά τον Εναγόμενο, η έκταση της ακίνητης ιδιοκτησίας που αγόρασε αποτελούσε αναπόσπαστο μέρος του συμφωνητικού εγγράφου πώλησης. Στην Απάντηση στην Τροποποιημένη Υπεράσπιση ο Ενάγοντας, αφού πρώτα αρνείται και απορρίπτει όλους τους ισχυρισμούς του Εναγομένου που περιέχονται στην τροποποιημένη υπεράσπιση του και που έρχονται σε αντίθεση και/ή αντιφάσκουν και/ή δεν συνάδουν με τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα που σημειώνονται στην έκθεση απαίτησης του, διευκρινίζει ότι η εν λόγω συμφωνία τερματίστηκε με επιστολή του Ενάγοντα ημερομηνίας 08.11.2001, η οποία σύμφωνα με τον ισχυρισμό του παραδόθηκε δια χειρός στον Εναγόμενο μετά την πάροδο 7 ημερών από την ημερομηνία που έπρεπε να πραγματοποιείτο η τελευταία πληρωμή και/ή εξόφληση του τιμήματος. Στη συνέχεια ο Εναγόμενος καταχώρησε Περαιτέρω Υπεράσπιση δυνάμει της Διάταξης 23 Κανονισμό 2 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Θεσμούς, της οποίας ορισμένοι ισχυρισμοί κατέστησαν άνευ αντικειμένου ως αποτέλεσμα της απόφασης στην Πολιτική Έφεση Αρ. 81/2007 ενώ άλλοι ισχυρισμοί του ήδη καλύπτονται μέσα από το περιεχόμενο της αρχικής τροποποιημένης υπεράσπισης του. Παραδεκτά Γεγονότα: Με βάση το περιεχόμενο των δικογράφων αλλά και τις θέσεις των μερών καθώς και τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου μέσα από την ακροαματική διαδικασία, τα πιο κάτω γεγονότα αποτελούν κοινό έδαφος των διαδίκων στην παρούσα αγωγή: - Ο Ενάγοντας ήταν ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του τεμαχίου υπ' αριθμό εγγραφής 9942, τεμάχιο 501, φύλλο/σχέδιο LIV/45 (στο εξής καλείται 'το κτήμα') στην τοποθεσία 'Διπλοστράτι' στον Άγιο Τύχωνα της επαρχίας Λεμεσού - Στις 15.12.2000 συνομολογήθηκε και υπογράφηκε αγοραπωλητήριο έγγραφο μεταξύ των μερών δυνάμει του οποίου συμφωνήθηκε η πώληση του κτήματος από τον Ενάγοντα στον Εναγόμενο για το ποσό των £30.500,00 καθώς και η μεταβίβαση και εγγραφή επ' ονόματι του Εναγομένου - Το τίμημα πωλήσεως θα πληρωνόταν από τον Εναγόμενο στον Ενάγοντα ως εξής: · Λ.Κ.£500,00 ως προκαταβολή με την υπογραφή του πωλητηρίου εγγράφου · Ολόκληρο (όχι τμηματικά) το υπόλοιπο ποσό των Λ.Κ.£33.000,00 μέχρι τις 31.10.2001 με τόκο προς 8% ετησίως επί του εν λόγω ποσού από της υπογραφής του πωλητηρίου εγγράφου μέχρι εξοφλήσεως · Η μεταβίβαση και εγγραφή του κτήματος εις το όνομα του Εναγομένου θα πραγματοποιείτο με την πλήρη και τελεία εξόφληση του υπολοίπου ποσού του τιμήματος μετά του τόκου · Ελευθέρα κατοχή του κτήματος θα διδόταν στον Εναγόμενο από τον Ενάγοντα με την υπογραφή του πωλητηρίου εγγράφου - Ο Ενάγοντας παρέδωσε ελευθέρα κατοχή του κτήματος στον Εναγόμενο εντός του συμφωνηθέντος χρόνου, ήτοι με την υπογραφή του πωλητηρίου εγγράφου. - Ο Εναγόμενος κατέθεσε το πωλητήριο έγγραφο εις το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού σύμφωνα με τις πρόνοιες του Κεφ.232 για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης (specific performance). - Ο Εναγόμενος κατέβαλε στον Ενάγοντα το συνολικό ποσό των Λ.Κ.£5.000,00 ως έναντι του συμφωνημένου τιμήματος αγοράς, περιλαμβανομένου του ποσού της προκαταβολής, το οποίο είναι και το μοναδικό ποσό που καταβλήθηκε από τον Εναγόμενο στον Ενάγοντα. Τα παραδεκτά από τα μέρη γεγονότα που έχουν σημειωθεί πιο πάνω υιοθετούνται αυτόματα από το παρόν Δικαστήριο και καθίστανται αμέσως ευρήματα αυτού για σκοπούς της απόφασης αυτής. Αμφισβητούμενες θέσεις και ισχυρισμοί Μερών: Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης αλλά και την απάντηση στην τροποποιημένη υπεράσπιση τα πιο κάτω αποτελούν θέσεις, ισχυρισμοί και αξιώσεις του Ενάγοντα οι οποίοι αμφισβητούνται και απορρίπτονται από τον Εναγόμενο, πέραν αυτών βέβαια που έχουν ήδη αναφερθεί στο εισαγωγικό πλαίσιο της απόφασης αυτής αλλά δεν κρίνεται χρήσιμο να επαναδιατυπωθούν: - Κάλεσε πολλές φορές τον Εναγόμενο να αποπληρώσει το υπόλοιπο ποσό του συμφωνηθέντος τιμήματος με την ταυτόχρονη μεταβίβαση του κτήματος εις το όνομα του Εναγόμενου, πλην όμως αυτός παρέλειψε να συμμορφωθεί και αρνήθηκε να πληρώσει το οφειλόμενο ποσό. - Ο Εναγόμενος ήγειρε για πρώτη φορά στις 19.12.2001 ισχυρισμούς σχετικά με την έκταση του κτήματος και για να αποφύγει τις συμβατικές υποχρεώσεις του καταχώρησε στις 06.07.2001 την αγωγή υπ' αριθμό 4174/2001 ενώπιον άλλου Δικαστηρίου. - Ο Εναγόμενος κατέχει, χρησιμοποιεί και καρπούται το κτήμα παράνομα το οποίο κατά το χρόνο της παράβασης και/ή σήμερα δύναται να πωληθεί στο ποσό των Λ.Κ.£65.000,00 με αποτέλεσμα να έχει υποστεί περαιτέρω ζημιά ως απώλεια κέρδους ύψους Λ.Κ.£32.000,00 - Αξιώνει ειδικές αποζημιώσεις εκ Λ.Κ.£37.555,00, ποσό το οποίο αναλύεται ως εξής: · Απώλεια κέρδους = Λ.Κ.£32.000,00 · Απώλεια ποσοστού τόκου ύψους προς 8% επί του ποσού των £33.000,00 από 15.12.2000 = Λ.Κ.£5.280,00 · Δικηγορικά έξοδα για την ετοιμασία και εκτέλεση του πωλητηρίου εγγράφου= Λ.Κ.£275,00 Αντίθετα, με βάση την τροποποιημένη υπεράσπιση τ' ακόλουθα αποτελούν θέσεις και ισχυρισμοί του Εναγομένου οι οποίοι αμφισβητούνται και απορρίπτονται από τον Ενάγοντα, πέραν αυτών βέβαια που επίσης έχουν ήδη αναφερθεί στο εισαγωγικό πλαίσιο της απόφασης αυτής και δεν θεωρείται σκόπιμο να επαναδιατυπωθούν: · Η συμφωνία ορίζει ρητά ότι όλοι οι όροι της είναι ουσιώδεις. · Η συμφωνία διαλαμβάνει ότι το δικαίωμα του Ενάγοντα να ακυρώσει και/ή τερματίσει τη συμφωνία μπορούσε να ασκηθεί μετά περίοδο 7 ημερών χάριτος από την οριζόμενη ημερομηνία πληρωμής και με συστημένη επιστολή προς τον Εναγόμενο. · Ο Ενάγοντας ουδέποτε του κοινοποίησε την επιστολή ημερομηνίας 08.11.
- · Ο Εναγόμενος δεν ήγειρε για πρώτη φορά στις 19.12.2001 ισχυρισμούς σχετικά με την έκταση του κτήματος. Ούτε για να αποφύγει τις συμβατικές υποχρεώσεις του καταχώρησε στις 06.07.2001 την αγωγή υπ' αριθμό 4174/2001 ενώπιον άλλου Δικαστηρίου, η οποία επιδόθηκε στις 30.09.2001 και σημείωμα εμφάνισης καταχωρήθηκε στις 02.10.
- · Ο Ενάγοντας δεν κάλεσε σε οποιοδήποτε χρόνο τον Εναγόμενο να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό. · Δεν κατέχει, χρησιμοποιεί και καρπούται παράνομα το κτήμα. · Η αξία του κτήματος δεν ανέρχεται στο ποσό των Λ.Κ.£65.000,
- · Ο Ενάγοντας δεν υπέστη τις ζημιές που απαιτεί. · Το πωλητήριο έγγραφο να μην αποσυρθεί από το κτηματολόγιο. · Συμφωνήθηκε η αγορά του κτήματος, όπως λεπτομερώς περιγραφόταν στα επισυνημμένα στη συμφωνία πιστοποιητικά εγγραφής και στο χωρομετρικό σχέδιο που αποτελούσαν αναπόσπαστο μέρος της, δηλαδή συμφωνήθηκε η αγορά του κτήματος που δήλωνε ως έκταση 1.524 τετραγωνικά μέτρα, καθότι το συμφωνηθέν τίμημα ήταν σε αναφορά και συσχετισμό με την αναφερόμενη έκταση. · Μετά την υπογραφή της συμφωνίας ο Εναγόμενος διαπίστωσε και/ή έλαβε γνώση ότι η έκταση του κτήματος ήταν 1.078 τετραγωνικά μέτρα και όχι 1.524 τετραγωνικά μέτρα όπως είχε συμφωνηθεί. · Ο Ενάγοντας γνώριζε το μειωμένο της έκτασης του κτήματος ή και εξώθησε τον Εναγόμενο στην υπογραφή της συμφωνίας με ψευδείς παραστάσεις και/ή απάτη και/ή άλλως πως και έτσι να δικαιούται ανάλογη μείωση στο ποσό που θα πρέπει να καταβληθεί ή αντίστοιχες αποζημιώσεις. · Ακόμη και εάν ο Ενάγοντας έδιδε ειδοποίηση τερματισμού της συμφωνίας, ισχυρισμό που ο Εναγόμενος αρνείται και απορρίπτει, δεδομένων των ισχυρισμών του Εναγομένου που ο Ενάγοντας γνώριζε και/ή της αγωγής αρ. 4174/2001 Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού που ο Εναγόμενος έγειρε εναντίον του Ενάγοντα και/ή άλλως ο Ενάγοντας δεν μπορούσε να τερματίσει την συμφωνία. Επίδικα Θέματα: Κατόπιν μελέτης των δικογράφων, προκύπτει ότι τα πιο κάτω αποτελούν τα επίδικα θέματα στην παρούσα αγωγή: α) Κατά πόσο υπήρξε παράβαση ουσιώδους ή μη ουσιώδους όρου του συμφωνητικού εγγράφου ημερομηνίας 15.12.2000 από μέρους του Εναγομένου. β) Κατά πόσο υπήρξε νόμιμος τερματισμός του εν λόγω συμφωνητικού εγγράφου. γ) Κατά πόσο η πραγματική έκταση του πωλούμενου κτήματος παρέχει οποιαδήποτε μορφή υπεράσπισης στον Εναγόμενο αναφορικά με τις αξιώσεις του Ενάγοντα. δ) Κατά πόσο ο Ενάγοντας δικαιούται οποιεσδήποτε από τις αξιούμενες θεραπείες. Προσαχθείσα μαρτυρία: Για την απόδειξη της απαίτησης του ο Ενάγοντας παρουσίασε 2 (δύο) μάρτυρες, ένας εκ των οποίων ήταν ο ίδιος, ενώ ο Εναγόμενος προς υπεράσπιση του παρουσίασε 3 (τρεις) μάρτυρες, ένας εκ των οποίων ήταν ο ίδιος. Κατά την ακροαματική διαδικασία κατατέθηκαν ως τεκμήρια τ' ακόλουθα έγγραφα: Τεκμήριο 1: Πωλητήριο έγγραφο ημερομηνίας 15.12.2000 μαζί με παραρτήματα (δέσμη εγγράφων 8 σελίδων) Τεκμήριο 2: Φωτοαντίγραφο επιταγής υπ' αριθμό 09364455 της Alpha Bank Limited ημερομηνίας 15.12.2000 Τεκμήριο 3: Φωτοαντίγραφο επιταγής υπ' αριθμό 09364456 της Alpha Bank Limited ημερομηνίας 15.12.2000 Τεκμήριο 4: Φωτοαντίγραφο έντυπο κτηματολογίου και χωρομετρίας σχετικά με την κατάθεση αντιγράφου της σύμβασης πώλησης ακίνητης ιδιοκτησίας (2 σελίδες) Τεκμήριο 5: Αντίγραφο Πολιτικής Έφεσης Αρ. 81/2007 ημερομηνίας 19.11.2008 Τεκμήριο 6: Αντίγραφο δικαστικής απόφασης στην αγωγή υπ' αριθμό 4174/2001 ημερομηνίας 31.01.2006 Τεκμήριο 7: Αντίγραφο Πολιτικής Έφεσης Αρ. 84/2006 ημερομηνίας 13.03.2008 (αναφορικά με την αγωγή υπ' αριθμό 4174/2001) Τεκμήριο 8: Γραπτή δήλωση ΜΕ1 (Ενάγοντας) ημερομηνίας 30.04.2009 δυνάμει του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφάλαιο 9 μετά των συναφών τροποποιήσεων Τεκμήριο 9: Φωτοαντίγραφο ανυπόγραφης επιστολής ημερομηνίας 08.11.2001 Τεκμήριο 10Α: Τιμολόγιο υπ' αριθμό 0632 Τεκμήριο 10Β: Απόδειξη είσπραξης υπ' αριθμό 0979 Τεκμήριο 11: Γραπτή δήλωση ΜΕ2 (κ. Μάριος Χριστοδούλου) ημερομηνίας 07.05.2009 δυνάμει του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφάλαιο 9 μετά των συναφών τροποποιήσεων Τεκμήριο 12: Ένορκη δήλωση επιδότη κ. Μάριου Χριστοδούλου ημερομηνίας 20.11.2001 (αποτελούμενη από 4 σελίδες έγγραφα) Τεκμήριο 13: Γραπτή δήλωση ΜΥ1 (Εναγόμενος) ημερομηνίας 19.05.2009 δυνάμει του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφάλαιο 9 μετά των συναφών τροποποιήσεων Τεκμήριο 14: Διαβατήριο Εναγομένου υπ' αριθμό C086013 με ημερομηνία έκδοσης 08.08.1996 και ημερομηνία λήξεως 08.08.2006 Τεκμήριο 15: Διαβατήριο κυρίας Παναγιώτας Σκουτέλλα υπ' αριθμό C117477 με ημερομηνία έκδοσης 06.06.1997 και ημερομηνία λήξεως 06.06.2007 Τεκμήριο 16Α: Αντίγραφα σελίδων 14 & 15 του διαβατηρίου του Εναγομένου Τεκμήριο 16Β: Αντίγραφα σελίδων 10 & 11 του διαβατηρίου του Εναγομένου Τεκμήριο 17: Αντίγραφα σελίδων 18 & 19 του διαβατηρίου της κυρίας Παναγιώτας Σκουτέλλα Τεκμήριο 18: Έκθεση εμπειρογνώμονα κ. Ανδρέα Παναγιώτου ημερομηνίας 21.05.2009 Τεκμήριο 19: Συγκριτικός πίνακας αμφισβητουμένων υπογραφών και δειγμάτων Τεκμήριο 20: Συγκριτικός πίνακας που δείχνει τις αμφισβητούμενες υπογραφές με δείγματα γραφής του επωνύμου του Εναγομένου στην αγγλική γλώσσα Τεκμήριο 21: Συγκριτικός πίνακας αμφισβητούμενης σφραγίδας αναχώρησης σχετικά με το διαβατήριο υπ' αριθμό C086013 στο όνομα του Εναγομένου, όπως αυτό αναφέρεται στη σελίδα 17 αυτού Τεκμήριο 22: Συγκριτικός πίνακας αμφισβητούμενης σφραγίδας αναχώρησης σχετικά με το διαβατήριο υπ' αριθμό C117477 στο όνομα της κυρίας Παναγιώτας Σκουτέλλα, όπως αυτό αναφέρεται στη σελίδα 9 αυτού Τεκμήριο 23: Δέσμη δείγματος γραφής και υπογραφής του Εναγομένου τόσο στην ελληνική όσο και στην αγγλική γλώσσα, αποτελούμενο από τα σημεία 1-9 Τεκμήριο 24: Δείγμα απόδειξης κατάθεσης ταχυδρομικού αντικειμένου Τεκμήριο 25: Δείγμα εντύπου Τ.Υ 24Α (Ειδοποιητήριο άφιξης συστημένου ή ασφαλισμένου αντικειμένου) Τεκμήριο 26: Δείγμα εντύπου Τ.Υ 24Α (Ειδοποιητήριο άφιξης συστημένου ή ασφαλισμένου αντικειμένου - Υπενθύμιση) Να σημειωθεί ότι τα τεκμήρια 1, 2, 3, 4, 5, 6 και 7 κατατέθηκαν εκ συμφώνου από τα μέρη με την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, το περιεχόμενο των οποίων έγινε αποδεκτό και από τους 2 διαδίκους για σκοπούς εκδίκασης της παρούσας αγωγής. Έχοντας σκιαγραφήσει τις βασικές θέσεις και ισχυρισμούς των μερών δεν προτίθεμαι να αναφέρω αυτολεξεί το περιεχόμενο τόσο της προασαχθείσας ενώπιον μου μαρτυρίας όσο και των αγορεύσεων των ευπαιδεύτων συνηγόρων των διαδίκων αφού κάτι τέτοιο είναι ήδη καταγραμμένο μέσα από τα διάφορα έγγραφα που υπέβαλαν ενώπιον του Δικαστηρίου καθώς και μέσα από τα επίσημα πρακτικά που τηρούνται στα πλαίσια εκδίκασης της αγωγής αυτής. Οι θέσεις και ισχυρισμοί των μερών μαζί με την προσαχθείσα μαρτυρία αλλά και έγγραφα που έχουν κατατεθεί ως τεκμήρια κατά τη διάρκεια των ακροαματικών συνδεριάσεων της παρούσας αγωγής έχουν μελετηθεί με προσοχή, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους και αναλόγως αξιολογούνται από το Δικαστήριο και όπως προανέφερα δεν κρίνεται σκόπιμο να επαναληφθούν. Ενδεικτικά και συνοπτικά όμως αναφέρω τα εξής: Ως ΜΕ1 κατέθεσε ο Ενάγοντας, ο οποίος, μεταξύ άλλων, ανάφερε ότι είναι ο ιδιοκτήτης ολόκληρου του επίδικου κτήματος, το οποίο συνορεύει με το τεμάχιο υπ' αριθμό 500 που αγοράστηκε προγενέστερα εξ' ολοκλήρου από τον Εναγόμενο. Περαιτέρω, δήλωσε ότι προτού υπογραφεί το πωλητήριο έγγραφο για το επίδικο κτήμα, επισκέφτηκε τον Εναγόμενο για να του δώσει στοιχεία σχετικά με το εν λόγω κτήμα ούτως ώστε ο τελευταίος να κάνει την έρευνα του και να καταλήξουν. Σύμφωνα με τον Ενάγοντα η συνάντηση του αυτή με τον Εναγόμενο πραγματοποιήθηκε περίπου 3 με 4 μήνες πριν από την υπογραφή του συμφωνητικού εγγράφου πώλησης του κτήματος. Αφού ο Εναγόμενος σε μεταγενέστερο χρονικό διάστημα και συγκεκριμένα περί το Νοέμβριο-Δεκέμβριο του έτους 2000 επικοινώνησε μαζί του και του είπε ότι ότι ήταν έτοιμος ν' αγοράσει το επίδικο κτήμα, έδωσε οδηγίες στον τότε δικηγόρο του για να ετοιμάσει το πωλητήριο έγγραφο το οποίο και του έδωσε, σύμφωνα πάντοτε με τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα, 5-6 ημέρες πριν από την υπογραφή του για να το εξετάσει (Τεκμήριο 1). Τα μέρη υπέγραψαν τελικά το συμφωνητικό έγγραφο πώλησης του εν λόγω κτήματος στις 15.12.
