← Κύπρος

Ελευθέριου Κούρου ν. Αντωνίας Ξενή Κονού, Αρ. Αγωγής 1555/2007,

Ελευθέριου Κούρου ν. Αντωνίας Ξενή Κονού, Αρ. Αγωγής 1555/2007, ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2009:A1 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Ν. Ζωμενή, Α. Ε. Δ. Αρ. Αγωγής 1555/2007 Μεταξύ: Ελευθέριου Κούρου Ενάγοντα ­­ - και - Αντωνίας Ξενή Κονού Εναγομένης - - - - - - - - - - - - - - - - - - - Για την Ενάγοντα: κ. Λ. Βραχίμης και κ. Κ. Ταμπούρλας Για τον Εναγόμενο: κ. Α. Ποιητής ΑΠΟΦΑΣΗ Στην Έκθεση Υπεράσπισης της Εναγομένης εγείρεται ζήτημα δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας να εκδικάσει την υπόθεση καθώς και ζήτημα παραγραφής της αξίωσης. Μετά από σχετική αίτηση της Εναγομένης αποφασίσθηκε εκ συμφώνου όπως τα δύο αυτά ζητήματα εξετασθούν πριν από την εκδίκαση του συνόλου της αγωγής. Με την αγωγή αυτή ο ενάγων αξιώνει αποζημιώσεις για όφελος που η εναγομένη προσπορίσθηκε εις βάρος του ιδίου από ενέργειες στις οποίες ο ίδιος είχε προβεί χωρίς την πρόθεση να ενεργήσει χαριστικά. Οι ενέργειες συνίστανται στα όσα σχετίζονται με την ανέγερση και τον εξοπλισμό κατοικίας που αναγέρθηκε σε συγκεκριμένο ακίνητο στην Αραδίππου. Διαζευκτικά ζητά δήλωση ότι δικαιούται να εγγραφεί ως ιδιοκτήτης κατά το ½ και την έκδοση σχετικού διατάγματος του Δικαστηρίου. Όπως υποστηρίζει ο Ενάγων, από τα γεγονότα της υπόθεσης προκύπτει καταπίστευμα προς όφελος του ή διαζευκτικά δικαίωμα αποζημίωσης με βάση την παράβαση σύμβασης, τις αρχές του αδικαιολόγητου πλουτισμού ή γενικότερα με βάση τις αρχές της επιείκειας (βλ. παράγρ. 14 της Έκθεσης Απαίτησης). Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης οι διάδικοι «αγόρασαν δυνάμει πωλητηρίου εγγράφου ημερομηνίας 30.7.1995» συγκεκριμένο οικόπεδο με σκοπό να αναγείρουν σε αυτό κατοικία στην οποία θα διέμεναν μετά την τέλεση του γάμου τους. Ως αγοραστής φαινόταν η εναγομένη έτσι που να μπορεί να εξασφαλισθεί κυβερνητικό βοήθημα που παρέχεται σε πρόσφυγες, αλλά ο ενάγων είχε στην πραγματικότητα διαθέσει το ½ του ποσού για την αγορά του οικοπέδου. Στις 11.9.1999 τελέσθηκε ο γάμος των διαδίκων αλλά το 2001 επήλθε η διάσταση τους και στις 9.10.2002 εκδόθηκε διαζύγιο. Από το 1997 είχε αρχίσει η ανέγερση κατοικίας στο οικόπεδο, η οποία όμως ουδέποτε ολοκληρώθηκε. Διακόπηκε λόγω της διάστασης των διαδίκων και παρέμεινε ημιτελής. Στην ανέγερση συνέβαλε σημαντικά ο ενάγων τόσο οικονομικά όσο και εργαζόμενος ο ίδιος στην οικοδομή. Ήταν πάντοτε η πρόθεση των διαδίκων ότι θα ήταν συνιδιοκτήτες του ακινήτου και ότι η εναγομένη θα μεταβίβαζε το ½ μερίδιο στον ενάγοντα. Είναι περεταίρω η θέση του ενάγοντα ότι η ανέγερση της οικοδομής συνέβαλε στην αύξηση της αξίας του οικοπέδου. Ο ενάγων διεκδικεί επίσης χρηματικό ποσό το οποίο προέρχεται από τα δώρα που το ζευγάρι έλαβε από το γάμο. Πέραν των ισχυρισμών που αναφέρονται στις προδικαστικές ενστάσεις, στην Έκθεση Υπεράσπισης η εναγομένη λέγει ότι ήταν η ίδια που αγόρασε το ακίνητο και ότι ο ενάγων δημιουργούσε προσκόμματα στη μεταβίβαση του επ΄ ονόματι της. Γι αυτό αναγκάστηκε να εγείρει εναντίον του πωλητή την αγωγή 1620/05 στην οποία τελικά εκδόθηκε διάταγμα για την μεταβίβαση του οικοπέδου στο όνομα