← Κύπρος

Anne Marie Dheere ν. Λαυρέντη Δημητρίου, Αρ. Αγωγής 432/2006,

Anne Marie Dheere ν. Λαυρέντη Δημητρίου, Αρ. Αγωγής 432/2006, ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2009:A2 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Ν. Ζωμενή, Α. Ε. Δ. Αρ. Αγωγής 432/2006 Μεταξύ: Anne Marie Dheere Ενάγουσας ­­ - και - Λαυρέντη Δημητρίου Εναγομένου - - - - - - - - - - - - - - - - - - - Για την Ενάγουσα: Χρ. Κληρίδης Για τον Εναγόμενο: Δ. Χατζηνέστωρος ΑΠΟΦΑΣΗ Οι διάδικοι είναι πρώην σύζυγοι. Παντρεύτηκαν το 1993 με πολιτικό και αργότερα με ορθόδοξο θρησκευτικό γάμο. Ο γάμος τους λύθηκε το 2005. Και οι δύο διαμένουν στη Κύπρο. Τα γεγονότα αυτά αποτελούν κοινό έδαφος. Με την αγωγή αυτή η οποία καταχωρήθηκε στις 9.2.2006 η ενάγουσα διεκδικεί την ιδιοκτησία μιας κατοικίας η οποία βρίσκεται στην Αραδίππου της Επαρχίας Λάρνακας. Η εν λόγω κατοικία αγοράστηκε το 2001 και εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης είναι ο εναγόμενος. Η ενάγουσα όμως ισχυρίζεται ότι η πρόθεση των διαδίκων ήταν η οικία να ανήκει στην ενάγουσα και ότι ο εναγόμενος θα την μεταβίβαζε έπ' ονόματι της. Επικαλείται την ύπαρξη ρητής ή σιωπηρής σύμβασης και υποστηρίζει ότι υπάρχει καταπίστευμα προς όφελος της. Λέγει ακόμα ότι η ίδια είχε σημαντική έμμεση συνεισφορά στο τίμημα αγοράς εφ' όσον επωμιζόταν διάφορα έξοδα της οικογένειας, κάτι που επέτρεψε στο σύζυγο της να συγκεντρώσει το ποσό για την αγορά της κατοικίας. Η ενάγουσα ζητά διάφορες θεραπείες μεταξύ των οποίων την εγγραφή της οικίας έπ' ονόματι της και - διαζευκτικά - αποζημιώσεις για παράβαση σύμβασης ή καταπιστεύματος. Στην Έκθεση Υπεράσπισης του ο Εναγόμενος εγείρει ζήτημα δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας να εκδικάσει την υπόθεση και υποστηρίζει ότι αρμόδιο είναι το Οικογενειακό Δικαστήριο, αφού «οι διάδικοι κατά τους ουσιώδεις χρόνους ήσαν σύζυγοι και η διαφορά αφορά περιουσιακές διαφορές συζύγων». Μετά από αίτηση ημερομηνίας 30.3.2009 αποφασίστηκε το ζήτημα δικαιοδοσίας να εξετασθεί και αποφασισθεί πριν από την εκδίκαση ολόκληρης της αγωγής. Οι δύο πλευρές περιορίστηκαν σε αγορεύσεις. Ο συνήγορος του εναγομένου υποστήριξε με αναφορά στη σχετική νομολογία ότι η διαφορά εμπίπτει στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Οικογενειακού Δικαστηρίου αφού αποτελεί περιουσιακή διαφορά, ασχέτως του αν γίνεται προσπάθεια να παρουσιαστεί κάτω από το πέπλο του καταπιστεύματος ή άλλης νομικής σχέσης. Αντίθετα ο συνήγορος της ενάγουσας υποστήριξε ότι ο Ν. 232/91δεν έχει εφαρμογή επειδή η περιουσία αποκτήθηκε όταν οι διάδικοι βρίσκονταν ήδη σε διάσταση και συνεπώς δεν θα μπορούσε να υπάρχει άμεση ή έμμεση συνεισφορά της ενάγουσας, οπότε να εφαρμόζεται το άρθρο 14 του Νόμου. Επεσήμανε επίσης ότι η ενάγουσα διεκδικεί και διάφορες θεραπείες οι οποίες είναι εκτός της εμβέλειας αυτών που συνήθως παρέχονται από το Οικογενειακό Δικαστήριο. Σύμφωνα με το άρθρο 14 του περί Ρυθμίσεως των Περιουσιακών Στοιχείων των Συζύγων Νόμου (Ν. 232/91), «14.-