- Με την υπογραφή της συμφωνίας, ο Ενάγοντας εισέπραξε από τον Εναγόμενο το ποσό της προκαταβολής εκ Λ.Κ.£500,00 πλέον το ποσό των Λ.Κ.£4.500,00 (Τεκμήρια 2 & 3) ως έναντι του συμφωνημένου τιμήματος αγοράς, χωρίς να εκδώσει σχετική απόδειξη. Αμέσως μετά την αναχώρηση του από την Κύπρο, ο Εναγόμενος του τηλεφώνησε, όπως ο Ενάγοντας είπε και ισχυρίστηκε ότι το επίδικο ακίνητο ήταν μικρότερο απ' ότι φαινόταν στον τίτλο ιδιοκτησίας αλλά ο ίδιος απέρριψε οποιαδήποτε τέτοια συζήτηση. Σύμφωνα με τον Ενάγοντα, ο Εναγόμενος παρέλειψε να εξοφλήσει το συμφωνημένο τίμημα μέχρι τις 30.10.2001, ως όφειλε να πράξει και έτσι, κατά τον Ενάγοντα, ο Εναγόμενος με τη στάση και συμπεριφορά που επέδειξε εμπόδισε τη μεταβίβαση του εν λόγω κτήματος εις το όνομα του, γεγονός που ο ίδιος το θεώρησε ως παράβαση συμφωνίας και για το λόγο αυτό προχώρησε στον τερματισμό της εν λόγω συμφωνίας μέσω της επίδοσης σχετικής επιστολής ημερομηνίας 08.11.2001 (Τεκμήριο 9), η οποία, κατά τον ισχυρισμό του Ενάγοντα, παραδόθηκε δια χειρός στον Εναγόμενο στις 19.11.2001 από ιδιώτη δικαστικό επιδότη (Τεκμήριο 12). Αντεξεταζόμενος ο ΜΕ1 ανάφερε, ανάμεσα σ' άλλα, ότι δεν γνωρίζει την υπογραφή του Εναγομένου αφού δεν είναι εμπειρογνώμονας. Εικάζει όμως ότι στα τεκμήρια 1, 2 και 3 πρέπει ο Εναγόμενος να υπέγραψε με τα αρχικά του, 'τζίζες' όπως χαρακτηριστικά ανάφερε ο Ενάγοντας, ενώ στο τεκμήριο 12 να υπέγραψε ολογράφως, χωρίς όμως ποτέ να είδε τον Εναγόμενο πως υπογράφει καθότι δεν είχε οποιεσδήποτε άλλες δοσοληψίες μαζί του. Περαιτέρω, μετά από σχετική ερώτηση, ο Ενάγοντας ανάφερε ότι, κατόπιν οδηγιών του, η επιστολή τερματισμού (Τεκμήριο 12) συντάχθηκε από τον τότε δικηγόρο του και επιδόθηκε στο κατάστημα του Εναγομένου με υπογραφή από τον παραλήπτη ως 'Σκουτέλλας', όπως του ανέφερε ο ίδιος ο ιδιώτης επιδότης που πραγματοποίησε την επίδοση του εν λόγω εγγράφου. Επίσης, ο μάρτυρας ανέφερε ότι εκ παραδρομής ο τότε δικηγόρος του σημείωσε στην επιστολή τερματισμού ότι το υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό ήταν Λ.Κ.£33.000,00 αντίς Λ.Κ.£28.500,00 που ήταν το πραγματικά οφειλόμενο και ως εκ τούτου επρόκειτο για αριθμητικό λάθος. Απαντώντας σε υποβολή του ευπαιδεύτου συνηγόρου του Εναγομένου ότι η έκταση του επίδικου ακινήτου ήταν μικρότερη από αυτή που σημειώνετο στον τίτλο ιδιοκτησίας, ο Ενάγοντας είπε χαρακτηριστικά ότι 'ναι, μπορεί να ήταν', πλην όμως είχε δώσει στον Εναγόμενο από προηγουμένως το πιστοποιητικό τίτλου ιδιοκτησίας του εν λόγω κτήματος για να προβεί σε οποιαδήποτε έρευνα που ο ίδιος επιθυμούσε. Τέλος, κατόπιν υποβολής του συνηγόρου του Εναγομένου ότι ενώ στις 06.02.2006 ο Εναγόμενος τον κάλεσε για να τον πληρώσει και να μεταβιβάσει το κτήμα και αυτός αρνήθηκε, απάντησε ότι δεν θυμόταν. Ως ΜΕ2 κατέθεσε ο κύριος Μάριος Χριστοδούλου, ιδιώτης επιδότης στο επάγγελμα. Ο μάρτυρας αυτός, μεταξύ άλλων, ισχυρίζεται ότι κατόπιν οδηγιών που έλαβε κατά ή περί τον Νοέμβριο του 2001 από τον τότε δικηγόρο του Ενάγοντα επισκέφτηκε το σπίτι του Εναγομένου για να του επιδώσει μια επιστολή ημερομηνίας 08.11.
- Ο ίδιος δεν γνώριζε προσωπικά τον Εναγόμενο. Άτομο που βρισκόταν στην οικία του Εναγομένου και εργαζόταν στον κήπο του τον παρέπεμψε στο χώρο εργασίας του Εναγομένου, το οποίο ήταν το κατάστημα με την επωνυμία 'African Jungle' στην οδό Κολωνακίου στη Λεμεσό κοντά στην υπεραγορά Carrefour, Chris Cash & Carry όπως ονομαζόταν τότε. Μεταβαίνοντας εκεί συνάντησε ένα άνδρα και μια γυναίκα να εργάζονται και, όπως ο μάρτυρας ισχυρίζεται, αφού τους εξήγησε ότι επιθυμεί να επιδώσει μια επιστολή στον 'κύριο Σκουτέλλα' ο άνδρας παρέλαβε την επιστολή υπογράφοντας ως 'Σκουτέλλας', δηλαδή με το επώνυμο του Εναγομένου, πάντοτε σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του εν λόγω μάρτυρα. Κατά την αντεξέταση του, ο μάρτυρας αυτός τόνισε πως προσπάθησε επανειλημμένως να επιδώσει στον Εναγόμενο την επιστολή ημερομηνίας 08.11.2001 πηγαίνοντας στην οικία του 3 έως 4 φορές, χωρίς όμως αποτέλεσμα μέχρις ότου που πρόσωπο που βρισκόταν εκεί τον παρέπεμψε στο κατάστημα του Εναγομένου. Επίσης, ο εν λόγω μάρτυρας δήλωσε πως όταν έφθασε στο κατάστημα αποκάλυψε στα άτομα που συνάντησε εκεί την ιδιότητα και τον σκοπό επίσκεψης του. Σε ερώτηση που του υποβλήθηκε από το συνήγορο του Εναγομένου γιατί στο τεκμήριο 12 (ένορκη δήλωση επίδοσης) αναφέρεται ότι επιδόθηκε επίσημο αντίγραφο της πιο πάνω επιστολής 'έναντι της υπογραφής του παραλήπτη' ο μάρτυρας απάντησε ότι το άτομο που βρισκόταν στο κατάστημα την παρέλαβε και υπέγραψε την παραλαβή της ως 'Σκουτέλλας', χωρίς όμως να προβεί σε ενέργειες με σκοπό τη διαπίστωση της ταυτότητας του ατόμου προς το οποίο η επιστολή παραδόθηκε και που υπέγραψε για τη λήψη της αφού όπως ο μάρτυρας δήλωσε δεν εδικαιούτο να πράξει κάτι τέτοιο. Ο Εναγόμενος κατέθεσε στην παρούσα υπόθεση ως μάρτυρας ΜΥ
- Ανάμεσα σ' άλλα δήλωσε πως διέμενε και εργαζόταν στη Νότιο Αφρική από το 1966 μέχρι το 1993 οπότε και επαναπατρίστηκε στην Κύπρο μαζί με τη σύζυγο του όπου και διαμένει στην οδό Αισώπου αρ.5 στον Άγιο Τύχωνα, πρώην οδός Αρμενοχώρι αρ.
- Εξακολουθεί όμως να διατηρεί κάποιες επιχειρήσεις στην Νότιο Αφρική όπως και το κατάστημα με την επωνυμία 'African Jungle' στη Λεμεσό. Αναφορικά με την πώληση του επίδικου κτήματος, ο Εναγόμενος ανάφερε ότι ο Ενάγοντας ήταν εκείνος που τον προσέγγισε για να το αγοράσει, τον οποίον και συνάντησε την προηγούμενη ημέρα της υπογραφής της συμφωνίας όπου και του έφερε αντίγραφο πιστοποιητικού εγγραφής του εν λόγω ακινήτου έτσι ώστε να το μελετήσει. Με βάση το πιστοποιητικό αυτό η έκταση του επίδικου ακινήτου ήταν 1.524 τ.μ. Όπως ο ίδιος ισχυρίστηκε, αφού έδωσε πίστη στα λεγόμενα και γραφόμενα του Ενάγοντα υπέγραψε τη συμφωνία πώλησης του κτήματος και πλήρωσε το συνολικό ποσό των Λ.Κ.£5.000,00 μέσω 2 χωριστών επιταγών (τεκμήρια 2 & 3) με αποτέλεσμα να παραμείνει υπόλοιπο Λ.Κ.£28.500,
- Περαιτέρω, ο Εναγόμενος δήλωσε πως με την κατάθεση της σύμβασης στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού πληροφορήθηκε ότι το εμβαδό του εν λόγω κτήματος ήταν 1.078 τ.μ. και όχι 1.524 τ.μ. και για το λόγο αυτό έγινε σχετική σημείωση την οποίαν και υπέγραψε (τεκμήριο 4). Ακολούθως, ενημέρωσε τον Ενάγοντα και του ζήτησε να τον αποζημιώσει για τη διαφορά της έκτασης μειώνοντας το τίμημα, πλην όμως δεν είχε θετική ανταπόκριση. Όσον αφορά τη συμφωνία πώλησης, ο Εναγόμενος ισχυρίστηκε πως ουδέποτε τερματίστηκε και πως ουδέποτε έλαβε οποιαδήποτε ειδοποίηση περί τερματισμού της αλλά ούτε και είχε οποιαδήποτε γνώση για την ύπαρξη τόσο για την επιστολή του δικηγόρου του Ενάγοντα ημερομηνίας 08.11.2001 (τεκμήριο 9) όσο και του περιεχομένου της ενόρκου δηλώσεως του ιδιώτη επιδότη (τεκμήριο 12) και ως εκ τούτου θέωρησε και θεωρεί τη συμφωνία αυτή (τεκμήριο 1) έγκυρη και δεσμευτική. Αρνήθηκε ότι η υπογραφή που φαίνεται στην ένορκο δήλωση του ιδιώτη επιδότη (τεκμήριο 12) είναι δική του και/ή ότι εξουσιοδότησε οποιονδήποτε να τη θέσει. Προς τεκμηρίωση της θέσης του αυτής δήλωσε πως ίδιος μαζί με τη σύζυγο του βρισκόταν στο εξωτερικό το χρονικό διάστημα μεταξύ 09.11.2001 και 06.12.2001 καταθέτοντας ταυτόχρονα τα τεκμήρια 14 έως
- Κατά την αντεξέταση ο Εναγόμενος δήλωσε ότι όταν απουσιάζει στο εξωτερικό στο κατάστημα του βρίσκεται κάποιος Ανδρέας Βασιλειάδης που είναι συγγενής του, ο οποίος και το λειτουργεί υπό τις οδηγίες του. Τον Νοέμβριο του 2001 που απουσίαζε στο εξωτερικό ανάθεσε τη φροντίδα και λειτουργία του καταστήματος του στο Βασιλειάδη. Παράλληλα, απέρριψε τη θέση της ευπαιδεύτου συνηγόρου του Ενάγοντα ότι ο Βασιλειάδης παρέλαβε την επιστολή ημερομηνίας 08.11.2001 υπογράφοντας ως 'Σκουτέλλας' καθ' ότι, όπως ισχυρίστηκε, το άτομο αυτό δεν είναι ο τύπος να παραλαμβάνει επίσημη επιστολή και να υπογράφει με άλλο όνομα εκτός από το δικό του. Περαιτέρω, απέρριψε τον ισχυρισμό του Ενάγοντα ότι ένα από τα παιδιά του Εναγομένου που βρίσκονταν στην Κύπρο το Νοέμβριο του 2001 υπέγραψε ως 'Σκουτέλλας' την παραλαβή της πιο πάνω επιστολής δηλώνοντας ότι δεν υπήρχε λόγος γι' αυτά (δηλαδή τα παιδιά του) να βρίσκονταν στο κατάστημα και ότι δεν έδωσε σε κανένα οδηγίες για να πράξει κάτι τέτοιο. Παρ' όλο που, όπως ο Εναγόμενος είπε ο ίδιος δεν ήταν παρών στο κατάστημα στις 19.11.2001, ήταν κατηγορηματικός στο ότι δεν υπήρχε οποιοσδήποτε με το επώνυμο Σκουτέλλας στο κατάστημα για να βάλει υπογραφή και να παραλάβει την επιστολή. Σε σχετική υποβολή της ευπαιδεύτου συνηγόρου του Ενάγοντα, ο Εναγόμενος απέρριψε τη θέση ότι η επιστολή ημερομηνίας 08.11.2001 παρελήφθηκε από τον υιό του Λοΐζο, ο οποίος υπέγραψε για την επίδοση αυτή καθ' ότι, όπως ισχυρίστηκε, ο Λοΐζος δεν επήγαινε στο κατάστημα ενόσο ο ίδιος απουσίαζε στο εξωτερικό. Όπως χαρακτηριστικά δήλωσε ο Εναγόμενος, δεν υπήρχε λόγος για τα παιδιά του να μεταβαίνουν στο κατάστημα του από την μια άκρη στην άλλη,. Παράλληλα, δήλωσε πως η πρώτη φορά που έλαβε γνώση για την εν λόγω επιστολή ήταν από το δικηγόρο του. Ο Εναγόμενος ακόμη ισχυρίστηκε ότι εάν ελάμβανε γνώση για την επιστολή ημερομηνίας 08.11.2001 ή εάν παραλάμβανε προσωπικά αυτήν την επιστολή θα τη διαβίβαζε στο δικηγόρο του καθ' ότι δεν υπήρχε λόγος να την αγνοήσει αφού κάτι τέτοιο θα ήταν εις βάρος του. Αναγνώρισε όμως την υποχρέωση που είχε με βάση τους όρους του συμφωνητικού εγγράφου ημερομηνίας 15.12.2000 για εξόφληση του υπολοίπου του συμφωνηθέντος τιμήματος μέχρι τις 30.10.2001 και τη μεταβίβαση του τίτλου του επίδικου κτήματος εις το όνομα του. Παραδέκτηκε δε ότι δεν εξόφλησε το συμφωνηθέν τίμημα κατόπιν συμβουλής που έτυχε από το δικηγόρο του. Επίσης δήλωσε ότι δεν θεωρεί πως ο ίδιος έκαμε οποιαδήποτε παράβαση επειδή ο Ενάγοντας είχε παραβιάσει προηγουμένως το συμβόλαιο. Περαιτέρω, ισχυρίστηκε ότι επειδή η απόφαση του Δικαστηρίου στην αγωγή 4174/2001 έλεγε ότι το συμβόλαιο ήταν σε ισχύ, ο δικηγόρος του τον συμβούλευσε να πληρώσει το υπόλοιπο ποσό του τιμήματος και να του μεταβιβαστεί το ακίνητο, κάτι όμως που δεν υλοποιήθηκε. Ως μάρτυρας ΜΥ2 κατέθεσε ο κύριος Ανδρέας Παναγιώτου υπό την ιδιότητα του εμπειρογνώμονα. Ειδικότερα, ο κύριος Παναγιώτου κλήθηκε σαν ειδικός γραφολόγος και κατέθεσε σχετική έκθεση μέσα από την οποίαν, στη βάση γραφολογικών εξετάσεων, δειγμάτων γραφής και υπογραφής του Εναγομένου αλλά και συγκριτικούς πίνακες με την αμφισβητούμενη υπογραφή καθώς και διερεύνηση των αποτυπωμάτων σφραγίδων στα κυπριακά διαβατήρια του ζεύγους Σκουτέλλα, κατέληξε στα πιο κάτω συμπεράσματα: α) Η αμφισβητούμενη υπογραφή στο τεκμήριο 12 δεν είναι γνήσια υπογραφή του Εναγομένου, δηλαδή άτομο, άλλο από τον Εναγόμενο, υπέγραψε τη λήψη της επιστολής τερματισμού ημερομηνίας 08.11.2001 και β) Τόσο ο Εναγόμενος όσο και η κυρία Σκουτέλλα απουσίαζαν από την Κύπρο από τις 09.11.2001 που αναχώρησαν από το αεροδρόμιο Λάρνακας μέχρι τις 06.12.2001 που επέστρεψαν στο ίδιο αερδρόμιο και γ) Η αμφισβητούμενη υπογραφή που υπάρχει στο Τεκμήριο 12 δόθηκε γνήσια και ελεύθερα από άλλο άτομο με το δικό του γραφικό χαρακτήρα. Χωρίς να μιμείται το χαρακτήρα του Εναγομένου υπογράφει ή εν πάσει περιπτώσει χρησιμοποιεί τα δικά του γραφολογικά χαρακτηριστικά γράφοντας τη λέξη 'Σκουτέλλας', χωρίς να αποκλείεται να έγινε από άτομο που ανήκει στο στενό οικογενειακό περιβάλλον του Εναγομένου και που φέρει το επώνυμο 'Σκουτέλλας'. Ο κύριος Παναγιώτης Πολυκάρπου, ανώτερος ταχυδρομικός λειτουργός του Επαρχιακού Ταχυδρομείου Λεμεσού, κατέθεσε ως ΜΥ