της. Υποστηρίζει ότι ο ενάγων γνώριζε για την αγωγή και δεν έκανε οτιδήποτε με αποτέλεσμα να εμποδίζεται τώρα να προχωρήσει στην παρούσα υπόθεση. Αρνείται όμως και την ουσία των ισχυρισμών του ενάγοντα περί της οποιασδήποτε δικής του συνεισφοράς. Στην Απάντηση στην Υπεράσπιση ο ενάγων απορρίπτει όλους τους ισχυρισμούς της εναγομένης. Οι δύο πλευρές περιορίστηκαν σε αγορεύσεις. Ο συνήγορος του εναγομένου υποστήριξε με αναφορά στη σχετική νομολογία ότι η διαφορά εμπίπτει στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Οικογενειακού Δικαστηρίου αφού αποτελεί περιουσιακή διαφορά, ασχέτως του αν γίνεται προσπάθεια να παρουσιαστεί κάτω από το πέπλο του καταπιστεύματος ή άλλης νομικής σχέσης. Αντίθετα ο συνήγορος της ενάγουσας υποστήριξε ότι ο Ν. 232/91δεν έχει εφαρμογή και υποστήριξε ότι τα γεγονότα τα οποία βρίσκονται αυτή τη στιγμή ενώπιον του Δικαστηρίου δεν θα μπορούσαν να οδηγήσουν με βεβαιότητα σε εύρημα ότι το δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας, με όλες τις δραστικές συνέπειες που αυτό συνεπάγεται. Σύμφωνα με το άρθρο 14 του περί Ρυθμίσεως των Περιουσιακών Στοιχείων των Συζύγων Νόμου (Ν. 232/91), «14.-

(1)Σε περίπτωση που ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί, ή σε περίπτωση διάστασης των συζύγων, και η περιουσία του ενός συζύγου έχει αφότου τελέσθηκε ο γάμος αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιοδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να εγείρει αγωγή στο Δικαστήριο και να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή.» Σύμφωνα με το άρθρο 2 του ιδίου νόμου, «2. Στον παρόντα Νόμο «Δικαστήριο» σημαίνει το Οικογενειακό Δικαστήριο που ιδρύθηκε δυνάμει των περί Οικογενειακών Δικαστηρίων Νόμων του 1990 έως 1997» Αποκλειστική δικαιοδοσία εκδίκασης «περιουσιακών διαφορών» μεταξύ συζύγων έχει το Οικογενειακό Δικαστήριο, ανεξάρτητα από το νομικό πέπλο με το οποίο ενδύεται η υπόθεση. Στην υπόθεση Re Μανώλης Γιάγκος
(1999)1 Α.Α.Δ. 703 στην οποία η αξίωση στηριζόταν σε εμπίστευμα κρίθηκε ότι η διαφορά εξακολουθούσε να αναφέρεται στη λύση περιουσιακών διαφορών μεταξύ συζύγων, για περιουσία που αποκτήθηκε με την προοπτική γάμου αλλά και μετά τη σύναψη του, για την εκδίκαση της οποίας αρμόδιο ήταν το Οικογενειακό Δικαστήριο. Όπως λέχθηκε στην πιο πάνω υπόθεση, «...Τα Οικογενειακά Δικαστήρια έχουν αποκλειστική αρμοδιότητα επίλυσης των περιουσιακών διαφορών μεταξύ των συζύγων. Η παρούσα υπόθεση, παρ' όλη την προσπάθεια να της δοθεί άλλη χροιά, δεν παύει να είναι αξίωση που αναφέρεται στη λύση περιουσιακών διαφορών μεταξύ συζύγων για περιουσία που αποκτήθηκε με την προοπτική του γάμου, καθώς και μετά τη σύναψη του γάμου και συνεπώς θα έπρεπε να εκδικαστεί από το αρμόδιο δικαστήριο που δεν είναι άλλο από το Οικογενειακό Δικαστήριο.» (Βλ. επίσης Λογγίνος -ν- Λογγίνου
(2000)1Β ΑΑΔ 1347). Στην υπόθεση Φιλίππου -ν- Φιλίππου
