← Κύπρος

Ανδρέα Ραπόουν ν. Παντελή Ιωάννου κ.α., Αρ. Αγωγής: 23/06, 07 / 01 / 2009

Ανδρέα Ραπόουν ν. Παντελή Ιωάννου κ.α., Αρ. Αγωγής: 23/06, 07 / 01 / 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2009:A3 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Θ. ΘΩΜΑ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 23/06 Μεταξύ: Ανδρέα Ραπόουν Ενάγοντα - και -

  1. Παντελή Ιωάννου
  2. Ρ. Ιoannou Café Ltd Εναγομένων Ημερομηνία: 07 / 01 / 2009 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κος Μυλωνάς Για τους Εναγομένους 1 και 2: κος Ζαχαρίου Α Π Ο Φ Α Σ Η Σύμφωνα με το κοινά παραδεκτό υπόβαθρο γεγονότων, ο εναγόμενος 1 ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο και εξακολουθεί να είναι ο διευθυντής της εναγομένης 2 εταιρείας (στο εξής θα αναφέρεται ως η εναγομένη εταιρεία). Η εναγομένη εταιρεία ήταν η ιδιοκτήτρια της καφετέριας με την επωνυμία "ΝΕΟΝ" στη Λάρνακα. Ο ενάγοντας κατά πάντα ουσιώδη χρόνο εργαζόταν στην ως άνω καφετέρια. Περί το τέλος του 1998 άρχισε να λειτουργεί στη Λάρνακα το νυχτερινό κέντρο αναψυχής με την επωνυμία "LACΙTE NIGHΤ SPOT". Επειδή όλοι οι μάρτυρες, όποτε αναφέρονταν στο υπό αναφορά κέντρο αναψυχής χρησιμοποιούσαν τη λέξη "club" θεωρώ ορθότερο να χρησιμοποιώ στην απόφασή μου την ίδια λέξη κάθε φορά που θα αναφέρομαι σ΄ αυτό. Ο ενάγοντας είχε διοριστεί ως ο υπεύθυνος του club. Ένα από τα αμφισβητούμενα και, κατ΄ επέκταση επίδικα θέματα ήταν η σχέση της εναγομένης εταιρείας με το club. Ο ενάγοντας στην έκθεση απαίτησης του ισχυρίζεται ότι η εναγομένη εταιρεία καθ΄όλον τον ουσιώδη χρόνο ήταν η ιδιοκτήτρια και/ή η διαχειρίστρια του club. Περί τον Δεκέμβριο του 1998 ο εναγόμενος 1 του πρότεινε να συμμετάσχει στην επιχείρηση του club συμμετέχοντας στο μετοχικό κεφάλαιο της εναγομένης εταιρείας. Περί την 10/12/1998 κατέβαλε στον εναγόμενο 1 το ποσό των Λ.Κ.11.000 ως αντάλλαγμα για την συμμετοχή του στην επιχείρηση και για την παραχώρηση σ΄ αυτόν του ανάλογου μετοχικού κεφαλαίου στην εναγομένη εταιρεία. Παρά την δέσμευση του εναγόμενου 1 ότι θα του παραχωρείτο μερίδιο στην επιχείρηση και στο μετοχικό κεφάλαιο της εναγομένης εταιρείας αυτό δεν έγινε ποτέ. Ο εναγόμενος 1 παρά τις συνεχείς υποσχέσεις του και κατά παράβαση της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας δεν του παραχώρησε μερίδιο στην επιχείρηση και στο μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας. Πέραν των πιο πάνω κατά τον ίδιο χρόνο συμφώνησε με τον εναγόμενο 1 και/ή την εναγομένη εταιρεία να εργοδοτηθεί ως διευθυντής της επιχείρησης του club έναντι του εβδομαδιαίου μισθού των Λ.Κ.
  3. Εργάστηκε στην επιχείρηση του club κατά τα έτη 1998 και 1999 για συνολική περίοδο 30 εβδομάδων. Οι εναγόμενοι και/ή οποιοσδήποτε από αυτούς του κατέβαλαν το ποσό των Λ.Κ.900 έναντι των δεδουλευμένων μισθών του, πλην όμως παρέλειψαν να του καταβάλουν μέχρι σήμερα το υπόλοιπο των δεδουλευμένων μισθών του που ανέρχεται στο ποσό των Λ.Κ.8.
  4. Με την υπό εξέταση αγωγή του ο ενάγοντας αξιώνει την επιστροφή του ποσού των Λ.Κ.11.000 καθώς και το υπόλοιπο των δεδουλευμένων μισθών. Ας σημειωθεί ότι κατά το στάδιο των αγορεύσεων ο συνήγορος του ενάγοντα εγκατέλειψε το σκέλος της απαίτησης για τους δεδουλευμένους μισθούς και επιπλέον απέσυρε την αγωγή εναντίον της εναγομένης εταιρείας. Η υπεράσπιση των εναγομένων ήταν κοινή. Στο δικόγραφο της υπεράσπισης τους ισχυρίζονται ότι ιδιοκτήτρια και/ή διαχειρίστρια και/ή υπεύθυνη του club ήταν κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ο συνεταιρισμός και/ή η κοινή επιχείρηση με την επωνυμία "LACITE NIGHT SPOT" στην οποία συμμετείχαν ο εναγόμενος 1 και κάποιοι Αντώνης Ιωάννου και Μάριος Φώκου προσωπικά. Ο ενάγοντας συμφώνησε να συμμετάσχει και συμμετείχε πράγματι στον ως άνω συνεταιρισμό και/ή κοινή επιχείρηση καταβάλλοντας Λ.Κ.11.000 με καθήκοντα την προώθηση των εργασιών της εν λόγω επιχείρησης και με αντάλλαγμα και/ή αμοιβή το 10% των εισπράξεων του εν λόγω συνεταιρισμού, ποσά τα οποία του κατεβλήθησαν δεόντως και κανονικά. Λόγω ζημιών της επιχείρησης του club συμφώνησαν στην διάλυση της περί την 1.02.2000 αφού απάλλαξαν τον ενάγοντα από όλες τις υποχρεώσεις και χρέη, τα οποία ανέλαβε ο εναγόμενος
  5. Οι εναγόμενοι αρνούνται επίσης ότι υπήρξε οποιαδήποτε συμφωνία με τον ενάγοντα για συμμετοχή του στο μετοχικό κεφάλαιο της εναγομένης εταιρείας. Ο ενάγοντας στο δικόγραφο της απάντησης στην υπεράσπιση ισχυρίζεται πως οποιαδήποτε συμφωνία υπεγράφη από τους διαδίκους ουδέποτε τέθηκε σε ισχύ και/ή τελούσε υπό την αίρεση ότι ο συνεταιρισμός "LACITE NIGHT SPOT" θα αναλάμβανε την διαχείριση και/ή ιδιοκτησία της επιχείρησης του club. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Για την πλευρά του ενάγοντα έδωσαν ένορκη μαρτυρία εκτός από τον ίδιο, η σύζυγός του Αναστασία Καπιτζιή (Μ.Ε.1), ο λοχίας της αστυνομίας 3645 Μενέλαος Αντωνίου (Μ.Ε.2) και ο υπάλληλος του Ταμείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων Απόστολος Μακρίδης (Μ.Ε.3). Ο ενάγοντας κατέθεσε ότι κατά το 1998 εργαζόταν στην καφετέρια της εναγόμενης εταιρείας. Περί τον Δεκέμβριο του ιδίου χρόνου είχε πληροφορηθεί ότι ο εναγόμενος 1 θα λειτουργούσε το club μαζί με τον αδελφό του Αντώνη Ιωάννου και κάποιο Μάριο Φώκου. Ο εναγόμενος 1 του πρότεινε να γίνει μέτοχος στην εναγόμενη εταιρεία, η οποία θα ήταν η ιδιοκτήτρια του club. Του ζήτησε Λ.Κ.40.