(1)Σε περίπτωση που ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί, ή σε περίπτωση διάστασης των συζύγων, και η περιουσία του ενός συζύγου έχει αφότου τελέσθηκε ο γάμος αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιοδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να εγείρει αγωγή στο Δικαστήριο και να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή.» Σύμφωνα με το άρθρο 2 του ιδίου νόμου, «2. Στον παρόντα Νόμο «Δικαστήριο» σημαίνει το Οικογενειακό Δικαστήριο που ιδρύθηκε δυνάμει των περί Οικογενειακών Δικαστηρίων Νόμων του 1990 έως 1997» Αποκλειστική δικαιοδοσία εκδίκασης «περιουσιακών διαφορών» μεταξύ συζύγων έχει το Οικογενειακό Δικαστήριο, ανεξάρτητα από το νομικό πέπλο με το οποίο ενδύεται η υπόθεση. Στην υποθεση Re Μανώλης Γιάγκος
(1999)1 Α.Α.Δ. 703 στην οποία η αξίωση στηριζόταν σε εμπίστευμα κρίθηκε ότι η διαφορά εξακολουθούσε να αναφέρεται στη λύση περιουσιακών διαφορών μεταξύ συζύγων, για περιουσία που αποκτήθηκε με την προοπτική γάμου αλλά και μετά τη σύναψη του, για την εκδίκαση της οποίας αρμόδιο ήταν το Οικογενειακό Δικαστήριο. Όπως λέχθηκε στην πιο πάνω υπόθεση, «...Τα Οικογενειακά Δικαστήρια έχουν αποκλειστική αρμοδιότητα επίλυσης των περιουσιακών διαφορών μεταξύ των συζύγων. Η παρούσα υπόθεση, παρ' όλη την προσπάθεια να της δοθεί άλλη χροιά, δεν παύει να είναι αξίωση που αναφέρεται στη λύση περιουσιακών διαφορών μεταξύ συζύγων για περιουσία που αποκτήθηκε με την προοπτική του γάμου, καθώς και μετά τη σύναψη του γάμου και συνεπώς θα έπρεπε να εκδικαστεί από το αρμόδιο δικαστήριο που δεν είναι άλλο από το Οικογενειακό Δικαστήριο.» (Βλ. επίσης Λογγίνος -ν- Λογγίνου
(2000)1Β ΑΑΔ 1347). Στην υπόθεση Φιλίππου -ν- Φιλίππου
(2003)1 ΑΑΔ 1343 αφού γίνεται ανασκόπηση της σχετικής νομοθεσίας αναφέρονται τα ακόλουθα: «Από τις πιο πάνω νομοθετικές διατάξεις είναι πρόδηλο ότι πρόθεση του νομοθέτη ήταν να εντάξει όλες ανεξαίρετα τις περιουσιακές διαφορές μεταξύ συζύγων σε σχέση με περιουσία η οποία αποκτήθηκε πριν από το γάμο με προοπτική του γάμου ή οποτεδήποτε μετά τη σύναψη του γάμου από οποιοδήποτε από τους συζύγους σύμφωνα με τις διατάξεις των περί Ρυθμίσεως των Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων Νόμων του 1991-1999, στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Οικογενειακού Δικαστηρίου, ανεξάρτητα από το ποια είναι η βάση της αγωγής.Επομένως και η υπό εξέταση περιουσιακή διαφορά, ως βασιζόμενη σε εμπίστευμα μεταξύ συζύγων, σε ακίνητη ιδιοκτησία η οποία αποκτήθηκε μετά τη σύναψη του γάμου, ενέπιπτε στην δικαιοδοσία του Οικογενειακού Δικαστηρίου το οποίο και ορθά της επιλήφθηκε». Διαφορετικά αντικρίζεται το ζήτημα στην περίπτωση που έχει μεσολαβήσει επίτευξη εξώδικου συμβιβασμού δικαστικής διαδικασίας, οπότε και θεωρείται ότι η ρύθμιση των διαφορών που ήταν επίδικες ενσωματώνεται σε σύμβαση, και σε περίπτωση παράβασης των συμφωνηθέντων αρμόδιο είναι το Επαρχιακό Δικαστήριο. (Βλ. Κοζάκη ‑ν- Κοζάκη