(2003)1 ΑΑΔ 1343 αφού γίνεται ανασκόπηση της σχετικής νομοθεσίας αναφέρονται τα ακόλουθα: «Από τις πιο πάνω νομοθετικές διατάξεις είναι πρόδηλο ότι πρόθεση του νομοθέτη ήταν να εντάξει όλες ανεξαίρετα τις περιουσιακές διαφορές μεταξύ συζύγων σε σχέση με περιουσία η οποία αποκτήθηκε πριν από το γάμο με προοπτική του γάμου ή οποτεδήποτε μετά τη σύναψη του γάμου από οποιοδήποτε από τους συζύγους σύμφωνα με τις διατάξεις των περί Ρυθμίσεως των Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων Νόμων του 1991-1999, στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Οικογενειακού Δικαστηρίου, ανεξάρτητα από το ποια είναι η βάση της αγωγής.Επομένως και η υπό εξέταση περιουσιακή διαφορά, ως βασιζόμενη σε εμπίστευμα μεταξύ συζύγων, σε ακίνητη ιδιοκτησία η οποία αποκτήθηκε μετά τη σύναψη του γάμου, ενέπιπτε στην δικαιοδοσία του Οικογενειακού Δικαστηρίου το οποίο και ορθά της επιλήφθηκε». Διαφορετικά αντικρίζεται το ζήτημα στην περίπτωση που έχει μεσολαβήσει επίτευξη εξώδικου συμβιβασμού δικαστικής διαδικασίας, οπότε και θεωρείται ότι η ρύθμιση των διαφορών που ήταν επίδικες ενσωματώνεται σε σύμβαση, και σε περίπτωση παράβασης των συμφωνηθέντων αρμόδιο είναι το Επαρχιακό Δικαστήριο. (Βλ. Κοζάκη ‑ν- Κοζάκη
(2002)1Γ ΑΑΔ 1710 και Κοζάκη -ν- Κοζάκη
(2003)1Β ΑΑΔ 1047 [1]). Σημαντικό ζήτημα είναι και ο χρόνος κατά τον οποίο προκύπτει η διαφορά. Διαφορές οι οποίες προκύπτουν μετά τη λύση του γάμου δεν εμπίπτουν στη δικαιοδοσία του Οικογενειακού Δικαστηρίου (Βλ. Σάββα -ν- Σάββα
(2003)1 ΑΑΔ 1025, Κωνσταντίνου -ν- Κωνσταντίνου
(2004)1 ΑΑΔ 1192). Το θέμα της καθ' ύλη αρμοδιότητας του Δικαστηρίου να επιληφθεί της υπόθεσης εξετάζεται στη βάση των τυχόν κοινά αποδεκτών γεγονότων και στη βάση του περιεχομένου των δικογράφων τα οποία συνθέτουν την απαίτηση και οριοθετούν τη διαφορά, και κατά κύριο λόγο της Έκθεσης Απαίτησης. (Βλ. Παναγιώτης Μιχαηλίδης Μωσαϊκά Λτδ -ν- Ανδρέα Σιακαλλή
(2001)1 ΑΑΔ 1324 [2] , Σαφαρίνο Λτδ ν. Σταυρινού Λτδ
(1991)1 Α.Α.Δ 1059 και Μούρτζινος -ν- Global Cruises Ltd
(1992)1 ΑΑΔ 1160 [3]). Σε αυτό το πλαίσιο θα εξετασθεί το ζήτημα, χωρίς να μπορούν να ληφθούν υπόψη θέσεις που υποστηρίχθηκαν από τον συνήγορο του ενάγοντα οι οποίες δεν προκύπτουν ούτε από την Έκθεση Απαίτησης ούτε αποτελούν αποδεκτά γεγονότα (είτε δυνάμει σχετικής δήλωσης είτε ως αποτέλεσμα παραδοχών στα δικόγραφα). Αυτό που ο ενάγων ζητά με βάση την έκθεση απαίτησης είναι να αποζημιωθεί για την αύξηση στην αξία ακίνητης περιουσίας που αποκτήθηκε με την προοπτική του γάμου του με την εναγομένη. Η αύξηση σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του προέκυψε από την ανέγερση οικίας η οποία έγινε και με τη δική του συμβολή αλλά πριν από την διάσταση των διαδίκων, αφού όπως ο ίδιος λέγει με τη διάσταση τερματίσθηκαν οι εργασίες και η οικία παρέμεινε ημιτελής. Διεκδικεί επίσης μερίδιο σε χρηματικό ποσό το οποίο το ζευγάρι έλαβε σαν δώρο στο γάμο από συγγενείς και φίλους. Πρόκειται για περιουσιακές διαφορές οι οποίες εμπίπτουν στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Οικογενειακού Δικαστηρίου. Το δε γεγονός ότι επιζητούνται και θεραπείες άλλες από αυτές που προβλέπονται στον Ν. 232/91 δεν αλλοιώνει την κατάσταση, αφού από τη στιγμή που η διαφορά εμπίπτει στην δικαιοδοσία του Οικογενειακού Δικαστηρίου το συγκεκριμένο Δικαστήριο δεν περιορίζεται στην εφαρμογή του άρθρου 14 αλλά έχει την εξουσία να εφαρμόσει τις αρχές του κοινοδικαίου ή του δικαίου της επιείκειας. Βλ. Μιχαήλ -ν- Γιάγκου