  6. Απάντησε στον εναγόμενο 1 ότι τον ενδιέφερε η πρότασή του όμως δεν είχε το ποσό των Κ.Λ.40.
  7. Ο εναγόμενος 1 του είπε ότι όσο περισσότερα χρήματα πλήρωνε τόσες περισσότερες μετοχές θα έπαιρνε στην εναγόμενη εταιρεία. Μετά από δάνειο που έκαμε στο όνομα της μητέρας του εξασφάλισε ποσό Λ.Κ.10.
  8. Είχε επίσης από δικές του οικονομίες Λ.Κ.1.
  9. Στις 10.12.1998 κατέβαλε στον εναγόμενο 1 Λ.Κ.11.
  10. Ο εναγόμενος 1 του είχε πει ότι για τον αριθμό των μετοχών που θα έπαιρνε θα συμφωνούσαν σε μεταγενέστερο στάδιο. Συμφώνησαν επίσης ότι θα ήταν ο υπεύθυνος του club και για την δουλειά του αυτή θα έπαιρνε μισθό Λ.Κ.300 εβδομαδιαίως. Μετά από πάροδο 5-6 περίπου μηνών από την μέρα που κατέβαλε τα χρήματά του στον εναγόμενο 1 υπέγραψε με τον συνεταιρισμό "LACITE NIGHT SPOT" την συμφωνία - Τεκμήριο
  11. Η συμφωνία αυτή θα ξεκινούσε όταν θα αναλάμβανε την επιχείρηση ο συνεταιρισμός. Δυστυχώς δεν πήρε μετοχές στην εναγόμενη εταιρεία, όπως του είχε υποσχεθεί ο εναγόμενος
  12. Μίλησε επανειλημμένα με τον εναγόμενο 1 για το ζήτημα των μετοχών του και ο εναγόμενος 1 συνεχώς του έλεγε να μην ανησυχεί και ότι θα το κανόνιζαν με τον λογιστή της εναγομένης εταιρείας. Λίγο καιρό πριν καταχωρήσει την παρούσα αγωγή επισκέφθηκε τον εναγόμενο 1 και ξαναμίλησαν για το ζήτημα των χρημάτων που είχε πληρώσει. Ο εναγόμενος 1 του υποσχέθηκε ότι θα του επέστρεφε τα χρήματά του, όμως τον προβλημάτιζε ο τρόπος με τον οποίο θα του τα επέστρεφε. Του υποσχέθηκε ότι θα του απαντούσε πολύ σύντομα. Δυστυχώς δεν πήρε καμία απάντηση από τον εναγόμενο 1 και έτσι προχώρησε στην καταχώρηση της παρούσας αγωγής. Κατά την αντεξέτασή του ανέφερε ότι ο εναγόμενος 1 δεν του είχε διευκρινίσει αν θα συμμετείχε, εκτός από την επιχείρηση του club και στην επιχείρηση της καφετέριας της εναγομένης εταιρείας. Δεν του διευκρίνισε επίσης αν θα του παραχωρούσε μερίδιο από τις δικές του μετοχές ή από τις μετοχές όλων των μετόχων της εταιρείας. Διαφώνησε με υποβολή ότι το μοναδικό πρόσωπο με το οποίο είχε συμβληθεί και είχε δώσει τις Λ.Κ.11.000 ήταν ο συνεταιρισμός με την επωνυμία "LACITE NIGHT SPOT" . Η θέση του ήταν ότι είχε συμβληθεί με τον εναγόμενο 1 προσωπικά. Η Μ.Ε.1 κατέθεσε ότι είχε γνωρίσει τον ενάγοντα στην καφετέρια της εναγομένης εταιρείας όπου εργαζόταν. Ο εναγόμενος 1 είχε προτείνει στον ενάγοντα να καταβάλει το ποσό των Λ.Κ.40.000 για να αποκτήσει ποσοστό μετοχών στην εναγομένη εταιρεία η οποία θα διαχειριζόταν το club, το οποίο σκόπευε να λειτουργήσει ο εναγόμενος
  13. Ο ενάγοντας όμως επειδή δεν μπορούσε να εξασφαλίσει τόσο μεγάλο ποσό ανέφερε στον εναγόμενο 1 ότι θα κατέβαλλε τελικά το ποσόν των Λ.Κ.11.000 για να συμμετάσχει στο μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας. Συγκεκριμένα ο ενάγοντας εξασφάλισε Λ.Κ.10.000 κατόπιν δανείου στο οποίο πρόσθεσε Λ.Κ.1.000 από δικά του χρήματα. Στις 10.12.1998 ο ενάγοντας στην παρουσία της παρέδωσε στον εναγόμενο 1 το ποσό των Λ.Κ.11.
  14. Ήταν ξεκάθαρο ότι το πιο πάνω ποσό δόθηκε από τον ενάγοντα για να πάρει ποσοστό μετοχών από το μετοχικό κεφάλαιο της εναγομένης εταιρείας. Το ακριβές ποσοστό το οποίο θα λάμβανε ο ενάγοντας θα καθοριζόταν στην συνέχεια από τους λογιστές της εναγομένης εταιρείας. Επίσης στην παρουσία της είχε συμφωνηθεί μεταξύ του ενάγοντα και του εναγομένου 1 ότι ο ενάγοντας θα αναλάμβανε την θέση του διευθυντή στο club με αμοιβή Λ.Κ.300 εβδομαδιαίως. Ο ενάγοντας εργάστηκε στο club για περίοδο 30 εβδομάδων, μεταξύ των ετών 1998-1999 από τις οποίες πληρώθηκε μόνο 3 εβδομάδες εργασίας. Τελικά το club λειτούργησε για περίοδο 1-1 ½ χρόνου. Αμέσως μετά τον τερματισμό της λειτουργίας του club άρχισαν με τον ενάγοντα να αναζητούν από τον εναγόμενο 1 τις μετοχές του ενάγοντα και τους μισθούς που του οφείλονταν για την εργασία του στο club. Σε διάφορες συναντήσεις που είχαν ο εναγόμενος 1 τους έδινε υποσχέσεις ότι θα έδινε στον ενάγοντα το μερίδιο που του αναλογούσε στην εταιρεία. Στη συνέχεια και μετά από αρκετές συναντήσεις και πιέσεις ο εναγόμενος 1 τους υποσχέθηκε ότι θα επέστρεφε στον ενάγοντα το ποσό των Λ.Κ.11.000 όμως ήθελε κάποιο χρόνο ώστε να μπορέσει να επιστρέψει το ως άνω ποσό με δόσεις. Αφού πέρασε αρκετός καιρός χωρίς καμία ανταπόκριση από τον εναγόμενο 1 αποφάσισαν ότι ο ενάγοντας έπρεπε να κινηθεί δικαστικά για να διεκδικήσει τα δικαιώματά του. Κατά την αντεξέτασή της ανέφερε ότι η συμμετοχή του συζύγου της θα ήταν στην εναγομένη εταιρεία η οποία είχε σχέση με το club. Διευκρίνισε ότι ο σύζυγός της δεν θα συμμετείχε σε όλες τις επιχειρήσεις της εναγομένης εταιρείας. Σε ερώτηση του συνηγόρου υπεράσπισης να εξηγήσει τι εννοούσε ότι ο σύζυγός της θα ήταν μέτοχος στην εναγόμενη εταιρεία, αλλά μόνο για την επιχείρηση του club απάντησε ως εξής: "Αφού η συμφωνία του Παντελή (εναγόμενου 1) ήταν ότι ο ενάγοντας θα έπαιρνε μετοχές στην εναγόμενη εταιρεία που θα διαχειριζόταν το club". Διευκρίνισε επίσης ότι δεν είχε καθοριστεί εκ των προτέρων το ποσοστό των μετοχών που θα έπαιρνε ο ενάγοντας στην εναγόμενη εταιρεία. Ο εναγόμενος 1 είχε αναφέρει στον ενάγοντα ότι το ποσοστό της συμμετοχής του θα καθορίζετο αργότερα από τους λογιστές της εταιρείας. Ο Μ.Ε.2 κατέθεσε ότι υπηρετεί στο Τ.Α.Ε. Λάρνακος. Στα πλαίσια των καθηκόντων του διερεύνησε παράπονο το οποίο υπεβλήθη από τον Υπουργό Εμπορίου και Βιομηχανίας εναντίον κάποιου Μάριου Φώκου για ενδεχόμενη παράβαση από το ως άνω πρόσωπο διατάξεων του Περί Πτωχεύσεως Νόμου. Εναντίον του ως άνω προσώπου κατεχωρήθει η ποινική υπόθεση με αρ. 8278/