- Ο εν λόγω μάρτυρας, ανάμεσα σ' άλλα, εξήγησε τη διαδικασία και τον τρόπο αποστολής-παραλαβής συστημένου αντικειμένου από το ταχυδρομείο. Τελικές Αγορεύσεις: Ακολούθως, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των μερών προχώρησαν σε εμπεριστατωμένη νομική επιχειρηματολογία ενώπιον του Δικαστηρίου με λεπτομερή αναφορά σε νομικά συγγράμματα, ισχύουσα νομοθεσία και συναφή με τα επίδικα θέματα νομολογία αλλά και μέσα από σχολιασμό της προσαχθείσας μαρτυρίας προς νομική υποστήριξη και τεκμηρίωση των εκατέρωθεν θέσεων και ισχυρισμών τους. Συγκεκριμένα, κατά την τελική του αγόρευση ο ευπαίδευτος συνήγορος του Εναγομένου ισχυρίστηκε, ανάμεσα σ' άλλα, ότι η μεταξύ των διαδίκων συμφωνία ουδέποτε τερματίστηκε νόμιμα επειδή: (α) Η εν λόγω συμφωνία δεν ήταν ακυρώσιμη κατ' επιλογή του Ενάγοντα κατά τον ουσιώδη χρόνο. (β) Ο Εναγόμενος δεν έλαβε γνώση της επιστολής ημερομηνίας 08.11.2001 (Τεκμήριο 9) που σύμφωνα με τον Ενάγοντα ήταν η επιστολή τερματισμού ως επίσης ουδέποτε του επιδόθηκε τέτοιο έγγραφο. (γ) Η ισχυριζόμενη από τον Ενάγοντα μέθοδος τερματισμού που ακολουθήθηκε δεν αποτελεί υπό τις περιστάσεις νόμιμο τερματισμό της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας. Σύμφωνα με τον Εναγόμενο η συμφωνία των μερών δεν ήταν ακυρώσιμη κατ' επιλογή του Ενάγοντα για τους εξής λόγους: - Οι δεσμεύσεις και υποχρεώσεις των διαδίκων για αποπληρωμή του τιμήματος και για μεταβίβαση του τίτλου ιδιοκτησίας του ακινήτου με εμβαδό 1.524 τ.μ. αποτελούσαν αμοιβαίες και ταυτόχρονες υποσχέσεις. - Η προαναφερόμενη υποχρέωση του Ενάγοντα αποτελούσε μέρος της αντιπαροχής προς τον Εναγόμενο. - Η υπόσχεση του Εναγομένου να εξοφλήσει το υπόλοιπο του συμφωνημένου τιμήματος πώλησης αποτελεί αντιπαροχή για την αμοιβαία αλληλοεξαρτώμενη υπόσχεση του Ενάγοντα να μεταβιβάσει το ακίνητο όπως αυτό περιγράφεται μέσα από τη συμφωνία. - Από τη στιγμή που το ακίνητο είχε μικρότερη έκταση από αυτή που συμφωνήθηκε ο Ενάγοντας δεν ήταν και δεν θα ήταν σε θέση να τιμήσει τη δέσμευση του αυτή. - Ο Ενάγοντας απέτυχε να υλοποιήσει την πιο πάνω δέσμευση του, η οποία αποτελούσε προϋπόθεση (condition precedent) για την εκπλήρωση της υπόσχεσης από μέρους του Εναγομένου αναφορικά με την αποπληρωμή του υπολοίπου ποσού του συμφωνημένου τιμήματος πώλησης του ακινήτου. - Ο Ενάγοντας δεν μπορεί να επωφεληθεί του δικού του σφάλματος και ειδικότερα της αδυναμίας του να εκπληρώσει την υπόσχεση του που αφορούσε τη μεταβίβαση του τίτλου ιδιοκτησίας του ακινήτου με εμβαδό 1.524 τ.μ. Περαιτέρω, αποτελεί νομικό ισχυρισμό του Εναγομένου ότι η ισχυριζόμενη από τον Ενάγοντα ειδοποίηση τερματισμού ήταν κακή και/ή εκτός των συμβατικών προνοιών και ως εκ τούτου μη νόμιμη και άκυρη καθότι: - η φύση και/ή ο τύπος της ειδοποίησης τερματισμού που υιοθετήθηκε ήταν λανθασμένος, υποδιαίστερη μέθοδος επικοινωνίας και εκτός των πλαισίων της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας αφού ενώ ήταν ουσιώδης όρος της σύμβασης ότι η κοινοποίηση του τερματισμού της θα πραγματοποιείτο δια της αποστολής συστημένης επιστολής μέσω ταχυδρομείου στην τελευταία γνωστή διεύθυνση του παραλήπτη, στην πραγματικότητα ο Ενάγοντας απέστειλε επιστολή τερματισμού δια ιδιωτικής επίδοσης. - Το αιτιολογικό στην επιστολή του ισχυριζομένου τερματισμού ήταν ανακριβές και/ή αναληθές αφού ενώ το πραγματικά οφειλόμενο ποσό από τον Εναγόμενο ήταν Λ.Κ.£28.500,00 στην επίδικη επιστολή σημειωνόταν ως οφειλή το ποσό των Λ.Κ.£33.000,
- Αποτελεί επίσης νομικό ισχυρισμό του Εναγομένου ότι η ισχυριζόμενη ειδοποίηση τερματισμού ουδέποτε δόθηκε στον Εναγόμενο και/ή ο Εναγόμενος δεν έλαβε γνώση της εν λόγω ειδοποίησης επειδή: - Κατά τον ουσιώδη χρόνο ο Εναγόμενος απουσίαζε στο εξωτερικό και ουδέποτε παρέλαβε την ισχυριζόμενη επιστολή τερματισμού. - Ο παραλήπτης της εν λόγω επιστολής είναι άγνωστος. Καταλήγοντας, ο κύριος Κολατσής ισχυρίστηκε ότι με βάση την μαρτυρία που ο Ενάγοντας προσκόμισε οι αξιώσεις του για αποζημιώσεις εγκαταλείφθηκαν και δεν προωθήθηκαν κατά την ακρόαση, με εξαίρεση την απόδειξη πληρωμής δικηγορικών εξόδων ύψους Λ.Κ.£275,
- Συνεπώς είπε, σε περίπτωση που το Δικαστήριο καταλήξει ότι επήλθε τερματισμός της συμφωνίας, ο Ενάγοντας θα πρέπει να επιστρέψει στον Εναγόμενο το ποσό των Λ.Κ.£5.000,00 μειωμένο κατά Λ.Κ.£275,00, ήτοι ποσό Λ.Κ.£4.725,00 (αντίστοιχο σε €8.079,75), χωρίς ταυτόχρονα να πρέπει ο Εναγόμενος να καταβάλει στον Ενάγοντα οποιαδήποτε αποζημίωση. Αντίθετα, στην τελική της αγόρευση η ευπαίδευτη συνήγορος του Ενάγοντα ισχυρίστηκε πως ο Εναγόμενος κατέβαλε στον Ενάγοντα το ποσό των Λ.Κ.£5.000,00 ως έναντι του τιμήματος αγοράς του κτήματος. Η συμπεριφορά αυτή του Εναγομένου να μην εξοφλήσει δια μιας το υπόλοιπο τίμημα μέχρι τις 30.10.2001, ως όφειλε να πράξει, κατά τον Ενάγοντα, με αποτέλεσμα να μην πραγματοποιηθεί η μεταβίβαση του τίτλου ιδιοκτησίας του εν λόγω κτήματος εις το όνομα του Εναγομένου, εκλήφθηκε από τον Ενάγοντα ως παράβαση ουσιώδους όρου της μεταξύ τους συμφωνίας, πράγμα που κατά τον ίδιο του παρείχε το δικαίωμα να την τερματίσει. Περαιτέρω, η κυρία Τόκα ανάφερε ότι η εν λόγω συμφωνία τερματίστηκε μέσω επιστολής ημερομηνίας 08.11.2001, η οποία επιδόθηκε στο κατάστημα του Εναγομένου υπό την ονομασία African Jungle στη Λεμεσό μετά τις 30.10.2001, ημερομηνία μέχρι την οποίαν, σύμφωνα με τον Ενάγοντα, ο Εναγόμενος έπρεπε δυνάμει του συμφωνητικού εγγράφου πώλησης να εξοφλήσει το τίμημα αγοράς του κτήματος. Επίσης η κυρία Τόκα ισχυρίστηκε ότι το θέμα του ισχυρισμού του Εναγομένου για ψευδείς παραστάσεις από μέρους του Εναγομένου αναφορικά με την κατ' ισχυρισμό μειωμένη έκταση του υπό πώληση κτήματος καθώς και η επιδίωξη του για αναπροσαρμογή του συμφωνημένου τιμήματος πώλησης δεν μπορούν να εξεταστούν στα πλαίσια της αγωγής αυτής επειδή τα θέματα αυτά επιδικάστηκαν στην αγωγή υπ' αριθμό 4174/2001 και μετέπειτα στην πολιτική έφεση που ακολούθησε υπ' αριθμό 84/2006 ημερομηνίας 13.03.2008, στις αποφάσεις των οποίων παρέπεμψε το Δικαστήριο. Ακόμα και εάν υπήρξε, ισχυρίστηκε η κυρία Τόκα, παράβαση της συμφωνίας από μέρους του Ενάγοντα ο Εναγόμενος αντίς να ασκήσει το δικαίωμα του και να την τερματίσει, επέλεξε να επιμείνει στην ολοκλήρωση της προχωρώντας όμως ο ίδιος σε παράβαση της. Σύμφωνα με την ευπαίδευτο συνήγορο του Ενάγοντα, η εξόφληση και η μεταβίβαση δεν ήταν αμοιβαίες υποχρεώσεις που έπρεπε να εκπληρωθούν ταυτόχρονα αλλά η εξόφληση προηγείτο της μεταβίβασης. Συνεπεία αυτού, είπε η κυρία Τόκα, εφαρμόζεται το άρθρο 52 του Περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ.149 και όχι το άρθρο 51 όπως εισηγείται ο συνήγορος του Εναγομένου επειδή η σύμβαση ορίζει ρητά την τάξη εκπλήρωσης των υποχρεώσεων των συμβαλλομένων. Ο Ενάγοντας, είπε επίσης η κυρία Τόκα, ήταν κατά τις 30.10.2001 αλλά και προγενέστερα έτοιμος να προχωρήσει στη μεταβίβαση του κτήματος εις το όνομα του Εναγομένου εφόσον βέβαια όμως πραγματοποιείτο η εξόφληση του συμφωνημένου τιμήματος. Ακολούθως, η ευπαίδευτη συνήγορος του Ενάγοντα ισχυρίστηκε ότι η μέθοδος που επιλέγηκε για να τερματιστεί η εν λόγω συμφωνία, ήτοι δια ιδιωτικής επίδοσης αντί του συστημένου ταχυδρομείου όπως προνοείται στο συμφωνητικό έγγραφο, δεν είναι μεμπτή αλλά σύνηθες πρακτική. Είναι η θέση της συνηγόρου του Ενάγοντα ότι η επίδοση της επίδικης επιστολής στο χώρο εργασίας του Εναγομένου, είτε στον Εναγόμενο είτε σε αντιπρόσωπο του Εναγομένου είτε σε άτομο που παρουσιάστηκε στον επιδότη ως ο Εναγόμενος, δεν επηρεάζει την ισχύ του τερματισμού της συμφωνίας αφού ο επιδότης δεν είναι υποχρεωμένος να ελέγχει αποδεικτικά στοιχεία για την ταυτότητα του προσώπου προς το οποίο επιδίδει αλλά είναι αρκετό στο να περιοριστεί στο πως του παρουσιάζεται το άτομο που παραλαμβάνει την επιστολή που έχει για επίδοση καθώς και στα λεχθέντα του. Από τη στιγμή, είπε η κυρία Τόκα, που η πάγια κυπριακή νομολογία αποδέχεται ότι στην περίπτωση αποστολής εγγράφων μέσω ταχυδρομείου είναι αρκετή απόδειξη ότι η διεύθυνση αποστολής είναι η ορθή για να μεταφερθεί το βάρος απόδειξης στον παραλήπτη να αποδείξει ότι δεν είναι η ορθή, ανάλογη αρχή ισχύει και στην περίπτωση επίδοσης εγγράφων. Είναι ισχυρισμός της κυρίας Τόκα ότι η προαναφερόμενη συμφωνία τερματίστηκε νόμιμα αφού η επιστολή τερματισμού επιδόθηκε στον Εναγόμενο είτε προσωπικά είτε σε αντιπρόσωπο του και ο Εναγόμενος έλαβε ή όφειλε να λάγει γνώση. Είναι επίσης ισχυρισμός της κυρίας Τόκα ότι παρόλο που το ποσό που σημειώνεται ως οφειλόμενο στην επιστολή τερματισμού δεν είναι το ακριβές εντούτοις η αιτιολογία του τερματισμού δεν αλλάζει αφού το περιεχόμενο της επίδικης επιστολής είναι σαφές. Επίσης η κυρία Τόκα ισχυρίζεται ότι, πέραν της επίδοσης της επίδικης επιστολής, η εν λόγω συμφωνία τερματίστηκε με την καταχώρηση της παρούσας αγωγής. Καταλήγοντας, η ευπαίδευτη συνήγορος του Ενάγοντα ανάφερε ότι εγκαταλείπει την αξίωση της που σχετίζεται με το σημείο Ε του παρακλητικού της έκθεσης απαίτησης, δηλαδή δεν διεκδικεί πλέον γενικές και/ή ειδικές αποζημιώσεις ύψους Λ.Κ.£33.000,00 δια παράβαση και/ή διάρρηξη και/ή αθέτηση του πωλητηρίου εγγράφου εξ' υπαιτιότητας του Εναγομένου. Αξιολόγηση μαρτυρίας: Κατά την ακροαματική διαδικασία το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία και ευχέρεια να παρακολουθήσει με κάθε δυνατή προσοχή όλους τους μάρτυρες οι οποίοι κατάθεσαν ενώπιον του. Με κριτήρια την όλη στάση και συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης καθώς και το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, σε συνυφασμό με τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί στη δίκη το Δικαστήριο προχωρεί στην αξιολόγηση τους. Ο Ενάγοντας (ΜΕ1) μου έκαμε σε γενικές γραμμές καλή εντύπωση. Χωρίς να φλυαρήσει, κατέθεσε τα γεγονότα όπως ο ίδιος τα αντιλήφθηκε. Με θετικό τρόπο έδωσε απαντήσεις και πρόθυμα και με ευθύτητα επεξήγησε τις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν. Ήταν γενικά συνεπής στη μαρτυρία που έδωσε στην κύρια εξέταση ενώ από την αντεξέταση του δεν διαπιστώθηκε οποιαδήποτε τάση υπερβολής στις απαντήσεις του ή προσπάθεια υπεκφυγής σε ερωτήσεις που του υπεβλήθηκαν. Κάποιες αντιφάσεις στις οποίες υπέπεσε σε σχέση με τη δικογραφία που κατατέθηκε από και/ή εκ μέρους του όπως: (α) Ενώ στην έκθεση απαίτησης ισχυρίζεται ότι έλαβε μόνο το ποσό των Λ.Κ.£500,00 στην κυρίως εξέταση από μόνος του παραδέχεται ότι έλαβε το συνολικό ποσό των Λ.Κ.5.000,00 ως έναντι του συμφωνημένου τιμήματος, πράγμα το οποίο κατατέθηκε επίσημα ενώπιον του Δικαστηρίου ως κοινά παραδεκτό γεγονός από τα μέρη και που επίσης επιβεβαιώνεται και από τα τεκμήρια 2 και 3 τα οποία και κατατέθηκαν εκ συμφώνου από τα μέρη με την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και (β) Ενώ μέσα από την απάντηση στην τροποποιημένη υπεράσπιση ο Ενάγοντας αρνείται ισχυρισμό του Εναγομένου ότι η πραγματική έκταση του επίδικου κτήματος είναι μικρότερη από αυτή που σημειώνεται στον τίτλο ιδιοκτησίας, σε σχετική ερώτηση που του υπεβλήθηκε κατά την αντεξέταση του παραδέχθηκε ότι μπορεί να είναι αλήθεια, δεν κρίνονται ικανές στο να κλονίσουν την αξιοπιστία του ως μάρτυρα. Εν πάσει περιπτώσει, το ενδεχόμενο η προαναφερόμενη δεύτερη αντίφαση που ο Ενάγοντας υπέπεσε να μπορεί ή όχι να διαδραματίσει οποιοδήποτε ρόλο στην έκβαση της αγωγής αυτής θα εξεταστεί στη συνέχεια. Κρίνω λοιπόν τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού ως αληθή και κατ' επέκταση την αποδέχομαι. Όσον αφορά το ΜΕ2 Μάριο Χριστοδούλου θεωρώ ότι ήταν ειλικρινής μάρτυρας που είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Χωρίς να φλυαρήσει ή να υπερβάλει ή να υποπέσει σε οποιεσδήποτε σοβαρές αντιφάσεις, κατέθεσε τα γεγονότα στα οποία οποία είχε συμμετοχή και ενέπιπταν στην προσωπική του γνώση, όπως ο ίδιος τα βίωσε. Ούτε και επέδειξε ο συγκεκριμένος μάρτυρας τάση υπεκφυγής στο να απαντήσει στις ερωτήσεις που του υπεβλήθηκαν. Το γεγονός ότι, ενώ στην ένορκο δήλωση του για επίδοση της επιστολής ημερομηνίας 08.11.2001 (τεκμήριο 12) σημειώνει ως παραλήπτη του εγγράφου τον Μ. Σκουτέλλα σε σχετική ερώτηση που του υπεβλήθηκε κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης του ανάφερε ότι δεν εζήτησε ταυτότητα από το άτομο που παρέλαβε την εν λόγω επιστολή, δικαιολογείται από τη θέση