(2001)1 ΑΑΔ 1643 όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «.Σύμφωνα με τη Λογγίνου -ν- Λογγίνου, όλες οι περιουσιακές σχέσεις των συζύγων υπάγονται στη δικαιοδοσία του Οικογενειακού Δικαστηρίου. Αυτό όμως δε σημαίνει και ότι όλες αποφασίζονται με αποκλειστική αναφορά στο άρθρο 14 του Νόμου 232/91. Ο εφαρμοστέος κανόνας δικαίου σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, όπως υπεδείχθη και στη Λογγίνου -ν- Λογγίνου, εξαρτάται από τη φύση της απαίτησης, το δε Οικογενειακό Δικαστήριο έχει εξουσία, βάσει των άρθρων 11
(1), 14(β) και 16
(1)του Νόμου 23/90 κι του άρθρου 31 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν. 14/60), να εφαρμόζει ανάλογα τις αρχές του κοινοδικαίου και του δικαίου της επιείκειας αν η απαίτηση βασίζεται σε αυτές. Η αναγνώριση δικαιοδοσίας στο Οικογενειακό Δικαστήριο σε όλες τις περιουσιακές διαφορές των συζύγων λοιπόν ούτε την αυτοτέλεια των συζύγων αντιστρατεύεται ούτε αποκλείει την εφαρμογή, ανάλογα με τη φύση της διαφοράς, του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου είτε αυτός προέρχεται από τις αρχές του κοινοδικαίου ή του δικαίου της επιείκειας ή το Νόμο 232/91». Διαπιστώνεται ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας στερείται δικαιοδοσίας να εκδικάσει αυτή την αγωγή. Κατά συνέπεια δε μπορεί να εξετασθεί η άλλη προδικαστική ένσταση που αφορά το θέμα της παραγραφής. Στην υπόθεση Ελληνική Τράπεζα Λτδ
(1994)1 ΑΑΔ 87 επισημάνθηκε πως μόνο σε περιπτώσεις συντρέχουσας δικαιοδοσίας είναι εφικτή η αναστολή διαδικασίας με σκοπό την παραπομπή της διαφοράς ενώπιον άλλου δικαστηρίου. Αν δεν παρέχεται νομοθετικά στο δικαστήριο η εξουσία παραπομπής της υπόθεσης σε άλλο δικαστήριο το αποτέλεσμα θα πρέπει να είναι η απόρριψη της. (Βλ. επίσης Βασιλειάδης -ν- Βασιλειάδη
(1995)1 ΑΑΔ 328, Efthymiadou ‑ v - Zoudros
(1986)1 CLR 341). Αυτό θα πρέπει να είναι το αποτέλεσμα και σε αυτή την υπόθεση όπου αποκλειστική καθ΄ ύλη δικαιοδοσία εκδίκασης της διαφοράς έχει το Οικογενειακό Δικαστήριο. Σαν αποτέλεσμα η αγωγή απορρίπτεται. Τα έξοδα, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή, επιδικάζονται υπέρ της Εναγομένης και σε βάρος του Ενάνοντα. Φοίβος Ν. Ζωμενής Α. Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] «.οι περιουσιακές σχέσεις των συζύγων, στις οποίες αναφέρεται ο νόμος που παρέχει δικαιοδοσία, ρυθμίστηκαν με τη γραπτή σύμβαση στη βάση της οποίας διεκπεραιώθηκε η δικαστική διαδικασία που αφορούσε ακριβώς αυτές τις περιουσιακές σχέσεις. Η περιουσιακή λοιπόν διαφορά, που άλλοτε ενέπιπτε στη δικαιοδοσία του Οικογενειακού Δικαστηρίου, υποκαταστάθηκε από σύμβαση η ερμηνεία και η εφαρμογή της οποίας ανήκει πια αποκλειστικά στο Επαρχιακό Δικαστήριο» [2] «Τα γεγονότα τα οποία συνθέτουν το αγώγιμο δικαίωμα όπως προσδιορίζονται από τη δικογραφία είναι εκείνα τα οποία συγχρόνως στοιχειοθετούν και τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου» [3] «Τα επίδικα θέματα προσδιορίζονται με τις έγγραφες προτάσεις και ειδικότερα τα γεγονότα που στοιχειοθετούν τη δικαιοδοσία του δικαστηρίου είναι εκείνα που συνθέτουν την απαίτηση, αποκλειστική πηγή αναζήτησης της οποίας είναι η έκθεση απαιτήσεως.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.