  15. Κατά την διερεύνηση της ως άνω υπόθεσης πήρε γραπτή κατάθεση από τον εναγόμενο 1 (Τεκμήριο 2). Πήρε επίσης γραπτή κατάθεση από τον αδελφό του εναγομένου 1 Αντωνάκη Ιωάννου (Τεκμήριο 3). Θα αναφερθώ στο περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης του εναγομένου 1 σε μεταγενέστερο στάδιο της απόφασής μου. Η κατάθεση του Αντωνάκη Ιωάννου (Τεκμήριο 3) δεν θα με απασχολήσει για το λόγο ότι το πρόσωπο αυτό δεν παρουσιάστηκε ως μάρτυρας. Ο Μ.Ε.3 κατέθεσε ότι μετά από έρευνα που έκαμε στο σύστημα κοινωνικών ασφαλίσεων του γραφείου του διαπίστωσε ότι η εναγομένη εταιρεία είναι εγγεγραμμένη ως εργοδότης. Ο ενάγοντας είχε εγγραφεί ως εργοδοτούμενος της εναγομένης εταιρείας από 01.07.1998 μέχρι 29.02.2000 και ακολούθως ξανά από 01.01.2004 μέχρι 31.01.
  16. Δεν βρήκε στο σύστημα εγγεγραμμένο ως εργοδότη τον συνεταιρισμό με την επωνυμία "LACITE NIGHT SPOT". Κατά την αντεξέταση του διευκρίνισε ότι με βάση τα στοιχεία της κατάστασης - Τεκμήριο 4 - προκύπτει ότι ο ενάγοντας εργαζόταν στην εναγομένη εταιρεία με μερική απασχόληση (part time). Η υπεράσπιση παρουσίασε ως μοναδικό μάρτυρα τον εναγόμενο
  17. Κατέθεσε ότι είχε συνεργαστεί με τον ενάγοντα στην επιχείρηση του club. Συνεταίροι στην επιχείρηση του club ήταν ο ίδιος, ο αδελφός του Αντωνάκης Ιωάννου και κάποιος Μάριος Φώκου. Παρουσίασε το έγγραφο του συνεταιρισμού "LACITE NIGHT SPOT" (βλέπε το Τεκμήριο 10). Παραδέχτηκε ότι ο ενάγοντας είχε καταβάλει το ποσό των Λ.Κ.11.
  18. Η θέση του όμως ήταν ότι το ποσό αυτό κατεβλήθηκε στον συνεταιρισμό για να συμμετάσχει ο ενάγοντας στην επιχείρηση του club. Ουδέποτε είχε γίνει συζήτηση σχετικά με μετοχές της εναγομένης εταιρείας. Το ποσό των Λ.Κ.11.000 χρησιμοποιήθηκε για την αγορά μέρους του εξοπλισμού του club. Ο ενάγοντας ήταν το πρόσωπο που λειτουργούσε το club. Η επιχείρηση δεν ήταν καθόλου κερδοφόρα. Αρχικά το club είχε λειτουργήσει στις 23.12.98 μέχρι τις 12.07.
  19. Έκλεισε κατά τους καλοκαιρινούς μήνες και επαναλειτούργησε στις 8.10.99 μέχρι την 01.01.2000 οπόταν τερμάτισε οριστικά την λειτουργία του. Μετά το κλείσιμο της επιχείρησης παρέμειναν χρέη Λ.Κ.50.000 περίπου για τα οποία δεν ζήτησαν οποιαδήποτε συνεισφορά από τον ενάγοντα. Η εναγομένη εταιρεία δεν είχε καμία σχέση με την επιχείρηση του club. Απλά το ενοικιαστήριο έγγραφο του υποστατικού στο οποίο στεγαζόταν το club είχε γίνει επ΄ ονόματι της εναγομένης εταιρείας μέχρι να συσταθεί ο συνεταιρισμός, ο οποίος ανέλαβε την επιχείρηση του club. Επίσης με την έναρξη της λειτουργίας του club χρησιμοποιήθηκε το όνομα της εναγομένης εταιρείας στις ταμειακές μηχανές του club. Κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι ο ενάγοντας του είχε δώσει το ποσό των Λ.Κ.11.000 πριν την έναρξη της λειτουργίας του club. Ερωτηθείς από το συνήγορο του ενάγοντα κατά πόσο ο ενάγοντας ήταν συνεταίρος διευκρίνισε ότι ο ενάγοντας ήταν συνεργάτης στην επιχείρηση του club. Είχαν προτείνει στον ενάγοντα να γίνει συνεταίρος αλλά δεν αποδέχτηκε την πρότασή τους. Ο σκοπός για τον οποίο ο ενάγοντας είχε καταβάλει τις Λ.Κ.11.000 ήταν για να παίρνει το 10% των καθαρών μηνιαίων εισπράξεων από τη λειτουργία του club και να είναι ο διευθυντής του club. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ Παρακολούθησα με μεγάλη προσοχή όλους τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν ενόρκως στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης. Από μια αντιπαραβολή των εκατέρωθεν εκδοχών προκύπτει ως γεγονός αδιαμφισβήτητο η καταβολή από τον ενάγοντα του ποσού των Λ.Κ.11.000 με σκοπό να συμμετάσχει στην επιχείρηση του club. Ο ισχυρισμός του ενάγοντα ήταν ότι η συμμετοχή του στην ως άνω επιχείρηση θα επιτυγχάνετο με την παραχώρηση σ΄ αυτόν μετοχών της εναγομένης εταιρείας, η οποία κατά τον ισχυρισμό του ήταν η ιδιοκτήτρια καθώς και η διαχειρίστρια της επιχείρησης του club. Η αντίθετη θέση του εναγομένου 1 ήταν ότι το ποσό αυτό κατεβλήθη στον συνεταιρισμό "LACITE NIGHT SPOT" ο οποίος ανέλαβε την επιχείρηση καθώς και την διαχείριση του club και το αντάλλαγμα της καταβολής του ήταν η συμμετοχή του ενάγοντα στα κέρδη της επιχείρησης. Έχοντας να επιλέξω μεταξύ των διιστάμενων εκδοχών προτιμώ χωρίς δισταγμό την εκδοχή του ενάγοντα. Κατ΄ αρχήν η εντύπωση που άφησε από το εδώλιο του μάρτυρα ήταν θετική. Απάντησε σε οτιδήποτε