του, όπως αυτή εκφράστηκε μέσα από το σύνολο της μαρτυρίας του, ότι από τη μια πίστευε ότι δεν εδικαιούτο να πράξει κάτι τέτοιο και από την άλλη ότι του εδόθηκε η εντύπωση ότι το πρόσωπο που υπέγραψε ήταν όντως ο παραλήπτης της επιστολής (ήτοι ο Μ. Σκουτέλλας) αφού ο ίδιος είχε από την αρχή αναφέρει στο πρόσωπο που την παρέλαβε και υπέγραψε για την παραλαβή της την ιδιότητα του καθώς και το σκοπό επίσκεψης του. Επομένως, η μαρτυρία του παρέμεινε ακλόνητα αξιόπιστη και ως εκ τούτου την αποδέχομαι ως αληθή. Εξαίρεση σ' αυτό αποτελεί το κομμάτι της μαρτυρίας του ΜΕ2 που αφορά την τοποθέτηση του στο ότι τα τεκμήρια 1, 2 και 3, τα οποία του υπεδείχθηκαν κατά την αντεξέταση του, περιέχουν τη μονογραφή του Εναγομένου ενώ στο τεκμήριο 12 σημειώνεται ολογράφως η υπογραφή του Εναγομένου καθ' ότι ο εν λόγω μάρτυρας δεν είναι εμπειρογνώμονας στην εξέταση εγγράφων, υπογραφών, μονογραφών και γραφικού χαρακτήρα (γραφολόγος) επί του θέματος αυτού, μαρτυρία την οποία δεν αποδέχομαι. Επίσης δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία του περί επίδοσης του τεκμηρίου 8 στον Εναγόμενο προσωπικά (τεκμήριο 12) παρ' όλο ότι δέχομαι ότι την ώρα που επέδωσε την επίδικη επιστολή ο μάρτυρας αυτός ήταν με την εντύπωση ότι την παρέδιδε στον Εναγόμενο για τους λόγους που ανέφερε κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης του και ήδη σημειώθηκαν πιο πάνω. Ο Εναγόμενος (ΜΥ1) δεν μου έκαμε καλή εντύπωση. Ήλθε στο Δικαστήριο και δεν είπε την αλήθεια. Δεν ήταν πειστικός στις περισσότερες απαντήσεις που έδωσε ενώ ταυτόχρονα επέδειξε τάση υπεκφυγής στο να απαντήσει σε ορισμένες ερωτήσεις που του υπεβλήθηκαν. Περαιτέρω, ο εν λόγω μάρτυρας έδειξε ότι είχε επιλεκτική μνήμη στην προσπάθεια του να εξυπηρετήσει το συμφέρον της δικής του υπόθεσης. Σε κρίσιμες και ουσιώδεις ερωτήσεις που αφορούσαν την κατ' ισχυρισμό μετάβαση του ιδιώτη επιδότη στις 19.11.2001 στο κατάστημα του Εναγομένου με σκοπό την επίδοση της επιστολής ημερομηνίας 08.11.2001 ο Εναγόμενος απάντησε είτε ότι δεν γνώριζε είτε ήταν κατηγορηματικός ότι δεν ίσχυαν οι θέσεις της άλλης πλευράς τη στιγμή που ο ίδιος δεν ήταν παρών, χωρίς ωστόσο ο ίδιος ποτέ να αμφισβητήσει με θετική μαρτυρία ότι ο ΜΕ2 όντως δεν μετέβηκε στο κατάστημα του κατά τον ουσιώδη χρόνο και χωρίς επίσης ο ίδιος να παρουσιάσει θετική μαρτυρία που να υποστηρίζει και να τεκμηριώνει τις θέσεις του αναφορικά με τους ισχυρισμούς του περί μη υπογραφής της επίδικης επιστολής από οποιονδήποτε άτομο που βρισκόταν ή εργαζόταν στο κατάστημα του κατά την επίδικη ημερομηνία. Επίσης, κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας του επιχείρησε να ρίξει το βάρος ευθύνης για τις διαφορές που προέκυψαν μεταξύ των διαδίκων σε άλλα άτομα και καταστάσεις, χωρίς ο ίδιος να διστάσει να παραστήσει το νομικό προκειμένου να ισχυριστεί ότι δεν φέρει οποιεσδήποτε ευθύνες και υποχρεώσεις που τυχόν εκπηγάζουν από το συμφωνητικό έγγραφο. Παράλληλα, ο εν λόγω μάρτυρας υπέπεσε σε διάφορες αντιφάσεις, οι οποίες έπληξαν ανεπανόρθωτα το βαθμό αξιοπιστίας του, όπως: (α) Δεν αποκάλυψε αμέσως και κατά την κυρίως εξέταση του την ύπαρξη δεύτερου διαβατηρίου στην κατοχή του, το οποίο κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν σε ισχύ, παρά μόνο το έπραξε κατά την αντεξέταση του. Μάλιστα ενώ αρχικά ήταν κατηγορηματικός ότι δεν είχε δεύτερο διαβατήριο στην κατοχή του επειδή όπως ο ίδιος είπε δεν το χρειαζόταν στη συνέχεια παραδέκτηκε ότι το χρησιμοποιούσε από το
- Ο λόγος που προέταξε αργότερα για την παράλειψη του αυτή δεν ήταν καθόλου πειστικός. (β) Ήταν η θέση του ότι όταν απουσίαζε κανένας δεν φρόντιζε το σπίτι και κήπο του και αρνήθηκε ότι οποιοσδήποτε τα συντηρούσε κατά τον Νοέμβριο του 2001 που βρισκόταν στο εξωτερικό, θέση η οποία έρχεται σε αντίθεση με τη μαρτυρία του ΜΕ2 που δήλωσε ευθαρσώς και κατά τρόπο θετικό ότι μετέβηκε στο κατάστημα του Εναγομένου την περίοδο εκείνη μετά από εισήγηση και υπόδειξη ατόμου που εργαζόταν στον κήπο του σπιτιού του Εναγομένου. (γ) Ήταν η θέση του Εναγομένου ότι το Νοέμβριο του 2001 που απουσίαζε στο εξωτερικό στο κατάστημα του εργαζόταν μόνο ο Ανδρέας Βασιλειάδης, η οποία έρχεται σε αντίθεση με τη θετική μαρτυρία του Εναγομένου 2 ότι όταν μετέβηκε στο κατάστημα του Εναγομένου στις 19.11.2001 βρήκε 2 πρόσωπα να εργάζονται εκεί, ήτοι ένα άνδρα και μία γυναίκα, τη στιγμή που ο Εναγόμενος δεν απέρριψε και κατ' επέκταση δεν αμφισβήτησε ευθέως είτε με την προσκόμιση θετικής μαρτυρίας είτε με σχετική υποβολή προς τον ΜΕ2 κατά την αντεξέταση του ότι ο ΜΕ2 δεν μετέβηκε στο κατάστημα του κατά τον ουσιώδη χρόνο καθώς επίσης παρέλειψε να παρουσιάσει θετική μαρτυρία που να υποστηρίζει και να τεκμηριώνει τις θέσεις του αναφορικά με τους ισχυρισμούς του περί μη υπογραφής της επίδικης επιστολής από οποιονδήποτε άτομο που βρισκόταν ή εργαζόταν στο κατάστημα του κατά την επίδικη ημερομηνία. (δ) Απέφυγε να εξηγήσει στο Δικαστήριο ότι διέμενε στην οδό Αισώπου αρ.5 στον Άγιο Τύχωνα, πρώην οδός Αρμενοχώρι αρ.1, διεύθυνση την οποίαν επισκέφτηκε κατά τον ουσιώδη χρόνο ο ΜΕ2, παρά μόνο αναγκάστηκε να το πράξει μετά από σχετική ερώτηση που του υπεβλήθηκε κατά την αντεξέταση του. Κατά συνέπεια, δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα καθ' ότι κάτι τέτοιο θα ήταν με βάση τα προαναφερόμενα ακροσφαλή και παρακινδυνευμένο. Ο ΜΥ2 Ανδρέας Παναγιώτου μου έκαμε καλή εντύπωση ως μάρτυρας-εμπειρογνώμονας. Ως επαγγελματικά καταρτισμένος και δεόντως προσοντούχος επιστήμονας που είναι παρουσίασε ενώπιον του Δικαστηρίου μία εμπεριστατωμένη έρευνα στηριγμένη πάνω σε επιστημονικά κριτήρια. Υιοθετώντας λεπτομερή μεθοδολογία προέβηκε σε επιστημονική θεώρηση των θεμάτων που ανέλαβε να εξετάσει καθώς και γραφολογική διερεύνηση τους αλλά αξιολόγηση και ανάλυση του συγκριτικού υλικού που χρησιμοποιήθηκε για το σκοπό αυτό με αποτέλεσμα το εν λόγω πόρισμα να καταλήγει σε τεκμηριωμένα ευρήματα και συμπεράσματα. Χωρίς να φλυαρήσει ή να υπερβάλει ή να υποπέσει σε οποιεσδήποτε αντιφάσεις, ο εν λόγω μάρτυρας κατέθεσε με τρόπο πειστικό και θετικό την επιστημονική του μαρτυρία. Ήταν συνεπής στη μαρτυρία που έδωσε στην κύρια εξέταση ενώ από την αντεξέταση του δεν διαπιστώθηκε οποιαδήποτε τάση υπερβολής στις απαντήσεις του ή προσπάθεια υπεκφυγής σε ερωτήσεις που του υπεβλήθηκαν, στις οποίες απάντησε με ευθύτητα και ειλικρίνεια. Συνεπώς, κρίνω τη μαρτυρία του αξιόπιστη για παροχή ασφαλών ευρημάτων και επομένως την αποδέχομαι. Εδώ αξίζει να σημειωθεί ότι εκ μέρους του Ενάγοντα δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία από μέρους εμπειρογνώμονα-γραφολόγου ή οποιαδήποτε άλλη μορφή μαρτυρίας που να αντικρούει ή να ανατρέπει την ουσία της μαρτυρίας του κυρίου Παναγιώτου και ως εκ τούτου η μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα, παρά την αντεξέταση που υπέστηκε, παρέμεινε ακλόνητη. Αναφορικά με τον ΜΥ3 Παναγιώτη Πολυκάρπου, δεν έχω λόγο να αμφισβητήσω την μαρτυρία του, την οποία και αποδέχομαι αλλά, εν πάσει περιπτώσει, δεν φαίνεται να προσθέτει οτιδήποτε ουσιαστικό στα επίδικα ουσιώδη γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Ευρήματα Δικαστηρίου: Έχοντας αξιολογήσει την μαρτυρία που προσάχθηκε ενώπιον μου, τα τεκμήρια που κατατέθηκαν κατά την εκδίκαση της παρούσας αγωγής αλλά λαμβάνοντας υπόψη μου και τα παραδεκτά γεγονότα, όπως αυτά προκύπτουν μέσα από κοινές δηλώσεις των μερών καθώς και με βάση τις θέσεις των διαδίκων μέσα από το περιεχόμενο των δικογράφων, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα που αφορούν τα πραγματικά και αληθή ουσιώδη γεγονότα που διαδραματίστηκαν και σχετίζονται με τα επίδικα θέματα της παρούσας αγωγής: · Ο Ενάγοντας ήταν ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του τεμαχίου υπ' αριθμό εγγραφής 9942, τεμάχιο 501, φύλλο/σχέδιο LIV/45 (στο εξής καλείται 'το κτήμα') στην τοποθεσία 'Διπλοστράτι' στον Άγιο Τύχωνα της επαρχίας Λεμεσού. · Στις 15.12.2000 συνομολογήθηκε και υπογράφηκε αγοραπωλητήριο έγγραφο μεταξύ των μερών δυνάμει του οποίου συμφωνήθηκε η πώληση του κτήματος από τον Ενάγοντα στον Εναγόμενο για το ποσό των £30.500,00 καθώς και η μεταβίβαση και εγγραφή επ' ονόματι του Εναγομένου. · Οι όροι της συμφωνίας είναι αυτοί που περιέχονται στο τεκμήριο
- · Το τίμημα πωλήσεως θα πληρωνόταν από τον Εναγόμενο στον Ενάγοντα ως εξής: · Λ.Κ.£500,00 ως προκαταβολή με την υπογραφή του πωλητηρίου εγγράφου · Ολόκληρο (όχι τμηματικά) το υπόλοιπο ποσό των Λ.Κ.£33.000,00 μέχρι τις 31.10.2001 με τόκο προς 8% ετησίως επί του εν λόγω ποσού από της υπογραφής του πωλητηρίου εγγράφου μέχρι εξοφλήσεως · Η μεταβίβαση και εγγραφή του κτήματος εις το όνομα του Εναγομένου θα πραγματοποιείτο με την πλήρη και τελεία εξόφληση του υπολοίπου ποσού του τιμήματος μετά του τόκου · Ελευθέρα κατοχή του κτήματος θα διδόταν στον Εναγόμενο από τον Ενάγοντα με την υπογραφή του πωλητηρίου εγγράφου · Ο Ενάγοντας παρέδωσε ελευθέρα κατοχή του κτήματος στον Εναγόμενο εντός του συμφωνηθέντος χρόνου, ήτοι με την υπογραφή του πωλητηρίου εγγράφου. · Στις 20.12.2000 ο Εναγόμενος κατέθεσε το πωλητήριο έγγραφο εις το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού σύμφωνα με τις πρόνοιες του Κεφ.232 για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης (specific performance). · Ο Εναγόμενος κατέβαλε στον Ενάγοντα το συνολικό ποσό των Λ.Κ.£5.000,00 ως έναντι του συμφωνημένου τιμήματος αγοράς, περιλαμβανομένου του ποσού της προκαταβολής, το οποίο είναι και το μοναδικό ποσό που καταβλήθηκε από τον Εναγόμενο στον Ενάγοντα (τεκμήρια 2 και 3). · Η πραγματική έκταση του επίδικου κτήματος είναι μικρότερη από αυτή που σημειώνεται στον τίτλο ιδιοκτησίας (επισυνημμένο έγγραφο στο τεκμήριο 1), ήτοι ήταν 1.078 τ.μ. και όχι 1.524 τ.μ. · Με την κατάθεση της σύμβασης στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού ο Εναγόμενος πληροφορήθηκε ότι το εμβαδό του εν λόγω κτήματος ήταν 1.078 τ.μ. και όχι 1.524 τ.μ. και για το λόγο αυτό έγινε σχετική σημείωση την οποίαν και υπέγραψε (τεκμήριο 4). · Ακολούθως, ενημέρωσε τον Ενάγοντα και του ζήτησε να τον αποζημιώσει για τη διαφορά της έκτασης μειώνοντας το τίμημα, πλην όμως ο Ενάγοντας αρνήθηκε να πράξει κάτι τέτοιο. · Η μη εξόφληση του συμφωνημένου τιμήματος μέχρι τις 30.10.2001, ήτοι του υπολοίπου ποσού των Λ.Κ.£28.500,00, εκλήφθηκε από τον Ενάγοντα ως στάση και συμπεριφορά από μέρους του Εναγομένου που εμπόδιζε στη μεταβίβαση του επίδικου κτήματος και κατ' επέκταση, σύμφωνα με τον Ενάγοντα, αποτελούσε παράβαση συμφωνίας από τον Εναγόμενο. · Ως αποτέλεσμα του πιο πάνω, ο Ενάγοντας απέστειλε στον Εναγόμενο επιστολή ημερομηνίας 08.11.2001 (τεκμήριο 9) με την οποίαν τερμάτιζε την μεταξύ τους συμφωνία (τεκμήριο 1). · Η εν λόγω επιστολή επιδόθηκε στις 19.11.2001, μέσω ιδιώτη επιδότη, στο κατάστημα του Εναγομένου (τεκμήριο 12), ήτοι στο 'African Jungle' στην οδό Κολωνακίου στη Λεμεσό κοντά στην υπεραγορά Carrefour, Chris Cash & Carry όπως ονομαζόταν τότε. Προηγουμένως ο ιδιώτης επιδότης προσπάθησε ανεπιτυχώς 3 έως 4 φορές να επιδώσει την εν λόγω επιστολή στον Εναγόμενο στην οικία του, ήτοι στην οδό Αισώπου αρ.5 στον Άγιο Τύχωνα, πρώην οδός Αρμενοχώρι αρ.1, στην επαρχία Λεμεσού και μετέβηκε στο κατάστημα του Εναγομένου μετά από εισήγηση και υπόδειξη ατόμου που εργαζόταν στον κήπο του σπιτιού του Εναγομένου. · Μεταβαίνοντας στο κατάστημα του Εναγομένου, ο ιδιώτης επιδότης συνάντησε ένα άνδρα και μια γυναίκα να εργάζονται εκεί και αφού τους εξήγησε ότι επιθυμεί να επιδώσει μια επιστολή στον 'κύριο Σκουτέλλα' ο άνδρας παρέλαβε την επιστολή υπογράφοντας ως 'Σκουτέλλας', δηλαδή με το επώνυμο του Εναγομένου (τεκμήριο 12). · Ο ιδιώτης επιδότης δεν προέβηκε σε οποιεσδήποτε ενέργειες με σκοπό τη διαπίστωση της ταυτότητας του ατόμου προς το οποίο η επιστολή παραδόθηκε και που υπέγραψε για τη λήψη της. · Την ημέρα της επίδοσης της πιο πάνω επιστολής, ο Εναγόμενος απουσίαζε από το κατάστημα του καθ' ότι βρισκόταν στο εξωτερικό μαζί με τη σύζυγο του. Συγκεκριμένα, ο Εναγόμενος μαζί με τη σύζυγο του απουσίαζαν από την Κύπρο από τις 09.11.2001 μέχρι τις 06.12.2001 (σύμφωνα με το συμπέρασμα του εμπειρογνώμονα ΜΥ2 κυρίου Ανδρέα Παναγιώτου και στην απουσία οποιασδήποτε αντικρουστικής μαρτυρίας από μέρους του Ενάγοντα). · Ο Εναγόμενος δεν υπέγραψε στις 19.11.2001 την παραλαβή της επιστολής ημερομηνίας 08.11.2001 (τεκμήριο 12) αφού την ημέρα εκείνη απουσίαζε στο εξωτερικό (εύρημα που προκύπτει με βάση το πόρισμα του εμπειρογνώμονα ΜΥ2 κυρίου Ανδρέα Παναγιώτου και στην απουσία οποιασδήποτε αντικρουστικής μαρτυρίας από μέρους του Ενάγοντα). · Η αμφισβητούμενη υπογραφή που υπάρχει στο Τεκμήριο 12 δόθηκε γνήσια και ελεύθερα από άλλο άτομο με το δικό του γραφικό χαρακτήρα. Χωρίς να μιμείται το χαρακτήρα του Εναγομένου υπογράφει ή εν πάσει περιπτώσει χρησιμοποιεί τα δικά του γραφολογικά χαρακτηριστικά γράφοντας τη λέξη 'Σκουτέλλας', (σύμφωνα με το συμπέρασμα του εμπειρογνώμονα ΜΥ2 κυρίου Ανδρέα Παναγιώτου και στην απουσία οποιασδήποτε αντικρουστικής μαρτυρίας από μέρους του Ενάγοντα). Νομική Πτυχή: Η ελευθερία του συμβάλλεσθαι, δηλαδή το δικαίωμα κάποιου να εισέρχεται σε νόμιμη σύμβαση, είναι δικαίωμα ενός ατόμου που κατοχυρώνεται συνταγματικά στην Κύπρο.