(2002)1Γ ΑΑΔ 1710 και Κοζάκη -ν- Κοζάκη
(2003)1Β ΑΑΔ 1047 [1]). Το θέμα της καθ' ύλη αρμοδιότητας του Δικαστηρίου να επιληφθεί της υπόθεσης εξετάζεται στη βάση των τυχόν κοινά αποδεκτών γεγονότων και στη βάση του περιεχομένου των δικογράφων τα οποία συνθέτουν την απαίτηση και οριοθετούν τη διαφορά, και κατά κύριο λόγο της Έκθεσης Απαίτησης. (Βλ. Παναγιώτης Μιχαηλίδης Μωσαϊκά Λτδ -ν- Ανδρέα Σιακαλλή
(2001)1 ΑΑΔ 1324 [2] , Σαφαρίνο Λτδ ν. Σταυρινού Λτδ
(1991)1 Α.Α.Δ 1059 και Μούρτζινος -ν- Global Cruises Ltd
(1992)1 ΑΑΔ 1160 [3]). Η θέση που υποστήριξε στην αγόρευση του ο συνήγορος της ενάγουσας, ότι δηλαδή δεδομένης της απόκτησης του ακινήτου μετά που επήλθε διάσταση των διαδίκων δεν μπορεί να υπάρχει συνεισφορά της ενάγουσας στην αύξηση των περιουσιακών στοιχείων του εναγομένου - και ότι κατά συνέπεια το άρθρο 14 του Ν. 232/91 δεν εφαρμόζεται - έρχεται σε σύγκρουση με τους ισχυρισμούς που διατυπώνονται στην Έκθεση Απαίτησης, στην οποία η ενάγουσα λέγει ότι αυτή «είχε σημαντική έμμεση συνεισφορά στο τίμημα αγοράς» (βλ. παράγρ. 10 και παράγρ. 15 της Έκθεσης Απαίτησης). Με δεδομένο τον ισχυρισμό ότι η συμβολή της συζύγου πριν επέλθει η διάσταση αποτέλεσε συνεισφορά στην απόκτηση της επίδικης περιουσίας η περίπτωση δεν τίθεται εκτός της εμβέλειας του άρθρου 14 του Ν. 232/91, ακόμα και εάν η περιουσία αγοράστηκε μετά από την διάσταση αλλά πριν από τη λύση του γάμου. Η διατύπωση του άρθρου 14 καθιστά την διάσταση στοιχείο το οποίο σηματοδοτεί την αφετηρία του χρόνου εντός του οποίου σύζυγος μπορεί να απαιτήσει δικαστικά την απόδοση του μέρους της αύξησης της περιουσίας η οποία προέρχεται από δική του συμβολή. Δε σημαίνει όμως ότι στην περίπτωση που μεταξύ διάστασης και λύσης του γάμου προκύπτει αύξηση της περιουσίας με τη συμβολή του εν διαστάσει συζύγου αυτός δεν μπορεί σε κατοπινό στάδιο να εγείρει αξίωση με βάση το άρθρο 14. Η ύπαρξη νομολογίας [4] στην οποία αναφέρεται ότι ο ουσιώδης χρόνος για την αποτίμηση της αύξησης στην αξία της περιουσίας είναι ο χρόνος της διάστασης δεν αλλοιώνει την πιο πάνω ερμηνεία, αφού στις περιπτώσεις εκείνες η διάσταση σηματοδότησε ταυτόχρονα κι τον τερματισμό της συνεισφοράς. Στη συγκεκριμένη περίπτωση βρίσκω ότι η διαφορά αποτελεί περιουσιακή διαφορά η οποία εμπίπτει στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Οικογενειακού Δικαστηρίου. Το δε γεγονός ότι επιζητούνται και θεραπείες άλλες από αυτές που προβλέπονται στον Ν. 232/91 δεν αλλοιώνει την κατάσταση, αφού από τη στιγμή που η διαφορά εμπίπτει στην δικαιοδοσία του Οικογενειακού Δικαστηρίου το συγκεκριμένο Δικαστήριο δεν περιορίζεται στην εφαρμογή του άρθρου 14 αλλά έχει την εξουσία να εφαρμόσει τις αρχές του κοινοδικαίου ή του δικαίου της επιείκειας. Βλ. Μιχαήλ -ν- Γιάγκου