του ζητήθηκε με λιτότητα, φυσικότητα, χωρίς δισταγμούς και αμφιταλαντεύσεις. Έδωσε σαφείς επεξηγήσεις, χωρίς να αφήσει οποιοδήποτε σημείο της εκδοχής του αδιευκρίνιστο. Πέραν της θετικής εντύπωσης που άφησε ως μάρτυρας, θα πρέπει να αναφέρω ότι η εκδοχή του παρουσίαζε συνοχή, πειστικότητα, λογικότητα. Υποστηρίζεται επίσης από το περιεχόμενο των κατατεθέντων εγγράφων. Σε αντίθεση με τον ενάγοντα, ο εναγόμενος άφησε πενιχρή εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα. Δεν μου έχει αφήσει την παραμικρή αμφιβολία ότι δεν είπε την αλήθεια στο δικαστήριο. Αντίθετα έχει αφήσει πολλές αμφιβολίες και ερωτηματικά για την γνησιότητα της εκδοχής του, η οποία θα πρέπει να πω ότι ήταν διάτρητη από κενά, ασάφειες παραλείψεις. Καταρρίπτεται επίσης από το περιεχόμενο των διαφόρων εγγράφων που κατατέθηκαν ως τεκμήρια. Κατ' αρχήν δεν έχει παρουσιαστεί κανένα έγγραφο το οποίο θα μπορούσε να τεκμηριώσει τη θέση του ότι το ποσό των ΛΚ11.000 πληρώθηκε στο συνεταιρισμό «LACITE NIGHT SPOT». Όπως υπήρξε αδιαμφισβήτητο, ο υπό αναφορά συνεταιρισμός συνεστήθη 3½ σχεδόν μήνες μετά την πληρωμή από τον ενάγοντα του ως άνω ποσού. Σύμφωνα με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 10 το οποίο περιγράφεται ως έγγραφο συνεταιρισμού «LACITE NIGHT SPOT» (βλέπε το Τεκμήριο 10) η συμφωνία για την σύσταση του συνεταιρισμού έγινε στις 24/3/
  20. Είναι λοιπόν φανερό πως όταν ο ενάγοντας του είχε παραδώσει το ως άνω ποσό δεν υπήρχε ο υπό αναφορά συνεταιρισμός. Η θέση του ήταν ότι το ως άνω ποσό είχε χρησιμοποιηθεί για την αγορά μέρους του εξοπλισμού του club. Όμως, έστω κι αν έτσι είχαν τα πράγματα λογικά θα ανέμενα από αυτόν ότι θα παρουσίαζε κάποιο έγγραφο ότι το ως άνω ποσό είχε πιστωθεί λογιστικά τουλάχιστον επ' ωφελεία του συνεταιρισμού. Δυστυχώς κανένα τέτοιο έγγραφο δεν παρουσιάστηκε, με αποτέλεσμα η ως άνω θέση του να παραμείνει μετέωρη. Επιπλέον αν ο ισχυρισμός του ότι το ως άνω ποσό είχε καταβληθεί από τον ενάγοντα για να συμμετάσχει στον συνεταιρισμό ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα λογικά θα ανέμενα ότι ο ενάγοντας θα ήταν και αυτός ένας εκ των συνεταίρων. Όπως υπήρξε αδιαμφισβήτητο τα τρία μέλη του συνεταιρισμού ήταν ο ίδιος (ο εναγόμενος 1), ο αδελφός του Αντωνάκης Ιωάννου και κάποιος Μάριος Φώκου. Ισχυρίστηκε κατά την αντεξέταση του ότι ο ενάγοντας απέρριψε πρόταση τους για να γίνει και ο ίδιος συνεταίρος. Ο ισχυρισμός όμως αυτός ήταν χωρίς αμφιβολία εκ των υστέρων επινόηση του. Δυστυχώς δεν είχε τεθεί στον ενάγοντα κατά την αντεξέταση του για να του δινόταν η δυνατότητα να τον σχολιάσει και να πάρει θέση. Στην απουσία δε οποιασδήποτε επεξήγησης από την υπεράσπιση για την παράλειψη της να τον θέσει έγκαιρα στον ενάγοντα, δεν μου παρέχεται άλλη επιλογή εκτός από την απόρριψη του (βλέπε Adidas Sportshuhfabriken Adi Dassler KG v. The Jonitexo Ltd

(1987)1 CLR 383). Ήταν επίσης ισχυρισμός του ότι το ποσό των ΛΚ 11.000 είχε δοθεί από τον ενάγοντα ως αντάλλαγμα για να έχει ποσοστό στα καθαρά κέρδη του συνεταιρισμού. Κι όμως, ο εν λόγω ισχυρισμός του καταρρίπτεται από το αδιαμφισβήτητο περιεχόμενο της γραπτής συμφωνίας μεταξύ του υπό αναφορά συνεταιρισμού και του ενάγοντα (βλέπε το Τεκμήριο 6). Σύμφωνα με τον όρο 2 της υπό αναφορά συμφωνίας θα καταβάλλεται στον ενάγοντα ποσοστό 10% επί των καθαρών μηνιαίων εισπράξεων του συνεταιρισμού ως αντάλλαγμα για την καταβολή εκ μέρους του ενάγοντα προσπαθειών για την προώθηση των εργασιών του συνεταιρισμού. Καμιά αναφορά στις ΛΚ 11.000 δεν γίνεται στην εν λόγω συμφωνία. Έχοντας κατά νου τα όσα αναφέρω πιο πάνω απορρίπτω τον ισχυρισμό του ότι το ποσό των ΛΚ11.000 είχε δοθεί προς τον συνεταιρισμό «LACITE NIGHT SPOT». Όμως ούτε και ο ισχυρισμός του ότι την διαχείριση του club είχε αναλάβει σε κάποιο στάδιο ο συνεταιρισμός θα μπορούσε να γίνει αποδεκτός. Η ενώπιον του δικαστηρίου μαρτυρία δεν μπορεί να τεκμηριώσει τον ως άνω ισχυρισμό. Αντίθετα, τα ενώπιον του δικαστηρίου δεδομένα συνηγορούν υπέρ της θέσης του ενάγοντα ότι την διαχείριση του club είχε πάντοτε η εναγόμενη εταιρεία. Παρά το ότι όλα τα σχετικά στοιχεία υπήρχαν στο λογιστή της εναγόμενης εταιρείας όπως ισχυρίστηκε, εντούτοις κανένα τέτοιο στοιχείο δεν παρουσιάστηκε ενώπιον του δικαστηρίου. Τονίζω επίσης ότι ο ίδιος δεν ήταν σε θέση να καθορίσει πότε είχε αναλάβει την διαχείριση του club ο συνεταιρισμός. Ένα από τα στοιχεία που υπάρχει ενώπιον του δικαστηρίου είναι και η κορδέλα της ταμειακής μηχανής του club, την οποία κατέθεσε ο ενάγοντας (βλέπε το τεκμήριο 5). Σύμφωνα με το αδιαμφισβήτητο περιεχόμενο της, οι πωλήσεις που καταγράφονται στην κορδέλα έχουν ημερομηνία 23/5/99 και επιπλέον υπάρχει καταγραμμένο σ' αυτήν το όνομα της εναγομένης εταιρείας. Καμία επεξήγηση δεν έχει δοθεί σε σχέση με τον λόγο που συνέχισαν να υπάρχουν κορδέλες με το όνομα της εναγομένης εταιρείας στην ταμειακή μηχανή του club ακόμα και μετά τη σύσταση του