[1] Η δε συνομολόγηση, ερμηνεία και εφαρμογή μιας συμφωνίας, οι συμβατικές υποχρεώσεις των συμβαλλομένων και η προστασία των δικαιωμάτων των μερών που δημιουργούνται μέσα από τη σύμβαση καθώς και οι οποιεσδήποτε νομικές συνέπειες που απορρέουν από συμπεριφορές, πράξεις και παραλείψεις που παρεκκλίνουν από το συμφωνημένο πνεύμα είναι ορισμένα από τα ζητήματα που διέπονται από το δίκαιο των συμβάσεων.[2] Η ερμηνεία ρητών όρων σύμβασης διεξάγεται στη βάση καθορισμένων νομικών κανόνων. Η ορθή εφαρμογή των κανόνων ερμηνείας μιας γραπτής συμφωνίας οδηγεί στη διακρίβωση των πραγματικών προθέσεων των συμβαλλομένων, γεγονός που εξυπηρετεί την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Για να επιτευχθεί αυτό υπάρχουν περιπτώσεις όπου οι λέξεις που αποτελούν τους ρητούς όρους ερμηνεύονται με βάση τη φυσική και συνήθη σημασία και έννοια τους και περιπτώσεις όπου είναι αναγκαίο, λόγω του αντικειμένου της σύμβασης, οι λέξεις να αποκτούν ειδική έννοια και σημασία. Σε κάθε όμως περίπτωση η σύμβαση πρέπει να ερμηνεύεται μέσα από το σύνολο του περιεχομένου της έτσι ώστε να γίνεται εφικτή η εξακρίβωση της αληθινής και ακριβής σημασίας και έννοιας των διαφόρων όρων της. Όπου η πρόθεση των μερών μπορεί να αποδοθεί ή να αποκρυσταλλωθεί μέσα από το περιεχόμενο της σύμβασης το Δικαστήριο θα την επικυρώσει και θα την εφαρμόσει, παρά την τυχόν χρήση οποιονδήποτε διφορούμενων λέξεων. Εκεί όμως που η πρόθεση των μερών δεν μπορεί να αποτυπωθεί με σαφήνεια και βεβαιότητα, το Δικαστήριο δεν θα δημιουργήσει νέα συμφωνία στα μέρη για να διασώσει τη σύμβαση τους. Όπου το περιεχόμενο κειμένου μιας σύμβασης είναι αντιφατικό, οι μεταγενέστεροι όροι υπερισχύουν των προγενέστερων. Ακόμη το λεκτικό των όρων υπερισχύουν αυτών των τίτλων της σύμβασης.[3] Το άρθρο 10
(1)του Περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.149 μετά των συναφών τροποποιήσεων προσδιορίζει την έννοια της σύμβασης ως εξής: "Συμβάσεις είναι όλες οι συμφωνίες οι οποίες καταρτίζονται με την ελεύθερη συναίνεση μερικών ικανών προς το συμβάλλεσθαι, για νόμιμη αντιπαροχή και νόμιμο σκοπό, οι οποίες δεν χαρακτηρίζονται ρητά από το Νόμο αυτό ως άκυρες τηρουμένων των διατάξεων του Νόμου αυτού, οι συμβάσεις δύνανται να καταρτίζονται γραπτά ή προφορικά ή μερικώς γραπτά και μερικώς προφορικά ή δύνανται να συνάγονται από τη συμπεριφορά των μερών." Η ερμηνεία μίας σύμβασης ανάγεται στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Δικαστηρίου και γενικά σχετίζεται με την κοινή πρόθεση των μερών, η οποία εκδηλώνεται μέσα από το σύνολο του περιεχομένου της συμφωνίας.[4] Στην υπόθεση ΧΠΘ Αλεξάνδρου v Συμβουλίου Αποχετεύσεων Λευκωσίας
(1999)1 Α.Α.Δ. 630 τονίστηκε ότι η πρόθεση των μερών εξάγεται από τη γλωσσική αποτύπωση της συμφωνίας. Τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των συμβαλλομένων πρέπει να διαπιστωθούν από το ίδιο το κείμενο της συμφωνίας. Το ερμηνευτικό έργο του Δικαστηρίου περιορίζεται στους γραπτούς όρους της συμφωνίας και τα συγκείμενα τους αλλά δεν επεκτείνεται σε εξωγενείς παράγοντες και υποθέσεις, εκτός εάν το κείμενο της συμφωνίας είναι ασαφές αναφορικά με τις προθέσεις των μερών οπότε γίνεται δεκτή η εισαγωγή εξωγενής μαρτυρία προς άρση αμφιβολιών ως προς τις προθέσεις των συμβαλλομένων.[5] Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Αlpan Furnishings v. Δημάδη
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 170: "Οι όροι της σύμβασης πρέπει να διατυπώνονται με σαφήνεια ώστε το περιεχόμενο να μπορεί να προσδιοριστεί με βεβαιότητα. Το κριτήριο κατά πόσο οι όροι της σύμβασης διατυπώνονται με την αναγκαία βεβαιότητα είναι όπως υποδεικνύεται στην απόφαση Saab & Another v. Holy Monastery Ay. Neophytos "Whether someone genuinely seeking to discover its meaning, is able to do so." Στην υπόθεση Stefanos & Andreas Cold Stores Trading Ltd v Εταιρείας Αναψυκτικών ΚΕΑΝ Λτδ
(1998)1 Α.Α.Δ. 2335 τονίστηκε με σαφήνεια ότι οδηγός για την ερμηνεία συμβατικών όρων αποτελεί το κείμενό τους, το οποίο αντικρύζεται, όχι απομονωμένο, αλλά στο πλαίσιο της συμφωνίας στην οποία απαντάται. ΄Οπως υποδείκτηκε στη Θεολόγου κ.ά. ν. Κτηματικής Εταιρείας Νέμεσις Λτδ
(1998)1 Α.Α.Δ. 407 το κείμενο συμβατικής πρόνοιας, όπως εντάσσεται στο πλαίσιο της συμφωνίας, αποτελεί το θεμελιακό κανόνα ερμηνείας των συμβάσεων. Επισημάνθηκε ακόμη ότι κριτήριο είναι η έννοια την οποία μεταδίδει το κείμενο της συμφωνίας στο μέσο λογικό άνθρωπο. Η έννοια των όρων συμφωνίας, η οποία μεταδίδεται στο μέσο λογικό άνθρωπο, για τα συμφωνηθέντα. Για το σκοπό αυτό μπορεί να εμπλουτισθεί η γνώση με την αποκάλυψη του υπόβαθρου της συμφωνίας, εξαιρουμένων πάντοτε των διαπραγματεύσεων, καθώς και μονομερών δηλώσεων και υποκειμενικών προθέσεων των συμβαλλομένων. Η ίδια προσέγγιση υιοθετήθηκε αργότερα στη μεταγενέστερη απόφαση Πολύφημος Χοτέλς Λτδ v Μούτση
(2000)1 Α.Α.Δ. 1809. Επομένως, καθοριστικός παράγοντας στην ερμηνεία μιας σύμβασης είναι η πρόθεση των συμβαλλομένων, προς αναζήτηση της οποίας συνυπολογίζεται ολόκληρο το περιεχόμενο της σύμβασης.[6] Δυνάμει του άρθρου 37
(1)Περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.149 μετά των συναφών τροποποιήσεων "Oι συμβαλλόμενοι έχουν υποχρέωση να εκπληρώσουν ή να προσφερθούν να εκπληρώσουν τις υποσχέσεις τους, εκτός αν απαλλάσσονται ή εξαιρούνται από την εκτέλεση αυτή, δυνάμει των διατάξεων του Νόμου αυτού ή οποιουδήποτε άλλου Νόμου." Περαιτέρω, το άρθρο 39 του ιδίου νόμου σημειώνει πως "Αν ένας από τους συμβαλλόμενους αρνηθεί να εκπληρώσει ή καταστήσει τον εαυτό του ανίκανο να εκπληρώσει την υπόσχεση του στο σύνολο της, ο δανειστής δύναται να τερματίσει τη σύμβαση, εκτός αν εκδήλωσε προφορικά ή με συμπεριφορά, τη συγκατάθεση του για συνέχιση της σύμβασης." Επίσης το άρθρο 53 του Περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.149 μετά των συναφών τροποποιήσεων σημειώνει τα εξής: "Αν η σύμβαση περιέχει αμοιβαίες υποσχέσεις και ο ένας από τους συμβαλλόμενους εμποδίζει τον άλλο να εκπληρώσει την υπόσχεση που τον βαρύνει, η σύμβαση καθίσταται ακυρώσιμη κατ' εκλογή του συμβαλλόμενου που εμποδίζεται και ο τελευταίος έχει δικαίωμα αποζημίωσης από τον άλλο για οποιαδήποτε ζημιά την οποίαν ήθελε υποστεί λόγω της μη εκπλήρωσης της σύμβασης." Στο δε νομικό σύγγραμμα Mulla Indian Contract and Specific Relief Acts των Pollock & Mulla, 12η έκδοση, Τόμος 1, σελίδα 1074-1075 είναι αξιοσημείωτο το ακόλουθο απόσπασμα, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "If the prevention, by default, goes only to one particular term or condition of the contract the party so prevented from fulfilling that term or condition is entitled to treat it as fulfilled, and to insist on payment or any other reciprocal performance accordingly; or if there was an agreed penalty in the contract for such non-fulfilment, or an option to rescind the contract, the other party can take an advantage of it. Particularly so, if this is the case with stipulation as to the time of completion. If the party be prevented, by the refusal of the other contracting party, from completing the contract within the time specified, he is not liable, in law, for the default. The party so prevented is entitled to compensation, from the party preventing the performance of the contract." Πέραν των πιο πάνω, είναι πάγια νομολογημένο σε σωρεία κυπριακών δικαστικών αποφάσεων ότι τυχόν παραβίαση ουσιώδους όρου δίδει δικαίωμα στο ανυπαίτιο μέρος να τερματίσει κατ' εκλογή του τη σύμβαση και να διεκδικήσει αποζημιώσεις από το υπαίτιο μέρος. Έτσι εάν για παράδειγμα μέσα από το περιεχόμενο της σύμβασης καθορίζεται χρόνος εκπλήρωσης μιας υποχρέωσης και η πρόθεση των μερών είναι να καταστήσουν το χρόνο ουσιώδη όρο τότε εάν αυτή εκτελεστεί εκπρόθεσμα θα έχουμε παράβαση ουσιώδη όρου με αποτέλεσμα το αθώο μέρος να δύναται, εάν επιθυμεί, να τερματίσει τη σύμβαση και να διεκδικήσει αποζημιώσεις από το υπαίτιο μέρος. Ότι ο χρόνος εκπλήρωσης μιας υπόσχεσης αποτελεί ουσιώδη όρο σύμβασης διαπιστώνεται: - Είτε μέσα από τη σαφή και ρητή λεκτική διατύπωση όρων της σύμβασης[7], - Είτε επειδή έχει καταστεί ουσιώδης όρος μετά από παροχή εύλογης ειδοποίησης, - Είτε επειδή προκύπτει από τη φύση της σύμβασης ότι αυτή ήταν η πρόθεση των μερών. Το άρθρο 55
(1)του Περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.149 μετά των συναφών τροποποιήσεων τονίζει τα πιο κάτω: "Αν ένας από τους συμβαλλόμενους ανέλαβε την υποχρέωση να προβεί σε ορισμένη ενέργεια εντός ορισμένου χρόνου ή πριν από το χρόνο αυτό, ή σε ορισμένες ενέργειες εντός ορισμένων χρόνων ή πριν από τους χρόνους αυτούς, και παραλείψει να προβεί σε οποιαδήποτε τέτοια ενέργεια κατά ή πριν από τον ορισμένο χρόνο, η σύμβαση ή το μέρος της σύμβασης που δεν εκπληρώθηκε ακόμη καθίσταται ακυρώσιμο κατ' εκλογή του δανειστή, αν πρόθεση των συμβαλλόμενων ήταν να καταστήσουν το χρόνο ουσιώδη όρο της σύμβασης. " Περαιτέρω, το άρθρο 73 του Περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.149 μετά των συναφών τροποποιήσεων προνοεί την επιδίκαση αποζημιώσεων στο ανυπαίτιο μέρος που υφίσταται ζημιά ή απώλεια συνεπεία παράβασης σύμβασης από το υπαίτιο μέρος, η οποία ζημιά ή απώλεια προέκυψε φυσικά κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων από την εν λόγω παράβαση ή την οποίαν οι συμβαλλόμενοι γνώριζαν όταν συνήπτετο η σύμβαση, ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράβασης της σύμβασης.[8] Το ίδιο άρθρο αναφέρει ακόμη πως καμία αποζημίωση δεν καταβάλλεται για απομακρυσμένη και έμμεση απώλεια ή ζημιά που προξενήθηκε συνεπεία της παράβασης της σύμβασης.[9] Επιπλέον, το εν λόγω άρθρο υποδεικνύει ότι κατά τον υπολογισμό της απώλειας ή της ζημιάς που προέκυψε από την παράβαση της σύμβασης θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τα μέσα τα οποία υπήρχαν για θεραπεία της δυσχέρειας που προκλήθηκε ως αποτέλεσμα της μη εκτέλεσης της σύμβασης.[10] Στην υπόθεση Saab and Another v Holy Monastery Ayios Neophytos
(1982)1 C.L.R. 499 διευκρινίστηκε ότι ο κανόνας ότι οι αποζημιώσεις καθορίζονται κατά το χρόνο διάρρηξης της σύμβασης (όπου συνήθως αποκρυσταλλώνεται η ζημιά που υφίσταται το ανυπαίτιο μέρος) δεν τυγχάνει καθολικής εφαρμογής. Ειδικότερα, όπου ο διάδικος επιμένει για καλό λόγο στην εφαρμογή της σύμβασης, παρά τη διάρρηξη, όπως όταν ζητείται ειδική εκτέλεση της σύμβασης, συντρέχει βάσιμος λόγος οι ζημιές να καθορίζονται σε μεταγενέστερη ημερομηνία.[11] Στην υπόθεση George Charalambous Ltd v Kalos Kafes Ltd κ.α.