(2001)1 ΑΑΔ 1643 όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «.Σύμφωνα με τη Λογγίνου -ν- Λογγίνου, όλες οι περιουσιακές σχέσεις των συζύγων υπάγονται στη δικαιοδοσία του Οικογενειακού Δικαστηρίου. Αυτό όμως δε σημαίνει και ότι όλες αποφασίζονται με αποκλειστική αναφορά στο άρθρο 14 του Νόμου 232/91. Ο εφαρμοστέος κανόνας δικαίου σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, όπως υπεδείχθη και στη Λογγίνου -ν- Λογγίνου, εξαρτάται από τη φύση της απαίτησης, το δε Οικογενειακό Δικαστήριο έχει εξουσία, βάσει των άρθρων 11
(1), 14(β) και 16
(1)του Νόμου 23/90 κι του άρθρου 31 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν. 14/60), να εφαρμόζει ανάλογα τις αρχές του κοινοδικαίου και του δικαίου της επιείκειας αν η απαίτηση βασίζεται σε αυτές. Η αναγνώριση δικαιοδοσίας στο Οικογενειακό Δικαστήριο σε όλες τις περιουσιακές διαφορές των συζύγων λοιπόν ούτε την αυτοτέλεια των συζύγων αντιστρατεύεται ούτε αποκλείει την εφαρμογή, ανάλογα με τη φύση της διαφοράς, του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου είτε αυτός προέρχεται από τις αρχές του κοινοδικαίου ή του δικαίου της επιείκειας ή το Νόμο 232/91». Διαπιστώνεται ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας στερείται δικαιοδοσίας να εκδικάσει αυτή την αγωγή. Στην υπόθεση Ελληνική Τράπεζα Λτδ
(1994)1 ΑΑΔ 87 επισημάνθηκε πως μόνο σε περιπτώσεις συντρέχουσας δικαιοδοσίας είναι εφικτή η αναστολή διαδικασίας με σκοπό την παραπομπή της διαφοράς ενώπιον άλλου δικαστηρίου. Αν δεν παρέχεται νομοθετικά στο δικαστήριο η εξουσία παραπομπής της υπόθεσης σε άλλο δικαστήριο το αποτέλεσμα θα πρέπει να είναι η απόρριψη της. (Βλ. επίσης Βασιλειάδης -ν- Βασιλειάδη
(1995)1 ΑΑΔ 328, Efthymiadou ‑ v - Zoudros
(1986)1 CLR 341). Αυτό θα πρέπει να είναι το αποτέλεσμα και σε αυτή την υπόθεση όπου αποκλειστική καθ΄ ύλη δικαιοδοσία εκδίκασης της διαφοράς έχει το Οικογενειακό Δικαστήριο. Σαν αποτέλεσμα η αγωγή απορρίπτεται. Τα έξοδα, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή, επιδικάζονται υπέρ του εναγομένου και σε βάρος της ενάγουσας. Φοίβος Ν. Ζωμενής Α. Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] «.οι περιουσιακές σχέσεις των συζύγων, στις οποίες αναφέρεται ο νόμος που παρέχει δικαιοδοσία, ρυθμίστηκαν με τη γραπτή σύμβαση στη βάση της οποίας διεκπεραιώθηκε η δικαστική διαδικασία που αφορούσε ακριβώς αυτές τις περιουσιακές σχέσεις. Η περιουσιακή λοιπόν διαφορά, που άλλοτε ενέπιπτε στη δικαιοδοσία του Οικογενειακού Δικαστηρίου, υποκαταστάθηκε από σύμβαση η ερμηνεία και η εφαρμογή της οποίας ανήκει πια αποκλειστικά στο Επαρχιακό Δικαστήριο» [2] «Τα γεγονότα τα οποία συνθέτουν το αγώγιμο δικαίωμα όπως προσδιορίζονται από τη δικογραφία είναι εκείνα τα οποία συγχρόνως στοιχειοθετούν και τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου» [3] «Τα επίδικα θέματα προσδιορίζονται με τις έγγραφες προτάσεις και ειδικότερα τα γεγονότα που στοιχειοθετούν τη δικαιοδοσία του δικαστηρίου είναι εκείνα που συνθέτουν την απαίτηση, αποκλειστική πηγή αναζήτησης της οποίας είναι η έκθεση απαιτήσεως.» [4] Βλ. π.χ. Σοφοκλέους -ν- Σοφοκλέους
(2005)1 ΑΑΔ 1030 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.