συνεταιρισμού. Από τα όσα αναφέρω αμέσως πιο πάνω προκύπτει ξεκάθαρα ότι η εναγόμενη εταιρεία συνέχισε να έχει την διαχείριση του club ακόμα και μετά την εγγραφή του συνεταιρισμού στο μητρώο του Εφόρου Εταιρειών (βλέπε το πιστοποιητικό του Εφόρου Εταιρειών - Τεκμήριο 12). Όπως επίσης υπήρξε αδιαμφισβήτητο ο συνεταιρισμός ουδέποτε ενεγράφη ως εργοδότης στο μητρώο εργοδοτών του Ταμείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων για σκοπούς πληρωμής εισφορών κοινωνικών ασφαλίσεων στα πρόσωπα που εργοδοτούνταν στο club. Η δικαιολογία την οποία έχει δώσει στο δικαστήριο για τη μη εγγραφή του συνεταιρισμού στο Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων, συγκεκριμένα ότι όλοι οι εργαζόμενοι στο club ήταν με μερική απασχόληση (part-time) κάθε άλλο παρά πειστική θα μπορούσε να χαρακτηριστεί. Ακόμα κι αν έτσι είχαν τα πράγματα, και πάλι δεν απαλλάσσετο ο εργοδότης της υποχρέωσης του για πληρωμή εισφορών κοινωνικών ασφαλίσεων στους εργοδοτούμενους από αυτόν. Θα πρέπει επίσης να επισημάνω ότι στο προοίμιο της συμφωνίας σύστασης του συνεταιρισμού (βλέπε το τεκμήριο 10) αναφέρεται ότι οι συμβαλλόμενοι έχουν συμφωνήσει να συστήσουν τον συνεταιρισμό από την 1η/11/
  1. Επισημαίνω επίσης ότι, όπως υπήρξε αδιαμφισβήτητο το club τερμάτισε τη λειτουργία του τις πρώτες μέρες του
  2. Είναι λοιπόν άξιον απορίας για το πότε πρόλαβε ο συνεταιρισμός να αναλάβει τη διαχείριση του club. Πέραν τον όσων αναφέρω πιο πάνω θα πρέπει ακόμα να προσθέσω ότι ο ισχυρισμός του για ανάληψη της διαχείρισης του club από τον συνεταιρισμό καταρρίπτεται από το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης του προς την αστυνομία (βλέπε το τεκμήριο 2). Επισημαίνω ότι η υπό αναφορά κατάθεση δόθηκε σε ημερομηνία προγενέστερη της καταχώρησης της παρούσας αγωγής, συγκεκριμένα κατά την 14η/5/
  3. Σ' αυτήν αναφέρει μεταξύ άλλων ότι η εναγόμενη εταιρεία κατά το 1998 είχε αναλάβει τη διαχείριση του club και συνέχισε να έχει τη διαχείριση του μέχρι που την ανέλαβε ο Μάριος Φώκου στις 3/1/00, δηλαδή μετά που έκλεισε το club. Καμιά αναφορά δεν γίνεται στην ισχυριζόμενη ανάληψη της διαχείρισης του club από τον συνεταιρισμό. Η επεξήγηση που έχει δώσει κατά την αντεξέταση του για την παράλειψη του να κάμει αναφορά στο συνεταιρισμό κάθε άλλο παρά σαφής και πειστική θα μπορούσε να χαρακτηριστεί. Ενόψει των όσων αναφέρω αμέσως πιο πάνω απορρίπτω και τον ισχυρισμό του ότι ο συνεταιρισμός είχε αναλάβει τη διαχείριση του club. Αντίθετα αποδέχομαι χωρίς κανένα δισταγμό την θέση του ενάγοντα ότι τη διαχείριση του club είχε πάντοτε η εναγόμενη εταιρεία. Θετική εντύπωση έχει αφήσει στο δικαστήριο και η σύζυγος του ενάγοντα (ΜΕ1). Περιέγραψε τα γεγονότα όπως αυτά περιέπεσαν στην αντίληψη της με λεπτομέρεια αλλά χωρίς ίχνος υπερβολής για να δώσει προβάδισμα στην υπόθεση του ενάγοντα. Επιπλέον η μαρτυρία της συνάδει με την εκδοχή του ενάγοντα. Φυσικά δεν παραγνωρίζω κάποιες αντιφάσεις στην μεταξύ τους μαρτυρία. Για παράδειγμα ενώ ο ενάγοντας ανέφερε στη μαρτυρία του ότι ο εναγόμενος 1 δεν του είχε διευκρινίσει αν θα του παραχωρούσε μερίδιο από τις δικές του μόνο μετοχές, η Μ.Ε.1 ανέφερε ότι και οι 3 μέτοχοι της εναγομένης εταιρείας θα παραχωρούσαν μερίδιο από τις μετοχές τους στον ενάγοντα. Οι αντιφάσεις όμως τις οποίες έχω εντοπίσει ήταν επουσιώδεις και σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσαν να πλήξουν την αξιοπιστία τους, αντίθετα φανερώνουν την ανυπαρξία προσυνεννόησης για το τι θα κατέθεταν στο δικαστήριο. Αυτό το οποίο προκύπτει αβίαστα από την μαρτυρία τόσο του ενάγοντα όσο και της ΜΕ1 ήταν ότι ο εναγόμενος 1 είχε υποσχεθεί στον ενάγοντα ότι θα του παραχωρούσε μετοχές από το μετοχικό κεφάλαιο της εναγομένης εταιρείας, έτσι ώστε να καθίστατο δυνατή η συμμετοχή του ενάγοντα στην επιχείρηση του club, την οποία θα διαχειρίζετο η εναγομένη εταιρεία. Όμως δεν είχε λεχθεί από τον εναγόμενο 1 οτιδήποτε για συμμετοχή του ενάγοντα στην επιχείρηση της καφετέριας της εναγομένης εταιρείας, ή σε οποιαδήποτε άλλη επιχείρηση της εναγομένης εταιρείας. Το ζήτημα αυτό παρέμεινε αδιευκρίνηστο. Φυσικά δεν παραγνωρίζω την απάντηση που έδωσε ο ενάγοντας κατά την αντεξέταση του όταν ρωτήθηκε επανειλημμένα αν θα ήταν μέτοχος και στην επιχείρηση της καφετέριας. Θεωρώ ορθότερο να μεταφέρω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα από την αντεξέταση του ενάγοντα: - Ερ. Άρα θα ήσουν μέτοχος και στο cafe; Απ. Αν μια εταιρεία έτσι, ναι αφού είναι η ίδια η εταιρεία. Δεν εδιευκρινίσαμε ακριβώς αυτό το πράγμα αλλά αν το βάλεις έτσι τώρα ναι, αλλά επειδή εργαζόμουν στο cafe και ήμουν ευχαριστημένος ποτέ δεν μιλήσαμε με τον Παντελή, ως την μέρα που του εκίνησα την αγωγή. Από το πιο πάνω απόσπασμα προκύπτει ξεκάθαρα ότι ουδέποτε του είχε λεχθεί από τον εναγόμενο 1 ότι θα συμμετείχε και στην επιχείρηση της καφετέριας. Απλά με την τελευταία του απάντηση ο ενάγοντας εξέφρασε μια καθαρά προσωπική του άποψη ότι από την στιγμή που η εναγόμενη εταιρεία ήταν η ιδιοκτήτρια της καφετέριας, με την απόκτηση των μετοχών της εναγομένης εταιρείας θα καθίστατο και μέτοχος στην επιχείρηση της καφετέριας, άποψη την οποία θεωρώ απόλυτα λογική. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο τρόπος με τον οποίο ενήργησε ο ενάγοντας ήταν επιπόλαιος, αφού άφησε αρκετά σημεία της συμφωνίας του με τον εναγόμενο 1 να καθοριστούν σε κατοπινό στάδιο, όπως ο αριθμός των μετοχών που θα έπαιρνε και ο χρόνος που θα τις έπαιρνε. Επεξήγησε όμως με πολύ πειστικό τρόπο ότι ενήργησε κατά τον ως άνω τρόπο επειδή είχε απόλυτη εμπιστοσύνη στον εναγόμενο 1 τον οποίο γνώριζε ήδη από την εργασία του στην καφετέρια της εναγομένης εταιρείας. Σύμφωνα με την μαρτυρία του ενάγοντα, ο εναγόμενος 1 ήταν ο διευθυντής της καφετέριας καθώς και ο διευθυντής της εναγόμενης εταιρείας. Επιπλέον είμαι της άποψης ότι η συμφωνία την οποία υπέγραψε ο ενάγοντας με τον συνεταιρισμό (βλέπε το Τεκμήριο 6) δεν επηρεάζει καθ΄ οιονδήποτε τρόπο την συμφωνία του με τον εναγόμενο
  4. Πρόκειται για 2 ξεχωριστές μεταξύ τους συμφωνίες οι οποίες ρυθμίζουν εντελώς άσχετα μεταξύ τους ζητήματα. Θα ήθελα ακόμα να αναφέρω ότι όπως προκύπτει από το ενώπιον μου μαρτυρικό υλικό η συμφωνία - Τεκμήριο 6 - ουδέποτε τέθηκε σε ισχύ. Φυσικά από την μαρτυρία του ενάγοντα δεν θα μπορούσα να αποδεχθώ το μέρος της που σχετίζεται με τους οφειλόμενους δεδουλευμένους μισθούς του. Η μαρτυρία του σε σχέση με την ως άνω αξίωση του ήταν ασαφής και αόριστη. Τονίζω ότι δεν ήταν σε θέση να καθορίσει με ακρίβεια τους μήνες κατά τους οποίους λειτούργησε το club. Είμαι της άποψης ότι όφειλε να περιγράψει με λεπτομέρεια και με σαφήνεια τις εβδομάδες κατά τις οποίες εργάστηκε στο club και ποιες από αυτές δεν έχει πληρωθεί. Η αόριστη αναφορά του σε εργασία τριάντα εβδομάδων περίπου δεν θα μπορούσε κατά την άποψη μου να θεωρηθεί επαρκής μαρτυρία προς απόδειξη της αξίωσης του για τους οφειλόμενους μισθούς του. Κατ' επέκταση ακόμη και στην περίπτωση που η υπό σχολιασμό αξίωση του δεν εγκαταλείπετο κατά το στάδιο των αγορεύσεων θα απορρίπτετο από το δικαστήριο ως μη αποδειχθείσα. Θα απέρριπτα επίσης την παρούσα αξίωση του ενάγοντα και για τον επιπρόσθετο λόγο ότι πρόκειται για διαφορά η οποία υπάγεται στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών (βλέπε το άρθρο 12(Ι)(ε) του Περί Ετησίων Αδειών μετ΄ Απολαβών Νόμου 8/1967 και την απόφαση Παναγιώτου ν. Δ.Σ. Αρτοκολουροποιείον Λτδ
(2002)1(Β) ΑΑΔ 1381). Ενόψει της απόρριψης αυτού του μέρους της απαίτησης, θεωρώ αχρείαστο να ασχοληθώ με τα 2 έγγραφα, τα οποία κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 7 και
  1. Η μαρτυρία των ΜΕ2 και ΜΕ3 ήταν περισσότερο τυπικής φύσεως. Θα πρέπει επίσης να τονίσω ότι υπήρξε αδιαμφισβήτητη. Το δικαστήριο την αποδέχεται στην ολότητα της. Με βάση την αξιολόγηση της μαρτυρίας καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Περί τον Δεκέμβριο του 1998 ο ενάγοντας είχε συμφωνήσει με τον εναγόμενο 1 όπως ο ενάγοντας συμμετάσχει στην επιχείρηση του club, το οποίο σκόπευε να λειτουργήσει η εναγομένη εταιρεία. Ειδικώτερον ο εναγόμενος 1 είχε υποσχεθεί στον ενάγοντα ότι θα του παραχωρούσε μετοχές της εναγομένης εταιρείας, έτσι ώστε ο ενάγοντας να καθίστατο μέτοχος της εναγομένης εταιρείας, η οποία ήταν η ιδιοκτήτρια της επιχείρησης του club. Στις 10/12/1998 ο ενάγοντας κατέβαλε στον εναγόμενο 1 ποσό ΛΚ 11.000 ως το αντάλλαγμα για την παραχώρηση μετοχών της εναγομένης εταιρείας. Από τις ΛΚ11.000 το ποσό των ΛΚ10.000 προήλθε από τραπεζικό δάνειο το οποίο έγινε στο όνομα της μητέρας του ενάγοντα και εξοφλήθηκε από τον ίδιο τον ενάγοντα, ενώ το υπόλοιπο ποσό των ΛΚ1.000 ήταν από χρήματα του ενάγοντα. Δεν είχε συμφωνηθεί εκ των προτέρων ο αριθμός των μετοχών που θα παραχωρούντο στον ενάγοντα. Ο εναγόμενος 1 είχε συμφωνήσει με τον ενάγοντα ότι ο αριθμός των μετοχών που θα λάμβανε ο ενάγοντας θα καθορίζετο σε μεταγενέστερο στάδιο από τον λογιστή της εναγομένης εταιρείας. Το club άνοιξε περί τα Χριστούγεννα του 1998 και λειτούργησε μέχρι τις πρώτες μέρες του
  2. Πέραν της συμφωνίας για την παραχώρηση των μετοχών, ο ενάγοντας εργάστηκε στο club καθ' όλη την διάρκεια της λειτουργίας του ως ο υπεύθυνος του club. Δυστυχώς ο εναγόμενος 1 δεν παραχώρησε στον ενάγοντα καμμιά από τις μετοχές της εναγομένης εταιρείας, παρά το ότι ο ενάγοντας του είχε ζητήσει επανειλημμένα την υλοποίηση της συμφωνίας τους. Ο εναγόμενος 1 ζητούσε συνεχώς από τον ενάγοντα πίστωση χρόνου για να διευθετούσε, όπως του έλεγε κάποια εκκρεμότητα που υπήρχε με τον Μάριο Φώκου, ο οποίος κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν επίσης μέτοχος της εναγομένης εταιρείας. Μετά τον οριστικό τερματισμό της λειτουργίας του club και την κατ' επέκταση διάλυση της επιχείρησης του club ο εναγόμενος 1 είχε υποσχεθεί στην ενάγοντα ότι θα του επέστρεφε το καταβληθέν ποσό των ΛΚ11.