(1997)1 Α.Α.Δ. 199 τονίστηκε ότι ο χρόνος σε μία σύμβαση θεωρείται σαν ουσιώδης και αποτελεί συστατικό στοιχείο, η μη τήρηση του οποίου καθιστά τη συμφωνία ακυρώσιμη, στις περιπτώσεις που οι συμβαλλόμενοι έχουν σαφώς διατυπώσει στη συμφωνία ότι ο χρόνος είναι ουσιώδης ή όπου οι συνθήκες ή η φύση της συμφωνίας υποδηλούν ότι ο χρόνος θα τηρηθεί επακριβώς ή όταν ο χρόνος εφόσον δεν τηρηθεί το άλλο συμβαλλόμενο μέρος καταστήσει τον όρο ουσιώδη θέτοντας εύλογη προθεσμία για συμμόρφωση.[12] Στη δε υπόθεση Δρυάδης κ.α. v Καλησπέρας
(1998)1 Α.Α.Δ. 881 ο χρόνος εκπλήρωσης της σύμβασης κατέστη ουσιώδης δυνάμει συμβατικού όρου, ο οποίος έδιδε δικαίωμα στον πωλητή να τερματίσει τη σύμβαση σε περίπτωση μη πληρωμής των δόσεων. Επίσης στην υπόθεση Vahrico Construction Ltd v Νίκου Γεωργίου Στρούθου
(2001)1 Α.Α.Δ. 1837 ο αγοραστής παρέλειψε να καταβάλει την τελευταία δόση του συμφωνημένου τιμήματος πώλησης ύψους Λ.Κ.£50.000,00 που με βάση τη συμφωνία θα έπρεπε να πληρωθεί την ημέρα της μεταβίβασης. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα τον τερματισμό της συμφωνίας από τον πωλητή μέσω σχετικής επιστολής. Από τα γεγονότα, τη στάση και συμπεριφορά του αγοραστή, κρίθηκε ότι ο τελευταίος φαίνεται να μην είχε τη διάθεση και δυνατότητα να καταβάλει την τελευταία δόση στην ορισθείσα ημέρα και έτσι δεν μπορούσε να τιμήσει τον ουσιώδη όρο της συμφωνίας τους. Ενώ η συμφωνία τερματίστηκε με επιστολή του δικηγόρου του πωλητή στις 02.08.1996 ο πωλητής απάντησε στις 23.10.1996 και καθόρισε νέα ημέρα καταβολής της τελευταίας δόσης στις 15.11.
- Αποφασίστηκε ότι ορθά και δικαιολογημένα ο πωλητής τερμάτισε τη συμφωνία. Έχοντας υπόψην μου τους πιο πάνω νομικούς κανόνες ερμηνείας, θεωρώ χρήσιμο ν' αναφερθώ σε ορισμένους όρους του συμφωνητικού εγγράφου ημερομηνίας 15.12.2000 (τεκμήριο 1) που υπεγράφηκε από τους διαδίκους, οι οποίοι, κατά την άποψη μου, φαίνεται να φανερώνουν τις προθέσεις των μερών και παράλληλα να διαδραματίζουν καταλυτικό ρόλο στην επίλυση των επιδίκων θεμάτων: α) "Προοίμιον-Δηλώσεις Γεγονότων ., ως τούτο λεπτομερώς περιγράφεται εις τα επισυνημμένα τω παρόντι πιστοποιητικόν εγγραφής και χωρομετρικόν σχέδιον, τα οποία μονογραφηθέντα υπό των Συμβαλλομένων αποτελούν αναπόσπαστον μέρος του παρόντος..." Προκύπτει από το πιο πάνω απόσπασμα ότι το πιστοποιητικό εγγραφής του τίτλου ιδιοκτησίας του κτήματος καθώς και το χωρομετρικό σχέδιο, που έχουν μονογραφηθεί από τα μέρη, αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της συμφωνίας τους με ότι αυτό συνεπάγεται. β) "
- Συμφωνία Ο Πωλητής συνεφώνησε μετά του αγοραστού... και δια του παρόντος αγοράζει παρά του Πωλητού το Κτήμα εις οίαν κατάστασιν ευρίσκεται τούτο σήμερον. " Σύμφωνα με το προαναφερόμενο απόσπασμα, διαπιστώνεται πως ο Εναγόμενος συμφώνησε με τον Ενάγοντα να αγοράσει το κτήμα που αναφέρεται στη συμφωνία στην κατάσταση που αυτό βρισκόταν κατά την υπογραφή του συμφωνητικού εγγράφου. γ) "
- Τίμημα Πωλήσεως Το συνολικό τίμημα πωλήσεως του Κτήματος συνεφωνήθη μεταξύ του Πωλητού και του Αγοραστού και δια του παρόντος εκ συμφώνου και από κοινού συμφωνείται και ορίζεται εις ΛΙΡΑΣ ΚΥΠΡΟΥ ΤΡΙΑΚΟΝΤΑ ΤΡΕΙΣ ΧΙΛΙΑΔΕΣ ΠΕΝΤΑΚΟΣΙΑΣ (Λ.Κ.33.500,00), το οποίον θα πληρωθή παρά του Αγοραστού προς τον Πωλητήν ως ακολούθως: (α) Ποσό εκ ΛΙΡΩΝ ΚΥΠΡΟΥ ΠΕΝΤΑΚΟΣΙΩΝ (Λ.Κ.500,00) σήμερον άμα τη υπογραφή του παρόντος λήψιν του οποίου ποσού ο Πωλητής δια της υπογραφής του παρόντος αναγνωρίζει. (β) Ποσόν εκ ΛΙΡΩΝ ΚΥΠΡΟΥ ΤΡΙΑΚΟΝΤΑ ΤΡΙΩΝ ΧΙΛΙΑΔΩΝ (Λ.Κ.33.000,00) θα καταβληθή παρά του Αγοραστού προς τον Πωλητήν την 30.10.2001 ή και ενωρίτερον ομού μετά τόκου προς 8% ετησίως επί του εν λόγω ποσού από σήμερον μέχρι πλήρους εξοφλήσεως και άμα τη μεταβιβάσει και εγγραφή του Κτήματος επ' ονόματι του Αγοραστού ελευθέρου υποθήκης ή ετέρου εμπραγμάτου βάρους. Συμφωνείται περιατέρω μεταξύ των Συμβαλλομένων ότι ο Αγοραστής θα έχη το δικαίωμα όπως καταβάλη προς τον Πωλητήν το ως άνω υπόλοιπον του τιμήματος πωλήσεως εκ Λ.Κ.33.000,00 ομού μετά των ως άνω δεδουλευμένων τόκων οποτεδήποτε προ της ως άνω ημερομηνίας καταβολής του νοουμένου ότι το εν λόγω υπόλοιπον θα καταβληθή ουχί τμηματικώς αλλά δια μιάς." Με βάση τον πιο πάνω όρο της συμφωνίας διαπιστώνεται ότι τα μέρη συμφώνησαν στα εξής: (I) Ο Εναγόμενος πληρώσει στον Ενάγοντα το ποσό των Λ.Κ.£500,00 με την υπογραφή του συμβολαίου και (II) Ο Εναγόμενος πληρώσει στον Ενάγοντα το ποσό των Λ.Κ.£33.000,00 με τόκο προς 8% ετησίως επί του ποσού αυτού από της υπογραφής του συμφωνητικού εγγράφου (ήτοι 15.12.2000) μέχρι εξόφλησης το αργότερο μέχρι τις 30.10.2001 και ταυτόχρονα με τη μεταβίβαση και εγγραφή του κτήματος εις το όνομα του Εναγομένου ελεύθερου και απαλλαγμένου από υποθήκη ή άλλου εμπράγματου βάρους. (III) Το ποσό των Λ.Κ.£33.000,00 πλέον τόκοι θα πληρωθεί υπό τη μορφή μιας δόσης και όχι τμηματικά. Σύμφωνα με το ελληνικό ερμηνευτικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας του Γ. Μπαμπινιώτη, Β' 'Εκδοση και ειδικότερα στη σελίδα 131, η λέξη 'άμα' ερμηνεύεται ως συνώνυμη λέξη των 'μόλις, όταν, ταυτόχρονα, συγχρόνως' αποκτώντας έτσι την ίδια χρονική σημασία με αυτές. Την ίδια ακριβώς σημασία, έννοια και ερμηνεία αποδίδει στη λέξη 'άμα' και Το Μεγάλο Λεξικό της Νεοελληνικής Γλώσσας του Α. Γεωργοπαπαδάκου και άλλων (στη σελίδα 80 αυτού), το οποίο είναι ερμηνευτικό, ορθογραφικό και ετυμολογικό λεξικό. δ) "
- Μεταβίβασις & Εγγραφή Ο Πωλητής αναλαμβάνει όπως εγγράψη και μεταβιβάση το Κτήμα επ' ονόματι του Αγοραστού, ελεύθερον πάσης υποθήκης ή ετέρας επιβαρύνσεως συμβατικής ή άλλης άμα τη πλήρει και τελεία εξοφλήσει παντός υπολοίπου του τιμήματοςπωλήσεως ομού μετά των δεδουλευμένων τόκων, ως ανωτέρω αναφέρεται. " Μέσα από τον όρο αυτό επαναλαμβάνεται η πρόθεση των μερών όπως το κτήμα μεταβιβαστεί και εγγραφεί εις το όνομα του Εναγομένου ταυτόχρονα με την εξόφληση του συμφωνημένου τιμήματος πώλησης πλέον των τόκων. ε) "
- Αποπληρωμή Τηρουμένων των προνοιών της παραγράφου 3 ανωτέρω, ο Αγοραστής υποχρεούται όπως αποληρώση το ως άνω υπόλοιπον του τιμήματος πωλήσεως κατά τον ως άνω καθορισθέντα χρόνον, παράλειψις δε ή καθυστέρησις εκ μέρους του Εναγομένου όπως αποπληρώσει το ως άνω υπόλοιπον του τιμήματος πωλήσεως κατά τον ως άνω χρόνον αποπληρωμής τούτου, με περίοδον χάριτος 7 ημερών, δίδει το δικαιώμα εις τον Πωλητήν ν' ακυρώση και/ή τερματίση το παρόν δια συστημένης επιστολής προς τον Αγοραστήν και ν' αξιώση νομίμους αποζημιώσεις. " Μέσα από το περιεχόμενο του προαναφερομένου όρου τονίζεται κατά τρόπο σαφή η ρητή υποχρέωση του Εναγομένου να εξοφλήσει το τίμημα πώλησης κατά τον καθορισμένο χρόνο καθώς σε περίπτωση που παραλείψει ή καθυστερήσει να πράξει κάτι τέτοιο και με τη λήξη της περιόδου χάριτος 7 ημερών ο Ενάγοντας δικαιούται ν' ακυρώσει ή τερματίσει το συμφωνητικό έγγραφο μέσω συστημένης επιστολής που θα αποστείλει στον Εναγόμενο και παράλληλα να διεκδικήσει από αυτόν αποζημιώσεις. Χωρίς να παραγνωρίζεται ο όρος 3 της συμφωνίας, ο όρος αυτός μετατρέπει το χρόνο αποπληρωμής ως ουσιώδης σημασίας. Επίσης είναι φανερό ότι η πρόθεση των μερών στο θέμα αυτό ήταν να καθοριστεί η μέθοδος ειδοποίησης σε περίπτωση τερματισμού (αποστολή συστημένης επιστολής δια ταχυδρομείου), προφανώς στην τελευταία γνωστή διεύθυνση του μέρους προς το οποίο απευθύνεται, έτσι ώστε να διασφαλιστεί ότι το μέρος προς το οποίον θα απευθύνεται η ειδοποίηση θα λάβει γνώση για το περιεχόμενο της και κατ΄ επέκταση θα ενημερωθεί για την ακύρωση ή τον τερματισμό της συμφωνίας. στ) "
- Ιδιαίτεροι Όροι (α) Ο Αγοραστής εξήτασε το Κτήμα και ηύρε τούτο της τελείας και απολύτου αρεσκείας του εις οίαν κατάστασιν ευρίσκεται τούτο σήμερον. ..." Ο όρος αυτός επιβάλλει υποχρέωση στον Αγοραστή να εξετάσει ο ίδιος το κτήμα και την κατάσταση του προτού υπογράψει το συμφωνητικό έγγραφο. Με την υπογραφή της συμφωνίας, συνεπάγεται ότι ο Εναγόμενος εξέτασε το κτήμα και την κατάσταση στην οποίαν αυτό βρίσκετο κατά το χρόνο εκείνο και είναι ικανοποιημένος. ζ) "
- Ειδοποιήσεις Πάσα ειδοποίησις βάσει του παρόντος παρά του ενός Συμβαλλομένου προς τον έτερον δέον όπως δίδεται εγγράφως και αποστέλλεται δια συστημένου ταχυδρομείου εις την τελευταίαν γνωστήν διεύθυνσιν του εν λόγω Συμβαλλομένου." Ο όρος αυτός καθορίζει τη μέθοδο επικοινωνίας μεταξύ των μερών αφού προνοεί την αποστολή συστημένης επιστολής δια ταχυδρομείου στην τελευταία γνωστή διεύθυνση για κάθε είδους ειδοποίησης από το ένα μέρος προς το άλλο. Επαναλαμβάνεται εδώ η πρόθεση των μερών να διασφαλίσουν ότι θα λαμβάνουν γνώση για τις όποιες ειδοποιήσεις τους αποσταλούν. η) "
- Έξοδα Τα έξοδα συντάξεως και εκτελέσεως του παρόντος εκ Λ.Κ.250,00 θα καταβληθώσιν παρά των Συμβαλλομένων εξ' ημισείας άμα τη υπογραφή του παρόντος, τα δε έξοδα χαρτοσημάνσεως του παρόντος βαρύνουν τον Αγοραστή." Ο όρος αυτός ομιλεί από μόνος του. θ) "
- Ουσιώδεις Όροι Άπαντες οι όροι του παρόντος είναι ουσιώδεις όροι." Εδώ σημειώνεται ότι όλοι οι όροι που περιέχονται στο συμφωνητικό έγγραφο θεωρούνται ουσιώδεις με ότι αυτό συνεπάγεται. Συμπεράσματα Δικαστηρίου: Παράβαση συμφωνητικού εγγράφου: Έχοντας εξετάσει το συμφωνητικό έγγραφο δεν χωρεί αμφιβολία ότι μία εκ των βασικών υποχρεώσεων του Εναγομένου ήταν να εξοφλήσει το συμφωνημένο τίμημα πώλησης ενώ την ίδια στιγμή ο Ενάγοντας είχε ως μία εκ των βασικών υποχρεώσεων του τη μεταβίβαση και εγγραφή του τίτλου ιδιοκτησίας του κτήματος εις το όνομα του Εναγομένου. Ερμηνεύοντας ειδικότερα τους όρους 3(α) και (β) και 5 της σύμβασης καθώς και γενικότερα μελετώντας ενδελεχώς και με προσοχή το σύνολο του περιεχομένου της σύμβασης (τεκμήριο 1) διαπιστώνω ότι κοινή πρόθεση των μερών ήταν: (α) Με την υπογραφή του σύμβασης ο Εναγόμενος θα πρέπει να πληρώσει στον Ενάγοντα το ποσό των Λ.Κ.£500,00 και (β) Ο Εναγόμενος θα πρέπει να εξοφλήσει στον Ενάγοντα δια μέσω μιας δόσης το συμφωνημένο ποσό του τιμήματος πώλησης πλέον τόκο, ως η σύμβαση προνοούσε, στις 30.11.2001 ή και ενωρίτερα ταυτόχρονα όμως με τη μεταβίβαση και εγγραφή του τίτλου ιδιοκτησίας του επιδίκου κτήματος εις το όνομα του Εναγομένου. Ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι η υποχρέωση του Ενάγοντα να μεταβιβάσει και εγγράψει τον τίτλο του ακινήτου εις το όνομα του ήταν αμοιβαία υποχρέωση του να εξοφλήσει το τίμημα μέχρι τις 30.10.
- Κατά τον Εναγόμενο, ο Ενάγοντας αδυνατούσε να εκπληρώσει την υπόσχεση του απέναντι του αφού δεν ήταν σε θέση να του μεταβιβάσει το κτήμα ίσης έκτασης με αυτή που είχε συμφωνηθεί δυνάμει του συμφωνητικού εγγράφου ημερομηνίας 15.12.
- Επομένως, ήταν η θέση του Εναγομένου ότι από τη στιγμή που ο Ενάγοντας δεν μπορούσε να υλοποιήσει την υπόσχεση του, ο Εναγόμενος απαλλασσόταν από του να εκπληρώσει τη δική του υποχρέωση που αφορούσε την εξόφληση του τιμήματος πώλησης. Δεν συμμερίζομαι πλήρως την πιο πάνω θέση του Εναγομένου. Η υποχρέωση του Ενάγοντα, ταυτόχρονα με την εξόφληση του συμφωνημένου ποσού τιμήματος από τον Εναγόμενο, ήταν, όπως έχω ήδη αναφέρει, η μεταβίβαση και εγγραφή του επιδίκου κτήματος εις το όνομα του Εναγομένου. Εξ' όσων έχω αντιληφθεί ο Ενάγοντας ήταν πάντοτε έτοιμος και πρόθυμος να το πράξει εφόσον βέβαια ο Εναγόμενος προχωρούσε ταυτόχρονα με την εξόφληση του τιμήματος. Αυτό δήλωσε κατά την ένορκη κατάθεση του ο Ενάγοντας χωρίς να προσκομιστεί οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία περί του αντιθέτου. Δεν μου διαφεύγει ακόμη το περιεχόμενο του σημείου
(2)της επιστολής του Ενάγοντα ημερομηνίας 08.11.2001 (τεκμήριο 9) σύμφωνα με το οποίο ο Ενάγοντας κάλεσε επανειλημμένως τον Εναγόμενο να εξοφλήσει, κατ' επίκληση του ουσιώδες όρου του χρόνου, το συμφωνημένο ποσό του τιμήματος και ταυτόχρονα να του μεταβιβάσει και εγγράψει επ' ονόματι του τον τίτλο ιδιοκτησίας του επιδίκου κτήματος, εκδηλώνοντας έτσι έμπρακτα την ετοιμότητα και προθυμία του, θέση η οποία παρέμεινε αναντίλεκτη αφού δεν αμφισβητήθηκε ευθέως καθώς επίσης ούτε προσκομίστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία που να την αντικρούει. Ακόμη και να δεχθούμε τη μαρτυρία του Εναγομένου ως αληθή, ο τελευταίος ουδέποτε αμφισβήτησε την ετοιμότητα και προθυμία του Ενάγοντα να του μεταβιβάσει και εγγράψει επ' ονόματι του τον τίτλο ιδιοκτησίας του επιδίκου κτήματος κατά τον ουσιώδη και προσδιορισμένο για τη σύμβαση χρόνο. Μάλιστα κατά τη διάρκεια της κατάθεσης του ο Εναγόμενος ανάφερε ότι μετά την έκδοση δικαστικής απόφασης στην αγωγή 4174/2001, αλλά μετά την αποστολή της επιστολής τερματισμού 08.11.2001, διαμήνυσε στον Ενάγοντα την επιθυμία του να εξοφλήσει το συμφωνημένο τίμημα και να μεταβιβαστεί και εγγραφεί ο τίτλος ιδιοκτησίας του επιδίκου κτήματος εις το όνομα του, πράγμα που δείχνει την αναγνώριση του Εναγομένου ότι η υποχρέωση του να εξοφλήσει το τίμημα πώλησης ήταν ταυτόχρονη με την υποχρέωση του Ενάγοντα για μεταβίβαση και εγγραφή του κτήματος, χωρίς να αποτελεί μέρος των ταυτόχρονων και αμοιβαίων υποχρεώσεων των διαδίκων το ζήτημα της πραγματικής έκτασης του ακινήτου. Δεν διαφωνώ ότι η έκταση του υπό πώληση ακινήτου αποτελούσε αναπόσπαστο μέρος της συμφωνίας και σύμφωνα με τον όρο 11 αυτής ουσιώδης. Εξάλλου αυτό αποτελεί και εύρημα του Δικαστηρίου. Εφ' όσον όμως ο Εναγόμενος ανακάλυψε ότι η πραγματική έκταση του επιδίκου κτήματος ήταν μικρότερη από αυτή που συμφωνήθηκε και εφ' όσον ο Εναγόμενος ισχυριζόταν παραβίαση ουσιώδους όρου συμφωνίας από μέρους του Ενάγοντα, ο Εναγόμενος μπορούσε εάν επιθυμούσε: α) Είτε να εμμείνει στη σύμβαση και να διεκδικήσει αποζημιώσεις από τον Ενάγοντα, ή β) Είτε να τερματίσει τη σύμβαση και να διεκδικήσει αποζημιώσεις από τον Ενάγοντα.[13] Επέλεξε να εμμείνει στην ισχύ της συμφωνίας, γεγονός που αποδεικνύεται με την ενέργεια του Εναγομένου να προχωρήσει με την κατάθεση του συμφωνητικού εγγράφου ημερομηνίας 15.12.2000 (τεκμήριο 1) στο μητρώο του επαρχιακού κτηματολογικού γραφείου Λεμεσού, παρά την ανακάλυψη του περί μικρότερης έκτασης του ακινήτου από αυτής που συμφωνήθηκε. Ταυτόχρονα ο Εναγόμενος διεκδίκησε αποζημιώσεις από τον Ενάγοντα, ζήτημα το οποίο όμως εκδικάστηκε πλήρως και τελεσιδίκως με τη δικαστική απόφαση στην αγωγή υπ' αριθμό 4174/2001 καθώς και με την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην έφεση υπ' αριθμό 84/
- Συνεπώς, η απόφαση του Εναγομένου να μην τερματίσει τη συμφωνία αλλά να εμμείνει στη συνέχιση της ισχύος της αποδεικνύει ότι ο ίδιος επέλεξε να συνεχίζει να δεσμεύεται από αυτή με βάση τους όρους της χωρίς να έχει δικαίωμα να αρνηθεί να εκπληρώσει τις δικές του υποχρεώσεις που εκπηγάζουν μέσα από τη σύμβαση. Περαιτέρω, εξυπακούει επίδειξη αυστηρής προσήλωσης στην εφαρμογή της σύμβασης και ταυτόχρονα πιστή συμμόρφωση με τους όρους της, περιλαμβανομένου και υλοποίησης της υποχρέωσης του Εναγομένου για εξόφληση του συμφωνημένου ποσού τιμήματος. Η άρνηση του Εναγομένου να εξοφλήσει το υπόλοιπο ποσό του συμφωνημένου τιμήματος, ήτοι το ποσό των Λ.Κ.£28.500,00, ενωρίτερα ή μέχρι τις 30.10.2001, γεγονός το οποίο είναι κοινά παραδεκτό από τα μέρη, αποτελούσε παράβαση των όρων 3 και 8 του συμφωνητικού εγγράφου ημερομηνίας 15.12.2000 (τεκμήριο 1). Το γεγονός ότι όλοι οι όροι του συμβολαίου ήταν ουσιώδεις (βλέπε όρο 11 της σύμβασης) με οδηγεί στο συμπέρασμα ότι υπήρξε ουσιώδης παράβαση του συμφωνητικού εγγράφου από τον Εναγόμενο, κάτι που σήμαινε ότι η σύμβαση μπορούσε να τερματιστεί κατ' εκλογή του Ενάγοντα (η σύμβαση είναι ακυρώσιμη κατ' επιλογή του Ενάγοντα) λόγω αντισυμβατικής συμπεριφοράς του Εναγομένου. Η λεκτική διατύπωση των πιο πάνω όρων είναι με τέτοιο τρόπο που δεν επιτρέπει οποιαδήποτε διαφορετική ερμηνεία. Οι κοινές προθέσεις των μερών μέσα από το περιεχόμενο των εν λόγω όρων είναι σαφείς και ξεκάθαρες με αποτέλεσμα να μην υπάρχει περιθώριο άλλης εξήγησης. Η δε ετοιμότητα και προθυμία του Ενάγοντα για μεταβίβαση και εγγραφή του τίτλου ιδιοκτησίας του επιδίκου κτήματος εις το όνομα του Εναγομένου ήταν εμπράκτως έκδηλη και μέσα στα χρονικά πλαίσια που η συμφωνία προνοούσε και καθόριζε, ως σημειώθηκε αναλυτικά πιο πάνω, χωρίς όμως ο Εναγόμενος να ανταποκριθεί στα καλέσματα αυτά του Ενάγοντα. Με τη στάση και συμπεριφορά του ο Εναγόμενος έδειξε στον Ενάγοντα ότι συνειδητά δεν επιθυμούσε να εκπληρώσει τη βασική υποχρέωση αναφορικά με την αποπληρωμή του τιμήματος πώλησης εντός καθορισμένου χρονικού διαστήματος, δέσμευση που ανέλαβε να διεκπεραιώσει με την υπογραφή της συμφωνίας ημερομηνίας 15.12.2000 ενώ ταυτόχρονα εμπόδισε τον Ενάγοντα να εκπληρώσει τη δική του υποχρέωση που δεν ήταν άλλη από τη μεταβίβαση και εγγραφή του τίτλου ιδιοκτησίας του επίδικου κτήματος εις το όνομα του Εναγομένου. Ο χρόνος καταβολής των πληρωμών ήταν ουσιώδης. Υπήρξε δε από μέρους του Εναγομένου ουσιώδης παράβαση της σύμβασης ημερομηνίας 15.12.2000, η οποία πήγαινε στη ρίζα της εν λόγω σύμβασης. Δεν μου διαφεύγει το γεγονός ότι η επιθυμία του Εναγομένου να μην πληρώσει στον Ενάγοντα το οφειλόμενο ποσό του συμφωνημένου τιμήματος πώλησης αρχικά εκδηλώθηκε λίγες ημέρες μετά την υπογραφή της συμφωνίας (περί τις 20.12.2000) όταν συγκεκριμένα τηλεφώνησε στον Ενάγοντα και του εισηγήθηκε τη μείωση του συμφωνημένου τιμήματος πώλησης επειδή ανακάλυψε μέσω του κτηματολογίου ότι η πραγματική έκταση του επιδίκου κτήματος ήταν μικρότερη από αυτή που ήταν δηλωμένη στο πιστοποιητικό τίτλου ακίνητης ιδιοκτησίας με αριθμό εγγραφής
- Ακολούθως, μετά την άρνηση του Ενάγοντα να αποδεχθεί την εισήγηση του Εναγομένου, ο τελευταίος καταχώρησε στις 06.07.2001 την αγωγή υπ' αριθμό 4174/2001 αξιώνοντας αποζημιώσεις εναντίον του Ενάγοντα στη βάση των ψευδών παραστάσεων που είχαν σχέση με την πραγματική έκταση του επιδίκου κτήματος. Η αγωγή αυτή τελικά δεν είχε οποιαδήποτε επιτυχή κατάληξη ως προς το θέμα των αποζημιώσεων που ο Εναγόμενος διεκδίκησε και το Δικαστήριο με απόφαση του ημερομηνίας 31.01.2006 απέρριψε την αγωγή και κατ' επέκταση την αξίωση του Εναγομένου με έξοδα εναντίον του. Καταχωρήθηκε στη συνέχεια η έφεση υπ' αριθμό 84/2006 επί της απόφασης του πρωτόδικου δικαστηρίου, η οποία απορρίφθηκε στις 13.03.