  3. Και πάλι όμως ο εναγόμενος 1 δεν υλοποίησε την υπόσχεση του με αποτέλεσμα ο ενάγοντας να προχωρήσει στην έγερση της παρούσας αγωγής. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Από μια απλή ανάγνωση της έκθεσης απαίτησης προκύπτει ότι ο ενάγοντας στηρίζει την αξίωση του για επιστροφή του ποσού των ΛΚ11.000 επί των αρχών του αδικαιολόγητου πλουτισμού και διαζευκτικά σε παράβαση συμφωνίας. Οι αρχές του αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι ενσωματωμένες στον περί συμβάσεων νόμο κεφ. 149 και είναι ευρύτερα γνωστές ως δόγμα της αποκατάστασης (restitution). Το άρθρο 70 του κεφ. 149 αναφέρει επί λέξει τα ακόλουθα: «Εάν τις νομίμως πράξη τι δι' έτερον η παράδωση αυτώ οτιδήποτε, μη προτιθέμενος να πράξη ούτω χαριστικώς, ο τελευταίος εφ' όσον ήθελε προσπορισθή όφελος υποχρεούται να αποζημιώση τον πρώτον εν σχέσει προς την διενεργηθείσαν πράξιν ή να αποκαταστήση το παραδοθέν πράγμα». Οι προϋποθέσεις για την ένταξη ορισμένης περίπτωσης στο άρθρο 70 του κεφ. 149 εξηγήθηκαν σε αριθμό υποθέσεων. (Βλ. Polyxeni Demou Kyriakou v. The Estate of The Late Katina Petrou
(1961)C.L.R. 300, Ismini Kyriakou Hji Loizi and Others v. Irini Iona
(1963)2 C.L.R.11, Stelios P. Orphanides v. Vyron K. Michaelides
(1967)1 C.L.R 309, Charalambous v. Kazanou & Another
(1982)1 C.L.R. 326, Theodoulou v. Theodoulou
(1987)1 C.L.R. 101, Sekavin S.A. v. Ship "Platon Ch."
(1987)1 C.L.R.297). Όπως έχει τονισθεί, το άρθρο 70 δεν εφαρμόζεται στις περιπτώσεις στις οποίες η πράξη για την οποία επιδιώκεται αποκατάσταση, που περιλαμβάνει και την πληρωμή χρημάτων, τελείται μετά από ρητή παράκληση (express request) του εναγομένου. Στην υπόθεση Minerva Finance & Investment Ltd v. Γεώργιου Γεωργιάδη
(1998)1 (Δ) ΑΑΔ 2173 ο Δικαστής Κωνσταντινίδης με αναφορά στην Αγλλική υπόθεση Woolwich Building Society v. I.R.C. [H.L.(E)]
(1993)A.C. 167 αναφέρει ότι όπου έχει πληρωθεί ποσό χρημάτων αχρεώστητως αλλά ο πληρώσας δεν μπορεί να θεμελιώσει κάποια βάση για επιστροφή του, το ποσό δεν μπορεί να επιστραφεί. Τέτοια βάση θα μπορούσε να είναι το λάθος, ως πτυχή της ευρύτερης έννοιας που συνοπτικά αποδίδεται με τον όρο "money had and received" (Χρήματα του ενάγοντα που λήφθηκαν από τον εναγόμενο). Βασικό κεφάλαιο του δικαίου που διέπει την αποκατάσταση συνιστά επίσης και η πληρωμή συνέπεια εξαναγκασμού (duress ή compulsion ή coercion). Στην υπό εξέταση υπόθεση είμαι της άποψης ότι οι αρχές του αδικαιολόγητου πλουτισμού δεν μπορούν να τύχουν εφαρμογής για τον λόγο ότι ο ενάγοντας δεν έχει πληρώσει οποιοδήποτε ποσό χρημάτων αχρεωστήτως. Αντίθετα, σύμφωνα με τα ευρήματα μου το ποσό των ΛΚ11.000 πληρώθηκε στον εναγόμενο 1 με βάση την μεταξύ τους συμφωνία για παραχώρηση μετοχών προς τον ενάγοντα στην εναγόμενη εταιρεία. Παραμένει να εξεταστεί η διαζευκτική βάση της έκθεσης απαίτησης. Συμφώνως των ευρημάτων μου ο εναγόμενος 1 δεν παραχώρησε τελικώς στον ενάγοντα μετοχές της εναγομένης εταιρείας όπως είχε συμφωνηθεί μεταξύ τους. Ο ενάγοντας είχε καταβάλει προς τον εναγόμενο 1 το ποσό των ΛΚ11.000 ως αντάλλαγμα για την προς αυτόν παραχώρηση των ως άνω μετοχών. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η ως άνω συμπεριφορά του εναγομένου 1 αποτελεί παράβαση της συμφωνίας του με τον ενάγοντα. Συμφώνως των ευρημάτων μου, μετά την διάλυση της επιχείρησης του club ο εναγόμενος 1 είχε υποσχεθεί επανειλημμένα στον ενάγοντα ότι θα του επέστρεφε τα χρήματα του, πράγμα το οποίο επίσης δεν έπραξε. Όπως έχω ήδη αναφέρει και σε προγενέστερο σημείο της απόφασης μου, ο σκοπός για τον οποίο θα παραχωρούντο μετοχές της εναγομένης εταιρείας στον ενάγοντα ήταν για να καταστεί δυνατή η συμμετοχή του ενάγοντα στην επιχείρηση του club, της οποίας ιδιοκτήτρια ήταν η εναγόμενη εταιρεία. Σύμφωνα με την αποδεκτή μαρτυρία του ενάγοντα το ποσό των ΛΚ11.000 είχε δοθεί από τον ενάγοντα ως αντάλλαγμα για να καταστεί δυνατή η συμμετοχή του στην επιχείρηση του club, μέσω της συμμετοχής του στο μετοχικό κεφάλαιο της εναγομένης εταιρείας. Ο εναγόμενος 1 καθ' όλο το διάστημα που λειτουργούσε η επιχείρηση του club παρέλειψε να παραχωρήσει στον ενάγοντα τις μετοχές της εναγομένης εταιρείας. Η οριστική διάλυση της επιχείρησης του club κατέστησε την παραχώρηση των μετοχών προς τον ενάγοντα χωρίς καμμιά σημασία, αφού ο σκοπός για τον οποίο θα παραχωρούντο οι μετοχές δεν υφίστατο πλέον. Αυτός ήταν ο λόγος που κατά την άποψη μου ο ενάγοντας δέχθηκε να μην πάρει τελικά μετοχές στην εναγομένη εταιρεία, αλλά να του επιστραφούν τα χρήματα του. Στο σύγγραμμα "McGregor on Damages" 15η έκδοση στην παράγραφο 1046 και επόμενα, αναφέρεται ότι στην περίπτωση μη παράδοσης των μετοχών, το μέτρο της αποζημίωσης είναι η αγοραία αξία των μετοχών κατά τον συμφωνηθέντα χρόνο παράδοσης, μείον η τιμή αγοράς τους, νοουμένου ότι η τιμή αγοράς τους έχει πληρωθεί. Στην υπό εξέταση υπόθεση, όπως είναι εύρημα μου, δεν είχε καθοριστεί εκ των προτέρων ούτε ο αριθμός των μετοχών που θα παραχωρούντο στον ενάγοντα, ούτε ο τρόπος παράδοσης τους. Κατ΄ επέκταση αυτό το οποίο δικαιούται ο ενάγοντας και αυτό το οποίο κατ΄ ουσίαν ζητά με την αγωγή του είναι η επιστροφή του ποσού, το οποίο κατέβαλε στον εναγόμενο 1 για να αποκτήσει μετοχές στην εναγομένη εταιρεία. Εξάλλου συμφώνως των ευρημάτων μου ο εναγόμενος 1 είχε συμφωνήσει να επιστρέψει το ως άνω ποσό στον ενάγοντα. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγομένων κατά την ενώπιον του δικαστηρίου επιχειρηματολογία του, υποστήριξε ότι η επίδικη συμφωνία είναι ασαφής, γι΄ αυτό είναι άκυρη. Η θέση αυτή δεν με βρίσκει σύμφωνο. Πέραν του ότι δεν εγείρεται καθ΄ οιονδήποτε τρόπο στο δικόγραφο της υπεράσπισης, θεωρώ ότι δεν πρόκειται για ασαφή συμφωνία, εντός της εννοίας του άρθρου 29 του περί συμβάσεων νόμου, Κεφ. 149. Το γεγονός ότι ο αριθμός των μετοχών που θα παραχωρούντο στον ενάγοντα, καθώς και ο χρόνος παράδοσης τους αφέθηκε να καθοριστεί σε μελλοντικό στάδιο δεν καθιστά την συμφωνία ασαφή. Επιπλέον θα πρέπει να τονίσω ότι τα ίδια τα μέρη συμφώνησαν σε μεταγενέστερο στάδιο στον παραμερισμό της συμφωνίας και την επιστροφή του ποσού των Λ.Κ.11.000 στον ενάγοντα. Με βάση τα όσα αναφέρω πιο πάνω συμπερασματικά καταλήγω ο εναγόμενος 1 υποχρεούται όπως επιστρέψει στον ενάγοντα το ποσό των ΛΚ11.000. Όσον αφορά την εναγομένη εταιρεία έχω να παρατηρήσω ότι δεν υπάρχει ενώπιον μου ίχνος μαρτυρίας ότι ο εναγόμενος 1 όταν συμφωνούσε με τον ενάγοντα να του παραχωρήσει μετοχές ενεργούσε εκ μέρους και για λογαριασμό της εναγομένης εταιρείας, ούτε ότι ενεργούσε κατόπιν εξουσιοδότησης ή απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρείας. Επιπλέον καμιά μαρτυρία δεν υπάρχει ενώπιον μου σύμφωνα με την οποία το ποσό των ΛΚ11.000 είχε εισπραχθεί από τον εναγόμενο 1 για λογαριασμό της εναγομένης εταιρείας και κατεβλήθη προς την εναγομένη εταιρεία. Αναμφίβολα το δικαστήριο είναι γνώστης της νομολογιακής αρχής σύμφωνα με την οποία ένα πρόσωπο που συναλλάσσεται με μια εταιρεία δεν έχει υποχρέωση να διερευνά και να βεβαιώνεται ότι οι εσωτερικές διαδικασίες έχουν ακολουθηθεί κανονικά. Αντίθετα μπορεί να βασιστεί στον Κανόνα ότι όλα έγιναν σωστά και νομότυπα. (Omnia praesumuntur rite et solemniter esse acta) (βλέπε Royal British Bank v. Turquand
(1856)E and B327 (1843-1860) All ER Rep 435). Επιπλέον σύμφωνα με τον κανόνα της υπόθεσης Morris v. Kanssen
(1946)1 All ER 582 η οποία υιοθετείται στην υπόθεση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ΣΠΕ Παλλουριώτισσας v. Nicosia Palace Hotel Co. Ltd και άλλου
(2003)1 ΑΑΔ 722, πρόσωπα που συναλλάσσονται με μια εταιρεία και ενεργούν με καλή πίστη μπορούν να υποθέσουν ότι πράξεις που τυγχάνουν εξουσιοδότησης από τους κανονισμούς και τις εξουσίες της εταιρείας έχουν εκτελεστεί σωστά και δεν είναι υπόχρεοι να εξετάσουν κατά πόσο πράξεις εσωτερικής διοίκησης είναι κανονικές. Όμως στην υπό εξέταση υπόθεση η μαρτυρία που υπάρχει ενώπιον μου δεν θα μπορούσε να με οδηγήσει σε εύρημα ότι η συναλλαγή που είχε ο ενάγοντας ήταν με την εναγόμενη εταιρεία. Αντίθετα, η συναλλαγή που είχε ο ενάγοντας ήταν με τον εναγόμενο 1 προσωπικά. Ενόψει των πιο πάνω είμαι της άποψης ότι η υπό εξέταση υπόθεση θα πρέπει να διαχωριστεί από τις υποθέσεις στις οποίες παραπέμπω πιο πάνω. Κατ' επέκταση η αγωγή εναντίον της εναγομένης εταιρείας δεν θα μπορούσε να επιτύχει και θα απορρίπτετο, ακόμα και αν δεν αποσύρετο κατά το στάδιο των αγορεύσεων. Ο ενάγοντας αξιώνει επίσης την επιδίκαση τόκου προς 9% επί του ποσού των ΛΚ11.
  1. Όπως ισχυρίζεται στην παράγραφο 11 της Έκθεσης Απαίτησης του διατηρούσε χρεωστικό υπόλοιπο σε τραπεζικά ιδρύματα με αποτέλεσμα να ζημιώνει 9% επί του ποσού των ΛΚ11.
  2. Δυστυχώς όμως δεν παρουσίασε καμιά μαρτυρία για το ποσό το οποίο πλήρωσε στην τράπεζα για τόκους, τους οποίους χρέωσε η τράπεζα επί του ποσού των ΛΚ10.000 το οποίο είχε δανειστεί. Κατ' επέκταση το δικαστήριο δεν θα μπορούσε να επιδικάσει οποιοδήποτε ποσό για τόκους. Για το τέλος θα ήθελα να αναφέρω ότι σύμφωνα με τον όρο 6 της συμφωνίας μεταξύ του ενάγοντα και του συνεταιρισμού (Τεκμήριο 6) όλες οι διαφορές μεταξύ των συμβαλλομένων που δυνατό να εμφανιστούν στη διάρκεια της συμφωνίας θα παραπέμπονται σε διαιτησία. Οι εναγόμενοι, στηριζόμενοι στον ως άνω όρο, εισηγούνται στο δικόγραφο της υπεράσπισης τους ότι το παρόν δικαστήριο είναι αναρμόδιο για να εκδικάσει την παρούσα αγωγή. Κατά πρώτον, σύμφωνα με τα ευρήματα μου η συμφωνία - τεκμήριο 6 - ουδέποτε τέθηκε σε ισχύ. Κατά δεύτερο, η συμφωνία του ενάγοντα με τον εναγόμενο 1 για την παραχώρηση μετοχών στην εναγομένη εταιρεία, στην οποία στηρίζεται η αξίωση του ενάγοντα είναι εντελώς άσχετη με την συμφωνία - τεκμήριο
  3. Κατ΄ επέκταση η εισήγηση των εναγομένων περί αναρμοδιότητας του παρόντος δικαστηρίου δεν θα μπορούσε να επιτύχει. Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να επεξηγήσω λεπτομερώς πιο πάνω καταλήγω ότι ο ενάγοντας δικαιούται σε απόφαση εναντίον του εναγομένου 1 για ΛΚ11.000 (€18.794.62). Η αγωγή εναντίον της εναγομένης εταιρείας θα πρέπει να απορριφθεί. Όσον αφορά τα έξοδα δεν βλέπω οποιοδήποτε λόγο για απόκλιση από το γενικό κανόνα ότι ακολουθούν το αποτέλεσμα. Εκδίδεται απόφαση προς όφελος του ενάγοντα και εναντίον του εναγομένου 1 για ΛΚ11.000 (€18.794.62) πλέον νόμιμο τόκο πλέον έξοδα όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το δικαστήριο. Η αγωγή εναντίον της εναγομένης εταιρείας απορρίπτεται με έξοδα προς όφελος της και εναντίον του ενάγοντα, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το δικαστήριο. (Υπ.) ............ Θ. Θωμά, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.