- Στο μεταξύ όμως ο Ενάγοντας απέστειλε μέσω ιδιώτη επιδότη επιστολή τερματισμού ημερομηνίας 08.11.2001 ως αποτέλεσμα της παράβασης ουσιώδη όρου από τον Εναγόμενο. Η εν λόγω επιστολή (τεκμήριο 12) επιδόθηκε σε άτομο που βρισκόταν εντός του καταστήματος του Εναγομένου στις 19.11.2001 και συγκεκριμένα μετά την πάροδο των 7 ημερών από την εκπνοή του ουσιώδη χρόνου εκπλήρωσης βασικής υποχρέωσης του Εναγομένου, όπως αυτό καθορίζεται ρητά μέσα από το συμφωνητικό έγγραφο (όρος 8 του τεκμηρίου 1). Εάν ακόμη θεωρήσουμε ως αληθή τον ισχυρισμό του Εναγομένου περί εκ των υστέρων προσπαθειών του να καταβάλει το υπόλοιπο ποσό του τιμήματος και συγκεκριμένα μετά την αποτυχημένη κατάληξη της αγωγής υπ' αριθμό 4174/2001, ως οι δικηγόροι τον είχαν συμβουλεύσει και τη μεταβίβαση και εγγραφή του τίτλου ιδιοκτησίας του ακινήτου εις το όνομα του τότε, εφόσον ο κατ' ισχυρισμός τερματισμός της συμφωνίας είναι νόμιμος και έγκυρος, οι ενέργειες αυτές πραγματοποιήθηκαν καθυστερημένα και άνευ οποιουδήποτε ουσιαστικού αντικρύσματος, δεδομένου πλέον της ενέργειας του Ενάγοντα να αποστείλει επιστολή τερματισμού ημερομηνίας 08.11.2001 (τεκμήριο 9). Ούτε και βέβαια η πρόθεση αυτή του Εναγομένου μπορεί να θεραπεύσει την παράβαση ουσιώδων όρων που έγιναν από μέρους του. Εδώ αξίζει να διευκρινιστεί ότι το θέμα της πραγματικής έκτασης του ακινήτου εξετάζεται στην παρούσα διαδικασία μόνο ως πιθανότητα μορφής υπεράσπισης που ενδεχομένως να υπάρχει και όχι στη βάση του αγώγιμου δικαιώματος της ψευδής παράστασης, η οποία έχει ήδη εξεταστεί και εκδικαστεί ως επίδικο θέμα ενώπιον άλλου αρμοδίου Δικαστηρίου (βλέπε τεκμήριο 6). Δηλαδή εξετάζεται το κατά πόσο το γεγονός ότι η πραγματική έκταση του επιδίκου κτήματος είναι τελικά μικρότερη από αυτή που έχει δηλωθεί μέσω του πιστοποιητικού τίτλου ιδιοκτησίας του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 9942 παρέχει οποιοδήποτε δικαίωμα στον Εναγόμενο από του να μην εκπληρώσει τη βασική υποχρέωση η οποία εκπηγάζει από το συμφωνητικό έγγραφο και που είναι η εξόφληση του υπολειπομένου τιμήματος πώλησης πλέον τόκο δια μέσω μιας ενιαίας πληρωμής μέχρι τις 30.10.2001, χωρίς να έχει να αντιμετωπίσει οποιαδήποτε νομική επίπτωση. Ισχυρισμοί όπως ότι ο Ενάγοντας γνώριζε το μειωμένο της έκτασης του κτήματος ή και εξώθησε τον Εναγόμενο στην υπογραφή της συμφωνίας με ψευδείς παραστάσεις και/ή απάτη και/ή άλλως πως και έτσι να δικαιούται ανάλογη μείωση στο ποσό που θα πρέπει να καταβληθεί ή αντίστοιχες αποζημιώσεις καθώς και οτιδήποτε άλλο συναφές προς αυτά, όπως αυτοί διατυπώνονται μέσα από το περιεχόμενο της τροποποιημένης υπεράσπισης του Εναγομένου, δεν μπορούν να εξεταστούν αλλά ούτε και να αποτελέσουν επίδικα θέματα στην παρούσα υπόθεση επειδή όπως προανέφερα έχουν εκδικαστεί και επιλυθεί τελεσιδίκως ενώπιον άλλου αρμοδίου Δικαστηρίου (βλέπε τεκμήριο 6).[14] Πέραν αυτού δεν υπάρχει οποιαδήποτε ανταπαίτηση του Εναγομένου ενώπιον μου για να την εξετάσω, αλλά και να υπήρχε ισχύουν τα όσα προανέφερα περί ήδη εκδίκασης του θέματος αυτού από άλλο Δικαστήριο. Ούτε και συμφωνώ με τη θέση του ευπαιδεύτου συνηγόρου του Εναγομένου ότι η έκταση του επίδικου κτήματος ήταν προϋπόθεση (condition precedent) για την εκπλήρωση της υπόσχεσης από μέρους του Εναγομένου αναφορικά με την αποπληρωμή του υπολοίπου ποσού του συμφωνημένου τιμήματος πώλησης του ακινήτου καθ΄ ότι κάτι τέτοιο δεν προκύπτει και κατ΄ επέκταση δεν υποστηρίζεται μέσα από το περιεχόμενο των ρητών όρων της σύμβασης αλλά ούτε και δικαιολογείται μέσα από την κοινή πρόθεση των μερών. Κατά συνέπεια, με βάση όλα τα πιο πάνω και μέσα από την προσαχθείσα μαρτυρία αλλά και την υφιστάμενη νομολογία κρίνω ότι το θέμα της πραγματικής έκτασης του επιδίκου κτήματος δεν προσφέρει, υπό τις περιστάσεις, οποιαδήποτε μορφή υπεράσπισης στον Εναγόμενο, ο οποίος δεν μπορεί να το επικαλεστεί προς δικαιολόγηση της συνειδητής παράλειψης του να εκπληρώσει ουσιώδη όρο της συμφωνίας ημερομηνίας 15.12.2000, ήτοι να εξοφλήσει μέχρι τις 30.10.2001 το συμφωνημένο τίμημα πώλησης. Περαιτέρω, κρίνω ότι υπήρξε ουσιώδης παράβαση της σύμβασης από μέρους του Εναγομένου με αποτέλεσμα να δύναται αυτή να τερματιστεί κατ' εκλογή του Ενάγοντα (η σύμβαση είναι ακυρώσιμη κατ' εκλογή του Ενάγοντα) ως αποτέλεσμα της ουσιώδης αντισυμβατικής συμπεριφοράς και στάσης που ο Εναγόμενος επέδειξε αναφορικά με ουσιώδεις όρους της σύμβασης. Τερματισμός συμφωνητικού εγγράφου: Προχωρώ τώρα να εξετάσω κατά πόσο υπήρξε νόμιμος τερματισμός της σύμβασης από μέρους του Ενάγοντα. Κατ' αρχήν δεν θεωρώ ότι το αριθμητικό λάθος που εντοπίστηκε στο περιεχόμενο της επιστολής, δηλαδή το ότι σημειώνεται ως οφειλή το ποσό των Λ.Κ.£33.000,00 αντίς το ποσό των Λ.Κ.28.500,00 που είναι τελικά το αριθμητικά ορθό οφειλόμενο ποσό, κατέστησε το αιτιολογικό της επιστολής ημερομηνίας 08.11.2001 (τεκμήριο 9) λανθασμένο, αφού σε κάθε περίπτωση μετέδιδε κατά τρόπο σαφή και αδιαμφσιβήτητο το μήνυμα που ήθελε προς το πρόσωπο που απευθύνετο η επιστολή. Πρόκειται για ένα απλό και γνήσιο αριθμητικό λάθος που από μόνο του δεν είναι ικανό να αχρηστεύσει το σκοπό για τον οποίον συντάχθηκε και αποστάληκε η επίδικη επιστολή. Η ουσία παρέμεινε και ήταν η συνειδητή παράλειψη του Εναγομένου να εκπληρώσει ουσιώδεις όρους της συμφωνίας και ειδικότερα να υλοποιήσει τη βασική υποχρέωση του να εξοφλήσει το συμφωνημένο ποσό του τιμήματος εντός συγκεκριμένου και καθορισμένου χρονικού διαστήματος που τα μέρη συμφώνησαν να είναι ουσιώδης. Στη συνέχεια, μελετώντας με προσοχή το συμφωνητικό έγγραφο ημερομηνίας 15.12.2000 και ειδικότερα τους όρους 8 και 10 του τεκμηρίου 1, διαπιστώνω ότι τα μέρη καθόρισαν τον τρόπο επικοινωνίας που θα διεξαγόταν μεταξύ τους και αυτός ήταν η αποστολή συστημένης επιστολής δια του ταχυδρομείου στην τελευταία γνωστή διεύθυνση τους. Η μέθοδος αυτή καλύπτει και την περίπτωση τερματισμού ή ακύρωσης της σύμβασης. Αυτή ήταν η σαφής, ξεκάθαρη, αδιαμφισβήτητη και συμφωνημένη πρόθεση των μερών και ως εκ τούτου σε καμία περίπτωση το Δικαστήριο μπορεί ή νομιμοποιείται αλλά ούτε και επιθυμεί να υποκαταστήσει ή να αντικαταστήσει την κοινή αυτή συμφωνημένη πρόθεση των συμβαλλομένων και κατ' επέκταση τον εν λόγω σαφή και ουσιώδη όρο της μεταξύ τους σύμβασης με κάτι άλλο. Στην προκειμένη περίπτωση κρίνω ότι ο Εναγόμενος δεν έλαβε γνώση για το περιεχόμενο της επιστολής τερματισμού ημερομηνίας 08.11.
- Ο Ενάγοντας επιχείρησε να τερματίσει τη σύμβαση ημερομηνίας 15.12.2000 εκτός της συμφωνημένης μεθόδου που προνοούσε η σύμβαση και κατ΄ επέκταση εκτός του πνεύματος της κοινής πρόθεσης των μερών. Εφόσον ο Ενάγοντας επέλεξε να παρεκκλίνει από τη συμφωνημένη μέθοδο επικοινωνίας (συμβατικό τρόπο κοινοποίησης ειδοποίησης) όφειλε τουλάχιστο να διασφαλίσει ότι η επίδοση της επιστολής θα γινόταν στον Εναγόμενο προς τον οποίον απευθυνόταν έτσι ώστε να λάβει γνώση επί του περιεχομένου της. Επομένως, υπό τις περιστάσεις, θεωρώ ότι ο επίδικος τερματισμός της σύμβασης δεν είναι νόμιμος με αποτέλεσμα να μην έχει προκαλέσει οποιαδήποτε νομική συνέπεια, γεγονός που σημαίνει ότι η εν λόγω σύμβαση παραμένει έγκυρη και σε ισχύ. Κατά πόσο ο Ενάγοντας δικαιούται οποιεσδήποτε από τις αξιούμενες θεραπείες: Ο Εναγόμενος περαιτέρω αξιώνει γενικές και ειδικές αποζημιώσεις ως αποτέλεσμα παράβασης συμφωνίας. Κατά την τελική αγόρευση της η ευπαίδευτος συνήγορος του Ενάγοντα ανέφερε ότι "Αναφορικά με το σημείο Ε του παρακλητικού της Αγωγής ο Ενάγων δεν επιμένει, ζητά όμως αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας εκ μέρους του Εναγομένου (σημείο ΣΤ του παρακλητικού), ενδεικτικά και όχι αποκλειστικά συμπεριλαμβανομένων των διαφυγόντων τόκων επί του ποσού των Λ.Κ.28.500,00 (€48.695,14) από την ημερομηνία που έπρεπε να καταβληθεί." Προφανώς η κυρία Τόκα δήλωσε αυτή τη θέση στη βάση ύπαρξης νόμιμου τερματισμού στο συμφωνητικό έγγραφο ημερομηνίας 15.12.
- Υπό τις περιστάσεις, δεν θεωρώ ότι η κυρία Τόκα εγκατέλειψε (με την αυστηρή και νομική έννοια) ή σκόπευε ή επιθυμούσε να εγκαταλείψει την όποια διεκδίκηση ο Ενάγοντας είχε για αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας από μέρους του Εναγομένου στη βάση μη νόμιμου τερματισμού. Με δεδομένο όμως πλέον ότι αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι υπήρξε διάρρηξη της σύμβασης ημερομηνίας 15.12.2000 από μέρους του Εναγομένου αλλά όχι νόμιμος τερματισμός της σύμβασης από τον Ενάγοντα, εξετάζω κατά πόσο ο Ενάγοντας υπέστηκε οποιαδήποτε ζημιά ή απώλεια ένεκα της αντισυμβατικής συμπεριφοράς του Εναγομένου στη βάση των παραμέτρων που υποδείκτηκαν μέσα από στην προαναφερόμενη συναφή με το θέμα τούτο νομολογία αλλά και νομοθεσία. Εφαρμόζοντας τις αρχές και παραμέτρους αυτές κρίνω ότι ο Ενάγοντας υπέστηκε ζημιά ίση με το υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό του συμφωνηθέντος τιμήματος αγοράς πλέον το τόκο που αναλογεί και που προνοείται και καθορίζεται μέσα από το συμφωνητικό έγγραφο. Θεωρώ ότι η ζημιά αυτή, η οποία δεν είναι απομακρυσμένη και έμμεση, προέκυψε κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων από την εν λόγω παράβαση του Εναγομένου και για την οποίαν οι συμβαλλόμενοι γνώριζαν όταν συνομολογήθηκε η σύμβαση, ως ενδεχόμενη συνέπεια παράβασης της σύμβασης. Κατά συνέπεια, με βάση την ενώπιον μου προσαχθείσα μαρτυρία καθώς και τα ευρήματα και συμπεράσματα στα οποία το Δικαστήριο κατέληξε, κρίνω ότι ο Ενάγοντας υπέστηκε ζημιά ύψους €48.695,14 (αντίστοιχο σε Λ.Κ.£28.500,00) πλέον τόκο προς 8% ετησίως επί του ποσού αυτού από 15.12.2000 μέχρι εξόφλησης, η οποία, υπό τις περιστάσεις, είναι και η μοναδική. Αντίθετα, καμία μαρτυρία έχει προσφερθεί προς απόδειξη της αξίωσης του Ενάγοντα για διαφυγόν κέρδος και/ή ότι υπέστηκε οποιαδήποτε άλλη ζημιά, πέραν από την προαναφερόμενη και ως εκ τούτου η χρηματική αξίωση των Λ.Κ.£33.000,00 δεν δικαιολογείται και συνεπώς απορρίπτεται. Ούτε και η χρηματική αξίωση των Λ.Κ.£275,00 ως δικηγορικά έξοδα για την ετοιμασία και εκτέλεση του συμφωνητικού εγγράφου ημερομηνίας 15.12.2000 γίνεται αποδεκτή ένεκα της τελικής κατάληξης του Δικαστηρίου ως προς το αποτέλεσμα της παρούσας αγωγής και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Επίσης, απορρίπτονται όλες οι δηλώσεις, διατάγματα και θεραπείες που ο Ενάγοντας αξιώνει και αφορούν ή συνδέονται με τον μη νόμιμο τερματισμό του συμφωνητικού εγγράφου ημερομηνίας 15.12.
- Υπό το φως όλων των πιο πάνω, εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον του Εναγομένου για το ποσό των €48.695,14 (αντίστοιχο σε Λ.Κ.£28.500,00) πλέον τόκο προς 8% ετησίως επί του ποσού αυτού από 15.12.2000 μέχρι εξόφλησης. Τα έξοδα της παρούσας αγωγής, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον του Εναγομένου. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Πρ. Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other/Final Judgment Αναφορά: Πολιτική Δικονομία/Συμβάσεις/Συμφωνία αγοράς ακίνητης ιδιοκτησίας/Τερματισμός Συμφωνίας/Αποζημιώσεις/Τελική Απόφαση [1] Άρθρο 26
(1)του Συντάγματος [2] Ο Περί Συμβάσεων Νόμος, Κεφ.149 μετά των συναφών τροποποιήσεων, Chimonides v Manglis
(1967)1 C.L.R. 125 [3] Βλέπε Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, επανέκδοση, Τόμος 9
(1), παράγραφοι 772-775, σελίδες 520-523 [4] Southfields Industries Ltd v ETKO Λτδ
(1997)1 Α.Α.Δ. 1720, Frederickou Schools Co Ltd κ.α. v Aquac Inc.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1527 [5] Σταύρου Γεωργίου v Meridian Hotels Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. 2059 [6] Αλεξάνδρου v Κωμοδρόμου κ.α.
(1997)1 Α.Α.Δ. 576 [7] Πιττάλης v Lanira Enter Ltd κ.α.
(1997)1 Α.Α.Δ. 814 [8] Hadley v Baxendale
(1854)9 Exch. 341, Victoria Laundry (Windsor) Ltd v Newman Industries Ltd
(1949)2 KB 528, Monarch Steamship Co Ltd v Karlshamns Oljefabriker (A/B)
(1949)AC 196, Simpson v London & North Western Railway Co
(1876)1 Q.B.D. 274, Ηλίας Αριστοδήμου v Τάκη Χαραλάμπους
(1990)1 Α.Α.Δ. 319 [9] British Columbia etc Saw-Mill Co. Ltd v Nettleship
(1868)LR 3 CP 499, Χ' Κυπρή v Sanifix Agencies Ltd
(1993)1 Α.Α.Δ. 447, Archangelos Domain Limited v Andreica Societa per Azioni Di Navigaztione through the Agents, Mantovani and Sons Ltd
(1978)1 C.L.R. 108 [10] Δέσποινα Σωκράτους κ.α. v Γιωργούλλας Σιακατίδη
(2004)1Β Α.Α.Δ. 1390, Ηλίας Αριστοδήμου v Τάκη Χαραλάμπους
(1990)1 Α.Α.Δ. 319, Tsouloftas Constructions Limited v Φίλιππου Μυλωνά κ.α.
(2002)1Γ Α.Α.Δ. 1514 [11] Η ίδια προσέγγιση υιοθετήθηκε στην υπόθεση Δρυάδης κ.α. v Καλησπέρας
(1998)1 Α.Α.Δ. 881 [12] Paraskevas v. Landas
(1988)1 C.L.R. 285, Rodoulli v. Papassavas
(1988)1 C.L.R. 540 και Chitty on Contract, 25η έκδοση, παράγρ. 1391 [13] Βλέπε Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, επανέκδοση, Τόμος 9
(1), παράγραφος 989, σελίδα 727 [14] Theori and another v Djoni and another
(1984)1 Α.Α,Δ. 296, Arnold and others v National Westminster Bank Plc
(1991)2 AC 93 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο